ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 332/2026 (i-justice)
Μεταξύ:
1. Noda Holding Limited από τη Λευκωσία
2. ΝaudaPay Limited από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων
και
Payabl. Cy Limited από τη Λεμεσό
Εναγόμενης
---------------------------------------------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 20/03/2026 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
Ημερ.: 19.10.2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Ιερωνυμίδης μαζί με κ. X. Παναγή για κ.κ. Στέλιος Ιερωνυμίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη – Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Κ. Ιωαννίδης με κα Γ. Κακούρη για κ.κ. Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Ενάγοντες (από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές») με την υπό κρίση Αίτηση ημερομηνίας 20/03/2026, η οποία καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με το Έντυπο Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης (από τώρα και στο εξής «οι Καθ’ ων η Αίτηση») διάταγμα αποκάλυψης συγκεκριμένων πληροφοριών και εγγράφων (βλ. αιτητικό Γ), διάταγμα φίμωσης (Gagging order) μέχρι την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων (βλ. αιτητικό Α), διάταγμα που να απαγορεύει την καταστροφή των εγγράφων που καλύπτονται από το αιτητικό Γ μέχρι την αποκάλυψη τους (βλ. αιτητικό Β), διάταγμα δέσμευσης χρηματικού ποσού ύψους μέχρι €100,000,000 από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των προσώπων ή οντοτήτων που θα αποκαλυφθούν δυνάμει του αιτητικού Γ (βλ. αιτητικό Δ) καθώς και συμπληρωματικό / επικουρικό διάταγμα το οποίο να επιτρέπει τη χρήση των εγγράφων και πληροφοριών που θα αποκαλυφθούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και/ή στα πλαίσια δικαστικών και/ή διαιτητικών διαδικασιών που ήθελε καταχωρηθούν ή προωθηθούν από τους Αιτητές, είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας (βλ. αιτητικό Ε).
Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές αξιώνουν διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στoυς Καθ’ ων η Αίτηση από το να χρησιμοποιούν και/ή εξυπηρετούν πελάτες και/ή συνεργάτες πληρωμών (payment partners) (που έχουν αρχίσει συνεργασία με τους Καθ’ ων η Αίτηση μετά την 01/01/2025) μέσω του Πηγαίου Κώδικα (Source Code) ιδιοκτησίας των Αιτητών και/ή να τον πωλήσουν και/ή να τον μεταφέρουν και/ή να τον μεταβιβάσουν (βλ. αιτητικό ΣΤ).
Οι Αιτητές, επίσης, αξιώνουν διάταγμα που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η Αίτηση από το να συνεργάζονται επιχειρηματικά με οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή οντότητα και/ή συνεργάτη πληρωμών (payment partner) για την οποία εργάζεται ή παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες και/ή ενεργεί ως αξιωματούχος και/ή ως Διευθυντής, οποιοσδήποτε πρώην ανώτερος διευθυντής του Ομίλου των Αιτητών, χωρίς προηγουμένως να επαληθεύσουν ότι ο Πηγαίος Κώδικας (Source Code) των Αιτητών δεν χρησιμοποιείται από το εν λόγω πρόσωπο και/ή οντότητα συμπεριλαμβανομένων των πρώην ανώτερων διευθυντών του Ομίλου των Αιτητών, τα ονόματα των οποίων παρατίθενται (βλ. αιτητικό Ζ).
Περαιτέρω, οι Αιτητές αξιώνουν διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Καθ’ ων η Αίτηση από το να παρέχουν υπηρεσίες σε πρόσωπο ή οντότητα που δεν είναι δεόντως αδειοδοτημένος συνεργάτης πληρωμών (licensed payment partner) από οποιαδήποτε χρηματοοικονομική εποπτική και/ή ρυθμιστική αρχή (financial regulator) της Ευρώπης ή του Ηνωμένου Βασιλείου και που χρησιμοποιεί τη μέθοδο πληρωμών ανοικτής τραπεζικής (open banking method) και επικεντρώνεται στην αγορά της Γερμανίας και/ή της Ολλανδίας, χωρίς προηγουμένως να επαληθεύσει ότι ο Πηγαίος Κώδικας (Source Code) των Αιτητών δεν χρησιμοποιείται από το εν λόγω πρόσωπο και/ή οντότητα (βλ. αιτητικό Η).
Τέλος, οι Αιτητές αξιώνουν διάταγμα που να διατάσσει τους Καθ’ ων η Αίτηση να λάβουν έγγραφες διαβεβαιώσεις από κάθε συνεργάτη πληρωμών (payment partner) με τον οποίο έχουν αρχίσει οποιουδήποτε είδους συνεργασίας μετά την 01/01/2025, ως το Παράρτημα Γ της αίτησης και να παραδώσουν ενόρκως κάθε τέτοια γραπτή διαβεβαίωση στους Αιτητές (βλ. αιτητικό Θ).
Η υπό κρίση Αίτηση προωθήθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο εξέδωσε τα διατάγματα υπό στοιχεία Α, Β, ΣΤ και Ζ της Αίτησης, ως αυτά σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω. Τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα, διατάχθηκε όπως επιδοθούν.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Marat Abasaliev ημερομηνίας 20/03/2026, ο οποίος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Noda και Διευθυντής της Noda Holding Limited («Noda») Ενάγουσας αρ. 1 – της μητρικής εταιρείας του Ομίλου Noda.
Συνοπτικά, η εκδοχή που προβάλλεται από τους Αιτητές είναι η εξής:
Η Noda είναι η μητρική εταιρεία ενός πρωτοπόρου παγκόσμιου παρόχου πληρωμών – που παρέχει ένα νέο τρόπο για τους διαδικτυακούς εμπόρους να δέχονται πληρωμές στο διαδίκτυο και να λαμβάνουν άμεσα και κατευθείαν τραπεζικές πληρωμές (direct bank payments) ως εναλλακτική λύση στις κάρτες, χωρίς επιστροφές χρεώσεων (chargebacks). Εδρεύει στην Κύπρο και έχει θυγατρικές στη Μάλτα, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Λετονία και άλλες δικαιοδοσίες.
Ο Όμιλος Noda κατέχει σημαντικό μερίδιο της αγοράς για παρόχους πληρωμών από το 2023 και έχει αναπτύξει τα δικά του εξαιρετικά πολύπλοκα (sophisticated) συστήματα πληροφορικής συμπεριλαμβανομένου ενός άκρως εμπιστευτικού πηγαίου κώδικα (ο «Πηγαίος Κώδικας») (Source Code), ο οποίος αποτελεί ένα από τα βασικά περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου Noda και που αποτελεί αντικείμενο φθόνου άλλων παρόχων πληρωμών.
Ο Πηγαίος Κώδικας αποκτήθηκε αρχικά από τη θυγατρική της Noda, NaudaPay Limited, Ενάγουσα 2 και στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στη Noda την 1ην Φεβρουαρίου 2023.
Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι ο Πηγαίος Κώδικας της Noda προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα επειδή είναι προστατευόμενο έργο (ως πρόγραμμα υπολογιστή) και είναι πρωτότυπος (original). Σημειώνεται, επίσης, ότι λήφθηκε μεγάλη μέριμνα για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας (confidentiality) του Πηγαίου Κώδικα της Noda, καθώς και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της Noda σε αυτόν.
Ο κύριος μέτοχος της Noda είναι η Estacon Limited, κυπριακή εταιρεία που κατέχει το 82,7% του μετοχικού κεφαλαίου της Noda. Οι υπόλοιποι μέτοχοι της είναι ο κ. Loktev (15%), η κα Tenca (1,15%) και η κα Gavarane (1,15%).
Ο κ. Loktev, τουλάχιστον από τις 4 Φεβρουαρίου του 2025 ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος (CEO) του Ομίλου Noda και εκτελεστικός διευθυντής της Noda. Κατείχε, όμως, αυτές τις θέσεις και ανεπίσημα από το έτος 2020. Κατόπιν συμφωνιών, το πιο πάνω πρόσωπο αλλά και η κα Tenca και η κα Gavarane ενεργούσαν ως διευθυντές, σύμβουλοι και υπάλληλοι στην Noda και είχαν υποχρεώσεις έναντι του Ομίλου.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι, όπως και η Noda, ένας ευρωπαϊκός πάροχος fintech. Εποπτεύεται στην Κύπρο και ήταν προμηθευτής της NaudaPay, κατόπιν συμφωνιών.
Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ο κ. Loktev, η κα Tenca και η κα Gavarane έχουν παράνομα οικειοποιηθεί τον Πηγαίο Κώδικα (Source Code) και με την υποστήριξη και/ή την ανοχή και/ή την αδράνεια των Καθ’ ων η Αίτηση, τον χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν νέα ανταγωνιστική επιχείρηση.
Η πιο πάνω θέση των Αιτητών, στηρίζεται στο γεγονός ότι περί τον Οκτώβριο του 2025 ο κ. Loktev, η κα Tenca και η κα Gavarane αποχώρησαν από τον Όμιλο Noda καθώς και σημαντικός αριθμός ανώτερων στελεχών, συνεργατών και υπαλλήλων της Noda. Συγκεκριμένα αποχώρησαν 88 από τους 172 διευθυντές, συνεργάτες και υπαλλήλους της Noda, κάτι το πρωτόγνωρο στην ιστορία του Ομίλου.
Επίσης, από τον Νοέμβριο του 2025, υπήρξε μια δραματική και άνευ προηγουμένου πτώση στις συναλλαγές των εμπορευόμενων που χρησιμοποιούν τον Όμιλο Noda. Συνολικά, ο μηνιαίος κύκλος εργασιών της Νoda από τον Ιανουάριο του 2025 έως τον Οκτώβριο του 2025 κυμαινόταν μεταξύ 190 και 210 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτός ο κύκλος εργασιών ήταν 140 εκατομμύρια ευρώ τον Νοέμβριο, 50 εκατομμύρια ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025 και τον Ιανουάριο του 2026 ήταν 20 εκατομμύρια ευρώ.
Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι αποχωρήσεις από τον Όμιλο ήταν ενορχηστρωμένες αφού η κα Tenca προέτρεπε υπαλλήλους και συνεργάτες ότι θα έπρεπε να αποχωρήσουν. Το ισχυρό συμπέρασμα είναι ότι αποχώρησε για να ξεκινήσει μια ανταγωνιστική επιχείρηση και ήθελε προς τούτο να διασφαλίσει ότι ο Όμιλος Noda δεν θα παρέμενε με μια ομάδα εξυπηρέτησης των πελατών της. Οι αποχωρήσεις σε συνδυασμό με τη δραματική πτώση των εσόδων της Noda καταδεικνύουν έντονα ότι ο κ. Loktev, η κα Tenca και η κα Gavarane έχουν προχωρήσει σε ίδρυση μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης.
Ο Πηγαίος Κώδικας πρέπει να έχει αντιγραφεί πριν από την αποχώρηση των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων, αφού δεν εντοπίστηκε κανένα ουσιώδες ζήτημα με την ασφάλεια του Πηγαίου Κώδικα. Επίσης, δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί καινούριος Κώδικας αφού για την δημιουργία του απαιτείται χρόνος 12 – 18 μηνών.
Όσον αφορά τους Καθ’ ων η Αίτηση, η θέση των Αιτητών είναι ότι συνέπραξαν με τους κ. Loktev, κα Tenca και κα Gavarane, καθότι εμφανίζονται σε μια αλυσίδα πληρωμών ενός πρώην πελάτη, υπό περιστάσεις όπου υπάρχουν εμφανείς ομοιότητες στον Πηγαίο Κώδικα που χρησιμοποιείται στην αλυσίδα πληρωμών για τον εν λόγω πελάτη και στον Πηγαίο Κώδικα της Noda.
Ο ενόρκως δηλών, αναφέρει, ότι στις 23 Δεκεμβρίου του 2025, τυχαία πραγματοποίησε μια πληρωμή για να παίξει τυχερά παιχνίδια στο JooCasino.com (Friolion Ltd), όντας πρώην πελάτης της Noda. Με έκπληξη ανακάλυψε ότι η επιβεβαίωση πληρωμής από την τράπεζα του αναγνώριζε την Payabl. ως τον παραλήπτη των χρημάτων του. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι η Payabl. επωφελείται από τη χρήση του Πηγαίου Κώδικα της Noda (και εξυπηρετεί πελάτες των εναγόντων κατά παράβαση του όρου μη απόσπασης πελατών (non – poaching clause)(όρος 10) της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών Payabl.).
Περαιτέρω εσωτερικές έρευνες αποκάλυψαν εμφανείς ομοιότητες στην Πηγαίο Κώδικα που χρησιμοποιείται στην αλυσίδα πληρωμών για το JooCasino και στον Πηγαίο Κώδικα της Noda.
Με επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών ημερομηνίας 08 Ιανουαρίου το 2026 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση εκφράζονταν οι ανησυχίες τους σχετικά με την αναστολή των υπηρεσιών της Payabl στις 08 Δεκεμβρίου 2025, την οποία θεωρούσαν ως μέρος της συνωμοσίας μεταξύ του κ. Loktev, της κας Tenca και της κας Gavarane, σχετικά με την παραβίαση από τη Payabl. του όρου μη απόσπασης πελατών της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και άλλες πιθανές παραβιάσεις από την προηγούμενη διοίκηση των Αιτητών.
Οι Αιτητές έλαβαν επιστολή από τους δικηγόρους των κ. Loktev, της κας Tenca και της κας Gavarane ημερομηνίας 16 Ιανουαρίου του 2026 που εξηγούσε γιατί οι όροι μη ανταγωνισμού που είχαν υπογράψει οι κ. Loktev, κα Tenca και κα Gavarane δεν είναι δεσμευτικοί. Φαίνεται, αναφέρει, ο ενόρκως δηλών, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση διαβίβασαν την επιστολή τους ημερομηνίας 08 Ιανουαρίου 2026 προς τα πιο πάνω πρόσωπα. Η δε Καθ’ ων η Αίτηση απέστειλαν στις 22 Ιανουαρίου του 2026 μια μάλλον αδιάφορη και μη δεσμευτική απάντηση στα ζητήματα που τους είχαν θέσει οι δικηγόροι της Noda και η οποία στην ουσία δεν απαντά στο ερώτημα κατά πόσο συνεργάζονται με τα πιο πάνω πρόσωπα.
Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι εντοπίστηκε στις 5 Ιανουαρίου του 2026, μετά από παράπονο της Soft2Bet, άλλου πελάτη της Noda, ότι ο Πηγαίος Κώδικας της έχει κλαπεί, όπως εξηγείται στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 20/03/2026.
Ο ενόρκως δηλών, επισυνάπτει δύο Εκθέσεις εμπειρογνωμόνων ημερομηνίας 12/03/2026 και συγκεκριμένα την Έκθεση Πηγαίου Κώδικα (βλ. τεκμήριο 35) και την Έκθεση Ανάλυσης Υποδομής (βλ. τεκμήριο 36).
Στην βάση αυτών των Εκθέσεων, η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι ότι επιβεβαιώνεται η ίδρυση ενός νέου παρόχου πληρωμών που ξεκίνησε ενεργή λειτουργία τον Σεπτέμβριο του 2025 με αύξηση της επισκεψιμότητας τον Δεκέμβριο του 2025. Αυτό συνάδει με την πτώση της επισκεψιμότητας που παρουσίασε ο Όμιλος Νoda κατά την ίδια περίοδο.
Επιβεβαιώνει, επίσης, τις ημερομηνίες καταχώρησης των νέων τομέων διαδικτύου (domain): 25.08.2025 (paybanks.net), 24.09.2025 (paychecker.org), 10.10.2025 (banklayer.org. tranactgrid.com), 27.10.2025 (siti.ws) και 01.12.2025 (finchecks.io). Τούτο, κατά τη θέση των Αιτητών, υποστηρίζει τη θέση ότι ο νέος πάροχος πληρωμών δημιουργήθηκε από τα πρώην στελέχη της Noda, δεδομένου του χρόνου αποχώρησης τους κλέβοντας τον Πηγαίο τους Κώδικα.
Περαιτέρω, από την Έκθεση προκύπτει ότι ο πάροχος έχει αντιγράψει παράνομα την αρχιτεκτονική της Noda για χρήση σε μια από τις επωνυμίες της, της paybanks.net. Επίσης, η ανταγωνιστική επιχείρηση έχει χρησιμοποιήσει παράνομα την κωδικοποίηση της Noda για να διευκολύνει τις πληρωμές από τους πελάτες της ανταγωνιστικής επιχείρησης και η οποία έχει αντιγράψει τον Πηγαίο Κώδικα της Noda.
Πέραν των πιο πάνω, γίνεται αναφορά για υπεξαίρεση χρημάτων τουλάχιστον €5.262.834 κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2023 έως τον Ιούνιο του 2025 από την NaudaPay, για την οποία εύλογα πιστεύεται ότι έχει διαπραχθεί από τα αποχωρούντα ανώτερα στελέχη της Noda.
Οι Αιτητές αναφέρουν ότι η Noda σύντομα θα υποβάλει αίτημα διαιτησίας κατά του κ. Loktev, της κας Tenca και της κας Gavarane βάσει της Συμφωνίας Μετόχων καθότι παραβιάζουν τα καθήκοντα τους και η NaudaPay (και εφόσον κριθεί σκόπιμο, άλλα μέλη του ομίλου της) θα καταθέσουν σύντομα αγωγές στα κυπριακά δικαστήρια κατά τουλάχιστον της Payabl. βάσει τουλάχιστον της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών για παράβαση σύμβασης και, ξεχωριστά, για συνωμοσία με σκοπό την πρόκληση οικονομικής ζημιάς στον Όμιλο Noda.
Τα αιτούμενα διατάγματα ζητούνται μέχρις ότου, ανάλογα με την περίπτωση, ένα δεόντως αρμόδιο διαιτητικό δικαστήριο εκδώσει την απόφαση του και εκδικαστούν οι δικαστικές διαδικασίας (court proceedings are adjudicated).
Σε περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν, οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου (ή του Δαιτητικού Δικαστηρίου) υπέρ των Αιτητών θα παραμείνει ανικανοποίητη, καθώς ο κίνδυνος που θα αντιμετωπίσουν οι Αιτητές ή άλλες εταιρείες του Ομίλου θα είναι αυτός της ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή της ολικής οικονομικής καταστροφής, καθότι το πιο πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο του Ομίλου, ο Πηγαίος Κώδικας, θα μπορούσε να μεταφερθεί περαιτέρω και/ή να αποκαλυφθεί σε άλλα τρίτα μέρη και/ή να διατεθεί στο κοινό.
Περαιτέρω, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η μόνη οδός για τους Αιτητές να λάβουν τις αιτούμενες και απαραίτητες πληροφορίες και έγγραφα, προκειμένου να εντοπίσουν με ακρίβεια όλους τους αδικοπραγούντες, να διασφαλίσουν τα δικαιώματα και τις εργασίες των Αιτητών, καθώς και να προσδιορίσουν τις ζημιές που προκλήθηκαν λόγω των παράνομων πράξεων των Καθ’ ων η Αίτηση και άλλων προσώπων.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 05/06/2026 στην συνέχιση των εκδοθέντων διαταγμάτων και στην έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων, προβάλλοντας (17) δεκαεφτά λόγους ένστασης, ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της ένστασης.
Ουσιαστικά, οι Καθ’ ων η Αίτηση, προβάλλουν ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και την συνέχιση του διατάγματος ημερομηνίας 26/03/2026. Προβάλλουν, επίσης, τη θέση ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και/ή εσκεμμένα παραπλανούν το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη προς την υπόθεση γεγονότα, τα οποία παραθέτουν. Περαιτέρω, προβάλλουν τη θέση ότι, αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα υπό στοιχείο Γ, δηλαδή το διάταγμα αποκάλυψης, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του.
Πέραν των πιο πάνω, προβάλλεται η θέση ότι οι Αιτητές αιτούνται τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην απαίτηση, χωρίς να τους έχει επιδοθεί η Αίτηση και χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, ισχυρίζονται ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με το πώς προκύπτει ή έχει υπολογιστεί το ποσό των €100.000.000 για το οποίο ζητείται η δέσμευση του.
Επιπρόσθετα, προβάλλεται η θέση ότι η εγγύηση ύψους €5.000.000 είναι ανεπαρκής και δεν καλύπτει τις ενδεχόμενες ζημιές που θα υποστεί ή έχουν υποστεί οι Καθ’ ων η Αίτηση από την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 26/03/2026.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05/06/2026 της κας Αγγελικής Χατζηκάκου, η οποία είναι η γραμματέας και υπεύθυνη του Νομικού Τμήματος των Καθ’ ων η Αίτηση.
Συνοπτικά η εκδοχή των Καθ’ ων η Αίτηση είναι η εξής:
Η παρούσα υπόθεση φαίνεται να σχετίζεται με ισχυρισμούς των Αιτητών εναντίον των πρώην ανώτερων στελεχών τους, αναφορικά με κατ’ ισχυρισμόν οικειοποίηση του Πηγαίου Κώδικα των Αιτητών και με την οποία οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε εμπλοκή και/ή γνώση για τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους Αιτητές.
Σημειώνεται, επίσης, ότι ο Πηγαίος Κώδικας των Αιτητών έχει σχεδιαστεί σε γλώσσα Angular, η οποία αποτελεί πλαίσιο ανάπτυξης διαδικτυακών εφαρμογών της Google. Αντίθετα, οι Καθ’ ων η Αίτηση χρησιμοποιούν τη γλώσσα Next.js, ένα διαφορετικό πλαίσιο ανάπτυξης. Η Angular και η Next.js βασίζονται σε διαφορετική αρχιτεκτονική και μοντέλα στοιχείων και τα στοιχεία τους δεν είναι άμεσα εναλλάξιμα.
Αποτελεί θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι δεν έχει παρουσιασθεί ίχνος άμεσης και θετικής μαρτυρίας για τη δήθεν συνωμοσία μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση και των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών, καθώς και για τα περί παραβίασης της σύμβασης ημερομηνίας 14/05/2025 μεταξύ της Ενάγουσας 2 και των Καθ’ ων η Αίτηση.
Η υπόθεση των Αιτητών εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση εδράζεται εξ’ ολοκλήρου σε εικασίες, υποθέσεις και αόριστους ισχυρισμούς, προκαλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ζημιά, δυσμενείς συνέπειες και ταλαιπωρία σε ένα εκ των άμεσων ανταγωνιστών τους, δηλαδή τους Καθ’ ων η Αίτηση. Οι Αιτητές, επιχειρούν να εξασφαλίσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μέσω του περιορισμού των δραστηριοτήτων των Καθ’ ων η Αίτηση και της απόκτησης πρόσβασης σε εμπιστευτικές πληροφορίες των πελατών τους.
Οι Αιτητές παρουσίασαν στο Δικαστήριο μια διαστρεβλωμένη και μονόπλευρη εκδοχή των γεγονότων, αποκρύπτοντας ή παραλείποντας να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου σειρά ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα:
i. Ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση αποτελούν τους ανταγωνιστές των Αιτητών και ότι η παρούσα διαδικασία δύναται να επιφέρει σημαντικές και συνεχιζόμενες δυσμενείς συνέπειες τόσο οικονομικής φύσεως όσο και σε σχέση με τον κύκλο εργασιών και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Καθ’ ων η Αίτηση.
ii. Ότι ο τερματισμός των συμφωνιών μεταξύ των Αιτητών και των Καθ’ ων η Αίτηση βασίστηκε σε λόγους κανονιστικής συμμόρφωσης και εποπτείας και επήλθε κατόπιν εκτεταμένης αλληλογραφίας και επικοινωνίας μεταξύ των μερών επί του ζητήματος (η οποία δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο). Αντιθέτως, οι Αιτητές επιχειρούν να παρουσιάσουν μια διαστρεβλωμένη και παραπλανητική εικόνα, ότι ο τερματισμός δήθεν συνδεόταν κατά κάποιο τρόπο με την κατ’ ισχυρισμόν οικειοποίηση του Πηγαίου Κώδικα των Αιτητών από τα πρώην ανώτερα στελέχη τους ή ότι αποτελούσε μέρος ενός συντονισμένου σχεδίου μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση και των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών.
iii. Ότι το Financial Conduct Authority του Ηνωμένου Βασιλείου («FCA»), εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, διεξάγει εποπτική εξέταση (supervisory inquiry) για την NaudaPay. Παράλληλα από τις 09/01/2026 η NaudaPay έχει δεσμευτεί να απέχει από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, από την αποδοχή νέων πελατών και από την αποδοχή οποιωνδήποτε νέων κεφαλαίων ή νέων πιστώσεων πελατών. Η NaudaPay έχει, επίσης, αποφασίσει να προχωρήσει σε σταδιακό τερματισμό (wind-down) των δραστηριοτήτων της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε συνάρτηση με τον εν λόγω τερματισμό (wind-down), η NaudaPay θα διαχωριστεί από τη Noda ως εμπορική επωνυμία. Επιπλέον, δεν παρέχεται οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με τους λόγους για την εν λόγω εποπτική εξέταση, γεγονός που είναι ιδιαίτερης σημασίας για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ιδίως υπό το φως των λόγων που οδήγησαν τους Καθ’ ων η Αίτηση στο τερματισμό των συμβατικών τους σχέσεων.
Όσον αφορά τον τερματισμό της συμφωνιών της NaudaPay και της Payabl. και την μείωση των εσόδων των Αιτητών, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές είναι παραπλανητικά. Ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές παραλείπουν να αναφέρουν ότι το συνολικό ετήσιο εισόδημα της Payabl. από την επιχειρηματική σχέση με τη Νoda ανερχόταν σε περίπου 4,5 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό το ποσό ούτε καν πλησιάζει στο να θεωρείται ουσιώδες, ούτε για τον ετήσιο κύκλο εργασιών της Payabl. (που κυμαίνεται περίπου στα 110 εκατομμύρια ευρώ) αλλά ούτε και για τον κύκλο εργασιών της ίδια της Noda (που η ίδια αναφέρει ότι ήταν περί τα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ).
Οι Αιτητές, επίσης, παραλείπουν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο το πολύ σημαντικό γεγονός, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση είχαν εύλογους και νόμιμους λόγους για τον τερματισμό των υπηρεσιών τους, οι οποίοι δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με οποιαδήποτε κατ’ ισχυρισμόν συνωμοσία ή οικειοποίηση του Πηγαίου Κώδικα.
Μερικές από τις συμφωνίες αρχικά αναστάληκαν (κατά ή περί την 04/12/2025) αλλά στη συνέχεια, όλες οι συμφωνίες εν τέλει τερματίστηκαν (κατά ή περί την 18/12/2025), γεγονός που οι Αιτητές παραλείπουν να αποκαλύψουν. Η αναστολή και ο μεταγενέστερος τερματισμός επήλθε ως αποτέλεσμα μιας εκτεταμένης διαδικασίας των Καθ’ ων η Αίτηση, η οποία άρχισε τον Οκτώβριο του 2025 και αφορούσε ζητήματα ρυθμιστικής συμμόρφωσης και εποπτείας. Παρόλο που οι Αιτητές επισυνάπτουν μια μόνο επιστολή επί του ζητήματος αυτού ως τεκμήριο 29, παραλείπουν να επιστήσουν ειδικά την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός αυτό καθώς και να παράσχουν πλήρη πληροφόρηση αναφορικά με το σύνολο της σχετικής αλληλογραφίας. Με αυτό τον τρόπο παρουσίασαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα, τόσο ως προς τη διαδικασία που ακολουθήσαν οι Καθ’ ων η Αίτηση, όσο και ως προς τους λόγους τερματισμού της συμβατικής σχέσης των μερών.
Αναφέρονται στην ένορκη δήλωση τα γεγονότα και αλληλογραφία που προηγήθηκαν του τερματισμού. Στην ουσία, αναφέρεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση αποφάσισαν, λόγω κανονιστικής συμμόρφωσης, να τερματίσουν τις υπηρεσίες τους προς την NaudaPay και απέστειλαν σχετικές επιστολές τερματισμού με τις οποίες ενημέρωναν για τον τερματισμό της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και των Συμφωνιών ημερομηνίας 23/12/2024 και 15/01/2025. Επιπλέον, στις 18/12/2025 οι Καθ’ ων η Αίτηση απέστειλαν επιστολή στη NaudaPay με την οποία τερμάτισαν τη συμφωνία ημερομηνίας 27/05/2025 βάσει του όρου 10.2 αυτής, ο οποίος προέβλεπε ότι κάθε μέρος είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία χωρίς αιτία, κατόπιν προηγούμενης ειδοποίησης 60 ημερών.
Οι πιο πάνω επιστολές δεν επισυνάπτονται ως ξεχωριστά τεκμήρια και ουσιαστικά είναι κρυμμένες μέσα σε εκατοντάδες σελίδες άλλων τεκμηρίων και δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Αυτό δεν συνιστά πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης εκ μέρους των Αιτητών.
Περαιτέρω και σε σχέση με τα προβλήματα της NaudaPay στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτά αναφέρονται επιδερμικά στην Αίτηση και κατά τρόπο παραπλανητικό. Οι Αιτητές, επίσης, παραλείπουν να αποκαλύψουν ότι η NaudaPay έχει προβεί σε τερματισμό των εργασιών της στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι δεσμεύτηκε να απέχει από την παροχή υπηρεσιών. Επίσης, οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι υπήρξαν δημοσιεύματα στην αγορά του Ηνωμένο Βασιλείου που ανάφεραν ότι ο κ. Volkov συνδέεται και/ή ελέγχει τον Όμιλο Νoda, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε δηλωθεί ως συνδεδεμένο πρόσωπο σε σχετικές δηλώσεις προς τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Οι πιο πάνω πληροφορίες είναι ουσιωδώς σχετικές ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, εφόσον παρουσιάζεται η εικόνα από τους Αιτητές ότι η δραματική πτώση σε συναλλαγές από εμπόρους που συνεργάζονταν με τον Όμιλο Noda από τον Νοέμβριο του 2025 και έπειτα προκλήθηκε από την κατ’ ισχυρισμό οικειοποίηση του Πηγαίου Κώδικα. Παρόλα αυτά η εποπτική εξέταση πιθανότητα από μόνη της θα προκαλούσε δραματική πτώση στις συναλλαγές.
Επιπρόσθετα, οι Αιτητές συνδέουν την καλούμενη δραματική πτώση των εσόδων του Ομίλου Noda με την αναστολή παροχής υπηρεσιών από την Payabl. την 04/12/2025. Από την μαρτυρία, όμως, των ίδιων των Αιτητών φαίνεται ότι η πτώση ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2025 και συνέχισε (πιο έντονα) τον Νοέμβριο του 2025, περίοδο εντός της οποίας η Payabl. ακόμη παρείχε τις υπηρεσίες της στην NaudaPay. Περαιτέρω, αν κάποιος εξετάσει τον κύκλο εργασιών της NaudaPay με το αντίστοιχο εισόδημα της Payabl. από τη NaudaPay, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ισχύσει.
Η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι ότι η πτώση στα έσοδα των Αιτητών συνάδει και δικαιολογείται πλήρως από τα προβλήματα κανονιστικής συμμόρφωσης που προέκυψαν, παρά από την ατεκμηρίωτη θεωρία συνωμοσίας των Αιτητών.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση, επίσης, ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν με σαφήνεια στο Δικαστήριο ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι, στην πραγματικότητα, άμεσοι ανταγωνιστές των Αιτητών.
Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς των Αιτητών, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση βοήθησαν στην οποιαδήποτε συμφωνία και/ή συνωμότησαν εναντίον τους. Η παρούσα απαίτηση καταχωρήθηκε με αλλότριο σκοπό, δηλαδή να χρησιμοποιηθεί η δικαστική διαδικασία εναντίον ανταγωνιστή, σε στοχευμένη προσπάθεια πρόκλησης ζημιάς, εξόδων, διατάραξης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και βλάβης στη φήμη των Καθ’ ων η Αίτηση, με ταυτόχρονη προσπάθεια απόκτησης πρόσβασης σε εμπιστευτικές πληροφορίες των Καθ’ ων η Αίτηση.
Επιπλέον, το αιτητικό Γ, εάν εκδοθεί, θα επιβάλει στους Καθ’ ων η Αίτηση υποχρέωση να παράσχουν εμπιστευτικές και ευαίσθητες πληροφορίες για τους πελάτες και συνεργάτες τους, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό, χρηματικά υπόλοιπα λογαριασμών, εσωτερική αλληλογραφία με τους πελάτες τους, καθώς και αντίγραφα συμφωνιών με πελάτες, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τους όρους των επιχειρηματικών τους σχέσεων με τρίτους.
Όσον αφορά την επιστολή ημερομηνίας 16/01/2026 που απεστάλη προς τους Αιτητές από τα πρώην ανώτερα στελέχη τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, κατ’ ουσία ισχυρίζονται ότι ακολούθησε συμπτωματικά την επιστολή των Αιτητών ημερομηνίας 08/01/2026 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση ή ενδεχομένως να τους την γνωστοποίησε κάποιος εντός της Noda.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται, ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η παρούσα Ενδιάμεση Αίτηση, οι Αιτητές καταχώρισαν και μια Αίτηση που φαίνεται να είναι παρόμοιας φύσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατά του κ. Loktev, της κας Tenca και της κας Gavarane, προσωπικά. Επίσης, οι Αιτητές (όπως και οι δικηγόροι τους, όταν το διάταγμα είχε αρχικά οριστεί επιστρεπτέο και σε μεταγενέστερες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου), παρέλειψαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο για την έκδοση μονομερούς διατάγματος στην εν λόγω διαδικασία. Με το εν λόγω διάταγμα ο κίνδυνος των Αιτητών περιοριζόταν σημαντικά, αν όχι εξαλειφόταν και το γεγονός αυτό ενδεχομένως να έκλινε τη ζυγαριά υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και/ή τα διατάγματα εναντίον τους θα ήταν περιττά.
Επίσης, αν αποκαλύπτονταν τα πιο πάνω, δεν θα υπήρχε λόγος για έκδοση του διατάγματος φίμωσης αφού ήδη τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών είχαν ήδη ενημερωθεί για τις διαδικασίες εναντίον τους.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί παράβασης του όρου της συμφωνία για μη απόσπαση πελατών τους από τους Καθ’ ων η Αίτηση, αυτοί αναφέρονται μόνο σε ένα πελάτη, την Friolion Limited, η οποία, όμως, ήταν πελάτης των Καθ’ ων η Αίτηση πολύ πιο πριν από την ημερομηνία της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και συγκεκριμένα από τις 08/06/2021.
Επίσης, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προσέγγισαν ενεργά, προσέλκυσαν ή απέσπασαν τη Friolion Limited και/ή οποιονδήποτε από τους πελάτες των Αιτητών.
Ούτε έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να τεκμηριώνει την κατ’ ισχυρισμό συνωμοσία των Καθ’ ων η Αίτηση για την κλοπή του Πηγαίου Κώδικα ή ότι βοηθούν τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών στη σύσταση ανταγωνιστικής εταιρείας.
Η δε ισχυριζόμενη μαζική παραίτηση των υπαλλήλων των Αιτητών, από την μαρτυρία που οι ίδιοι οι Αιτητές έχουν προσφέρει, προκύπτει να καταρρίπτεται, αφού φαίνεται να αποτελούσαν απολύσεις και όχι παραιτήσεις.
Το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση εμφανίζονται σε πληρωμές πρώην πελάτη των Αιτητών, όπου φέρονται να υπάρχουν ομοιότητες στον πηγαίο κώδικα που χρησιμοποιείται, δεν μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση είχαν οποιαδήποτε γνώση ή εμπλοκή σε οποιαδήποτε κατ’ ισχυρισμό οικειοποίηση. Δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να ελέγχει τον πηγαίο κώδικα κάθε οντότητας σε μια αλυσίδα πληρωμών.
Οι Εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που παρουσιάζονται από τους Αιτητές σε καμία περίπτωση συνδέουν τους Καθ’ ων η Αίτηση με την κλοπή του πηγαίου κώδικα ή ότι είχαν γνώση. Το γεγονός, επίσης, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση επεξεργάστηκαν πληρωμή για έμπορο που προηγουμένως χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της Noda (τον JooCasino) είναι απολύτως συμβατό με μια καθ’ όλα νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα με δίκαιους εμπορικούς όρους (arm’s length).
Πέραν των πιο πάνω, εξηγείται ο τρόπος εμπλοκή των Καθ’ ων η Αίτηση στην αλυσίδα πληρωμών και γιατί οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν βλέπουν κανένα κώδικα, κανένα σύστημα και κανένα domain που εμπλέκεται σε αυτήν.
Oι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση κανενός από τα αιτούμενα διατάγματα. Επίσης, αναφορά γίνεται στην Αγγλική Διαδικασία την οποία οι Αιτητές στην παρούσα καταχώρησαν εναντίον του κ. Kristapas Zips (CEO και διευθυντή της Payabl. (UK) Limited (θυγατρική των Καθ’ ων η Αίτηση) και της Payabl (UK) Limited.
Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Α. Χατζηκάκου ημερομηνίας 17/07/2026 γίνεται αναφορά στα ενδιάμεσα διατάγματα που ζητούνταν στην Αγγλική Διαδικασία, εναντίον των πιο πάνω αναφερόμενων Εναγόμενων – Καθ’ ων η Αίτηση, τα οποία είναι παρόμοια με τα διατάγματα που ζητούνται με την παρούσα Αίτηση και στην Αγγλική Απόφαση που εκδόθηκε.
Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η Αίτηση αναφέρουν ότι στις 09/07/2026 εκδόθηκε Αγγλική Απόφαση με την οποία απέρριψε την Αίτηση των Αιτητών εναντίον των εκεί Καθ’ ων η Αίτηση, παραθέτοντας τους λόγους, οι οποίοι κατά τους Καθ’ ων η Αίτηση είναι άμεσα σχετικοί στην υπό κρίση Αίτηση.
Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές προχώρησαν και ενημέρωσαν τράπεζες και άλλους συνεργάτες των Καθ’ ων η Αίτηση, τόσο στη Κύπρο όσο και στο εξωτερικό για την παρούσα διαδικασία ενώ οι Καθ’ ων η Αίτηση δεσμεύονται με διάταγμα φίμωσης, κάτι που καταδεικνύει ότι η παρούσα διαδικασία εγέρθηκε και προωθείται από τους Αιτητές με αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα με σκοπό την πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά και ζημιάς στη φήμη σε ένα ανταγωνιστή τους.
Η ακρόαση της παρούσας αίτησης έγινε κατά κύριο λόγο στη βάση γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές καταθέσαν στο Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των διαδίκων, είχαν, επίσης, την ευκαιρία να αγορεύσουν, περιορισμένα, και προφορικά. Οι αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να προβώ σε αναφορά σε αυτές. Αναφορά στις θέσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω και όπου κρίνεται απαραίτητο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω)).
H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.
Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην 1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. 1. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους – ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».
Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της και κατά πόσο πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και της νομολογίας έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης και/ή έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
Προτού το πράξω, όμως, θα εξετάσω το λόγο ένστασης που προβάλλουν με την ένσταση τους οι Καθ’ ων η Αίτηση, ότι δηλαδή υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
Είναι νομολογημένο ότι ο αιτητής, όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α (2000) 1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd, (2009) 1A A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α., (2011) 1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. V Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε:
«……….Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited v Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ’ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.»
Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι.
Έχω διεξέλθει ολόκληρης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και έλαβα υπόψη μου τις θέσεις των συνηγόρων των Καθ’ ων η Αίτηση, όπως αναπτύσσονται στην γραπτή τους αγόρευση, σε σχέση με το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή στοιχείων ή της παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Είναι γεγονός ότι οι Αιτητές με την μαρτυρία που παρουσίασαν κατά το μονομερές στάδιο παρουσίασαν την εικόνα και την εκδοχή ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση συνωμότησαν με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών, στο να κλέψουν τον πηγαίο κώδικα των Αιτητών και να δημιουργήσουν ανταγωνιστική επιχείρηση προκαλώντας τους ζημιές. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση επέδειξαν ανοχή και/ή αδράνεια στις πιο πάνω ενέργειες των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών και/ή συνεργάστηκαν μαζί τους και συνεργάζονται μαζί τους ή με τις ανταγωνιστικές οντότητες που προκύπτει, κατ’ ισχυρισμόν, να χρησιμοποιούν τον πηγαίο τους κώδικα. Περαιτέρω, οι Αιτητές αποδίδουν στους Καθ’ ων η Αίτηση ότι παράβηκαν όρο της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών που είχαν με τους Αιτητές και συγκεκριμένα αυτό που απαγορεύει να αποσπά πελάτες των Αιτητών στη διάρκεια των 12 μηνών μετά τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας και ότι στην ουσία εντοπίστηκαν οι Καθ’ ων η Αίτηση στην αλυσίδα πληρωμών που αφορά μια εταιρεία, την Friolion, πελάτη των Αιτητών.
Η πιο πάνω εκδοχή, όπως μπορεί να διακριθεί από τα γεγονότα που έχω παραθέσει ανωτέρω, στηρίζεται στο γεγονός, ότι περί τον Νοέμβριο του 2025 τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών μαζί με αριθμό άλλων στελεχών και υπαλλήλων αποχώρησαν από τους Αιτητές, στο ότι τον Δεκέμβριο του 2025 οι Καθ’ ων η Αίτηση τερμάτισαν την Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών με τους Αιτητές και άλλες Συμφωνίες συνεργασίας που είχαν και ότι ο κύκλος εργασιών των Αιτητών κατά τους μήνες Νοέμβριο του 2025 και Δεκέμβριο του 2025 μειώθηκε δραματικά. Περαιτέρω, στηρίζουν την συνωμοσία των πρώην ανώτερων στελεχών με τους Καθ’ ων η Αίτηση στο γεγονός ότι τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 16/01/2026 προς τους Αιτητές, μετά που οι τελευταίοι είχαν αποστείλει στις 08/01/2026 επιστολή προς τους Καθ’ ων η Αίτηση, ισχυριζόμενοι ότι αυτό δεν ήταν τυχαίο και ότι την εν λόγω επιστολή την διαβίβασαν στα πρώην ανωτέρα στελέχη των Αιτητών οι Καθ’ ων η Αίτηση.
Στην βάση των πιο πάνω γεγονότων και των όσων με λεπτομέρεια αναφέρεται στην μαρτυρία των Αιτητών, το Δικαστήριο βασίστηκε και εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα υπό στοιχεία Α, Β, ΣΤ και Ζ, ως ανωτέρω αναφέρθηκε.
Με την ένσταση και τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση, η οποία να σημειωθεί παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αναπάντητη αφού οι Αιτητές ενώ είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν το έπραξαν, αναδείχθηκαν τα κάτωθι:
Ότι ο τερματισμός των Συμφωνιών της NaudaPay και της Payabl. τον Δεκέμβριο του 2025 δεν έγινε ξαφνικά και άνευ λόγου, όπως αφήνεται να νοηθεί στην Αίτηση και/ή ότι αυτός συνδέεται με την αποχώρηση των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών. Προκύπτει από την ένσταση, ότι πριν από τον τερματισμό των εν λόγω Συμφωνιών, προηγήθηκε η αναστολή τους και προηγουμένως υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ των μερών, η οποία ξεκίνησε από τον Οκτώβριο του 2025. Με την εν λόγω αλληλογραφία, όπως αυτή φαίνεται στα τεκμήρια 4 – 8 της ένορκης δήλωσης της ένστασης, οι Αιτητές ζητούσαν διευκρινήσεις για την πρόσφατη αλλαγή στους διευθυντές της NaudaPay καθώς επίσης ζητούσαν περισσότερα έγγραφα (KYC) και πληροφορίες, όταν στα πλαίσια ελέγχου συμμόρφωσης οι Καθ’ ων η Αίτηση εντόπισαν ανησυχητικά στοιχεία και ύποπτες συναλλαγές. Στα πλαίσια αυτής της αλληλογραφίας, αποκαλύφθηκε ότι η εποπτική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου (FCA), εξέταζε τη NaudaPay σε σχέση με την επιχειρηματική παρουσία της στο Ηνωμένο Βασίλειο και το πλαίσιο συμμόρφωσης της στην εν λόγω δικαιοδοσία. Επειδή η ΝaudaPay δεν έδωσε πλήρη πληροφόρηση για τα ζητήματα αυτά ακολούθησε η αναστολή ορισμένων συμφωνιών των μερών και στη συνέχεια ο τερματισμός όλων των συμφωνιών.
Η πιο πάνω αλληλογραφία δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο και/ή δεν έγινε αναφορά σε αυτήν στην ένορκη δήλωση των Αιτητών, ως έπρεπε να γίνει (βλ. Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd κ.α. (1996) 1 A.A.Δ. 597). Παρόλο που επισυνάπτεται ως τεκμήριο η επιστολή των δικηγόρων των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 22/01/2026, εντούτοις και πάλι δεν επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο της. Παρά μόνο αναφέρεται ότι σε αυτή περιλαμβάνεται η απάντηση των Καθ’ ων η Αίτηση στην επιστολή των Αιτητών ημερομηνίας 08/01/2026, η οποία όμως, αναφέρουν, είναι αδιάφορη και δεν απαντά στο ερώτημα τους κατά πόσο συνεργάζονται με τα πρώην ανώτερα στελέχη τους.
Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από την ένσταση ότι η NaudaPay αντιμετώπιζε προβλήματα με την εποπτική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου και ήταν αντικείμενο εξέτασης από την εν λόγω αρχή. Στην μαρτυρία των Αιτητών δεν γίνεται λεπτομερής αναφορά για την εν λόγω εξέταση και ότι στο τέλος η NaudaPay έχει προβεί σε τερματισμό των εργασιών της στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. τεκμήριο 11 της ένορκης δήλωσης της ένστασης). Ούτε αποκαλύπτουν ότι υπήρχαν για αυτήν δυσμενή δημοσιεύματα στο Ηνωμένο Βασίλειο που ανάφεραν ότι κάποιος κύριος Volkov συνδέεται ή ελέγχει τον Όμιλο Νoda (βλ. τεκμήρια 12 Α – 12 ΣΤ της ένορκης δήλωσης της ένστασης). Το μόνο που αναφέρεται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι ότι η NaudaPay και το FCA συμφώνησαν να σταματήσει προσωρινά την ένταξη νέων πελατών και να μην δέχεται ή να διευκολύνει νέες συναλλαγές πληρωμών ή κεφάλαια. Η θέση του ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση είναι ότι δεν πιστεύει ότι είναι αυτός ο λόγος που μειώθηκε ο κύκλος εργασιών των Αιτητών.
Περαιτέρω, προκύπτει οι Αιτητές να παρουσιάζουν την Payabl. ως προμηθευτή τους ενώ εκείνο το οποίο με σαφήνεια προκύπτει από την ένσταση είναι ότι στην ουσία είναι μια ανταγωνιστική εταιρεία. Τούτο προκύπτει και από τις ίδιες τις συμφωνίες των μερών.
Επιπρόσθετα, οι Αιτητές επικαλούνται την επιστολή ημερομηνίας 16/01/2026 που έλαβαν από τα πρώην ανώτερα στελέχη τους, ότι αυτή λήφθηκε σε συνέχεια της επιστολής τους ημερομηνίας 08/01/2026 που απευθύνθηκε, όμως, προς τους Καθ’ ων η Αίτηση και άρα, αποκαλύπτει συνεργασία μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση και των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών και ότι συμπεραίνεται ότι είναι οι Καθ’ ων η Αίτηση που τους ενημέρωσαν για την επιστολή ημερομηνίας 08/01/2026. Αυτό σημειώνουν στην μαρτυρία τους οι Αιτητές. Τούτο, όμως, δεν θα μπορούσε ακριβώς να είναι ορθό αφού φαίνεται η επιστολή ημερομηνίας 16/01/2026 να αναφέρεται σε προηγούμενη αλληλογραφία, η οποία δεν αποκαλύφθηκε και ούτε διευκρινίστηκε κατά πόσο υπήρχε τέτοια αλληλογραφία μεταξύ τους.
Κρίνω ότι τα πιο πάνω γεγονότα έπρεπε να αποκαλυφθούν από τους Αιτητές κατά το μονομερές στάδιο και/ή τουλάχιστον έπρεπε να παρουσιαστεί μια πιο ορθή και δίκαιη εικόνα των γεγονότων. Ειδικότερα, έπρεπε να επιστηθεί η προσοχή του Δικαστηρίου στο ιστορικό που οδήγησε στο τερματισμό των συμφωνιών και στην προηγηθείσα αλληλογραφία. Επίσης, έπρεπε να εξηγηθεί και να επιστηθεί η προσοχή του Δικαστηρίου στα προβλήματα που η NaudaPay αντιμετώπιζε στο Ηνωμένο Βασίλειο και που την οδήγησαν στην αναστολή των εργασιών της.
Τα πιο πάνω γεγονότα ήταν ουσιώδεις και σημαντικά για την υπόθεση και την κρίση του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο καθότι είναι άμεσα σχετικά και συνυφασμένα με τους λόγους τερματισμού των συμφωνιών αλλά και με την πτώση του κύκλου εργασιών των Αιτητών. Σχετικό με το τελευταίο είναι και το γεγονός το οποίο αποκαλύπτεται με την μαρτυρία των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι δηλαδή το συνολικό ετήσιο εισόδημα της Payabl. από την επαγγελματική σχέση της με τη Νoda ανερχόταν σε περίπου 4,5 εκατομμύρια ευρώ. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των Αιτητών και στο οποίο αναφέρονται οι συνήγοροι των Καθ’ ων η Αίτηση, ο ετήσιος κύκλος εργασιών των Αιτητών θα πρέπει να ήταν γύρω στα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Κατά συνέπεια, ενδεχομένως η μείωση του κύκλου εργασιών των Αιτητών να μην οφειλόταν στο τερματισμό της συνεργασίας με τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Όλα τα πιο πάνω γεγονότα ήταν κρίσιμα και έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή τουλάχιστον με την απαραίτητη σαφήνεια για να ήταν σε θέση να διαμορφώσει την κρίση του. Κρίση στο κατά πόσο οι Καθ’ ων η Αίτηση τερμάτισαν τις συμφωνίες με τους Αιτητές με σκοπό να συνεργαστούν με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών τα οποία κατά αυτούς έκλεψαν τον πηγαίο τους κώδικα και δημιούργησαν ανταγωνιστική εταιρεία και κατά πόσο συνέβαλαν και/ή συνωμότησαν με αυτούς προς αυτή την κατεύθυνση και προκάλεσαν ζημιές στους Αιτητές. Επίσης, έπρεπε να δοθούν στοιχεία ή απάντηση στο κατά πόσο υπήρχε άλλη αλληλογραφία που προηγήθηκε με τα πρώην στελέχη των Αιτητών, εκτός από την επιστολή ημερομηνίας 08/01/2026 που απευθύνθηκε στους Καθ’ ων η Αίτηση.
Αν όλα τα πιο πάνω είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, με τον τρόπο που εξηγήθηκε ανωτέρω ενδεχομένως η κρίση του για την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων μονομερώς να ήταν διαφορετική. Σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές, κρίνω ότι δεν έχουν παρουσιάσει τα γεγονότα με ορθό και δίκαιο τρόπο και/ή απέκρυψαν γεγονότα και/ή τα παρουσίασαν με τρόπο μονόπλευρο και μη ισοζυγισμένο.
Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, οι Αιτητές, ενώ είχαν εξασφαλίσει την ίδια ημέρα διατάγματα εναντίον των πρώην ανώτερων στελεχών τους, ουδέποτε ενημέρωσαν το Δικαστήριο για το γεγονός αυτό και/ή έφεραν σε γνώση του λεπτομέρειες των εν λόγω διαταγμάτων, κάτι το οποίο όφειλαν να είχαν πράξει. Αντιθέτως, προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας να επέμεναν στο διάταγμα φίμωσης ενώ ταυτόχρονα να ενημέρωναν τράπεζες και συνεργάτες των Καθ’ ων η Αίτηση για την παρούσα υπόθεση, χωρίς οι τελευταίοι να είναι σε θέση να απαντήσουν.
Στην βάση των πιο πάνω και μόνο, τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και ακυρώνονται.
Πέραν των πιο πάνω, η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί και σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά, τα οποία δεν εκδόθηκαν μονομερώς και να κριθεί κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Θα προχωρήσω να εξετάσω λοιπόν την Αίτηση και επί της ουσίας της. Στα πλαίσια αυτά και άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξης του, θα εξεταστούν και τα εκδοθέντα διατάγματα, για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε κριθεί λανθασμένη.
Κατά την καταχώρηση της επίδικης Αίτησης, υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει μόνο το Έντυπο Απαίτησης χωρίς την Έκθεση Απαίτησης. Σημειώνεται ότι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική Αίτηση των Αιτητών για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση.
Για σκοπούς εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχω διεξέλθει του Εντύπου Απαίτησης και έχω μελετήσει την Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και στη βάση των εκεί ισχυρισμών τους, κρίνω ότι οι Αιτητές αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και καλή βάση αγωγής. Ειδικότερα, προκύπτει ότι οι Αιτητές επικαλούνται την ιδιοκτησία των πνευματικών δικαιωμάτων του πηγαίου κώδικα τους και ότι τα πρώην ανώτερα στελέχη τους, έκλεψαν ή αντέγραψαν τον εν λόγω πηγαίο κώδικα, δημιούργησαν ανταγωνιστική επιχείρηση προκαλώντας ζημιές στους Αιτητές. Γίνεται αναφορά στις θέσεις που τα εν λόγω πρόσωπα κατείχαν στο Όμιλο των Αιτητών, στις μεταξύ τους συμφωνίες και στην αποχώρηση τους από τον Όμιλο, παραβαίνοντας το καθήκον εμπιστευτικότητας που είχαν και τις υποχρεώσεις τους ως διευθυντές και/ή ανώτερα στελέχη του Ομίλου.
Επίσης, γίνεται αναφορά από τους Αιτητές και έχει παρουσιαστεί επιστημονική μαρτυρία ότι η Fliolion και η Soft2bet, εταιρείες πελάτες των Αιτητών χρησιμοποιούν νέο πάροχο πληρωμών ο οποίος λειτουργεί με το domain paybybanks.net, η αρχιτεκτονική του οποίου είναι παρόμοια με αυτή των Αιτητών και ότι πίσω από αυτό και domain και sub-domains, τα οποία αναφέρονται , συμπεραίνεται ότι βρίσκονται τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών.
Αναφορικά με τους Καθ’ ων η Αίτηση, τους αποδίδεται ότι συνέργησαν και/ή συνωμότησαν και/ή επέδειξαν ανοχή ή αδράνεια στις πράξεις και ενέργειες των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών. Οι Αιτητές, επίσης, αποδίδουν στους Καθ’ ων η Αίτηση παράβαση της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και συγκεκριμένα του όρου 10 που αναφέρεται στην μη απόσπαση πελατών των Αιτητών στην περίοδο των 12 μηνών μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας. Οι Αιτητές, ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση τερμάτισαν τις συμφωνίες μαζί τους το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα με αυτό της αποχώρησης των πρώην ανώτερων στελεχών τους και ότι άρχισαν να συνεργάζονται μαζί τους ή με τις οντότητες που δημιούργησαν χρησιμοποιώντας την πηγαίο κώδικα των Αιτητών.
Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων και των όσων προκύπτουν από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, προκύπτει οι Αιτητές να επικαλούνται την παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων της από τα πρώην ανώτερα στελέχη τους με συνέργεια και/ή συνωμοσία με τους Καθ’ ων η Αίτηση και την παραβίαση της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών από τους Καθ’ ων η Αίτηση αφού εντοπίστηκε στην αλυσίδα πληρωμών ένας πελάτης των Αιτητών.
Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί, όπως παρουσιάζονται, καταδεικνύουν αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα. Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ.21.3.19).
Ειδικότερα και σε σχέση με την αιτία αγωγής που αφορά την παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων των Αιτητών, τούτα προκύπτει να προστατεύονται από τις πρόνοιες του Νόμου 59/1976. Στο Άρθρο 3(1) του Νόμου γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα πνευματικά δικαιώματα που ο Νόμος καλύπτει, περιλαμβανομένων των πνευματικών δικαιωμάτων σε φιλολογικά έργα, συµπεριλαµβανοµένων των προγραµµάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και βάσεις δεδομένων. Το Άρθρο 7Β του Νόμου καλύπτει, ειδικά, την πνευματική ιδιοκτησία επί προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το Άρθρο 7Β(1) αναφέρει ότι «Προστατεύονται κατά τον παρόντα Νόµο ως φιλολογικά έργα τα προγράµµατα ηλεκτρονικών υπολογιστών συµπεριλαµβανοµένου του προπαρασκευαστικού υλικού του σχεδιασµού των, υπό τη µόνη προϋπόθεση ότι είναι προσωπικά πνευµατικά δηµιουργήµατα του δηµιουργού τους, ή επί έργων κοινής δηµιουργίας των δηµιουργών τους, και όχι αντιγραφή ήδη υπάρχοντος προγράµµατος ή προσχεδίου προγράµµατος.» ενώ το Άρθρο 7Β(2) αναφέρει ότι «Η προστασία σύµφωνα µε τον παρόντα Νόµο ισχύει για κάθε µορφή εκφράσεως ενός προγράµµατος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Οι ιδέες και οι αρχές, στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προγράµµατος ηλεκτρονικού υπολογιστή, περιλαµβανοµένων και εκείνων, στις οποίες βασίζονται τα συστήµατα διασυνδέσεώς του, δεν προστατεύονται µε δικαιώµατα πνευµατικής ιδιοκτησίας.»
Περαιτέρω, το Άρθρο 7Γ του Νόμου καλύπτει τα πνευματικά δικαιώματα επί της βάσης δεδομένων και το Άρθρο 7Ε ορίζει σε τί συνίσταται η παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων η οποία περιλαμβάνει την «(α) Αφαίρεση ή τροποποίηση οποιωνδήποτε ηλεκτρονικών πληροφοριών για τη διαχείριση δικαιωµάτων χωρίς εξουσιοδότηση (β) διανοµή, εισαγωγή για διανοµή, εκποµπή ή µετάδοση στο κοινό, χωρίς εξουσιοδότηση, έργων ή αντιτύπων έργων γνωρίζοντας ότι οι ηλεκτρονικές πληροφορίες για τη διαχείριση δικαιωµάτων έχουν αφαιρεθεί ή τροποποιηθεί χωρίς εξουσιοδότηση.»
Το Άρθρο 13 του Νόμου, προνοεί για τις προσβολές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αγωγής του ιδιοκτήτη του.
Παραπέμπω, επίσης, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) Case C-159/23 SONY COMPUTER ENTERTAINMENT EUROPE LTD v. DATEL DESIGN AND DEVELOPMENT LTD κ.α , Απόφαση ημερ. 17/10/2024 στην οποία κατ’ ουσία γίνεται αναφορά στην προστασία του πηγαίου κώδικα που βρίσκεται πίσω από κάθε λογισμικό και η αρχιτεκτονική του.
Όσον αφορά την αιτία αγωγής για παραβίασης σύμβασης και/ή της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών, αυτή εμπίπτει στο δίκαιο των Συμβάσεων και το Άρθρο 73(1) του Κεφ.149 παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεων στο αναίτιο μέρος.
Η αιτία αγωγής που αφορά την συνομωσία για εξαπάτηση των Αιτητών και πρόκλησης ζημιάς, αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα. Στην Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24 υποδείχτηκε ότι η «συνομωσία» συνιστά ξεχωριστή βάση αγωγής για δόλο και η διάπραξη της αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα με συστατικά στοιχεία. Έγινε αναφορά στην Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009)1(A) A.Α.Δ.25, στην πιο πάνω υπόθεση και λέχθηκαν και τα εξής:
«εφόσον το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο, τότε δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και των νομολογηθέντων στην Paikkos v. Kontemeniotis (1989)1 C.L.R.50, ισχύει και στην Κύπρο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Σύμφωνα με τον Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:
"697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."
Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, γίνεται επίσης παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts αναφορικά με τη συνωμοσία. Στην 24η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, του 2023 παρατίθεται ανάλυση της εξέλιξης του κοινοδικαίου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των αστικών αδικημάτων που περιγράφονται ως «economic torts».
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, ανωτέρω, η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed v. Veitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).»
Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τα πιο πάνω και τις δικογραφημένες θέσεις και/ή τους ισχυρισμούς των Αιτητών, όπως προβάλλονται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, κρίνω ότι οι Αιτητές αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση και πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.
Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου, έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον μου από την πλευρά των Αιτητών, μέσω της ένορκης δήλωσης και τεκμηρίων σε συνάρτηση και συσχετισμό πάντοτε με τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση, όπως αυτοί προβάλλονται με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση τους.
Επαναλαμβάνω, ότι στο στάδιο αυτό εξετάζεται η μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτή φυσικά να αξιολογείται και αποφασίζεται κατά πόσο είναι τέτοια που καταδεικνύει πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1858). Παραπέμπω, επίσης, στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκε ότι η έννοια "πιθανότητας" (probability) στην επιφύλαξη του άρθρου 32(1) απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Αναφέρεται δε το εξής απόσπασμα στη σελίδα 569:-
"The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.).
"A probability", in the context of the proviso to s. 32(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.".
Διευκρινίζεται, όμως, πως η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία με μια προκαταρκτική αξιολόγηση να καταδεικνύονται σοβαρές ενδείξεις για ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας.
Στην παρούσα περίπτωση και αφού έλαβα υπόψη μου τις πιο πάνω αιτίες αγωγής των Αιτητών και αφού έχω διεξέλθει ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και χωρίς φυσικά τούτη να αξιολογείται, έχω καταλήξει ότι δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αγωγής για τους λόγους που θα αναφέρω κατωτέρω.
Συγκεκριμένα, οι Αιτητές επικαλούνται την παραβίαση των πνευματικών τους δικαιωμάτων από τα πρώην ανώτερα στελέχη τους και την κλοπή ή αντιγραφή του πηγαίου τους Κώδικα. Παρουσιάζονται Εκθέσεις εμπειρογνωμόνων, που για σκοπούς του σταδίου αυτού, καταδεικνύουν ότι συγκεκριμένες οντότητες φαίνεται να χρησιμοποιούν πηγαίο κώδικα ο οποίος παρουσιάζει ομοιότητες με τον πηγαίο κώδικα των Αιτητών. Δεν είναι για το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο όντως τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών έκλεψαν ή αντέγραψαν τον πηγαίο τους κώδικα. Με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, όμως, και για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, φαίνεται να έχω ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό το οποίο, για χάριν συζήτησης υποστηρίζει τους ισχυρισμούς των Αιτητών.
Από εκεί και πέραν, οι Αιτητές όφειλαν να προσκομίσουν συγκεκριμένη μαρτυρία, χωρίς φυσικά αυτή να αξιολογείται, η οποία να στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς τους περί συνωμοσίας και συνέργειας των Καθ’ ων η Αίτηση με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών. Οι ισχυρισμοί για το ζήτημα αυτό, όπως μπορεί να διακριθεί από την μαρτυρία των Αιτητών, είναι συμπερασματικοί και δεν βασίζονται σε άμεση μαρτυρία.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, επικαλούνται κατ’ ουσία τρία σημαντικά γεγονότα από τα οποία οι Αιτητές συνάγουν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση συνωμότησαν ή συνεργάστηκαν με τα πρώην ανώτερα στελέχη τους. Δηλαδή, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι Καθ’ ων η Αίτηση τερμάτισαν τις συμφωνίες συνεργασίας που είχαν με του Αιτητές και το οποίο συνέπεσε με αυτό της αποχώρησης των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών, την δραματική μείωση του κύκλου εργασιών των Αιτητών κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2025 και την απάντηση των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών στις 16/01/2026, αφού προηγήθηκε η επιστολή των Αιτητών ημερομηνίας 08/01/2026 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση. Επίσης, οι Αιτητές επικαλούνται τον εντοπισμό των Καθ’ ων η Αίτηση στην αλυσίδα πληρωμών επιχειρήσεων μέσω παρόχων που φαίνεται να εντοπίστηκαν στοιχεία στο domain τους που προσομοιάζουν με τον πηγαίο τους κώδικα των Αιτητών.
Οι Αιτητές βασιζόμενοι στα πιο πάνω, κατ’ ουσία, γεγονότα συμπεραίνουν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση συνωμότησαν ή συνέργησαν ή έστω ανέχτηκαν τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών με σκοπό να τους προκαλέσουν ζημιά.
Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ή έστω μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση σχετίζονται με τα πρώην ανώτερα στελέχη ή οποιαδήποτε άλλη αλληλογραφία με την οποία να προκύπτει συνεργασία μεταξύ τους. Δεν επεξηγείται, επίσης, κατά πόσο οι Καθ’ ων η Αίτηση είχαν γνώση για τις κατ’ ισχυρισμό πράξεις και ενέργειες των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών. Επίσης, δεν επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι επίδικες συναλλαγές και κατά πόσο οι Καθ’ ων η Αίτηση μπορούν να έχουν γνώση του πηγαίου κώδικα που χρησιμοποιεί μια εταιρεία ή οντότητα στην όλη αλυσίδα της συναλλαγής. Αντιθέτως, με τη μαρτυρία που έχει τεθεί από τους Καθ’ ων η Αίτηση φαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.
Πέραν των πιο πάνω, ακόμα και στη βάση των γεγονότων επί των οποίων βασίζονται οι Αιτητές για να συμπεράνουν συνωμοσία ή συνέργεια, αυτά προκύπτει να αντικρούονται από τους Καθ’ ων η Αίτηση και να δίδεται εξήγηση, η οποία παρέμεινε αναπάντητη από τους Αιτητές.
Συγκεκριμένα, επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο τερματίστηκαν οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων καθώς και το τί προηγήθηκε του τερματισμού, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατά συνέπεια, προκύπτει, χωρίς φυσικά να αξιολογούνται οι εκατέρωθεν εκδοχές, ότι ενδεχομένως να υπάρχει κάποια εξήγηση για τον τερματισμό των συμφωνιών και αυτός να μην έλαβε χώρα με σκοπό την συνεργασία των Καθ’ ων η Αίτηση με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών, όπως αναφέρεται ή υπονοείται από τα γεγονότα της Αίτησης.
Όσον αφορά την μείωση, επίσης, του κύκλου εργασιών των Αιτητών, αυτή ενδεχομένως να οφείλεται σε άλλους παράγοντες παρά στο ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση τερμάτισαν τις συμφωνίες συνεργασίας που είχαν με τους Αιτητές. Τούτο, φαίνεται να υποστηρίζεται και από τα ίδια τα γεγονότα της Αίτησης, που καταδεικνύουν μείωση του κύκλου εργασιών των Αιτητών από τον Νοέμβριο του 2025 ενώ οι συμφωνίες συνεργασίας τερματίστηκαν τον Δεκέμβριο του 2025.
Επίσης, αναφύεται ότι η NaudaPay τερμάτισε τις εργασίες της στο Ηνωμένο Βασίλειο λόγω μη συμμόρφωσης με τους εποπτικούς κανόνες και υπήρχαν στην πιο πάνω χώρα δυσμενή δημοσιεύματα εναντίον της, κάτι που όπως προκύπτει από την ένσταση, επηρεάζει δυσμενώς τον ευαίσθητο τομέα των διαδικτυακών συναλλαγών.
Περαιτέρω, δεν επεξηγείται επαρκώς ή αρκούντος ικανοποιητικά έστω για σκοπούς του σταδίου η δραματική μείωση του κύκλου εργασιών των Αιτητών και ότι αυτό συνδέεται με την κατ’ ισχυρισμό συνεργασία των Καθ’ ων η Αίτηση με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών. Πέραν από μια συναλλαγή στην οποία εντοπίστηκε να εμπλέκονται οι Καθ’ ων η Αίτηση, για την οποία φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε ο πηγαίος κώδικας των Αιτητών, δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ευρείας κλίμακας συνεργασίας των Καθ’ ων η Αίτηση με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών ή άλλων οντοτήτων που χρησιμοποιούν τον πηγαίο κώδικα των Αιτητών, έτσι ώστε που να μπορεί να αποδίδεται σε αυτό η δραματική μείωση του κύκλου εργασιών των Αιτητών. Πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει τεκμηριωθεί και η γνώση των Αιτητών για τον πηγαίο κώδικα που χρησιμοποιεί κάθε συναλλαττόμενη οντότητα μαζί της.
Επιπρόσθετα, η απάντηση στην επιστολή των Αιτητών ημερομηνίας 08/01/2026 από τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών ενώ η επιστολή αυτή αποστάληκε μόνο στους Καθ’ ων η Αίτηση, δεν μπορεί να έχει τη δυναμική που αναπτύσσουν οι Αιτητές. Δηλαδή, φαίνεται η επιστολή των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών να αναφέρεται σε προηγούμενη αλληλογραφία μεταξύ τους, χωρίς οι Αιτητές να έχουν παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση για τούτο και κατά πόσο προηγήθηκε μεταξύ τους άλλη αλληλογραφία. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η επιστολή ημερομηνίας 08/01/2026 να μεταβιβάστηκε στα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών, εξ’ ου και η απάντηση τους σε αυτή, δεν μπορεί απαρέγκλιτα να συνεπάγεται σε συνωμοσία ή συνεργασία. Θα μπορούσε να ζητήθηκαν οι απόψεις και θέσεις τους για τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονταν στην επιστολή τους και να τύχουν ενημέρωσης και οι ίδιοι οι Καθ’ ων η Αίτηση.
Η νεφελώδης εκδοχή των Αιτητών, ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην επιστολή τους ημερομηνίας 08/01/2026 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση, ανάφεραν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση αποτελούν αθώα μέρη στην όλη υπόθεση. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα εξής: “Οur clients believe that you [the Respondents] must be an innocent party caught in the illegal activities made by others”.
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και αντικρίζοντας σφαιρικά την όλη μαρτυρία και χωρίς τούτη να αξιολογείται, κρίνω ότι αυτή υπολείπεται της δύναμης και επάρκειας που απαιτείται για να μπορεί να λεχθεί ότι έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής των Αιτητών εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση, στη βάση της συνωμοσίας.
Επιπρόσθετα, ούτε η άλλη αιτία αγωγής η οποία αφορά την παραβίαση της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Γίνεται αναφορά στον εντοπισμό των Καθ’ ων η Αίτηση σε μια συναλλαγή με την εταιρεία Friolion η οποία κατ’ ισχυρισμό ήταν πελάτης των Αιτητών και οι Καθ’ ων η Αίτηση, με βάση τον όρο 10 της Συμφωνίας τους δεν θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει. Έχει παρουσιαστεί, όμως, μαρτυρία από τους Καθ’ ων η Αίτηση, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν πελάτης των Καθ’ ων η Αίτηση από τις 08/06/2021, δηλαδή πολύ πιο πριν από την συνομολόγηση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Ανεξάρτητα τούτου, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση με οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες της αποσπά πελάτες των Αιτητών. Ουδεμία μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχει ενώπιον μου.
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και ολόκληρη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου κρίνω ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της. Η μαρτυρία η οποία παρουσιάζεται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι ισχνή και αδύναμη και σε καμία περίπτωση επαρκεί για να στοιχειοθετήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60.
Τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη της παρούσας Αίτησης εκτός από το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω.
Άνευ βλάβης των ανωτέρω και για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση και το ισοζύγιο της ευχέρειας.
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο πηγαίος κώδικας των Αιτητών δεν κατέχεται και δεν χρησιμοποιείται από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι ότι αυτός κλάπηκε ή αντιγράφηκε και χρησιμοποιείται από οντότητες τις οποίες δημιούργησαν τα πρώην ανώτερα στελέχη τους. Κατά συνέπεια η συνέχιση χρησιμοποίησης του ή ενδεχόμενης διάδοσης του δεν μπορεί να αποτραπεί με την έκδοση σχετικού διατάγματος εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.
Εκείνο το οποίο προκύπτει να αποδίδεται στους Καθ’ ων η Αίτηση είναι ότι παρέχουν υποστήριξη στα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών στο να διεξάγουν ανταγωνιστική επιχείρηση με αυτή των Αιτητών παρέχοντας υπηρεσίες σε αυτούς. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ότι οι Αιτητές εμποδίζονται να διεξάγουν τις εργασίες τους, αφού έχουν στην κατοχή τους τον πηγαίο κώδικας τους. Ο κίνδυνος που αποκαλύπτεται είναι ότι ο κύκλος εργασιών τους και τα κέρδη τους θα επηρεαστούν ή μειωθούν στο βαθμό που πελάτες τους θα χρησιμοποιούν την ανταγωνιστική επιχείρηση.
Το όλο ζήτημα, δηλαδή, αναφύεται να είναι ζήτημα αποζημιώσεων το οποίο υπολογίζεται στη βάση των κερδών της ανταγωνιστικής επιχείρησης, το οποίο θα διερευνηθεί στα πλαίσια της προτιθέμενης διαιτησίας εναντίον των πρώην ανώτερων στελεχών των Αιτητών.
Οι Αιτητές δεν ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση αδυνατούν να τους αποζημιώσουν στην περίπτωση που διαφανεί ότι έχουν υποστεί συγκεκριμένη ζημιά. Γίνεται αναφορά στην μαρτυρία των Αιτητών ότι ο κύκλος εργασιών τους από τα 210 εκατομμύρια μηνιαίως έχει μειωθεί στα 140 εκατομμύρια τον Νοέμβριο και στα 20 εκατομμύρια τον Ιανουάριο του 2026, χωρίς φυσικά να παραθέτουν επαρκή στοιχεία αναφορικά με το κέρδος το οποίο έχουν απωλέσει και χωρίς, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, να τεκμηριώνουν επαρκώς, ότι τούτο οφείλεται στις αδικοπραξίες και παράβαση σύμβασης παρά στην αναστολή της λειτουργία των εργασιών των Αιτητών στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, φαίνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση αποτελούν εταιρεία με επαρκή περιουσιακά στοιχεία και δη της τάξης των 50 εκατομμυρίων, οπότε σε περίπτωση επιδίκασης εναντίον τους οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεων, θα είναι σε θέση να τις καταβάλει.
Στην βάση των πιο πάνω, θα έκρινα ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται.
Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, η κρίση μου θα ήταν ότι αυτό γέρνει προς την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων που επιζητούνται και κατά πόσο αυτά θα πρέπει, είτε να συνεχίσουν να ισχύουν είτε να εκδοθούν, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω.
Ειδικότερα, το διάταγμα φίμωσης, εκ των πραγμάτων, είναι άνευ ουσίας και όπως διαφαίνεται η συνέχιση του προκαλεί ζημιές στους Καθ’ ων η Αίτηση από την μετέπειτα της έκδοσης του συμπεριφοράς των Αιτητών. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι οι Αιτητές έχουν στραφεί δικαστικά εναντίον των πρώην συνεργατών τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσία και έχουν ζητήσει εναντίον τους παρόμοιας φύσης με τα αιτούμενα στην παρούσα διατάγματα. Κατά συνέπεια, τα πρόσωπα αυτά έχουν λάβει γνώση των δικαστικών διαδικασιών εναντίον τους και/ή των προτιθέμενων διαδικασιών που θα ακολουθήσουν, που ήταν ο κύριος σκοπός έκδοσης του εν λόγω διατάγματος.
Επίσης, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προχωρούν και γνωστοποιούν τα εκδοθέντα στην παρούσα διαδικασία διατάγματα εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση σε τραπεζικά ιδρύματα και συνεργάτες των Καθ’ ων η Αίτηση, χωρίς να έχουν παρατεθεί από αυτούς συγκεκριμένοι λόγοι για τούτο. Οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν μπορούν να τοποθετηθούν και να ενημερώσουν τα πρόσωπα στα οποία γνωστοποιήθηκε το διάταγμα με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι επηρεάζεται η επιχειρηματική τους δραστηριότητα.
Όσον αφορά την καταστροφή των συγκεκριμένων εγγράφων και/ή πληροφοριών, πέραν του ότι αυτό το διάταγμα ζητείται μέχρι την αποκάλυψη τους και κατά συνέπεια τούτο εξαρτάται από το κατά πόσο δικαιολογείται το αίτημα για αποκάλυψη, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω, δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν καταστρέψει ή προτίθενται να καταστρέψουν τα όσα επιζητούνται. Σημειώνεται ότι έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον μου με την οποία καταδεικνύεται η υποχρέωση των Καθ’ ων η Αίτηση να μην καταστρέφουν έγγραφα και λεπτομέρειες των συναλλαγών που διεκπεραιώνουν για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Πέραν των πιο πάνω, παρέμεινε αναντίλεκτο ότι με τα διατάγματα που ζητήθηκαν και εκδόθηκαν εναντίον των πρώην συνεργατών των Αιτητών, αποτρέπεται η χρήση του πηγαίου κώδικα των Αιτητών. Τούτο μειώνει, αν όχι εξαφανίζει τον κίνδυνο περαιτέρω χρήσης του ή διάδοσης του. Σημειώνεται ότι είναι τα πρώην στελέχη των Αιτητών που κατ’ ισχυρισμό έκλεψαν, κατέχουν και χρησιμοποιούν τον πηγαίο κώδικα δημιουργώντας στη βάση αυτού ανταγωνιστική επιχείρηση. Επομένως, η απαγόρευση χρήσης του και/ή διάδοσης του εξασθενεί την ανάγκη έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.
Περαιτέρω, το διάταγμα που απαγορεύει την συνεργασία των Καθ’ ων η Αίτηση με οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα χρησιμοποιεί τον πηγαίο κώδικα των Αιτητών, παρουσιάζεται να είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί. Στην ένσταση επεξηγείται ο τρόπος που λαμβάνουν χώρα οι συναλλαγές και δεν έχει αντικρουστεί η θέση ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τον πηγαίο κώδικα των προσώπων με τα οποία συναλλάσσονται, Επίσης, η υποχρέωση τους να ζητούν τέτοιου είδους στοιχεία καθίσταται ιδιαίτερα επαχθείς με προφανείς συνέπειες στην άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και στη φήμη των Καθ’ ων η Αίτηση. Περαιτέρω, το αιτούμενο διάταγμα είναι ευρύ και γενικό με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεχθεί η εφαρμογή του. Πέραν του γεγονότος ότι η εφαρμογή του εξαρτάται και από τη διάθεση των συναλλασσόμενων οντοτήτων να παρέχουν τέτοια στοιχεία που αξιώνονται με αυτό.
Η έκδοση του εν λόγω διατάγματος ενδέχεται να έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην επιχείρηση των Καθ’ ων η Αίτηση ενώ δεν προκύπτει να έχει τα αποτελέσματα που οι Αιτητές ισχυρίζονται προς όφελος τους, αφού είναι οι πρώην συνεργάτες τους που κατ’ ισχυρισμό οικειοποιούνται τον πηγαίο τους κώδικα και διεξάγουν ανταγωνιστική επιχείρηση.
Παραμένει, η εξέταση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης υπό στοιχείο Γ της Αίτησης.
Η αποκάλυψη πληροφοριών με σκοπό την ταυτοποίηση ενός αδικοπραγούντα έχει καθιερωθεί με την γνωστή απόφαση στην Norwich Pharmacal v. Customs & Excise [1974] A.C. 133. Νομολογιακά, όμως, έχει αποφασιστεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για αποκάλυψη, δεν περιορίζεται, μόνο στην ταυτοποίηση του αδικοπραγούντα, αλλά ένα διάταγμα αποκάλυψης μπορεί να εκδοθεί στην περίπτωση που ο ενάγοντας έχει νόμιμο συμφέρον, νοουμένου ότι δεν γίνεται για αλίευση μαρτυρίας που ένας μάρτυρας προτίθεται να καταθέσει στο Δικαστήριο (βλ. Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366).
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και η δυνατότητα για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal καθιερώθηκαν από την Αγγλική απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners and Custom Excise (1973) 2 All E.R. 943, η οποία υιοθετήθηκε από την Κυπριακή νομολογία. (βλ. επίσης Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd (2005) EWHC 625). Με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. επίσης, Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumachenko κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978).
Στην Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά. (ανωτέρω), όπου έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων, απαριθμήθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Λέχθηκαν τα εξής:
“Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 62, όπου λέχθηκε ότι:
«(i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.»
Σε μετάφραση:
«(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ’ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.»
Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ’ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.”
Στο σύγγραμμα Commercial Injuctions, sixth edition, p. 605 – 606, εξηγείται πότε μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και ονομάτων πελατών και προμηθευτών στις περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ή διανοητικής ιδιοκτησίας. Είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά:
“Τhe court would take into account on the one hand the likely prejudice to the defendant by way of damage to his business, and on the other hand whether the discovery is material for the purpose of enabling the claimant to prove his claim….. It is well established that the court has jurisdiction to require disclosure of names and addresses of customers and other information to enable the claimant to bring proceedings or take other action against customers concerned»
Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι σύντομα θα υποβάλουν αίτημα διαιτησίας κατά των πρώην ανώτερων συνεργατών τους, βάσει της Συμφωνίας Μετόχων για παραβίαση των καθηκόντων τους και του καταστατικού του Ομίλου και για συνωμοσία για να προκαλέσουν οικονομική ζημιά στον Όμιλο. Θα ζητήσουν, επίσης, τα πιο πάνω πρόσωπα να λογοδοτήσουν για τα κέρδη που έχουν πραγματοποιήσει από την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχείρησης και την προσέλκυση πελατών του Ομίλου και να τα καταβάλουν στον Όμιλο.
Οι Αιτητές, επίσης, ισχυρίζονται ότι η NaudaPay (και εφόσον κριθεί σκόπιμο, άλλα μέλη του ομίλου της) θα καταθέσουν σύντομα αγωγές στα κυπριακά δικαστήρια κατά τουλάχιστον της Payabl. βάσει τουλάχιστον της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών για παραβίαση σύμβασης και, ξεχωριστά, για συνωμοσία με σκοπό την πρόκληση οικονομικής ζημιάς στον Όμιλο Noda. Ως συνωμότες με τα πρώην ανώτερα στελέχη των Αιτητών, οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι από κοινού και κεχωρισμένα υπεύθυνοι για τη ζημιά που έχει προκληθεί στον Όμιλο Νoda.
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση των Αιτητών, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορέσουν οι Αιτητές να διαπιστώσουν την έκταση της αποκάλυψης του Πηγαίου Κώδικα καθώς και τη ζημιά που υπέστησαν από τις ενέργειες και/ή παραλείψεις και/ή την παράνομη και/ή αμελή συμπεριφορά των κ. Loktev, της κας Tenca, της κας Gavarane και/ή της Payabl. (τουλάχιστον των τριών πρώτων εξ’ αυτών) (βλ. παράγραφο 54 της ένορκης δήλωσης του κ. Abasaliev).
Σύμφωνα με τους Αιτητές, κατ’ ισχυρισμό έχει λάβει χώρα μια αδικοπραξία, δηλαδή η κλοπή του πηγαίου κώδικα τους από τους πρώην συνεργάτες τους. Σύντομα θα λάβει χώρα αίτημα για διαιτησία εναντίον τους. Επίσης, οι Αιτητές φαίνεται να εμπλέκουν τους Καθ’ ων η Αίτηση στην όλη αδικοπραξία. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στην κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή των Καθ’ ων η Αίτηση και έχω καταλήξει ότι δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η συνωμοσία που τους αποδίδεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Μπορεί, όμως, να εκδοθεί τέτοιου είδους διάταγμα ακόμα και εναντίον αθώου μέρους, το οποίο είχε εμπλοκή σε μια αδικοπραξία και το οποίο είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.
Είναι προφανές ότι στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές γνωρίζουν όλους τους αδικοπραγούντες και τους οποίους κατονομάζουν. Οι αιτούμενες πληροφορίες ζητούνται για να διακριβώσουν την έκταση της παράνομης συμπεριφοράς τους και όπως το θέτουν τουλάχιστον αυτής των πρώην συνεργατών τους.
Έχω διεξέλθει των αιτούμενων πληροφοριών, όπως καταγράφονται στο αιτητικό Γ, οι οποίες όπως θα διαφανεί είναι εκτεταμένες και αφορούν την αποκάλυψη ονομάτων και στοιχείων τρίτων προσώπων. Συγκεκριμένα, ζητούνται πλήρες όνομα, εγγεγραμμένη διεύθυνση και στοιχεία κάθε φυσικού και/ή νομικού προσώπου που δραστηριοποιείται μέσω των ιστοσελίδων και/ή ηλεκτρονικών διευθύνσεων: paybanks.net, paychecker.org, banklayer.org, tranactgrid.com, opencorepay.com, siti.ws, finchecker.io και/ή των συνδεδεμένων με αυτές εμπορικές επωνυμίες, τους πραγματικούς τελικούς δικαιούχους και/ή αξιωματούχους και/ή μετόχους τους, το πλήρες όνομα και την εγγεγραμμένη διεύθυνση και τα στοιχεία του προσώπου με το οποίο οι Καθ’ ων η Αίτηση βρίσκονταν σε επικοινωνία.
Αξιώνονται, επίσης, το πλήρες όνομα, η εγγεγραμμένη διεύθυνση και τα στοιχεία των πελατών που εξυπηρετήθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση μέσω των πιο πάνω ιστοσελίδων και/ή ηλεκτρονικών διευθύνσεων και/ή εμπορικών επωνυμιών, τα υπόλοιπα οποιονδήποτε τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούνται από τους Καθ’ ων η Αίτηση των πιο πάνω οντοτήτων, όλες τις οδηγίες και/ή εντολές και/ή αιτήματα και/ή επικοινωνίες που έχουν λάβει οι Καθ’ ων η Αίτηση από τις πιο πάνω οντότητες και την χρονική περίοδο που λήφθηκαν τα πιο πάνω καθώς επίσης και όλες τις συμβάσεις που σύνηψαν οι Καθ’ ων η Αίτηση με οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα που θα αποκαλυφθεί ως ανωτέρω και την χρονική περίοδο που λήφθηκαν οι εν λόγω οδηγίες και/ή εντολές και/ή αιτήματα.
Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο οι εν λόγω πληροφορίες που ζητούνται από τους Καθ’ ων η Αίτηση, μπορεί να ληφθούν με άλλο τρόπο, δεδομένου ότι όπως έχει καταλήξει το Δικαστήριο δεν προκύπτει να είναι αναμεμειγμένοι σε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Σε τούτο, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, αποτελούν και μια ανταγωνιστική εταιρεία με τους Αιτητές καθώς και η ενδεχόμενη δυσμένεια που ενδέχεται να υποστούν οι Καθ’ ων η Αίτηση κατά την άσκηση της επιχείρησης τους.
Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι οι κύριοι αδικοπραγούντες στην παρούσα είναι οι πρώην συνεργάτες των Αιτητών. Είναι, επίσης, αναντίλεκτο γεγονός ότι εναντίον των πιο πάνω προσώπων καταχωρήθηκε δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και εκδόθηκαν εναντίον τους διατάγματα. Αναφύεται λοιπόν ότι υπάρχουν άλλοι τρόποι λήψης των εν λόγω πληροφοριών, δηλαδή μέσω των κύριων αδικοπραγούντων. Επίσης, οι Αιτητές προτίθενται να καταχωρήσουν διαιτητική διαδικασία εναντίον των πρώην ανώτερων στελεχών, εντός της οποίας, θα μπορούν πάλι να ζητήσουν όλα τα πιο πάνω στοιχεία.
Πέραν των πιο πάνω, ζητούνται από τους Καθ’ ων η Αίτηση να αποκαλύψουν εμπιστευτικές πληροφορίες προσώπων που ενδεχομένως να εξυπηρέτησαν στα πλαίσια άσκησης των δραστηριοτήτων τους και να αποκαλύψουν σωρεία στοιχείων και υπόλοιπα λογαριασμών. Αναμφίβολα τούτο, θα έχει δυσμενείς συνέπειες στην άσκηση των δραστηριοτήτων τους ενώ ταυτόχρονα οι Αιτητές μπορούν να λάβουν τα στοιχεία και πληροφορίες που ζητούν μέσω των πρώην συνεργατών τους.
Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έκδοσης του εν λόγω διατάγματος.
Κρίνω ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί.
Επομένως, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων – Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €7,224 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €34 ως πραγματικά έξοδα.
(Υπ.)………………………………
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον,
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο