Κλίμακα Εξόδων: Κάτω των € 10,000
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 8): 64/2026
(i-Justice)
Μεταξύ:-
Nadir MUSIN
Ενάγοντας
και
Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος περιγράφεται ως Υπουργείο Οικονομικών
Εναγόμενος
Αίτηση ημερ. 19/03/2026 για παραμερισμό της Απαίτησης
Ημερομηνία: 03/11/2026
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα/ Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Ειρήνα Οικονομίδη για Irina Ikonomidi & Co Llc
Για τον Εναγόμενο/ Αιτητή: κ. Δάφνη Νικολάτου
Ενδιάμεση Απόφαση
Με την παρούσα Απαίτηση, ο Ενάγοντας εξαιτείται από το Δικαστήριο τις εξής θεραπείες:
Α. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο ερμηνεύεται το εδάφιο 23Α του άρθρου 8 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου Ν.118(Ι)2002, όπως τροποποιήθηκε από τον Περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικό) Νόμο 121(Ι)/2022 («ο Νόμος»).
Β. Αναγνωριστική απόφαση ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο Αιτητής καλύπτεται από το εδάφιο (23A)(ii) του άρθρου 8 του Νόμου και «δικαιούται απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος του 50% της αμοιβής ένεκα της εργοδότησης του που ασκείται στη Δημοκρατία και απαλλαγή ή/και επιστροφή φόρου εισοδήματος για τα έτη 2022, 2023, 2024 και 2025».
Γεγονότα
Το επίδικο ζήτημα στην παρούσα Απαίτηση είναι το κατά πόσο, για σκοπούς χορήγησης φορολογικής απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος του 50% των αποδοχών του, οι ετήσιες αποδοχές του Ενάγοντα έπρεπε να υπερβαίνουν τις € 55,000 κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες της πρώτης απασχόλησής του στην Κύπρο ή εάν ήταν επαρκές, για σκοπούς χορήγησης της αιτούμενης φοροαπαλλαγής, οι αποδοχές του να υπερβούν το ποσό αυτό σε μεταγενέστερο έτος της ίδιας απασχόλησης.
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Απαίτηση, τα σχετικά γεγονότα είναι τα εξής:
i. Ο Ενάγοντας είναι υπήκοος του Ουζμπεκιστάν.
ii. Διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από τον Σεπτέμβριο του 2018.
iii. Περαιτέρω, ξεκίνησε να εργάζεται στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2018.
iv. Στις 22/01/2024, ο Ενάγοντας απευθύνθηκε στο Τμήμα Φορολογίας με αίτημα όπως του χορηγηθεί φορολογική απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8(23Α)(ii) του Νόμου.
v. Στις 24/01/2024, το Τμήμα Φορολογίας απέρριψε το αίτημα του Ενάγοντα, καθ’ ότι το εισόδημά του για τους 12 μήνες της απασχόλησής του στην Κύπρο δεν υπερέβη τις € 55,000. Περαιτέρω, το εισόδημά του για την περίοδο από 27/01/2022 – 26/01/2023 επίσης δεν υπερέβη τις € 55,000.
vi. Ακολούθως, έλαβε χώρα αλληλογραφία μεταξύ του Τμήματος Φορολογίας και του Ενάγοντα, μετέπειτα και της δικηγόρου του Ενάγοντα.
vii. Στις 24/09/2025, η δικηγόρος του Ενάγοντα υπέβαλε ένσταση στην απόφαση του Τμήματος Φορολογίας σε σχέση με την απόφασή του για μη χορήγηση της αιτούμενης απαλλαγής.
viii. Δεδομένου ότι η ένσταση του Ενάγοντα αφορά τη διαφωνία του ως προς τον τρόπο που η φορολογική αρχή ερμηνεύει το σχετικό άρθρο, ο Ενάγοντας προέβη στην καταχώριση της παρούσας Απαίτησης.
Συγκεκριμένα, η θέση του Τμήματος Φορολογίας, όπως παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την Απαίτηση, είναι ότι το όριο των € 55,000 πρέπει να πληρούται κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες της απασχόλησης, σύμφωνα με τη σχετική εγκύκλιο με αρ. 4/2024.
Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος χρονικός περιορισμός δεν περιλαμβάνεται στη σχετική νομοθετική διάταξη και προστέθηκε ανεπίτρεπτα στην εν λόγω Εγκύκλιο.
Η υπό κρίση αίτηση
Ο Εναγόμενος καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση ημερ. 19/03/2026, με την οποία αξιώνεται ο παραμερισμός της παρούσας Απαίτησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και διαζευκτικά, λόγω έλλειψης πραγματικής προοπτικής επιτυχίας.
Το βασικό επιχείρημα του Εναγομένου περί έλλειψης δικαιοδοσίας είναι ότι η υπό κρίση διαφορά εμπίπτει στο δημόσιο και όχι στο ιδιωτικό δίκαιο. Όπως, μεταξύ άλλων, αναφέρεται, οι αποφάσεις επιβολής φορολογίας συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες προσβάλλονται με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο είναι το καθ’ ύλην αρμόδιο για εκδίκαση των φορολογικών υποθέσεων.
Ο Ενάγοντας καταχώρισε ένσταση, αποτελούμενη από τους εξής έξι λόγους ένστασης:
i. Κατά την ημερομηνία καταχώρισης του Εντύπου Απαίτησης δεν υπήρχε εκτελεστή διοικητική πράξη προς προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Η οριστική απόφαση επί της ένστασης εκδόθηκε στις 28/04/2026, ήτοι δυόμισι μήνες μετά.
ii. Η Εγκύκλιος 4/2024 δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη υπό την έννοια του Άρθρου 146 του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου.
iii. Το αντικείμενο της Αίτησης, ήτοι η ερμηνεία νομοθετικής διάταξης και η νομιμότητα της εγκυκλίου, συνιστά αυτοτελές γενικό ζήτημα αστικού δικαίου εμπίπτον στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου.
iv. Για τα φορολογικά έτη 2024 και 2025 δεν υφίσταται, ούτε υφίστατο οποιαδήποτε εκτελεστή πράξη. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο για τα εν λόγω έτη.
v. Το αίτημα είναι συγκεκριμένο, όχι αφηρημένο, δεν αναζητεί αφηρημένη νομική γνώμη επί θεωρητικού ζητήματος. Αφορά αποκλειστικά τη συγκεκριμένη περίπτωση του Ενάγοντα, τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, και τα συγκεκριμένα φορολογικά έτη 2022 – 2025. Η απαραίτητη αυτή συνάφεια με βιώσιμο (ζωντανό) έννομο συμφέρον υπάρχει και είναι αναμφισβήτητη.
vi. Η Αίτηση εμφανίζει ουσιαστική προοπτική επιτυχίας βάσει της κυριολεκτικής ερμηνείας του άρθρου 8 εδαφίου 23A(ii) του Νόμου.
Νομικές αρχές και η εφαρμογή τους στην παρούσα περίπτωση
Με την παρούσα Απαίτηση, ζητείται η ερμηνεία νομοθετικής διάταξης και συγκεκριμένα του άρθρου 8(23Α)(ii) του Νόμου. Το Μέρος 8 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για τη χρήση του εν λόγω μέρους «αναφορικά με ζήτημα όπου πιθανόν να μην υπάρχει ουσιώδης αμφισβήτηση γεγονότων» (βλ. Μέρος 8.1(2)(α) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας).
Συγκεκριμένα, από μελέτη των θεραπειών που ζητούνται με τις παρ. Α και Β του Εντύπου Απαίτησης, αυτές αφορούν αναγνωριστικές θεραπείες οι οποίες κατ’ ουσίαν αποσκοπούν αμφότερες στην ερμηνεία από το Δικαστήριο του άρθρου 8(23Α)(ii) του Νόμου.
Όπως προνοείται σχετικά στο Μέρος 8.1(3)(α) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, η χρήση της διαδικασίας του Μέρους 8 μπορεί να είναι κατάλληλη σε περιπτώσεις ερμηνείας νομοθεσίας. Όπως αναφέρεται:
«(3) Ζητήματα για τα οποία ζητείται απόφαση του δικαστηρίου και για τα οποία μπορεί να είναι κατάλληλη η διαδικασία του Μέρους 8 περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα ακόλουθα:
(α) ερμηνεία νομοθεσίας ή δευτερογενούς νομοθεσίας·»
Σημειώνεται ωστόσο ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν δίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για εκδίκαση οποιωνδήποτε υποθέσεων που αφορούν ζητήματα ερμηνείας νομοθεσίας. Απλώς, προνοεί ότι η χρήση του Μέρους 8 μπορεί να είναι η κατάλληλη όπου το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει διαφορά, από την οποία προκύπτει ζήτημα ερμηνείας νομοθεσίας και δεν υπάρχει ουσιώδης αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα.
Σχετικά με τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει αναγνωριστική θεραπεία είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Gasto Shipping Company Limited ν. Mineag SQM (Africa) (Proprietory) Limited και Άλλων (Aρ. 2) (1999) 1 ΑΑΔ 1634, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Annual Practice 1960, σελ. 578 (σε μετάφραση):
«Η εγκυρότητα του Κανονισμού έχει προσβληθεί χωρίς επιτυχία στην Guaranty Trust Co. of New York v. Hannay, [1915] 2 K.B. 536. Εκείνη η υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιερώνει την πρόταση ότι η δικαιοδοσία για έκδοση διακήρυξης δυνάμει του Κανονισμού δεν περιορίζεται στις υποθέσεις στις οποίες ο ενάγων έχει μια πλήρη και υφιστάμενη αιτία αγωγής ανεξάρτητα από τον Κανονισμό. Ωστόσο, όπου δεν αξιώνεται ειδική θεραπεία, άλλη από τη διακήρυξη, η εξουσία είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και δεν πρέπει να εκδίδεται διακήρυξη πάνω σε προκαταρκτικό σημείο σε αγωγή η οποία εγείρεται για αυτό το σκοπό, και όπου η ουσιαστική θεραπεία θα αξιώνεται σε άλλη αγωγή .... Όπου μπορεί να εκδοθεί διακήρυξη αυτό αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας. Ο ενάγων πρέπει να δικαιούται σε θεραπεία υπό την πλήρη έννοια της λέξης, αλλά η θεραπεία που αξιώνεται πρέπει να είναι κάτι το οποίο δεν θα ήταν παράνομο, ή αντισυνταγματικό ή άδικο για να χορηγηθεί από το δικαστήριο, ή εναντίον των παραδεκτών αρχών στη βάση των οποίων το δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του ... Αξίωση για διακήρυξη μόνο η οποία δεν ακολουθείται με αξίωση για παρεπόμενη θεραπεία θα παρακολουθείται προσεκτικά: αν όμως εφαρμόζεται σωστά είναι χρήσιμη (Gray v. Spyer [1922] 2 Ch. 22, 27, C.A.). Έτσι δεν θα εκδοθεί διακήρυξη εναντίον προσώπου το οποίο δεν έχει διεκδικήσει δικαίωμα ούτε έχει διατυπώσει συγκεκριμένη αξίωση (Re Clay [1919] Ch. 66) και μόνο σε σχέση με νομικό δικαίωμα (Nixon v. A.G. [1930] 1 Ch. 574). ούτε και σε σχέση με τον ενάγοντα όπου η διακήρυξη ζητείται απλώς σαν θεμέλιο για ουσιαστική θεραπεία η οποία αποτυγχάνει (Earl of Dysart v. Hammerton [1914] 1 Ch. 822, and see ib., [1916] 1 A.C. p.65). ούτε και θα εκδοθεί διακήρυξη απλώς για να μπορεί ο ενάγων να την χρησιμοποιήσει σε αλλοδαπή αγωγή (see Guaranty Trust of New York v. Hannan [1915] 2 K.B. 575).» (υπογράμμιση δική μου)
Πρέπει επομένως, να υφίσταται κάποια διαφορά μεταξύ των μερών, σε σχέση με την οποία είναι χρήσιμη η έκδοση αναγνωριστικής θεραπείας.
Η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για έκδοση αναγνωριστικής θεραπείας ασκείται αποκλειστικά στα πλαίσια της πολιτικής του δικαιοδοσίας (βλ. σχετικά άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960).
Ούτως ώστε να είναι δυνατή η απόδοση αναγνωριστικής θεραπείας από το Επαρχιακό Δικαστήριο, θα πρέπει επομένως η επίδικη διαφορά μεταξύ των μερών να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 384:
«The action for a declaration is a useful and important procedural method for ascertaining and determining the legal rights of parties, or for the determination of a point of law or the construction of a document and for the determination of the validity of orders or decisions of inferior courts or tribunals (see Vine v. National Dock Labour Board [1957] A.C. 488; Pyx Granite Co. Ltd. v. Ministry of Housing and Local Government [1960] A.C. 260) unless the relevant statute gives exclusive jurisdiction to another tribunal or hierarchy of tribunals (see Punton v. Ministry of Pensions and National Insurance [1964] 1 W.L.R. 226, C.A.; Argosam Finance Co. Ltd. v. Oxby [1964] 1 All E.R. 791).» (υπογράμμιση δική μου)
Σημειώνω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να αποφασίζεται αποκλειστικά με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης (Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. and others (1989) 1 Α.Α.Δ. (E) 729). Στην υπόθεση Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα (1991) 1 ΑΑΔ 225, λέχθηκε ότι το ερώτημα που πρέπει να απαντά το Δικαστήριο κατά την εξέταση ζητήματος δικαιοδοσίας είναι το εξής:
«Αποκαλύπτεται ή προσδιορίζεται στην έκθεση απαιτήσεως παραβίαση ή διάρρηξη δικαιώματος για το οποίο η παροχή θεραπείας ανάγεται ή εμπίπτει στη δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου.»
Όπως περαιτέρω λέχθηκε:
«Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του.»
Καθ’ ότι η παρούσα Απαίτηση καταχωρίστηκε δυνάμει του Μέρους 8 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, θα ανατρέξω στη γραπτή μαρτυρία που συνοδεύει την Απαίτηση για σκοπούς θεμελίωσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
Με δεδομένο ότι η παρούσα πρόκειται για διαφορά μεταξύ του Ενάγοντα, ο οποίος είναι ιδιώτης και του Τμήματος Φορολογίας και μάλιστα σε σχέση με την επιβολή φόρου εισοδήματος, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον η παρούσα διαφορά είναι ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου.
Το ζήτημα αυτό είναι υψίστης σημασίας, αφού σε σχέση με τα ζητήματα δημοσίου δικαίου, ήτοι αυτά που καλύπτονται από το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος, αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκασή τους έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Όπως προνοείται σχετικά στο άρθρο 3 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015, Ν. 131(I)/2015 («Ν. 131(I)/2015»):
«3. Τηρουμένων των διατάξεων του περί της 'Ιδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, καθιδρύεται Διοικητικό Δικαστήριο με αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής η οποία υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, συγκείμενο από έναν (1) Πρόεδρο και από δικαστές, ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι (6), οι οποίοι διορίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο.»
Επομένως, σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι η παρούσα διαφορά είναι δημοσίου δικαίου, αυτό σημαίνει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσας.
Σημειώνω ότι οι διαφορές, οι οποίες εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνουν και τις φορολογικές διαφορές, σε σχέση με τις οποίες το Διοικητικό Δικαστήριο κέκτηται, δυνάμει του άρθρου 11 του Ν. 131(I)/2015, ευρειών εξουσιών. Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Δικαστήριο έχει εξουσία ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας των πράξεων των φορολογικών αρχών. «Φορολογική διαφορά» ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν. 131(I)/2015 ως:
«…διαφορά η οποία προκύπτει από την επιβολή ή βεβαίωση φόρων, τελωνειακών δασμών, τελών και εισφορών, ή δημοτικών φόρων, τελών και εισφορών και περιλαμβάνει διαφορά η οποία προκύπτει από πράξεις που επιβάλλουν κυρώσεις λόγω παραβάσεως διατάξεων της εκάστοτε σε ισχύ φορολογικής νομοθεσίας, ή από απαίτηση επιστροφής φόρου που καταβλήθηκε εκ λάθους ή χωρίς να οφείλεται, ή από ανάκληση φορολογικής δήλωσης.»
Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Απαίτηση, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η διαφορά αφορά κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένη ερμηνεία της νομοθεσίας από το Τμήμα Φορολογίας, η οποία κατ’ επέκταση οδήγησε σε εσφαλμένη απόφαση του Τμήματος για μη χορήγηση στον Ενάγοντα απαλλαγής από το Φόρο Εισοδήματος.
Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Προκύπτει ξεκάθαρα ότι η παρούσα πρόκειται για φορολογική διαφορά, αφού πρόκειται για διαφορά η οποία προκύπτει από την επιβολή φόρου προς τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, σημειώνω ότι αυτό που αμφισβητείται με την παρούσα Απαίτηση, υπό τον μανδύα της ερμηνείας του Νόμου, είναι κατ’ ουσίαν η νομιμότητα της απόφασης του Τμήματος Φορολογίας για τη μη χορήγηση απαλλαγής στον Ενάγοντα από το φόρο εισοδήματος.
Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, μόνο στο Διοικητικό Δικαστήριο. Απολύτως σχετική είναι η απόφαση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου (2014) 1 ΑΑΔ 1584, όπου λέχθηκαν τα εξής, τότε με αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ήταν το καθ’ ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για εκδίκαση προσφυγών δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος (πριν από τη θέσπιση του Διοικητικού Δικαστηρίου):
«Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος (2000) 1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων (2002) 1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9).
Η πιο πάνω νομική προσέγγιση απλοποιεί και την κατάληξή μας σε σχέση με τους υπό αναφορά λόγους έφεσης, η απόρριψη των οποίων είναι αναπόφευκτη. Οι Εφεσείοντες στόχευαν, μέσω του διαγραφέντος δικογράφου τους, στην αμφισβήτηση, ουσιαστικά, της απόφασης των Εφεσιβλήτων για επιβολή τέλους θεάματος και ανάλογης επιβάρυνσης. Επιχείρησαν ένδικη ανατροπή διοικητικής πράξης, υπερφαλαγγίζοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατ΄ακολουθία του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής του αναφερόμενου φόρου θεάματος. Η πράξη που στοιχειοθετούσε το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των Εφεσιβλήτων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Συνιστούσε διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, η οποία είχε παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της δεν μπορούσε να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας αποστερούσε από το πρωτόδικο Δικαστήριο της οποιασδήποτε εξουσίας εξέτασης οιουδήποτε θέματος ουσίας εγειρόταν στα πλαίσια υπεράσπισης και το οποίο ουσιαστικό σκοπό είχε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης.» (υπογράμμιση δική μου)
Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση για επιβολή φόρου εισοδήματος και μη χορήγησης της αιτούμενης απαλλαγής εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Απολύτως σχετική με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι η απόφαση George L. Pouros and Others v. Attorney-General of the Republic (1980) 1 CLR 411. Σε εκείνη την υπόθεση, οι Ενάγοντες αξίωναν από το Επαρχιακό Δικαστήριο επιστροφή φόρου εισοδήματος που παρακρατήθηκε από τις συντάξεις τους, ισχυριζόμενοι ότι αυτές απαλλάσσονταν νομοθετικά από τη φορολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρθηκε:
«As a prerequisite, however, to the views that we hold on the matter it should be stated here that the imposition of taxation by virtue of a law whether correctly or wrongly applied, is a matter that falls within the domain of public Law and any person aggrieved from such a decision when executory in its character has ultimately and after going through the procedures that may possibly exist for administrative review a remedy under Article 146 of the Constitution and. the proper Court which has exclusive competence in such matters is now the Supreme Court in its revisional jurisdiction.» (υπογράμμιση δική μου)
Το γεγονός ότι η θεραπεία που ζητείται είναι η ερμηνεία του εν λόγω νόμου και όχι να αποφασιστεί η νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης του Τμήματος Φορολογίας δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Η επίδικη διαφορά είναι φορολογική και υπάγεται στο δημόσιο δίκαιο. Συναφώς, η ερμηνεία του σχετικού νομοθετήματος δύναται και θα πρέπει να γίνει από το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια προσφυγής, το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζει φορολογικές διαφορές.
Περαιτέρω, σημειώνω ότι ουδεμία σημασία έχει το γεγονός ότι δεν υπήρχε τη δεδομένη στιγμή καταχώρισης της Απαίτησης οποιαδήποτε εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία να δίδει στον Ενάγοντα δικαίωμα καταχώρισης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία κατ’ επέκταση να ερμηνεύεται και το επίδικο εδάφιο του νόμου. Σημασία έχει η φύση της επίδικης διαφοράς, η οποία ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Amazing Trading Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων (2002) 1 ΑΑΔ 1136:
«Ο δικηγόρος της εφεσείουσας λειτουργεί, κατά τη γνώμη μας, κάτω από νομική πλάνη. Δεν έχει καμιά σημασία αν στην επιστολή της 17.4.96 εκδηλωνόταν διοικητική απόφαση ή βεβαιωτική προηγούμενης. Το καταλυτικό στοιχείο είναι πως το θέμα, στο σύνολο του, ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Η επιβολή των εισαγωγικών δασμών και η οποιαδήποτε αμφισβήτηση τους εμπίπτει στο πεδίο του δημοσίου δικαίου, στο οποίο αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Εφόσον η απόφαση του εφεσίβλητου για την επιβολή του πρόσθετου δασμού, αντικείμενο της διαφοράς, δεν προσεβλήθη, τούτο καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ενόψει των ανωτέρω η έφεση απορρίπτεται με £500 έξοδα.» (υπογράμμιση δική μου)
Ούτε βεβαίως έχει οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι με την παρούσα Απαίτηση προσβάλλεται εγκύκλιος του Τμήματος Φορολογίας, η οποία δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, αφού το γεγονός αυτό και πάλι δεν μεταβάλλει τη φύση της παρούσας διαφοράς.
Περαιτέρω, είναι σημαντικό να σημειώσω και το εξής: Η θέση του Ενάγοντα ότι τη δεδομένη στιγμή δεν είχε δυνατότητα προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο, αφού δεν υπήρχε εν προκειμένω εκτελεστή πράξη του Τμήματος Φορολογίας, σαφώς δεν εξυπακούει την ύπαρξη δυνατότητας διεκδίκησης θεραπείας από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ούτε το γεγονός ότι δεν υπάρχει επί του παρόντος ληφθείσα απόφαση του Τμήματος Φορολογίας για τη φορολογία εισοδήματος του Ενάγοντα για τα έτη 2024 – 2025 διαφοροποιεί τα πράγματα. Όπως λέχθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στυλιανίδης ν. Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κ.ά., Έφεση 83/2016, ημερ. 05/02/2018 σε απάντηση του επιχειρήματος που προβλήθηκε ότι θα έπρεπε να ερμηνευθεί το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος ευρέως και συγκεκριμένα, κατά τρόπο που να δίδει δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο επί της επίδικης διαφοράς, αφού δεν ήταν δυνατό ο Αιτητής να μην έχει διαθέσιμη θεραπεία:
«…το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ασύμφωνο με τη φύση του ακόμη και για τον σκοπό της παροχής δικαστικής θεραπείας σε μια υπόθεση όπου δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Το Άρθρο 146 και η εμβέλεια του δεν μπορεί να επεκταθεί κατά τρόπο που να παρακάμπτει ένα νομικό κενό, ούτε και η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που έχει καθιδρυθεί από το Νόμο αρ. 33/64 μπορεί να επεκταθεί συναφώς.»
Στη βάση της πιο πάνω απόφασης, κρίνω συνεπώς ότι η αδυναμία προσφυγής του Ενάγοντα στο Διοικητικό Δικαστήριο για αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξης του Τμήματος Φορολογίας δεν προσδίδει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς που ανάγεται στο δημόσιο δίκαιο.
Επομένως, κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσας διαφοράς.
Ενόψει της διαπίστωσης έλλειψης δικαιοδοσίας, παρέλκει η εξέταση του διαζευκτικού λόγου που προβάλλεται στην Αίτηση περί έλλειψης πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της Απαίτησης.
Κατάληξη
Στη βάση των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται, συμφώνως του Μέρους 12.1(6) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας διάταγμα, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Απαίτησης. Κατ’ επέκταση, συμφώνως του Μέρους 12.1(6)(α) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, το Έντυπο Απαίτησης παραμερίζεται.
Τα έξοδα, στη βάση του γενικού κανόνα, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα στο ποσό των € 1,100.
(Υπ.) ………………………….
Μ. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο