ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. Τ. ΝΟΜIKOS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 432/22, 3/11/2026
print
Τίτλος:
ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. Τ. ΝΟΜIKOS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 432/22, 3/11/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.               

           

Αρ. Αγωγής: 432/22 I-Justice

 

Μεταξύ:

 

ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, από την Ελλάδα (ΑΦΜ xxx)

Ενάγουσα

και

 

1.         Τ. ΝΟΜIKOS LTD, από τη Λάρνακα

2.         ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΙΠΙΛΙΟΣ, από την Ελλάδα

3.         GEF REAL ESTATE DEVELOPMENT LTD, από τη Λάρνακα

Εναγόμενων

 

Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 13/02/2026

 

Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Α. Αργυρού

Για Εναγόμενους 1-3 / Καθ' ων η Αίτηση 1-3: κα Μ. Σταυρινού για Νίκος Παπακλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αυθημερόν από Έδρας)

 

Η παρούσα αγωγή έχει καταχωριστεί ως παράγωγη και στρέφεται ουσιαστικά εναντίον δύο άλλων προσώπων, ενός φυσικού και ενός νομικού προσώπου.

 

Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ο ιδιοκτήτης της μαζί με τον Εναγόμενο 2 προέβηκαν στην ίδρυση της Εναγομένης 1 εταιρείας.  Μέτοχοι της Εναγομένης 1 που συστάθηκε στην Κύπρο είναι μια άλλη εταιρεία και η Ενάγουσα από 50% έκαστη.  Μοναδικός διευθυντής της είναι ο Εναγόμενος 2.

 

Ακολούθως η Εναγόμενη 1 ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών και εργασιών σε έργο στη Λεμεσό στη βάση συνεργασίας με μία κοινοπραξία.  Προς τον σκοπό αυτό συνάφθηκαν διάφορες συμφωνίες. 

 

Επειδή η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ Νοέμβριο του 2021 μέχρι τον Μάρτιο του 2023 οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενέργησαν δόλια και προκάλεσαν τη σύναψη άλλων νέων συμβολαίων μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της κοινοπραξίας, ενώ κατά τη γνώμη της συμβαλλόμενα μέρη θα έπρεπε να ήταν η Εναγόμενη 1 και η κοινοπραξία, είναι η θέση της ότι σαν αποτέλεσμα επικαλούμενων δόλιων ενεργειών, η Εναγόμενη 1 και κατ’ επέκταση η Ενάγουσα υπέστηκαν ζημιές και απώλειες.

 

Στις 12.04.2022 η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος το οποίο τροποποιήθηκε στις 14.04.2022 και στις 07.11.2022 και ακολούθως στις 03.04.2023 καταχώρησε την έκθεση απαίτησης της.

 

Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τις θέσεις της Ενάγουσας και προβάλουν ανταξιώσεις μέσω της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης που έχουν καταχωρήσει στις 03.11.2023.

 

Μετά την κλήση της υπόθεσης για έκδοση οδηγιών στις 20.05.2024 και συγκεκριμένα η Ενάγουσα στις 13.02.2026 προώθησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητεί την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης.

 

Οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιέχονται στο πολυσέλιδο σώμα της αίτησης που έχει έκταση 17 σελίδων περίπου.  Δεν χρειάζεται να τις αναφέρω αναλυτικά.  Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στο να δικογραφηθεί η θέση της Ενάγουσας ότι οι συμφωνίες που τελικά ενέπλεξαν την Εναγόμενη 3 εταιρεία ως συμβαλλόμενο μέρος στο υπό ανέγερση έργο, ως αποτέλεσμα της κατ’ ισχυρισμό δόλιας συμπεριφοράς από μέρους των Εναγομένων 2 και 3, δεν ήταν 7 ως είχαν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης αλλά συνολικά ήταν 16 συμφωνίες.  Συνεπώς αιτείται τροποποίηση σε διάφορα μέρη της έκθεσης απαίτησης που κατά τη γνώμη της Ενάγουσας θα πρέπει να δικογραφηθεί η αλλαγή του αριθμού των συμφωνιών μαζί με τις λεπτομέρειες τους.

 

Η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει μέχρι σήμερα.

 

Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 Θ.1-5 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.2023, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της ΕΣΑΔ, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κ. Θεόδωρου Νομικού, ιδιοκτήτη της Ενάγουσας.  Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας αναφέρει ότι στα πλαίσια συμμόρφωσης της κοινοπραξίας με το διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 25/25 η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι υπήρχαν άλλες 9 συμφωνίες στις οποίες εμπλέκεται η Εναγόμενη 3, γεγονός που δεν ήταν υπόψη της.  Ο ενόρκως δηλών εξηγεί γιατί θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι αιτούμενες τροποποιήσεις.  Το σύνολο των επικαλούμενων γεγονότων προδιαγράφουν την εκδοχή της Ενάγουσας.

 

Οι Εναγόμενοι / Καθ’ ων η αίτηση αντέδρασαν με την καταχώρηση ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης επί 22 λόγων.  Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους.  Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω.  Αναφορά σ’ αυτούς γίνεται στη συνέχεια κατά ομάδες που παρουσιάζουν κοινό αντικείμενο.  Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων διαταγμάτων.

 

Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγομένων στηρίζεται ουσιαστικά στην ίδια νομική βάση μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπρόσθετη αναφορά, ανάμεσα σ’ άλλα, στη Δ.48 Θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.2023, στις αρχές του δικαίου επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Σπυρούλας Σπύρου, υπαλλήλου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους Εναγομένους στην παρούσα υπόθεση. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση προβάλλονται γεγονότα και αναλύονται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι και επεξηγούνται.  Τα επικαλούμενα γεγονότα και αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή των Εναγομένων στην παρούσα διαδικασία.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης.  Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν.  Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις.  Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε δικονομικές διατάξεις και με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους.  Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό.  Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών.  Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων και των προφορικών νομικών τοποθετήσεων τους, τα οποία και μελέτησα με προσοχή.  Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα.  Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τους συναφείς δικονομικούς θεσμούς και τη νομολογία που αμφότεροι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει.

 

Εκείνο που διαπιστώνω μέσα από μέσα από προσεκτική μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αλλά και από την γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της Ενάγουσας, είναι ότι όλες οι αιτούμενες τροποποιήσεις εδράζονται στο επιχείρημα ότι η αναγκαιότητα τους προέκυψε όταν περιήλθαν εις γνώση της Ενάγουσας η ύπαρξη περαιτέρω 9 συμφωνιών που μέχρι τότε δεν γνώριζε γι’ αυτές, πράγμα που έγινε όταν η κοινοπραξία συμμορφώθηκε με την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 25/25.

 

Κατά την συνήγορο της Ενάγουσας η απόκτηση γνώσης της ύπαρξης αυτών των 9 συμφωνιών ισοδυναμεί με νέο δεδομένο που εμπίπτει στην έννοια του Κ1(3) της τροποποίησης της Δ.25.  Αυτό μου επιβεβαίωσε η εν λόγω συνήγορος μέσα από διευκρίνηση που της ζητήθηκε, στα πλαίσια της προφορικής συμπληρωματικής νομικής επιχειρηματολογίας της.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2022. Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα αγωγή διέπεται από τους παλαιούς Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν σε υποθέσεις που είχαν εγερθεί μέχρι 31.08.23.

 

Όπως γίνεται κατανοητό το αντικείμενο εξέτασης αφορά δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου και συγκεκριμένα της έκθεσης απαίτησης.

 

Η τροποποίηση ενός δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η εξουσία του Δικαστηρίου να προβαίνει σε τροποποίηση δικογράφου πηγάζει κατ’ εξοχήν από την Δ.25. Η εν λόγω διαταγή έτυχε εκ βάθρου αναθεώρησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, οι διατάξεις της οποίας έτυχαν καθολικής εφαρμογής σε όλες τις αγωγές ανεξαρτήτως κλίμακας από 01.01.16.

 

Ο Κ.1 πραγματεύεται δικονομικά τη δυνατότητα τροποποίησης ενός κλητηρίου εντάλματος ή ενός δικογράφου γενικά, αναλόγως του σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση τροποποίησης υπεβλήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Ένεκα του σταδίου που βρίσκεται η παρούσα υπόθεση, σχετικός είναι ο Κ.1(3) της Δ.25, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής:

 

«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων καθιστά αντιληπτό ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου εκτός:

(α)       όταν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου ή

(β)       όταν προκύψουν νέα δεδομένα που δεν υπήρχαν στο στάδιο λήψης οδηγιών για έγερση αγωγής ή της καταχώρησης δικογραφίας.

 

Σε αντίθεση με την παλαιά Δ.25 που έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η τροποποιημένη Δ.25 περιορίζει το πεδίο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον οριοθετείται στο πλαίσιο των δύο περιπτώσεων που συγκεκριμένα αναφέρει. Στόχος της ριζικής τροποποίησης της Δ.25 είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η αναχαίτιση της ανεξέλεγκτης τροποποίησης δικογράφων ιδιαίτερα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, η οποία, χωρίς αμφιβολία, προκαλεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Με τον τρόπο αυτό δίδεται η ευκαιρία να καλλιεργηθεί στη συνείδηση των δικηγόρων η ανάγκη για μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στη σύνταξη δικογράφων.

 

Ενόψει της ριζικής αλλαγής των προνοιών της Δ.25, θα έλεγα ότι η νομολογία της παλαιάς Δ.25 δεν προσφέρεται για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, η οποία διέπεται δικονομικά από την τροποποιημένη Δ.25. Συνεπώς η εξέταση της υπό κρίση αίτησης, στο βαθμό που αφορά την τροποποιημένη Δ.25, πραγματοποιείται στη βάση των περιορισμένων παραμέτρων της εν λόγω διαταγής (Μονοκό (Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών) Λτδ v. C & S Amart Move Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε99/2022 ημερ. 03.10.25, η οποία αφορούσε σε αίτηση τροποποίησης που καταχωρίστηκε μετά την κλήση για οδηγίες οπότε εξετάστηκε δυνάμει του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25).

 

Εάν και εφόσον κριθεί ότι πληρείται μια εκ των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων του Κ.1(3), τότε μόνον μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων όπως καθιερώθηκαν από την νομολογία, μεταξύ άλλων στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 33. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Θεοδοσιάδου v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε26/2025 ημερ. 06.04.26 που επίσης αφορά σε αίτηση τροποποίησης που καταχωρίστηκε μετά την κλήση για οδηγίες οπότε εξετάστηκε δυνάμει του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25.

 

Στην Milla Global Inc. v. Flystar Holdings Limited κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε3/2025 I-Justice ημερ. 29.04.25 συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω), οι οποίες έχουν ως ακολούθως:      

 

«1.       Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

2.         Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.

3.         Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση.  Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.

4.         Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα, αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.

 

Ειδικότερα για τον παράγοντα χρόνο, η νομολογία καταδεικνύει ότι είναι σχετικός, χωρίς όμως να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας και ότι, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης (βλ. Astor Co κ.α. v. A. & G. Leventis Ltd κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2002) 1 Α.Α.Δ. 223).

 

Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται, έχει και το βάρος απόδειξης της  (βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. ν. A & G Leventis κ.ά. (1993) 1 ΑΑΔ 726).»

 

Η πρώτη περίπτωση υπό το αυστηρό πλαίσιο του δικονομικού καθεστώτος της τροποποιημένης Δ.25 είναι, με βάση τις πρόνοιες του Κ.1(3), να υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Στην Μονοκό Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών) Λτδ v. C & S Amart Move Developers Ltd (πιο πάνω) και μετέπειτα στην Θεοδοσιάδου v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή».

 

Στην παρούσα υπόθεση είναι προφανές ότι η προσπάθεια εισαγωγής γεγονότων και τροποποίησης θεραπειών στην έκθεση απαίτησης δεν συνιστούν απλά τυπογραφικά λάθη αλλά ούτε μικρές ασάφειες. Ούτε βέβαια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η μη αναφορά τους είναι προϊόν τυπικών παραλείψεων. Σε τελευταία ανάλυση η μη αναφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα τυπικά λανθασμένης σύνταξης της έκθεσης απαίτησης. Η φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων, όπως αυτή προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αλλά και από τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Ενάγουσας είναι τέτοια που σαφώς η μη αναφορά τους δεν πρόκειται για καλόπιστο λάθος.

 

Επομένως όλες οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης περίπτωσης.

 

Η δεύτερη περίπτωση που περιέχεται στις πρόνοιες του Κ.1(3) της Δ.25 είναι όταν προκύψουν νέα δεδομένα που δεν υπήρχαν στο στάδιο λήψης οδηγιών για έγερση αγωγής ή της καταχώρησης δικογραφίας. Δηλαδή όταν δημιουργούνται νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά το χρόνο που ο δικηγόρος έλαβε οδηγίες να καταχωρήσει την αγωγή ή το δικόγραφο για το οποίο ζητείται η τροποποίηση του.

 

Η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι θεωρεί ως «νέα δεδομένα μη υπαρκτά» η εκ των υστέρων γνώση της για την ύπαρξη 9 επιπλέον συμφωνιών δεν με βρίσκει σύμφωνο.

 

Οι επικαλούμενες συμφωνίες υπήρχαν από την αρχή και βεβαίως υπήρχαν πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης.  Η εκ των υστέρων γνώση της Ενάγουσας για την ύπαρξη τους δεν είναι νέο δεδομένο.  Οι εν λόγω συμφωνίες είχαν συνομολογηθεί και τέθηκαν σε ισχύ πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης.  Αυτό είναι το δεδομένο και δεν είναι νέο.  Απλά αυτό το δεδομένο περιήλθε εις γνώση της Ενάγουσας μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας με παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή αρ. 574/17 ημερ. 16.06.2022 Alpha Bank Cyprus Ltd v. K. A. ως Ειδικώς Διαχειριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α.  Με κάθε σεβασμό στη συνήγορο, παρόλο ότι η υπόθεση αυτή δεν είναι δεσμευτική, εντούτοις το σκεπτικό της διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι η απόσυρση της αγωγής αρ. 6466/12 και του συντηρητικού διατάγματος, βάση του οποίου ελευθερώθηκε η δυνατότητα να δικογραφήσει συγκεκριμένες εγγυητικές, δημιούργησε νέα δεδομένα.  Αυτά τα νέα δεδομένα ήταν η ανάδειξη νέων γεγονότων. Τα νέα γεγονότα ήταν η απόσυρση της εν λόγω αγωγής που συμπαρέσυρε το συντηρητικό διάταγμα που ήταν σε ισχύ.  Η απόσυρση ισοδυναμούσε με νέο γεγονός, το οποίο εκλήφθηκε ότι ήταν νέο δεδομένο που ενέπιπτε στην έννοια του Κ.1(3) της τροποποιημένης Δ.25.

 

Στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο,  Οι επικαλούμενες νέες συμφωνίες που η Ενάγουσα επιθυμεί να δικογραφήσει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπήρχαν από την αρχή.  Δεν συνομολογήθηκαν μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης.  Απλά δεν ήταν εις γνώση της Ενάγουσας.  Οτιδήποτε δεν είναι εις γνώση της Ενάγουσας δεν αποτελεί νέο δεδομένο.  Από τις αναφορές της Ενάγουσας προκύπτει ότι πάντοτε ήταν γεγονός και συνάμα πάντα ήταν δεδομένο ότι η Εναγομένη 3 εμπλέκεται σε 16 συμφωνίες.  Η γνώση της Ενάγουσας γι’ αυτές δεν είναι νέο γεγονός / δεδομένο, το οποίο δημιουργήθηκε στην πορεία αλλά δεδομένο που υφίστατο πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης.

 

Προς επίρρωση του σκεπτικού μου παραπέμπω στις αποφάσεις του Εφετείου, στις οποίες έχω αναφερθεί προηγουμένως.

 

Κατά συνέπεια, οι προαναφερόμενες αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης περίπτωσης.

 

Εφόσον για τις πιο πάνω αιτούμενες τροποποιήσεις δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις δύο προϋποθέσεις του Κ.1(3), δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων όπως καθιερώθηκαν από την νομολογία, μεταξύ άλλων στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω).

 

Στη βάση των πιο πάνω, οι λόγοι ένστασης αρ. 4 και 7 επιτυγχάνουν.  Ενόψει της επιτυχίας των λόγων ένστασης που αφορούν κυρίως την ουσία της υπό κρίση αίτησης, παρέλκει  η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.

 

Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1-3 / Καθ’ ων η αίτηση 1-3 και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας. Τα έξοδα να πληρωθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση τους.

 

 

 

                                                                        (Υπ.)   ..................................................

                                                                                          Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο