Ροζαλίας Χριστοφόρου κ.α. ν. Βερόνικας Ζαλέβσκαγια, Αρ. Αγωγής: 2275/2019, 29/10/2026
print
Τίτλος:
Ροζαλίας Χριστοφόρου κ.α. ν. Βερόνικας Ζαλέβσκαγια, Αρ. Αγωγής: 2275/2019, 29/10/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής:  2275/2019

Μεταξύ:

 

1.     Ροζαλίας Χριστοφόρου, από τη Λεμεσό

2.     Νίκου Χριστοφόρου, από τη Λεμεσό

      Εμπορευόμενοι ως N & R Christoforou Architects

Εναγόντων

ν.

 

Βερόνικας Ζαλέβσκαγια, από τη Λεμεσό

Εναγόμενης

 

Ημερομηνία: 29.10.2026

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες:  κ. Ν. Πιριλίδης με κα Ελ. Αντωνιάδου για Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για την Εναγόμενη:  κα Χρ. Αντωνίου για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι αρχιτέκτονες, σύζυγοι μεταξύ των και διατηρούν επαγγελματική συνεργασία κάτω από την επαγγελματική επωνυμία και/ή συνεταιρισμό N & R Christoforou Architects. Η Εναγόμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης του χωραφιού με αρ. εγγρ. 7/[ ], Φ/Σχ 0/2-212-343, Τεμ. [ ] στην τοποθεσία Τραχωνιά στην κοινότητα του Αγίου Τύχωνα, στην επαρχία Λεμεσού (στο εξής αναφερόμενο ως το «Ακίνητο»).

 

Αποτελεί την εκδοχή των εναγόντων ότι κατά ή περί τις 17.07.2017 κάτω από την επαγγελματική τους επωνυμία απέστειλαν στην εναγόμενη την προσφορά τους, αναφορικά με αρχιτεκτονικές υπηρεσίες και/ή άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, τις οποίες επιθυμούσε η τελευταία αναφορικά με την ανέγερση κατοικίας στο Ακίνητο με προϋπολογισθείσα αξία €1,500,000 και η οποία συμπεριλάμβανε διαφορετικούς τρόπους πληρωμής και διαφορετικό πακέτο υπηρεσιών. Η Εναγόμενη αποδέχτηκε προσωπικά και/ή μέσω του αντιπροσώπου της, ήτοι του συζύγου της κ. Αρκάδι Ζαλέβσκι, την προσφορά που αφορούσε ποσοστό 12.3% επί της προϋπολογισθείσας αξίας του Έργου και η οποία συμπεριλάμβανε, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών από άλλους τεχνικούς συμβούλους, καταβάλλοντας στους Ενάγοντες την προκαταβολή η οποία προβλεπόταν στην εν λόγω προσφορά (αναφερόμενη από τους ενάγοντες ως η «Πρώτη Συμφωνία»). Η συμφωνία διέπετο από ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους όπως μεταξύ άλλων ότι η αμοιβή σε ποσοστό 12.3% επί του προκαταρκτικού προϋπολογισμού του έργου ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €184,500, πλέον ΦΠΑ. H αμοιβή χωριζόταν σε 2 σκέλη, το 1ο σε σχέση με τις μελέτες του Έργου το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €120,000 πλέον ΦΠΑ και το 2ο σε σχέση με τις επιβλέψεις κατά την ανέγερση του Έργου, οι οποίες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €64,500 πλέον ΦΠΑ. Η αμοιβή αναφορικά με τις μελέτες θα καταβαλλόταν σε στάδια, ήτοι 10% επί της συμφωνηθείσας αμοιβής τους σε σχέση με τις μελέτες, ήτοι €12,000 πλέον ΦΠΑ θα διδόταν ως προκαταβολή, με την κατάθεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων θα καταβαλλόταν 30% της συμφωνηθείσας αμοιβής τους σε σχέση με τις μελέτες, ήτοι το ποσό των €36,000 πλέον ΦΠΑ. Με την παραλαβή της πολεοδομικής άδειας του Έργου 10% της αμοιβής, ήτοι το ποσό των €12,000 πλέον ΦΠΑ, με την κατάθεση της άδειας οικοδομής 40% της συμφωνηθείσας αμοιβής ήτοι το ποσό των €48,000 πλέον ΦΠΑ και με την παραλαβή της άδειας οικοδομής 10% ήτοι το ποσό των €12,000 πλέον ΦΠΑ. Η αμοιβή σχετικά με τις επιβλέψεις, ήτοι €64,500 πλέον ΦΠΑ, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο 35% της συμφωνηθείσας συνολικής αμοιβής τους και θα καταβαλλόταν κατά την διάρκεια της επίβλεψης ανέγερσης του Έργου. Οι Ενάγοντες σύμφωνα με την Πρώτη Συμφωνία παρείχαν τις υπηρεσίες τους προς την Εναγόμενη και στις 25.09.2017 κατέθεσαν τα απαραίτητα έγγραφα στην αρμόδια πολεοδομική αρχή και η οποία 15.11.2017 εξέδωσε την πολεοδομική άδεια. Στις 05.07.2018 κατέθεσαν στην αρμόδια αρχή την απαραίτητη αίτηση με τα σχετικά αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια του Έργου  και στις 12.09.2018 η οικοδομική άδεια του Έργου εγκρίθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο Άγιου Τύχωνα. Η Εναγόμενη παρά την έκδοση της Οικοδομικής Άδειας δεν την παρέλαβε. Αποτελεί θέση των ότι στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας η εναγόμενη παρέλειψε να τους καταβάλει το συμφωνηθέν υπόλοιπο της αμοιβής τους για το οποίο έχουν παρέχει τις υπηρεσίες τους με την πρόφαση ότι η Εναγόμενη δεν επιθυμούσε την ανέγερση του έργου. Συγκεκριμένα αρνείται να καταβάλει το ½ της συμφωνηθείσας δόσης η οποία κατέστη απαιτητή με την κατάθεση της Οικοδομικής Άδειας, ήτοι €24,000 πλέον ΦΠΑ και το σύνολο του ποσοστού της αμοιβής των Εναγόντων σύμφωνα με την Πρώτη Συμφωνία, η οποία κατέστη απαιτητή με την έκδοση της Οικοδομικής Άδειας του Έργου, ήτοι €12,000 πλέον ΦΠΑ. Πέραν της 1ης συμφωνίας ισχυρίζονται ότι μετά την κατάθεση της Πολεοδομικής Άδειας περί το Πάσχα του 2018 η Εναγόμενη ήθελε να προβεί σε εκμοντερνισμό των αρχιτεκτονικών σχεδίων κάτι που θα επέφερε την σχεδόν ολική αναπροσαρμογή τους. Ενόψει της επιθυμίας της εναγόμενης για ολική τροποποίηση των σχεδίων και στη βάση του όρου της 1ης συμφωνίας ότι το κόστος οποιασδήποτε αλλαγής μετά την έκδοση της Πολεοδομικής Άδειας θα επιβάρυνε την εναγόμενη, οι Ενάγοντες με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 11.05.2018 και/ή 28.06.2018 διαβίβασαν στην Εναγόμενη και/ή στον σύζυγο - αντιπρόσωπο της, την πρόταση τους ύψους €15,000 πλέον ΦΠΑ, για τις ζητούμενες μετατροπές και εκμοντερνισμό των σχεδίων, πλέον €8,000 πλέον ΦΠΑ για τις υπηρεσίες του πολιτικού μηχανικού πλέον €5,000 πλέον ΦΠΑ για τις υπηρεσίες του μηχανολόγου μηχανικού. H Εναγόμενη αποδέχτηκε δια της συμπεριφοράς της την εν λόγω πρόταση των Εναγόντων δίδοντας στην συνέχεια και στη βάση της εν λόγω πρότασης των Εναγόντων εντολή στους τελευταίους όπως προβούν στις εν λόγω μετατροπές. Οι διάδικοι συμφώνησαν περαιτέρω, για εξοικονόμηση χρόνου, ότι η Οικοδομική Άδεια θα εκδιδόταν στη βάση των αρχικών αρχιτεκτονικών σχεδίων της 1ης Συμφωνίας και επί των οποίων είχε εκδοθεί η Πολεοδομική Άδεια και στη συνέχεια όταν θα ξεκινούσε η ανέγερση του έργου στη βάση των τροποποιημένων και/ή εκμοντερνισμένων αρχιτεκτονικών σχεδίων θα προέβαιναν σε αλλαγές στην Οικοδομική Άδεια ούτως ώστε να συμβαδίζει με τα τροποποιημένα σχέδια. Η αμοιβή για τις υπηρεσίες των εναγόντων για τη 2η συμφωνία εκ ποσού €15.000 πλέον Φ.Π.Α θα καθίστατο πληρωτέα με την ολοκλήρωση και/ή έγκριση των νέων σχεδίων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ενώ παρέδωσαν τα τροποποιημένα σχέδια στην εναγόμενη και η οποία τα ενέκρινε ένεκα του γεγονότος ότι δεν προτίθετο να προβεί στην ανέγερση του έργου αρνείται να καταβάλει την αμοιβή των εναγόντων.

 

Αποτελεί θέση τους ότι δικαιούνται τα ποσά λόγω παράβασης των όρων της 1ης και 2ης συμφωνίας ενώ περαιτέρω και διαζευκτικά αναφορικά με τις υπηρεσίες τους για την τροποποίηση των σχεδίων με βάση τη 2η συμφωνία ότι δικαιούνται αμοιβή στη βάση της αρχής «Quantum Meruit» και συνεπακόλουθα ότι δικαιούται εύλογου αμοιβής στην βάση των προσφερθεισών υπηρεσιών τους αναφορικά με τα τροποποιημένα αρχιτεκτονικά σχέδια του Έργου η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €48,000 πλέον ΦΠΑ και παραθέτουν λεπτομέρειες ως προς τις ώρες εργασίας και τις αμοιβές.

 

Στη βάση της πιο πάνω εκδοχής οι ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση απόφασης υπό μορφή αναγνωριστικών διαταγμάτων αλλά και απόδοσης των ποσών των €36.000,00 από την 1η συμφωνία, των €15.000,00 εκ της 2ης, πλέον Φ.Π.Α, και διαζευκτικά για την 2η συμφωνία ποσό €48.000,00 πλέον Φ.Π.Α στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως εύλογη αμοιβή.

 

Από την δική της πλευρά η εναγόμενη προώθησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Κατάγεται από τη Ρωσία και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, δεν γνωρίζει καθόλου την Ελληνική γλώσσα γεγονός το οποίο οι ενάγοντες γνώριζαν αφού διατηρούσαν μαζί της φιλικές σχέσεις. Παραδέχεται την ιδιοκτησία του ακινήτου από και ισχυρίζεται ότι περί 2017 συζητούσε με την Ενάγουσα 1 και/ή τους Ενάγοντες όπως αναλάβουν την εκτέλεση αρχιτεκτονικών εργασιών και/ή άλλων συναφών εργασιών αναφορικά με την ανέγερση οικογενειακής κατοικίας στο ακίνητο, απορρίπτει όμως ότι αποδέχτηκε την προσφορά των Εναγόντων και/ή ότι αποδέχτηκε ότι η προϋπολογισθείσα αξία του έργου ανέρχεται στο ποσό των €1,500,000 με αμοιβή των εναγόντων στο 12,3%. Ειδικότερα αρνείται ότι συμφώνησε στην «Πρώτη Συμφωνία» και στους όρους ως αναφέρονται και περαιτέρω και/ή διαζευκτικά εάν ήθελε αποδειχτεί ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν τέτοια προσφορά και/ή συμφωνία ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα 1 κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας προέβη στην ετοιμασία προκαταρκτικής κατάστασης η οποία περιλάμβανε υπολογισμούς αναφορικά με διάφορα κόστη και χρεώσεις και το κόστος αντιστοιχούσε σε ενδεικτικά ποσά στο περίπου που δεν ανταποκρίνονταν σε πραγματικές και/ή λογικές τιμές. H Εναγόμενη ουδέποτε υπέγραψε ή αποδέχτηκε το περιεχόμενο της  προσφοράς. Οι Ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν είχε καθόλου γνώση της ελληνικής γλώσσας και/ή καθόλου σχετική εμπειρία και/ή ότι είχε αποκτήσει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της Ενάγουσας παραπλάνησαν και/ή απέκρυψαν από την Εναγόμενη την φύση και/ή το περιεχόμενο της συμφωνίας και/ή σημαντικά στοιχεία και πληροφορίες σε σχέση με τις υπηρεσίες που θα προσέφεραν με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να βρίσκεται σε άγνοια και/ή να μην έχει κατανοήσει ορθά την φύση και/ή το κόστος. Η εναγόμενη ποτέ δεν είχε πραγματική εικόνα των χρεώσεων και/ή της κοστολόγησης .

 

Άνευ βλάβης αναφέρει ότι σε γραπτή και/ή προφορική επικοινωνία που είχε με την Ενάγουσα ανέφερε στην τελευταία ότι επιθυμούσε να λάβει γνώση με ακρίβεια ως προς τις πραγματικές τιμές για τις οποίες θα χρεωνόταν. H Ενάγουσα την διαβεβαίωνε ότι οι οποιεσδήποτε εργασίες θα πραγματώνονταν κατόπιν ενημέρωσης και/ή έγκριση της και αφού πρωτίστως ενημερωνόταν για το πραγματικό κόστος των χρεώσεων. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι Ενάγοντες της υπέδειξαν έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων ήταν στα ελληνικά με σκοπό την υπογραφή των εγγράφων αυτών από την ίδια και αυτή λόγω εμπιστοσύνης που έδειχνε προς το πρόσωπο τους προέβαινε στην υπογραφή. Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγόντων κατάφεραν να την πείσουν να τους καταβάλλει ανά διάφορα τακτά χρονικά διαστήματα διάφορα ποσά χωρίς στην πραγματικότητα να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες. Δεν αποδέχεται επιπλέον ότι οι ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες και/ή κατέθεσαν στην αρμόδια αρχή τα αρχιτεκτονικά σχέδια και άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού αναφέρει ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εκπόνηση και/ή κατάθεση των σχεδίων κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Περαιτέρω αναφέρει ότι κατ' επανάληψη ζήτησε από τους Ενάγοντες να προβούν σε εικονική τρισδιάστατη σχεδίαση των αρχιτεκτονικών σχεδίων κατά τρόπο κατανοητό προς την ίδια κάτι που οι ενάγοντες παρέλειψαν να πράξουν. Όταν εν τέλει οι Ενάγοντες παρουσίασαν τα σχέδια, η Εναγόμενη αντιλήφθηκε ότι τα σχέδια δεν απεικόνιζαν την επιθυμητή οικία γεγονός το οποίο επισήμανε. Παρά ταύτα οι ενάγοντες προχώρησαν στην κατάθεση των σχεδίων σε ότι αφορά τις διαδικασίες έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και/ή άδειας οικοδομής, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια της.

 

Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι οι ενάγοντες κατά την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων δεν επέδειξαν την πρέπουσα επιμέλεια και/ή δεν προέβησαν στο αναμενόμενο αποτέλεσμα και παρά το γεγονός ότι τους επεσήμανε ότι θα έπρεπε να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για σκοπούς συμμόρφωσης, οι Ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο τους υποσχέθηκαν ότι θα προέβαιναν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα και την έπεισαν ότι θα ήταν προτιμότερο να προχωρήσουν με την διαδικασία έκδοσης της άδειας οικοδομής με τα υφιστάμενα σχέδια, τα οποία θα διόρθωναν μετά την κατάθεση τους στην αρμόδια αρχή, για να μην προκληθεί δήθεν μεγάλη καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου και έτσι προχώρησαν στην κατάθεση των σχεδίων. Στη συνέχεια ενημέρωσαν την Εναγόμενη ότι για οποιεσδήποτε τυχόν αλλαγές θα προέβαιναν σε περαιτέρω χρεώσεις και προέβησαν αυθαίρετα σε αυτές. Περί τον Ιούλιο του 2018 διαμαρτυρόμενη προς τους Ενάγοντες σε ότι αφορά την μεταξύ τους συνεργασία ακύρωσε την μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να ενεργήσουν κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους περιεχόμενους εις την συμφωνία όρους και/ή δεν ενήργησαν ως όφειλαν κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας και περεταίρω ότι οι Ενάγοντες επέδειξαν τέτοια αμέλεια κατά την εκτέλεση της συμφωνίας και/ή των όρων της συμφωνίας την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο και/ή παρέλειψαν να καταβάλουν τέτοια δεξιότητα ή επιμέλεια κατά την άσκηση την άσκηση των καθηκόντων τους. Παρατίθενται επιπλέον λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των νόμιμων και/ή συμβατικών καθηκόντων των εναγόντων και παράβασης των όρων της συμφωνίας και των κανονισμών περί δεοντολογίας του ΕΤΕΚ. Πέραν των ανωτέρω παρατίθενται λεπτομέρειες αναφορικά με τη θέση της περί ανεπίτρεπτου επηρεασμού και/ή ψυχικής πίεσης και/ή κατάχρησης της εμπιστοσύνης της εναγόμενης και/ή ψευδών παραστάσεων.

 

Σε ότι αφορά την ύπαρξη 2ης συμφωνίας αρνείται κάθε σχετικό ισχυρισμό επαναλαμβάνοντας τις θέσεις περί αμέλειας και/ή παράβασης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των νόμιμων και/η συμβατικών καθηκόντων των εναγόντων, τις λεπτομέρειες ανεπίτρεπτου επηρεασμού (undue influence) και/η ψυχικής πίεσης πραγματικής και τεκμαιρόμενης και/η κατάχρησης της εμπιστοσύνης της εναγόμενης και/η ψευδών παραστάσεων. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων και δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό ότι ήθελε να προβεί σε εκμοντερνισμό των σχεδίων. H Εναγόμενη επεσήμανε στους Ενάγοντες ότι θα έπρεπε να μεριμνήσουν έτσι ώστε το αποτέλεσμα να συνάδει με τα όσα είχαν συμφωνήσει αρχικά ενώ οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις αφορούσαν την συμπεριφορά των Εναγόντων. Περαιτέρω αρνείται ότι αποδέχτηκε δια της συμπεριφοράς της, την πρόταση των Εναγόντων ημερ. 11/05/2018 και/ή 28/06/2018 για το ποσό των €15,000. Σε ότι αφορά την ύπαρξη 2ης συμφωνίας αρνείται κάθε σχετικό ισχυρισμό επαναλαμβάνοντας τις θέσεις περί αμέλειας και/ή παράβασης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των νόμιμων και/η συμβατικών καθηκόντων των εναγόντων, τις λεπτομέρειες ανεπίτρεπτου επηρεασμού (undue influence) και/η ψυχικής πίεσης πραγματικής και τεκμαιρόμενης και/η κατάχρησης της εμπιστοσύνης της εναγόμενης και/η ψευδών παραστάσεων. Σε καμία περίπτωση δεν οφείλει τα εν λόγω ποσά και/ή οποιαδήποτε άλλα ποσά. Ισχυρίζεται τέλος ότι ως αποτέλεσμα των πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγόντων, έχει υποστεί ζημιά αφού κατέβαλε στους Ενάγοντες άνευ νόμιμου ανταλλάγματος το συνολικό ποσό των €105,973.00 το οποίο αξιώνει ανταπαιτητικώς. Επιπλέον αξιώνει την έκδοση δηλωτικού διατάγματος περί του ότι η συμφωνία του 2017 και/ή η οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων  ήταν άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή έχει νόμιμα τερματισθεί και/ή ακυρωθεί δεόντως και/ή διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η επίδικη συμφωνία λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή ανακριβών δηλώσεων και/ή λόγω δόλιας και/ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή πληροφοριών και/ή γεγονότων εκ μέρους των Εναγόντων και/ή λόγω άσκησης πίεσης και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά δήλωση ότι οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε ουσιώδεις παραβιάσεις της συμφωνίας και ως εκ τούτου έχουν απωλέσει το δικαίωμα να αξιώνουν ως η Ε/Α.  Αξιώνονται επιπλέον αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης όπως και τιμωρητικές.

 

Σημειώνεται ότι η εναγόμενη στη βάση διατάγματος ημερ. 26.1.22 καταχώρησε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης της και οι οποίες αποτελούν μέρος του δικογράφου της. 

Με το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση οι ενάγοντες αρνούνται κάθε ισχυρισμό της εναγόμενης που δεν συνάδει με την εκδοχή τους. Μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι οι διαβουλεύσεις με την Εναγόμενη και/ή τον σύζυγο αυτής, καθώς και η μεταξύ τους αλληλογραφία ήταν στη Ρωσική γλώσσα, ενώ τόσο η 1η όσο και η 2η συμφωνία ήταν τόσο στην Ελληνική όσο και στη Ρωσική γλώσσα και όλα τα έγγραφα που υπόγραφε η Εναγόμενη στην Ελληνική μεταφράζονταν δεόντως. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια που ετοίμασαν οι Ενάγοντες ήταν εξ’ αρχής τρισδιάστατα έτσι που η Εναγόμενη να μπορεί να αντιλαμβάνεται πλήρως και απευθείας την ιδέα και/ή το σχεδιασμό του έργου με όλες τις λεπτομέρειες αυτού. Περαιτέρω, η Εναγόμενη εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται είτε άγνοια είτε μονομερής ενέργειες χωρίς την συγκατάθεση της από τους Ενάγοντες αφού υπέγραφε τόσο τις αναγκαίες αιτήσεις όσο και τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την εξασφάλιση των νενομισμένων αδειών. Αρνούνται ότι η εναγόμενη ακύρωσε και/ή τερμάτισε τη συμφωνία λόγω τάχα εξασκηθείσας ψυχικής πίεσης και/ή εξαπάτησης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ένεκα απαίτησης αμοιβής «πέραν της συμφωνηθείσας» και/ή λόγω αναμενόμενης παράβασης σύμβασης (anticipatory breach) και ισχυρίζονται ότι άλλοι είναι οι πραγματικοί λόγοι πίσω από τον ισχυριζόμενο τερματισμό και ειδικότερα η αποφυγή πληρωμής της συμφωνηθείσας αμοιβής από τη μια και η δελεαστική επιλογή που τους δόθηκε για ενοικιαγορά της υφιστάμενης οικίας όπου διέμεναν με ενοίκιο από την άλλη. Επιπλέον λόγος ήταν και ότι σε περίπτωση που η εναγόμενη προχωρούσε με το έργο θα έπρεπε να αναλάβει εξ ολοκλήρου το κόστος κατασκευής δρόμων και πρασίνου που κυμαινόταν μεταξύ €150,000 - ­€200,000 ενόψει άρνησης του συνιδιοκτήτη του υπόλοιπου ½ μεριδίου του κτήματος να αναλάβει την αναλογία του στο εν λόγω κόστος. Επιπλέον αρνούνται κάθε ισχυρισμό της εναγόμενης αναφορικά με τις λεπτομέρειες που τις αποδίδονται και ειδικότερα τις αξιώσεις σε αποζημίωση συνεπεία αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή αμέλειας και/ή παράβασης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των νόμιμων και/ή συμβατικών καθηκόντων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατάχρησης εμπιστοσύνης οι οποίες ισχυρίζονται ότι στερούνται νομικού και πραγματικού υποβάθρου. Σε ότι αφορά τον ισχυριζόμενο τερματισμό αρνούνται ότι η εναγόμενη έχει τερματίσει νόμιμα την 1η Συμφωνία και/ή την 2η  και οι οιοιδήποτε ισχυρισμοί της είναι ανυπόστατοι και αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων.

 

Για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης των εναγόντων, κατέθεσαν στο Δικαστήριο η κα. Λούτα Ζερβού (Μ.Ε.1) και η Ενάγουσα 1 (Μ.Ε.2). Για την υπεράσπιση και προώθηση της ανταπαίτησης κατέθεσαν ο σύζυγος της εναγόμενης, κ. Αρκάδης Ζαλέβσκη (Μ.Υ.1) και η εναγόμενη (Μ.Υ.2). Κατατέθηκαν συνολικά 41 τεκμήρια.

Με το πέρας της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με την επιχειρηματολογία τους τόσο επί της μαρτυρίας όσο και επί των νομικών ζητημάτων. Το σύνολο αυτών έχει δεόντως μελετηθεί και αναφορά θα γίνει όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο.

Το σύνολο της μαρτυρίας ως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια καταγράφηκαν στα πρακτικά και έχουν δεόντως και λεπτομερώς μελετηθεί ως εκ τούτου δεν απαιτείται η πλήρης παράθεση των όσων αναφέρθηκαν. Θα αναφερθώ στην ουσία της εκδοχής και μαρτυρίας που έκαστος μάρτυρας έθεσε και ακολούθως θα γίνει παραπομπή σε επιμέρους θέσεις των στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας.

Η Μ.Ε.1 είναι δικηγόρος. Γνωρίζει τόσο την ελληνική όσο και τη ρωσική γλώσσα  ως πτυχιούχος ρωσικής φιλολογίας αλλά και κάτοχος πιστοποιητικού πολύ καλής γνώσης της ελληνικής γλώσσας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ενώ παράλληλα προσφέρει υπηρεσίες διερμηνέα στο Ε.Δ. Λεμεσού.  Σκοπός της μαρτυρίας της ήταν να καταθέσει ότι είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη σε μετάφραση από τη ρωσική γλώσσα των εγγράφων που επισύναψε ως τεκμήριο 1, στην ελληνική γλώσσα  ως τα έγγραφα που κατέθεσε ως τεκμήριο 2. Ουσιαστικά τα έγγραφα αυτά αφορούν ηλεκτρονική επικοινωνία της ενάγουσας 1 προς την εναγόμενη και τον σύζυγό της την περίοδο 2017 -  2019. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.

Η Μ.Ε.2, Ενάγουσα 1, κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α.  Σε αυτήν αναφέρεται με λεπτομέρεια  στη δική της εκδοχή γεγονότων.  Σε σχέση με το ακίνητο κατέθεσε τίτλο ιδιοκτησίας επ’ ονόματι της εναγόμενης και των συνιδιοκτητών αυτής ως τεκμήριο 3. Η εναγόμενη κατείχε ειδικό πληρεξούσιο  από τον συνιδιοκτήτη για να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο καθώς και αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανάπτυξη  του μεριδίου της επί του ακινήτου ως το τεκμήριο 4. Ως τεκμήρια 5 και 6  κατέθεσε τις πολεοδομικές άδειες διαχωρισμού του τεμαχίου σε 3 οικόπεδα και της αναπροσαρμογής συνόρων και ως τεκμήρια 7 και 8 την άδεια που εκδόθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα για τον διαχωρισμό και την αναπροσαρμογή. Σε σχέση με την προσφορά που απέστειλε στην εναγόμενη  για την αμοιβή των εναγόντων κατέθεσε τα τεκμήρια 9 και 10, ηλεκτρονική αλληλογραφία Ιουνίου και Ιουλίου 2017 αναφορικά με τον προκαταρκτικό προϋπολογισμό του έργου, τιμολόγια, αριθμό τραπεζικού λογαριασμού και ανάλυση της αμοιβής  μαζί με ηλεκτρονικό μήνυμα του συζύγου της εναγόμενης για την εξόφληση των δύο.  Αποτέλεσε θέση της ότι η εναγόμενη αποδέχτηκε την προσφορά και την αμοιβή σε ποσοστό επί του κόστους ανέγερσης.  Το Σεπτέμβρη του 2017 κατέθεσαν περιλαμβανομένων και των αρχιτεκτονικών σχεδίων στη Πολεοδομία έγγραφα για την έκδοση πολεοδομικής άδειας και στις 2.11.17 απέστειλαν στο σύζυγο της εναγόμενης τιμολόγιο και ακολούθως υπενθύμιση για πληρωμή αυτού ως τα σχετικά τεκμήρια 11 και 12. Κατέθεσε ως τεκμήριο 13 την πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε και ως τεκμήριο 14 ηλεκτρονικό μήνυμα με καταβολή ποσού έναντι της αμοιβής. Κατέθεσε την απάντηση της ίδιας ως τεκμήριο 15 και ως τεκμήριο 16 δέσμη εξουσιοδοτήσεων εντολέα προς εγγεγραμμένους μηχανικούς για παροχή υπηρεσιών  του ΕΤΕΚ. Αναφέρθηκε  στο αίτημα  της εναγόμενης κατά τον χρόνο που εκκρεμούσε η έκδοση της άδειας οικοδομής  για εκμοντερνισμό και μετατροπή των αρχιτεκτονικών σχεδίων  και την απάντηση στο αίτημα αυτό σύμφωνα με το τεκμήριο 17. Η επικοινωνία που ακολούθησε  σε σχέση με τις εργασίες που είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε αλλά και τα τροποποιημένα σχέδια κατατέθηκε ως τα τεκμήρια 18 και 19.  Ακολούθως έθεσε την εκδοχή της για την σύναψη της 2ης συμφωνίας και ειδικότερα ότι στις αρχές Ιουνίου  2018  έλαβαν εξουσιοδότηση από την εναγόμενη να προχωρήσουν με νέα αρχιτεκτονική λύση και η εναγόμενη είχε συμφωνήσει με τις χρεώσεις που της προτάθηκαν. Παράλληλα αποτέλεσε εισήγηση τους με σκοπό την εξοικονόμηση χρόνου να λάβουν άδεια οικοδομής στη βάση των αρχικών σχεδίων και κατά το στάδιο ανέγερση της κατοικίας να υπέβαλλαν αίτημα για αλλαγές και τροποποιήσεις σύμφωνα με εκμοντερνισμένα σχέδια. Κατέθεσε περαιτέρω αλληλογραφία  που περιλαμβάνει και εξόφληση τιμολογίων ως τα τεκμήρια 20 και 21. Ακολούθως κατέθεσε ως τεκμήρια 22 και 23 ηλεκτρονικά μηνύματα του Ιουλίου του 2018  με την επιβεβαίωση πληρωμής τιμολογίων και την εξουσιοδότηση  για την κατάθεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων για την άδεια οικοδομής.  Με βάση το τεκμήριο 24 ο σύζυγος της εναγόμενης κατέβαλε το τέλος για την έκδοση της άδειας οικοδομής  στο οποίο οι ενάγοντες απάντησαν ως το τεκμήριο 25.  Σχετικά με τη θέση της ότι η εναγόμενη και ο σύζυγός της  έδωσαν οδηγίες για κατάρτιση νέων σχεδίων και προχωρούσαν το έργο κατέθεσε τα τεκμήρια 26 και 27. Η άδεια οικοδομής εκδόθηκε σύμφωνα με ειδοποίηση του Κοινοτικού Συμβουλίου ως το τεκμήριο 28  κάτι για το οποίο ενημερώθηκε ο σύζυγος της εναγόμενης ως το τεκμήριο 29.  Η εναγόμενη δεν παρέλαβε την άδεια οικοδομή και κλήθηκε με νέα επιστολή του Κοινοτικού Συμβουλίου το 2019 να το πράξει ως το τεκμήριο 30.  Στις 30.5.19 ο σύζυγος της εναγόμενης απέστειλε κατάσταση για τις πληρωμές που έγιναν μέχρι τότε στους ενάγοντες  ενημερώνοντας τους ότι  το έργο έχει παγώσει  και δεν υπήρξε ενασχόληση αρκετά με το με τις αλλαγές του πρώτου έργου  ως το τεκμήριο 31.  Η απάντηση των εναγόντων κατατέθηκε ως το τεκμήριο 32.  Στις 10.7.19 η εναγόμενη και ο σύζυγος της ενημέρωσαν τους ενάγοντες σύμφωνα με το τεκμήριο 33  ότι δε σκοπεύουν να συνεχίσουν την κατασκευή  με τους ενάγοντες  να απαντούν μέσω του τεκμηρίου 34  και με το οποίο αξίωναν και καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Η αλληλογραφία που ακολούθησε με υπενθύμιση των εναγόντων κατατέθηκε ως τα τεκμήρια 35 και 36. Η αλληλογραφία που ακολούθησε τον Αύγουστο του 2019 κατατέθηκε ως τα τεκμήρια 37 και 38. Η μάρτυρας επανέλαβε τις αξιώσεις της  για το οφειλόμενο ποσό με βάση την 1η αλλά και τη 2η συμφωνία και ότι οι πραγματικοί λόγοι πίσω από τον ισχυριζόμενο τερματισμό ήταν η αποφυγή καταβολής των οφειλόμενων ποσών, η δελεαστική επιλογή για ενοικιαγορά της οικίας που διέμεναν αλλά και το μεγάλο κόστος για την κατασκευή δρόμων και χώρων πρασίνου. Τέλος κατέθεσε ως τεκμήρια 39 και 40 αντίγραφα των τρισδιάστατων σχεδίων που εξαρχής έγιναν.

 

Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε εκ νέου  στην προκαταρκτική κοστολόγηση του έργου, στην ανταλλαγή της αλληλογραφίας  και στην σύναψη της 2ης συμφωνίας για τον εκμοντερνισμό των σχεδίων περί τον Μάιο του 2018.  Συμφώνησε ότι δεν υπογράφηκε έγγραφο συμφωνίας  όμως υπογράφηκαν τα σχέδια,  οι εξουσιοδοτήσεις για τους μελετητές  και τηρήθηκε το πρόγραμμα πληρωμής ως η προσφορά.  Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ποσοστά  ανάλογα με το στάδιο εκτέλεσης των εργασιών. Σε ό,τι αφορά τον προκαταρκτικό υπολογισμό αναφέρθηκε στην εμπειρία τους ως μελετητές, για την έκταση του έργου που ήταν περίπου 970 m²  πλέον οι καλυμμένες βεράντες  και επεξήγησε ότι ο υπολογισμός είναι διαφορετικός από το τελικό κόστος  αλλά διαφώνησε ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα το τελικό κόστος να είναι κάτω του προκαταρκτικού.  Η θέση της ήταν ότι το συμφωνηθέν με την  εναγόμενη ήταν το ποσοστό επί του κόστους  αλλά εάν το κόστος ανέβαινε  δε θα υπερέβαινε η αμοιβή το ποσό της προσφοράς.  Τα σχέδια που κατέθεσαν για την έκδοση αδειών το Σεπτέμβριο του 2017 ήταν αυτά που υπέγραψε η εναγόμενη  και αφού προχώρησαν και οι μελέτες για το στατικό μέρος εκφράστηκε η επιθυμία για εκμοντερνισμό.  Ανέφερε ότι πάντα υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές.  Τα τρισδιάστατα σχέδια εξαρχής γίνονταν στη βάση συγκεκριμένου προγράμματος που τηρούσαν  από το 2009 στο γραφείο τους  και επέμεινε ότι τα τεκμήρια 39 και 40  ετοιμάστηκαν και  παραδόθηκαν στην εναγόμενη. Ανέφερε λεπτομέρειες των επιθυμιών της εναγόμενης για εκμοντερνισμό της οικίας, τη μείωση των τετραγωνικών από 970m2 σε 750m2, την καινούργια επιλογή κουζίνας  και επέμεινε ότι η εναγόμενη είχε πλήρη αντίληψη των όσων  συζητούνταν  με τη συνδρομή και διακοσμητή από την Ουκρανία.  Σε ό,τι αφορά τις εξουσιοδοτήσεις του ΕΤΕΚ συμφώνησε ότι είναι στην ελληνική γλώσσα επέμεινε όμως ότι  η ίδια εξήγησε στην ρωσική γλώσσα το περιεχόμενο τους στην εναγόμενη η οποία και τις υπέγραψε.  Αρνήθηκε τις υποβολές ότι εκμεταλλεύτηκε την άγνοια της εναγόμενης  για την ελληνική γλώσσα  και ότι απέκρυψε ουσιώδεις πληροφορίες για τη φύση και το κόστος των υπηρεσιών  αλλά και ότι έλαβε χρήματα χωρίς να παρέχει τις αντίστοιχες υπηρεσίες.  Παρέπεμψε στην έκδοση των αδειών αρνούμενη ότι τα σχέδια ήταν πρόχειρα.

 

Ο Μ.Υ.1 είναι ο σύζυγος της εναγόμενης. Κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση – Έγγραφο Γ. Αναφορικά με τη συνεργασία τους με τους ενάγοντες ισχυρίστηκε ότι η όλη επικοινωνία για τη διαμόρφωση και τα σχέδια γινόταν με τη σύζυγο του και ο ίδιος είχε την ευθύνη για την πληρωμή. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι στις 26.4.17 οι ενάγοντες απέστειλαν στον ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα σε λανθασμένη διεύθυνση με την προσφορά για το 12% της αμοιβής τους και άλλο μήνυμα την 1.3.18. Η θέση του ήταν ότι κατά την πρώτη συνάντηση τους με την Μ.Ε.1 δήλωσαν ξεκάθαρα ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν οιαδήποτε δέσμευση ως προς το ύψος της αμοιβής στη βάση της προσφοράς την οποία θεώρησαν υψηλή σε σχέση με τα δεδομένα της αγοράς εκείνη την περίοδο. Η Μ.Ε.1 προσπάθησε να τους πείσει ότι η εμπλοκή της θα οδηγούσε σε μείωση του συνολικού κόστους. Η Μ.Ε.1 τους διαβεβαίωσε ότι το συνολικό κόστος δεν θα ξεπερνούσε το 1.5 εκατομμύριο ευρώ και το έργο θα ολοκληρωνόταν εντός 30 μηνών οπότε και θα τους παρέδιδαν ένα σύγχρονο σπίτι με τον εσωτερικό σχεδιασμό ως δώρο. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι θα αναλάμβανε τη διαδικασία διαχωρισμού του οικοπέδου. Στις 17.7.17 έλαβαν νέα ηλεκτρονική προσφορά με ποσοστό αμοιβής 12,3% η οποία δεν υπογράφηκε  από τους ίδιους  ενώ απάντησαν ότι η συμφωνία έπρεπε να συζητηθεί  αφού επέστρεφε η σύζυγός του γεγονός που δείχνει ότι δεν υπήρχε αποδοχή ή ολοκλήρωση της συμφωνίας κατά το χρόνο εκείνο. Στις 21.7.17 απάντησε ότι δεν ήταν έτοιμοι να υπογράψουν συμφωνία και ότι έπρεπε να συζητήσουν τα βασικά σημεία και στις 30.11.17 που ενημέρωσε για νέα πληρωμή επανέλαβε την ίδια θέση. Πραγματοποιήθηκαν αρκετές συναντήσεις στην οικία τους και στο γραφείο των εναγόντων  χωρίς να υπογράψει η σύζυγος  του η οποία βασιζόταν στις διαβεβαιώσεις των εναγόντων  δείχνοντας προς αυτούς πλήρη εμπιστοσύνη.  Ουδέποτε συμφωνήθηκε  ότι  η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα αποτελούσε και το κύριο μέσο επικοινωνίας.  Αναφορικά με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που ετοιμάστηκαν το αποτέλεσμα δεν ανταποκρινόταν στα όσα είχαν συζητήσει και αυτό επισημάνθηκε στους ενάγοντες. Παρά ταύτα στις 25.9.17 οι ενάγοντες κατέθεσαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια  για σκοπούς έκδοσης πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής ισχυριζόμενοι ότι θα το έπρατταν για να αποφευχθεί καθυστέρηση και εύκολα θα μπορούσαν να τα τροποποιήσουν.  Σε μεταγενέστερο χρόνο που ήδη προχωρούσε η διαδικασία για την έκδοση άδειας οικοδομής τους ενημέρωσαν ότι οποιεσδήποτε αλλαγές στα σχέδια θα επέφεραν πρόσθετες χρεώσεις  τις οποίες ουδέποτε προηγουμένως τους εξήγησαν και συμφώνησαν.  Στις 30.11.17 με ηλεκτρονικό μήνυμα ανέφερε στους ενάγοντες ότι θα έπρεπε να ολοκληρώσουν τη συμφωνία  και η απάντηση ήταν ότι ήταν πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί τους. Στις 30.5.18 επισήμανε στους ενάγοντες ότι το έργο είχε ουσιαστικά παγώσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας οι ενάγοντες ζητούσαν πληρωμές χωρίς σαφή ενημέρωση ως προς το πραγματικό κόστος και το αντικείμενο των χρεώσεων  παρά την ισχυριζόμενη από πλευράς τους συμφωνία ότι οι οποιεσδήποτε εργασίες θα εκτελούνταν μόνο κατόπιν ενημέρωσης τους και έγκρισης ως προς το πραγματικό κόστος.  Οι πληρωμές έγιναν  κατόπιν αιτημάτων των εναγόντων χωρίς πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα των υπηρεσιών που αφορούσαν.  Αρνήθηκε πλήρως  την εκδοχή των εναγόντων για συμφωνία αμοιβής με ποσοστό επί του προκαταρκτικού κόστους αλλά και ότι υπήρξε οποιαδήποτε 2η συμφωνία για πιπλέον χρεώσεις. Αναφέρθηκε στην καταβολή ποσού πέραν των €100.000 προς τους ενάγοντες  χωρίς να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που είχε συμφωνηθεί και το οποίο προσδοκούσε.  Τον Ιούλιο 2019 ενημέρωσαν τους ενάγοντες για τον τερματισμό της συνεργασίας τους.

 

Προφορικά αναφέρθηκε και στο τεκμήριο 16 ισχυριζόμενος ότι αυτά στάλθηκαν με email και κλήθηκε η σύζυγος του να τα υπογράψει χωρίς να τα δει ο ίδιος και όταν διαμαρτυρήθηκε η Μ.Ε.2 τον διαβεβαίωσε ότι αφορούν τεχνικά μόνο θέματα για κατάθεση αιτήσεων για την έκδοση πολεοδομικών αδειών. Το παράπονο τους για τα σχέδια αφορούσε παράθυρα που απουσίαζαν από τα υπνοδωμάτια των παιδιών, τοίχους από γυαλί, γυάλινο πάτωμα και παρουσία δέντρου στο μέσο της οικίας. Διαφωνεί ότι ζήτησαν οποτεδήποτε εκμοντερνισμό των σχεδίων εφόσον ουδέποτε έτυχαν έγκρισης από τους ίδιους τα σχέδια που κατατέθηκαν. Αναφορικά με τα τρισδιάστατα σχέδια 39 και 42 ουδέποτε τα είδε στην μορφή που παρουσιάστηκαν δεμένα αλλά κάποια εξ’ αυτών τα είδε και πριν. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν ξεκάθαρα. Τα τεκμήρια 10 και 14 δείχνουν ότι δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία και ανέμεναν να συζητήσουν.  Η θέση του ήταν ότι το έργο «πάγωσε» ως η αναφορά του καθότι τα όσα η Μ.Ε.2 υποσχέθηκε σε σχέση με το κόστος, το χρόνο και το διαχωρισμό απέτυχαν και ήταν ασύμφορο για αυτούς να προχωρήσουν. Συμφώνησε ότι προέβαινε σε πληρωμές με βάση τα τιμολόγια αλλά ισχυρίστηκε συμφωνία για προπληρωμή συγκεκριμένων σταδίων.    

 

Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε σε συνάντηση του με τον συνήγορο των εναγόντων αναφορικά με το πρόβλημα που προέκυψε με τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου και την άδεια διαχωρισμού συμφωνώντας ότι μέρος του προβλήματος ήταν και το κόστος του διαχωρισμού. Συμφώνησε ότι η σύζυγος του έλαβε πληρεξούσιο για να προωθήσει διαχωρισμό και την αίτηση την υπέβαλε η Μ.Ε.2 και εκδόθηκε η άδεια. Τοποθετήθηκε επίσης σε ότι αφορά τα ακαδημαϊκά του προσόντα και εργασιακή πείρα. Σε ότι αφορά τη θέση του ότι κάποια ηλεκτρονικά μηνύματα στάλθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση της συζύγου του συμφώνησε ότι αυτά αποστέλλονταν και στην ορθή διεύθυνση του ίδιου αλλά λόγω του όγκου μηνυμάτων που λάμβανε δεν τα θυμάται. Η θέση του ως προς το ότι η προσφορά των εναγόντων για την αμοιβή των €180.000,00 ήταν υψηλή βασίστηκε σε μικρή έρευνα στο διαδίκτυο όπου εντόπισε ότι η μέση τιμή χρώσης είναι ποσοστό περί το 3-6%. Επέμεινε ότι δεν ήταν ξεκάθαρη η προσφορά του τεκμηρίου 10 και οι επιμέρους αμοιβές των άλλων μηχανικών. Αναφορικά με το προκαταρκτικό κόστος ως υπολογίστηκε δεν το θεώρησε υπερβολικό. Παρά τη θέση του ότι η αμοιβή ήταν υπερβολική δεν ανέφερε κάτι στους ενάγοντες καθότι είχαν καταλήξει σε άλλη διαδικασία ενώ η ΜΕ2 τον έπεισε ότι στην αμοιβή τους περιλαμβάνονταν και άλλες υπηρεσίες όπως η εσωτερική διακόσμηση που θα παρεχόταν ως δώρο. Το πιο σημαντικό δε ήταν ότι συμφώνησαν να μην δεσμευτούν και να πλήρωναν τιμολόγια για μικρά κομμάτια εργασίας και ποσά και μόνο εάν συμφωνούσαν. Συμφώνησε ότι κατέβαλε την προκαταβολή ως καθορίστηκε στο τεκμήριο 10 καθότι με αυτό το τιμολόγιο συμφωνούσαν αλλά παρά την τήρηση της μεθόδου πληρωμής ως το τεκμήριο 10 δεν έδωσε σημασία και το θεώρησε άσχετο. Επέμεινε ότι για όλες τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε σημασία είχαν τα τιμολόγια και εάν συμφωνούσαν με αυτά και όχι το τεκμήριο 10. Αποδέχτηκε ότι η σύζυγος του υπέγραψε τα αρχιτεκτονικά σχέδια που κατατέθηκαν με σκοπό την έκδοση των πολεοδομικών αδειών οι οποίες και εκδόθηκαν παρά ταύτα ουδέποτε παράλαβαν την άδεια οικοδομής καθότι τα σχέδια δεν ήταν αυτά της επιλογής τους και περαιτέρω αποφάσισαν να μην προχωρήσουν με την υλοποίηση του έργου λόγω της αύξηση του κόστους κατασκευής, της αποτυχίας τήρησης του χρονοδιαγράμματος και των ζητημάτων του διαχωρισμού. Η απόφαση για να μην προχωρήσουν λήφθηκε το 2019 μετά τον τερματισμό της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνώριζε τι σχέδια κατατέθηκαν αρχικά και βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις της ΜΕ2 ότι αυτά θα τροποποιούνταν. Σε ότι αφορά τον τερματισμό της συμφωνίας από πλευράς τους ως η δικογραφημένη θέση της εναγόμενης επέμεινε ότι δεν υπήρχε συμφωνία παρά ταύτα δεν θυμόταν ημερομηνία. Συμφώνησε ότι όλες οι συζητήσεις με τους ενάγοντες γίνονταν στη ρωσική γλώσσα και η πλειοψηφία των πληροφοριών και απαντήσεων στα ερωτήματα του επίσης στην ρωσική και κάποια στην αγγλική. Το τεκμήριο 17 αναφορικά με τη 2η συμφωνία το αναγνώρισε αλλά διαφωνεί με το περιεχόμενο. Ισχυρίστηκε ότι δεν απάντησε στο μήνυμα αυτό και το οποίο δεν θυμόταν. Το τεκμήριο 23 στάλθηκε από τον ίδιο αλλά δεν συνδέεται με το τεκμήριο 17. Ομοίως αναγνώρισε τα τεκμήρια 24 και 25. Την 2η άδεια δεν την παρέλαβαν καθότι δεν την χρειάζονταν. Επέμεινε ότι τα πρώτα σχέδια ήταν προκαταρκτικά και συμφώνησαν να κατατεθούν με βάση τη θέση των εναγόντων ότι αυτά θα άλλαζαν. Ούτε τα σχέδια του τεκμηρίου 40 ήταν αποδεκτά και επέμεινε ότι τα σχέδια καταρτίζονταν με πρωτοβουλία των εναγόντων και ουδέποτε κατέληξαν σε σχέδια και έδωσαν οδηγίες να προχωρήσει το έργο. Πέραν των ανωτέρω αναφέρθηκε και σε επιμέρους τιμολόγια ενόψει της θέσης του ότι αυτά ήταν ασαφή. Αναφορά έγινε στα τιμολόγια των τεκμηρίων 10, 11 και 17, 20 και 29 και τα οποία πλήρωσε εμμένοντας ότι απέρριψαν την προσφορά του τεκμηρίου 10 και πλήρωναν τα τιμολόγια στη βάση συμφωνιών που γίνονταν στις συναντήσεις τους.

 

Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση και ειδικότερα ότι μέρος των χρημάτων που αξιώνουν καταβλήθηκαν σε δημόσιες υπηρεσίες όπως η αναφορά σε ποσό €2.443,00 που καταγράφεται στο τεκμήριο 31 και το τεκμήριο 11 ανάφερε ότι δεν ασχολήθηκε με το πως δαπανήθηκαν τα χρήματα που κατέβαλε στους ενάγοντες.

 

Τελευταία μάρτυρας στη διαδικασία προσήλθε η εναγόμενη – Μ.Υ.2. Κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση – Έγγραφο Δ.  Η εκδοχή της συνίσταται στα όσα καταγράφονται και στο δικόγραφο της. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη από πλευράς εναγόντων συμφωνία, ανάφερε ότι περί το 2017 συζητούσε με την Μ.Ε.2 το ενδεχόμενο συνεργασίας και με πρωτοβουλία της τελευταίας ετοιμάστηκε προκαταρκτική κατάσταση με ενδεικτικούς υπολογισμούς με τα οποία η ίδια δεν συμφώνησε και δεν αποδέχτηκε. Από την πρώτη συνάντηση δήλωσαν ρητώς στους ενάγοντες ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να δεσμευτούν με τις αμοιβές και η ΜΕ2 τους ανέφερε ότι το ουσιώδες ήταν ο συνολικός προϋπολογισμός και η επαγγελματική της εμπλοκή θα συνέβαλε στη μείωση του κόστους.  Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή και συμφωνήθηκε ότι δεν θα υπογραφόταν συμφωνία και ότι οποιαδήποτε συνεργασία θα προχωρούσε στη βάση επιμέρους πληρωμών κατόπιν ενημέρωσης για το κόστος κάθε εργασίας. Σε ότι αφορά την αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που οι ενάγοντες επικαλούνται αποτέλεσε θέση της ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι αυτός ο τρόπος θα ήταν ο κύριος για επικοινωνία και η ίδια χρησιμοποιούσε ελάχιστα την ηλεκτρονική της διεύθυνση. Αναφορικά με τα μηνύματα ημερ. 26.4.17 και 1.3.18 στάλθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση και δεν περιήλθαν εις γνώση της.  Έγγραφα στην ελληνική γλώσσα τα οποία υπέγραψε της παρουσιάστηκαν από την ΜΕ2 ως απαιτούμενα από την Πολεοδομία και τα οποία υπέγραψε λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της ΜΕ2. Τα σχέδια δεν ανταποκρίνονταν σε όσα είχαν συζητήσει παρά ταύτα οι ενάγοντες τα κατέθεσαν αναφέροντας της ότι το έπρατταν για εξοικονόμηση χρόνου και μπορούσαν να τα αλλάξουν μετά. Οι επιπρόσθετες χρεώσεις δεν είχαν εξηγηθεί ή συμφωνηθεί και δεν υπήρξε 2η συμφωνία. Για τις πληρωμές που έγιναν δεν τους δόθηκαν σαφείς εξηγήσεις ενώ δεν έλαβε το αποτέλεσμα που της είχαν περιγράψει. Υπέστη οικονομική ζημιά που αντιστοιχεί στο καταβληθέν ποσό και ως εκ τούτου ενημέρωσαν τον Ιούλιο του 2019 τους ενάγοντες ότι θεωρούσαν τη συνεργασία τους λήξασα. Σε ότι αφορά τα έντυπα του ΕΤΕΚ δεν τα έχει υπογράψει. Αναφορικά με τα σχέδια και τη θέση της ότι αυτά δεν ήταν της αρεσκείας τους ανέφερε ότι παρήλθαν 7 έτη και δεν μπορεί να θυμηθεί αλλά επρόκειτο για ένα μεγάλο έργο με αρκετή δουλειά και από τις 2 πλευρές. Σε ότι αφορά τον εκμοντερνισμό των σχεδίων ζήτησαν να αναθεωρηθούν σύμφωνα με τις ανάγκες της οικογένειας τους, επεξηγώντας ότι δεν εννοούσε απλά μοντέρνο αλλά ένα πρακτικό, άνετο και λογικό σπίτι.

 

Κατά την αντεξέταση της αποδέχθηκε ότι αυτή υπέγραψε όλα τα έντυπα στο τεκμήριο 16 αλλά υπό βιαστικές συνθήκες και στη βάση των όσων της αναφέρθηκαν ότι ήταν αναγκαία έγγραφα για την γρήγορη προώθηση της διαδικασίας. Παρά την αποδοχή ότι υπέγραψε τα έγγραφα αρνήθηκε ότι υπέγραψε στις 6.5.18 ένα εξ’ αυτών καθότι εκείνη την ημερομηνία ήταν τα γενέθλια της και ήταν ημέρα Κυριακή. Αναγνώρισε το τεκμήριο 41 και την υπογραφή της σε συνημμένη εξουσιοδότηση του ΕΤΕΚ ημερ. 23.6.17. Αναφορικά με τη θέση της ότι μέχρι και σήμερα δεν είναι σε θέση να προχωρήσουν με το έργο και τους λόγους επί των οποίων αυτή βασίζεται απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί έγινε αυτή η αναφορά στη δήλωση και δεν γνωρίζει. Ο σύζυγος της είχε ενεργό εμπλοκή στις όλες συζητήσεις για το έργο και η ίδια τον ενημέρωνε. Το τεκμήριο 10 ήταν στην γνώση της αλλά παρέμεινε προς συζήτηση το ζήτημα της αμοιβής επί του οποίου δεν επήλθε συζήτηση. Το κόστος επίσης δεν έγινε αποδεκτό από τους ίδιους και δεν γνωρίζει γιατί ο ΜΥ1 ανέφερε ότι αυτό ήταν λογικό. Επέμεινε στην εκδοχή ότι η συμφωνία τελικά ήταν όπως πληρώνουν ανά στάδια και εργασία χωρίς να αποδεχθούν το 12,3%. Το τεκμήριο 10 το είδε αλλά δεν το μελέτησε και θυμάται να συζήτησε με τον ΜΥ1 την αμοιβή αλλά από το 2017 δεν θυμάται λεπτομέρειες. Επέμεινε στην απουσία συμφωνίας ελλείψει γραπτής σύμβασης ενώ κατέβαλλαν τα τιμολόγια λόγω του ότι αφορούσαν εκτελεσθείσες εργασίες και ενδέχεται να είναι σύμπτωση που ακολουθούσαν τα ποσά του τεκμηρίου 10. Δεν θυμάται εάν παρασχέθηκαν υπηρεσίες για διαχωρισμό του ακινήτου αλλά καθ’ υπόδειξη του τεκμηρίου 7 και 8 συμφώνησε. Αναφορά έγινε και στα λοιπά τιμολόγια και πληρωμές και τα οποία αναγνώρισε ότι είδε και εξόφλησε μέσω του συζύγου της. Απέδωσε στο σύζυγο της την ιδιότητα του προσώπου που είχε πλήρη γνώση των όσων συμφωνήθηκαν με τους ενάγοντες και στην ίδια τον περιορισμένο ρόλο της διαρρύθμισης του σπιτιού ώστε να είναι άνετο για την οικογένεια της. Διαφώνησε ότι υπήρξε 2η συμφωνία για τον εκμοντερνισμό του σπιτιού αλλά δεν θυμάται εάν ανέφεραν την διαφωνία τους ενάγοντες.

 

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη συμφωνία και τη λήψη της δεύτερης άδειας και με παραπομπή στον Τεκμήριο 18 ανέφερε ότι δεν θυμάται αυτή την αλληλογραφία, αλλά δεν συμφωνεί ότι κατέληξαν σε οποιαδήποτε συμφωνία για καταβολή επιπρόσθετης αμοιβής. Σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν ευχαριστημένη με όσα της πρότειναν οι Ενάγοντες, ενώ είχε παρέλθει ήδη ένας χρόνος χωρίς να καταλήξουν σε ικανοποιητική λύση. Σε αυτό το στάδιο είχε χάσει την εμπιστοσύνη της προς τους Ενάγοντες, είχαν διαφορετικές απόψεις και γι' αυτό ζήτησαν την άποψη άλλου αρχιτέκτονα καθότι επιθυμούσαν ένα σπίτι πιο λογικό και άνετο ενώ το προτεινόμενο από τους Ενάγοντες είχε κόστος πολύ ψηλότερο από αυτό που ήθελαν. Υποθέτει ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα ο σύζυγός της θα είχε ενημερωθεί για τη διαφωνία με τους Ενάγοντες. Δεν γνωρίζει για οποιεσδήποτε πληρωμές μετά τα παράπονα που εξέφρασαν και παρέπεμψε στον σύζυγό της ως το κατάλληλο πρόσωπο να δώσει απαντήσεις. Αντεξετάστηκε και επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 22, δηλώνοντας και πάλι άγνοια, αλλά και αδύναμη μνήμη για τα γεγονότα. Ομοίως αναγνώρισε τα Τεκμήρια 23 και 24, όπως επίσης και το περιεχόμενό του Τεκμηρίου 25. Τερμάτισαν τη συμφωνία με τους Ενάγοντες, αλλά δεν θυμάται ημερομηνία. Επέμενε ότι δεν ήταν ευχαριστημένη με τις αρχιτεκτονικές λύσεις και τα σχέδια και αυτό το ανέφεραν στους Ενάγοντες εμμένοντας στην εκδοχή ότι τα σχέδια κατατέθηκαν με σκοπό να λάβουν γρήγορα πολεοδομικές άδειες και θα μπορούσαν να τύχουν τροποποίησης σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν θυμάται εάν υπέγραψε τα αρχιτεκτονικά σχέδια, αλλά υπολογίζει ότι πρέπει να υπογράφηκαν στη βάση της συμφωνίας που ισχυρίστηκε ότι είχαν για την τροποποίηση τους. Συμφώνησε ότι μετά την κατάθεση των σχεδίων για πολεοδομική άδεια άλλαξε γνώμη και ήθελε νέα αρχιτεκτονική λύση και τότε ζήτησε και τρισδιάστατα σχέδια, γιατί ήταν δύσκολο να τα αντιληφθεί, αλλά οι Ενάγοντες της είπαν ότι δεν ετοιμάζουν τρισδιάστατα σχέδια, αλλά θα το έπρατταν ώστε να μπορεί να δει και το εσωτερικό του σπιτιού. Δεν μπορεί να θυμηθεί εάν ζήτησε αλλαγή των σχεδίων πριν ή μετά την κατάθεση των πρώτων, αλλά είναι σίγουρη ότι ήταν κάποιους μήνες μετά τις πρώτες συναντήσεις και το τοποθέτησε χρονικά περίπου 6 μήνες μετά. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 39 ως τα τρισδιάστατα σχέδια και τα οποία υπόγραψε για την κατάθεση. Το τεκμήριο 40 υποθέτει ότι ήταν τα σχέδια που ετοιμάστηκαν για τη δεύτερη λύση, αλλά αφορούσαν ένα μικρό μέρος της οικίας όχι όλης. Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά ζητήματα και την ανταπαίτηση για ποσά που καταβλήθηκαν και για τον διαχωρισμό του ακινήτου, παρέπεμψε στο σύζυγό της όπως επίσης και χρήματα που καταβλήθηκαν και στις αρμόδιες αρχές. Σε ό,τι αφορά την ανταπαίτηση, η ουσία κατά την ίδια δεν είναι τα ποσά που αξιώνονται αλλά τίθεται ζήτημα αρχής λόγω παραβίασης της εμπιστοσύνης που είχε στους Ενάγοντες. Αρνήθηκε τις υποβολές για τους ισχυριζόμενους από τους Ενάγοντες πραγματικούς λόγους που παγοποίησαν το έργο, εμμένοντας ότι η αρχική τους απόφαση ήταν να κτίσουν την οικία τους στο συγκεκριμένο ακίνητο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 33 που ο σύζυγός της απέστειλε και τα όσα αναφέρονται δεν συμφωνεί ότι ήταν και ο λόγος του τερματισμού. Δεν θυμάται το Τεκμήριο 34 και δεν το έχει δει, ενώ συμφώνησε ότι δεν απάντησαν στα Τεκμήρια 37 και 38, καθότι η επικοινωνία πλέον είχε περιοριστεί μεταξύ των Εναγόντων και του συζύγου της. Τέλος διαφώνησε με την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου ως οι αξιώσεις των Εναγόντων και κάλεσε το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της ανταπαίτηση της.


Επίδικα θέματα και Αξιολόγηση της Μαρτυρίας:

Έχοντας υπόψιν μου τα δικόγραφα, αλλά και τη μαρτυρία ως τέθηκε ενώπιον μου, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής αφορούν την μεταξύ των διαδίκων σχέση ως προς το ζήτημα της παροχής υπηρεσιών από πλευράς εναγόντων προς τους εναγόμενους σχετικές με αρχιτεκτονικές και άλλες παρεμφερείς εργασίες.

 

Ειδικότερα αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης συνάφθηκε έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών με συμφωνημένη αμοιβή και άλλους όρους και κατά πόσο αυτή η συμφωνία εκτελέστηκε. Παράλληλα πρέπει να εξεταστεί η θέση της Εναγόμενης στην ανταπαίτηση της για το διαφορετικό περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας αλλά και των θέσεων της περί  ακυρότητας της και/ή νόμιμο τερματισμό στη βάση ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων, ανεπίτρεπτης επιρροής και άσκησης πίεσης που να νομιμοποιεί την εναγόμενη να λάβει απόφαση για το ποσό που καταβλήθηκε στους Ενάγοντες χωρίς νόμιμη αντιπαροχή ή λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των υποχρεώσεων των Εναγόντων, και/ή στη βάση ψευδών παραστάσεων και/ή πίεσης.

 

Λόγω των αντικρουόμενων και αντιφατικών ισχυρισμών των διαδίκων ως προς τα πιο πάνω επίδικα θέματα επιβάλλεται το Δικαστήριο να προχωρήσει σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξει σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων και τα οποία ακολούθως θα εξεταστούν σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που η παρούσα υπόθεση αφορά.


Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση και για σκοπούς περιορισμού της επί των αντιφατικών θέσεων και επίδικων ζητημάτων αναφέρω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία ως παρουσιάστηκε από αμφότερες τις πλευρές αλλά και από τα έγγραφα τα οποία είτε αποτελούν κοινό έδαφος, είτε και δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτουν κοινά αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως ακολούθως:

 

1.    Η Εναγόμενη με βάση το Τεκμήριο 3 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά 1/2 του επίδικου ακινήτου.

2.    Οι Ενάγοντες 1 και 2 έχουν την ιδιότητα των αρχιτεκτόνων μηχανικών και οι οποίοι ενεργούν υπό την επωνυμία N&R Christoforou Architect με γραφείο στη Λεμεσό.  

3.    Περί τον Ιούλιο του 2017, Εναγόμενη και Ενάγοντες, κατέληξαν σε κάποια μορφή συμφωνίας με σκοπό την εκτέλεση αρχιτεκτονικών και άλλων παρεμφερών εργασιών για την ανέγερση οικίας στο ακίνητο ιδιοκτησίας της Εναγόμενης.

4.    Κατά τα έτη 2017 μέχρι και 2019 οι διάδικοι είχαν συναντήσεις δια ζώσης αλλά και αντάλλασσαν ηλεκτρονική επικοινωνία σχετική με την ανέγερση της κατοικίας και η οποία κοινοποιείτο και στον σύζυγο της εναγόμενης ο οποίος ήταν το πρόσωπο που προέβη σε πληρωμές τιμολογίων που οι ενάγοντες εξέδιδαν. 

5.    Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας κατατέθηκαν αιτήσεις στις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές στη βάση αρχιτεκτονικών σχεδίων που ετοιμάστηκαν από τους ενάγοντες και εκδόθηκαν πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. 

6.    Περί το έτος 2019 προκύψαν διαφορές μεταξύ των διαδίκων και οι οποίες οδήγησαν στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής και ανταπαίτησης.

7.    Το έργο ανέγερσης της κατοικίας δεν προχώρησε μέχρι και σήμερα.

8.    Το σύνολο της αλληλογραφίας μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας δεν αμφισβητείται ότι ανταλλάχθηκε και η διαφορά προκύπτει να είναι στο περιεχόμενο, τον χρόνο λήψης γνώσης αυτών και για μέρος αυτών την αποστολή σε σωστή διεύθυνση.

 

Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης που οι  ίδιοι κατέθεσαν και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.).

Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται. (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another (1986) 1 C.L.R. 212, 216, και Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215).

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 826).

 

Ξεκινώ την αξιολόγηση από τη Μ.Ε.1 η μαρτυρία της οποίας και δεν αμφισβητήθηκε. Η εν λόγω μάρτυρας ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα και ο ρόλος της περιορίζεται στη μετάφραση της αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης και Μ.Υ.1 από την ρωσική στην ελληνική γλώσσα. Ενόψει των προσόντων, τόσο των ακαδημαϊκών όσο και της εμπειρίας της ως μεταφράστριας, αποδέχομαι ότι η μετάφραση στην οποία προέβη από τη ρωσική στην ελληνική γλώσσα όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1, είναι ορθή και πιστή.

 

Αναφορικά με την Μ.Ε.2, Ενάγουσα 1, η μαρτυρία της κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για την υπόθεση με δεδομένο ότι είναι το πρόσωπο που φέρεται να είχε τον κύριο ρόλο επικοινωνίας με την εναγόμενη και το σύζυγο της αλλά και το πρόσωπο που προέβη στις διαπραγματεύσεις και συμφωνία μετ’ αυτών.

 

Ως μια γενική αποτύπωση της μαρτυρίας της η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ θετική. Η όλη μαρτυρία της είχε συνοχή, απόλυτη σαφήνεια με τις δικογραφημένες της θέσεις, υποστηριζόμενη από την έγγραφη μαρτυρία που κατάθεσε και αυτή η θετική εικόνα δεν μεταβλήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Οι απαντήσεις της ήταν πηγαίες, άμεσες, τέθηκαν χωρίς δισταγμό και με παραπομπή σε συγκεκριμένα έγγραφα που τις υποστήριζαν.

 

Σε ότι αφορά τη σύναψη της συμφωνίας και την ύπαρξη έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των μερών εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε οδηγίες τόσο από την εναγόμενη όσο και από το σύζυγο της αναφορικά με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και μελετών για την ανέγερση της κατοικίας. Η εκδοχή της άλλωστε περιλαμβάνει και συμφωνία ως προς την παροχή υπηρεσιών διαχωρισμού του ακινήτου για το οποίο και ο συνιδιοκτήτης παρέδωσε στην εναγόμενη πληρεξούσιο έγγραφο. Αυτά τα γεγονότα και η εκπόνηση εργασιών αναφορικά με την διαχωρισμό δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγόμενη παρά την προσπάθεια της τελευταίας να περιορίσει τη σημασία των.  Η σχετική με τον διαχωρισμό μαρτυρία δεικνύει ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν οδηγίες αποκλειστικά για την διενέργεια σχεδίων για την οικία αλλά είχαν ουσιαστική εμπλοκή στην συνολική μελέτη για την ανέγερση της οικίας από το στάδιο του διαχωρισμού του ακινήτου.

 

Σε ότι αφορά τώρα την συμφωνία για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και άλλων μελετών. Αυτό που προκύπτει από την εκδοχή της μάρτυρος, την οποία αποδέχομαι ως επεξηγηματική και σαφή αλλά και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, είναι ότι οι ενάγοντες έδωσαν προσφορά για υπηρεσίες που δεν αφορούσαν μόνο την εκπόνηση των σχεδίων αλλά και την εκτέλεση μελετών από άλλους μηχανικούς και οι οποίες ήταν αναγκαίες για την ανέγερση της οικοδομής και την έκδοση των σχετικών αδειών. Η θέση της μάρτυρος ότι η προσφορά τους περιλάμβανε διαφορετικές επιλογές και τρόπους αποπληρωμής αλλά και τις υπηρεσίες στο σύνολο των μελετών επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 10 όπου στην ανάλυση της αμοιβής περιλαμβάνεται και το κόστος μελετών και επιβλέψεων όπως στατική, ηλεκτρολογική και μηχανολογική μελέτη αλλά και μελέτη θερμομόνωσης. Η σύμφωνη θέση της εναγόμενης ως προς την παραχώρησης του συνόλου αυτών των υπηρεσιών επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τη δέσμη του τεκμηρίου 16, που η εναγόμενη εν τέλει αποδέχθηκε ότι υπέγραψε, όχι μόνο προς τους ενάγοντες αλλά και προς τους λοιπούς μελετητές. Η θέση επομένως ότι η εναγόμενη έδωσε οδηγίες στους ενάγοντες για την εκτέλεση του συνόλου των μελετών και σχεδίων με σκοπό την ανέγερση της οικίας τους γίνεται αποδεκτή.

 

Σε ότι αφορά τώρα την αποδοχή της προσφοράς των εναγόντων και το περιεχόμενο της συμφωνίας. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό συνεργασίας της με την Εναγόμενη στη βάση συμφωνίας που επήλθε συμφώνως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 10 και ειδικότερα στην αμοιβή σε ποσοστό εκ 12,3%. Η μάρτυρας κατέθεσε το τεκμήριο 9 και το οποίο αποτελεί την αρχική προσφορά του γραφείου τους για τα ποσοστά χρέωσης σε σχέση με την ολική δαπάνη του έργου και η οποία καταγράφεται σε αμφότερες την ελληνική και ρωσική γλώσσα. Αυτή αποστάλθηκε στην εναγόμενη από τον Απρίλιο του 2017 και αφορούσε ποσοστό 12% εξαιρουμένων των ηλεκτρολογικών μελετών καθώς και τρόπου πληρωμής. Τον Ιούλιο του 2017 η ενάγουσα 1 αποστέλλει εκ νέου προσφορά  με μελέτη του προκαταρκτικού κόστους κατασκευής επισυνάπτοντας μάλιστα και τιμολόγιο για υπηρεσίες που δεν αμφισβητήθηκαν από την Εναγόμενη και τον σύζυγό της ότι παραχωρήθηκαν σε σχέση με τον διαχωρισμό του ακινήτου, το οποίο και εξόφλησε. Ταυτόχρονα αποστέλλει και τιμολόγιο με βάση την προσφορά για καταβολή του 10% επί του συνόλου της αμοιβής. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι με βάση το τεκμήριο 10 δόθηκαν στην εναγόμενη προσφορές με διαφορετικές επιλογές ως προς το ποσοστό και τρόπο πληρωμής, που είναι και η θέση των εναγόντων στην Ε/Α, και οι οποίες όμως διαφέρουν ως προς τις υπηρεσίες που περιλαμβάνουν.

 

Ειδικότερα η πρώτη επιλογή για αμοιβή σε ποσοστό 8% (σελίδα 6/1) του τεκμηρίου 10 αφορά υπηρεσίες παροχής υπηρεσιών μόνο του αρχιτεκτονικού μέρους και καταγράφεται ως «Τρόπος Αποπληρωμής του ποσού χρέωσης Αρχιτεκτονικού Μέρους και Επιβλέψεις» χωρίς αναφορά στις άλλες μελέτες από τους άλλους μηχανικούς και οι οποίες εύλογα προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνονται. Οι προσφορές αμοιβής που καταγράφονται στις σελίδες 8/1 και 9/1 σε ποσοστό αμοιβής 12,3% περιλαμβάνουν και τις λοιπές μελέτες και αναφέρονται ως «Τρόπος αποπληρωμής του ποσού χρέωσης Μελετών και Επιβλέψεων». Η θέση της μάρτυρος ότι η εναγόμενη επέλεξε την προσφορά αμοιβής 12,3% που περιλαμβάνει και τις λοιπές μελέτες από τους λοιπούς μελετητές ενισχύεται και από την υπογραφή των ανάλογων εξουσιοδοτήσεων του ΕΤΕΚ που αφορά το τεκμήριο 16. Σε ότι αφορά την θέση της ότι η επιλογή αυτή έγινε από την εναγόμενη και το σύζυγο της αυτό επιβεβαιώνεται και από την πληρωμή της προκαταβολής σε ποσό €12.000,00 ήτοι 10% ως καταγράφεται στην προσφορά της σελίδας 9/1 του τεκμηρίου 10 και το οποίο αναφέρει ρητά ότι αφορά αρχιτεκτονικές υπηρεσίες σύμφωνα με τη συμφωνία (“To provide architectural services according to our agreement (prepayment)”). Η θέση της εναγόμενης και του Μ.Υ.1 ότι δεν είχαν καταλήξει στο στάδιο αυτό σε συμφωνία ενώ παράλληλα κατέβαλλαν ποσά σύμφωνα με αυτή την προσφορά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ιδιαίτερα και στην όψη των γεγονότων που ακολούθησαν και στα οποία αναφορά θα γίνει κατωτέρω.

 

Επιπλέον η θέση της ότι μεταξύ των μερών επήλθε συμφωνία επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της καταχώρησης αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας το 2017 σύμφωνα και με το Τεκμήριο 41, το οποίο αναγνώρισε η Εναγόμενη, και με το οποίο εξουσιοδοτείται μέσω του εντύπου ΕΤΕΚ το γραφείο των Εναγόντων να παραχωρήσει υπηρεσίες αρχιτεκτόνων μηχανικών και το οποίο φέρει ημερομηνία 23.6.17. Ακολούθως η θέση της ότι η Εναγόμενη υπόγραψε και περαιτέρω εξουσιοδότηση για τα μετέπειτα στάδια τόσο προς τους Ενάγοντες όσο και προς άλλους μηχανικούς επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 16. Σε αμφότερα τα τεκμήρια 41 και 16 η αμοιβή των Εναγόντων δηλώνεται ως κατ’ αποκοπή ποσό στη βάση ιδιωτικής συμφωνίας και η οποία ισχυρίζεται ότι αποτελείτο από τους όρους ως καταγράφονται στο Τεκμήριο 10 στη βάση προφορικής συμφωνίας. Η όλη εκδοχή της Μ.Ε.1 περί λήψης των συγκεκριμένων οδηγιών από την Εναγόμενη στηρίζεται και στην αλληλογραφία των Τεκμηρίων 14 και 15, όπου στις 30.11.17, η Μ.Υ. 2 και ο Μ.Υ. 1 ζητούν διευκρινίσεις με σκοπό να καταλήξουν σε συμφωνία και ακολούθως χρονολογικά περιγράφονται οι εξουσιοδοτήσεις του Τεκμηρίου 16 προς τους λοιπούς μηχανικούς τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2018 και περαιτέρω εξουσιοδότηση προς τους Ενάγοντες τον Μάϊο του 2018. Δεν παραβλέπω ότι η θέση της ότι η συνεργασία προωθείτο με βάση τις εγγραφές του Τεκμηρίου 10 από το οποίο οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 επέλεξαν ως ανωτέρω τρόπο πληρωμής της αμοιβής, συνάδει και με το περιεχόμενό της έγγραφης μαρτυρίας και ειδικότερα τις πληρωμές στις οποίες ο σύζυγος της εναγόμενης προέβη στις 21.7.17, 30.11.17, 19.6.18 και 1.7.18, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 10, 14, 31, 3 και 40.

 

Αποδέχομαι επομένως στη βάση της ποιότητας της μαρτυρίας της ΜΕ2 ότι η εναγόμενη και ο σύζυγος της επέλεξαν να αναθέσουν στους ενάγοντες την ευθύνη για την εκπόνηση του συνόλου των μελετών με αμοιβή σε ποσοστό 12,3% επί του προκαταρκτικού κόστους ανέγερσης της κατοικίας. 

 

Η εκδοχή της ΜΕ2 σε ότι αφορά τώρα την αποδοχή των αρχιτεκτονικών σχεδίων ως αρχικά καταρτίστηκαν και κατατέθηκαν για πολεοδομική άδεια και δη ότι αυτά έτυχαν της έγκρισης της εναγόμενης επίσης ήταν σαφής. Η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά υπογράφηκαν από την εναγόμενη και κατατέθηκαν για άδεια γεγονός που υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 11 και 13 που δεικνύουν την έκδοση πολεοδομικής άδειας με αίτηση ημερομηνίας 25.9.17 στις 15.11.17.  Η θέση τώρα της εναγόμενης σε ότι αφορά τα σχέδια που αρχικά κατατέθηκαν ήταν ότι, αυτά δεν ήταν της αρεσκείας τους αλλά προχώρησαν με την κατάθεση βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις της Μ.Ε.2 ότι θα εξοικονομούσαν χρόνο και αυτά θα τύγχαναν αλλαγών μεταγενέστερα. Η θέση των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 επί τούτου του σημείου δεν έγινε αποδεκτή με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Ανεξάρτητα όμως τούτου η θέση της Μ.Ε.2 ήταν σαφής και αυτή υποστηρίζεται και από την έγγραφη μαρτυρία. Σε κανένα σημείο της αλληλογραφίας των διαδίκων παρουσιάζεται η οιαδήποτε διαμαρτυρία τους για τα αρχικά σχέδια με αναφορά στο ύφος και στυλ της οικίας. Αντίθετα άλλωστε και η ίδια η εναγόμενη κατά την αντεξέταση της αποδέχθηκε ότι ζήτησε μεταβολή των σχεδίων της οικίας μετά την κατάθεση των αρχικών για την λήψη των αδειών αναφέροντας και χρόνο περί των 6 μηνών μετά. Η θέση των εναγόντων είναι ότι το αίτημα για αλλαγή των σχεδίων υποβλήθηκε περί το Πάσχα του 2018 θέση που συνάδει και με τη θέση της Μ.Υ.1 ότι υπέβαλε αυτό το αίτημα 6 μήνες μετά την κατάθεση των αρχικών. Η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2017 χρόνος που συνάδει με την εκδοχή της Μ.Ε.1. Αποδέχομαι επομένως ότι για την κατάθεση των αρχικών σχεδίων για την έκδοση πολεοδομικής άδειας στη μορφή που αυτά κατατέθηκαν η εναγόμενη έδωσε συγκατάθεση και αυτά ήταν της αρεσκείας της.

 

Σε ότι αφορά την ύπαρξη συμπληρωματικής ή δεύτερης, ως την χαρακτηρίζει η μάρτυρας συμφωνίας για τον εκμοντερνισμό των σχεδίων. Πέραν των ανωτέρω εν τέλει και η εναγόμενη αποδέχθηκε ότι ζήτησε αλλαγή μετά την κατάθεση των αρχικών. Επιπλέον η θέση της μάρτυρος ότι εξαρχής έθεσε ζήτημα επιπλέον πληρωμής για αλλαγή των σχεδίων ενισχύεται και από το τεκμήριο 17, όπου γίνεται σαφής αναφορά στις 11.5.17 για την ύπαρξη υπόλοιπου με βάση την πρώτη συμφωνία για την οποία αποστέλλεται και τιμολόγιο και επιπλέον σε νέο έργο της οικίας με προσθήκη στη συμφωνία υπηρεσιών που θα παρασχεθούν και σε ότι αφορά τις νέες υπηρεσίες των εναγόντων σε επιπλέον αμοιβή €15.000 πλέον Φ.Π.Α. Στις 30.5.18 (τεκμήριο 18) η Μ.Ε.2 αποστέλλει εκ νέου μήνυμα στην Εναγόμενη και στον σύζυγο της αναφέροντας τους ότι το αίτημα της εναγόμενης να δοθεί χρόνος δύο εβδομάδων και να ανασταλούν οι εργασίες έγινε αποδεκτό, και πάρα το ότι υπογράφηκαν όλα τα έγγραφα για την υποβολή δεύτερου δικαιώματος, δηλαδή άδεια οικοδομής, το γραφείο δεν υπέβαλε αυτά τα έγγραφα. Μάλιστα σε αυτή την αλληλογραφία γίνεται αναφορά σε συζήτηση και νέα σχεδιαστική λύση σε πιο μοντέρνο στυλ, αλλά και σε περιεχόμενο συζητήσεων στα πλαίσια συνάντησης όπου, διατυπώθηκε η αρεσκεία της Εναγόμενης και του συζύγου της για την νέα έκδοση σχεδίων και το αίτημα να σταλούν γραπτώς τα πρόσθετα έξοδα, όπως και έπραξαν οι ενάγοντες στις 11.5.18. Σε αυτό το σημείο μάλιστα η μάρτυρας αναφέρει στην επιστολή ότι εάν η εναγόμενη αποφασίσει τερματισμό της συνεργασίας, θα πρέπει να καταβάλλει τα έξοδα βάση της πρώτης έκδοσης του έργου και ακολούθως θα υπογραφεί από το γραφείο τους έγγραφο παραίτησης από αξιώσεις, ώστε ο νέος αρχιτέκτονας να μπορεί να ξεκινήσει εργασίες και σε ό,τι αφορά τα έξοδα για νέα έκδοση των μοντέρνων σχεδίων αυτά θα τύγχαναν ξεχωριστής διαπραγμάτευσης. Παρά το ότι η μάρτυρας στο τεκμήριο 18 αναφέρεται σε διαφορετική, μοντέρνα και νέα σχεδιαστική λύση η οποία μάλιστα ήταν της αρεσκείας τους εντούτοις καμία αντίδραση για το περιεχόμενο της νέας συμφωνίας υποβάλλεται από την εναγόμενη. Αντίθετα τα τεκμήρια 19 μέχρι και 25 που ακολουθούν του Τεκμηρίου 18 και της προσωρινής αναβολής των εργασιών κατόπιν επιθυμίας της Εναγόμενης, υποστηρίζουν την εκδοχή της Μ.Ε.1 ότι εν τέλει η εναγόμενη και ο σύζυγος της αποφάσισαν να προχωρήσουν με τη νέα σχεδιαστική λύση και έδωσαν οδηγίες συμφώνως του τεκμηρίου 23 προς τους ενάγοντες για να προχωρήσουν με αναφορά του συζύγου της εναγόμενης στο ερώτημα εάν μπορεί να υποβάλλει αίτηση για δεύτερο δικαίωμα, «όπως μόλις συζητήσαμε – καταχωρούμε. Επιβεβαιώνω».

 

Σε ότι αφορά ειδικότερα τις θέσεις της εναγόμενης περί του ότι η Μ.Ε.2 ουσιαστικά τους συμβούλευσε να καταθέσουν τα αρχικά σχέδια τα οποία εξαρχής δεν ήταν της αρεσκείας τους με σκοπό να κερδίσουν χρόνο και να τα τροποποιήσουν μετά κρίνω ότι η θέση της Μ.Ε.2 ήταν και επί τούτου σαφής. Η μάρτυρας επεξήγησε ότι τα αρχικά σχέδια ήταν αυτά στα οποία κατέληξαν και ακολούθως αφού κατατέθηκαν και εκδόθηκε πολεοδομική άδεια η εναγόμενη αποφάσισε όπως διαφοροποιηθούν. Σε αυτό το σημείο εισηγήθηκε την λήψη και άδειας οικοδομής με βάση αυτά ώστε να κερδίσουν χρόνο και να τα τροποποιήσουν μετά. Η ίδια η θέση της εναγόμενης ήτνα ότι ζήτησε αλλαγή των σχεδίων ενώ η θέση της ΜΕ2 για την αξίωση αμοιβής στηρίζεται ότι μόνο από την αλληλογραφία στην οποία παρέπεμψα αλλά και από το γεγονός ότι η οιαδήποτε τροποποίηση τω σχεδίων αποτελούσε σαφή αναφορά στο τεκμήριο 10 ότι θα επέφερε επιπλέον χρεώσεις.

 

Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι με βάση το τεκμήριο 10 η αμοιβή για μελέτες και επιβλέψεις που περιλαμβάνει υπηρεσίες αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, ηλεκτρολόγου, μηχανολόγου και επιβλέψεις), ως στη σελίδα 4/1 του τεκμηρίου, καθορίζεται σε ποσό εκ €184.500 και τα οποία αναλύονται στην σελίδα 5/1. Αυτό που παρουσιάζεται διαφοροποιημένο στο τεκμήριο 10 είναι ο τρόπος αποπληρωμής του ποσού χρέωσης με ποσοστά ανάλογα με το στάδιο της εργασίας. Συνολικά σε έκαστο εκ των τρόπων πληρωμής ως η προσφορά (σελίδες 6/1 έως και 9/1) όπου παρουσιάζονται συνολικά 3 τρόποι πληρωμών το ποσό που αντιστοιχεί στις μελέτες και επιβλέψεις ανέρχεται σε συνολικό ποσό εκ €120.000,00, με εξαίρεση το ποσοστό αμοιβής 8% (που προανέφερα ότι περιοριζόταν στο αρχιτεκτονικό μέρος), και το οποίο αφορά την προκαταβολή, την κατάθεση των αρχιτεκτονικών, της πολεοδομικής άδειας, της άδειας οικοδομής, της παραλαβής και των επιβλέψεων. Αυτό που διαφέρει είναι τα ποσοστά καταβολής αυτού του ποσού ανά στάδιο και όχι το σύνολο για τις μελέτες. Το ποσό δε των €64.500,00 που αφορά τις επιβλέψεις ενόψει της αναστολής του έργου δεν αξιώνεται. Η Μ.Ε.1 εξέδωσε τιμολόγιο για προκαταβολή σύμφωνα με τον τρόπο αποπληρωμής ως καθορίζεται στη σελίδα 9/1 του τεκμηρίου 10 και η οποία ήταν σημείο αναφοράς σε όλη την μεταγενέστερη αλληλογραφία.

 

Εκείνο που προβλημάτισε αρχικά στην μελέτη και αξιολόγηση του εγγράφου αυτού είναι ότι ενώ σε συνάρτηση με τις δικές της αναφορές στο τεκμήριο 32 επί των πληρωμών που η εναγόμενη και ο σύζυγος της έκαναν είναι η αξίωση για συνολικό οφειλόμενο εκ €36.000= ως υπόλοιπο από την 1η συμφωνία. Εξετάζοντας όμως με προσοχή το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι παρά το ότι οι μελέτες καθορίζονται συνολικά και ρητά στον τίτλο της προσφοράς (σελίδα 9/1) ότι ανέρχονται σε ποσό εκ €120.000 και αναλύονται με ποσοστό καταβολής ανά στάδιο ως ακολούθως, 10% ήτοι €12.000 ως προκαταβολή, 30% ήτοι €36.000 με την κατάθεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, 10% ήτοι €12.000 με την παραλαβή της πολεοδομικής άδειας, 40% ήτοι €48.000 με την κατάθεση της άδειας οικοδομής, στο σημείο 5, «Παραλαβή άδειας οικοδομής» ενώ γίνεται αναφορά σε ποσοστό 10%, ήτοι επί ποσού €120.000, σε €12.000, καταγράφεται ποσό εκ €9.000.

 

Παρά την πιο πάνω λανθασμένη αναφορά όμως το συνολικό ποσό που η εναγόμενη αποδέχθηκε κρίνω να καταβάλει έναντι του συνόλου των μελετών και μέχρι το στάδιο της έκδοσης της άδειας οικοδομής είναι το ποσό των €120.000 και τούτο ανεξάρτητα με το τρόπο καταβολής του. Σημειώνεται επιπλέον ότι τούτο συνάδει και με τα όσα η ίδια η ΜΕ2 καταγράφει επί του εγγράφου του τεκμηρίου 32 που ο ίδιος ο Μ.Υ.1 συνέταξε για τις πληρωμές που αποτελεί κοινό έδαφος ότι έγιναν, περί του ότι παραμένει υπόλοιπο από το σημείο 4 κατά ½ ήτοι €24.000, πλέον Φ.Π.Α, από το σημείο 5. €12.000 πλέον Φ.Π.Α ήτοι σύνολο €36.000,00.

 

Η αποδοχή αυτών των ποσών άλλωστε από τον Μ.Υ.1 κρίνω ότι διαφαίνεται και από  το τεκμήριο 36 ημερ. 1.8.19 όπου ο Μ.Υ.1 αναφέρει:

 

 «Η θέση μας είναι η ίδια, δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να πληρώσουμε κάτι που δεν λάβαμε. Αν αφαιρέσουμε το 2ο δικαίωμα, θα σας χρωστάμε αυτό το ποσό. Δεν σκοπεύουμε να το λάβουμε σε αυτή τη μορφή όπως είναι τώρα. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι θεωρείτε ως δεδουλευμένα. Ένα έργο που οι Πελάτες επέλεξαν να εγκαταλείψουν, παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του είχε ήδη πληρωθεί; Δεν καταλάβαμε τι εννοείτε ότι εμείς προτείναμε την αλλαγή της συμφωνίας και του τρόπου πληρωμής και επομένως διαφέρει από την αρχική έκδοση. Μπορείτε να δείτε τη μεταξύ μας συμφωνία όπως υπογράφηκε, δεν βρήκαμε το αντίγραφο μας».

 

Το τεκμήριο 36 αποστάλθηκε εις απάντηση του τεκμηρίου 35 όπου η Μ.Ε.1 αναφέρεται σε υπόλοιπο εκ €36.000 από την 1η συμφωνία και την αμοιβή για το 2ο δικαίωμα σε ποσό εκ €15.000.

 

Κρίνω ότι στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας η θέση της Μ.Ε.1 σε ότι αφορά τα υπόλοιπα στη βάση συμφωνιών μπορεί να αποτελέσει βάση εξαγωγής συμπερασμάτων.

 

Καταλήγω επομένως ότι η Μ.Ε.2 ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποκάλυψε μέσα από την μαρτυρία της τα πραγματικά και αληθή γεγονότα που αφορούσαν τα επίδικα θέματα. Η εναγόμενη αποδέχθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, επέλεξε συγκεκριμένη προσφορά με αμοιβή 12,3% επί του κόστους για το σύνολο των μελετών  και στη βάση αυτού οι ενάγοντες εκτέλεσαν αρχιτεκτονικές εργασίες, καταχώρησαν αιτήσεις και έλαβαν άδειες ενώ περαιτέρω προχώρησαν με εκπόνηση νέων σχεδίων κατόπιν εντολών της εναγόμενης και η οποία προχωρούσε με σχετικές πληρωμές σύμφωνα με το τεκμήριο 10 έναντι της αμοιβής.

 

Σε ότι αφορά τώρα τους ισχυρισμούς της ανταπαίτησης. Η μαρτυρία της και επί αυτών των σημείων παρέμεινε σαφής και σταθερή. Τα όσα άλλωστε της υποβλήθηκαν για παραπλάνηση της εναγόμενης βασιζόμενη μεταξύ άλλων στην άγνοια από πλευράς της τελευταίας της ελληνικής γλώσσας όχι απλά δεν υποστηρίχθηκαν από την άλλη πλευρά αλλά συγκρούονται με την έγγραφη μαρτυρία που η Μ.Ε.2 κατέθεσε. Η μάρτυρας κατάγεται επίσης από τη Ρωσία και ως ανέφερε οι συζητήσεις με την εναγόμενη και τον σύζυγο της γίνονταν κατά κύριο λόγο στη ρωσική. Κάθε αλληλογραφία άλλωστε ως κατατέθηκε επίσης λάμβανε χώρα στην ρωσική γλώσσα. Ομοίως, και τούτο κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό, είναι το γεγονός ότι τόσο το τεκμήριο 9 όσο και το τεκμήριο 10 καταρτίστηκαν από την μάρτυρα σε αμφότερα τα ελληνικά και ρωσικά. Επιπλέον και παρά τις θέσεις που διατυπώθηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης περί του ότι οι ενάγοντες και δη η Μ.Ε.2 δεν τους επεξηγούσαν με σαφήνεια τις ενέργειες τους και δεν τους έδιναν στοιχεία να αντιληφθούν τις διαδικασίες, αυτό που παρατηρώ μέσα από τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν είναι ότι η μάρτυρας απαντούσε και μάλιστα επεξηγηματικά σε κάθε ερώτημα της εναγόμενης και του Μ.Υ.1, επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της συμφωνίας, επεξηγώντας επανειλημμένα τις χρεώσεις, τις πληρωμές και τα οφειλόμενα αλλά και αναλύοντας κάθε ενέργεια τους.

 

Στη βάση επομένως της πιο πάνω αξιολόγησης και της ποιότητας της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 αποδέχομαι αυτήν στο σύνολο της ως πλήρως αληθή και αξιόπιστη.

 

Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική και τούτο καθότι παρά το ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι διάδικος εντούτοις η εμπλοκή του στην συνεργασία, συζητήσεις και συμφωνίες με τους ενάγοντες φάνηκε να ήταν σημαντική. Άλλωστε η όλη συνεργασία εναγόντων και εναγόμενης αφορούσε την οικογενειακή τους κατοικία. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώθηκε τόσο από την εναγόμενη κατά την μαρτυρία της αλλά και διαφαίνεται από το γεγονός ότι το σύνολο της αλληλογραφίας απευθυνόταν και προς τον ίδιο ενώ είναι και το πρόσωπο που απαντούσε.

 

Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή του συνόλου της μαρτυρίας του και των όσων ανέφερε προς στήριξη της εκδοχής της εναγόμενης ως προς το βασικό και ουσιαστικό ερώτημα και ζητούμενο που είναι το κατά πόσο η σύζυγος του επήλθε σε συμφωνία με τους ενάγοντες για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και άλλων μελετών για την ανέγερση της κατοικίας τους με συμφωνημένη, ως το τεκμήριο 10 αμοιβή σε ποσοστό 12,3%, αλλά και επιπλέον οδηγίες ως προς την εκπόνηση των εκμοντερνισμένων σχεδίων όπως επίσης και τα όσα ανέφερε για την ανταπαίτηση της εναγόμενης και κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του ως αξιόπιστη.

 

Η κατάληξη μου αυτή εδράζεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του επί των ουσιωδών σημείων, της εικόνας που αυτή άφησε και στο γεγονός ότι σε πολλά σημεία η μαρτυρία του δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώ σε άλλα παρουσιάζεται αντιφατική από προηγούμενες θέσεις του. Η μαρτυρία του πέραν της εικόνας που άφησε κατά την αυτόνομη εξέταση της εξετάστηκε και σε συνάρτηση με τα όσα η εναγόμενη – Μ.Υ.2 ανέφερε και κρίνω ότι και σε αυτό το επίπεδο υπάρχουν αντιφάσεις που την αποδυναμώνουν ακόμα περισσότερο. Οι όποιες αδυναμίες και αντιφάσεις εντοπίστηκαν και οι οποίες θα επεξηγηθούν κατωτέρω δεν μπορούν να κριθούν ως επουσιώδεις για τα επίδικα θέματα και είναι τέτοιες που κρίνω ότι πλήττουν στο πυρήνα της την μαρτυρία καθιστώντας το σύνολο της ποιοτικά αδύναμο να στηρίξει σχετικά ευρήματα.

 

Το πρώτιστο ερώτημα που άπτεται των επίδικων θεμάτων είναι το κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες για την εκτέλεση συγκεκριμένων  εργασιών και παροχή υπηρεσιών στα πλαίσια συγκεκριμένης συμφωνίας περιλαμβανομένης και της αμοιβής των εναγόντων.

 

Η εκδοχή των Μ.Υ.1 επί του σημείου τούτου κρίνεται ασαφής. Η θέση του ήταν ότι κατά την πρώτη συνάντηση επέμεινε ότι τόνισαν στους ενάγοντες ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν δέσμευση για συγκεκριμένο ύψος αμοιβής και η οποία μάλιστα του φάνηκε υψηλή σε σχέση με τις τιμές της αγοράς. Παρά το γεγονός ότι σε μέρος της αλληλογραφίας παρουσιάζεται να παραπέμπει σε ανάγκη συζήτησης της συμφωνίας και κατάληξης εντούτοις καμία αναφορά γίνεται στο ύψος της αμοιβής και σε τιμές αγοράς. Επί του σημείου τούτου δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε έρευνα που διεξήγαγε αναφορικά με εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και ποσοστά αμοιβής περί το 6%. Αυτό όμως που παρέλειψε να σχολιάσει είναι ότι με βάση την ανάλυση της αμοιβής των εναγόντων, τεκμήριο 9, η αμοιβή σε ότι αφορά την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων (προσχέδια και σχέδια για πολεοδομική άδεια) ανέρχεται σε ποσοστό 5% και το συνολικό ποσοστό του 12,3% συμπληρώνεται από τα ποσοστά επί του προκαταρκτικού κόστους για την εκπόνηση και άλλων μελετών πέραν των αρχιτεκτόνων από άλλους μηχανικούς αλλά και τις υπηρεσίες επίβλεψης.

 

Επανερχόμενη στο ζήτημα της συμφωνίας αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας και τις αδιαμφισβήτητες πληρωμές στη βάση μάλιστα των σταδίων και ποσοστών του τεκμηρίου 10 είναι ότι στη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία και κατά το στάδιο αυτής τηρείτο το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Η θέση του Μ.Υ.1 ήταν ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 10 και μεταξύ των διαδίκων επήλθε κάποια άλλη συμφωνία για πληρωμή κατά στάδια ανάλογα με τις εργασίες ως συμφωνούνταν στις συναντήσεις τους. Η θέση αυτή τέθηκε αόριστα και γενικά χωρίς καμία αναφορά σε συγκεκριμένο χρόνο κατά τον οποίο επήλθε αυτή αλλά και τι όρους περιλάμβανε αναφορικά με τις υπηρεσίες και την αμοιβή. Παράλληλα βέβαια με την προώθηση της κάποιας άλλης συμφωνίας ο μάρτυρας επιχείρησε να αμφισβητήσει και τη λήψη κάποιας εκ της αλληλογραφίας στηριζόμενος σε ισχυρισμούς περί λανθασμένων ηλεκτρονικών διευθύνσεων σε 2 μηνύματα που όχι μόνο δεν τα παρουσίασε αλλά εν τέλει αποδέχθηκε ότι το σύνολο της αλληλογραφίας αποστελλόταν και στον ίδιο και όχι μόνο στην σύζυγο του. Επί της ουσίας της εκδοχής του για ύπαρξη κάποιας άλλης συμφωνίας με όρους αναφορικά με την αμοιβή διαφορετικούς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η όλη αλληλογραφία δεικνύει ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν κατά στάδια εκτέλεσης εργασιών ως καταγράφονται στο τεκμήριο 10, εξέδιδαν τιμολόγια και αυτά καταβάλλονταν από την εναγόμενη μέσω του Μ.Υ.1. Καμία αντίθετη μαρτυρία τέθηκε ως προς την ύπαρξη κάποιας άλλης συμφωνίας και η θέση του Μ.Υ.1 επί του σημείου αυτού παρέμεινε γενική και αόριστη. Δεν παραβλέπω παράλληλα ότι επιχείρησε, όπου κατά την υπόδειξη μέρους της αλληλογραφίας αντικρουόταν η θέση του, να ισχυριστεί ότι δεν πρόσεξε αυτήν ή λόγω όγκου μηνυμάτων που λάμβανε δεν έδωσε σημασία. Αυτή η επανειλημμένα τεθείσα απάντηση του κρίνεται προσπάθεια να αποφύγει να τοποθετηθεί επί ουσιωδών ζητημάτων.

 

Επιπλέον των πιο πάνω όμως έχω διαπιστώσει ότι  σε ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του επιχείρησε, σε αντίθεση με τη θέση του ότι υπήρχε κάποια άλλη συμφωνία με συγκεκριμένους όρους και τους οποίους δεν επεξήγησε,  να αποποιηθεί  κάθε ευθύνης στην καταβολή ποσών, επικαλούμενος ακυρότητα της επίδικης από τους ενάγοντες ή και της όποιας κατά τον ίδιο συμφωνίας, στη βάση αμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και κατά την παροχή υπηρεσιών από τους ενάγοντες.  Η ενέργεια του αυτή  κρίνεται ως μία ύστατη προσπάθεια  να αποφύγει την καταβολή των συμφωνηθέντων ποσών  και οι οποιεσδήποτε λεπτομέρειες έθεσε  ήταν αόριστες και γενικές.  Σημειώνω ότι  ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι οι εξουσιοδοτήσεις στο τεκμήριο 16 υπογράφηκαν από τη σύζυγό του και ότι μάλιστα  σε συνεννόηση με την Μ.Ε.1 συμφώνησαν στην κατάθεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων για τη λήψη της άδειας οικοδομής. Επιχείρησε σε αυτό το στάδιο  να προσθέσει  ότι η κατάθεση των συγκεκριμένων σχεδίων, που δεν ήταν της αρεσκείας τους, έγινε κατόπιν παρότρυνσης της Μ.Ε.1  με σκοπό  να συντομευθεί η διαδικασία  και ότι τα σχέδια θα μπορούσαν σε μεταγενέστερο στάδιο εύκολα να τροποποιηθούν.  Κρίνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός τέθηκε  με σκοπό να αποφύγει  την επιπλέον χρέωση για εκπόνηση νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων και τούτο καθότι τόσο η εναγόμενη εν τέλει  παραδέχτηκε  ότι ζήτησε τροποποίηση των σχεδίων μετά την κατάθεση των αρχικών όσο και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, του Απριλίου του 2017, συγκρούεται με τον ισχυρισμό του. Στο τεκμήριο 9 πέραν των ποσοστών χρέωσης σε σχέση με την ολική δαπάνη υπάρχει σαφής πρόνοια ότι όλες οι αλλαγές που αφορούν τα σχέδια μετά την κατάθεση για πολεοδομική άδεια θα επιβαρύνουν τον εκάστοτε ιδιοκτήτη.  Υπενθυμίζω ότι το σύνολο της αλληλογραφίας και ειδικότερα τα τεκμήρια 9 και 10, που αποτελούν ουσιαστικά έγγραφα με αναφορά στο περιεχόμενο της συμφωνίας, καταγράφονται και στη ρωσική γλώσσα  ενώ δεν παραβλέπω ότι  ο μάρτυρας είναι πρόσωπο που κατέχει σημαντικά ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και σημαντική εργασιακή πείρα σε διευθυντικές θέσεις και στα πλαίσια της οποίας εργάστηκε μεταξύ άλλων και σε τομείς αξιολόγησης κινδύνων από τραπεζικές συναλλαγές επομένως είναι πρόσωπο που κρίνω ότι είχε την δυνατότητα πλήρους αντίληψης των όρων αναφορικά με την αμοιβή των εναγόντων αλλά και πρόσωπο που αντιλαμβανόταν ότι η οιαδήποτε διαφοροποίηση από τα τεκμήρια 9 και 10 σε ότι αφορά την αμοιβή θα έπρεπε να τεθεί με σαφή μαρτυρία, κάτι που παρέλειψε να πράξει.

 

Σε κανέναν στάδιο της αλληλογραφίας και παρά τις γενικές αναφορές  για ανάγκη ολοκλήρωσης της μεταξύ τους συμφωνίας γίνεται αναφορά  είτε από την εναγόμενη είτε από τον Μ.Υ.1 σε διαφοροποίηση  των όρων της συμφωνίας τους ειδικότερα στο θέμα της αμοιβής. Με βάση το τεκμήριο 11  οι ενάγοντες, αφού είχαν ήδη εκδώσει τιμολόγιο στις 14.7.17 ως το τεκμήριο 10, στη βάση  του όρου για καταβολή προκαταβολής ύψους €12.000 και το οποίο καταβλήθηκε από την εναγόμενη, αποστέλλουν τον Νοέμβριο 2 τιμολόγια καθώς και προκαταρκτικό χρονοδιάγραμμα  κατασκευής  επεξηγώντας ότι το τιμολόγιο αποτελεί μέρος της δεύτερης πληρωμής αλλά και καταβολής κρατικών τελών στην πολεοδομία  και το οποίο δεν καταβλήθηκε παρά μόνο μετά την αποστολή υπενθύμισης ως το τεκμήριο 12, στις 20.11.17, αφού μεσολάβησε η έκδοση της πολεοδομικής άδειας (τεκμήριο 13) στις 30.11 με βάση το τεκμήριο 14 και με αναφορά του μάρτυρα σε ανάγκη ολοκλήρωσης της μεταξύ τους συμφωνίας.  Η απάντηση των εναγόντων που δόθηκε αυθημερόν με βάση το τεκμήριο 15 δεικνύει προθυμία να γίνει συνάντηση παρά το ότι φάνηκε να προηγήθηκε κάποια συνάντηση με την εναγόμενη. Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να τονίσω και τη θέση του Μ.Υ.1 ότι με τους ενάγοντες είχαν σωρεία συναντήσεων. Αυτό που εύλογα εγείρει ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής του είναι το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζεται ότι είχαν πέραν της αλληλογραφίας, λάβει χώρα σωρεία συναντήσεων στα πλαίσια μάλιστα των οποίων διαμορφώθηκε μια συμφωνία πληρωμής εργασιών και υπηρεσιών ανά στάδια, καμία αναφορά έγινε σε ποσοστά αμοιβής ή συγκεκριμένα ποσά και η οιαδήποτε τέτοια συμφωνία ουδέποτε φάνηκε να αποτελεί τουλάχιστον αντικείμενο αναφοράς στην αλληλογραφία.  Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η αναφερόμενη πιο πάνω αλληλογραφία αφορά μέχρι και την 30.11.17 ενώ ακολουθούν χρονολογικά οι εξουσιοδοτήσεις προς τους  μηχανικούς τον Μάρτιο μέχρι και Μάιο 2018 έχοντας βεβαίως η εναγόμενη υπογράψει ήδη προς τους ενάγοντες εξουσιοδότηση και τον Ιούνιο του 2017 σύμφωνα με το τεκμήριο 41.

 

Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας ουδόλως δύναται να βασιστεί η θέση του Μ.Υ.1 ότι μεσολάβησε του Ιουνίου 2017 και του χρόνου υπογραφής των εξουσιοδοτήσεων του τεκμηρίου 16 η τροποποίηση ή αλλαγή της συμφωνίας ως προς την αμοιβή των εναγόντων καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε σχέση με το τεκμήριο 10. Αντίθετα οι ενάγοντες συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους  ως καταγράφονται σε στάδια στο τεκμήριο 10, να εκδίδουν τιμολόγια και αυτά να καταβάλλονται από την εναγόμενη μέσω του Μ.Υ.1. Οι απαντήσεις του μάρτυρα σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη απόρριψη της προσφοράς ως το τεκμήριο 9 και 10 με αναφορά στα τεκμήρια 10 και 14 και ότι τα όσα καταγράφονται σε αυτά δεικνύουν απόρριψη απορρίπτεται. Παραπέμπω στο σημείο αυτό και στα όσα άλλωστε ο ίδιος καταγράφει στο τεκμήριο 36 εις απάντηση της απαίτησης του τεκμηρίου 35 σε ποσό €36.000 για την 1η συμφωνία ως υπόλοιπο και την αξίωση για ποσό εκ €15.000 για το 2ο δικαίωμα και την αναφορά του ότι αν αφαιρεθεί το 2ο δικαίωμα το ποσό αυτό οφείλεται.

 

Καταλήγω επομένως ότι η εκδοχή του μάρτυρα σε ότι αφορά την ανυπαρξία συμφωνίας ή συμφωνίας με διαφορετικούς από το τεκμήριο 10 όρους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Σε ότι αφορά τώρα τη θέση του ότι οι πληρωμές γίνονταν στη βάση των τιμολογίων μεν χωρίς όμως αυτά να παρέχουν επαρκή επεξήγηση και να γίνονται αντιληπτά από τον ίδιο και τη σύζυγο του. Πέραν του ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών και συνεργασίας λάμβαναν χώρα πληρωμές στη βάση τιμολογίων χωρίς να αναζητηθεί ή απαιτηθεί οιαδήποτε διευκρίνηση ως εν τέλει αποδέχτηκε με παραπομπή στα διάφορα τιμολόγια κρίνω ότι και η αναφορά και περιγραφή στο κάθε ένα από αυτά ήταν αντιληπτή. Κρίνεται ουσιώδες να τονίσω στο σημείο αυτό ότι η αμοιβή των εναγόντων ως καθορίζεται σε ποσοστά ανά εργασία στο τεκμήριο 9 και 10 συναρτάται με το κόστος ανέγερσης της κατοικίας. Αυτό το κόστος υπολογίστηκε με βάση την εκδοχή των εναγόντων προκαταρκτικά από τους ίδιους στη βάση της πολύχρονης εμπειρίας τους με αναφορά στο μέγεθος της κατοικίας, τα υλικά και τις επιμέρους εργασίες ως καταγράφονται στο τεκμήριο 10. Η θέση του μάρτυρα αρχικά ήταν ότι δεν αντιλήφθηκε το κόστος κατασκευής και γιατί αυτό ήταν τόσο υψηλό. Αυτή του η θέση όμως σε άλλο σημείο διαφοροποιήθηκε, αποδεχόμενος ότι το προκαταρκτικό κόστος κατασκευής όχι μόνο το αντιλήφθηκε αλλά και αυτό του φάνηκε να είναι όχι ιδιαίτερα υψηλό και μάλιστα του άρεσε ενώ σε άλλο σημείο αναφέρθηκε στο κόστος και στην αναφορά της Μ.Ε.2 ότι το σημαντικό ήταν να παραμείνουν εντός του προκαταρκτικού κόστους και το οποίο ήταν εντός των ορίων τους. Εάν το κόστος δεν ήταν αντιληπτό ή αποδεκτό γιατί θεώρησε σημαντικό να παραμείνουν εντός αυτού;

 

Σε ότι αφορά τώρα την πορεία της συνεργασίας και τα τροποποιημένα σχέδια. Η πορεία που ακολούθησε η συνεργασία των διαδίκων από τον Νοέμβριο του 2018 μέχρι και τον ισχυριζόμενο από πλευράς του τερματισμό της επίσης αποδυναμώνει την εκδοχή του ως τόσο ως προς την ανυπαρξία κατάληξης σε συγκεκριμένη αμοιβή ως το τεκμήριο 10 όσο και ως προς την ύπαρξη κάποιας άλλης συμφωνίας με διαφορετικούς όρους αλλά και σε σχέση με τη θέση του αναφορικά με τα εκμοντερνισμένα σχέδια.

 

Ιδιαίτερα σημαντικό κρίνεται το τεκμήριο 17 και στο οποίο καταγράφει η Μ.Ε.2 ότι για την εκπόνηση νέων σχεδίων, ως σχεδιαστική λύση διαφορετική από την 1η, απαιτείται πληρωμή περαιτέρω ποσών τόσο για τα αρχιτεκτονικά σχέδια όσο και για τις υπηρεσίες άλλων μηχανικών. Η Μ.Ε.2 στο ηλεκτρονικό της μήνυμα αυτό ημερ. 11.5.18 κάνει σαφή αναφορά σε συζήτηση κατά τη συνάντηση των μερών όπου και υποσχέθηκε να αποστείλει πρόγραμμα πληρωμών και πρόσθετων πληρωμών για το νέο έργο. Στο εν λόγω μήνυμα η Μ.Ε.2 παραπέμπει στη συμφωνία 21.6.18 (που προφανώς αποτελεί τυπογραφικό λάθος, εφόσον το μήνυμα στο τεκμήριο 17 αφορά την 11.5.18, εννοώντας προφανώς το τεκμήριο 10 ημερ.21.7.17) αναφέροντας ότι σε σχέση με τις ρήτρες 1, 2 και 3 έγιναν 2 πληρωμές με υπόλοιπο €30.000 πλέον Φ.Π.Α και εκκρεμεί η καταβολή του σημείου 4 για το οποίο και αποστέλλεται τιμολόγιο ενώ παράλληλα καταγράφεται σε σχέση με την νέα προσθήκη η χρέωση €15.000 σε σχέση με τις υπηρεσίες αρχιτέκτονα πλέον άλλα ποσά για υπηρεσίες μηχανικών και τεχνικές υπηρεσίες. Χωρίς να μεσολαβήσει άλλη επικοινωνία και σύμφωνα με το τεκμήριο 12, στα πλαίσια τηλεφωνικής επικοινωνίας, οι ενάγοντες αποστέλλουν ηλεκτρονικό μήνυμα στις 30.05.18 στην εναγόμενη και το σύζυγο της και από το οποίο προκύπτει ότι οι τελευταίοι ζήτησαν χρόνο να σκεφτούν και έτσι αναστάλθηκαν οι εργασίες. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το περιεχόμενο αυτής της επιστολής δεν αμφισβητήθηκε από τον μάρτυρα ή και την εναγόμενη. Ουσιώδες από αυτήν την επιστολής είναι ότι η ΜΕ2 κάνει αναφορά πρώτιστα στην διαίρεση του ακινήτου και την δυνατότητα λήψης προσφορών για τις αναγκαίες εργασίες, στοιχείο που δεικνύει ότι το ζήτημα του κόστους του διαχωρισμού ήταν σημαντικό για την εναγόμενη και το σύζυγο της, ενισχύοντας έτσι και την εκδοχή των εναγόντων ότι για την απόφαση τερματισμού της συνεργασίας και εκτέλεσης του έργου σημαντικό ρόλο είχε το κόστος διαχωρισμού και οι διαφορές με τους συνιδιοκτήτες. Άλλωστε και η ΜΥ1 αποδέχτηκε ότι τα ζητήματα που εγέρθηκαν μεταξύ της ίδιας και των συνιδιοκτητών σε ότι αφορά το διαχωρισμό ήταν σημαντικά για την απόφαση τους να μην προχωρήσουν το έργο.

 

Επιπλέον σε αυτήν την επιστολή η Μ.Ε.2 κάνει αναφορά στην λήψη των αδειών της 1ης σχεδιαστικής λύσης και στην εκτέλεση εργασιών για τα νέα σχέδια όπως συζήτησαν για εκμοντερνισμό των σχεδίων και αξιώνει απάντηση από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αναφέροντας μάλιστα ότι σε περίπτωση που αυτοί αποφασίσουν τον τερματισμό της συνεργασίας τους πρέπει να καταβληθούν τα οφειλόμενα βάση της 1ης «έκδοσης του έργου» και τα έξοδα της νέας λύσης να τα διαπραγματευθούν ξεχωριστά. Με το τεκμήριο 19 που στάλθηκε την ίδια ημερομηνία από την Μ.Ε.2 πέραν των τιμολογίων γίνεται και ανάλυση με βάση την αμοιβή ως το τεκμήριο 10 για τις πληρωμές που έγιναν και τις εκκρεμότητες. Χωρίς να φανεί οιαδήποτε άλλη επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων στις 28.6.18 αποστέλλει εκ νέου το τιμολόγιο που εκκρεμεί προς πληρωμή και αναφέρει ότι μετά από αυτήν θα μπορεί να υποβάλει αίτηση για το δεύτερο δικαίωμα ενώ αναφέρεται και στην προσθήκη για το νέο έργο. Την 1.07.18 ο Μ.Υ.1 με το τεκμήριο 21 απαντά στην Μ.Ε.2 ότι προχώρησε με την πληρωμή και με το τεκμήριο 22 η ΜΕ2 επιβεβαιώνει τη λήψη της και επαναλαμβάνει το ερώτημα εάν θα προχωρήσουν με την κατάθεση για νέα άδεια ως αναφέρεται συγκεκριμένα «για δεύτερο δικαίωμα». Ο Μ.Υ.1 την 3.7.18 απαντά με το τεκμήριο 23  και αναφέρει αυτολεξεί «Όπως μόλις συζητήσαμε – καταχωρούμε. Επιβεβαιώνω».

 

Το ιστορικό αυτό, των τεκμηρίων 17 μέχρι και 23, κρίνω ότι όχι μόνο αποδυναμώνουν την εκδοχή του Μ.Υ.1 αλλά αντίθετα συγκρούονται με αυτήν. Κατά τον Ιούλιο του 2018 ο Μ.Υ.1 όχι απλά ενημερώθηκε για την απαίτηση καταβολής αμοιβής για τη νέα σχεδιαστική λύση αλλά και ενημερώθηκε για τις πληρωμές και οφειλές με βάση το τεκμήριο 10. Σε κανένα στάδιο επέδειξε άγνοια για το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 ή εξέφρασε διαφωνία στην επίκληση του από την Μ.Ε.2. Το περιεχόμενο της ανωτέρω αλληλογραφίας κρίνω ότι ήταν σαφές και πλήρως αντιληπτό από τον μάρτυρα και επιβεβαιώνει την εκδοχή των εναγόντων παρά τις προσπάθειες του Μ.Υ.1 να πλήξει αυτήν. Η αναφορά του στο ερώτημα της ΜΕ2 εάν θα προχωρήσει με 2ο δικαίωμα εν συνεχεία των αναφορών της σε υπόλοιπα από τη 1η συμφωνία και επιπλέον χρεώσεων για την 2η με οδηγίες για καταχώρηση δεικνύει ότι εναγόμενη και Μ.Υ.1 αποδέχτηκαν τόσο την αρχική προσφορά όσο και τις επιπλέον χρεώσεις για τις υπηρεσίες που άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε ότι παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες. Τα όσα ακολούθησαν αποτελούν επίσης στοιχεία που αποδυναμώνουν την μαρτυρία του όπως το τεκμήριο 24, ημερ.10.7.18 οπότε και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ρωτά εάν θα παραλάβουν οι ίδιοι τις άδειες και την Μ.Ε.2 να απαντά ότι μπορούν να τις παραλάβουν αυτοί. Η απάντηση του περιορίζεται στην αναφορά «Super, Ευχαριστώ» (τεκμήριο 25). Ομοίως και τα τεκμήρια 26 και 27 και τα οποία ο Μ.Υ.1 δεν αμφισβήτησε δεικνύουν ότι και στον χρόνο που ακολούθησε (02.08.18, 31.08.18) ο ίδιος και η σύζυγος του όχι απλά συνεχίζουν την συνεργασίας τους με τους ενάγοντες αλλά και δίδουν οδηγίες για τις επιμέρους εργασίες όπως τις επιθυμίες τους για εξοπλισμό, βοηθητική κουζίνα παραπέμποντας και σε συγκεκριμένο είδος και προμηθευτή. Στο μεταξύ η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 05.07.18 (τεκμήριο 28) και στις 16.10.18 αποστέλλονται τιμολόγια σύμφωνα με τη συμφωνία (τεκμήριο 29). Στις 30.5.19 ο Μ.Υ.1 αποστέλλει μήνυμα αναφέροντας τις πληρωμές στις οποίες ήδη είχαν προβεί και σε «πάγωμα» του έργου αλλά και αναφέρει ότι δεν ασχολήθηκαν με τις αλλαγές στο πρώτο έργο. Η αναφορά του αυτή σε «πρώτο έργο» δεικνύει καταρχήν ότι είχε πλήρη αντίληψη της ανάληψης 2ης εργασίας για τα νέα σχέδια από τους ενάγοντες. Επιπλέον ενώ αναφέρεται σε μη ενασχόληση του με τις αλλαγές αυτό συγκρούεται με τα προηγούμενα μηνύματα όπου κάνει αναφορά σε συγκεκριμένες εργασίες, στην βοηθητική κουζίνα και άλλα ως ανωτέρω αναφέρθηκαν. Η Μ.Ε.2 απαντά με το τεκμήριο 32 αναλύοντας κάθε πληρωμή και πως αυτή αφορά τα διάφορα στάδια, τις εργασίες, ήτοι τον διαχωρισμό, τη σύμβαση για τις υπηρεσίες τους και τα υπόλοιπα με βάση αυτή τη συμφωνία. Στο σημείο αυτό αναφέρω και τον προβληματισμό αλλά και αρνητική εντύπωση που άφησε η μαρτυρία του Μ.Υ.1 σε ότι αφορά και τα ποσά που ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στους ενάγοντες. Η θέση του ότι κατέβαλε συνολικά ποσό €105.973,00 δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι ότι το σύνολο αυτού του ποσού αφορά την αμοιβή των εναγόντων καθότι ως διαφαίνεται και από την ανάλυση στο τεκμήριο 32 ποσό €84.000 αφορά την αμοιβή και τα υπόλοιπα αφορούν τέλη και δικαιώματα προς αρμόδιες αρχές για την έκδοση των αδειών. Παρά το ότι ο Μ.Υ.1 δεν αμφισβήτησε τα πιο πάνω εμμένει στην επιστροφή του συνολικού ποσού.

 

Τα λοιπά τεκμήρια τώρα και αναφέρομαι στα τεκμήρια 33 και 34 δεικνύουν ότι ο Μ.Υ.1 παρά την έκδοση οδηγιών προς τους ενάγοντες για την εκτέλεση του «νέου έργου» και αποδοχής της προσφοράς για επιπλέον χρεώσεις και έχοντας ήδη υπόλοιπο από την αρχική συμφωνία αποφάσισε να «παγώσει» το έργο και να μην λάβει το δεύτερο δικαίωμα αφήνοντας τα πάντα «ως έχουν με αναστολή» και να καταβάλει τα ποσά σύμφωνα πάντα με τις συμφωνίες τους εάν αλλάξει η κατάσταση και αποφασίσουν να λάβουν δεύτερο δικαίωμα και παραπέμπω στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 34. Ουσιαστικά και με αυτές τις αναφορές του Μ.Υ.1 επιβεβαιώνεται η ύπαρξη υπολοίπων από συμφωνία αλλά και ότι η απόφαση αναστολής των εργασιών μέχρι εκείνο το στάδιο δεν συνδέθηκε από τους ίδιους με οιαδήποτε παράπονα έναντι των εναγόντων αναφορικά με την παροχή των υπηρεσιών τους. Ουσιαστικό επίσης κρίνεται και το γεγονός ότι ενώ δόθηκαν οδηγίες και εκτελέστηκαν εργασίες για το 2ο δικαίωμα, με εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων ως το τεκμήριο 40, ενώ εκδόθηκε και η άδεια οικοδομής, εντούτοις ο Μ.Υ.1 επιμένει ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει την αμοιβή των εναγόντων για αυτές γιατί απλά αποφάσισε να μην λάβει αυτό το δικαίωμα επιλέγοντας μάλιστα να παραλάβει την άδεια θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο δεν έλαβε τις σχετικές υπηρεσίες (παραπέμπω στο μήνυμα - τεκμήριο 36). Σχετικά επίσης είναι και τα τεκμήρια 37 και 38 με τα οποία ο Μ.Υ.1 παραπέμπετε από την Μ.Ε.2 σε όλα τα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν κατά τα προηγούμενα χρόνια και τα οποία σημειώνω ότι δεν αμφισβήτησε.

 

Η όλη στάση του Μ.Υ.1 στο εδώλιο κρίνεται μη ικανοποιητική. Επέλεξε κρίνω να απαντά με αμυντική στάση σε όσα εύλογα ερωτήματα του τέθηκαν, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του, παραβλέποντας τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας και αναφέροντας με ευκολία όπου αυτά δεν ήταν βολικά για τις θέσεις τους ότι απλά δεν τα έλαβε, δεν τα θυμόταν ή δεν τα θεωρεί σχετικά με τα επίδικα θέματα.

 

Η όλη εικόνα που αποκόμισα από τον μάρτυρα  είναι ότι ενώ συμφώνησε στη βάση της προσφοράς των εναγόντων ως το τεκμήριο 10,  κατέβαλε ποσά για τα τιμολόγια που εκδίδονταν και τα οποία συμφώνησε τελικά ότι ήταν αντιληπτά, έδωσε οδηγίες για δεύτερο δικαίωμα στη βάση προσφοράς για επιπλέον αμοιβή  και ενώ εκδόθηκε και άδεια οικοδομής, επέλεξε πλέον για δικούς του λόγους την «παγοποίηση» του έργου, όπως ήταν δικαίωμά του, αποφασίζοντας όμως να μην καταβάλει την αμοιβή για την εκτελεσθείσα εργασία, που παρεμβάλλω δεν αμφισβήτησε ότι έγινε, και  αφήνοντας το ζήτημα σε αναστολή. Με αυτό το σκεπτικό θεωρεί ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν την αμοιβή που συμφωνήθηκε και ειδικότερα αυτήν που αντιστοιχεί στην εργασία που ήδη εκτέλεσαν και για την οποία είχαν ήδη αποτελέσματα με την έκδοση των αναγκαίων αδειών. Η πιο πάνω θέση του στηριζόμενη στις διαφορετικές εκδοχές που επιχείρησε να θέσει όπως, ότι η συμφωνία είχε άλλο περιεχόμενο ή ότι  οι υπηρεσίες δεν ήταν της αρεσκείας τους ή αποδίδοντας στους ενάγοντες αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους  και διαζευκτικά ότι παραπλανήθηκε η εναγόμενη αλλά και ο ίδιος, για τους λόγους που έχω προαναφέρει με λεπτομέρεια πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.  Ομοίως και οι αναφορές του για υπέρμετρες καθυστερήσεις και εκτός των χρονοδιαγραμμάτων εκτέλεση εργασιών δεν συνάδουν με τα τεκμήρια και τα γεγονότα όπως η έκδοση της πολεοδομικής άδειας από το Σεπτέμβριο του 2017 που υποβλήθηκε η αίτηση τον Νοέμβριο αλλά και η οριστικοποίηση των σχεδίων με βάση και τους χρόνους που έδωσε τελικά οδηγίες για να κατατεθεί αίτηση για δεύτερο δικαίωμα.  

 

Και σε ό,τι αφορά τον ισχυριζόμενο από πλευράς τους τερματισμό της συμφωνίας η μαρτυρία του ήταν συγκεχυμένη και αόριστη καθότι δεν θυμόταν ακριβώς την ημερομηνία αλλά και αρνήθηκε ότι υπήρχε ισχυρισμός  για τερματισμό στο δικόγραφο της εναγόμενης. Επέλεξε να απαντά με ασάφεια  και παραπλανητικά παραπέμποντας σε άλλα ζητήματα όπου έκρινε ότι δεν μπορούσε να δώσει ουσιαστική απάντηση.  Ακόμα και στα σαφή ερωτήματα που τέθηκαν καθ’ υπόδειξη ιδιαίτερα του τεκμηρίου 17 όπου καθορίζεται εκ νέου από τους ενάγοντες η ύπαρξη της πρώτης συμφωνίας και τα υπόλοιπα με βάση αυτήν αλλά και η προσφορά για τα νέα σχέδια, επέμεινε να απαντά αρνητικά ως προς την αποδοχή προσφοράς, να ισχυρίζεται ότι τα όσα του υποβάλλονταν ήταν άσχετα με τα επίδικα θέματα και να θεωρεί ότι αυτές οι προσφορές δεν έχουν καμία σημασία.  Όπου δε βρισκόταν σε αδιέξοδο επέλεγε να αναφέρει ότι δεν ήταν σίγουρος εάν είδε τελικά κάποια από τα μηνύματα όπως για παράδειγμα το τεκμήριο 17 παρά το ότι πλήρωσε  το τιμολόγιο που επισυνάφθηκε σε αυτό και ενώ έδωσε οδηγίες με βάση το τεκμήριο 23 για την κατάθεση των σχεδίων για το δεύτερο δικαίωμα.

 

Ουσιαστικά αυτό που αποκόμισα από την μαρτυρία του είναι ότι ο Μ.Υ.1 επιλέγοντας για τους δικούς του λόγους μαζί με τη σύζυγό του να μην προχωρήσουν με την υλοποίηση του έργου ανέμεναν από τους ενάγοντες να μην αξιώσουν τα δεδουλευμένα που δικαιούνταν με βάση τη συμφωνία  και στην απαίτηση των τελευταίων να αξιώσουν  τα ποσά αυτά αντέδρασαν προβάλλοντας ισχυρισμούς που κρίνω ότι τέθηκαν εκ των υστέρων με σκοπό να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους.

 

Στη βάση των πιο πάνω πέραν των μη αμφισβητούμενων ή και κοινά αποδεκτών γεγονότων η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη.

 

Σε ότι αφορά την εναγόμενη τώρα, Μ.Υ.2. Κρίνω ότι στη βάση και υφή της μαρτυρίας της και η μάρτυρας αυτή απέτυχε να ενισχύσει την εκδοχή της. Η μάρτυρας υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων, απαντούσε με δισταγμό, ανακρίβειες και ασάφειες στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ενώ πολλές από τις αναφορές της συγκρούονται με την έγγραφη μαρτυρία και με τις θέσεις του Μ.Υ.1.

Η όλη της εκδοχή ως ανωτέρω καταγράφηκε παρουσιάζει σημαντικά κενά και ελλείψεις. Ξεκινώντας από το βασικό της επιχείρημα, ότι εν τη απουσία γνώσης της ελληνικής γλώσσας παραπλανήθηκε από την ενάγουσα 1, δεν μπορώ παρά να σημειώσω τα όσα προανέφερα για την αλληλογραφία των μερών, στο σύνολο τους στην ρωσική γλώσσα. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι εξουσιοδοτήσεις προς το ΕΤΕΚ (δέσμη εγγράφων – τεκμήριο 16) και τις οποίες ενώ αρχικά κατά την κυρίως εξέταση της αρνήθηκε ότι υπέγραψε ακολούθως αντεξεταζόμενη αναγνώρισε τις υπογραφές τόσο την 6.5.18 όσο και στις άλλες ημερομηνίες. Επιχείρησε μάλιστα να ισχυριστεί ότι υπέγραψε αυτά στο γραφείο των εναγόντων κάτω από βιαστικές συνθήκες εμμένοντας εκ νέου ότι αποκλείει το ενδεχόμενο να υπέγραψε στις 6.5.18 καθότι ήταν η ημέρα των γενεθλίων της και ήταν Κυριακή. Οι λεπτομέρειες ως προς την ημέρα των γενεθλίων της όμως ή ότι ήταν Κυριακή δεν δεικνύουν ότι ακόμα και εάν αυτά ισχύουν η υπογραφή της τέθηκε κατά τρόπο που να αποδεικνύει άγνοια του περιεχομένου των εξουσιοδοτήσεων. Επιπλέον καμία λεπτομέρεια τέτοιων συνθηκών έθεσε ώστε να δεικνύει παραπλάνηση ή άγνοια της σημασίας του περιεχομένου. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι με βάση την μαρτυρία της Μ.Ε.2 η σημασία και περιεχόμενο των εξουσιοδοτήσεων επεξηγήθηκε από την ίδια προς την Μ.Υ.2 και αυτή η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Εν τέλει η μάρτυρας αποδέχθηκε ότι και στο παρελθόν είχε υπογράψει τέτοια εξουσιοδότηση προς τους ενάγοντες όπως το τεκμήριο 41 κατά το έτος 2017 που της υποδείχθηκε και αναγνώρισε.

Σε ότι αφορά την ουσία της εκδοχής της περί του ότι ουδέποτε συμφώνησαν στην αμοιβή των εναγόντων την οποία έκριναν ιδιαίτερα υψηλή σημειώνεται η απουσία αναφοράς και από την δική της μαρτυρία οιασδήποτε άλλης συμφωνίας ή λεπτομερειών αυτής, ελλείψεις που αφήνουν την θέση της μετέωρη ενόψει και των πληρωμών στις οποίες προέβαιναν για τα τιμολόγια που εκδίδονταν στη βάση του τεκμηρίου 10. Θα ανέμενα είτε από την μάρτυρα είτε από τον Μ.Υ.1 να παραθέσουν τις λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης συμφωνίας ως προς την πληρωμή με στάδια που αόριστα και οι 2 επικαλέστηκαν ως βάση της συνεργασίας τους. Η αναφορά της σε συμφωνία για την συνεργασία τους στη βάση προπληρωμών κατόπιν σαφούς ενημέρωσης για το κόστος κάθε εργασίες, ως αναφέρει στην παράγραφο 4 της δήλωσης της, παρέμεινε μια γενική θέση χωρίς την παράθεση οιασδήποτε λεπτομέρειας.  

Παρά δε την αναφορά της ότι τελούσε υπό ελλιπή αντίληψη του κόστους των υπηρεσιών των εναγόντων και τούτο βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις της Μ.Ε.2, ως ισχυρίστηκε στην δήλωση της παράγραφο 9, εντούτοις δεν επεξήγησε γιατί δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 και γιατί δεν ζήτησε διευκρινήσεις ως θα αναμενόταν να πράξει οιοδήποτε πρόσωπο λαμβάνει μια προσφορά, συνταγμένη στη μητρική του γλώσσα και την οποία όμως είτε δεν αντιλαμβάνεται είτε έχει επιφυλάξεις. Η θέση της ότι η Μ.Ε.2 τους διαβεβαίωσε ότι σημασία έχει ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου και ότι η ίδια θα συνέβαλλε στην μείωση του κόστους ανέγερσης συγκρούεται με τα όσα ο σύζυγος της ανέφερε περί του ότι το ύψος του προκαταρκτικού προϋπολογισμού ήταν ικανοποιητικό. Δεν δίστασε μάλιστα να αναφέρει ότι δεν αποδέχτηκαν το προκαταρκτικό κόστος. Τελικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποια ήταν η θέση του συζύγου της επί του προκειμένου. Όλα όσα ανέφερε επί τούτου συγκρούονται με το γεγονός ότι στο τεκμήριο 10, το οποίο αναγνώρισε ότι έλαβε, η αμοιβή των εναγόντων καταγράφεται ρητά ότι θα αποτελείται από ποσοστό επί του κόστους επομένως δεν διακρίνω την ασάφεια την οποία ισχυρίστηκε ενώ η οιαδήποτε διαφωνία της δεν σημειώθηκε σε οιαδήποτε αλληλογραφία και δεν απεικονίζεται από τις επόμενες ενέργειες της.

Σε ότι αφορά τη συμφωνία για την 1η σχεδιαστική λύση και τις εργασίες αναφορικά με αυτήν η μάρτυρας ομοίως με τον Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε επίσης αόριστα ότι δεν συμφώνησαν με τα σχέδια αλλά βασιζόμενη στις παραστάσεις της Μ.Ε.2 τα υπέγραψε και έδωσε οδηγίες για κατάθεση με σκοπό να κερδίσουν χρόνο και ότι αυτά θα άλλαζαν μετά. Κρίνεται ουσιώδες σε αυτό το στάδιο ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε ότι οι ενάγοντες ετοίμασαν πλήρη σχέδια τα οποία η ίδια υπέγραψε και κατέθεσαν αυτά με σκοπό την έκδοση αδειών και οι οποίες εκδόθηκαν. Και σε αυτό το σημείο οι θέσεις τέθηκαν κατά τρόπο αόριστο και γενικό ενώ ουσιώδης κρίνεται η απάντηση της στο ζήτημα των δικών της ισχυρισμών περί απώλειας εμπιστοσύνης, σύγχυσης αλλά και απουσίας ικανοποιητικών αποτελεσμάτων αλλά και των λόγων που το έργο δεν προχώρησε μέχρι και σήμερα. Η μάρτυρας καθ’ υπόδειξη του μέρους αυτού της δήλωσης της έδειξε να προβληματίζεται, ζήτησε χρόνο να σκεφτεί, απολογήθηκε και δήλωσε ότι δεν αντιλαμβάνεται αυτές τις αναφορές και εν τέλει ότι δεν θυμάται. Απέδωσε τη σύνταξη της δήλωσης σε συνεργασία και με τον Μ.Υ.1 και ο οποίος αναγνώρισε ότι είχε συνεχή εμπλοκή στις διαδικασίες παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος κατά την μαρτυρία του και παρά τα όσα ανέφερε αρχικά δήλωσε ότι ήταν εμπλεκόμενος μόνο στα οικονομικά ζητήματα και ότι στο τεχνικό μέρος την όλη ευθύνη για συνεννόηση είχε η εναγόμενη.

Σε ότι αφορά ειδικότερα το τεκμήριο 10 αυτό που σημειώνεται είναι ότι ενώ η εναγόμενη φάνηκε να καταβάλλει ποσά έναντι και προς εξόφληση τιμολογίων που εκδίδονται με βάση τα στάδια και ποσά ως καθορίζονται στο τεκμήριο εντούτοις επέμεινε στην ύπαρξη κάποιας άλλης προφορικής συμφωνίας δίδοντας γενικές και ασαφείς απαντήσεις ως προς το περιεχόμενο της, όπως ότι πλήρωναν ανάλογα με το τι χρειαζόταν, κατά στάδια και χωρίς υπολογισμό του πραγματικού κόστους και χωρίς όμως σε οιοδήποτε χρονικό σημείο της συνεργασίας να ήταν ικανοποιημένοι με το τι ήθελαν να κτίσουν. Κρίνω ότι αυτές οι απαντήσεις της εναγόμενης, σε συνδυασμό πάντα με την όλη της στάση στο εδώλιο δεικνύουν ότι η οιαδήποτε σύγχυση ως προς τη συμφωνία των μερών επιχειρήθηκε να προκληθεί από την ίδια μέσω των απαντήσεων της και όχι από την εκδοχή των εναγόντων η οποία στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα έγγραφα. Η μάρτυρας επιχείρησε, και μάλιστα όχι τεχνηέντως αλλά με προχειρότητα, να πείσει ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν κατά σύμπτωση ενδεχομένως με βάση το τεκμήριο 10. Ταυτόχρονα αποδέχθηκε ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν εργασίες όχι μόνο για τον διαχωρισμό του ακινήτου σύμφωνα με τα τεκμήρια 7 και 8 παρότι και για αυτά εξέφρασε αρχικά τη θέση ότι δεν θυμόταν.   

Αναφορικά τώρα με την ετοιμασία νέων σχεδίων με σκοπό τον εκμοντερνισμό της κατοικίας που σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων έγινε κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης η μαρτυρία της επίσης διέπεται από γενικότητα και αοριστία. Σημαντική κρίνεται άλλωστε η αναφορά της κατά την αντεξέταση και καθ’ υπόδειξη του τεκμηρίου 17 ότι είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο και ότι έπρεπε να καταβάλουν περαιτέρω αμοιβή για το νέο έργο. Παρά το ότι τελικά αντιλήφθηκε την προσφορά των εναγόντων και διαφωνούσε δεν γνωρίζει εάν διαμαρτυρήθηκαν για την αναφορά σε 1η συμφωνία και δεύτερο δικαίωμα με επιπλέον αμοιβή παραπέμποντας πλέον στον σύζυγο της ως το πρόσωπο που διαμαρτυρήθηκε. Σε ότι αφορά ειδικότερα την επιπλέον εργασία για ετοιμασία νέων σχεδίων η θέση της περιορίστηκε απλά σε διατύπωση διαφωνίας και την οποία μάλιστα δεν θυμάται εάν ανέφερε στους ενάγοντες. Και οι θέσεις της αυτές απορρίπτονται ως θέσεις που τέθηκαν αόριστα, γενικά και με ασάφεια και επιπλέον λόγω του ότι δεν συνάδουν με τις σαφείς οδηγίες του συζύγου της για υποβολή αιτήσεων για 2ο δικαίωμα με βάση το τεκμήριο 23. Σημειώνω επιπλέον ότι η εκπόνηση νέων σχεδίων από τους ενάγοντες δεν αμφισβητήθηκε από την Μ.Υ.2 η οποία αναφέρθηκε για λάθος πληροφορίες που έλαβαν από τους ενάγοντες και σκέψεις ως προς το κατά πόσο οι ενάγοντες ήταν η ορθή επιλογή. Αυτές οι σκέψεις τις οποίες όμως ανέφερε δεν τις στήριξε σε συγκεκριμένα σημεία διαφωνίας ούτε ως προς τον προκαταρκτικό υπολογισμό που ήταν αποδεκτός από το σύζυγο της ούτε όμως και σε άλλα πραγματικά δεδομένα όπως άλλος υπολογισμός που να συγκρίθηκε με αυτόν. Σημειώνω ότι η μάρτυρας παρά το ότι επιχείρησε να αποδώσει στους ενάγοντες αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους αποδέχτηκε ότι υπέγραψε τα σχέδια για κατάθεση ενώ από την αλληλογραφία προκύπτει να γίνονταν συζητήσεις και εισηγήσεις από πλευράς της σε ότι αφορά πλέον την διαρρύθμιση και εξοπλισμό της κουζίνας, στοιχεία που δεικνύουν ότι τα σχέδια είχαν τελειοποιηθεί. Παρά δε τη διαφωνία της συνέχισε να καταβάλλει ποσά ακόμα και στις 29.6.18.

Οι απαντήσεις της στα ερωτήματα εάν η ίδια αποφάσισε να διαφοροποιήσει τα σχέδια και στις υποβολές ότι ήταν δική της απόφαση κρίνω ότι ενισχύει την εκδοχή των εναγόντων. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε στην υποβολή ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στη βάση των σχεδίων της πολεοδομικής καθότι βιάζονταν και ακολούθως θα υποβαλλόταν άδεια για προσθηκό-μετατροπές απάντησε ότι γνώριζαν ότι θα έπαιρνε πολύ χρόνο να κατέληγαν στα αρχιτεκτονικά και μάλιστα ήταν εισήγηση του συζύγου της να εκδοθούν οι άδειες στη βάση των αρχικών σχεδίων και επιπλέον αποδέχθηκε ότι μεταγενέστερα βλέποντας τα σχέδια ζήτησαν 2η λύση. Αυτές οι απαντήσεις της δεικνύουν ακριβώς ότι με αίτημα τους εκπονήθηκαν νέα σχέδια ως το τεκμήριο 40. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η μάρτυρας εν τέλει αποδέχθηκε ότι υπέγραψε τα σχέδια του τεκμηρίου 39 – 1η λύση και τα οποία κατατέθηκαν για έκδοση άδειας ενώ παράλληλα αναγνώρισε το τεκμήριο 40 ως τη 2η λύση που ετοιμάστηκε. Ειδικότερα δε ως προς την 1η λύση σε καμία αναφορά προέβη ως προς συγκεκριμένες επ’ αυτών διαφωνίες αλλά ακόμα και εάν η εκδοχή της ότι αυτά απλά κατατέθηκαν με εξαρχής σκοπό να διαφοροποιηθούν είχε κάποια βάση, τότε με ποια ευκαιρία και στα πλαίσια ποιας συμφωνίας αυτά εκπονήθηκαν από τους ενάγοντες.

Στο ζήτημα των πληρωμών αλλά και της αξίωσης της η μαρτυρία της κρίνεται επίσης ελλιπής. Στις υποβολές ότι αξιώνει ποσά που αφορούν και πληρωμή τελών στις αρμόδιες αρχές αλλά και εάν γνωρίζει το ποσό της αξίωσης της αρκέστηκε να απαντήσει ότι δεν είναι θέμα ποσού αλλά θέμα αρχής καθότι είχαν αποφασίσει να διαθέσουν ένα ποσό για την οικία και μετά από 6-9 μήνες αντιλήφθηκαν ότι αυτό το ποσό δεν θα ήταν αρκετό για την οικία που τους πρότειναν οι ενάγοντες. Και οι θέσεις της αυτές παρέμειναν μετέωρες χωρίς αναφορά σε οιαδήποτε ποσά και κατά πόσο ειδικότερα το προκαταρκτικό κόστος ως υπολογίστηκε και έγινε αποδεκτό από τον ΜΥ.1 άλλαξε σε οιοδήποτε στάδιο.   Σωρεία τέτοιων αόριστων θέσεων διέπουν τη μαρτυρία της.

Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης καταλήγω ότι η μάρτυρας δεν αποκάλυψε την αλήθεια τόσο των γεγονότων όσο και των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν να διακόψουν τη συνεργασία τους με τους ενάγοντες. Η μαρτυρία της σε ότι αφορά τη σύναψη συμφωνίας, το περιεχόμενο αυτής, την εκτέλεση εργασιών από τους ενάγοντες και τα όσα ανέφερε προς στήριξη της ανταπαίτησης της κρίνεται αναξιόπιστη και ως τέτοια απορρίπτεται στην ολότητα της.

Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων αποδέχομαι την εκδοχή των εναγόντων ως περιλαμβάνουσα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης.

Συνοψίζω αυτά κάτωθι, πέραν των όσων αρχικά κατέγραψα ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα:

Oι ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως αρχιτέκτονες ανέλαβαν να δώσουν προσφορά στην εναγόμενη για το κόστος των υπηρεσιών τους για σκοπούς εκπόνησης αρχιτεκτονικών σχεδίων και άλλων μελετών για την ανέγερση της οικίας της εναγόμενης ως το τεκμήριο 9. Οι ενάγοντες είχαν αναλάβει και σε προγενέστερο στάδιο να παρέχουν υπηρεσίες προς την εναγόμενη και τις οποίες παρείχαν για τον διαχωρισμό του ακινήτου ιδιοκτησίας της και την αναπροσαρμογή συνόρων. (Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8).

 

Στη βάση του τεκμηρίου 10 και αφού οι ενάγοντες προέβησαν σε προκαταρκτικό υπολογισμό του κόστους ανέγερσης οι διάδικοι κατέληξαν σε προφορική συμφωνία για την παροχή υπηρεσιών ως το τεκμήριο 10 με συμφωνημένη αμοιβή σε ποσοστό 12,3% επί του προκαταρκτικού κόστους ανέγερσης της οικίας. Ειδικότερα για το σύνολο των μελετών περιλαμβανομένων αρχιτεκτονικών και άλλων συμφώνησαν σε ποσό εκ €120.000,00 μέχρι και το στάδιο της έκδοσης της άδειας οικοδομής και εξαιρουμένων των επιβλέψεων οι οποίες θα επέφεραν χρέωση εκ €64.500,00. Η εναγόμενη κατέβαλε το ποσό της προκαταβολής σε ποσοστό 10% ήτοι €12.000. Οι ενάγοντες προχώρησαν με την εκτέλεση των εργασιών και εξέδιδαν τιμολόγια κατά καιρούς ως παρουσιάζονται στα τεκμήρια στη βάση της συμφωνίας ως προς την αμοιβή του τεκμηρίου 10 και τα οποία η εναγόμενη και ο σύζυγος της εξοφλούσαν.

 

Στις 23.06.2017 η εναγόμενη υπέγραψε προς τους ενάγοντες εξουσιοδότηση εντολέα σε εγγεγραμμένους μηχανικούς για παροχή υπηρεσιών του Ε.Τ.Ε.Κ  για την εκτέλεση εργασιών και ειδικότερα κατοικίας 2 ορόφων 750 m2 με κολυμβητική δεξαμενή και προκαταρκτικό κόστος €1500000. (Τεκμήριο 41). 

 

Οι ενάγοντες ετοίμασαν αρχιτεκτονικά σχέδια και τα οποία υπογράφηκαν από την εναγόμενη και τα οποία κατατέθηκαν για σκοπούς έκδοσης πολεοδομικής άδειας την 25.9.17 και η οποία εκδόθηκε στις 15.11.2017. (τεκμήριο 13).

 

Μετά την εκπόνηση των λοιπών αναγκαίων μελετών από τους ενάγοντες, ολοκλήρωση αρχιτεκτονικών σχεδίων, και άλλους μελετητές, προς τους οποίους η εναγόμενη υπέγραψε σχετικές εξουσιοδοτήσεις του ΕΤΕΚ ως το τεκμήριο 16, η εναγόμενη ζήτησε αναστολή της κατάθεσης για έκδοση άδειας οικοδομής καθότι επιθυμούσε διαφοροποίηση των σχεδίων και εκμοντερνισμό της κατοικίας.

 

Οι ενάγοντες ετοίμασαν 2η σχεδιαστική λύση η οποία εγκρίθηκε από την εναγόμενη και ενημέρωσαν αυτήν μέσω του τεκμηρίου 17 ότι για την προώθηση της απαιτείται επιπλέον αμοιβή τόσο για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σε ύψος €15.000,00, όσο και άλλων αναγκαίων μελετών που απαιτούνταν λόγω της αλλαγής. Παράλληλα εξέδωσαν τιμολόγιο με βάση τους όρους του τεκμηρίου 10 για εργασία που είχαν ήδη εκτελέσει.

 

Κατόπιν εισήγησης της ενάγουσας 1 και στη βάση της επιθυμίας των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 για γρήγορη προώθηση του έργου, αποφασίστηκε να κατατεθεί αίτηση για άδεια οικοδομής με βάση τα αρχικά σχέδια και μετά την έκδοση της άδειας να προωθείτο αίτηση για τροποποίηση της και προσθηκο-μετατροπές. Οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ζήτησαν προσωρινή αναστολή της κατάθεσης της αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής περίπου 2 εβδομάδων. Μετά από υπενθυμίσεις των εναγόντων προς την εναγόμενη ως προς την εκκρεμή απάντηση της (τεκμήριο 18) η εναγόμενη μέσω του συζύγου της, αφού εξόφλησε τιμολόγιο (τεκμήριο 21) έδωσε οδηγίες και εξουσιοδότησε τους ενάγοντες για την κατάθεση της αίτησης για άδεια οικοδομής και λήψης του 2ου δικαιώματος (τεκμήριο 23). Τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια είχαν στο μεταξύ ετοιμαστεί  ως το τεκμήριο 40 και αυτά εγκρίθηκαν από τους ΜΥ1 και ΜΥ2. Ο σύζυγος της εναγόμενης κατέβαλε τα τέλη της άδειας οικοδομής (τεκμήριο 24) ενώ ακολούθησε αλληλογραφία αναφορικά με τον εξοπλισμό της κουζίνας της οικίας και άλλων χώρων. Η αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής κατατέθηκε στις 5.7.18 και η άδεια εκδόθηκε σύμφωνα με ενημέρωση ημερ. 12.09.18 του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα (τεκμήριο 28) και θα ήταν έτοιμη για παραλαβή με πληρωμή των σχετικών τελών. Στις 16.10.18 οι ενάγοντες υπενθύμισαν την εναγόμενη και το σύζυγο της για την παραλαβή της άδειας και εξέδωσαν τιμολόγιο με βάση το τεκμήριο 10. Η αρμόδια αρχή απέστειλε υπενθύμιση της έγκρισης της αίτησης για άδεια οικοδομής στις 24.4.19 ως το τεκμήριο 30 καθότι στο διάστημα που μεσολάβησε η εναγόμενη δεν παρέλαβε την άδεια της.

 

Στις 30.05.2019 ο σύζυγος της εναγόμενης ενημερώνει τους ενάγοντες ότι το έργο «έχει παγώσει» και αποστέλλει κατάλογο των πληρωμών προς τους ενάγοντες  (τεκμήριο 31). Η ενάγουσα 1 με το τεκμήριο 32 στις 31.5.19 επεξηγεί στον σύζυγο της εναγόμενης τις πληρωμές και ποια ποσά αφορούν την αμοιβή τους αλλά και ποιες πληρωμές προς τρίτους. Επιπλέον καταγράφει τα υπόλοιπα που αξιώνει με αναφορά στις επιμέρους πληρωμές ως αναφέρονται στο τεκμήριο 10.

 

Στις 10.7.19 η εναγόμενη και ο σύζυγος της ενημερώνουν την ενάγουσα 1 ότι δεν σκοπεύουν να συνεχίσουν την κατασκευή και δεν επιθυμούν να λάβουν έγγραφα για 2ο δικαίωμα αλλά ούτε και την άδεια οικοδομής. Ειδικότερα αναφέρουν ότι εάν η απόφαση τους αλλάξει τότε θα λάβουν το δικαίωμα και θα πληρώσουν τα πάντα σύμφωνα με τις συμφωνίες τους. Προτείνουν δε όπως τα πράγματα αφεθούν ως έχουν «με αναστολή». (τεκμήριο 33).

 

Στις 19.07.19 η ενάγουσα 1 απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη 1 (τεκμήριο 34) με την οποία αξίωνε καταβολή των οφειλόμενων με βάση το τεκμήριο 10 και την 1η σχεδιαστική λύση άμεσα και του ποσού των €15.000 μέχρι το τέλος του 2019.  Υπενθύμιση αποστάλθηκε και στις 01.08.2019 (τεκμήριο 35).

 

Την 1.08.19 ο σύζυγος της εναγόμενης απέστειλε επιστολή (τεκμήριο 36) με το οποίο αρνείται να καταβάλει τα ποσά για «κάτι που δεν λάβαμε» ως αναφέρει και ότι δεν σκοπεύει να λάβει το 2ο δικαίωμα στη μορφή που είναι τώρα. Παράλληλα αναφέρει ότι εάν αφαιρέσουν το 2ο δικαίωμα οφείλει ποσό ως αξιώνεται.

 

Στις 06.08.2019 η ενάγουσα 1 αποστέλλει στον σύζυγο της εναγόμενης, (τεκμήριο 37) το τεκμήριο 10, τις εξουσιοδοτήσεις του ΕΤΕΚ, την ειδοποίηση για την έκδοση της άδειας οικοδομής και ανάλυση των ποσών που καταβλήθηκαν και αυτών που εκκρεμούν. Την ίδια ημερομηνία αποστέλλει το τεκμήριο 38 με συνημμένα έγγραφα.

 

Οι ενάγοντες ετοίμασαν τα σχέδια και σε τρισδιάστατη μορφή ως τα τεκμήρια 39 και 40.

 

Νομική Πτυχή και Κατάληξη:

 

Η παρούσα υπόθεση ως πολιτική εξετάζεται και κρίνεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι με αναφορά στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης απέδειξε ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλέπε σχετικά την Πολιτική Έφεση 10636, Μαρσέλ κ.α ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1Γ ΑΑΔ 1858 και ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 214/2013, 24/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A238, ECLI:CY:AD:2019:A238.).

Η αξίωση των εναγόντων εδράζεται κατά πρώτο λόγο στο Δίκαιο των Συμβάσεων και ειδικότερα στον ισχυρισμό ότι μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε έγκυρη συμφωνία για παροχή υπηρεσιών μηχανικών αρχιτεκτόνων και άλλων μηχανικών με στόχο την ανέγερση της οικίας της εναγόμενης.

Σύμφωνα με το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 μια σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσαι, ενώ αυτή μπορεί να καταρτιστεί «γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών».

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, για τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας, πέραν της αναγκαιότητας ύπαρξης αντιπαροχής, είναι αναγκαία και η δικαιοπρακτική βούληση προς δημιουργία έννομης σχέσης (intention to create legal relations) ή, με διαφορετικά λόγια, η ύπαρξη πρόθεσης δημιουργίας έννομης σχέσης (βλέπε σχετικά τις Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1772 και C. Malathouras & Sons Ltd v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ. 1233, ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΙΖΟΥ κ.α. v. ΦΡΟΣΟΥΛΑΣ ΤΟΦΑΡΗ κ.α., Π.Έ. Αρ. 269/2015, 12/12/2023).

 

Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που να αποδεικνύουν τους ουσιώδεις όρους της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας, προκειμένου να καταδειχθεί η σύναψη μιας δεσμευτικής συμφωνίας (βλέπε σχετικά τις Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης (1993) 1 C.L.R. 436 και Alpan Furnishings v. Δημάδη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 170).

 

Για να συναφθεί μια δεσμευτική σύμβαση θα πρέπει αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι να έχουν την ίδια αντίληψη ως προς τους όρους της.  

 

Το Δικαστήριο εγκύπτει στα γεγονότα της υπόθεσης για να διακριβώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται ή όχι συμφωνία (Βιομετάλ Λτδ ν. Hawaii Hotels Ltd (1998) 1 AAΔ 281). Το κατά πόσο έχει συναφθεί μια συμφωνία δεν κρίνεται υποκειμενικά αλλά αντικειμενικά, με την έννοια δηλαδή της εύλογης εντύπωσης που αποκομίζει ένας τρίτος ανεξάρτητος και αντικειμενικός κριτής και συνεπώς κριτής της ύπαρξης ή μη μιας συμβατικής σχέσης είναι αποκλειστικά το Δικαστήριο και η αντίληψη των διαδίκων ή των μαρτύρων τους ουδόλως το δεσμεύει.

 

Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη δημιουργία μιας συμφωνίας παραπέμπω και στα Halsbury's Law, 4th Edition (1998 Reissue), Vol. 9(1),  paragraph 629 και 631, pageς 364 και 366, Chitty on Contracts, 27th Edition, paragraphs 2-804  και 2-105).

Εν προκειμένω η θέση των εναγόντων είναι ότι με την αποστολή του τεκμηρίου 10 και την έκδοση τιμολογίων στη βάση αυτού και τα οποία καταβάλλονταν με την ταυτόχρονη εκτέλεση των ανάλογων εργασιών τα μέρη έχουν συνάψει έγκυρη και δεσμευτική προφορική συμφωνία. Καταρχήν σημειώνω, ενόψει της σχετικής επιχειρηματολογίας στην αγόρευση των συνηγόρων της εναγόμενης περί απουσίας γραπτής συμφωνίας, ότι οι ενάγοντες δεν δικογράφησαν και σε κανένα στάδιο προώθησαν θέση περί σύναψης οιασδήποτε γραπτής συμφωνίας.  Αντίθετα η θέση των ήταν ότι μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε έγκυρη προφορική συμφωνία με συμφωνηθείσα αμοιβή ως καθορίζεται στο τεκμήριο 10 και παραπέμπω σχετικά στην παράγραφο 4 της Ε/Α όπου αναφέρεται η αποστολή προσφοράς την οποία προφορικά ή μέσω αλληλογραφίας ισχυρίστηκαν ότι αποδέχθηκαν η εναγόμενη και ο σύζυγος της.

Εξετάζοντας κατά πρώτο λόγο το ζήτημα της σύναψης έγκυρης και δεσμευτικής προφορικής συμφωνίας καταλήγω ότι στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας της Μ.Ε.1 και των επακόλουθων ευρημάτων οι ενάγοντες κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί και να αποδείξουν την σύναψη έγκυρης προφορικής σύμβασης.

Το τεκμήριο 10 ως ανωτέρω έτυχε ανάλυσης περιλάμβανε στη βάση υπολογισμού του προκαταρκτικού κόστους την προσφορά των εναγόντων για την αμοιβή τους με αναφορά μεταξύ άλλων σε ότι αφορά τις μελέτες των αρχιτεκτόνων και άλλων μηχανικών σε ύψος εκ €120.000 καταβληθέν σε στάδια μέχρι και την έκδοση της άδειας οικοδομής. Η έκδοση δε και της άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη και ο σύζυγος της δεν την παρέλαβαν δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατέθεσαν την αίτηση με τα απαραίτητα έγγραφα και αυτή εκδόθηκε. Η απροθυμία της εναγόμενης και του Μ.Υ.1 να την παραλάβουν συνεπεία της απόφασης τους να μην προωθήσουν το έργο δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι οι ενάγοντες εκπόνησαν αυτήν τη συγκεκριμένη εργασία σύμφωνα με τις οδηγίες των και δικαιούνται να αξιώνουν για αυτήν αμοιβή ως η συμφωνία.

Σε ότι αφορά τώρα τη συμφωνία και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η σύναψη μιας συμφωνίας εξετάζεται με αναφορά στα γεγονότα κάθε υπόθεσης και στη συμπεριφορά των μερών λαμβάνω υπόψη μου ότι παρά την εκφρασθείσα πρόθεση της εναγόμενης και του Μ.Υ.1 στα αρχικά στάδια να συζητήσουν το ζήτημα της συνεργασίας εντούτοις στην πορεία αυτής της συνεργασίας έδιδαν οδηγίες και κατέβαλλαν αμοιβή στη βάση του τεκμηρίου 10. Άλλωστε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 36 και οι αναφορές του Μ.Υ.1 κρίνονται ως αναφορές αποδοχής της οφειλής ενώ επιπλέον η αναγνώριση της ύπαρξης συμφωνιών αναφέρεται από τον ίδιο και στο τεκμήριο 33 όπου ζητά αναστολή των εργασιών και απαιτήσεων και σε περίπτωση που το έργο συνεχίσει να πληρώσει «τα πάντα σύμφωνα με τις συμφωνίες μας». Άλλωστε και η θέση της ίδιας της εναγόμενης και του Μ.Υ.1 ήταν ότι μεταξύ των μερών επήλθε κάποια συμφωνία πληρωμής των εργασιών ανάλογα με το στάδιο και η οποία κρίθηκε αόριστη και απορρίφθηκε.

Ομοίως παραπέμπω και στην αναφορά σε έκαστο τιμολόγιο των εργασιών που αυτό αφορά και με αναφορά σε συμφωνία χωρίς σε οιοδήποτε στάδιο η εναγόμενη ή ο Μ.Υ.1 να ζητήσουν διευκρινήσεις ή να διαμαρτυρηθούν είτε για το ύψος της αμοιβής είτε για το περιεχόμενο των τιμολογίων.

Στην προκειμένη και με αναφορά στο σύνολο των γεγονότων και αλληλογραφίας που ακολούθησαν του τεκμηρίου 10 κρίνω ότι ο οιοσδήποτε τρίτος αντικειμενικός κριτής αντιλαμβάνεται ότι τα μέρη προχώρησαν στη σύναψη προφορικής συμφωνίας για την εκτέλεση των εργασιών που δεν αμφισβητήθηκε ότι εκτελέστηκαν και με αμοιβή σε ότι αφορά τις μελέτες συνολικού ποσού €120.000.

Σημαντικό στοιχείο που προσμετράται εν προκειμένω είναι και το γεγονός της υπογραφής από πλευράς εναγόμενης των εξουσιοδοτήσεων του ΕΤΕΚ προς τους ενάγοντες όχι μόνο σύμφωνα με το τεκμήριο 16 αλλά και το τεκμήριο 41. Η συνεργασία των μερών για μια περίοδο περί των 2 ετών στη βάση των όσων καταγράφονται στο τεκμήριο 10 κρίνω ότι δεικνύει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης. 

Η θέση τώρα και εκδοχή της εναγόμενης ότι η οιαδήποτε συμφωνία είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη στη βάση ισχυρισμών για ψυχική πίεση, απάτη ή και αμέλεια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 δεν αφήνει περιθώρια αποδοχής αυτών των ισχυρισμών.

Στοιχείο μιας έγκυρης σύμβασης είναι η συναίνεση των συμβαλλομένων μερών η οποία πρέπει να είναι ελεύθερη.  Θεωρείται ελεύθερη σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ. 149 όταν δεν προκαλείται με,

 

(α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 ή

(β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 ή

(γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 ή

(δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18 ή

(ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22.

 

Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.

 

Εν προκειμένω και παρά την απόρριψη της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης οφείλω να σημειώσω ότι καμία συγκεκριμένη μαρτυρία δόθηκε σε κάθε περίπτωση για παραστάσεις από πλευράς εναγόντων και οι οποίες να ήταν ψευδείς, ή άσκηση οιασδήποτε μορφής πίεσης ή εξαναγκασμού της εναγόμενης με σκοπό η τελευταία να συμβληθεί με τους ενάγοντες.

 

Καταλήγω επομένως ότι η εναγόμενη συμφώνησε όπως λάβει τις υπηρεσίες των εναγόντων κατά στάδια ως καθορίστηκαν στο τεκμήριο 10 και με αμοιβή σε ότι αφορά τις μελέτες συνολικού ποσού €120.000. Έναντι αυτών κατέβαλε μέσω του Μ.Υ.1 ποσό εκ €84.000= με υπόλοιπο το ποσό των €36.000 και το οποίο αντιπροσωπεύει το ½ της αμοιβής των €48.000 που ήταν πληρωτέα με την κατάθεση της αίτησης για άδεια οικοδομής και των €12.000 που κατέστη οφειλόμενο με την παραλαβή της άδειας. Το γεγονός ότι η εναγόμενη επέλεξε να μην παραλάβει την άδεια από την αρμόδια αρχή και να μην καταβάλει τα σχετικά τέλη ενόψει της απόφασης της να μην προωθήσει το έργο δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν και εκπόνησαν την συγκεκριμένη εργασία, κατέθεσαν την αίτηση και η οποία εγκρίθηκε και οδήγησε σε έκδοση της άδειας οικοδομής.

Σε ότι αφορά τώρα τον ισχυρισμό για σύναψη 2ης προφορικής συμφωνίας για τα εκμοντερνισμένα σχέδια. Αποτελεί εύρημα ανωτέρω ότι οι ενάγοντες κατόπιν απόφασης της εναγόμενης να διαφοροποιήσει το στυλ της κατοικίας σε πιο μοντέρνο έδωσε οδηγίες για εκπόνηση νέων σχεδίων και τα οποία ως και η ίδια αποδέχθηκε εν τέλει της παραδόθηκαν στην μορφή του τεκμηρίου 40. Η προσφορά των εναγόντων για την υλοποίηση αυτών έγινε στη βάση προσφοράς σύμφωνα με το τεκμήριο 17 για ποσό σε ότι αφορά τις υπηρεσίες αρχιτέκτονα ύψους €15.000. Η εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 ζήτησαν και έλαβαν χρόνο να λάβουν απόφαση και με βάση το τεκμήριο 23 έλαβαν οδηγίες από τον Μ.Υ.1 να προχωρήσουν με το 2ο δικαίωμα. Κατέθεσαν τα αρχικά σχέδια για να λάβουν άδεια οικοδομής σύντομα και ετοίμασαν νέα σχέδια με σκοπό να ακολουθήσει αίτηση για προσθηκομετατροπές. Η εναγόμενη ουδέποτε διατύπωσε διαφωνία σε αυτήν την προσφορά μέχρι και τη διάρρηξη των σχέσεων τους με τους ενάγοντες αλλά αντίθετα έδωσε οδηγίες για εκπόνηση των νέων σχεδίων και τα οποία ήταν της αρεσκείας της και επί των οποίων μάλιστα ακολούθησαν συζητήσεις σε ότι αφορά τον εξοπλισμό της κουζίνας αλλά και άλλα επιμέρους δωμάτια.

Κρίνω ότι στη βάση των ευρημάτων και του συνόλου της μαρτυρίας οι ενάγοντες απέδειξαν και την σύναψη 2ης προφορικής έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας μετά της εναγόμενης σε ότι αφορά την εκπόνηση νέων σχεδίων ως 2η σχεδιαστική λύση για το ποσό των €15.000 και το οποίο η εναγόμενη δεν κατέβαλε.

Ενόψει της κατάληξης μου αυτής οι διαζευκτικές αξιώσεις των πιο πάνω ποσών στη βάση της εύλογης αμοιβής δεν χρήζουν εξέτασης.

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον της εναγόμενης.

 

Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης ως ακολούθως:

 

1.    Απόφαση ως τα διατάγματα της παραγράφου Β και Ε της Έκθεσης Απαίτησης.

2.    Επιπλέον απόφαση για το ποσό των €36.000,00 πλέον Φ.Π.Α ως υπόλοιπο αμοιβής στη βάση προφορικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών αρχιτεκτόνων μηχανικών, πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης.

3.    Απόφαση για το ποσό των €15.000,00 πλέον Φ.Π.Α, ως αμοιβή για την κατάρτιση νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων στη βάση προφορικής συμφωνίας, πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης.

4.    Η εναγόμενη να καταβάλει τα έξοδα των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Σε σχέση με την ανταπαίτηση της εναγόμενης κρίνω ότι απέτυχε να την αποδείξει και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται.

Σε σχέση με τα έξοδα της ανταπαίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων – εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόμενων και εναντίον της εναγόμενης – εξ’ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης οι ενάγοντες να λάβουν ένα σετ εξόδων. Λόγω της αυξημένης κλίμακας της ανταπαίτησης σε σχέση με την απαίτηση, τα έξοδα να υπολογιστούν στην κλίμακα της απαίτησης μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της ανταπαίτησης και ακολούθως να υπολογιστούν στην κλίμακα της ανταπαίτησης.

 

 

                                                    (Υπ.)........................................

                                                          Ε. Δημητρίου – Παναγή, Α.Ε.Δ. 

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφον                                                   

Πρωτοκολλητής                                                         


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο