ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΡΑΦΑΕΛΛΑ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 15894/2020, 4/11/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΡΑΦΑΕΛΛΑ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 15894/2020, 4/11/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 19610 / 2019

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

1.   ΡΑΦΑΕΛΛΑ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ

2.   ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Μ. Κακόψητου (κα) για την κατηγορούσα Αρχή

Δ. Περεντού (κα) με Λ. Περεντό, για την Κατηγορούμενη 1

Μ. Νεοφύτου (κα), για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κατηγορίες και διαδικασία

 

Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά της Α.Σ. από τη Λεμεσό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, προκάλεσε στην Α.Σ. από τη Λεμεσό τρόμο, απειλώντας την με τη βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «θα σας τα πιάσω ούλλα, θα σας κάμω μεγάλο κακό τζιαι το σπίτι σας δεν θα σας το ξαναδώσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον Μ.Γ. από τη Λεμεσό τρόμο, απειλώντας τον με τη βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «θα σας τα πιάσω ούλλα, θα σας κάμω μεγάλο κακό τζιαι το σπίτι σας δεν θα σας το ξαναδώσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]

 

4η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό που αναφέρεται, εξύβρισε την Α.Σ. από τη Λεμεσό με τη φράση «πουτάνα, σκατοπουτάνα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση [δημόσια εξύβριση, άρθρο 99 ΠΚ.]

 

5η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό που αναφέρεται, εξύβρισε τον Μ.Γ. από τη Λεμεσό με τη φράση «μαλάκα, ππεζεβέγκη», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση [δημόσια εξύβριση, άρθρο 99 ΠΚ.]

 

Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

6η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Μ.Γ. από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ.]

 

7η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά της Α.Σ. από τη Λεμεσό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

8η Κατηγορία: ότι την 19.5.2019, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον Μ.Γ. από τη Λεμεσό τρόμο, απειλώντας τον με τη βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «όποτε θέλεις να βρεθούμε να κανονιστούμε τζιαι έννα σε δέρω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]

 

 

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχτηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρουσιάστηκε, από την κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία του Αστ.2052 Στέλιου Κωνσταντίνου (ΜΚ1), και η μαρτυρία των παραπονουμένων, ΜΚ2 και ΜΚ3. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας της κατηγορούσας Αρχής, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Αμφότεροι επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως (ΜΥ1, ΜΥ2). Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων.

 

Μαρτυρία

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 24.6.2019 (Τ1), στην οποία αναφέρονται τα εξής γεγονότα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ήταν αποσπασμένος στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Την 19.5.2019, ώρα 17:00, μετέβησαν στον σταθμό η Α.Σ. με τον σύζυγό της Μ.Γ. και ανέφεραν ότι την ίδια ημέρα, περί ώρα 11:20, τους εξύβρισαν, τους απείλησαν και τους επιτέθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ενώ βρίσκονταν την οικία της Κατηγορούμενης 1, στην αναφερόμενη οδό. Ακολούθως, μετέβησαν στον σταθμό οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και ανέφεραν ότι την ίδια ημέρα και ώρα, τους εξύβρισαν, τους απείλησαν και τους επιτέθηκαν οι Α.Σ. και Μ.Γ.. Δόθηκε και στους τέσσερις ιατρικό έντυπο, για να μεταβούν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, για εξέταση. Την 20.5.2019, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις και από τους τέσσερις και κατηγόρησε και τους τέσσερις, με την αναφερόμενη διαδικασία. Κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη 1 (Τ2) καθώς και τη γραπτή κατηγορία (Τ3). Επίσης, κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 (Τ4) καθώς και τη γραπτή κατηγορία (Τ5). Τέλος, κατέθεσε τις καταθέσεις που έλαβε από τον Μ.Γ. (Τ6) και την Α.Σ. (Τ7).

 

Στο Τ2, η Κατηγορούμενη 1 ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Διαμένει στην οδό που αναφέρεται για περίπου δυόμισι χρόνια (με αναφορά στον ουσιώδη χρόνο) και αναμενόταν να μετακομίσει σε άλλη οδό. Το σπίτι ήταν ιδιοκτησίας της Α.Σ., με την οποία είχε συναφθεί σύμβαση μίσθωσης. Η Α.Σ. με τον σύζυγό της Μ.Γ. και τη θυγατέρα τους έμεναν ακριβώς δίπλα από το μίσθιο. Την 19.5.2019, γύρω στις 11:00, ήταν στο σπίτι της, μαζί με τον θείο της, Κατηγορούμενο 2, και μάζευε τα πράγματά της. Ενώ βρισκόταν στην κουζίνα και κρατούσε ένα κιβώτιο, άκουσε κάποιαν να της φωνάζει. Πήγε στο σαλόνι και είχε την Α.Σ. να στέκεται στην είσοδο και της της λέει «έννα μπω μέσα να δω τι ζημιές έκαμες». Η εξώπορτα ήταν ανοικτή. Χωρίς να έχει λάβει απάντηση η Α.Σ., μπήκε μέσα στο σπίτι. Η Κατηγορούμενη 1 στάθηκε μπροστά της και της είπε πως δεν έχει το δικαίωμα να μπει μέσα στο σπίτι χωρίς την άδεια της. Εκείνη την ώρα, εμφανίστηκε στο σαλόνι και ο θείος της, Κατηγορούμενος 2. Η Α.Σ. εξύβρισε την Κατηγορούμενη 1 με τις φράσεις «σκατοπουτάνα και μαλακισμένο» και της είπε «που να φτύσεις γαίμα να κάμεις δάνειο να χτίσεις δικό σου σπίτι τότε να μου πεις ότι εν δικό σου». Η Κατηγορούμενης 1 της απάντησε πως πληρώνει ενοίκιο, είναι δικό της το σπίτι, και της ζήτησε να φύγει. Εκείνη δεν έφευγε και της είπε ότι όποτε θέλει δικαιούται να πηγαίνει να βλέπει τις ζημιές του σπιτιού. Τότε, ο Κατηγορούμενος 2 της απάντησε «κυρία μου, ηρέμισε και μία φορά τον χρόνο δικαιούσαι να κάνει κάτι τέτοιο, με ραντεβού». Εκείνη, πολύ νευριασμένα, είπε στον Κατηγορούμενο 2 «ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα». Η Κατηγορούμενη 1 της είπε να προσέχει πώς μιλά και, σε έντονο ύφος, να φύγει αμέσως από το σπίτι της. Εκείνη της είπε «έννα σε σκοτώσω ρε μαλακισμένη» και την έπιασε από τα μαλλιά και την τραβούσε. Επειδή κρατούσε και το κιβώτιο, από τριβή που υπήρχε, δημιουργήθηκε αιμάτωμα στο χέρι της Κατηγορούμενης 1. Ο Κατηγορούμενος 2 την έσπρωξε για να αφήσει την Κατηγορούμενη 1 και εκείνη προσπαθούσε να κτυπήσει και τον Κατηγορούμενο 2 με τα χέρια της. Συγχρόνως, φώναζε στον άνδρα της. Η Κατηγορούμενη 1, τρομοκρατημένη, έσκυψε να αφήσει το κιβώτιο στο έδαφος, και όπως γύρισε, είδε τον Μ.Γ. να τρέχει καταπάνω της και να της δίνει ένα πολύ δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο και έπεσε πάνω στον καναπέ. Πήγε πάνω της, με σκοπό να την ξανακτυπήσει και ο Κατηγορούμενος 2 τον έπιασε από τη μέση και τον έσπρωξε για να μην κτυπήσει την Κατηγορούμενη 1. Εκείνη τη στιγμή, πήγε από πάνω του η Α.Σ. και τον έριξε στον καναπέ και μαζί με τον Μ.Γ. άρχισαν να τον κτυπούν, με την Κατηγορούμενη 1 να φωνάζει «αφήστε τον θείο μου», και σπρώχνοντας την Α.Σ. για να φύγει από το σπίτι. Ο Κατηγορούμενος 2 παράλληλα έσπρωξε τον Μ.Γ. για να φύγει, φωνάζοντάς τους να φύγουν. Φεύγοντας, άρχισαν και οι δύο να την απειλούν και να την εξυβρίζουν, με τις φράσεις «σκατοπουτάνα, μαλακισμένη, έννα σε σκοτώσω, έννα σε σύρω έξω που το σπίτι θέλεις εν θέλεις». Είδε την Α.Σ., την ώρα που έφευγε, να κτυπάει με τα χέρια της πάνω στο κορμί και στο πρόσωπό της. Αμέσως, η Κατηγορούμενη 1 κάλεσε την Αστυνομία και τους ανέφερε τι έγινε. Μετά από λίγα λεπτά, πήγαν στο σπίτι οι γονείς της, τους οποίους ειδοποίησε ο θείος της. Αμέσως τότε, πήγε έξω από το σπίτι ο Π., υιός της Α.Σ., και με πολύ οξύθυμο ύφος ρώτησε «ποιος έδερε τη μάνα μου, έννα σας σκοτώσω». Τότε, ο πατέρας της, τον σταμάτησε και του είπε να ηρεμίσει και να φύγει και αυτός έδειξε με το δάκτυλό του την Κατηγορούμενη 1 και της είπε «έννα σε σκοτώσω ρε μαλακισμένη». Η Κατηγορούμενη 1 του απάντησε «εν κανεί που τις έφα που τη μάμα σου τζιαι τον παπά σου έννα με δέρεις τζιαι εσύ; Άτε σηκώστου φύε». Εκείνος έφυγε. Ακολούθως, μετέβη στην Αστυνομία, για να καταγγείλει το όλο συμβάν. Η ίδια αρνείται ότι κτύπησε, εξύβρισε ή απείλησε την Α.Σ. και τον Μ.Γ., εκφράζοντας παράπονο εναντίον τους, όπως και εναντίον του υιού τους.

 

Ο Κατηγορούμενος 2, στη δική του κατάθεση (Τ4) ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Είναι κάτοικος Αυστραλίας. Εκείνη την περίοδο, που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, βρισκόταν στην Κύπρο, λόγω εργασιών. Την 19.5.2019, γύρω στις 10:45, πήγε στην ανιψιά του, Κατηγορούμενη 1, για να βγάλει ένα φωτιστικό, καθότι θα μετακόμιζε και ήθελε να το πάρει μαζί της. Πήγε στο σαλόνι να δει και είδε μία κυρία, η οποία, όπως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων, ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που είχε μισθώσει η Κατηγορούμενη 1. Βρισκόταν ήδη μέσα στο σπίτι και την άκουσε να λέει στην Κατηγορούμενη 1, με πολύ έντονο ύφος «έννα μπω μέσα να δω τι ζημιές έκαμες». Τότε, η Κατηγορούμενη 1 της είπε «στις 31 Μαΐου, που θα σου δώσω το κλειδί να μπεις να δεις τι ζημιές έκανα και αν έκανα, να στις πληρώσω». Τότε, η Α.Σ. της είπε «έννα μπω, σκατοπουτάνα, μαλακισμένη» και έσπρωξε την Κατηγορούμενη 1 προς τα πίσω. Η Κατηγορούμενη 1 κρατούσε ένα μεγάλο κιβώτιο. Ο ίδιος της ανέφερε ότι δικαιούται να βλέπει το σπίτι μία φορά τον χρόνο για τυχόν ζημιές και εκείνη του είπε πως δικαιούται να μπαίνει κάθε μήνα που παίρνει το ενοίκιο. Αμέσως, έπιασε την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά με το δεξί της χέρι και την τραβούσε. Ο ίδιος, με το αριστερό του χέρι ήταν ανάμεσά τους και προσπαθούσε να τηλεφωνήσει στην αδελφή του. Η Α.Σ. άρχισε να φωνάζει «Μάμα» πολλές φορές και ο Κατηγορούμενος 2 νόμιζε πως φώναζε στη μητέρα της. Την ίδια ώρα, άφησε την Κατηγορούμενη 1 και εκείνος της ζήτησε να βγει έξω. Εκείνη, όμως, ανέμιζε τα χέρια της μπροστά του και δεν έφευγε, χαστουκίζοντάς τον στο πρόσωπο. Τότε, έπιασε τα χέρια της, τα κατέβασε κάτω και της ζήτησε ξανά να φύγει από το σπίτι. Εκείνη συνέχισε να ανεμίζει τα χέρια της μπροστά του, με αποτέλεσμα να τον γρατζουνίσει στο πρόσωπο. Αμέσως μετά, εμφανίστηκε στο σπίτι ένας άνδρας, ο οποίος, όπως έμαθε εκ των υστέρων ήταν ο σύζυγός της, και τον έλεγαν «Μάμα», και τρέχοντας, πετάχτηκε προς την Κατηγορούμενη 1 και την χαστούκισε και έπεσαν και οι δύο πάνω στον καναπέ. Αμέσως, ο Κατηγορούμενος 2 έπιασε τον Μ.Γ. από τη μέση και τον τράβηξε μακριά από την Κατηγορούμενη 1. Εκείνος του έδωσε μία γροθιά στο αριστερό μάγουλο. Του ζήτησε να βγει έξω, όπως έπραξε, μαζί με την Α.Σ.. Φεύγοντας, άρχισαν να υβρίζουν και να απειλούν. Συγκεκριμένα, η Α.Σ. έλεγε στην Κατηγορούμενη 1 «σκατομαλακισμένη έννα σε σκοτώσω να φύεις που το σπίτι», ενώ ο Μ.Γ. έλεγε στον ίδιο «ρε μαλάκα έφκαλα φωτογραφίες ποιος είσαι και εκεί που θα σε κόψω θα σε σκοτώσω». Στη συνέχεια, έφτασαν στο σπίτι οι γονείς της Κατηγορούμενης 1. Μετά από λίγα λεπτά, πήγε έξω από το σπίτι ένας νεαρός, ο οποίος, όπως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων ήταν υιός της Α.Σ. και, με πολύ θυμωμένο ύφος, ρώτησε «ποιος έδερε τη μάνα μου έννα τον σκοτώσω». Τότε, ο πατέρας της Κατηγορούμενης 1 τον σταμάτησε και του είπε να ηρεμίσει και να φύγει. Εκείνος είπε στην Κατηγορούμενη 1 «έννα σε σκοτώσω ρα μαλακισμένη, έδερες τη μάνα μου». Ο πατέρας της Κατηγορούμενης 1 του είπε ότι δεν του τα είπαν καλά και πως είναι οι γονείς του που έδειραν την Κατηγορούμενη 1. Εκείνος ηρέμισε και έφυγε. Ακολούθως, πήγαν στην Αστυνομία. Ο ίδιος και η Κατηγορούμενη 1 δεν κτύπησαν ούτε απείλησαν ούτε εξύβρισαν τους Α.Σ. και Μ.Γ. Ο ίδιος τους είχε δει για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα, εκφράζοντας παράπονο για τη συμπεριφορά τους.

 

Η Α.Σ., στην κατάθεσή της, Τ7, ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς τα γεγονότα: Είναι ιδιοκτήτρια της οικίας που βρίσκεται στην αναφερόμενη οδό, το οποίο εκμίσθωσε στην Κατηγορούμενη 1. Στο συμβόλαιό τους, αναφερόταν ότι επιτρέπεται να επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα την οικία της, για να ελέγχει ως προς την κατάστασή της. Είχε ισχύ μέχρι την 31.12.2019, ωστόσο η Κατηγορούμενη 1 της ζήτησε να αποχωρήσει την 30.6.2019, αλλά να μην καταβάλει μίσθωμα για τον μήνα Ιούνιο 2019. Την 19.5.2019, γύρω στις 11:00, άκουσε θόρυβο και σκέφτηκε να μπει να δει την κατάσταση του σπιτιού. Κτύπησε την πόρτα, η οποία ήταν ανοικτή, φώναξε «συγγνώμη» και εμφανίστηκε ένας κύριος, άγνωστος, που περιέγραψε, ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκε και η Κατηγορούμενη 1. Της είπε κατά λέξη «συγγνώμη, Ρ. μου, μπορώ να περάσω να επιθεωρήσω την κατάσταση του σπιτιού μου;». Εκείνη της απάντησε «όχι, το σπίτι θα το δεις 31 του μηνός που θα σου παραδώσω το κλειδί». Η Α.Σ. της είπε ότι έχει το δικαίωμα να το επιθεωρήσει. Τότε, το άγνωστο πρόσωπο, ανέφερε ότι αυτό το δικαίωμα το έχει μία φορά τον χρόνο. Η ίδια του απάντησε «έχει 2,5 χρόνια που είμαι εδώ και δεν εμπήκα μέσα να δω το σπίτι μου, δικαιούμαι να το δω». Έκανε ένα βήμα να μπει στο σπίτι και αμέσως η Κατηγορούμενη 1 την άρπαξε από τα μαλλιά, ο άλλος από τον λαιμό, έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο έδαφος, μέσα στην είσοδο του σπιτιού. Την τράβηξαν από τα μαλλιά στη γωνιά, ενώ ταυτόχρονα, όπως η Κατηγορούμενη 1 την κρατούσε από τα μαλλιά, την κλωτσούσε. Η Α.Σ. φώναξε δυνατά «βοήθεια» και την άκουσε ο σύζυγός της, Μ.Γ., που ήταν δίπλα, στο σπίτι τους. Το επόμενο πράγμα που είδε ήταν τον σύζυγό της να αρπάζει την Κατηγορούμενη 1 από πάνω της και να την ρίχνει στον καναπέ και τον άλλον να πηδά στην πλάτη του και να τον τραβά. Τότε, σηκώθηκε επάνω και έσπρωξε τον άγνωστο άνδρα, για να φύγει από τον σύζυγό της. Όταν σηκώθηκε από τον καναπέ η Κατηγορούμενη 1, την άρπαξε από τα μαλλιά ξανά, και ο σύζυγός της άρπαξε την Κατηγορούμενη 1 από τα χέρια για να αφήσει την Α.Σ. Μόλις την άφησε, βγήκε έξω, με τον σύζυγό της, και τότε η Κατηγορούμενη 1 άρχισε να της φωνάζει «πουτάνα, σκατοπουτάνα», ενώ στον σύζυγό της φώναζε «μαλάκα, ππεζεβέγκη» και τους είπε «θα σας κάμω κακό, θα σας τα πιάσω ούλλα, το σπίτι δεν θα σας δώσω 31 του μηνός». Εκείνοι έφυγαν, πήγαν στο σπίτι τους και ακολούθως στην Αστυνομία. Η ίδια επισκέφτηκε ιατρό, ο οποίος της είπε πως υπέστη θλάση, της έβαλε ένεση και έφυγε.

 

Ο Μ.Γ., στη δική του κατάθεση, Τ6, ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Διαμένει (με αναφορά στον ουσιώδη χρόνο), στην αναφερόμενη οδό, με τη σύζυγό του. Ακριβώς δίπλα από την οικία τους, στον ίδιο αριθμό, υπάρχει «κολλημένη» μία μονοκατοικία, από την οποία το ανώγειο δόθηκε στη θυγατέρα τους, ενώ το ισόγειο είχε εκμισθωθεί από τη σύζυγό του στην Κατηγορούμενη 1, περίπου για 2,5 χρόνια. Η σύζυγός του ασχολείται με όσα σχετίζονται με την μίσθωση. Η Κατηγορούμενη 1 θα έφευγε από την οικία την 31.5.2019. Την 19.5.2019, γύρω στις 11:00, η σύζυγός του είχε αναφέρει πως θα πήγαινε στο μίσθιο για να δει το σπίτι, για τυχόν ζημιές που θα χρειάζονταν επιδιόρθωση, κατά την ώρα που θα έφευγε. Ο ίδιος είχε μείνει στο σπίτι τους. Μετά από περίπου δέκα λεπτά, άκουσε διάφορες φωνές και φασαρία και τη σύζυγό του να φωνάζει «βοήθεια». Έτρεξε αμέσως δίπλα και είδε την Κατηγορούμενη 1 να κρατά τη σύζυγό του από τα μαλλιά, και τη σύζυγό του γονατισμένη μέσα στο σπίτι, σε μία γωνιά, και την κλωτσούσε. Από πάνω της, βρισκόταν και ένας άνδρας, άγνωστος, ο οποίος την κρατούσε από τον λαιμό. Πήγε κοντά, έσπρωξε την Κατηγορούμενη 1 και τον άγνωστο άνδρα, για να αφήσουν τη σύζυγό του. Εκείνη τη στιγμή, ο άγνωστος άνδρας πήδηξε πάνω στην πλάτη του και τον έγδαρε στο χέρι. Ο Μ.Γ. τότε τράβηξε τον άγνωστο άνδρα και τον έβγαλε έξω από το σπίτι. Τότε, κοίταξε ξανά μέσα στο σπίτι και είδε την Κατηγορούμενη 1 να κρατά τη σύζυγό του από τα μαλλιά. Κατάφερε να της ξεφύγει και βγήκε έξω από το σπίτι. Τότε και η Κατηγορούμενη 1 βγήκε έξω και άρχισε να τους υβρίζει, λέγοντάς τους «πουτάνα και μαλάκα» και να τους απειλεί, λέγοντάς τους «θα σας τα πιάσω ούλλα, θα σας κάμω μεγάλο κακό τζιαι το σπίτι δεν θα σας το ξαναδώσω». Επίσης, τους «καύλιασε» με το μεσαίο δάκτυλο και τους δύο. Πήγαν στο σπίτι τους, λέγοντας στην Κατηγορούμενη 1 πως θα πήγαιναν στην Αστυνομία. Αφού βγήκαν έξω, ο άνδρας που ήταν μαζί της, είπε «όποτε θέλεις να βρεθούμε να κανονιστούμε τζιαι έννα σε δέρω». Ακολούθως, μετέβησαν στην Αστυνομία. Περιέγραψε τον άγνωστο άνδρα. Ζήτησε να εξεταστεί από ιατρό και εξέφρασε παράπονο.

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε την Κατηγορούμενη 1, στο εδώλιο, ως το πρόσωπο που αναφέρεται στην κατάθεσή του, ενώ δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το άλλο αναφερόμενο πρόσωπο ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1, ενώ κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ο ΜΚ1 ανέφερε πως ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε και εναντίον των παραπονούμενων, για όμοιας φύσης αδικήματα.

 

Η ΜΚ2, παραπονούμενη, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσή της, Τ7 και αναγνώρισε στα πρόσωπα των Κατηγορουμένων 1 και 2 τα πρόσωπα που αναφέρει και στην κατάθεσή της. Κατά την αντεξέτασή της, από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 1, η ΜΚ2 ανέφερε πως κτύπησε την ανοικτή πόρτα για να εισέλθει στην οικία, δεν της έδωσαν άδεια να μπει. Έκανε, ωστόσο, ένα βήμα, για να εισέλθει στην οικία, και πριν καν πατήσει στο σκαλοπατάκι, δέχτηκε την επίθεση που περιγράφει στην κατάθεσή της. Η ίδια θεωρεί ότι ήταν πολύ σωστή απέναντί τους και ότι δεν ήταν θυμωμένη, αλλά ευγενική. Παρεμβάλλεται πως ο τρόπος με τον οποίον απαντούσε η ΜΚ2, στο εδώλιο, σε τωρινό βεβαίως χρόνο, παρόλο που ήταν ευγενικός, ήταν έντονος, ώστε να μπορεί να εκληφθεί και ως ερειστικός, ασχέτως της πρόθεσής της. Δεν δέχτηκε πως όσα ανέφερε στην κατάθεσή της είναι σκέψεις εκ των υστέρων, προβάλλοντας πως, αμέσως μετά το συμβάν μετέβησαν με τον σύζυγό της στην Αστυνομία, για καταγγελία, χωρίς προηγουμένως να μιλήσουν ούτε με δικηγόρο ούτε με οποιονδήποτε. Γνωρίζει ότι υπάρχει βεβαίως και υπόθεση που προέκυψε μετά από καταγγελία των Κατηγορουμένων 1 και 2 έναντί τους, για το ίδιο συμβάν. Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, η ΜΚ2 ανέφερε πως, παρόλο που στην κατάθεσή της στην Αστυνομία είχε αναφέρει πως στο συμβόλαιο ενοικίασης επιτρεπόταν η επίσκεψη σε τακτά χρονικά διαστήματα, ήταν κάτι νομιζόμενο, επειδή επιτρέπεται, συνήθως, στις ενοικιάσεις, όμως, λέχθηκε, όπως ανέφερε, προφορικά. Δεν είχε κοιτάξει το συμβόλαιό της πριν πάει να καταθέσει στην Αστυνομία, όπου μετέβη άμεσα, και νομίζοντας πως έτσι γράφει το συμβόλαιο, δεν ζήτησε και κάποια διόρθωση στην κατάθεσή της, αφού πίστευε πως όσα κατέθεσε ήταν ορθά. Ενδεχομένως, όπως ανέφερε, να υπήρχε στο προηγούμενο συμβόλαιο. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε, επίσης, πως είχε πει στην Κατηγορούμενη 1 πως χρειαζόταν το μίσθιο για να παραχωρηθεί στον υιό της, ο οποίος είχε οικογένεια και αναγκαζόταν να μισθώνει αλλού. Την είχε αναφέρει αυτή την ανάγκη περίπου έξι μήνες πριν από τη λήξη του συμβολαίου, που αρχικά έληγε, 31.12.2018. Η Κατηγορούμενη 1, ωστόσο, δεν μπορούσε να βρει άμεσα σπίτι. Δεν μιλούσε η ίδια με την ΜΚ2, αλλά μεσολαβούσε η μητέρα της, όπως και για το ενοίκιο, καθότι η ίδια η ΜΚ2 επέμενε στο να φύγει από το σπίτι η Κατηγορούμενη 1, για να εξυπηρετηθεί η ανάγκη του υιού της. Η υπόθεση, όπως ανέφερε, εμπλέκει και τον πατριό της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος είναι κουμπάρος του υιού της ΜΚ2. Έδωσε διαβεβαίωση πως, μέχρι την 31.12.2019, αν δεν βρει σπίτι, θα φρόντιζε ο ίδιος να την στεγάσει. Έδωσαν εμπιστοσύνη στον λόγο του, εξ ου και ανανέωσαν το συμβόλαιο μέχρι την 31.12.2019. Δεν θα έβγαζαν την Κατηγορούμενη 1 έξω, ενώ είχε και μικρό παιδί, εξ ου και έγινε η διευθέτηση, με την παρέμβαση του πατριού της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης δεν είχε γίνει κάποια επίσκεψη, για επιθεώρηση ζημιών, ωστόσο είχε επισκεφτεί το ένα δωμάτιο, μέσα στο οποίο έκανε εργασίες σχετικές με νύχια, και είχε προσέξει πως είχε τοποθετήσει στον τοίχο ταπετσαρία (wall paper) χωρίς να τη ρωτήσει. Πήγε τρεις με τέσσερις φορές, για να κάνει τα νύχια της, κατευθείαν στο δωμάτιο αυτό, που είναι κοντά στην είσοδο, δύο με τρία μέτρα, ουδέποτε προχώρησε στο εσωτερικό της οικίας, στους υπόλοιπους χώρους, για επιθεώρηση. Σχετικά με την ταπετσαρία, της είχε πει πως είναι μεν ωραία, αλλά μετά που θα αφαιρεθεί, θα χρειαστεί κάποιο έξοδο, για την κάλυψη της ζημιάς. Ενώ το συμβόλαιο ανανεώθηκε για την περίοδο μέχρι 31.12.2019, εν τέλει, η Κατηγορούμενη 1 ζήτησε να φύγει νωρίτερα, όχι τον Μάιο. Είχε σταλεί μήνυμα, μέσω της μητέρας της, να την άφηνε να μείνει στο σπίτι ένα μήνα δωρεάν, μέχρι την 30.6.2019, και η ΜΚ2 αρνήθηκε «βέβαια», όπως είπε. Δεν ήθελε μεν να μείνει στο σπίτι μέχρι τον Δεκέμβριο, που ήταν η λήξη του συμβολαίου, αλλά δεν ήθελε να χάσει και το ενοίκιο ενός μηνός. Όπως είχε αναφέρει η μητέρα της, είχε βρει σπίτι η Κατηγορούμενη 1, αλλά, για την ενοικίασή του, ήθελαν δύο ενοίκια προκαταβολικά, πλέον τον πρώτο μήνα ενοικίασης. Η ίδια της είχε ζητήσει, ως ντεπόζιτο, ένα μήνα προκαταβολικά, πλέον το πρώτο ενοίκιο. Επειδή θα έφευγε έξι μήνες νωρίτερα, ζήτησε να γίνει χρήση του ντεποζίτου και να μην χρεωθεί και ένα μήνα. Μετά που η ΜΚ2 δεν δέχτηκε τη σχετική διευθέτηση, η μητέρα της Κατηγορούμενης 1 απάντησε θετικά στο ότι θα έφευγε τελικά από τον Μάιο. Έκτοτε, σταμάτησα να τους χαιρετά η Κατηγορούμενη 1. Ενώ αρχικά είχαν τυπική επικοινωνία και είχε πάρει και τις προαναφερόμενες ελάχιστες φορές για την περιποίηση των νυχιών της, μετέπειτα, σταμάτησα να λέει έστω και εκείνο το τυπικό «γεια». Σχετικά με τον Κατηγορούμενο 2, δεν ήταν γνωστό πρόσωπο, τον είδε για πρώτη φορά κατά την ημέρα του επεισοδίου. Η ίδια έχει ύψος 1,78. Την ημέρα που έγινε το περιστατικό ήταν στο σπίτι της αρχικά, με τον σύζυγό της. Άκουγε δυνατούς θορύβους και πήγε να δει. Προσπαθούσε, εδώ και κάποιες ημέρες πριν το συμβάν, να ετοιμάσει τα πράγματά της, για να φύγει, και ουδέποτε είχε πάρει η ίδια προηγουμένως για να ελέγξει. Λόγω των θορύβων και επειδή αν έφευγε, θα έπρεπε να γνωρίζει, κατά πόσο θα χρειαστεί η χρήση του ντεποζίτου, αποφάσισε να πάει για έλεγχο. Ακούγονταν βαριά κτυπήματα στον τοίχο. Στάθηκε έξω από την πόρτα, πάνω στο σκαλοπατάκι, φώναζε «συγγνώμη, συγγνώμη», τότε είδε τον Κατηγορούμενο 2 να εμφανίζεται, τον οποίον δεν είχε ξαναδεί και ευθύς είχε προσέλθει και η Κατηγορούμενη 1. Ο Κατηγορούμενος 2, όταν η ίδια εκδήλωσε την επιθυμία να μπει στο σπίτι, για να ελέγξει για τυχόν ζημιές, της είπε πως μπορεί να το κάνει μία φορά τον χρόνο. Ερωτώμενη αν ήταν με ήρεμο τρόπο που μιλούσε, απάντησε «εντάξει, υπήρχε λίγη ένταση, λόγω της άρνησης της να μπω να δω το σπίτι, αλλά και από μέρους της υπήρχε, όχι μόνο από εμένα». Δεν ξέρει γιατί επενέβη στη συζήτηση και ο Κατηγορούμενος 2, δεν εκνευρίστηκε γι’ αυτό, εξ ου και έκανε το πρώτο βήμα, διαφορετικά θα φώναζε στον σύζυγό της, για να μην είναι μόνη της. Δεν ανέμενε να της κάνουν «αυτό το πράγμα». Η Κατηγορούμενη 1 την έπιασε από τα μαλλιά και ο Κατηγορούμενος 2 την άρπαξε μόνον από τον λαιμό. Εκείνη την ώρα «γύρισε ο νους» της, σκοτείνιασαν όλα, έπεσε στο έδαφος, και το μόνο πράγμα που θυμάται ήταν να την κρατά η Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά και ο Κατηγορούμενος 2 από τον λαιμό, παρόλο το ύψος της, ανέφερε, δεν είναι δύσκολη η πτώση στο έδαφος, όταν πιαστεί εξ απήνης. Η Κατηγορούμενη 1, όπως υπέδειξε η ΜΚ2, έχει την ίδια ηλικία με το παιδί της και γνωριζόταν με τα παιδιά της, δεν ανέμενε ότι θα την πιάσει από τα μαλλιά, τέτοια αντιμετώπιση δεν συνηθίζεται από νεαρά άτομα προς άτομα που έχουν την ηλικία των γονιών τους. Όπως την κρατούσε η Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά, άρχισε να την κλωτσά στην κοιλιά. Αρνήθηκε την εκδοχή πως, όταν η Κατηγορούμενη 1 της ανέφερε πως θα μπορούσε να επιθεωρήσει το σπίτι μετά την 31.5.2019, που θα έφευγε, η ίδια καταφέρθηκε εναντίον της με ύβρεις, λέγοντας πως δεν βρίζει παιδιά. Όταν επανήλθαν οι αισθήσεις της, ανέφερε, κατάλαβε τι συνέβαινε. Δεν ήταν η ίδια που άρπαξε την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά, είπε, «ποιος ο λόγος», διερωτήθηκε. Δεν είχε ακριβώς προκατάληψη, ότι θα τα σπάσει όλα, επειδή υπήρχε η εγγύηση και μεσολάβησε η διαφωνία τους, αλλά ένιωσε την ανάγκη να δει με τα μάτια της το σπίτι, πριν αποχωρήσει. Αρνήθηκε τις υποβολές που σχετίζονταν με τα γεγονότα που ανέφεραν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις δικές τους καταθέσεις, επιμένοντας στη δική της εκδοχή, ως προς τα γεγονότα που συναποτέλεσαν στο συμβάν. Μπορεί, όταν άρχισε να αναζητά βοήθεια, να φώναζε, εκτός από «βοήθεια» και «Μάμα», γνωρίζοντας πως ο σύζυγός της ήταν δίπλα, δεν μπορεί να θυμάται επακριβώς. Ο σύζυγός της, όταν ενεπλάκη, άρπαξε την Κατηγορούμενη 1, για να φύγει από πάνω της, την έριξε πάνω στον καναπέ, και ο Κατηγορούμενος 2, όταν είδε αυτό το πράγμα, πετάχτηκε πάνω στον σύζυγό της. Αρνήθηκε την εκδοχή ότι ο σύζυγός της χαστούκισε την Κατηγορούμενη 1, έπεσαν πάνω στον καναπέ, ο Κατηγορούμενος 2 πήγε να τον απομακρύνει από την Κατηγορούμενη 1, αλλά ο σύζυγός της έδωσε γροθιά στον Κατηγορούμενο 2. Η ΜΚ2 επέμεινε στη δική της εκδοχή. Όταν σηκώθηκε, ανέφερε, η Κατηγορούμενη 1, «η κυρία», όπως την αποκάλεσε, την έπιασε ξανά από τα μαλλιά, και είδε τον σύζυγό της να εμπλέκεται, τον Κατηγορούμενο 2 στην πλάτη του, η ίδια έφυγε προς τα πίσω, μόλις την άφησε, προσπάθησε να απομακρύνει τον Κατηγορούμενο 2 και βγήκαν όλοι έξω. Τον τραβούσε, αλλά η ίδια, ως γυναίκα, ανέφερε, δεν έχει τη δύναμη να δείρει άνδρα. Ούτε είχε λόγο να τον χαστουκίσει, ουδέποτε χαστούκισε άνδρα και δεν ξέρει αν έχει ή όχι τη δύναμη να το κάνει. Βγήκαν έξω και έφυγαν, και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 φώναζαν και απειλούσαν. Πήγαν στο σπίτι τους, πήραν τα κλειδιά του αυτοκινήτου και πήγαν αμέσως στην Αστυνομία, τηλεφωνώντας στο μεσοδιάστημα του υιού της, για να του αναφέρει το περιστατικό. Ο υιός της μετέβη μετά στον χώρο του επεισοδίου, η ίδια δεν ήταν παρούσα, γνωρίζει όσα της λέχθηκαν. Εξήγησε, η ΜΚ2, πως η πάροδος του χρόνου δεν την βοηθά να θυμηθεί τα πάντα, με την πάσα λεπτομέρεια, ως προς τη σειρά των γεγονότων ή τα ακριβή λεγόμενα, εξηγώντας πως όταν έδωσε την κατάθεσή της, με την οποία φρέσκαρε τη μνήμη της, ήταν αμέσως μετά τα γεγονότα. Για να μην κάνει αναφορά στην κατάθεσή της για εξύβριση, και από τον Κατηγορούμενο 2, μάλλον, δεν θα έγινε, ωστόσο δεν μπορεί να θυμάται. Θυμάται, όμως, ότι την έπιασε από τον λαιμό. Σχολίασε την επιμονή της συνηγόρου στις λεπτομέρειες του συμβάντος, ιδίως ως προς τον τρόπο που πετάχτηκε ο Κατηγορούμενος 2 πάνω στην πλάτη ή στον ώμο του συζύγου της, με αναφορά στο ύψος του, ως παιχνίδι «με τις τρίχες».

 

Ο ΜΚ3, παραπονούμενος, σύζυγος της ΜΚ2, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ6 και αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2, ως τα πρόσωπα του επεισοδίου που περιέγραψε σε αυτήν. Κατά την αντεξέτασή του, από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 1, ανέφερε πως ο ίδιος ήταν στην κουζίνα και έτρωγε και άκουσε «βοήθεια» και βαβούρα πολλή. Δεν γνωρίζει τι προηγήθηκε. Όταν μπήκε στο σπίτι δίπλα, είδε τη γυναίκα του γονατισμένη κάτω, να την τραβά η Κατηγορούμενη 1, και θεώρησε ορθό να τις χωρίσει. Το ίδιο θα έκανε κι αν ήταν κάποιος ξένος, στην ίδια κατάσταση. Κατά την αντεξέτασή του, από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ανέφερε πως ο ίδιος θεωρεί ασήμαντο τον λόγο του επεισοδίου, ήταν να πάει η σύζυγός του να ρωτήσει για τις ζημιές του σπιτιού και έγινε όλο αυτό. Ο ίδιος δεν είχε κάποια σχέση με την Κατηγορούμενη 1, μπορεί να της μίλησε δυο-τρεις φορές. Μία φορά μίλησαν που ήθελε να βάλει κάποιες πρίζες στο σπίτι, της είπε εντάξει, και η Κατηγορούμενη 1 τις έκοψε από το ενοίκιο, και ο ίδιος της είπε ότι 20 χρόνια στο σπίτι ο ίδιος δεν είχε χρειαστεί πρίζες, εκείνη χρειάστηκε 17 στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε όμως φασαρία. Ο ίδιος γενικά δεν γνωρίζει τα σχετικά με την ενοικίαση προσωπικά, αλλά όσα γνωρίζει, είναι μέσω της συζύγου του. Μία ημέρα είχε πει και στον ίδιο η μητέρα της Κατηγορούμενης 1 να μην την βγάλουν στον δρόμο και ήταν αυτονόητο πως δεν θα συνέβαινε αυτό. Την ημέρα του επεισοδίου, ο ίδιος είχε μόλις επιστρέψει από το ψάρεμα, προγευμάτιζε, έπαιζε και το σκυλάκι δίπλα του. Πριν φύγει η σύζυγός του, δεν υπήρχε φασαρία, είχαν ακούει κάποια κτυπήματα στο διπλανό σπίτι, που έδειχναν ότι υπήρχε παρουσία, έπειτα άκουσε τις φωνές, νομίζει πως ήταν «Μάμα» «βοήθεια». Η σύζυγός του, όταν μπήκε στο σπίτι, ήταν κάτω, στο πλευρό νομίζει, αλλά η έγνοια του ήταν να τις χωρίσει. Νομίζει πως την κρατούσα από τα μαλλιά η Κατηγορούμενη 1, και όπως γνωρίζει, την κλωτσούσε με τα πόδια της. Ο Κατηγορούμενος 2 την κρατούσε από τον λαιμό, είδε τα χέρια του στον λαιμό της, και τα δύο. Ο Κατηγορούμενος 2 πήδηξε πάνω του χωρίς να λεχθεί κάτι, ξάπλωσε τη σύζυγό του η Κατηγορούμενη 1, και ο Κατηγορούμενος 2 γρονθοκόπησε τον ίδιο. Πήδηξε πάνω του και, όπως είπε, τον έγδαρε.  Δεν λέει ότι ανέβηκε επάνω του. Την ώρα που σπρώχνονταν, με τα χέρια, τον έγδαρε. Τον τράβηξε να βγει έξω στη βεράντα, να τελειώσει αυτό. Τότε, η Κατηγορούμενη 1, έπιασε και πάλι τη σύζυγό του από τα μαλλιά, η σύζυγός του φώναξε και μετά της ξέφυγε. Οι δύο τους, έξω στη βεράντα, δεν έκαναν κάτι, ούτε είπαν κάτι ο ένας στον άλλον, δεν είχε κάποιον ήρεμο εκείνη τη στιγμή. Μετέπειτα τον εξύβρισε ο Κατηγορούμενος 2, την ώρα που έφευγαν. Δεν γνωρίζονταν τότε, εκ των υστέρων πληροφορήθηκε πως είναι ο θείος της Κατηγορούμενος 1. Μετά το συμβάν, πήγαν στο σπίτι τους και είπε στη σύζυγό του να πάνε στην Αστυνομία για καταγγελία. Το συμβάν έλαβε χώρα περίπου στις 11:00-11:30, αλλά έδωσε κατάθεση περίπου 13:00-13:30, καθότι, ανέφερε, στο μεσοδιάστημα, προσήλθαν ο υιός του, καθώς και ο πατριός της Κατηγορούμενης 1 και η μητέρα της. Ήταν στο πεζοδρόμιο, συναντήθηκαν, αφού με τον πατριό της Κατηγορούμενης 1 γνωρίζονται πολύ καλά. Ο πατριός της Κατηγορούμενης 1 ρώτησε τον ΜΚ3 αν κτύπησε την κόρη του, ο ίδιος απάντησε αρνητικά, ο υιός του ήταν ήρεμος, ήθελε να μάθει μόνο τι έγινε, και μιλούσε με τον πατριό της, τον οποίο γνωρίζει. Αρνήθηκε τις υποβολές που σχετίζονται με την εκδοχή των γεγονότων, όπως αυτή δόθηκε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Ήδη, η σύζυγός του, εκείνο τον καιρό, είχε πρόβλημα με τον σπόνδυλό της, μετά την Αστυνομία, μετέβησαν για ιατρικές εξετάσεις. Ο ίδιος πιστεύει τη σύζυγό του, σε σχέση με όσα διαδραματίστηκαν πριν την έλευσή του, καθότι την γνωρίζει, όπως γνωρίζει και ότι ουδέποτε θα επιτίθετο με τον τρόπο που περιγράφεται, ενώ η Κατηγορούμενη 1, όπως ανέφερε ο ΜΚ3, ξέροντας τον χαρακτήρας της, από δύο φορές που την είδε στη γειτονιά και «φοβήθηκε», με τον τρόπο συμπεριφοράς της, θα μπορούσε να πράξει όπως περιέγραψε η σύζυγός του. Άκουγε φωνές, όταν τσακώνονταν με τον πρώην σύζυγό της. Ο ίδιος, όπως είπε, δεν είναι καλός χειριστής του τηλεφώνου, είχε τότε ένα μικρό, για να έχει εκφράσει απειλή σχετική με φωτογράφηση του περιστατικού.

 

Η Κατηγορούμενη 1 (ΜΥ1), αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της, Τ2. Κατά την κυρίως εξέτασή της, ανέφερε πως δεν γνώριζε για την επίσκεψη που θα είχε, ενώ ο θείος της πρώτη φορά είχε πάει στο σπίτι της, για να την βοηθήσει με μία λάμπα. Ήταν σε διαδικασία μετακόμισης, την 31.5.2019 έπρεπε να παραδώσει το σπίτι, στο οποίο έπαυσε να διαμένει από τις αρχές Μαΐου, αλλά είχαν μείνει μερικά αντικείμενα. Είχαν μεταβεί στο σπίτι με τον θείο της, για να κατεβάσει τη λάμπα, και η ίδια να πάρει ένα κουτί με γυαλικά, πριν έρθει η μεταφορική. Άφησε την πόρτα ανοικτή, μπήκε μέσα, ήταν στην κουζίνα, έχοντας δείξει και στον θείο της πού είναι το υπνοδωμάτιο με τη λάμπα. Άκουσαν τότε την παραπονούμενη, ΜΚ2, να φωνάζει το όνομά της, από την είσοδο. Πήγε και η ίδια, κρατώντας το κουτί. Η ΜΚ2 της είπε πως πήγε για να δει το σπίτι. Η Κατηγορούμενη 1 αποκρίθηκε πως είναι Κυριακή. Δεν την ρώτησε αν μπορεί να μπει στο σπίτι, για να το δει. Της το είπε, ανακοινώνοντας την απόφασή της να μπει στο σπίτι, στο οποίο είχε ήδη εισέλθει. Η Κατηγορούμενη 1 της ζήτησε να φύγει, αφού και οι ίδιοι έπρεπε να φύγουν. Ο θείος της, που ήταν εκεί, παρέμβηκε και της είπε ότι πρέπει να κλείσει ραντεβού, και η ΜΚ2 άρχισε να νευριάζει και άρπαξε την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά, την ώρα που η ίδια κρατούσε το κουτί με τα γυαλικά και δεν μπορούσε να αμυνθεί. Το κουτί ήταν μεγάλο, δεν μπορούσε να κλείσει τα χέρια της όταν το κρατούσε, ήταν ένα κασόνι χάρτινο. Έπαθε σοκ, δεν πρόλαβε να κάνει κάτι, ένιωσε τον θείο της που την άρπαξε από τα χέρια, για να φύγει από πάνω της. Ήταν εντελώς αναίτια η επίθεση από την Κατηγορούμενη 1. Ο θείος της άρπαξε την ΜΚ2 και την απομάκρυνε, η ίδια προσπάθησε να αφήσει το κουτί στο πάτωμα, να δει τι γίνεται, και μόλις το άφησε στο πάτωμα, με το που έκανε πάνω, έτρεξε ο ΜΚ3 από την είσοδο και της έδωσε ένα χαστούκι και την έπιασε από τον λαιμό και τη σιαγόνα. Η ίδια έπεσε στον καναπέ, μαύρισαν όλα, ήταν πολύ δυνατό το χαστούκι, ήταν σχεδόν αιμόφυρτη, δεν ήξερε τι γίνεται, σε κάποια φάση τους είδε όλους πάνω στον καναπέ, τον ένα πάνω στον άλλον, με την άκρη του ματιού της. Είδε τον θείο της να αρπάζει την ΜΚ2 από τα χέρια και να την τραβά, για να φύγει από την ίδια. Δεν είδε τον θείο της να ακουμπά τον ΜΚ3, απλώς είδε άτομα πάνω στον καναπέ. Η ίδια δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό της, δεν είχε ελεύθερα χέρια. Η Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε δέσμη με τα ιατρικά πιστοποιητικά και τα έγγραφα που προέκυψαν από το περιστατικό εκείνης της ημέρας, εξηγώντας τι είναι το καθένα, Τ9. Στο Τ9 περιλαμβάνεται ιατρική έκθεση ημερομηνίας 23.1.2025, στην οποία γίνεται αναφορά πως την 19.5.2019, ώρα 13:51, εξετάστηκε η Κατηγορούμενη 1 στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, έχοντας προσέλθει με ιδιωτικό μέσο, περιπατητική. Είχε αναφέρει ξυλοδαρμό, παρανοείτο για κεφαλαλγία, ωταλγία δεξιά, άλγος στη δεξιά άνω σιαγόνα και αυχεναλγία, καθώς και πόνο στον αριστερό βραχίονα. Έγινε κλινική εξέταση, στην οποία αναφέρονται, στο πεδίο των εξωτερικών κακώσεων, γραμμοειδές αιμάτωμα, περίπου 5cm μήκος και πλάτος 0,5cm, στην έσω επιφάνεια του αριστερού βραχίονα. Στην αξονική τομογραφία εγκεφάλου/οστών προσώπου, αναφέρεται «σαφής διαχωρισμός φαιάς λευκής ουσίας. Χωρίς εμφανή οστική κάκωση. Παρεμπιπτόντως μικρό υδραερικό επίπεδο με πυκνότητα πλησίον του ύδατος στο δεξιό ιγμόρειο (ΔΔ οξεία ιγμορίτιδα)». Στην αξονική αυχένα αναφέρθηκε ευθειασμός της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Ως διάγνωση, αναφέρθηκε «ξυλοδαρμός / κάκωση κεφαλής / ευθειασμός της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης». Της δόθηκαν πρώτες βοήθειες, χορηγήθηκε ενδοφλέβιο παυσίπονο και απολύθηκε με οδηγίες για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, για μαλακό αυχενικό κολάρο, ενώ δόθηκε και άδεια ανάπαυσης από 19.5.2019 – 22.5.2019, και επί ενδείξεων επανεξέταση στο ΤΑΕΠ. Στο Τ9, περιλαμβάνεται και ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 17.2.2025, από ιδιώτη ιατρό, στοματικό και γναθοπροσωπικό χειρουργό, στο οποίο αναφέρεται πως η Κατηγορούμενη 1 μετέβη για εξέταση την 20.5.2019. Κατά την κλινική εξέταση, διαπιστώθηκε πόνος στην αριστερή κροταφογναθική διάρθρωση και αδυναμία διάνοιξης του στόματος. Δεν διαπιστώθηκε κάταγμα, χορηγήθηκε αγωγή. Η διάγνωση που τέθηκε ήταν ο τραυματισμός των μαλακών ιστών στην αριστερή κροταφογναθική διάρθρωση. Υπάρχουν περαιτέρω αποδείξεις για θεραπείες και έξοδα. Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορούμενη 1 ανέφερε πως όταν άκουσε τη ΜΚ2 να φωνάζει, εκείνη ήταν στην κουζίνα, η οποία απέχει 10 μέτρα, κρατούσε ήδη το κιβώτιο με τα γυαλικά. Έξω ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο του θείου της, ανοικτό, η πόρτα ήταν ανοικτή, καθότι η μετάβασή τους στο σπίτι ήταν για πέντε λεπτά, να πάρουν τα πράγματα και να φύγουν. Το κιβώτιο που κρατούσε ήταν μεγάλο, σε μέγεθος, αλλά όχι βαρύ. Όταν άκουσε τη συζήτηση ο θείος της, πήγε να δει τι συνέβαινε, ήταν εκεί όταν έγινε το συμβάν. Το γεγονός ότι ο θείος της, στη δική του κατάθεση, δεν αναφέρει την ίδια στιχομυθία μεταξύ της ΜΚ2 και της Κατηγορούμενης 1, που ανέφερε η ίδια, κατά την Κατηγορούμενη 1, ερμηνεύεται πως μπορεί να μην έδωσε σημασία ή να μην αφομοίωσε με τον ίδιο τρόπο όσα η ίδια, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που ζει στην Αυστραλία και ήταν στην Κύπρο τη δεδομένη χρονική στιγμή. Άρπαξε την ΜΚ2 από τα χέρια, όταν η ΜΚ2 τραβούσε την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά, λέγοντας, η Κατηγορούμενη 1, πως ευτυχώς που ήταν εκείνος εκεί, έστω τυχαία. Κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, εκ νέου, ανέφερε πως, ενώ πήγαν απλώς στο σπίτι για πέντε λεπτά, να πάρουν κάποια πράγματα και να φύγουν, πήγε η ΜΚ2 από το πουθενά, μπήκε μέσα στο σπίτι και απαιτούσε να δει τις ζημιές, η Κατηγορούμενη 1 της είπε ότι δεν μπορεί τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο θείος της, είπε πως πρέπει να κλείσει ραντεβού, γνωρίζοντας, εκείνος, όσα γνωρίζει, από την Αυστραλία, όπου ζει. Ουδέποτε της είχε αρνηθεί είσοδο, σε άλλη επίσκεψή της. Όταν εκείνη τη στιγμή της είπε όχι, άρχισε η ένταση, απαιτούσε να το δει, η ίδια της είπε πως θα το παραδώσει στο τέλος του μήνα, όπως ήταν προγραμματισμένο, και επειδή της αρνήθηκε την είσοδο, φαίνεται πως η μόνη της επιλογή ήταν να την πιάσει από το μαλλί. Η κίνησή της με τη φράση της ήταν σχεδόν ταυτόχρονη. Η κίνηση ήταν μπροστά-πίσω, απλώς η ίδια δεν μπορούσε να αμυνθεί γιατί κρατούσε το κιβώτιο, δείχνοντας, η Κατηγορούμενη 1, την κίνηση που έκανε το κεφάλι της (μπροστά-πίσω). Δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη προσπάθεια να το πράξει, λόγω και του ύψους της. Αν γνώριζε τι θα ακολουθούσε, θα άφηνε το κιβώτιο πρώτα, το ότι το κρατούσε ήταν η αιτία που προκλήθηκε το αιμάτωμα στο αριστερό της χέρι, κατά την ώρα που η ΜΚ2 την τραβούσε από τα μαλλιά. Η ίδια δεν είχε κάποιαν έχθρα μαζί με την ΜΚ2, για να της επιτεθεί, ούτε είχε λόγο να πράξει έτσι, μέσα στο σπίτι της. Το ότι στο Τ9, το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείο δεν αναφέρει ότι το αιμάτωμα έγινε από τριβή, δεν αναιρεί, κατά την ίδια, το γεγονός ότι προκλήθηκε το συγκεκριμένο τραύμα, από το κιβώτιο που κρατούσε τη δεδομένη χρονική στιγμή, όταν η ΜΚ2 της επιτέθηκε. Ο θείος της έσπρωξε την ΜΚ2, για να αφήσει την Κατηγορούμενη 1, και η ΜΚ2 ήταν εκνευρισμένη και ήθελε να τους κτυπήσει όλους και να μπει μέσα στο σπίτι. Η Κατηγορούμενη 1 αποδίδει τον θυμό της ΜΚ2 στην άρνηση που έλαβε για να εισέλθει στο σπίτι, καθότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορεί να δικαιολογεί την αντίδρασή της. Η Κατηγορούμενη 1, όπως ανέφερε, ήταν σε σοκ, από ό,τι έλαβε χώρα. Η ΜΚ2 κτυπούσε τον θείο της και φώναζε «Μάμα, Μάμα». Η Κατηγορούμενη 1 έκανε να σκύψει να αφήσει το κιβώτιο, και γυρίζοντας προς τα πάνω είδε τον ΜΚ3 να τρέχει, κυριολεκτικά, είδε πρώτη εκείνη και, χωρίς να ξέρει τι προηγήθηκε, της έδωσε ένα χαστούκι. Δεν μπορεί να ξέρει τι σκεφτόταν και ακόμα κι αν δεν ακούγεται σήμερα λογικό, ανέφερε, τότε, αυτό συνέβη. Η Κατηγορούμενη 1, όπως ανέφερε, ήταν λογικό να θέλει να δει το σπίτι, απλώς υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις, μία προηγούμενη ειδοποίηση, να ρωτήσει ευγενικά, επομένως δεν είχε λόγο να την αρπάξει από τα μαλλιά και ο θείος της από τον λαιμό, όπως ισχυρίζεται η ίδια η ΜΚ2. Τι ζημιά θα μπορούσε να είχε κάνει που έπρεπε να δει άμεσα, χωρίς να μπορεί να περιμένει, διερωτήθηκε. Το χαστούκι που της έδωσε ο ΜΚ3, περιέγραψε, ήταν τόσο δυνατό που για μία εβδομάδα δεν μπορούσε να μασήσει στερεά τροφή. Ο λόγος που πήγε σε κατοπινό χρόνο για να ζητήσει ιατρικά πιστοποιητικά ήταν η αναγκαία χρήση τους για το δικαστήριο και επειδή έπρεπε να πληρώσει για να τα λάβει. Μετά το χαστούκι, έπεσε στον καναπέ, ήταν σε ένα μέτρο απόσταση, περιγράφοντας πώς είναι η είσοδος του σπιτιού. Ο θείος της πήγε και τον άρπαξε από τη μέση, να τον απομακρύνει, πήγε και η ΜΚ2 επάνω στον καναπέ, και μία μάζα ανθρώπων ήταν πάνω στον καναπέ, δεν ήξερε από πού ερχόταν τι. Η ΜΚ2 ήταν όρθια, όταν ο θείος της την έπιασε από τα χέρια και ακολούθως η Κατηγορούμενη 1 δέχτηκε τη δεύτερη επίθεση. Ενόσω ήταν στο νοσοκομείο, της τηλεφώνησε η Αστυνομία. Μετά το συμβάν, τους έβριζαν, ο θείος της πήρε τηλέφωνο τους γονείς της, η ίδια ήταν ζαλισμένη. Ήρθαν οι γονείς της, προσπαθούσε ο θείος της να εξηγήσει τι συνέβη και τότε ήρθε και ο υιός τους, μπήκε στο σπίτι, στη βεράντα, αρχίζοντας και εκείνος να απειλεί και να βρίζει, ποιος έδειρε τη μάνα του και θα τον σκοτώσει. Δεν είχε οτιδήποτε προσωπικό με κανένα και δεν ήταν και επιθυμία της, επί επτά χρόνια, να ταλαιπωρείται με μία διαδικασία στο Δικαστήριο. Όμως, ανέφερε, έχει τρία παιδιά και δεν θέλει οποιοδήποτε από αυτά να περάσει ό,τι η ίδια, μπορεί, διερωτήθηκε, οποιοσδήποτε να μπαίνει μέσα στο σπίτι μας, να μας απειλεί και να την «βγάζει καθαρή»; Η ίδια, μετά το χαστούκι, ήταν πάνω στον καναπέ, μπόρεσε να σπρώξει την ΜΚ2 να φύγει, αλλά δεν είχε τη δύναμη να σηκωθεί να απειλεί και να βρίζει, ούτε τον υιό της, μετέπειτα. Δεν ξεστόμισε ό,τι της καταλογίζουν, ενώ το σπίτι τελικά δεν το παρέδωσε στις 31 του μηνός, αλλά στις 23, δηλαδή πιο γρήγορα, γιατί μέλημά της ήταν να αποχωρήσει, το συντομότερο δυνατό. Δεν είχε ελεύθερα χέρια για να την αρπάξει από τα μαλλιά, πρακτικά δεν θα μπορούσε να την κλωτσά στην κοιλιά, τόσο ψηλή γυναίκα, και το κουτί να μην κρατούσε, και ενώ η ίδια δεν είναι τόσο σωματικά υγιής, ώστε να είναι ικανή να το κάνει. Ακόμα και η ίδια γονατισμένη να ήταν, δεν θα μπορούσε, πρακτικά, να την κτυπά, δεν ξέρει πώς γίνεται καν.

 

Ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ2), στη δική του ένορκη μαρτυρία, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ4. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία, ανέφερε ότι μετά το συμβάν είχε επικοινωνήσει με την Αστυνομία, τηλεφωνικώς, και οι οδηγίες που έλαβε ήταν να πάνε πρώτα στο νοσοκομείο και την επόμενη ημέρα, που θα ήταν σε υπηρεσία το μέλος της Αστυνομίας με το οποίο μίλησε, να προβεί σε κατάθεση. Δεν γνώριζε τους παραπονούμενους, εφόσον είναι κάτοικος Αυστραλίας και ουδέποτε τους είδε. Ήταν για διακοπές στην Κύπρο, είναι συντηρητής κτιρίων, και πήγε για να βοηθήσει την Κατηγορούμενη 1, πήγαν με ένα αυτοκίνητο, και θα έφευγαν πολύ γρήγορα. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως, ενόσω ήταν στο υπνοδωμάτιο, άκουσε μία γυναίκα να φωνάζει στην Κατηγορούμενη 1, ήταν σε μικρή απόσταση, φώναζε το όνομα της Κατηγορούμενης 1, που ήταν πιο μέσα, στην κουζίνα. Η Κατηγορούμενη 1 της απάντησε, πήγε έξω και άκουσε την ΜΚ2 να λέει ότι θα μπει μέσα να δει τι ζημιές έκανε η Κατηγορούμενη 1 για το σπίτι. Η Κατηγορούμενη 1 κρατούσε ένα συγκεκριμένο κιβώτιο στα χέρια της, και είπε στην ΜΚ2 ότι δεν θα μπει μέσα, αλλά ότι στις 31 Μαΐου, που θα παρέδιδε το σπίτι, θα μπορούσε να ελέγξει τότε αν υπήρχαν ζημιές, και, αν υπήρχαν, να πληρώσει. Με την αντίδραση της Κατηγορούμενης 1 να της αρνηθεί την είσοδο, η ΜΚ2 έσπρωξε την Κατηγορούμενη 1, και η Κατηγορούμενη 1 πήγε προς τα πίσω, πιο μέσα στο σπίτι. Ο ίδιος ήταν με το αριστερό του χέρι ανάμεσά τους, να τις χωρίσει, αφού το δεξί του χέρι έχει αναπηρία. Προσπαθούσε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της Κατηγορούμενης 1. Πάτησε 18 αριθμούς για να την πάρει, από την ταραχή του. Είχε τρομοκρατηθεί από την κατάσταση που αντίκρυσε. Εξήγησε πόσο του στοίχισε, να ταξιδεύει από την Αυστραλία, για την υπόθεση, ψυχολογικά και οικονομικά, για ένα φωτιστικό. Δεν μπορεί να θυμάται ακριβώς αν η ΜΚ2 έσπρωξε την Κατηγορούμενη 1 πριν ή μετά που την έβρισε, όπως τα έζησε, ανάφερε, τα είπε και στην κατάθεσή του. Η Κατηγορούμενη 1 κρατούσε το κιβώτιο, που έφερε από την κουζίνα, όταν την έσπρωξε η ΜΚ2. Ο λόγος είναι για ένα κιβώτιο 40cm x 60cm, την έσπρωξε όπως κρατούσε το κιβώτιο, έσπρωξε τα χέρια της Κατηγορούμενης 1 που κρατούσαν το κιβώτιο, η Κατηγορούμενη 1 πήγε προς τα πίσω, ακούμπησε πάνω στον τοίχο, η ΜΚ2 την έπιασε από τα μαλλιά, και τότε μπήκε ανάμεσά τους με το αριστερό του χέρι, και με το δεξί του χέρι προσπαθούσε να τηλεφωνήσει. Η ΜΚ2 ήταν ήδη μέσα στο σπίτι. Η είσοδος του σπιτιού μέχρι τον τοίχο είναι τρία με τριάμισι μέτρα, με το σπρώξιμο, η Κατηγορούμενη 1 πήγε πίσω, προς τον τοίχο, περίπου δύο με δυόμισι μέτρα. Η δική του λεκτική παρέμβαση, για τον τρόπο επιθεώρησης, δεν θυμάται πότε ακριβώς ήταν, σήμερα, αλλά, κατά τον χρόνο της κατάθεσής του, είχε πει τα πράγματα όπως τα έζησε. Η παρέμβασή του ήταν με βάση τη νομοθεσία, όπως την γνώριζε από την Αυστραλία. Ο ίδιος κτυπήθηκε από την ΜΚ2, αλλά ουδέποτε ανέφερε ότι τον εξύβρισε. Όταν μπήκε ανάμεσά τους, τους χώρισε σε κάποια φάση. Ο Κατηγορούμενος 2 κατέβασε τα χέρια της ΜΚ2 κάτω, γιατί τα «ανέμιζε» μπροστά του, με αποτέλεσμα να τον γρατζουνίσει στο πρόσωπο. Όταν της κατέβασε τα χέρια κάτω, τον χαστούκισε. Έχει ιατρική έκθεση, από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, για τις ζημιές στο πρόσωπό του. Το χαστούκι ήταν στο πρόσωπο, δεν θυμάται πού ήταν, όπως θυμάται τη γροθιά, που ήταν πολύ δυνατή. Όταν ήταν ανάμεσα στις δύο γυναίκες, ζήτησε από την ΜΚ2 να βγει έξω. Μετά από κάτι φωνές που έβαλε η ΜΚ2, όπου φώναζε «Μάμα», λέξη που παρέπεμψε τον ίδιο στη μητέρα της, επειδή δεν είχε ακούσει ξανά το όνομα, μπήκε μέσα ένας άνδρας, ο οποίος χαστούκισε στο αριστερό πρόσωπο την Κατηγορούμενη 1 και έπεσαν και οι δύο στον καναπέ, το κιβώτιο έπεσε κάτω, και ο ίδιος έτρεξε και προσπαθούσε να τραβήξει με το αριστερό του χέρι τον ΜΚ3 από την Κατηγορούμενη 1. Ο ΜΚ3 πετάχτηκε, πήδηξε, όπως έτρεχε, έβαλε δύναμη στο ένα του πόδι, και πήγε με φόρα. Όταν η Κατηγορούμενη 1 κτυπήθηκε, πήγε στον καναπέ, και ο ΜΚ3 από πάνω της, ο ίδιος τράβηξε πίσω τον ΜΚ3 και ο ΜΚ3 κτύπησε τον Κατηγορούμενο 2. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν δέχτηκε τις υποβολές, που εκφράζουν την πραγματική εκδοχή της ΜΚ2 και του ΜΚ3, μένοντας σταθερός στη δική του εκδοχή, ως προς όλα τα επιμέρους σημεία. Ο ίδιος πήγε στον καναπέ, και η ΜΚ2 είχε πάει από πάνω του, όταν προσπαθούσε να τραβήξει τον ΜΚ3.

 

Αξιολόγηση

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή, ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη, στο πλαίσιο της αστυνομικής διερεύνησης, την υποβολή εκατέρωθεν παραπόνων, τη λήψη των καταθέσεων και την προέλευση των σχετικών τεκμηρίων. Πρόκειται για γεγονότα που ανάγονται στη δική του υπηρεσιακή δραστηριότητα και για τα οποία δεν αναδείχτηκε ουσιαστικός λόγος αμφισβήτησης. Η αποδοχή αυτή δεν εκτείνεται στην αλήθεια των γεγονότων που του αφηγήθηκαν οι εμπλεκόμενοι. Ο ΜΚ1 δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου και δεν είχε προσωπική γνώση των περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο των εκατέρωθεν καταγγελιών.

 

Η σχέση της ΜΚ2 και της Κατηγορούμενης 1 είχε ήδη επιβαρυνθεί από διαφωνίες, αναφορικά με την αποχώρηση της Κατηγορούμενης 1 από το μίσθιο, τον χρόνο παράδοσής του, και την καταβολή ή μη πρόσθετου μισθώματος. Η ίδια η ΜΚ2 αναγνώρισε ότι επέμενε στην αποχώρηση της Κατηγορούμενης 1, προκειμένου να εξυπηρετηθούν στεγαστικές ανάγκες του υιού της, ενώ δεν αποδέχτηκε την προτεινόμενη οικονομική διευθέτηση για τον τελευταίο μήνα. Τα δεδομένα αυτά παρέχουν ουσιώδες πραγματικό υπόβαθρο, για την αξιολόγηση της στάσης της, και, ιδίως, της επιμονής της, να παρουσιάζει την επίσκεψή της ως απολύτως ήρεμη, και τη δική της συμπεριφορά ως ανεπηρέαστη από τις προηγούμενες διαφωνίες. Έκανε αναφορά, στην αστυνομική κατάθεση, ότι το μισθωτήριο της επέτρεπε την επιθεώρηση της οικίας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κατά την αντεξέταση, αναγνώρισε ότι δεν γνώριζε εάν υπήρχε τέτοιος όρος στο συγκεκριμένο συμβόλαιο, ότι δεν το είχε ελέγξει, και ότι η αρχική δήλωσή της στηριζόταν σε εκείνο που θεωρούσε συνήθη συμβατική πρόβλεψη. Η διαφοροποίηση δεν αντιμετωπίζεται ως αστοχία διατύπωσης, με δεδομένο πως η ΜΚ2 είχε παρουσιάσει, ως συγκεκριμένο συμβατικό δεδομένο, κάτι που, κατά την ίδια, αποτελούσε προσωπική της παραδοχή. Το ζήτημα συνδεόταν, άμεσα, με τον λόγο της επίσκεψης, και την επιμονή της να εισέλθει στην οικία. Η ανακρίβεια αφορά στοιχείο με ουσιαστική θέση στην προσωπική της αφήγηση. Δεν δικαιολογεί μεν κάποιο συμπέρασμα ότι η ΜΚ2 ψευδόταν, συνειδητάˑ περιορίζει, όμως, την εμπιστοσύνη, που μπορεί να αποδοθεί, σε αυτήν την κατηγορηματικότητα των ισχυρισμών της. Ανάλογη επιφυλακτικότητα παρουσιάζεται με αναφορά στον τρόπο με τον οποίο περιέγραψε την αρχική συνάντηση. Στην κατάθεσή της, αναφέρθηκε σε ευγενικό αίτημα επιθεώρησης, και σε άμεση, αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον της. Κατά την αντεξέταση, ωστόσο, παραδέχτηκε ότι δεν είχε εξασφαλίσει άδεια εισόδου, ότι έκανε βήμα, για να προχωρήσει, παρά την άρνηση που είχε συναντήσει, και ότι είχε ήδη δημιουργηθεί ένταση μεταξύ των δύο πλευρών. Η ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε, απλώς, ότι υπήρξε κάποια λεκτική διαφωνία. Αναγνώρισε ότι επέμεινε στην είσοδό της, ενώ γνώριζε ότι η ένοικος δεν συναινούσε. Η περίσταση αυτή προσδίδει διαφορετικό περιεχόμενο στην αρχική συνάντηση, από εκείνο που αναδεικνύεται μέσα από την έμφαση της ΜΚ2 στην ευγένεια και την πλήρη απουσία προκλητικής συμπεριφοράς εκ μέρους της. Δεν παραγνωρίζεται ότι η ΜΚ2 παρέμεινε σταθερή στον ισχυρισμό πως η Κατηγορούμενη 1 την άρπαξε πρώτη από τα μαλλιά και ο Κατηγορούμενος 2 από τον λαιμό. Τα πραγματικά δεδομένα, που την περιβάλλουν, όμως, αυτή τη σταθερότητα, δεν παρουσιάζονται με αντίστοιχη ακρίβεια. Εξάλλου, κατά την περιγραφή της επίθεσης, η ΜΚ2 αναφέρθηκε σε κατάσταση κατά την οποία «σκοτείνιασαν όλα», και δεν είχε πλήρη αντίληψη όσων συνέβαιναν. Η αναφορά αυτή, χωρίς να αντιμετωπίζεται ως ένδειξη αναλήθειας, εξωτερικεύει ότι η ίδια αναγνώρισε ουσιώδη περιορισμό της αντιληπτικής της δυνατότητας, σε μέρος του επεισοδίου. Η βεβαιότητα με την οποίαν απέδωσε στους εμπλεκομένους συγκεκριμένες κινήσεις και διαδοχικές ενέργειες αξιολογείται σε συνάρτηση και με τον περιορισμό αυτό. Η ΜΚ2 χρησιμοποίησε, περαιτέρω, γενικές αναφορές στην προσωπική της συμπεριφορά, στο ότι δεν εξυβρίζει νεότερα πρόσωπα, και στο ότι, ως γυναίκα, δεν έχει τη δύναμη να κτυπήσει άνδρα. Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν ουσιαστική εξήγηση των γεγονότων. Η δυνατότητα ενός προσώπου να προβεί σε συγκεκριμένη σωματική ενέργεια δεν κρίνεται με βάση τέτοιες γενικεύσεις, ενώ η προηγούμενη συμπεριφορά του δεν αποκλείει διαφορετική αντίδραση, σε συνθήκες έντασης. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο ότι η ΜΚ2 παρουσίασε την προσφυγή στην Αστυνομία ως άμεση ενέργεια, χωρίς προηγούμενη επικοινωνία με οποιονδήποτε, ενώ, στη συνέχεια, αναφέρθηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον υιό της, ο δε ΜΚ3 αναφέρθηκε σε συνάντηση με τους γονείς της Κατηγορούμενης 1, στην είσοδο, και σε συνομιλία. Η κατάθεσή της στην Αστυνομία ήταν αρκετή ώρα μετά το συμβάν. Η αλληλουχία των γεγονότων δεν αποσαφηνίστηκε πλήρως. Δεν αποδίδεται αποφασιστική σημασία στην απόκλιση, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, και του χρόνου που παρήλθε, και δεν είναι αυτός ο λόγος αναφοράς τηςˑ αποτελεί πρόσθετο λόγο επιφύλαξης, ως προς την ακρίβεια της χρονικής ανασύνθεσης. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να μην δεχτεί τη μαρτυρία της ΜΚ2 αναφορικά με όσα δεν αμφισβητούνται, δηλαδή την ύπαρξη της μίσθωσης, τις προηγούμενες διαφωνίες, τη μετάβασή της στην οικία χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, την άρνηση της Κατηγορούμενης 1 να επιτρέψει την επιθεώρηση, και την ένταση που αναπτύχτηκε μεταξύ τους. Δέχεται, επίσης, ότι ακολούθησε σωματική συμπλοκή, στην οποίαν η ΜΚ2 ενεπλάκη. Η αξιολόγηση αφορά την μαρτυρία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Δεν είναι αποδεκτή, ως αξιόπιστη, η εκδοχή της ΜΚ2 ότι η ίδια παρέμεινε απολύτως ήρεμη και αδρανής, και ότι δέχτηκε, χωρίς δική της προηγούμενη σωματική ενέργεια, την περιγραφόμενη επίθεση, από τους δύο Κατηγορουμένους. Δεν είναι αποδεκτή, επίσης, η περιγραφή της ως προς τις ειδικότερες πράξεις τραβήγματος των μαλλιών, κρατήματος από τον λαιμό, και επανειλημμένων λακτισμάτων από την Κατηγορούμενη 1, στον βαθμό που παρουσιάζονται ως αναπαράσταση της εξέλιξης της συμπλοκής. Η μη αποδοχή των σημείων αυτών δεν σημαίνει ότι η ΜΚ2 δεν υπέστη σωματική καταπόνηση, ή ότι δεν αισθάνθηκε φόβο, κατά το επεισόδιο. Τα ζητήματα αυτά διαφέρουν, από την αξιοπιστία της συγκεκριμένης εκδοχής, για το ποιος άρχισε τη σωματική αντιπαράθεση, και ποιες ακριβώς ενέργειες ακολούθησαν.

 

Ο ΜΚ3 δεν ήταν παρών κατά την έναρξη της διαφωνίας και της συμπλοκής. Βρισκόταν στη δική του οικία, και προσήλθε όταν άκουσε φωνές. Επομένως, η μαρτυρία του δεν μπορεί να επιβεβαιώσει, από προσωπική γνώση, ποιος προέβη στην πρώτη σωματική ενέργεια. Ο ΜΚ3 επιχείρησε να εξηγήσει την κατάσταση που αντίκρισε κατά την είσοδό του, με αναφορές στη συμπεριφορά που πίστευε ότι θα μπορούσε να επιδείξει η σύζυγός του ή η Κατηγορούμενη 1. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, γνωρίζοντας τη σύζυγό του, δεν μπορούσε να πιστέψει πως θα επιτίθετο με τον τρόπο που περιέγραψαν οι Κατηγορούμενοι. Αντίθετα, επικαλέστηκε περιορισμένες προηγούμενες επαφές με την Κατηγορούμενη 1, καθώς και εντυπώσεις του από τη συμπεριφορά της, για να υποστηρίξει ότι θα μπορούσε να έχει ενεργήσει όπως περιέγραψε η ΜΚ2. Οι κρίσεις αυτές δεν θεμελιώνονται σε προσωπική αντίληψη των επίδικων ενεργειών. Πρόκειται για εκτιμήσεις χαρακτήρα και συμπεριφοράς, οι οποίες δεν υποκαθιστούν την παρατήρηση των γεγονότων. Επιπλέον, η περιορισμένη γνωριμία του ΜΚ3 με την Κατηγορούμενη 1 δεν παρέχει επαρκές υπόβαθρο, για τις συγκεκριμένες αρνητικές εκτιμήσεις του. Ως προς τη δική του εμπλοκή, αναφέρθηκε, αρχικά, σε άλμα του Κατηγορούμενου 2 στην πλάτη του, και σε τραυματισμό του. Κατά την αντεξέταση, περιέγραψε την επαφή με τρόπο που παρέπεμπε, περισσότερο, σε αμοιβαίες κινήσεις των χεριών, διευκρινίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ανέβηκε επάνω του, και ότι τον έγδαρε, κατά το σπρώξιμο. Η διαφοροποίηση επηρεάζει την εικόνα της κίνησης του Κατηγορούμενου 2, την ένταση της σωματικής επαφής, και την ίδια τη συμμετοχή του ΜΚ3 στη συμπλοκή. Δεν αποκλείεται οι διαφορετικές διατυπώσεις να περιγράφουν επιμέρους φάσεις, μιας ταχείας αντιπαράθεσης. Ωστόσο, η μαρτυρία δεν παρείχε, επαρκώς, καθαρή διάκριση των φάσεων αυτών, ώστε να δικαιολογείται η ανεπιφύλακτη αποδοχή της. Πρόσθετη επιφύλαξη προκύπτει από την περιγραφή του τρόπου με τον οποίον απομάκρυνε την Κατηγορούμενη 1 από τη σύζυγό του. Ο ΜΚ3 επέμεινε ότι η δική του ενέργεια περιορίστηκε στην αναγκαία απομάκρυνσή τους, χωρίς να αποδέχεται ότι κτύπησε την Κατηγορούμενη 1. Η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από την παραδοχή της ΜΚ2 ότι ο σύζυγός της άρπαξε την Κατηγορούμενη 1 και την έριξε στον καναπέ, καθώς και από τα αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα που αφορούν την τελευταία. Τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι ο ΜΚ3 έδωσε χαστούκι στην Κατηγορούμενη 1. Καθιστούν, όμως, ανεπαρκή την παρουσίαση της επέμβασής του ως μιας απλής, περιορισμένης και χωρίς ουσιαστικές σωματικές συνέπειες προσπάθειας διαχωρισμού των εμπλεκομένων. Ο ΜΚ3 είχε, αναμφίβολα, άμεση αντίληψη μέρους της συμπλοκής. Το γεγονός, όμως, ότι προσήλθε ενώ αυτή βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις διαφοροποιήσεις στην περιγραφή της δικής του σωματικής εμπλοκής, περιορίζει την αξιοπιστία της εκδοχής του, ως προς την ακριβή συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και 2. Ως προς τη μαρτυρία του ΜΚ3 ότι άκουσε φωνές από τη γειτονική οικία, προσήλθε στον χώρο, αντίκρισε τη σύζυγό του και τους Κατηγορουμένους σε κατάσταση σωματικής αντιπαράθεσης, και ενεπλάκη ο ίδιος σε αυτήν, δεν αμφισβητείται και το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να την αμφισβητήσει. Δέχεται, επίσης, ότι υπήρξε σωματική επαφή μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου 2. Δεν είναι αποδεκτή, όμως, ως αξιόπιστη η περαιτέρω εκδοχή, ότι η παρέμβασή του περιορίστηκε, αποκλειστικά, σε ήπια προσπάθεια απομάκρυνσης των εμπλεκομένων, και ότι ο Κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε σε αυτόν, κατά τον συγκεκριμένο τρόπο που περιέγραψε. Ούτε αποδέχεται, το Δικαστήριο, ως επαρκώς αξιόπιστη, την περιγραφή του, για τον τρόπο με τον οποίον η Κατηγορούμενη 1 φέρεται να κτυπούσε τη ΜΚ2, όταν εκείνος εισήλθε στην οικία. Η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή ως επιβεβαίωση της εκδοχής της ΜΚ2 για την έναρξη του επεισοδίου, αφού ο ίδιος δεν είχε προσωπική αντίληψη αυτού του σταδίου.

 

Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1 παρουσιάζει συνοχή, ως προς το πλαίσιο της αρχικής αντιπαράθεσης. Η αναφορά της ότι βρισκόταν στην οικία, για να παραλάβει αντικείμενα, ότι κρατούσε κιβώτιο, και ότι η ΜΚ2 εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά, ζητώντας να επιθεωρήσει το σπίτι, συνδέεται με γεγονότα που, κατά βάση, δεν αμφισβητούνται. Την επικείμενη αποχώρησή της, την παρουσία του θείου της, την απουσία προηγούμενης συνεννόησης για επιθεώρηση, και την άρνησή της να επιτρέψει την είσοδο. Η περιγραφή της ότι η ΜΚ2 αντέδρασε έντονα στην άρνηση αυτή δεν στηρίζεται μόνο στη δική της εκδοχή. Η ίδια η ΜΚ2 αναγνώρισε ότι υπήρξε ένταση, και ότι επέμεινε να προχωρήσει, παρά την άρνηση της Κατηγορούμενης 1. Στο πλαίσιο της προηγούμενης διαφωνίας τους, η εκδοχή της Κατηγορούμενης 1 εμφανίζεται περισσότερο συμβατή με την πραγματική κατάσταση, που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των δύο γυναικών. Σημασία δίδεται και στα ιατρικά δεδομένα του Τ9. Από την καταγραφή της εξέτασης της Κατηγορούμενης 1 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, την ίδια ημέρα του επεισοδίου, προκύπτουν συγκεκριμένα συμπτώματα και κλινικά ευρήματα, περιλαμβανομένου αιματώματος στον αριστερό βραχίονα. Η εξέταση της επόμενης ημέρας από γναθοπροσωπικό χειρουργό κατέγραψε, περαιτέρω, συμπτωματολογία στην περιοχή της κροταφογναθικής διάρθρωσης. Τα ευρήματα αυτά παρέχουν αντικειμενικό έρεισμα στον ισχυρισμό της, ότι υπέστη σωματική κάκωση, κατά το επεισόδιο. Δεν προσδιορίζουν το πρόσωπο που την προκάλεσε, ούτε τον ακριβή μηχανισμό πρόκλησής της. Αποκτούν, όμως, αξιολογική σημασία, όταν συνεκτιμώνται με την περιγραφή της, για το κτύπημα στο πρόσωπο από τον ΜΚ3, και με την αντίστοιχη αναφορά του Κατηγορούμενου 2 στην ανακριτική του κατάθεση, Τ4. Ειδικότερα, η περιγραφή της Κατηγορούμενης 1 ότι ο ΜΚ3 εισήλθε αιφνιδίως, και την κτύπησε στο πρόσωπο παρουσιάζει ουσιώδη συμφωνία με την εκδοχή που ο Κατηγορούμενος 2 κατέγραψε στην κατάθεσή του. Η συμφωνία αυτή δεν είναι ανεξάρτητη επιβεβαίωση, δεδομένης της συγγενικής σχέσης τους, και της κοινής παρουσίας τους στο επεισόδιο. Εντούτοις, συνδυάζεται με πραγματικά καταγεγραμμένες κακώσεις στην περιοχή του προσώπου και της γνάθου, γεγονός που προσδίδει στην εκδοχή ουσιαστικό αντικειμενικό στήριγμα. Η περιγραφή της Κατηγορούμενης 1 ότι ήταν σχεδόν «αιμόφυρτη» μετά το κτύπημα δεν βρίσκει αντίστοιχο έρεισμα στα καταγεγραμμένα εξωτερικά ευρήματα. Επίσης, η κατηγορηματική της θέση ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να κλωτσήσει τη ΜΚ2, λόγω του ύψους της τελευταίας και της δικής της σωματικής κατάστασης, αποτελεί περισσότερο προσωπική εκτίμηση, παρά γεγονός που μπορεί να εξακριβωθεί από τη μαρτυρία. Δεν αποδίδεται σε αυτήν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία. Ομοίως, το γραμμοειδές αιμάτωμα στον βραχίονα δεν επιβεβαιώνει ειδικά την εξήγησή της ότι δημιουργήθηκε από την τριβή του κιβωτίου που κρατούσε. Η εξήγηση είναι πιθανή, αλλά παραμένει δική της απόδοση της προέλευσης του τραύματος. Οι επιφυλάξεις αυτές δεν αναιρούν την ουσία της μαρτυρίας της. Αφορούν, κυρίως, την ένταση των βιωμάτων που περιέγραψε, προσωπικές εκτιμήσεις για τη σωματική δυνατότητα των εμπλεκομένων και επιμέρους μηχανισμούς τραυματισμού. Δεν διαπιστώνεται ότι ανατρέπουν την βασική αφήγηση της αντιπαράθεσης. Ως προς τη χρονική διαδοχή των σωματικών ενεργειών, μετά την είσοδο του ΜΚ3, η ίδια η Κατηγορούμενη 1 αναγνώρισε ότι βρισκόταν σε σύγχυση, και ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί κάθε επιμέρους κίνηση. Η παραδοχή αυτή περιορίζει την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της, για τις λεπτομέρειες της συμπλοκήςˑ δεν αντιφάσκει,, όμως, με την περιγραφή της ότι δέχτηκε κτύπημα, και έπεσε στον καναπέ. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1, ως προς την ουσία της, δηλαδή ότι η ΜΚ2 προσήλθε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, επέμεινε να επιθεωρήσει την οικία, παρά την άρνηση που συνάντησε, ότι η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε σε σωματική συμπλοκή, με αρχική σωματική ενέργεια της ΜΚ2 εναντίον της Κατηγορούμενης 1, ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρενέβη, για να τις απομακρύνει, και ότι ο ΜΚ3, όταν προσήλθε, άσκησε σωματική βία στην Κατηγορούμενη 1, η οποία υπέστη τις καταγεγραμμένες κακώσεις. Δεν είναι αποδεκτές, ως αποδεδειγμένες, οι επιμέρους ερμηνείες της Κατηγορούμενης 1, για τον ακριβή μηχανισμό κάθε τραυματισμού, την πλήρη αδυναμία της να προβεί σε συγκεκριμένες κινήσεις, ή την ακριβή διαδοχή όλων των σωματικών επαφών, κατά το πλέον συγκεχυμένο στάδιο του επεισοδίου.

 

Ο Κατηγορούμενος 2, κάτοικος Αυστραλίας, βρισκόταν προσωρινά στην Κύπρο και είχε μεταβεί στην οικία για να βοηθήσει την Κατηγορούμενη 1 στην αφαίρεση φωτιστικού, ενόψει της μετακόμισής της. Δεν γνώριζε προηγουμένως τους παραπονούμενους ούτε είχε προσωπική εμπλοκή στις μεταξύ τους διαφορές. Η εξήγησή του για την παρουσία του στον χώρο παρέμεινε σταθερή και συμφωνεί με τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1. Ως προς την έναρξη του επεισοδίου, περιέγραψε την άφιξη της ΜΚ2, την επιμονή της να εισέλθει στην οικία παρά την άρνηση της Κατηγορούμενης 1 και την επακόλουθη σωματική αντιπαράθεση. Η περιγραφή του συμφωνεί ουσιαστικά με εκείνην της Κατηγορούμενης 1, αλλά και με τις παραδοχές της ΜΚ2 ως προς την απουσία προηγούμενης συνεννόησης, την άρνηση εισόδου και την ένταση που είχε αναπτυχτεί. Ο Κατηγορούμενος 2 διατήρησε τη βασική του εκδοχή ότι η ΜΚ2 έσπρωξε την Κατηγορούμενη 1, ενώ εκείνη κρατούσε κιβώτιο, και ακολούθως την άρπαξε από τα μαλλιά. Οι πρόσθετες λεπτομέρειες που ανέφερε κατά την αντεξέταση, ιδίως για τις αποστάσεις και τη θέση των εμπλεκομένων, δεν μεταβάλλουν την ουσία της αρχικής του κατάθεσης, χωρίς, όμως, να μπορούν να υιοθετηθούν ως ακριβείς μετρήσεις. Περιέγραψε, επίσης, την προσπάθειά του να χωρίσει τις δύο γυναίκες, χρησιμοποιώντας, κυρίως, το αριστερό του χέρι, λόγω αναπηρίας στο δεξί. Παρουσίασε ορισμένες διαφοροποιήσεις, ως προς τη χρονική σειρά του χαστουκιού και της εκδοράς που απέδωσε στη ΜΚ2, οι οποίες δεν παραγνωρίζονται, αλλά δεν ανατρέπουν τη σταθερή περιγραφή της παρέμβασής του, για τη διακοπή της συμπλοκής. Η αναφορά του σε ιατρική έκθεση για τραυματισμό του προσώπου του δεν αξιολογείται ως αυτοτελής αντικειμενική επιβεβαίωση, εφόσον δεν εξετάστηκε το περιεχόμενό της. Ως προς την είσοδο του ΜΚ3, παρέμεινε σταθερός ότι εκείνος κινήθηκε αιφνιδίως προς την Κατηγορούμενη 1, την κτύπησε στο πρόσωπο, και ακολούθως βρέθηκαν στον καναπέ. Η εκδοχή αυτή συμφωνεί με τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1 και ενισχύεται από τα ιατρικά ευρήματα, που καταγράφουν κάκωση, με συμπτωματολογία στην περιοχή του προσώπου και της γνάθου, χωρίς τα ευρήματα αυτά να αποδεικνύουν αυτοτελώς τον ακριβή μηχανισμό τραυματισμού. Σταθερή παρέμεινε και η περιγραφή ότι επιχείρησε να απομακρύνει τον ΜΚ3 από την ανιψιά του, με αποτέλεσμα να εμπλακεί ο ίδιος σε σωματική αντιπαράθεση μαζί του. Αξιολογείται θετικά η διατήρηση του ουσιώδους περιεχομένου της εκδοχής του, παρά τις επιμέρους αβεβαιότητες της μνήμης του, τις οποίες αναγνώρισε. Η αναφορά του ότι παρερμήνευσε αρχικά την προσφώνηση «Μάμα» συμφωνεί με αντίστοιχες αναφορές των άλλων μαρτύρων, και προσδίδει πειστικότητα στη συγκεκριμένη περιγραφή. Η συγγενική του σχέση με την Κατηγορούμενη 1 και το προσωπικό του ενδιαφέρον για την έκβαση της υπόθεσης συνεκτιμώνται, χωρίς να αναιρούν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Γενικά, οι διαφοροποιήσεις που διαπιστώθηκαν αφορούν επιμέρους κινήσεις και τη χρονική διαδοχή τους, όχι την ουσία των γεγονότων. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 ως προς την ουσία της, ειδικότερα ως προς τις συνθήκες άφιξης της ΜΚ2, την αρχική σωματική ενέργειά της εναντίον της Κατηγορούμενης 1, την προσπάθειά του να τις χωρίσει, το κτύπημα της Κατηγορούμενης 1 από τον ΜΚ3 και την επακόλουθη σωματική εμπλοκή των δύο ανδρών. Η αποδοχή της μαρτυρίας του στηρίζεται στη συνοχή της, στη διατήρηση της βασικής εκδοχής του από την ανακριτική κατάθεση μέχρι την αντεξέταση, και στη συμβατότητά της με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία.

 

Ως προς τις ύβρεις και τις απειλές, που αποδόθηκαν στην Κατηγορούμενη 1, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 εμφανίζουν συμφωνία, ως προς τον γενικό χαρακτήρα των εκφράσεων, με διαφοροποιήσεις στις ακριβείς λέξεις. Η ακριβής λεκτική αναπαραγωγή ενός επεισοδίου έντονης φόρτισης, αρκετά χρόνια μετά, είναι δυνατόν να παρουσιάζει αποκλίσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η κρίση δεν στηρίζεται στην έλλειψη απόλυτης λεκτικής ταυτότητας. Συνδέεται με τις ουσιαστικές επιφυλάξεις που έχουν ήδη διαπιστωθεί, ως προς την αξιοπιστία των ΜΚ2 και ΜΚ3, τη συνολικότερη παρουσίαση της αντιπαράθεσης, και την απόδοση των ενεργειών αποκλειστικά στους Κατηγορουμένους. Η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν γίνεται αποδεκτή, ως προς την απόδοση των συγκεκριμένων υβριστικών και απειλητικών εκφράσεων στην Κατηγορούμενη 1. Ούτε γίνεται αποδεκτή η ειδικότερη αναφορά του ΜΚ3 στην απειλή που απέδωσε στον Κατηγορούμενο 2. Η μαρτυρία για τις εκφράσεις αυτές δεν παρουσιάζει επαρκή αυτοτελή πειστικότητα, ώστε να γίνει δεκτή, παρά τις επιφυλάξεις που αναδείχτηκαν στην αξιολόγηση των δύο μαρτύρων. Η διαπίστωση αυτή δεν εκφράζει θετική κρίση ότι κατά το επεισόδιο δεν εκστομίστηκαν ύβρεις, από οποιονδήποτε. Γίνεται αποδεκτό ότι η αντιπαράθεση συνοδεύτηκε από έντονη λεκτική συμπεριφορά. Δεν γίνονται, όμως, αποδεκτές, ως αξιόπιστες, οι συγκεκριμένες αποδόσεις εκφράσεων στους Κατηγορουμένους 1 και 2.

 

Από τη συνεκτίμηση της όλης μαρτυρίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αρχική συνάντηση δεν εκτυλίχθηκε ως μία απολύτως ήρεμη και συναινετική επίσκεψη της ΜΚ2, η οποία διακόπηκε αιφνιδίως, από απρόκλητη επίθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2. Η εικόνα αυτή δεν συμβιβάζεται, επαρκώς, με το ιστορικό των προηγούμενων διαφωνιών, την απουσία προηγούμενης συνεννόησης, την επιμονή της ΜΚ2 να εισέλθει, παρά την άρνηση, και τις δυσχέρειες που αναδείχτηκαν στις αφηγήσεις των παραπονουμένων. Η εκδοχή της Κατηγορούμενης 1 παρουσιάζεται περισσότερο πειστική, ως προς την έναρξη και την ουσιώδη εξέλιξη της αντιπαράθεσης. Η μαρτυρία της δεν στερείται αδυναμιών, αλλά αυτές δεν ανατρέπουν την αξιολογική της υπεροχή επί των αντίθετων εκδοχών. Τα ιατρικά ευρήματα έχουν σημασία ως αντικειμενική επιβεβαίωση της σωματικής κάκωσής της, χωρίς να θεωρούνται αυτοτελής απόδειξη του ακριβούς μηχανισμού της. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1, στα ουσιώδη σημεία της, όπως έχουν προσδιοριστεί, και απορρίπτει τις αντίθετες εκδοχές των ΜΚ2 και ΜΚ3, ως προς την έναρξη της σωματικής αντιπαράθεσης, την απόδοση των συγκεκριμένων επιθετικών ενεργειών στους Κατηγορουμένους 1 και 2 και τις καταγγελλόμενες λεκτικές εκφράσεις. Αποδέχεται τη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 μόνο κατά το μέρος που αφορά τα κοινώς παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα ή επαρκώς υποστηριζόμενα περιστατικά της επίσκεψης, της διαφωνίας και της επακόλουθης συμπλοκής. Αποδέχεται, επίσης, τη μαρτυρία του ΜΚ1 εντός των ορίων της προσωπικής του γνώσης. Η αποδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης 1 δεν επεκτείνεται σε λεπτομέρειες που η ίδια δεν μπορούσε να αντιληφθεί με επάρκεια ή σε προσωπικές εκτιμήσεις που δεν επαληθεύονται. Κατά τον ίδιο τρόπο, η απόρριψη των ουσιωδών εκδοχών των ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν σημαίνει ότι κάθε γεγονός που αυτοί ανέφεραν ήταν αναληθές. Η κρίση αφορά την αξιοπιστία των συγκεκριμένων αφηγήσεων και τα πραγματικά περιστατικά που μπορούν, μέσα από τη συνολική αξιολόγησή τους, να γίνουν αποδεκτά.

 

Ευρήματα

 

Με βάση τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Κατηγορούμενη 1 ήταν ενοικιάστρια ισόγειας οικίας στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας της ΜΚ2, η οποία διέμενε με τον σύζυγό της, ΜΚ3, σε γειτονική οικία. Η μίσθωση διαρκούσε περίπου δυόμισι χρόνια. Μεταξύ της ΜΚ2 και της Κατηγορούμενης 1 είχε προηγηθεί συνεννόηση για την αποχώρηση της τελευταίας από το μίσθιο, το οποίο η ΜΚ2 επιθυμούσε να διαθέσει στον υιό της. Στο διάστημα που προηγήθηκε του επίδικου περιστατικού, οι σχέσεις μεταξύ των δύο γυναικών είχαν επιβαρυνθεί. Είχαν προκύψει διαφωνίες αναφορικά με τον χρόνο αποχώρησης της Κατηγορούμενης 1 και την οικονομική διευθέτηση της μίσθωσης, ειδικότερα ως προς την καταβολή μισθώματος για τον τελευταίο μήνα και τη χρησιμοποίηση της καταβληθείσας εγγύησης. Η ΜΚ2 δεν είχε αποδεχτεί τη διευθέτηση που είχε προταθεί από την πλευρά της Κατηγορούμενης 1. Η τελευταία επρόκειτο τελικά να παραδώσει την οικία περί το τέλος Μαΐου 2019. Η προηγούμενη επικοινωνία μεταξύ των δύο γυναικών είχε περιοριστεί αισθητά. Η ΜΚ2 είχε διαπιστώσει ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε παύσει ακόμη και να τη χαιρετά. Παράλληλα, η ΜΚ2 ενδιαφερόταν να διαπιστώσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το μίσθιο πριν από την παράδοσή του, προκειμένου να γνωρίζει εάν υπήρχαν ζημιές που θα απαιτούσαν επιδιόρθωση. Την 19.5.2019, ημέρα Κυριακή, περί ώρα 11:00, η Κατηγορούμενη 1 βρισκόταν στην ενοικιαζόμενη οικία μαζί με τον Κατηγορούμενο 2, θείο της, ο οποίος είχε μεταβεί εκεί για να τη βοηθήσει στην αφαίρεση φωτιστικού, ενόψει της επικείμενης μετακόμισής της. Η Κατηγορούμενη 1 είχε ήδη μεταφέρει τη διαμονή της αλλού, αλλά στην οικία παρέμεναν ορισμένα αντικείμενα. Η Κατηγορούμενη 1 βρισκόταν στην κουζίνα και κρατούσε χάρτινο κιβώτιο με αντικείμενα που προορίζονταν για μεταφορά. Ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν, επίσης, στο εσωτερικό της οικίας. Η εξώπορτα είχε αφεθεί ανοικτή, καθώς η παρουσία τους εκεί αποσκοπούσε στην παραλαβή αντικειμένων και στην ολοκλήρωση συγκεκριμένων εργασιών. Η ΜΚ2, η οποία βρισκόταν στη γειτονική κατοικία της, άκουσε θορύβους από το μίσθιο και αποφάσισε να μεταβεί για να επιθεωρήσει την κατάστασή του. Δεν είχε προηγουμένως επικοινωνήσει με την Κατηγορούμενη 1, ούτε είχε συμφωνηθεί οποιαδήποτε επίσκεψη για τον σκοπό αυτό. Η ΜΚ2 προσήλθε στην είσοδο της οικίας, η πόρτα της οποίας ήταν ανοικτή, και κάλεσε την Κατηγορούμενη 1. Η τελευταία μετέβη από την κουζίνα προς την είσοδο, κρατώντας το κιβώτιο. Στο σημείο, προσήλθε και ο Κατηγορούμενος 2. Η ΜΚ2 γνωστοποίησε ότι επιθυμούσε να εισέλθει για να εξετάσει την κατάσταση της οικίας. Η Κατηγορούμενη 1 δεν συναίνεσε στην επιθεώρηση, και της ανέφερε ότι θα μπορούσε να δει το σπίτι κατά την παράδοσή του, στο τέλος του μήνα. Ο Κατηγορούμενος 2 παρενέβη στη συζήτηση, αναφερόμενος στην ανάγκη προηγούμενης συνεννόησης για την πραγματοποίηση της επίσκεψης. Η ΜΚ2 επέμεινε στην επιθυμία της να εισέλθει, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτριας. Παρά τη ρητή άρνηση της Κατηγορούμενης 1, προχώρησε προς το εσωτερικό της οικίας. Μεταξύ των δύο γυναικών, αναπτύχθηκε έντονη λεκτική αντιπαράθεση. Η στάση της ΜΚ2 δεν ήταν απολύτως ήρεμη, όπως η ίδια την παρουσίασε, αλλά χαρακτηριζόταν από εκνευρισμό και επιμονή στην πραγματοποίηση της επιθεώρησης, παρά την αντίδραση που είχε συναντήσει. Η λεκτική αντιπαράθεση εξελίχθηκε σε σωματική συμπλοκή. Η αρχική σωματική ενέργεια προήλθε από τη ΜΚ2, η οποία άρπαξε την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά και την τραβούσε, ενώ η τελευταία εξακολουθούσε να κρατά το κιβώτιο. Η κίνηση αυτή αιφνιδίασε την Κατηγορούμενη 1, η οποία προσπάθησε να απομακρυνθεί από τη ΜΚ2. Ο Κατηγορούμενος 2 παρενέβη στη σωματική αντιπαράθεση, επιχειρώντας να απομακρύνει τη ΜΚ2 από την ανιψιά του. Υπήρξε σωματική επαφή μεταξύ τους, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 έπιασε τη ΜΚ2 από τα χέρια και επιχείρησε να διακόψει τη συμπλοκή. Η ΜΚ2 εξακολούθησε να αντιδρά και να κινείται προς την Κατηγορούμενη 1 και τον Κατηγορούμενο 2. Κατά την εξέλιξη του επεισοδίου, η ΜΚ2 φώναξε δυνατά, καλώντας σε βοήθεια. Μεταξύ των φωνών της, περιλαμβανόταν και η προσφώνηση «Μάμα», με την οποία απευθυνόταν στον σύζυγό της. Ο ΜΚ3, ο οποίος βρισκόταν στη γειτονική οικία, άκουσε τη φασαρία και τις φωνές της συζύγου του και έσπευσε στο μίσθιο. Δεν είχε προσωπική αντίληψη της αρχικής συνάντησης, της λεκτικής διαφωνίας ή της πρώτης σωματικής ενέργειας. Όταν ο ΜΚ3 εισήλθε στην οικία, η σωματική αντιπαράθεση βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Αντίκρισε τη σύζυγό του και τους Κατηγορουμένους σε κατάσταση έντασης και σωματικής εμπλοκής. Ο ΜΚ3 κινήθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 και την κτύπησε στο πρόσωπο. Από το κτύπημα, η Κατηγορούμενη 1 έπεσε στον καναπέ, που βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το σημείο της συμπλοκής. Η ίδια αισθάνθηκε έντονο πόνο και βρέθηκε σε κατάσταση σύγχυσης. Ο Κατηγορούμενος 2 παρενέβη εκ νέου, επιχειρώντας να απομακρύνει τον ΜΚ3 από την Κατηγορούμενη 1. Μεταξύ των δύο ανδρών αναπτύχτηκε σωματική αντιπαράθεση, κατά την οποίαν υπήρξαν αμοιβαίες κινήσεις, τραβήγματα και απωθήσεις. Η ΜΚ2 ενεπλάκη, επίσης, στην προσπάθεια απομάκρυνσης του Κατηγορούμενου 2 από τον σύζυγό της. Η συμπλοκή εξελίχτηκε σε περιορισμένο χώρο, και με ταυτόχρονη συμμετοχή περισσότερων προσώπων. Οι κινήσεις τους υπήρξαν ταχείες και επικαλυπτόμενες, ενώ μέρος της αντιπαράθεσης εκτυλίχτηκε στην περιοχή του καναπέ. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια κάθε επιμέρους σωματική επαφή ή η πλήρης διαδοχή των κινήσεων κατά το στάδιο αυτό. Η Κατηγορούμενη 1, παρά τη σύγχυση και τον πόνο που αισθανόταν, επιχείρησε να απομακρύνει τη ΜΚ2 από κοντά της. Η αντιπαράθεση τερματίστηκε με την απομάκρυνση της ΜΚ2 και του ΜΚ3 από την οικία. Κατά την αποχώρησή τους, οι εμπλεκόμενοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση. Υπήρξαν φωνές και λεκτικές αντιπαραθέσεις, χωρίς να καθίσταται δυνατός ο αξιόπιστος προσδιορισμός όλων των εκφράσεων που χρησιμοποιήθηκαν. Ειδικότερα, δεν γίνονται ευρήματα ότι η Κατηγορούμενη 1 εκστόμισε τις συγκεκριμένες υβριστικές και απειλητικές φράσεις που της απέδωσαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3, ούτε ότι ο Κατηγορούμενος 2 απηύθυνε στον ΜΚ3 τη συγκεκριμένη φράση που ο τελευταίος ανέφερε. Μετά τον τερματισμό του επεισοδίου, η ΜΚ2 και ο ΜΚ3 επέστρεψαν στη γειτονική κατοικία τους. Η Κατηγορούμενη 1 παρέμεινε στο μίσθιο με τον Κατηγορούμενο 2. Στη συνέχεια, ενημερώθηκαν και προσήλθαν στον χώρο συγγενικά πρόσωπα των εμπλεκομένων, μεταξύ των οποίων οι γονείς της Κατηγορούμενης 1 και ο υιός των παραπονουμένων. Ακολούθησε περαιτέρω ένταση και λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ ορισμένων από τους παρευρισκομένους. Η Κατηγορούμενη 1 υπέστη σωματικές κακώσεις κατά το επεισόδιο. Την ίδια ημέρα, 19.5.2019, και ώρα 13:51, εξετάστηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Κατά την εξέταση, ανέφερε κεφαλαλγία, πόνο στην περιοχή του δεξιού αυτιού και της άνω γνάθου, αυχεναλγία και πόνο στον αριστερό βραχίονα. Κατά την κλινική εξέταση, διαπιστώθηκε γραμμοειδές αιμάτωμα στην έσω επιφάνεια του αριστερού βραχίονα, μήκους περίπου πέντε εκατοστών και πλάτους μισού εκατοστού. Από τον απεικονιστικό έλεγχο, δεν διαπιστώθηκε εμφανής οστική κάκωση, ενώ καταγράφηκε ευθειασμός της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Στην Κατηγορούμενη 1, χορηγήθηκε αναλγητική αγωγή, δόθηκαν οδηγίες και συστήθηκε η χρήση μαλακού αυχενικού κολάρου, ενώ της παραχωρήθηκε άδεια ανάπαυσης για το διάστημα από 19.5.2019 μέχρι 22.5.2019. Την επόμενη ημέρα, 20.5.2019, εξετάστηκε και από στοματικό και γναθοπροσωπικό χειρουργό. Διαπιστώθηκαν πόνος στην αριστερή κροταφογναθική διάρθρωση και περιορισμός στη διάνοιξη του στόματος. Δεν διαπιστώθηκε κάταγμα. Η ιατρική διάγνωση αφορούσε τραυματισμό των μαλακών ιστών στην περιοχή αυτή. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Κατηγορούμενη 1 υπέστη σωματική κάκωση κατά το επεισόδιο, με συμπτωματολογία που περιλάμβανε την περιοχή της κεφαλής και της γνάθου. Ο ακριβής μηχανισμός πρόκλησης του αιματώματος στον αριστερό βραχίονα δεν εξακριβώνεται από τα ιατρικά δεδομένα. Αμφότερες οι πλευρές υπέβαλαν παράπονα στην Αστυνομία για το ίδιο περιστατικό. Η ΜΚ2 και ο ΜΚ3 προσήλθαν στον αστυνομικό σταθμό την 19.5.2019 και ανέφεραν τη δική τους εκδοχή. Στον σταθμό μετέβησαν και οι δύο Κατηγορούμενοι, οι οποίοι, επίσης, διατύπωσαν παράπονα. Στους τέσσερις εμπλεκομένους δόθηκαν έντυπα για ιατρική εξέταση. Την επομένη, 20.5.2019, λήφθηκαν οι ανακριτικές καταθέσεις τους. Η Κατηγορούμενη 1 παρέδωσε τελικά το μίσθιο πριν από την 31.5.2019, συγκεκριμένα την 23.5.2019, όπως ανέφερε στη μαρτυρία της. Αυτά αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο διαπιστώνει από την αποδεκτή μαρτυρία. Δεν προβαίνει σε περαιτέρω ευρήματα αναφορικά με κινήσεις, εκφράσεις ή επιμέρους ενέργειες για τις οποίες οι μαρτυρίες αποκλίνουν και δεν παρέχεται επαρκές αξιόπιστο υπόβαθρο για συγκεκριμένη διαπίστωση.

 

Νομικές πτυχές

 

Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].

 

Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης, κατά το άρθρο 242 ΠΚ (1η Κατηγορία, 7η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχτεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[6], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[7]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[8]. Πρόσθετα, στην επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (6η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχτεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίθεσης και της προκληθείσας σωματικής βλάβης. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή, κατά την ερμηνευτική διάταξη.

 

Για να αποδειχτεί το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ (2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία, 8η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά απειλή άλλου προσώπου με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· με τρόπο ώστε να προκαλείται στο πρόσωπο αυτό τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[9].

 

Για να αποδειχτεί το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά το άρθρο 99 ΠΚ (4η Κατηγορία, 5η Κατηγορία), πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) εξύβριση άλλου προσώπου· (β) σε δημόσιο χώρο ή σε μη δημόσιο χώρο με τρόπο και υπό συνθήκες που μπορεί να ακουστεί από πρόσωπο σε δημόσιο χώρο· (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η έννοια του δημόσιου χώρου περιλαμβάνει και τα κέντρα αναψυχής[10] ή τα καταστήματα[11] ή τους ιδιωτικούς επαγγελματικούς χώρους που είναι ανοιχτοί για το κοινό[12]. Οι λέξεις που εκστομίζονται προσεγγίζονται με βάση το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική, και όχι απλώς αγενής, είναι θέμα πραγματικό, και, στο πραγματικό πλαίσιο εξέτασης, μπορεί να μην έχει σημασία η ατελής ή μη ορθή προφορά[13]. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα ή την ιδιότητα των παρόντων προσώπων[14].

 

Εξέταση

 

1η Κατηγορία

 

Η 1η Κατηγορία αφορά την ισχυριζόμενη επίθεση της Κατηγορούμενης 1 εναντίον της ΜΚ2, κατά το επεισόδιο της 19.5.2019. Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι η ΜΚ2 μετέβη στην οικία της Κατηγορούμενης 1 χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, επέμεινε να εισέλθει παρά την άρνηση της τελευταίας και ότι μεταξύ τους αναπτύχτηκε έντονη λεκτική αντιπαράθεση. Η αντιπαράθεση εξελίχτηκε σε σωματική συμπλοκή, με αρχική σωματική ενέργεια της ΜΚ2, η οποία άρπαξε την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά και την τραβούσε. Η εκδοχή της ΜΚ2 ότι υπέστη απρόκλητη επίθεση από την Κατηγορούμενη 1, η οποία την έπιασε από τα μαλλιά, την έριξε στο έδαφος και τη λάκτιζε επανειλημμένα, δεν έγινε αποδεκτή. Ούτε έγινε δεκτή η αντίστοιχη περιγραφή του ΜΚ3 ως αξιόπιστη επιβεβαίωση των συγκεκριμένων ενεργειών. Είναι γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε περαιτέρω σωματική επαφή με τη ΜΚ2 κατά την εξέλιξη της συμπλοκής, επιχειρώντας να την απομακρύνει από κοντά της. Η διαπίστωση, όμως, αυτή δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση παράνομης επίθεσης. Η συγκεκριμένη ενέργεια δεν μπορεί να απομονωθεί από τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, και ιδίως από την προηγηθείσα σωματική ενέργεια της ΜΚ2 και την κατάσταση έντασης που εξακολουθούσε να επικρατεί. Δεν αποδείχτηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 άσκησε βία πέραν εκείνης που ήταν ευλόγως αναγκαία για την απομάκρυνση της ΜΚ2 ή ότι προέβη σε αυτοτελή επιθετική ενέργεια, ανεξάρτητη από την προσπάθειά της να προστατευτεί. Η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δεν παρέχει ασφαλή βάση για τέτοια διαπίστωση. Η ύπαρξη προηγούμενων διαφωνιών μεταξύ των δύο γυναικών δεν μεταβάλλει την αξιολόγηση. Το ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν δυσαρεστημένη με τη συμπεριφορά της ΜΚ2 δεν αποδεικνύει ότι επιτέθηκε εναντίον της. Αντίστοιχα, η άρνησή της να επιτρέψει την επιθεώρηση του μισθίου δεν συνιστά περιστατικό από το οποίο μπορεί να συναχθεί πρόθεση άσκησης παράνομης βίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορούμενη 1 προέβη στην επίθεση που της αποδίδεται ή ότι η όποια σωματική ενέργειά της κατά τη συμπλοκή είχε παράνομο χαρακτήρα.

 

2η Κατηγορία και 3η Κατηγορία

 

Οι δύο αυτές κατηγορίες αφορούν την ίδια φερόμενη απειλητική έκφραση, η οποία, κατά τη θέση της κατηγορούσας Αρχής, απευθύνθηκε από την Κατηγορούμενη 1 προς αμφότερους τους παραπονούμενους. Στην προκειμένη περίπτωση, έχει διαπιστωθεί ότι μετά τη σωματική συμπλοκή, υπήρξε περαιτέρω λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ των εμπλεκομένων. Δεν έγινε, όμως, αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι η Κατηγορούμενη 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη απειλητική φράση που περιλαμβάνεται στις δύο κατηγορίες. Η διαπίστωση ότι επικρατούσε ένταση και ότι ανταλλάχτηκαν φωνές δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπεράσματος ότι εκστομίστηκε και η επίδικη απειλή. Ούτε μπορεί, η προηγηθείσα σωματική συμπλοκή, να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της απαιτούμενης απόδειξης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Περαιτέρω, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί η εκστόμιση της απειλής, δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο για να διαπιστωθεί πρόθεση εκφοβισμού από την Κατηγορούμενη 1. Η προηγούμενη ένταση δεν αρκεί, από μόνη της, για την εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Ομοίως, δεν έχει διαπιστωθεί, ως γεγονός, ότι η ΜΚ2 ή ο ΜΚ3 υπέστησαν τρόμο ή ανησυχία εξαιτίας συγκεκριμένης απειλητικής έκφρασης της Κατηγορούμενης 1. Η υποκειμενική αντίληψη εκάστου αποδέκτη εξετάζεται αυτοτελώς και δεν τεκμαίρεται από την ύπαρξη επεισοδίου ή από τη μεταγενέστερη υποβολή παραπόνου στην Αστυνομία. Επομένως, ως προς αμφότερες τις κατηγορίες, δεν έχει αποδειχτεί το πρωταρχικό στοιχείο της απειλής, ούτε παρέχεται επαρκής βάση για θετική διαπίστωση των περαιτέρω συστατικών στοιχείων.

 

4η Κατηγορία και 5η Κατηγορία

 

Οι κατηγορίες αυτές αφορούν τις υβριστικές εκφράσεις που αποδίδονται στην Κατηγορούμενη 1, μετά τη σωματική συμπλοκή, κατά την αποχώρηση των παραπονουμένων από την οικία. Οι συγκεκριμένες λέξεις, που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες, έχουν, κατά τη συνήθη χρήση τους, σαφώς, υβριστικό περιεχόμενο. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αποδείχτηκε η εκστόμισή τους από την Κατηγορούμενη 1. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν έγιναν αποδεκτές οι σχετικές αναφορές των ΜΚ2 και ΜΚ3. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχτεί ότι η Κατηγορούμενη 1 απηύθυνε στη ΜΚ2 τις εκφράσεις που περιλαμβάνονται στην 4η κατηγορία ή στον ΜΚ3 τις εκφράσεις που περιλαμβάνονται στην 5η κατηγορία. Η ύπαρξη γενικότερης λεκτικής αντιπαράθεσης δεν επιτρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων υβριστικών λέξεων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπληρώσει το αποδεικτικό αυτό κενό με βάση την πιθανότητα ότι, σε ένα επεισόδιο τέτοιας έντασης, θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί οι επίδικες εκφράσεις. Παρεμβάλλεται πως, ως προς το χωρικό στοιχείο των κατηγοριών, το άρθρο 99ΠΚ δεν περιορίζεται σε εξυβρίσεις που λαμβάνουν χώρα σε δημόσιο χώρο. Περιλαμβάνει και συμπεριφορά σε μη δημόσιο χώρο, εφόσον εκδηλώνεται υπό συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Επομένως, η ιδιωτική φύση της οικίας ή της βεράντας δεν θα απέκλειε την εφαρμογή του άρθρου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, τα αποδεκτά ευρήματα δεν προσδιορίζουν, με την απαιτούμενη σαφήνεια, τον ακριβή τόπο, στον οποίο φέρονται να εκστομίστηκαν οι συγκεκριμένες εκφράσεις, ούτε τις συνθήκες υπό τις οποίες θα ήταν δυνατόν να ακουστούν από πρόσωπο ευρισκόμενο σε δημόσιο χώρο. Η αναφορά στην ένταση, που συνεχίστηκε κατά την αποχώρηση των παραπονουμένων, δεν αρκεί, για τη διαπίστωση του συγκεκριμένου συστατικού στοιχείου. Περαιτέρω, η δυνατότητα πρόκλησης επίθεσης σε παρευρισκόμενο πρόσωπο κρίνεται με αντικειμενικό κριτήριο. Δεν απαιτείται να έχει πράγματι εκδηλωθεί επίθεση, ως αποτέλεσμα της εξύβρισης. Απαιτείται, όμως, να έχουν αποδειχτεί οι συγκεκριμένες περιστάσεις της λεκτικής συμπεριφοράς, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η ενδεχόμενη αυτή συνέπεια. Εν προκειμένω, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί η εκστόμιση των υβριστικών εκφράσεων, δεν υπάρχει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο για την απαιτούμενη αντικειμενική αξιολόγηση. Η προγενέστερη σωματική συμπλοκή δεν υποκαθιστά την απόδειξη ότι μεταγενέστερες συγκεκριμένες εκφράσεις ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσουν επίθεση. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχτεί η εξύβριση που αποδίδεται στην Κατηγορούμενη 1, ενώ δεν έχουν αποδειχτεί αυτοτελώς ούτε τα λοιπά συστατικά στοιχεία του αδικήματος.

 

6η Κατηγορία

 

Η 6η Κατηγορία αφορά την ισχυριζόμενη επίθεση του Κατηγορούμενου 2 εναντίον του ΜΚ3, από την οποία φέρεται να προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη στον τελευταίο.  Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι ο ΜΚ3 εισήλθε στην οικία, ενώ η αρχική σωματική αντιπαράθεση βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Κινήθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 και την κτύπησε στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα εκείνη να πέσει στον καναπέ. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 παρενέβη, επιχειρώντας να απομακρύνει τον ΜΚ3 από την ανιψιά του. Μεταξύ των δύο ανδρών, υπήρξε σωματική αντιπαράθεση, με αμοιβαίες κινήσεις, τραβήγματα και απωθήσεις. Η ύπαρξη της σωματικής αυτής επαφής δεν αμφισβητείται. Δεν αποδείχτηκε, όμως, η εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε απρόκλητα στον ΜΚ3, πηδώντας στην πλάτη του ή καταφέροντάς του κτυπήματα, κατά τον τρόπο που περιέγραψε ο τελευταίος. Η παρέμβαση του Κατηγορούμενου 2 συνδέεται χρονικά και πραγματικά με το κτύπημα που είχε μόλις δεχτεί η ανιψιά του. Η επιδίωξή του ήταν να απομακρύνει τον ΜΚ3 από αυτήν, και να διακόψει τη σωματική αντιπαράθεση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ανακύπτει το ζήτημα της άμυνας άλλου προσώπου. Η χρήση σωματικής δύναμης προς αποτροπή υφιστάμενης ή επικείμενης επίθεσης δεν αποκτά παράνομο χαρακτήρα, μόνο και μόνο επειδή εμπεριέχει σωματική επαφή. Κρίσιμο είναι κατά πόσον η χρησιμοποιηθείσα δύναμη ήταν εύλογη και ανάλογη προς τον κίνδυνο που επιχειρήθηκε να αποτραπεί. Η ένταση της συμπλοκής, ο περιορισμένος χώρος στον οποίον εκτυλίχθηκε και η ταυτόχρονη συμμετοχή περισσότερων προσώπων αποτελούν συναφείς περιστάσεις. Δεν θα ήταν ορθό να αξιολογηθεί κάθε κίνηση του Κατηγορούμενου 2 απομονωμένα, χωρίς αναφορά στο αμέσως προηγηθέν κτύπημα της Κατηγορούμενης 1 και στην ταχεία εξέλιξη των γεγονότων. Από την αποδεκτή μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 συνέχισε να ασκεί βία, αφού είχε εκλείψει ο κίνδυνος για την ανιψιά του, ούτε ότι η δύναμη που χρησιμοποίησε ήταν δυσανάλογη προς την κατάσταση που αντιμετώπιζε. Δεν αποκλείστηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι ενέργειές του εντάσσονταν στο πλαίσιο εύλογης άμυνας άλλου προσώπου. Πέραν αυτού, υφίσταται αυτοτελές αποδεικτικό έλλειμμα και ως προς το στοιχείο της πραγματικής σωματικής βλάβης. Δεν έχει γίνει συγκεκριμένο εύρημα ότι ο ΜΚ3 υπέστη διαπιστωμένη σωματική κάκωση, ασθένεια ή διαταραχή, ως αποτέλεσμα ενέργειας του Κατηγορούμενου 2. Η αναφορά του ΜΚ3 σε εκδορά κατά τη συμπλοκή δεν έγινε αποδεκτή, ως επαρκώς αξιόπιστη απόδειξη του συγκεκριμένου μηχανισμού τραυματισμού, ενώ τα ευρήματα δεν περιλαμβάνουν αντικειμενικά δεδομένα, από τα οποία να μπορεί να προσδιοριστεί σχετική σωματική βλάβη. Δεν απαιτείται, ασφαλώς, κάθε πραγματική σωματική βλάβη να έχει σοβαρό ή μόνιμο χαρακτήρα. Ούτε αποτελεί σε κάθε περίπτωση αναγκαία προϋπόθεση η προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού. Απαιτείται, όμως, να έχει αποδειχτεί η ύπαρξη πραγματικής βλάβης, έστω και περιορισμένης έκτασης, και η αιτιώδης σύνδεσή της με την αποδιδόμενη επίθεση. Αυτό δεν έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Τα ιατρικά δεδομένα που αφορούν την Κατηγορούμενη 1 δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως απόδειξη σωματικής βλάβης του ΜΚ3. Αντίστοιχα, η διαπίστωση ότι ο ΜΚ3 ενεπλάκη σε σωματική συμπλοκή δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι υπέστη εξ αυτής πραγματική σωματική βλάβη. Η μη απόδειξη του συγκεκριμένου στοιχείου είναι αυτοτελώς καθοριστική, ανεξάρτητα από την προηγηθείσα διαπίστωση ως προς τον μη αποδειχθέντα παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου 2. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ούτε παράνομη επίθεση του Κατηγορούμενου 2 εναντίον του ΜΚ3 ούτε πραγματική σωματική βλάβη που προκλήθηκε αιτιωδώς από τέτοια επίθεση.

 

 

 

7η Κατηγορία

 

Η 7η Κατηγορία αφορά την ισχυριζόμενη επίθεση του Κατηγορούμενου 2 εναντίον της ΜΚ2. Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεπλάκη στη σωματική αντιπαράθεση που είχε αρχίσει μεταξύ της ΜΚ2 και της Κατηγορούμενης 1. Η παρέμβασή του ακολούθησε την ενέργεια της ΜΚ2 να αρπάξει την Κατηγορούμενη 1 από τα μαλλιά και να την τραβά. Ο Κατηγορούμενος 2 έπιασε τη ΜΚ2 από τα χέρια και επιχείρησε να την απομακρύνει από την ανιψιά του. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει ότι υπήρξε σκόπιμη σωματική επαφή μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και της ΜΚ2. Η επαφή, όμως, εκδηλώθηκε κατά την προσπάθειά του να αποτρέψει τη συνέχιση της ήδη εκδηλωμένης σωματικής ενέργειας της ΜΚ2. Η μαρτυρία της ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος 2 την άρπαξε από τον λαιμό, την έριξε στο έδαφος και συμμετείχε σε απρόκλητη επίθεση εναντίον της δεν έγινε αποδεκτή. Δεν υπάρχει, επομένως, ασφαλής πραγματική βάση για τη διαπίστωση των συγκεκριμένων επιθετικών ενεργειών. Η χρήση δύναμης για την απομάκρυνση προσώπου που επιτίθεται σε άλλον δεν συνιστά, χωρίς άλλο, παράνομη επίθεση. Πρέπει να εξετάζεται ο σκοπός της ενέργειας, η φύση και η ένταση της χρησιμοποιηθείσας δύναμης, η κατάσταση που αντιμετώπιζε ο παρεμβαίνων και η αναλογία της αντίδρασής του προς τον υφιστάμενο κίνδυνο. Στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν ενώπιον σωματικής αντιπαράθεσης κατά την οποία η ΜΚ2 είχε ήδη αρπάξει την ανιψιά του από τα μαλλιά. Η ενέργειά του να την πιάσει από τα χέρια και να την απομακρύνει συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια διακοπής της συμπλοκής. Δεν αποδείχτηκε ότι χρησιμοποίησε δύναμη μεγαλύτερη από εκείνην που ήταν ευλόγως αναγκαία, υπό τις περιστάσεις. Ούτε διαπιστώθηκε ότι, αφού απομακρύνθηκε ο άμεσος κίνδυνος, ο Κατηγορούμενος 2 συνέχισε να ασκεί βία εναντίον της ΜΚ2, για διαφορετικό σκοπό. Η παρουσία του στον χώρο και η συμμετοχή του στη σωματική απομάκρυνση της ΜΚ2 δεν αρκούν, επομένως, για την απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. Δεν αποκλείστηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενήργησε στο πλαίσιο εύλογης προστασίας της Κατηγορούμενης 1. Συνεπώς, μολονότι αποδείχτηκε η ύπαρξη σωματικής επαφής, δεν αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτή συνιστούσε παράνομη επίθεση.

 

8η Κατηγορία

 

Η 8η Κατηγορία αφορά τη φερόμενη απειλή του Κατηγορούμενου 2 προς τον ΜΚ3, με τη συγκεκριμένη φράση που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Η έκφραση, εφόσον αποδεικνυόταν ότι είχε χρησιμοποιηθεί υπό τις καταγγελλόμενες συνθήκες, θα ήταν δυνατόν, αναλόγως του πραγματικού πλαισίου, να αξιολογηθεί ως απειλή άσκησης βίας. Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Απαιτείται, πρώτα απ’ όλα, να αποδειχτεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 εκστόμισε την επίδικη έκφραση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν έγινε αποδεκτή η εκδοχή του ΜΚ3, ως προς την απειλή αυτή. Τα ευρήματα γεγονότων περιορίζονται στη διαπίστωση ότι υπήρξε ένταση και λεκτική αντιπαράθεση κατά την αποχώρηση των παραπονουμένων, χωρίς να καθίσταται δυνατή η αξιόπιστη απόδοση της συγκεκριμένης έκφρασης στον Κατηγορούμενο 2. Η προηγηθείσα σωματική συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών δεν αποδεικνύει ότι ακολούθησε απειλή. Ούτε η γενική κατάσταση εκνευρισμού στην οποία βρίσκονταν οι εμπλεκόμενοι επιτρέπει την εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε πρόθεση να εκφοβίσει τον ΜΚ3. Δεν έχει, περαιτέρω, αποδειχτεί ότι ο ΜΚ3 υπέστη τρόμο ή ανησυχία, εξαιτίας συγκεκριμένης απειλής του Κατηγορούμενου 2. Η αντίληψη του ΜΚ3 για το επεισόδιο και η μεταγενέστερη υποβολή παραπόνου δεν υποκαθιστούν την απόδειξη της επίδικης συμπεριφοράς και της απαιτούμενης επίδρασής της. Συνεπώς, δεν αποδείχτηκε η απειλή που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2, ούτε τα περαιτέρω αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι καμία από τις οκτώ κατηγορίες δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία, τη 2η Κατηγορία, την 3η Κατηγορία, την 4η Κατηγορία και την 5η Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 6η Κατηγορία, την 7η Κατηγορία και την 8η Κατηγορία.

 

Η κατάληξη αυτή δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε πλημμέλεια κατά την παρουσίαση της υπόθεσης από την κατηγορούσα Αρχή, η οποία χειρίστηκε την παρουσίαση της μαρτυρίας με επιμέλεια. Απορρέει από την ουσιαστική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού και, ειδικότερα, από τη μη αποδοχή των μαρτυριών των ΜΚ2 και ΜΚ3 ως αξιόπιστων, ως προς τα ουσιώδη αμφισβητούμενα γεγονότα, με αποτέλεσμα να μην αποδειχτούν τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών, στον βαθμό που απαιτεί μία ποινική διαδικασία.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο                                     

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[5] Toumba v. The Republic (1984) 2 CLR 110.

[6] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.

[7] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.

[8] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.

[9] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, ECLI:CY:AD:2022:B13, 20.01.2022.

[10] Anthony Castelow and Another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141 και Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 25.

[11] Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 362

[12] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 493.

[13] Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 ΑΑΔ 89, Λουκαΐδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 884.

[14] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Kozina (1999) 2 ΑΑΔ 503.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο