Αναφορικά με τον Γεώργιο Παρασκευίδη κ.α., Συνενωμένες Αιτήσεις ΠΣΑ: 37 & 38 /2023, 25/11/2025
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον Γεώργιο Παρασκευίδη κ.α., Συνενωμένες Αιτήσεις ΠΣΑ: 37 & 38 /2023, 25/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.    

 

                                                     Συνενωμένες Αιτήσεις ΠΣΑ: 37 & 38 /2023

 

Αναφορικά με τον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Aπαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015

και

 

Αναφορικά με τον Γεώργιο Παρασκευίδη, εκ Πάφου

                                                                                                             Χρεώστη

                                                                 και

                        Αναφορικά με την Ελένη Παρασκευοπούλου, εκ Πάφου

                                                                                                            Χρεώστιδα

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 11.1.24 εκ μέρους της Themis Portfolio (S1) Management Holdings Limited για ακύρωση του Διατάγματος επιβολής του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής 37/23 και 38/23, ημερομηνίας 20.12.23

 

Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια – Πιστωτή: Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ

Για τους Καθ' ων η Αίτηση – Χρεώστες: Argiro S. Charalambous LLC

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι ως άνω χρεώστες είναι σύζυγοι μεταξύ τους και αποτάθηκαν στον Σύμβουλο για ετοιμασία πρότασης σχεδίου αποπληρωμής, το οποίο τυγχάνει κοινής διαχείρισης. Στις 6.7.23 εκδόθηκε προστατευτικό διάταγμα αναφορικά με αμφότερους χρεώστες και ακολούθως τα δύο ΠΣΑ επιβλήθηκαν μονομερώς στην αιτήτρια στις 20.12.23.

 

Μετά την επίδοση των διαταγμάτων η αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 11.1.24, σε έκαστη εκ των αιτήσεων ΠΣΑ 37 και 38/23, με την οποία ζητά την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 20.12.23. Λόγω των κοινών πραγματικών και νομικών ζητημάτων των δύο αιτήσεων, διατάχθηκε η συνένωση τους.

 

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Νόμο 65(Ι)/15 άρθρα 2, 8, 28, 29, 33, 35, 36, 39, , 42 – 44, 46 – 50, 51 – 54, 60, 61, 63, 65, 67, 72 – 74 και 77 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Χρ. Παπαλαμπριανού.

 

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο κος Παπαλαμπριανού, στις 27.12.23 επιδόθηκε στην αιτήτρια το επίδικο διάταγμα και κατόπιν μελέτης των περιστατικών της υπόθεσης, κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η ακύρωση του διατάγματος επιβολής λόγω του ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35(1) του Νόμου 65(Ι)/15 εφόσον δεν προκύπτει εύλογη προοπτική οι χρεώστες να καταστούν φερέγγυοι εντός των επόμενων πέντε ετών και υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων των χρεωστών. Υποστηρίζει επίσης, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 72 του Νόμου και συγκεκριμένα οι χρεώστες δεν ενήργησαν με καλή πίστη, δεν έχει αποδειχθεί ότι αδυνατούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής τους κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου τους, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση των εισοδημάτων τους κατά ελάχιστον 25% ή περισσότερο, δεν καθορίζονται με σαφήνεια τα εξασφαλισμένα και μη εξασφαλισμένα χρέη, δια του επίδικου σχεδίου επιχειρείται να προστατευθεί ενυπόθηκο προς όφελος της αιτήτριας ακίνητο το οποίο δεν είναι ιδιοκτησίας των χρεωστών, αλλά των Boris Paraskevidis και Ofelia Paraskevidou, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 50 του Νόμου σε σχέση με την μεταχείριση κύριας κατοικίας, το επίδικο ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο, δεν συνιστά δίκαιο διακανονισμό, δεν προστατεύει την αιτήτρια ως εξασφαλισμένη πιστωτή, η μονομερής αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και η όλη διαδικασία χρησιμοποιείται καταχρηστικά.

 

Πιο συγκεκριμένα, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι οι χρεώστες απέκρυψαν ότι μέχρι σήμερα δεν είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της κύριας κατοικίας τους, δηλαδή του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/46089 παρά του ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος από το 2017. Το πωλητήριο έγγραφο το οποίο καταρτίστηκε σε σχέση με το ως άνω διαμέρισμα ημερομηνίας 30.5.10 είναι εκχωρημένο προς όφελος της αιτήτριας, ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη τα έξοδα μεταβίβασης στο όνομα τους και την υποθήκευση του προς όφελος της αιτήτριας. Πέραν τούτου, δεν αποκαλύφθηκαν οι επιβαρύνσεις επί του ως άνω ακινήτου ως αυτές φαίνονται στο τεκμήριο 4 με αποτέλεσμα ακόμη και με την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα τους, αυτό θα εξακολουθεί να βαρύνεται με τις εν λόγω επιβαρύνσεις, με τον υπαρκτό κίνδυνο να χάσουν ανά πάσα στιγμή την κύρια κατοικία τους. Απέκρυψαν επίσης ότι το ενυπόθηκο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/5219 όπου διαμένουν οι γονείς του χρεώστη, δεν είναι περιουσία του αλλά εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες είναι οι γονείς του, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 6. Παράνομα και παραπλανητικά όμως το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται σαν κύρια κατοικία του χρεώστη και επιχειρείται να προστατευθεί με το επίδικο ΠΣΑ.

 

Υποστηρίζει επίσης ότι ο λόγος που αδυνατούν οι χρεώστες να αποπληρώσουν τα χρέη τους δεν είναι η παροδική και πρόσκαιρη μείωση των εισοδημάτων τους κατά το έτος 2012. Όπως προκύπτει από την επαλήθευση χρέους, τα καθορισμένα χρέη προέκυψαν από κοινή χρηματοδότηση των χρεωστών και του πατέρα του χρεώστη η οποία έγινε κατά το 2010 και 2014 και οι οποίες τερματίστηκαν κατά το έτος 2016. Αποτελεί επίσης θέση του ότι από τους ασφαλιστικούς λογαριασμούς των χρεωστών δεν προκύπτει μείωση του εισοδήματος τους κατά 25%, παρά μόνο μία πρόσκαιρη και παροδική μείωση. Τέλος, υποστηρίζει ότι το σχέδιο δεν καθορίζει το ύψος της δόσης που θα καταβάλλεται από έκαστο χρεώστη προς την αιτήτρια, εφόσον το σχέδιο τυγχάνει κοινής διαχείρισης, ούτε και έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να υποστηρίζουν ότι οι χρεώστες θα καταστούν φερέγγυοι σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των 5 ετών.

 

Οι χρεώστες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη και αντικανονική, καταχρηστική και κακόπιστη, η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες, το Διάταγμα επιβολής ορθά έχει εκδοθεί και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση είναι εκπρόθεσμη, δεν πληρούνται οι λόγοι του άρθρου 65(α) – (ζ) του Νόμου αναφορικά με τους λόγους προσβολής του ΠΣΑ, οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης είναι αναληθείς και αβάσιμοι, οι χρεώστες προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, τα εισοδήματα των χρεωστών είχαν μείωση κατά το απαιτούμενο 25% από το 2009 και εντεύθεν, η αιτήτρια ενήργησε με κακή πίστη, το ΠΣΑ θέτει την αιτήτρια σε καλύτερη θέση από αυτή στην οποία θα βρισκόταν εάν η περιουσία τους διατίθετο σύμφωνα με τον Περί Πτώχευσης Νόμο και πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35 του Νόμου.  

 

Η ένσταση η οποία καταχωρήθηκε σε έκαστη αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση εκάστου χρεώστη. Οι ένορκες δηλώσεις αποτελούνται από τριάντα και πλέον σελίδες και περιλαμβάνουν αχρείαστο σχολιασμό της μαρτυρίας και θέσεων που έχουν παρουσιαστεί από την αιτήτρια. Ουσιαστικά, με τις ένορκες δηλώσεις τους οι χρεώστες υποστηρίζουν και αναπτύσσουν τους ως άνω λόγους ένστασης, κυρίως ότι προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων περιουσιακών και οικονομικών τους στοιχείων, τα εισοδήματα τους έχουν μειωθεί και αυτός ήταν ο λόγος που αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να τεθεί σε εφαρμογή το ΠΣΑ για να μπορέσουν να καταστούν φερέγγυοι και να διαφυλάξουν την κύρια κατοικία τους. 

 

Πιο πάνω κατέγραψα συνοπτικά τις θέσεις που έχει προβάλει η κάθε πλευρά ενώ για σκοπούς εξέτασης της αίτησης έλαβα υπόψη  μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί με την αίτηση και ένσταση, χωρίς να κρίνεται αναγκαία Δικαστηρίου.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους.

 

Αρχικά θα εξετάσω τον λόγο ένστασης με τον οποίο οι χρεώστες υποστηρίζουν ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 72(5) του Νόμου 65(Ι)/15:

 

«Οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο εδάφιο (4) δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του.»

 

Σύμφωνα με την θέση των χρεωστών, η αίτηση καταχωρήθηκε την 16η ημέρα, εφόσον το διάταγμα επιβολής επιδόθηκε στην αιτήτρια στις 27.12.23 και η αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.1.24, όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 31(1) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1:

 

«Στον υπολογισμό για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου εκτός αν φαίνεται το αντίθετο-

 

(α) περίοδος ημερών από το συμβάν γεγονότος ή την εκτέλεση πράξης ή πράγματος θεωρείται ότι εξαιρεί την ημέρα κατά την οποία το συμβάν λαμβάνει χώρα ή η πράξη ή το πράγμα γίνεται·

…»

 

Εφόσον σύμφωνα με την ως άνω ερμηνευτική πρόνοια που αφορά τον υπολογισμό χρόνου ο οποίος προβλέπεται από Νόμο, εξαιρείται η ημέρα κατά την οποία το συμβάν λαμβάνει χώρα, στην προκειμένη περίπτωση, η ημέρα δηλαδή της επίδοσης ήτοι η 27.12.23, τότε η περίοδος των 15 ημερών ξεκινά να υπολογίζεται από τις 28.12.23, με αποτέλεσμα η ημέρα καταχώρησης της αίτησης, ήτοι η 11.1.24, να κρίνεται εντός της προθεσμίας των 15 ημερών. Συνεπώς η αίτηση έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα και ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται.

 

Προχωρώ στην συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης.

 

Ο Νόμος 65(Ι)/15, σκοπό έχει την ρύθμιση των χρεών ενός χρεώστη έξω από το πλαίσιο της συμβατικής σχέσης δανειστή – οφειλέτη. Ο Νόμος θεσπίστηκε ως ένα από τα μέτρα που κλήθηκε η Βουλή να λάβει προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και με σκοπό, ως αναφέρεται στο Προοίμιο: «να επιλυθούν οξύτατα προβλήματα που προέκυψαν μέσα σε εξαιρετικές συνθήκες και μεγάλες τραπεζικές ζημιές που έπληξαν το χρηματοπιστωτικό τομέα, με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και να εξασφαλιστεί προστασία του δημοσίου συμφέροντος·».

 

Ο Νόμος διαχωρίζει επίσης τις περιπτώσεις όπου ετοιμάζονται και εφαρμόζονται συναινετικά σχέδια αποπληρωμής οφειλών αλλά και περιπτώσεις όπου μη συναινετικά σχέδια μπορούν να επιβληθούν στους πιστωτές, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72 του Νόμου. Πυρήνας του Νόμου, είναι η παροχή ανακούφισης οφειλετών που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση που επικρατούσε στον τόπο μας κατά το τεκμήριο που δημιούργησε ο Νόμος με το άρθρο 72(2) και ισχύει από το έτος 2012 μέχρι και την θέσπιση του Νόμου, ήτοι 7.5.15, με σκοπό αυτοί να καταστούν φερέγγυοι αλλά κυρίως για να προστατεύσουν την κύρια τους κατοικία η οποία έχει υποθηκευτεί με τον κίνδυνο αυτή να πωληθεί λόγω της αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών, η οποία να έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση.

 

Οι ως άνω έννοιες του Νόμου δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, εφόσον σκοπός του Νόμου δεν αποτελεί μόνο η διευθέτηση των χρεών υπό τύπου αναδιάρθρωσης ενός δανείου, αλλά η παροχή δραστικής προστασίας στους οφειλέτες δεσμεύοντας ένα πιστωτή να λαμβάνει καθορισμένη δόση μέχρι εξόφλησης των καθορισμένων χρεών εμποδίζοντας τον να λάβει μέτρα για πώληση της κύριας κατοικίας ενός οφειλέτη.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, το άρθρο 72 του Νόμου απαριθμεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για την επιβολή ενός μη συναινετικού ΠΣΑ, ως η υπό κρίση περίπτωση, τα οποία θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Ένα από τα κριτήρια αυτά περιέχεται στο εδάφιο (1)(ε) του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με το οποίο ο χρεώστης καλείται να καταδείξει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος που είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του κατά τουλάχιστον 25% ή περισσότερο.  Η προστασία δηλαδή η οποία παρέχεται από το Νόμο δεν θα πρέπει μόνο να συσχετίζεται με την μείωση των εισοδημάτων του οφειλέτη, αλλά θα πρέπει να καταδεικνύεται η πρόκληση της μείωσης ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης αλλά και γεγονότων και καταστάσεων που δεν θα μπορούσε ο οφειλέτης να ελέγξει. 

 

Η πρόνοια του ως άνω άρθρου είναι ρητή. Η μείωση των εισοδημάτων ενός χρεώστη σύμφωνα με το Νόμο, θα πρέπει να καταδειχθεί σε μια συνεχή περίοδο από το 2009 μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος. Η δε μείωση των εισοδημάτων του χρεώστη εξετάζεται συνολικά κατά την χρονική περίοδο που προβλέπει ο Νόμος και όχι αποσπασματικά σε σχέση με μεμονωμένες χρονικές περιόδους. Αν και ο Νόμος προβλέπει επίσης ως έναρξη της περιόδου εξέτασης των εισοδημάτων από το έτος 2009, το έτος αυτό είναι ενδεικτικό, εφόσον σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε η υποχρέωση πληρωμής χρεών αναλόγως της έναρξης της συμβατικής σχέσης πιστωτή – οφειλέτη, δηλαδή το έτος κατά το οποίο συνάφθηκε η σύμβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης για την οποία ο οφειλέτης ήταν υπόχρεος να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις.

 

Δεν μου διαφεύγει επίσης, ότι ο χρεώστης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου, η μείωση των εισοδημάτων του οφείλεται σε καταστάσεις εκτός του δικού του ελέγχου. Στο άρθρο 72(2) του Νόμου προβλέπεται ότι: «Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.»

 

            Προκύπτει συνεπώς ότι για τα έτη 2012 μέχρι το 2015, δημιουργείται τεκμήριο το οποίο επενεργεί υπέρ του χρεώστη σύμφωνα με το οποίο τεκμαίρεται ότι η μείωση στα εισοδήματα του οφείλεται στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει το αντίθετο. Απ’ εκεί και πέρα όμως, δηλαδή από το έτος 2015 μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, ο χρεώστης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η μείωση των εισοδημάτων του οφείλεται σε καταστάσεις και γεγονότα τα οποία ο ίδιος του δεν μπορούσε να ελέγξει.

 

            Είναι σημαντικό να επαναλάβω ότι οι χρεώστες υπέβαλαν κοινό σχέδιο αποπληρωμής χρεών, ως προβλέπεται από το άρθρο 33(3) του Νόμου. Σε τέτοια περίπτωση, ως προβλέπει το άρθρο 33(4) του Νόμου, τυγχάνουν κοινής διαχείρισης τα προσωπικά και κοινά περιουσιακά στοιχεία αλλά και τα κοινά και προσωπικά χρέη, κάθε οφειλέτη.  Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση εξετάζονται και συνυπολογίζονται τα κοινά εισοδήματα των χρεωστών, σύμφωνα με τα όσα παρέθεσαν στο Δικαστήριο.

 

Εξέτασα με την απαιτούμενη προσοχή τα στοιχεία τα οποία οι χρεώστες  παρέθεσαν προς υποστήριξη της θέσης ότι τα εισοδήματα τους  έχουν μειωθεί κατά 25% από το 2009 και συγκεκριμένα έλαβα υπόψη τις ασφαλιστέες  αποδοχές από το 2010, έτος κατά το οποίο λήφθηκε η πρώτη πιστωτική διευκόλυνση, καθώς και την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (ΚΠΟΣ). 

           

            Όπως προκύπτει από την κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού των χρεωστών, τεκμήρια 11 και 12 τα οποία κατατέθηκαν από μέρους τους, κατά το 2010 όπου έλαβαν την πρώτη πιστωτική διευκόλυνση, τα εισοδήματα αμφοτέρων ήταν αυξημένα σε σύγκριση με το έτος 2009. Ακολούθως, ο χρεώστης παρουσιάζει μείωση στα εισοδήματα του για τα έτη 2015 και 2016 και συγκεκριμένα, ο ετήσιος μισθός του από €12.857 κατά το 2010, το 2015 κατήλθε στο ποσό των €10.972 και κατά το έτος 2016 €11.244. Έκτοτε δε, ο ετήσιος μισθός του αυξήθηκε στο ποσό των €12.695 και κάθε χρόνο στην συνέχεια παρουσιάζει αύξηση πέραν των €1.000 ενώ κατά το έτος 2021 αυξήθηκε σε €20.816 και το 2022 σε €19.916. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω και το τεκμήριο 11, εκτός των δύο ετών του 2015 και 2016, όπου υπήρξε μείωση στα εισοδήματα του χρεώστη σε σύγκριση με το έτος 2010 αλλά και το 2009, δεν παρατηρείται μείωση στα εισοδήματα του, η οποία μάλιστα να μπορεί να συσχετιστεί με την μη αποπληρωμή των χρεών του. Η δε μείωση στα δύο ως άνω έτη, δεν εμπίπτει στην περίοδο όπου ο Νόμος δημιουργεί τεκμήριο ότι η μείωση των εισοδημάτων οφειλόταν στην οικονομική κρίση, χωρίς να παρουσιαστεί μαρτυρία από πλευράς χρεώστη για τους λόγους τους οποίους η μείωση αυτή ήταν εκτός του ελέγχου του. Είναι σημαντικό να τονίσω ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος στην προκειμένη περίπτωση για μείωση των εισοδημάτων του χρεώστη, εφόσον η αποσπασματική μείωση για δύο έτη μόνο σε μία περίοδο από το 2010 μέχρι το 2022, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο χρεώστης αντιμετωπίζει μία σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του η οποία μάλιστα να είναι σε ποσοστό 25% ή μεγαλύτερο.   

 

            Κρίνεται επίσης ουσιαστικό να τονιστεί ότι ο χρεώστης αν και επικαλείται συνολική μείωση των εισοδημάτων του από το 2009, κατά το έτος 2014, προέβηκε σε νέα συμφωνία παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης, καταδεικνύοντας έτσι ότι τουλάχιστον μέχρι το 2014 ο ίδιος του, αλλά και η σύζυγος του χρεώστιδα  και συνοφειλέτιδα, παρουσιάζονταν φερέγγυοι αλλά και με ικανά εισοδήματα για να αποπληρώσουν τα χρέη τους.

 

            Τα ίδια με τα πιο πάνω, ισχύουν και στην περίπτωση της χρεώστιδας, η οποία συγκρίνοντας τα ετήσια εισοδήματα της, σύμφωνα με την κατάσταση τεκμήριο 12 το οποίο έχει καταθέσει, κατά το 2010 λάμβανε ετήσια το ποσό των €9.729, ενώ κατά το έτος 2014, όπου προχώρησε στην λήψη νέας πιστωτικής διευκόλυνσης, λάμβανε πολύ λιγότερα εισοδήματα, ήτοι το ποσό των €4.987, χωρίς να μπορεί συνεπώς να γίνεται λόγος για αδυναμία αποπληρωμής των χρεών λόγω μείωσης των εισοδημάτων της, εφόσον ήδη κατά την λήψη του νέου δανείου τα εισοδήματα της ήταν μειωμένα σε σύγκριση με το έτος 2010. Επίσης, πέραν της μείωσης των εισοδημάτων της κατά τα έτη 2012 – 2014, η οποία κρίνεται αποσπασματική σε μία περίοδο από το 2010 μέχρι το 2022, παρατηρώ ότι από το έτος 2017 μέχρι και το 2022, τα ετήσια εισοδήματα της χρεώστιδας, παρουσιάζουν δραματική αύξηση σε σύγκριση με το 2010 και συγκεκριμένα με την ετήσια αύξηση στα εισοδήματα της, το 2022 έλαβε ετήσια το ποσό των €15.312. Η αυξητική τάση στα εισοδήματα της χρεώστιδας από το 2010, σε σύγκριση με τα εισοδήματα της το 2009, με εξαίρεση μόνο τα έτη 2012 – 2014, δεν της επιτρέπουν να επικαλείται μείωση εισοδημάτων η οποία να οδήγησε στην αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της. Τα δε συνολικά οικογενειακά εισοδήματα των χρεωστών, τουλάχιστον από το έτος 2017, παρουσιάζουν σημαντική αύξηση πέραν των €5.000 σε σύγκριση με το 2010 όπου έλαβαν την πρώτη πιστωτική διευκόλυνση.  

 

            Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η θέση των χρεωστών ότι η μείωση των εισοδημάτων τους ήταν ο λόγος που δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, δεν επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια 11 και 12 τα οποία έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνω ότι οι μειωμένες απολαβές τους για μια μεμονωμένη μικρή χρονική περίοδο σε σχέση με την αυξητική τάση των εισοδημάτων τους από το 2017, δεν αποτελούν στοιχεία που θα μπορούσαν να καταδείξουν μία συνεχή τάση μείωσης των εισοδημάτων τους.

 

            Η δε αύξηση των εισοδημάτων τους ως επεξηγήθηκε πιο πάνω, τα τελευταία οκτώ έτη, χωρίς να γίνει προσπάθεια διευθέτησης των χρεών τους, ενώ για πρώτη φορά επικαλούνται τις πρόνοιες του Νόμου με τις δραστικές συνέπειες του για την παρεμπόδιση των πιστωτών να λάβουν μέτρα είσπραξης των χρεών, όταν τα εισοδήματα τους ήταν αυξημένα, καταδεικνύουν στο σύνολο τους ότι, ο λόγος για τον οποίο δεν αποπληρώνονται τα χρέη τους, δεν είναι η μείωση των εισοδημάτων τους, τα οποία αυτά αυξάνονταν σταδιακά. Δηλαδή, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο Νόμος, σκοπό έχει να παρέχει προστασία σε οφειλέτες οι οποίοι κατά τη σύναψη ενός δανείου, λάμβαναν εισοδήματα και πλήρωναν τα χρέη τους, ενώ λόγω της οικονομικής κρίσης, μειώθηκαν τα εισοδήματα τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις.

 

            Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, κρίνω ότι οι χρεώστες δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες αυτές του Νόμου, εφόσον, επαναλαμβάνω, κατά τα τελευταία οκτώ έτη, όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί τα εισοδήματα τους αλλά αντιθέτως, διαπιστώνεται για τα συνεχή έτη από το 2017 μέχρι το 2022 τα οικογενειακά εισοδήματα να έχουν αυξηθεί.

 

            Ενόψει της ως άνω κατάληξης, κρίνω ότι, οι χρεώστες δεν έχουν καταδείξει ότι αδυνατούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής τους κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου τους, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός τους κατά τουλάχιστον 25%. Επαναλαμβάνω επίσης ότι δεν έχουν καν αποδείξει ότι τα εισοδήματα τους έχουν μειωθεί.

 

            Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος το οποίο εγείρεται από αμφότερες πλευρές.

 

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οι αιτήσεις επιτυγχάνουν και αποσυνενώνονται για σκοπούς έκδοσης των διαταγμάτων.

 

Αίτηση ΠΣΑ 37/23

 

Εκδίδεται διάταγμα ως το παρακλητικό Α της αίτησης.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση   ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να υποβληθεί ένα σετ εξόδων για τις δύο αιτήσεις μετά τη διαταγή για συνένωση και συνεκδίκασή τους μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης.

 

Αίτηση ΠΣΑ 38/23

 

Εκδίδεται διάταγμα ως το παρακλητικό Α της αίτησης.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση   ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να υποβληθεί ένα σετ εξόδων για τις δύο αιτήσεις μετά τη διαταγή για συνένωση και συνεκδίκασή τους μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης.

 

 

 

 

(Υπ.) ..............................................

                                                                 Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ                               

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ    


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο