Ανδρούλλας Πενταρά Τζιακούρμα ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση/Έφεση: 267/25, 3/12/2025
print
Τίτλος:
Ανδρούλλας Πενταρά Τζιακούρμα ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση/Έφεση: 267/25, 3/12/2025

EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                                      Αίτηση/Έφεση: 267/25

 

Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224, ως και τις τροποποιήσεις τους.

 

Μεταξύ:

 

Ανδρούλλας Πενταρά Τζιακούρμα, εκ Πάφου

Εφεσείουσα / Αιτήτρια

 

και

 

                  Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, εκ Λευκωσίας

Εφεσίβλητη / Καθ’ ης η αίτηση

 

Ημερομηνία:  3 Δεκεμβρίου, 2025.

 

Εμφανίσεις:

Για Εφεσείουσα / Αιτήτρια: κος Α. Πολυδώρου

Για Εφεσίβλητη / Καθ’ ης η αίτηση: Χριστόφορος Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε.

                                 

 Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Με την υπό κρίση Έφεση, η εφεσείουσα αιτείται την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ημερομηνίας 3.9.25 και την ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 4.12.25, αναφορικά με την Υποθήκη 6/Υ/5076/2008.

 

Η Έφεση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9(Ι)/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στο Μέρος VIA το οποίο διέπει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.

 

Η έφεση, εδράζεται στο ότι οι ειδοποιήσεις τύπος Ι και ΙΑ δεν έχουν δεόντως επιδοθεί στην εφεσείουσα και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και η ειδοποίηση τύπος ΙΑ δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις.

 

Η έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, στην οποία αναφέρει ότι στις 27.9.25 βρήκε έξω από την είσοδο της οικίας της στην οδό [ ] 36 στην Χλώρακα, ειδοποίηση τύπος ΙΑ ημερομηνίας 3.9.25 μαζί με διάφορα τεκμήρια ένα εκ των οποίων ήταν και διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.3.25 που διέτασσε την υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης τύπος ΙΑ με θυροκόλληση στην καγκελόπορτα της εισόδου της οικίας της, όπου ειδοποιήθηκε για τον επικείμενο πλειστηριασμό στις 4.12.25 (τεκμήριο 1). Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης ειδοποίησης δεν είναι νόμιμη εφόσον δεν επιχειρήθηκε η επίδοση της με συστημένο ταχυδρομείο και αυτό να ήταν ανέφικτο για να δικαιούται η καθ’ ης η αίτηση να αποταθεί για έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Ούτε και έλαβε ειδοποίηση τύπος Ι για να μπορεί να εκδοθεί η προσβαλλόμενη ειδοποίηση. Τέλος, υποστηρίζει ότι η επίδικη ειδοποίηση αναφέρεται σε λανθασμένο ποσό εφόσον σε προηγούμενες ειδοποιήσεις αναφέρονται διαφορετικά ποσά, καταθέτοντας προς τούτο ως τεκμήριο 2 τις ειδοποιήσεις τύπος Ι και ΙΑ ημερομηνίας 3.12.20 και 9.7.21 αντίστοιχα.  

 

Από πλευράς εφεσίβλητης, καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι θνησιγενής καθότι δεν κλήθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η διαδικασία πλειστηριασμού έχει ξεκινήσει και προχωρήσει νομότυπα και κανονικά, το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης  δεν έχει παραμεριστεί με αποτέλεσμα η αιτήτρια να κωλύεται να εγείρει θέμα επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ανέφικτο ή όχι της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο και η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που προσπαθεί να αποδείξει.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Μ. Γεωργίου, με την οποία υποστηρίζει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό συνεργασίας της εφεσείουσας με τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με τον επίδικο πλειστηριασμό, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου της.

 

Οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις έκαστης πλευράς με τις γραπτές τους αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του περιεχομένου τους. Έλαβα επίσης υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, στην οποία θα γίνεται αναφορά πιο κάτω όπου κριθεί αναγκαίο.

 

Η εφεσίβλητη, επέλεξε να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9(Ι)/1965, ως αυτή έχει εισαχθεί με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014 και τις τροποποιήσεις που έχουν ακολουθήσει, ως πιο κάτω προβλέπεται από το άρθρο 44Γ:

 

«44Γ.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του  παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούμενου ποσού:

 

Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του απαιτούμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος:

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η έγγραφη ειδοποίηση από αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, αποστέλλεται μόνο μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών από την αποστολή της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος.

 

(2) Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με   πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.

…»                                                                                       

 

Όλα τα πιο πάνω, ακολουθούν τα όσα προβλέπονται από το άρθρο 44Β το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση υπερημερίας, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται που έχει αναφερθεί πιο πάνω, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.

 

Με την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δύναται, δυνάμει του άρθρου 44Γ(3), εντός σαράντα (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της πώλησης, για συγκεκριμένους και περιοριστικούς λόγους ως αυτοί περιλαμβάνονται στο άρθρο 44Γ, ως έχει τροποποιηθεί και είναι οι ακόλουθοι, οι οποίοι είναι αυτοτελείς, χωρίς να απαιτείται η συνύπαρξή τους:

 

«(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙

(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙

(γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙

(δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙

(ε)  ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιμος οφειλέτης και το αδειοδοτημένο ίδρυμα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, δεν έχει προσέλθει σε διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου.

(στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙

(ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται  στο σχέδιο “ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων”  ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.

(η)(i) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο. ή

(ii) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεμεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο Σχέδιο, αναφορικά με την οποία-

(αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου. ή

 

(ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου:

 

Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, ο όρος “Σχέδιο” σημαίνει το σχέδιο “Ενοίκιο Έναντι Δόσης”, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμόν 95.054 Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Ιουλίου 2023, ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται.»

 

Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι εξέτασα τον λόγο ένστασης, με τον οποίο η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν κλήθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, όπως ο πρωτοφειλέτης και τα λοιπά ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ο ως άνω λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει, εφόσον σύμφωνα με το Νόμο, άρθρο 44Γ η εφεσίβλητη ως ενυπόθηκος δανειστής έχει την υποχρέωση να επιδώσει τις ειδοποιήσεις σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Σκοπός του Νόμου είναι να λάβουν γνώση τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για τη διαδικασία του πλειστηριασμού, παρέχοντας δικαίωμα σε αυτούς, εάν επιθυμούν να προσβάλουν τη διαδικασία. Ο Νόμος όμως δεν προσδίδει υποχρέωση στον ενυπόθηκο οφειλέτη που προσβάλει τη διαδικασία να συνενώσει τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, εφόσον αυτά δεν εξέφρασαν τέτοια πρόθεση.

 

Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν επιδόθηκε δεόντως και σύμφωνα με το Νόμο η ειδοποίηση τύπου Ι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η εφεσίβλητη και παραπέμπω στο τεκμήριο 8, φαίνεται ότι η εφεσίβλητη παρέδωσε στο ταχυδρομείο την ειδοποίηση τύπου Ι ημερομηνίας 18.11.24 για να σταλεί με συστημένο ταχυδρομείο στην εφεσείουσα και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, στις 4.12.24. Με βάση την πορεία της ταχυδρόμησης ως φαίνεται στο τεκμήριο 8, η συστημένη επιστολή επιστράφηκε στον αποστολέα λόγω του ότι παράμεινε αζήτητη, τόσο σε σχέση με την αιτήτρια όσο και σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη, στις 29.1.25. Σύμφωνα με τη θέση της αιτήτριας, μόνο μετά την ως άνω ημερομηνία θα μπορούσε να θωρηθεί ότι η επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο ήταν ανέφικτη για να δικαιούται η εφεσίβλητη να προχωρήσει με ιδιωτική επίδοση, όπως και έπραξε στις 11.12.24.    

 

Η ως άνω θέση της αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον η εφεσίβλητη εκπλήρωσε την υποχρέωση της για ταχυδρόμηση της συστημένης επιστολής στις 4.12.24 χωρίς να είναι υπόχρεη σύμφωνα με τον Νόμο να αναμένει τα αποτελέσματα του ταχυδρομείου. Η παρέλευση επτά ημερών από την ταχυδρόμηση της επιστολής μέχρι την ημερομηνία επίδοσης ήτοι στις 11.12.24 στην εφεσείουσα και στον πρωτοφειλέτη σε συνδυασμό με το επιβεβαιωμένο γεγονός ότι οι ειδοποιήσεις είχαν παραμείνει αζήτητες και επιστράφηκαν στην εφεσίβλητη στις 29.1.25, στο σύνολο τους αποτελούν γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν το ανέφικτο της επίδοσης μέσω συστημένου ταχυδρομείου.

 

Το ότι οι ταχυδρομικές υπηρεσίες σημείωσαν όπως φαίνεται στο τεκμήριο 8 στις 29.1.25 ότι οι επιστολές επιστρέφονται ως αζήτητες, δεν καθιστά την εφεσίβλητη υπόχρεη να αναμένει τα αποτελέσματα του ταχυδρομείου, εφόσον αυτά εξαρτώνται από τις διαδικασίες τις οποίες ακολουθούν οι υπηρεσίες και λειτουργοί του ταχυδρομείου.

 

Η εφεσίβλητη όμως, εκπληρώνοντας την υποχρέωση της να ταχυδρομήσει τις ειδοποιήσεις, δεν επιβαρύνεται ταυτόχρονα και με την υποχρέωση να αναμένει την καθυστερημένη λήψη των αποτελεσμάτων του ταχυδρομείου. Υπό τις περιστάσεις συνεπώς κρίνω ότι η παρέλευση επτά ημερών από την ταχυδρόμηση των επιστολών μέχρι την ιδιωτική τους επίδοση χωρίς αυτές να παραληφθούν, εύλογα διαπιστώνεται ότι η επίδοση με συστημένη επιστολή ήταν ανέφικτη, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι εντέλει οι επιστολές επιστράφηκαν ως αζήτητες.

 

Είναι σημαντικό επίσης να γίνει αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση            Αναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ για άδεια για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση Αρ. 114/25, 18/6/2025, όπου τονίστηκε ότι ο Νόμος δεν συσχετίζει το ανέφικτο της επίδοσης μόνο με την επιστροφή της επιστολής ως αζήτητη, λέγοντας τα ακόλουθα:

 

«Η κατάληξη του κατώτερου Δικαστηρίου ότι το ανέφικτο της επίδοσης δια συστημένου ταχυδρομείου μπορεί να διαπιστωθεί μόνο εφόσον η συστημένη επιστολή επιστραφεί ως αζήτητη δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του εν λόγω άρθρου είτε στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου. Το κατώτερο Δικαστήριο τόνισε εμφατικά ότι μόνο σε τέτοια περίπτωση καθίσταται ανέφικτη η επίδοση με συστημένη επιστολή. Το άρθρο όσο και η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου δεν συγκεκριμενοποιούν τα στοιχεία εκείνα που δυνατό να δεικνύουν το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο. Το μεν άρθρο μιλά γενικά για το ανέφικτο τέτοιας επίδοσης και στην απόφαση λέχθηκε η γενική νομική αρχή και ότι εκεί δεν είτε τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδείκνυε το ανέφικτο της επίδοσης, χωρίς όμως να γίνει ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία που όντως δεικνύουν το ανέφικτο αυτής.»

 

Κρίνω συνεπώς ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου Ι στην εφεσείουσα και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έγινε νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου με αποτέλεσμα η προθεσμία των 45 ημερών για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού να είχε ξεκινήσει στις 11.12.24, ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις τύπος Ι στην εφεσείουσα και στον πρωτοφειλέτη  και η ειδοποίηση τύπος ΙΑ εκδόθηκε στις 3.9.25 δηλαδή μετά την λήξη της προθεσμίας αυτής.

 

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπος ΙΑ στην ίδια και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν επιδόθηκε νομότυπα εφόσον διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης θα μπορούσε μόνο να εκδοθεί εάν η επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο ήταν ανέφικτη. 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ειδοποιήσεις τύπος ΙΑ επιδόθηκαν στην εφεσείουσα και στον πρωτοφειλέτη δια θυροκόλλησης δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.3.25 το οποίο εκδόθηκε στην Γενική Αίτηση 70/25. Το διάταγμα όμως αυτό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την εφεσείουσα ούτε και είχε ζητηθεί ο παραμερισμός του. Εφόσον συνεπώς η επίδοση έλαβε χώρα στις 27.9.25 σύμφωνα με το τεκμήριο 7, δυνάμει του ως άνω διατάγματος καθώς επίσης η εφεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, τότε το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν έχει καν εξουσία να εξετάσει κατά πόσο ήταν ανέφικτη η επίδοση των ειδοποιήσεων μέσω συστημένου ταχυδρομείου.

 

            Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (βλ. ανωτέρω), όπου η ειδοποίηση τύπος ΙΑ επιδόθηκε κατόπιν Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι εφόσον δεν είχε καταδειχθεί ότι η επίδοση ήταν ανέφικτη με συστημένο ταχυδρομείο τότε δεν θα μπορούσε να εκδοθεί το Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ως άνω κρίση, ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση:

 

«Με βάση το άρθρο 44Γ(3) του Ν.9/1965, το κατώτερο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία και εξουσία να εξετάσει κατά πόσο η ειδοποίηση ΙΑ είχε δεόντως επιδοθεί στον εκεί Αιτητή. Αυτός είναι ένας εκ των καθορισμένων λόγων που δικαιολογούν τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Εξετάζοντας το ζήτημα, το κατώτερο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το πότε η ιδιωτική επίδοση είναι επιτρεπτή και θεωρείται νομότυπη και καλή, ανεξαρτήτως του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης με το οποίο διετάχθη η υποκατάστατη ιδιωτική επίδοση. Το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης φαίνεται ότι εκδόθηκε ακριβώς για να επιτρέψει την ιδιωτική επίδοση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 44ΙΕ. Με την απόφαση του, ουσιαστικά το κατώτερο Δικαστήριο φαίνεται να ασχολήθηκε με το πότε δύναται να επιτραπεί ιδιωτική επίδοση, που είναι το αντικείμενο της αίτησης για την έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, παραγνωρίζοντας και αναιρώντας έτσι την ύπαρξη και ισχύ ενός τέτοιου διατάγματος κατά τον χρόνο εκδίκασης της Αίτησης-Έφεσης. Βασικά, φαίνεται ότι, αντί το κατώτερο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η επίδοση έγινε ορθά δυνάμει του εν ισχύι διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, αγνόησε αυτό και ασχολήθηκε με ζήτημα το οποίο αφορούσε στην ίδια την έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης.»

 

             Εφόσον συνεπώς οι ειδοποιήσεις τύπος ΙΑ επιδοθήκαν σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση, οι συνθήκες και οι λόγοι για τους οποίους αυτό εκδόθηκε δεν εξετάζονται στα πλαίσια της παρούσας. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι ειδοποιήσεις επιδόθηκαν σύμφωνα με το εν λόγω Διάταγμα, ήτοι δια θυροκόλλησης, όπως και έγινε χωρίς να εγερθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου.

 

Ως εκ των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ειδοποιήσεις τύπος ΙΑ ορθά και νομότυπα επιδόθηκαν στην εφεσείουσα και στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ο πρώτος λόγος έφεσης δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη ειδοποίηση τύπος ΙΑ δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, λόγω του ότι το ποσό το οποίο καθορίζεται στην ειδοποίηση διαφέρει από αυτό το οποίο αναγραφόταν σε προηγούμενη ειδοποίηση ημερομηνίας 9.7.21. Η ορθότητα του τύπου και περιεχομένου τις προσβαλλόμενης ειδοποίησης δεν μπορεί να συσχετιστεί με προηγούμενες ειδοποιήσεις, οι οποίες η κάθε μία διατηρεί την αυτοτέλεια της. Αυτό που απαιτεί ο συγκεκριμένος τύπος της ειδοποίησης είναι η καταγραφή του ποσού το οποίο αξιώνεται να εισπραχθεί μέσω του πλειστηριασμού και ο επακριβής καθορισμός του ποσού το οποίο αντιστοιχεί στον αξιούμενο τόκο και έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, καταγράφεται στην ειδοποίηση τύπος ΙΑ ότι το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό ανέρχεται σε €262.251,67 πλέον τόκους €10.912,34 και έξοδα €0,00. Συνεπώς, οι πληροφορίες αυτές οι οποίες περιέχονται στην ειδοποίηση είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Νόμου και δεν διαπιστώνεται κάποια παρέκκλιση από τον προβλεπόμενο τύπο.

 

Ως εκ των πιο πάνω ούτε ο τρίτος λόγος έφεσης γίνεται αποδεκτός.  

 

Κατά συνέπεια, ουδείς εκ των λόγων έφεσης γίνεται αποδεκτός και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης - καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της εφεσείουσας - αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                         

 

                        

 

                                                           (Υπ.) .................................................

                                                                       Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο