ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αίτηση ΠΣΑ: 25/2023
Αναφορικά με τον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Aπαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015
Αναφορικά με τον Μιχάλη Ιορδάνους, εκ Πάφου
Χρεώστη
Αίτηση ημερομηνίας 5.3.24 εκ μέρους της CAC CORAL LTD για ακύρωση του Διατάγματος επιβολής του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής 25/23 ημερομηνίας 8.2.24
Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια – Πιστωτή: Στέλιος Στυλιανίδης & Σια ΔΕΠΕ
Για τον Καθ' ου η Αίτηση – Χρεώστη: Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας ημερομηνίας 31.5.2023, στις 7.6.2023 εκδόθηκε Προστατευτικό Διάταγμα αναφορικά με τον πιο πάνω αναφερόμενο χρεώστη και μετά την παράταση ισχύος του, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (στο εξής ΠΣΑ), επιβλήθηκε στις 8.2.24 μονομερώς στην αιτήτρια, πιστωτή του χρεώστη.
Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια, αξιώνει την ακύρωση του διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ ημερομηνίας 8.2.2024, επικαλούμενη κυρίως, τις πρόνοιες του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 Ν. 65(Ι)/2015, ήτοι τα άρθρα 41-77, 80 – 82 και 85.
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Β. Νικολάου, υπαλλήλου της διαχειρίστριας εταιρείας η οποία ανέλαβε την διαχείριση των πιστωτικών διευκολύνσεων της αιτήτριας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση η οποία αφορά το ΠΣΑ 25/23.
Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση του Διατάγματος Επιβολής, μπορούν να συνοψισθούν στους εξής:
- Η αγοραία αξία της κύριας κατοικίας του χρεώστη, υπερβαίνει το ποσό των €350.000. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης, τεκμήριο 6, η ενιαία αγοραία αξία ολόκληρου του ακινήτου ανέρχεται σε €453.000. Η εν λόγω εκτίμηση έγινε για το Τμήμα Αφερεγγυότητας για σκοπούς της διαδικασίας επαλήθευσης χρέους, μετά την άρνηση της εκτίμησης την οποία έδωσε η αιτήτρια και έγινε αποδεκτή από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας και τον χρεώστη. Στην ΚΠΟΣ, τεκμήριο 8, ο Σύμβουλος καταγράφει επίσης την αξία του μεριδίου του χρεώστη, ½, ήτοι €226.500. Αν και ο χρεώστης απαιτεί να εκτιμηθούν ξεχωριστά τα δύο κτήρια τα οποία βρίσκονται στο ακίνητο, δεν υπάρχουν ξεχωριστοί τίτλοι ούτε υπάρχει συμφωνία διανομής και διαχωρισμού, άδειες οικοδομής δύο οικιών ή άλλο έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει και να νομιμοποιήσει τέτοια διάκριση. Ούτε και ο ανεξάρτητος εκτιμητής επέτρεψε τέτοιο διαχωρισμό και η εκτίμηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον Σύμβουλο και τον χρεώστη αναφέρεται σε υποθηκευμένο ακίνητο με αγοραία αξία ύψους €453.000. Σε προγενέστερη δε ΚΠΟΣ ημερομηνίας 5.5.23, τεκμήριο 10, ο Σύμβουλος φαίνεται να χειρίζεται ολόκληρο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 5/194 ως την κύρια κατοικία του χρεώστη και αναφέρει αγοραία αξία αυτής το ποσό των €546.975.
- Δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του κατά τουλάχιστον 25%. Συγκεκριμένα, ο χρεώστης επισυνάπτει έναν πίνακα στον οποίο καταγράφει εισοδήματα του ιδίου, της συζύγου του και συνολικά τα οικογενειακά εισοδήματα, λόγω και της κοινής διαχείρισης του ΠΣΑ με αυτό της συζύγου του συνοφειλέτιδας, χωρίς να παρουσιάσει βεβαίωση ή πιστοποιητικό από την υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων, ενώ η μόνη τέτοια κατάσταση την οποία επισυνάπτει είναι αυτή της συζύγου του. Ο χρεώστης επίσης δεν αναλύει τα έτη για τα οποία υπήρξε μείωση των εισοδημάτων του και δεν παρέχεται ξεκάθαρη εικόνα για τα εισοδήματα του. Από την σύνταξη ανικανότητας τα εισοδήματα του παραμένουν σταθερά επί 13 συναπτά έτη, τα δε εισοδήματα του από την εκταρική επιδότηση σταματούν απότομα το 2017 και επανεκκινούν το 2023, όπως φαίνεται στην ΚΠΟΣ του χρεώστη. Η μείωση την οποία ο χρεώστης προσπαθεί να παρουσιάσει συναρτάται με την εκταρική επιδότηση και την ατεκμηρίωτη παύση τους κατά το 2017, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 12. Η δε μείωση των εισοδημάτων θα πρέπει να αφορά τον ίδιο και όχι συνολική μείωση με τα εισοδήματα της συζύγου του.
- Το ΠΣΑ καταχωρήθηκε καταχρηστικά, εφόσον ως προκύπτει από την επαλήθευση χρέους, τεκμήριο 7, ο χρεώστης επί 14 συναπτά έτη δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς αποπληρωμή των δόσεων των δανείων του και οι οφειλές του φαίνεται να έχουν προκύψει από δικαστικές αποφάσεις οι οποίες εκδοθήκαν πολύ πριν το έτος 2009.
- Η επιβολή του ΠΣΑ δεν θέτει τους πιστωτές στην ίδια ή καλύτερη θέση απ’ αυτή στην οποία θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου. Καμία μαρτυρία παρουσιάζεται προς τούτο και ουδεμία σύγκριση επιχειρείται.
- Το ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο και δεν λαμβάνεται υπόψη ότι οι αποπληρωμές επεκτείνονται μέχρι το 77ο έτος της ηλικίας του χρεώστη ο οποίος είναι ήδη 61 ετών και δεν παρέχεται επεξήγηση ή εξασφάλιση για την δυνατότητα αποπληρωμής και καταβολής δόσης συνολικού ύψους €1.200 για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
- Ο Σύμβουλος και ο χρεώστης απέκρυψαν στοιχεία στην ΚΠΟΣ του χρεώστη.
Ο χρεώστης - καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους, οι οποίοι καταγράφονται συνοπτικά:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη καθώς δεν προσδιορίζει κανένα ουσιαστικό ή τυπικό ελάττωμα του ΠΣΑ ούτε επικαλείται παραβίαση των άρθρων 72 ή 73 του Νόμου 65(Ι)/15.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό ή ακύρωση του Διατάγματος επιβολής.
- Το ΠΣΑ είναι προς όφελος των πιστωτών.
- Οι πιστωτές είχαν την ευκαιρία να αντιταχθούν και το έπραξαν κατά την ψηφοφορία και το Δικαστήριο επέβαλε το ΠΣΑ κρίνοντας ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 72.
- Ο χρεώστης προσήλθε με καλή πίστη και πλήρη αποκάλυψη στοιχείων και έχει προσκομίσει πλήρη και ειλικρινή Κατάσταση Οικονομικών Στοιχείων κατά το άρθρο 44 λαμβάνοντας έγκριση από τον Σύμβουλο.
- Η αίτηση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και καταχρηστικά καθώς το Διάταγμα επιδόθηκε στις 19.2.24 και η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση.
- Δεν προβάλλεται σοβαρός ή αιτιολογημένος λόγος για ακύρωση του Διατάγματος, η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν υπάρχει αναφορά σε βλάβη ή εξαπάτηση του Δικαστηρίου.
- Η έκδοση Διατάγματος συνάδει με τον σκοπό του Νόμου ο οποίος θεσπίστηκε για να αποφευχθεί η πτώχευση και η ακύρωση του ΠΣΑ θα αναιρούσε τον σκοπό του Νόμου.
- Δεν υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων των πιστωτών ούτε επηρεάζεται η εξασφάλιση τους.
- Οι πιστωτές εμποδίζονται από τη συμπεριφορά τους, καθώς είχαν την ευκαιρία να προτείνουν αντιπρόταση ή εναλλακτικό σχέδιο. Η μεταγενέστερη ένσταση χωρίς νέα στοιχεία έρχεται σε αντίθεση με τη συμπεριφορά τους και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
- Η αιτήτρια ενήργησε με κακή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού ΠΣΑ και δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, σε αντίθεση με τον χρεώστη.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του χρεώστη η οποία αποτελείται από 34 σελίδες, με την οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και ζητείται η απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αφού, ως υποστηρίζει, πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του Νόμου, ενώ δεν υφίστανται τα κριτήρια για την ακύρωση του Διατάγματος Επιβολής. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση σημειώνονται τα ακόλουθα, τα οποία παραθέτω συνοπτικά:
Στις 23.6.23 η αιτήτρια απέστειλε στον Σύμβουλο εκτίμηση ημερομηνίας 23.6.23 την οποία αρχικά δεν αποδέχτηκε καθώς στο υποθηκευμένο ακίνητο ανεγέρθηκαν δύο κατοικίες και ζήτησαν όπως σταλεί εκτίμηση στην οποία να αναφέρεται η αξία της κάθε κατοικίας και η αιτήτρια αρνήθηκε να το πράξει. Έτσι στις 20.7.23, συμφώνησαν και αποδέχτηκαν την εκτίμηση λόγω και της αδυναμίας να παρουσιαστεί ξεχωριστή εκτίμηση και από τον ανεξάρτητο εκτιμητή.
Η διαχειρίστρια εταιρεία DOVALUE δεν έχει δικαίωμα και έννομο συμφέρον να ζητήσει ακύρωση του ΠΣΑ και η Εθνική Τράπεζα δεν έχει την ιδιότητα του πιστωτή. Δεν προσκομίζεται εξουσιοδότηση της ενόρκως δηλούσας η οποία υποστηρίζει την αίτηση.
Ο χρεώστης δεν κατέχει το σύνολο του ακινήτου αλλά μερίδιο αυτού και συνεπώς η χρήση αναλογικής αξίας μεριδίου είναι συμβατή με τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιουσιακού στοιχείου για τους σκοπούς του ΠΣΑ.
Η μείωση των εισοδημάτων του χρεώστη οφείλεται σε γεγονότα εκτός του ελέγχου του και κατέθεσε ως τεκμήριο 14 πιστοποιητικό αποδοχών από το 1981 μέχρι το 2022.
Αρνείται κάθε προβαλλόμενο ισχυρισμό ο οποίος περιέχεται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση και υποστηρίζει, προβαίνοντας στην παράθεση επιχειρηματολογίας και επεξήγησης του Νόμου, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για επιβολή του ΠΣΑ, η επιβολή του οποίου δεν θα πρέπει να ακυρωθεί.
Πιο πάνω κατέγραψα συνοπτικά τις θέσεις που έχει προβάλει η κάθε πλευρά με τις ένορκες δηλώσεις τις οποίες κατέθεσε, ενώ για σκοπούς εξέτασης της αίτησης έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί με την αίτηση και ένσταση, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η πλήρης καταγραφή του περιεχομένου τους.
Κατά την ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους.
Αρχικά θα εξετάσω τον λόγο ένστασης με τον οποίο ο χρεώστης υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 72(5) του Νόμου 65(Ι)/15:
«Οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο εδάφιο (4) δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του.»
Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 31(1) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1:
«Στον υπολογισμό για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου εκτός αν φαίνεται το αντίθετο-
(α) περίοδος ημερών από το συμβάν γεγονότος ή την εκτέλεση πράξης ή πράγματος θεωρείται ότι εξαιρεί την ημέρα κατά την οποία το συμβάν λαμβάνει χώρα ή η πράξη ή το πράγμα γίνεται·
…»
Εφόσον σύμφωνα με την ως άνω ερμηνευτική πρόνοια που αφορά τον υπολογισμό χρόνου ο οποίος προβλέπεται από Νόμο, εξαιρείται η ημέρα κατά την οποία το συμβάν λαμβάνει χώρα, στην προκειμένη περίπτωση, η ημέρα δηλαδή της επίδοσης του Διατάγματος ημερομηνίας 8.2.24 στην αιτήτρια στις 19.2.24, τότε η περίοδος των 15 ημερών ξεκινά να υπολογίζεται από τις 20.2.24 και σημειώνεται ότι ο Φεβρουάριος του 2024 είχε 29 ημέρες. Συνεπώς η 15η ημέρα για την καταχώρηση της αίτησης έληγε στις 5.3.24. Σύμφωνα με την ηλεκτρονική καταχώρηση στο i – justice, η αίτηση καταχωρήθηκε στις 5.3.24, εντός δηλαδή της προθεσμίας των 15 ημερών όπως προβλέπεται από το Νόμο. Συνεπώς η αίτηση έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα και ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται.
Με την ένορκη του δήλωση, ο χρεώστης υποστηρίζει επίσης ότι η διαχειρίστρια εταιρεία δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αίτησης και η ενόρκως δηλούσα δεν παρουσιάζει την εξουσιοδότηση της για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η αίτηση όμως, δεν καταχωρήθηκε από την διαχειρίστρια εταιρεία, αλλά από την εταιρεία η οποία ανέλαβε την πιστωτική διευκόλυνση από την τράπεζα και η οποία προωθεί την παρούσα διαδικασία συμφώνως των εξουσιών που τις παρέχονται από τον Νόμο 169(Ι)/15, ως τα τεκμήρια 1 – 5 τα οποία κατέθεσε η κα Νικολάου, η οποία αναφέρει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από την αιτήτρια να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση εγγράφου που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, εφόσον όπως φαίνεται στην ένορκή της δήλωση προβαίνει στην παράθεση λεπτομερειών και πληροφοριών που έλαβε από τον φάκελο της υπόθεσης και το αρχείο της αιτήτριας, όπου χωρίς τέτοια εξουσιοδότηση δεν θα μπορούσε να λάβει γνώση για τα όσα παραθέτει.
Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης.
Ο Νόμος 65(Ι)/15, σκοπό έχει την ρύθμιση των χρεών ενός χρεώστη έξω από το πλαίσιο της συμβατικής σχέσης δανειστή – οφειλέτη. Ο Νόμος θεσπίστηκε ως ένα από τα μέτρα που κλήθηκε η Βουλή να λάβει προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και με σκοπό, ως αναφέρεται στο Προοίμιο: «να επιλυθούν οξύτατα προβλήματα που προέκυψαν μέσα σε εξαιρετικές συνθήκες και μεγάλες τραπεζικές ζημιές που έπληξαν το χρηματοπιστωτικό τομέα, με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και να εξασφαλιστεί προστασία του δημοσίου συμφέροντος·».
Ο Νόμος διαχωρίζει επίσης τις περιπτώσεις όπου ετοιμάζονται και εφαρμόζονται συναινετικά σχέδια αποπληρωμής οφειλών αλλά και περιπτώσεις όπου μη συναινετικά σχέδια μπορούν να επιβληθούν στους πιστωτές, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72 του Νόμου. Πυρήνας του Νόμου, είναι η παροχή ανακούφισης οφειλετών που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση που επικρατούσε στον τόπο μας κατά το τεκμήριο που δημιούργησε ο Νόμος με το άρθρο 72(2) και ισχύει από το έτος 2012 μέχρι και την θέσπιση του Νόμου, ήτοι 7.5.15, με σκοπό αυτοί να καταστούν φερέγγυοι αλλά κυρίως για να προστατεύσουν την κύρια τους κατοικία, η οποία έχει υποθηκευτεί με τον κίνδυνο αυτή να πωληθεί λόγω της αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών, η οποία να έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση.
Οι ως άνω έννοιες του Νόμου δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, εφόσον σκοπός του Νόμου δεν αποτελεί μόνο η διευθέτηση των χρεών υπό τύπου αναδιάρθρωσης ενός δανείου, αλλά η παροχή δραστικής προστασίας στους οφειλέτες δεσμεύοντας ένα πιστωτή να λαμβάνει καθορισμένη δόση μέχρι εξόφλησης των καθορισμένων χρεών εμποδίζοντας τον να λάβει μέτρα για πώληση της κύριας κατοικίας ενός οφειλέτη.
Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι, η προστασία του Νόμου, όπως προκύπτει και από το Προοίμιο του Νόμου, παρέχεται σε οφειλέτες οι οποίοι έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση αλλά κυρίως, η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, να είχε προκύψει από την οικονομική κρίση ενώ προηγουμένως αυτοί να ήταν φερέγγυοι και συμμορφώνονταν με τις πληρωμές που όφειλαν να καταβάλουν έναντι των δανειακών τους υποχρεώσεων. Αυτός είναι και ο λόγος όπου σύμφωνα με το άρθρο 72(1)(ε) του Νόμου, προβλέπει για την σύγκριση των εισοδημάτων του χρεώστη από το 2009 και έπειτα, όπου ξεκίνησαν τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης τα οποία οδήγησαν στην ανάγκη θέσπισης του Νόμου κατά το έτος 2015 για να συγκροτηθεί η οικονομία και η τραπεζική σταθερότητα.
Για τους πιο πάνω λόγους, το άρθρο 72 του Νόμου απαριθμεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για την επιβολή ενός μη συναινετικού ΠΣΑ, ως η υπό κρίση περίπτωση, τα οποία θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Ένα από τα κριτήρια αυτά περιέχεται στο εδάφιο (1)(ε) του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με το οποίο ο χρεώστης καλείται να καταδείξει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος που είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του κατά τουλάχιστον 25% ή περισσότερο. Η προστασία δηλαδή η οποία παρέχεται από το Νόμο δεν θα πρέπει μόνο να συσχετίζεται με την μείωση των εισοδημάτων του οφειλέτη, αλλά θα πρέπει να καταδεικνύεται η πρόκληση της μείωσης ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης αλλά και γεγονότων και καταστάσεων που δεν θα μπορούσε ο οφειλέτης να ελέγξει από το 2009 και έπειτα.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν στον χρεώστη κατέστησαν μη εξυπηρετούμενες και τερματίστηκαν περί το έτος 2004, για την είσπραξη των οφειλών καταχωρήθηκαν οι αγωγές 2209/04, 1288/04 και 2215/04 στις οποίες εκδοθήκαν αποφάσεις περί το έτος 2004.
Χρονικά συνεπώς, η αδυναμία του χρεώστη να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις δεν συνδέεται με την οικονομική κρίση ούτε μπορεί η ισχυριζόμενη μείωση των εισοδημάτων του να συνδεθεί με την αδυναμία του να πληρώσει τα χρέη του συγκρίνοντας τα εισοδήματα του από το 2009 και εντεύθεν ως επιτάσσει ο Νόμος, εφόσον ήδη πολύ προηγουμένως, ήτοι από το 2004, τα χρέη κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα και εκδοθήκαν για την πληρωμή τους Δικαστικές αποφάσεις.
Υπό τις ως άνω περιστάσεις, ο χρεώστης, δεν μπορεί να επικαλείται τις πρόνοιες του Νόμου 65(Ι)/15, ο οποίος ρυθμίζει χρέη τα οποία δημιουργήθηκαν συνεπεία μείωσης των εισοδημάτων ενός οφειλέτη ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και παρέχει προστασία σε οφειλέτες που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Επαναλαμβάνω, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο χρεώστης ήδη το 2004 και πολύ πιο πριν την οικονομική κρίση αδυνατούσε να αποπληρώσει τα χρέη του και διατάχθηκε με Δικαστικές αποφάσεις να προβεί στην εξόφληση τους. Αντίθετη προσέγγιση, θεωρώ ότι θα οδηγούσε σε καταχρηστική επίκληση του Νόμου 65(Ι)/15 για προστασία οφειλετών οι οποίοι δεν έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση, όπου και αποτελεί τον πυρήνα της εν λόγω νομοθεσίας.
Πέραν των πιο πάνω τα οποία καθορίζουν την επιτυχή κατάληξη της αίτησης εφόσον ο χρεώστης δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου, η αίτηση πετυχαίνει και για ακόμα ένα λόγο.
Αποτελεί θέση της αιτήτριας ότι η αξία της υποθηκευμένης περιουσίας ξεπερνά το ποσό των €350.000, εφόσον σύμφωνα με την εκτίμηση του ανεξάρτητου εκτιμητή, την οποία αποδέχτηκε ο Σύμβουλος και ο χρεώστης, τα δύο ακίνητα τα οποία ανεγέρθηκαν στο υποθηκευμένο ακίνητο εκτιμήθηκαν συνολικά και η αξία τους καθορίστηκε στο ποσό των €453.000. Ο χρεώστης από την άλλη, υποστηρίζει ότι μόνο το ένα ακίνητο χρησιμοποιείται ως η κύρια κατοικία του, ενώ το ½ μερίδιο το οποίο του αναλογεί ανέρχεται μόνο στο ποσό των €226.500.
Σύμφωνα με τον Νόμο 65(Ι)/15 και το άρθρο 72 το οποίο απαριθμεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ, θα πρέπει σύμφωνα με το εδάφιο (1)(β):
«τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)»
Σύμφωνα επίσης με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου: «κύρια κατοικία» σημαίνει την ιδιόκτητη κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του χρεώστη ή/και των μελών της οικογένειας του χρεώστη·»
Στην προκειμένη περίπτωση και εφόσον η υποθηκευμένη περιουσία που αφορά αμφότερα ΠΣΑ του χρεώστη και της συνοφειλέτιδας τυγχάνουν κοινής διαχείρισης, αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση εκποίησης της υποθήκης, οτιδήποτε βρίσκεται στο ακίνητο θα πωληθεί έναντι του χρέους, χωρίς διαχωρισμό των εν λόγω ακινήτων. Άλλωστε, η τράπεζα δεν φαίνεται να είχε συγκατατεθεί για διαχωρισμό ή διανομή των οικοδομών, ούτε οι χρεώστες αιτήθηκαν κάτι τέτοιο. Όπως επίσης διαπιστώνω ότι ο χρεώστης δεν αναφέρει ότι η μία εκ των δύο κατοικιών χρησιμοποιείται για οποιοδήποτε άλλο λόγο πέραν της διαμονής της οικογένειας. Συνεπώς, στην ολότητα του το ακίνητο που ανεγέρθηκε στο υποθηκευμένο ακίνητο τυγχάνει μεταχείρισης ως την κύρια κατοικία του χρεώστη, ως αυτό θα πωληθεί σε μία ενδεχόμενη εκποίηση της υποθήκης χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση ή περιορισμό. Υπενθυμίζω επίσης ότι ο χρεώστης αποδέχτηκε την αξία της ως άνω εκτίμησης, παρά του ότι με την ένορκη του δήλωση υποστηρίζει ότι αυτό έγινε αναγκαστικά.
Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι ο Νόμος δεν αναφέρεται στην αξία του μεριδίου το οποίο ο χρεώστης κατέχει επί της περιουσίας αυτής, αλλά στην συνολική αγοραία αξία του ακινήτου και όχι στην αξία καταναγκαστικής πώλησης ως εισηγείται ο χρεώστης. Επί τη βάση συνεπώς όλων των πιο πάνω και εφόσον η αξία της υποθηκευμένης περιουσίας ξεπερνά το ποσό των €350.000, τότε δεν πληρείται το κριτήριο του άρθρου 72(1)(β) του Νόμου 65(Ι)/15.
Τέλος, θα πρέπει να προσθέσω ότι το επιβληθέν διάταγμα θα ακυρωνόταν και για τον λόγω ότι, ενώ ο χρεώστης επικαλείται την ύπαρξη δύο ανεξάρτητων ακινήτων, καμία αναφορά γίνεται για την διάθεση του άλλου ακινήτου προς εξόφληση των χρεών, είτε δια πώλησης είτε δια εκμετάλλευσης του για την λήψη εισοδήματος που θα μπορούσε να διατεθεί έναντι του χρέους και κανένα εκ των δύο ακινήτων, όπου κατ’ ισχυρισμό δεν αποτελεί την κύρια κατοικία, δεν λαμβάνεται υπόψη στο ΠΣΑ. Η διαπίστωση αυτή, δημιουργεί κενό και ασάφεια στο ΠΣΑ, σε αντίθεση με την υποχρέωση που φέρει ο χρεώστης για να παρουσιάσει με διαφάνεια όλη του την περιουσία και εισοδήματα που θα μπορούσαν να διατεθούν έναντι των χρεών του.
Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος το οποίο εγείρεται από αμφότερες πλευρές.
Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα επιβολής ημερομηνίας 8.2.24.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ..............................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο