ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. Ανθούλλας Αράπη κ.α., Αρ. Aγωγής: 1036/2017, 11/2/2026
print
Τίτλος:
ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. Ανθούλλας Αράπη κ.α., Αρ. Aγωγής: 1036/2017, 11/2/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

                                                                                                     Αρ. Aγωγής: 1036/2017

Μεταξύ:

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD

                                                                                                                    Ενάγουσας

και

                   1. Ανθούλλας Αράπη

                   2. Ευθύμιου Αράπη

                   3. Χαράλαμπου Αράπη

                   4. Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου

  5. Γενικού Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας

                                                                                                                       

                                                                                                                        Εναγομένων

 

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων ημερ. 23/01/2019 και 01/02/2019

 

Μεταξύ:

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD

                                                                                                                          Ενάγουσας

και

                  1. Ανθούλλας Αράπη

                  2. Ευθύμιου Αράπη

                  3. Χαράλαμπου Αράπη

                  4. Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου

5. Γενικού Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας

    6. Ιερά Βασιλική Σταυροπηγιακή Μονή Κύκκου, δια Ηγουμένου αυτής,       Πανιερώτατου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας, κ. Νικηφόρου

                   7. Αγγελική Νικολαΐδου – Σμυρλή

                 8. Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσώπου αυτής

                                                                                                            

Εναγομένων

 

Μονομερής αίτηση για παράταση χρόνου

 

Ημερομηνία: 11/02/2026

Για Ενάγουσα - Καθ’ ης η αίτηση: κ. Α. Αλεξάνδρου για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής (ως έχει τροποποιηθεί), κατόπιν αίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3 (ημερ. 11/02/2025) και αίτησης των Εναγομένων 4, 5 και 8  (ημερ. 06/03/2025), το Δικαστήριο εξέδωσε, στις 14/01/2026, δύο ενδιάμεσες αποφάσεις. Με αυτές διατάχθηκε η Ενάγουσα όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων, για τα έξοδα των ως άνω Εναγομένων (για το ποσό των €18.000 όσον αφορά τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και για το ποσό των €16.000 όσον αφορά τους Εναγόμενους 4, 5 και 8) σε περίπτωση αποτυχίας της Αγωγής, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω αποφάσεων και σε περίπτωση που η ασφάλεια εξόδων δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου, η Αγωγή θα θεωρείται ως αυτομάτως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα και οι ως άνω Εναγόμενοι θα δικαιούνται τα έξοδα της Αγωγής. Δόθηκαν επίσης οδηγίες όπως σε περίπτωση συμμόρφωσης με τα ως άνω, το Πρωτοκολλητείο να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για τον περαιτέρω προγραμματισμό της.

 

Στις 04/02/2026, η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε μια μονομερή αίτηση και μια δια κλήσεως αίτηση.

 

Δια της δια κλήσεως αίτησης, ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για διακοπή της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, άνευ βλάβης και με δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής.

 

Δια της μονομερούς αίτησης, ζητά διάταγμα για παράταση του χρόνου για την παροχή της ως άνω διαταχθείσας ασφάλειας εξόδων, μέχρι την εκδίκαση της προαναφερόμενης δια κλήσεως αίτησης και για περαιτέρω περίοδο 7 ημέρες από την ημερομηνία της έκδοσης απόφασης στην εν λόγω αίτηση «και ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία αποφασίσει το Δικαστήριο από την έκδοση και ή σύνταξη του διατάγματος».

 

Αμφότερες οι αιτήσεις ορίσθηκαν από το Πρωτοκολλητείο στις 24/02/2026. Όμως κατόπιν επιστολής των συνηγόρων της Αιτήτριας, με δεδομένο ότι η προθεσμία για την παροχή της ασφάλειας εξόδων λήγει ενωρίτερα, το Δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης (στο εξής «η αίτηση») στις 09/02/2026.

 

Η αίτηση βασίζεται, ως αναγράφει, στις Δ.30, Δ.57 Κ.2, Δ.48 Κ.1-4, 8 (qq) και 9, Δ.60 Κ.1 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής «οι Παλαιοί Θεσμοί») και στο το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου, διευθυντή της Αιτήτριας.  

 

Εδώ να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης ως μονομερούς, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τη Δ.48 Κ.8 (qq) των Παλαιών Θεσμών. 

 

Προς υποστήριξη της αίτησης, ο συνήγορος της Αιτήτριας, παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, την οποία υιοθέτησε και αγόρευσε περαιτέρω, απαντώντας και σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Όλα όσα περιέχονται στη γραπτή αγόρευση αλλά και τα όσα ανέφερε προφορικά ο κ. Αλεξάνδρου έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρήζουν επανάληψης.

 

Νομική πτυχή

 

Ως αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης αλλά προκύπτει και από τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, η αίτηση εδράζεται στη Δ.57 Κ.2 των Παλαιών Θεσμών. Με την εν λόγω Διαταγή, η οποία αντιστοιχεί στην Δ.64 Κ.7 των παλαιών και στην Δ.3 Κ.5 των νέων Αγγλικών Θεσμών, παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση των χρονικών διαδικαστικών προθεσμιών (βλ. Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χ’Νικόλα (1990) 1 Α.Α.Δ 470 και Γεωργιάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4Β Α.Α.Δ 1569). Ως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό της Δ.57 Κ.2, η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο σε προθεσμίες, οι οποίες σχετίζονται ή καθορίζονται αποκλειστικά από τους Παλαιούς Θεσμούς και δεν παρέχει τη δυνατότητα παράτασης προθεσμιών που καθορίζονται νομοθετικά ή από άλλες διατάξεις, όπως για παράδειγμα η νομοθετική ρύθμιση προθεσμιών προσφυγής στο Δικαστήριο (βλ. Μαραγκού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 1Γ Α.Α.Δ 1715 και την πρόσφατη Έλληνας κ.ά. ν. Αλεξάνδρου κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε62/2021, ημερ. 04/06/2025). Μάλιστα στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τη Δ.57 Κ.2, αίτηση για παράταση της προθεσμίας μπορεί να γίνει όχι μόνο πριν αλλά και μετά από την πάροδο αυτής (βλ. Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2001) 1 ΑΑΔ 898).

 

Στην Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 1Α Α.Α.Δ. 364, συνοψίζονται οι αρχές που προκύπτουν από τη σχετική νομολογία, ως εξής:

 

«1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis (1968) 1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α. (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic (1981) 3 C.L.R. 271).

2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου (1996) 1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή (1993) Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 1108).

3.  Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 904).

4. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ. 143. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά., (2000) 1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: “Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: “Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης” (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 257)».

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου, είναι απόλυτα ελεύθερη. Η άσκηση της συναρτάται με τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Γεωργιάδης ανωτέρω). Στην άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας, το Δικαστήριο δεν εξετάζει μόνο τους λόγους για τους οποίους ο αιτητής επικαλείται για τη μη συμμόρφωση του στις προθεσμίες. Αντιθέτως, λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, με κριτήριο το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε αυτά περιλαμβάνονται η φύση του δικονομικού διαβήματος, αλλά και τυχόν κατάχρηση των διαδικασιών και οι αρχές του δεδικασμένου. Ως προαναφέρθηκε, αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του Δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. και Έλληνας κ.ά. ανωτέρω).

 

Εξέταση της αίτησης

 

Δια της υπό κρίση αίτησης ζητείται η παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με τις δύο αποφάσεις - διατάγματα του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων, στη βάση της Δ.57 Κ.2 των Παλαιών Θεσμών. Η εν λόγω Διαταγή δεν εφαρμόζεται σε ενδιάμεσες διαδικασίες, πέραν αυτών που καθορίζονται αυστηρά στους Παλαιούς Θεσμούς. Ως λέχθηκε στην Έλληνας κ.ά. ανωτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δύναται βέβαια να παρατείνει τέτοιες προθεσμίες σε ενδιάμεσες διαδικασίες όπως π.χ. η επέκταση χρόνου συμμόρφωσης με δικαστικό διάταγμα, στο πλαίσιο της σύμφυτης εξουσίας του (βλ. και Αυξεντίου ν. Σάββα (2003) 1Γ Α.Α.Δ. 1963 και Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της K.S.S Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (2005) 1 Α.Α.Δ. 146).

 

Ως προαναφέρθηκε τόσο στη νομική βάση της αίτησης όσο και στην αγόρευση της, η Αιτήτρια στηρίζεται στη Δ.57 Κ.2 και καμία αναφορά κάνει στη σχετική σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, θα εξετάσω την αίτηση τόσο στη βάση της Δ.57 Κ.2, όσο και στη βάση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου.

 

Για σκοπούς της εξέτασης αυτής παραθέτω κατ’ αρχάς τα ουσιώδη που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Σύμφωνα λοιπόν με τον ομνύοντα:

§    Μετά την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων - διαταγών για παροχή ασφάλειας εξόδων, ο ομνύων πληροφορήθηκε ότι το επίδικο, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή (στο εξής «η Αγωγή»), ακίνητο της Αιτήτριας, το οποίο αφορούν οι σχετικές αξιώσει της, έχει αποξενωθεί δόλια, στις 10/07/2025, από τον ισχυριζόμενο παραλήπτη και διαχειριστή της Αιτήτριας, άνευ γνώσης και ενημέρωσης των διευθυντών αυτής. Ως προς τούτο η Αιτήτρια έχει ήδη δώσει οδηγίες για καταχώρηση αγωγής για ακύρωση της μεταβίβασης και επαναφορά του ακινήτου στο όνομα της και για αποζημιώσεις.  

§    Η Αιτήτρια καταχώρησε την Αγωγή βασιζόμενη σε γεγονότα και δεδομένα που στοιχειοθετούσαν τα αγώγιμα δικαιώματα της και τώρα, χωρίς να ευθύνεται, έχει απωλέσει την επίδικη ιδιοκτησία και έτσι δεν έχει πλέον αντικείμενο η Αγωγή και δεν μπορεί να προωθήσει αυτή αφού δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου.

§    Μόλις πληροφορήθηκε την αποξένωση του επίδικου ακινήτου, η Αιτήτρια καταχώρησε την ως άνω αναφερόμενη αίτηση διακοπής της Αγωγής.

§    Ζητά δε παράταση του χρόνου της κατάθεσης της ασφάλειας εξόδων ώστε να υπάρχει χρόνος για να ακουστεί η αίτηση για διακοπή πριν παρέλθει ο χρόνος συμμόρφωσης με τα διατάγματα του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων και απορριφθεί η Αγωγή της και έτσι να μην μπορεί να επανέλθει με νέα Αγωγή σε περίπτωση που επαναφέρει το ακίνητο το όνομα της, αφού θα δεσμεύεται από την ύπαρξη δεδικασμένου.

§    Εάν η Αιτήτρια γνώριζε ότι έγινε η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, όταν έγινε, θα καταχωρούσε την αίτηση διακοπής τότε και δεν θα προχωρούσε στην εκδίκαση των αιτήσεων για την ασφάλεια εξόδων.

§    Είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί η αιτουμένη παράταση χρόνου, η οποία γίνεται πριν την πάροδο της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο για την κατάθεση της ασφάλειας εξόδων.

§    Οποιαδήποτε έξοδα προκύψουν από την αίτηση διακοπής δεσμεύεται ότι θα καλυφθούν από τον ίδιο και τους άλλους διευθυντές της Αιτήτριας προσωπικά.

 

Ως ουσιαστικά προβάλλεται στην αγόρευση της Αιτήτριας, υπάρχει «νομική αναγκαιότητα» στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προκειμένου να διαφυλαχθεί το δικαίωμα της να διακόψει την Αγωγή χωρίς να υποστεί τις ανεπανόρθωτες συνέπειες (κίνδυνος δεδικασμένου και κωλύματος για να επανέλθει με νέα αγωγή) μιας αυτόματης απόρριψης της λόγω της μη συμμόρφωσης με τα διατάγματα για παροχή ασφάλειας εξόδων εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας. Συναφώς προβάλλεται ότι αν το Δικαστήριο δεν παρέμβει για να παρατείνει την προθεσμία, η αίτηση διακοπής θα καταστεί άνευ αντικειμένου, καθώς η Αγωγή θα έχει ήδη παύσει να υφίσταται.

 

Περαιτέρω, στην ίδια αγόρευση προβάλλεται ότι θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της επιείκειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εξαναγκαστεί η Αιτήτρια να καταβάλει €34.000 για να συνεχίσει μια αγωγή που πλέον στερείται αντικειμένου ή να υποστεί την αυτόματη απόρριψή της, τη στιγμή που έχει ήδη δρομολογήσει τη διακοπή της. Σύμφωνα πάντα με την αγόρευση, η μονομερής παράταση λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας, αποτρέποντας μία αδικία όπου ενώ και η μη πληρωμή της ασφάλειας εξόδων και η αίτηση διακοπής οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στον τερματισμό της αγωγής, σε περίπτωση που δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα πληγούν δυσανάλογα τα δικαιώματα της Αιτήτριας, η οποία και να παράσχει την ασφάλεια εξόδων η Αγωγή πάλι θα απορριφθεί.

 

Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι η επικληθείσα από την Αιτήτρια αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων προκύπτει από την ταυτόχρονη ύπαρξη των ως άνω διαταγμάτων παροχής ασφάλειας εξόδων και της ανάγκης για καταχώρηση της αίτησης για διακοπή.

 

Τίποτε όμως από αυτά που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, που είναι και το μόνο μέσο με το οποίο μπορεί να προσάγεται μαρτυρία στο Δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει την αίτηση για διακοπή της Αγωγής άνευ αντικειμένου. Αυτό μπορεί ουσιαστικά να γίνει μόνο κατ’ επιλογή της ίδιας της Αιτήτριας, σε περίπτωση που επιλέξει να μην συμμορφωθεί με τα διατάγματα του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων. Ακόμη όμως και εάν μην παρασχεθεί η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων, δεν φαίνεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί τις συνέπειες που επικαλείται, καθώς η ίδια αναφέρει στην αγόρευση της ότι μια απόρριψη για δικονομικούς λόγους, εννοώντας προφανώς την περίπτωση της μη παροχής ασφάλειας εξόδων εντός της ταχθείσας προθεσμίας, συνήθως δεν εμποδίζει την έγερση νέας αγωγής αν διορθωθεί η έλλειψη, αλλά, ως περαιτέρω αναφέρει, στην πράξη οι αντίδικοι συχνά προβάλλουν ενστάσεις περί κατάχρησης διαδικασίας ή συγκεκαλυμμένης επαναφοράς της ίδιας απαίτησης και ως εκ τούτου η ρητή άδεια του Δικαστηρίου για διακοπή με δικαίωμα νέας αγωγής παρέχει την απαραίτητη νομική ασφάλεια.

 

Εδώ να λεχθεί ότι στην προκειμένη δεν τίθεται, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, οποιοδήποτε θέμα μη δυνατότητας παροχής της ασφάλειας εξόδων ή οποιοσδήποτε άλλος παράγοντας που εμποδίζει την παροχή της εν λόγω ασφάλειας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

 

Εκείνο που φαίνεται να επιδιώκει η Αιτήτρια είναι να μην παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων εντός της προθεσμίας, επ’ αφορμή της, σύμφωνα με αυτή, μεταγενέστερα προκύψασας αναγκαιότητας διακοπής της Αγωγής, λόγω των πράξεων τρίτου προσώπου (αυτού που προχώρησε στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου). Χαρακτηρίζει δε αυτό στην αγόρευση της, ως «δικονομικό αδιέξοδο που προκλήθηκε από τις δόλιες πράξεις τρίτων».

 

Υποστηρίζει μάλιστα ότι οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν καμία ουσιαστική ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι στην πραγματικότητα, η διακοπή της Αγωγής είναι προς το συμφέρον αυτών, καθώς θα οδηγήσει στην είσπραξη των εξόδων τους και στον τερματισμό μιας χρόνιας δικαστικής εκκρεμότητας. Επιπλέον, προβάλλει ότι οι διευθυντές της Αιτήτριας, δεσμεύονται προσωπικά για την κάλυψη οποιωνδήποτε εξόδων προκύψουν από την εν λόγω αίτηση, παρέχοντας έτσι πρόσθετη εξασφάλιση στους Εναγόμενους.

 

Ως προς τα πιο πάνω δέον όπως κατ’ αρχάς λεχθεί ότι η θέση ότι δεν θα υποστούν ουσιαστική ζημιά οι Εναγόμενοι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν ευσταθεί κατά την κρίση μου και εξηγώ.

 

Ως πολύ ορθά αναφέρει η Αιτήτρια στην αγόρευση της, η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων αποτελεί ένα μηχανισμό προστασίας του εναγόμενου, από  τον κίνδυνο να μην εισπράξει τα έξοδα του σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή, λόγω αφερεγγυότητας του Ενάγοντα (όταν αυτός είναι εταιρεία). Στην προκειμένη,  στο πλαίσιο εξέτασης των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων, το Δικαστήριο έκρινε (δια των αποφάσεων του ημερ. 14/01/2026) ότι, ενόψει του ότι η Αιτήτρια που είναι εταιρεία, τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης, εγέρθηκε μαχητό τεκμήριο ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα στους εκεί Αιτητές και ότι η Αιτήτρια απέτυχε να ανατρέψει το προαναφερόμενο τεκμήριο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι, υπό τις περιστάσεις, υπάρχει εύλογη υποψία οι εκεί Αιτητές να μην λάβουν τα έξοδα τους σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής, κάτι που δεν συνάδει με τους σκοπούς και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκδοση των διαταγμάτων για παροχή ασφάλειας εξόδων δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να θεωρηθεί ως απαγορευτικό εμπόδιο για πρόσβαση της Αιτήτριας στη δικαιοσύνη.

 

Εδώ να υπομνησθεί ότι μέχρι σήμερα έχουν δημιουργηθεί αρκετά έξοδα στην Αγωγή και η εκδίκαση της αίτησης για διακοπή ενδεχομένως να δημιουργήσει περαιτέρω έξοδα. Είναι επίσης ενδεχόμενο, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και με δεδομένο ότι η παράταση που ζητείται για παροχή της διαταχθείσας ασφάλειας εξόδων είναι ουσιαστικά μέχρι και 7 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης στην αίτηση για διακοπή, σε περίπτωση επιτυχίας της τελευταίας και διακοπής της Αγωγής, τα εκδοθέντα διατάγματα να καταστούν ατελέσφορα.

 

Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, να υποστούν ζημιά οι Εναγόμενοι εφόσον δεν θα μπορούν να εισπράξουν τα όποια έξοδα ενδεχομένως τους επιδικασθούν ακόμη και με την παροχή άδειας στην Αιτήτρια για διακοπή της Αγωγής. Η θέση της Αιτήτριας ότι η  διακοπή της αγωγής θα οδηγήσει και στην είσπραξη των εξόδων των Εναγομένων δεν ευσταθεί καθότι είναι ένα θέμα το να επιδικασθούν τα έξοδα σε αυτούς και άλλο θέμα το να μπορέσουν να τα εισπράξουν, με δεδομένο ότι ως κρίθηκε στις αιτήσεις για παροχή της ασφάλειας εξόδων, η Αιτήτρια αδυνατεί να καταβάλει τέτοια έξοδα. Αυτός ήταν και ο λόγος έκδοσης των διαταγμάτων παροχής ασφάλειας εξόδων.

 

 Το γεγονός δε ότι οι διευθυντές της Αιτήτριας, δηλώνουν ότι δεσμεύονται προσωπικά για την κάλυψη οποιωνδήποτε εξόδων προκύψουν από την αίτηση διακοπής, δεν μεταβάλλει τα πράγματα καθότι αυτοί δεν είναι διάδικοι στην υπόθεση και σε κάθε περίπτωση η δέσμευση τους αφορά μόνο τα έξοδα της αίτησης διακοπής και όχι και τα έξοδα που δημιουργήθηκαν μέχρι σήμερα, τα οποία είναι μέρος των εξόδων που καλύπτουν τα διατάγματα για παροχή ασφάλειας εξόδων. 

 

Εδώ δέον όπως λεχθεί και τούτο.  Παρά το ότι η Αιτήτρια δηλώνει ότι η Αγωγή της είναι άνευ αντικειμένου λόγω των προαναφερόμενων εξελίξεων, δεν δηλώνει ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για διακοπή, θα την αποσύρει. Αυτό είναι βέβαια δικαίωμα της αλλά από την άλλη δεν καταδεικνύει ξεκάθαρα τις προθέσεις της, κάτι που κρίνεται σχετικό στο πλαίσιο εξέταση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι από την αναφορά στην αγόρευση της Αιτήτριας, ότι θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της επιείκειας και της ορθής απονομής δικαιοσύνης να εξαναγκαστεί να καταβάλει €34.000 για να συνεχίσει μια αγωγή που πλέον στερείται αντικειμένου αλλά και ότι δεν επιδιώκει να αποφύγει την υποχρέωσή της για ασφάλεια εξόδων από αδιαφορία, αλλά επειδή η νομική βάση της Αγωγής της κατέρρευσε λόγω πράξεων τρίτων, δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι ο σκοπός της Αιτήτριας είναι να απαλλαχθεί από την, βάσει των εκδοθέντων διαταγμάτων, υποχρέωση της για παροχή ασφάλειας εξόδων, με αφορμή τις προαναφερόμενες πράξεις τρίτων, κάτι που όμως θα επηρεάσει, ως προαναφέρθηκε, τα δικαιώματα των Εναγομένων.

 

Ούτε και τίθεται θέμα να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και να ορισθούν επιστρεπτέα, οπόταν θα είχαν οι Εναγόμενοι την ευχέρεια να εμφανιστούν και να ζητήσουν την ακύρωση ή τροποποίησή τους, ως επίσης προβάλλει η Αιτήτρια στην αγόρευση της, συμπλέκοντας τη Δ.57 Κ.2 με το άρθρο 9 του περί  Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Αυτό καθότι με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητούνται τέτοιου είδους προσωρινά διατάγματα αλλά ούτε και έχει τεθεί στη νομική βάση αυτής οποιαδήποτε πρόνοια για να ακολουθηθεί τέτοια διαδικασία. Ως έχει προαναφερθεί το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης ως μονομερούς καθότι αυτό επιτρέπεται από τους Παλαιούς Θεσμούς και όχι ως μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

 

Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είτε στη βάση της Δ.57 Κ.3 είτε στη βάση της σχετικής συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου και ότι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως αυτό προβάλλει μέσα από τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

 

 

 

 

     (Υπ.) .…...….….…………..……………

                                                                                                 Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο