Αναφορικά με τον ΑLTAN BEYZADE, Γεν. Αίτηση Αρ.: 143/2022, 17/4/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον ΑLTAN BEYZADE, Γεν. Αίτηση Αρ.: 143/2022, 17/4/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 Γεν. Αίτηση Αρ.: 143/2022

 

 

Αναφορικά με τον ΑLTAN BEYZADE, τέως από τη Γεροσκήπου, Αρ.Δ.Τ. [ ]

 

και

 

Αναφορικά με την Αίτησή Διαχείρισης Ε.Δ. Πάφου αρ. 219/14, στα πλαίσια της οποίας η διαχείριση της περιουσίας του ALTAN BEYZADE παραχωρήθηκε στον Λοϊζο Χατζηνεοφύτου, δικηγόρο από την Πάφο, κατονομαζόμενο εκτελεστή.

 

 

 

Ημερομηνία: 17/04/2026

Για Αιτητή: κ. Ε. Κορακίδης για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενδιαφερόμενο Μέρος: κ. Α. Παναγή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την υπό κρίση Αίτηση, ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα ΑLTAN BEYZADE και κατονομαζόμενος εκτελεστής στη διαθήκη του (στο εξής «ο Αιτητής») ζητά τα ακόλουθα:

 

(α)  Τη χορήγηση της άδειας του Δικαστηρίου για την πώληση από τον Αιτητή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], του Δήμου Γεροσκήπου, της επαρχίας Πάφου, είτε με ιδιωτικό πλειστηριασμό ή με ιδιωτική συμφωνία ή κατόπιν υποβολής γραπτών προσφορών, υπό τους όρους που θα θέσει το Δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατή η εξόφληση των χρεών της περιουσίας και η εκτέλεση της διαθήκης του αποβιώσαντα ALTAN BEYZADE.

(β)   Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή οδηγία του Δικαστηρίου με την οποία να επιλύονται όλα τα ζητήματα στη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα ALTAN BEYZADE τέως από τη Γεροσκήπου.

(γ)    Τα έξοδα της αίτησης.

 

Η Αίτηση φέρει ως νομική βάση το άρθρο 53 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189 και τη Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή.

 

Μετά την επίδοση της Αίτησης, μεταξύ άλλων, στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Πάφου, ο Υπουργός Εσωτερικών, Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ως Ενδιαφερόμενο Μέρος (στο εξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος»). Ακολούθως το Ενδιαφερόμενο Μέρος καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Δημήτριας Δρυμιώτου, λειτουργού στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Με την ένσταση εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι:

 

1.         Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση εφόσον ουδεμία ειδική αναφορά γίνεται στον εφαρμοζόμενο Νόμο 139/1991 και/ή στους σχετικούς Κανονισμούς.

2.         Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτή και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.

3.         Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα και/ή η άλλη πλευρά δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα της υπόθεσης στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση.

4.         Υπό τις περιστάσεις και/ή εκ των δεδομένων της υπόθεσης ο Κηδεμόνας δεν είναι δυνατό να χορηγήσει τη συγκατάθεσή του για αγοραπωλησία και/ή ιδιωτικό πλειστηριασμό και/ή ιδιωτική συμφωνία εφόσον δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται από το Υπουργικό Συμβούλιο και/ή οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του τροποποιητικού Νόμου 39(Ι)/2010.

5.         Η αρχικά παραχωρηθείσα έγκριση και/ή συγκατάθεση του Κηδεμόνα είχε δοθεί παρανόμως κατά παραπλάνηση των Αρχών και/ή στη βάση ψεύτικων διαβεβαιώσεων από πλευράς του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη και/ή των αντιπροσώπων αυτών.

6.         Το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματος του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη και/ή κατά τον κρίσιμο για την Αίτηση χρόνο έχει διαφοροποιηθεί, συμπαρασύροντας την τηρηθείσα διαδικασία.

7.         Ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο οι ιδιοκτήτες των τουρκοκυπριακών περιουσιών και/ή οι κληροδόχοι και/ή αντιπρόσωποι αυτών αποκλείονται της άσκησης οποιονδήποτε περιουσιακών δικαιωμάτων, χωρίς την αναγκαία προς τούτο άδεια του Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών.

8.         Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης προέβαινε σε συμφωνίες σε σχέση με τα ακίνητα του αυθαίρετα και/ή άνευ παραχώρησης εξουσιοδότησης ή συγκατάθεσης από τον Κηδεμόνα, θέτοντας τον εαυτό του και/ή του κληρονόμους αυτού στη σημερινή θέση που βρίσκονται. Συναφώς, ο Κηδεμόνας δεν δύναται να βρεθεί αναγκασμένος να ενεργήσει παράνομα και/ή παράτυπα και/ή καθ’ υπέρβαση εξουσιών για πράξεις και/ή παραλείψεις του αποβιώσαντα.

9.         Ο Κηδεμόνας ουδόλως ευθύνεται και/ή ουδόλως δύναται να καταστεί υπεύθυνος και/ή υπόλογος για τα αναφερόμενα χρέη της περιουσίας του αποβιώσαντα.

10.      Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και/ή ο αποβιώσας κατείχε ελληνοκυπριακές περιουσίες στις κατεχόμενες περιοχές και ως εκ τούτου ο Κηδεμόνας κωλύεται από του να χορηγήσει τη συγκατάθεσή του για οποιαδήποτε αγοραπωλησία και/ή ιδιωτικό πλειστηριασμό και/ή ιδιωτική συμφωνία και/ή άλλως πως.

11.      Από τα γεγονότα προκύπτει ότι υπάρχει εκμετάλλευση της έκρυθμης κατάστασης σε βάρος του αποβιώσαντα και/ή Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη και/ή του κληροδόχου και/ή απουσιάζει το στοιχείο της καλής πίστης καθότι το προτεινόμενο τίμημα αγοραπωλησίας είναι πολύ πιο χαμηλό από την αγοραία αξία της επίδικης περιουσίας.

12.      Δεν προσκομίσθηκε οιονδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τη διαμονή του αποβιώσαντα και/ή του ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου τόσο πριν το έτος 1974 όσο και μετά το 1974 μέχρι σήμερα, όπου χρονικά τοποθετείται ο κρίσιμος χρόνος της τουρκικής εισβολής και κατοχής.

13.      Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

14.      Δεν προβάλλονται βάσιμοι, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και/ή Κανονισμούς και/ή από τις αρχές της επιείκειας.

15.      Ενόψει των πιο πάνω, η Αίτηση είναι απαράδεκτη, αδικαιολόγητη, καταχρηστική και ενάντια στο συμφέρον της Δικαιοσύνης.

 

Μετά δε την εξασφάλιση άδειας, το Ενδιαφερόμενο Μέρος, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με ομνύοντα τον Κύπρο Ιωσήφ, Λειτουργό Εσωτερικών στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας σε νομολογία. Οι θέσεις αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό.

 

Πραγματικό υπόβαθρο

 

Από τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις των μερών και δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτουν ως αποδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:

 

·                Ο Altan Beyzade (στο εξής «ο αποβιώσας») απεβίωσε στις 22/08/2013 άγαμος και άτεκνος και άφησε ως κληρονόμους επτά αδέλφια του. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, ημερ. 11/05/2012, ο αποβιώσας κληροδότησε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στον Α.Δ. και όρισε ως εκτελεστή της διαθήκης του τον Αιτητή ή την Σ.Χ.

·                Στις 23/10/2014 επικυρώθηκε, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (στο πλαίσιο της Αίτησης Διαχείρισης Αρ. 219/2014), η ως άνω διαθήκη του αποβιώσαντα και η διαχείριση της περιουσίας αυτού παραχωρήθηκε στον Αιτητή.

·                Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτου (του οποίου άδεια για πώληση επιζητείται δια της παρούσας Αίτησης - στο εξής «το ακίνητο»), συνολικής έκτασης 38.267 τ.μ., μετά από απαλλοτρίωση μέρους του. Συγκεκριμένα, έκταση 13.908 τ.μ. του ακινήτου απαλλοτριώθηκε το 1997 και διαχωρίστηκε σε οικόπεδα αυτοστέγασης των Γ και Δ Φάσεων του Συνοικισμού Αυτοστέγασης Γεροσκήπου. Το ποσό της αποζημίωσης κατατέθηκε σε πρώτο στάδιο στο Ταμείο του Κηδεμόνα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και η κυριότητα της γης περιήλθε στο κράτος. Ο αποβιώσας δεν είχε άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία.

·                Ο αποβιώσας δεν εργαζόταν, δεν είχε οποιουσδήποτε οικονομικούς πόρους και έκανε διάφορες συμφωνίες σε σχέση με μερίδια του ακινήτου λαμβάνοντας προκαταβολές.

·                Συγκεκριμένα, για το ακίνητο υποβλήθηκαν στο παρελθόν διάφορα αιτήματα αγοραπωλησίας. Το πρώτο αγοραπωλητήριο έγγραφο υποβλήθηκε στις 12/04/2005 στο Επαρχιακό Κτηματολογικά Γραφείο Πάφου με αγοραστή την εταιρεία Christine Υ. Investments Ltd έναντι Λ.Κ.200.000, ενώ η αγοραία αξία είχε εκτιμηθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε Λ.Κ.1.900.000. Ο Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (στο εξής «ο Κηδεμόνας») με επιστολή του προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 27/03/2006 ενημέρωσε τον αποβιώσαντα ότι απέρριψε το αίτημα πώλησης του ακινήτου ως τουρκοκυπριακής περιουσίας, εφόσον δεν είχαν προσκομιστεί στοιχεία σε σχέση με τη διαμονή του αποβιώσαντα και δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις που καθορίστηκαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 60.281, ημερ. 15/09/2004 (στο εξής «η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου»), αφού επρόκειτο για περιουσία σημαντική σε έκταση και πρόσθετα απουσίαζε το στοιχείο της καλής πίστης γιατί το τίμημα πώλησης ήταν πολύ πιο χαμηλό από την αγοραία αξία. Σχετικά ενημερώθηκε ο αποβιώσας με επιστολή ημερ. 31/03/2006. Το εν λόγω αίτημα επανεξετάστηκε και απορρίφθηκε εκ νέου σύμφωνα με επιστολή του Κηδεμόνα προς το δικηγόρο του αιτητή ημερ. 20/03/2009.

·                Στις 18/04/2006 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου αγοραπωλητήριο έγγραφο με αγοραστή την εταιρεία Marlock investments Ltd. Ο Κηδεμόνας απέρριψε το αίτημα για κατ’ εξαίρεση πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου, καθότι ο αποβιώσας ως πωλητής δεν προσκόμισε στοιχεία αναφορικά με τη συνήθη διαμονή του προ του 1974 και μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του αλλά και γιατί δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που καθορίστηκαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αφού επρόκειτο για περιουσία σημαντική σε έκταση και απουσίαζε το στοιχείο της καλής πίστης γιατί το τίμημα πώλησης (Λ.Κ.570.000) ήταν πολύ πιο χαμηλό από την αγοραία αξία (Λ.Κ.2.150.000). Επίσης λήφθηκε υπόψη ότι εκκρεμούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η Έφεση Αρ. 128/2006, η οποία είχε καταχωρηθεί από την εταιρεία Christine Υ. investments Ltd εναντίον του αποβιώσαντα και του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μετά την προγενέστερη άρνηση του Κηδεμόνα να δώσει τη συγκατάθεσή του για την πώληση του ακινήτου στην εν λόγω εταιρεία.

·                Στις 10/02/2009 ο Κηδεμόνας είχε συνάντηση με τον αποβιώσαντα στον οποίο επεξηγήθηκε ότι δεν ήταν δυνατό να χορηγήσει τη συγκατάθεση του για αγοραπωλησίες εφόσον δεν ικανοποιούνταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που καθορίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και φαινόταν να υπήρχε το στοιχείο της εκμετάλλευσης της έκρυθμης κατάστασης σε βάρος του αποβιώσαντα, λαμβανομένης υπόψη της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Διευκρίνισε ωστόσο στον αποβιώσαντα ότι ήταν διατεθειμένος, ως Κηδεμόνας, να προωθήσει την καταβολή αποζημίωσης πλέον τόκους για την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου που χρησιμοποιήθηκε για οικόπεδα αυτοστέγασης εκτοπισθέντων, νοούμενου ότι θα προσκόμιζε στοιχεία για τη μόνιμη διαμονή στις ελεύθερες περιοχές. Επιπρόσθετα, ενημερώθηκε σχετικά ο δικηγόρος του αποβιώσαντα με επιστολή ημερ. 11/03/2009.

·                Ακολούθως, ο Κηδεμόνας, αφού έλαβε υπόψη του ότι ο αποβιώσας προσκόμισε έγγραφο για αγορά κατοικίας στην Πάφο και ενοικιαστήριο έγγραφο για διαμέρισμα στη Γεροσκήπου καθώς και βεβαίωση του Κοινοτάρχη Γεροσκήπου για τη διαμονή του, ενέκρινε την καταβολή σε αυτόν αποζημίωσης ύψους €327.933, πλέον νόμιμους τόκους, για την απαλλοτρίωση που έγινε επί του ακινήτου το 1997.

·                Στη συνέχεια, ο αποβιώσας σύναψε πέντε νέα αγοραπωλητήρια έγγραφα με τις εταιρείες Mirandina Ltd, Satemco Ltd, Argentina Ltd, Mariock Ltd και Appine Trading Ltd. Τα αγοραπωλητήρια υποβλήθηκαν κατόπιν νέας συνάντησης του αποβιώσαντα με τον Κηδεμόνα στις 19/04/2010.

·                Ο Κηδεμόνας με έγκρισή του ημερ. 11/11/2010, αφού έλαβε υπόψη ότι ο αποβιώσας ήταν μόνιμος κάτοικος ελεύθερων περιοχών από το 2006 και αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες αποφάσισε να χορηγήσει κατ’ εξαίρεση τη συγκατάθεσή του για την αποδοχή μόνο δύο αγοραπωλητηρίων, με τις εταιρείες Satemco Ltd και Appine Trading Ltd για αδιανέμητο μερίδιο 2.676 τ.μ. για το καθένα. Προς τούτο αποστάληκε σχετική ενημερωτική επιστολή στον δικηγόρο και/ή αντιπρόσωπο του αποβιώσαντα από την Έπαρχο Πάφου, ημερ. 10/12/2010 στην οποία καταγράφεται η κατ’ εξαίρεση απόφαση χορήγησης της συγκατάθεσης για την αποδοχή των δύο αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Με επιστολή ημερομηνίας 21/12/2010 ακολούθησε ο καθορισμός των δυο εταιρειών από πλευράς του αποβιώσαντα και στις 27/12/2010 αποστάληκε ενημερωτική επιστολή από την Έπαρχο Πάφο στην οποία καταγράφετο η μη ένσταση του Κηδεμόνα προς τούτο.

·                Τα δύο αγοραπωλητήρια κατατέθηκαν στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στις 14/01/2011 και παράλληλα επιδιώχθηκε η έκδοση πολεοδομικής άδειας για διαίρεση του ακινήτου σε 4 οικόπεδα, το πρώτο καθαρού εμβαδού 2.676 τ.μ. και τα υπόλοιπα 3 συνολικού εμβαδού 2.676 τ.μ. Η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 07/07/2011 χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η σχετική συναίνεση του Κηδεμόνα. Επειδή η συγκατάθεση του Κηδεμόνα χορηγήθηκε για 2 αδιανέμητα μερίδια έκαστο συνολικού εμβαδού 2.676 τ.μ. ενώ η μεταβίβαση ζητήθηκε κατόπιν έκδοσης πολεοδομικής άδειας βάσει της οποίας προέκυπτε καθαρό εμβαδόν 2.676 τ.μ. μετά από εκτέλεση απαιτούμενών έργων υποδομής και πρόσθετα προέκυπταν και διαφορές στις αξίες, το θέμα υποβλήθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στον Κηδεμόνα για νέες οδηγίες, με επιστολή ημερ. 28/03/2012.

·                Αφού ο Κηδεμόνας μελέτησε τα δεδομένα κατέληξε ότι η αγοραία αξία, η οποία για το 1 οικόπεδο ανερχόταν σε €535.000 και για τα 3 οικόπεδα σε €670.000, σε περίπτωση που τα έξοδα για την κατασκευή των οικοπέδων τα επωμίζονταν οι αγοράστριες εταιρείες, τα υπό αναφορά ποσά μειώνονταν σε €500.000 και €615.000 αντίστοιχα. Προέκυψε ότι για σκοπούς μεταβιβαστικών τελών θα λαμβάνονταν υπόψη τα μειωμένα ποσά αλλά η διαφορά στις εκτάσεις αποτελούσε πρόβλημα λόγω του ότι η έγκριση του Κηδεμόνα αφορούσε αδιανέμητο μερίδιο 2.676 τ.μ. για την κάθε αγοράστρια εταιρεία και αντί να προχωρήσουν στη μεταβίβαση ως η έγκριση του Κηδεμόνα αποτάθηκαν στην Πολεοδομική Αρχή και εξασφάλισαν άδεια διαίρεσης βάσει της οποίας προέκυπτε διαφορετικό καθαρό εμβαδόν 2.276 τ.μ. μετά την εκτέλεση έργων. Περαιτέρω, η Πολεοδομική Αρχή προχώρησε στη διαίρεση χωρίς την έγκριση του Κηδεμόνα εφόσον δεν είχε προηγηθεί άρση της διαχείρισης του Κηδεμόνα. Από την πλευρά των αγοραστριών εταιρειών ισχυρίζονταν τεράστια έξοδα από τα πωλητήρια και έξοδα συντήρησης του αποβιώσαντα πωλητή και ζητούσαν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης.

·                Στη βάση των πιο πάνω ο Κηδεμόνας διενήργησε έρευνα για τον αποβιώσαντα και εξασφάλισε νέα έκθεση από τις Αρχές Ασφαλείας, ημερ. 14/02/2013 κατά την οποία προέκυψε ότι μετά από νέες εξετάσεις τόσο ο αποβιώσας όσο και η οικογένεια του κατείχαν ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας περιουσία στα κατεχόμενα. Επίσης, προέκυψε ότι ο αποβιώσας διέμενε για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα στα κατεχόμενα και όχι στις ελεύθερες περιοχές. Ως εκ των άνω ο Κηδεμόνας απέσυρε την αρχική συγκατάθεση του για αποδοχή των υπό αναφορά αγοραπωλητηρίων. Σχετική ενημερωτική επιστολή στάληκε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου στις 08/03/2013.

·                Περαιτέρω, εγέρθηκε από τις αγοράστριες εταιρείες η Προσφυγή Αρ. 5262/2013, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 24/11/2019, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «η ανάκληση της αποδοχής του Κηδεμόνα αποτελούσε υποχρέωση της διοίκησης προς αποκατάσταση της νομιμότητας και διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος» και «η έγκριση είχε δοθεί παρανόμως κατά παραπλάνηση των αρχών όπως αποκαλύφθηκε στη βάση ψεύτικων διαβεβαιώσεων».

·                Στη συνέχεια, ο αποβιώσας σύναψε τέσσερα νέα αγοραπωλητήρια έγγραφα για αδιανέμητα μερίδια του ακινήτου ως ακολούθως: (1) Στις 23/01/2012 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αγοραπωλητήριο έγγραφο για μερίδιο 2600/38267 με αγοράστρια την Α.Μ.Ε. έναντι ποσού €225.000 και αγοραία αξία €520.000. (2) Στις 18/01/2012 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αγοραπωλητήριο έγγραφο για μερίδιο 3000/38267 με αγοραστή τον Ν.Θ. έναντι ποσού €300.000 και αγοραία αξία €600.000. (3) Στις 27/12/2011 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αγοραπωλητήριο έγγραφο για μερίδιο 1000/38267 με αγοραστή τον Α.Ε. έναντι ποσού €90.000 και αγοραία αξία €230.000. (4) Στις 29/12/2011 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αγοραπωλητήριο έγγραφο για μερίδιο 10825/38267 με αγοραστές τους Α.Ε., Δ.Χ., Χ.Π. και Μ.Ε. έναντι ποσού €600.000 και αγοραία αξία €1.624.000.

·                Ο Κηδεμόνας, με σημείωμα ημερ. 22/02/2013, αποφάσισε την απόρριψη των ανωτέρω αιτημάτων αγοραπωλησίας αφού έλαβε υπόψη του ότι: (α) ο αποβιώσας πωλητής κατείχε ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα και ότι η πωλούμενη περιουσία ήταν μεγάλης αξίας, (β) η πολιτική για προώθηση υποθέσεων αγοραπωλησίας τουρκοκυπριακών περιουσιών πέραν των €341.720 ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν περιοριστική, (γ) οι αγοραστές στις 4 περιπτώσεις φαινόταν από το ονοματεπώνυμο να είχαν σχέση μεταξύ τους και απώτερος σκοπός τους ήταν κατά πάσα πιθανότητα να αποκτήσουν την κυριότητα σημαντικής έκτασης περιουσίας σε σχετικά χαμηλή τιμή με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση / αθέμιτο πλουτισμό και (δ) το όλο ιστορικό πώλησης της περιουσίας του αποβιώσαντα.

·                Στη συνέχεια με επιστολή του ημερ. 01/03/2013 ο Κηδεμόνας ενημέρωσε τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου ότι τα αιτήματα αγοραπωλησίας έχουν εξεταστεί με βάση το άρθρο 3 του τροποποιητικού Νόμου 39(Ι)/2010, πλην όμως ο Κηδεμόνας αποφάσισε ότι δεν είναι δυνατό να χορηγήσει τη συγκατάθεσή του καθότι ο αποβιώσαντας κατείχε ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα.

·                Εν συνεχεία, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με επιστολές του προς τον αποβιώσαντα και τους αγοραστές ημερ. 12/03/2013, τους ενημέρωσε σχετικά για την απόφαση του Κηδεμόνα. Ο αποβιώσας έφερε ένσταση και ο Κηδεμόνας αποφάσισε την εκ νέου απόρριψη την οποία κοινοποίησε στον αποβιώσαντα με επιστολή του ημερ. 17/07/2013.

·                Εναντίον του αποβιώσαντα εγέρθηκαν αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν εναντίον του δικαστικές αποφάσεις. Μεταξύ άλλων ήγειραν αγωγή εναντίον του και πέτυχαν την έκδοση δικαστικής απόφασης, η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος το οποίο αυτός ενοικίαζε, για ενοίκια και οι δικηγόροι G. HADJΙNEOPHYTOY & CO LLC για δικηγορικά έξοδα. Πιο συγκεκριμένα εκδόθηκαν εναντίον του αποβιώσαντα, στις ακόλουθες αγωγές, οι εξής αποφάσεις: (1) Αγωγή Αρ. 1049/2013 (Ενάγουσα η Γ. ΧΑΤΖΗΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.), απόφαση ημερ. 29/05/2013, (2) Αγωγή Αρ. 1051/2013 (Ενάγοντες οι Α.Ε., Δ.Χ., Χ.Π. και Μ.Ε.), απόφαση ημερ. 28/05/2013, (3) Αγωγή Αρ. 1052/2013 (Ενάγουσα η Α.Μ.), απόφαση ημερ. 07/06/2013, (4) Αγωγή Αρ. 1053/2013 (Ενάγοντας ο Ν.Θ.), απόφαση ημερ. 31/07/2013, (5) Αγωγή Αρ. 1054/2013 (Ενάγοντας ο Α.Ε.), απόφαση ημερ. 28/05/2013, (6) Αγωγή Αρ. 1195/2013 (Ενάγουσα η Λ.Λ.), απόφαση ημερ. 17/06/2013 και (7) Αγωγή Αρ. 1196/2013 (Ενάγοντας ο Μ.Α.), απόφαση ημερ. 18/06/2013.

·                Σε σχέση με όλες τις πιο άνω αποφάσεις καταχωρήθηκαν αντίστοιχα ΜΕΜΟ επί του ακινήτου, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου.

·                Στις 29/09/2020, στο πλαίσιο εκτέλεσης της απόφασης στην Αγωγή Αρ. 1195/2013 του Ε.Δ Πάφου, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, αίτηση εκποίησης του MEMO ΕΒ 1473/13.

·                Ενόψει της ακυρωτικής απόφασης στην Έφεση Αρ. 46/2019 που εκδόθηκε στις 06/11/2023, η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών επανεξέτασε τα αιτήματα αγοραπωλησίας μέρους του ακινήτου με τις εταιρείες Satemco Ltd και Appine Trading Ltd και αποφασίστηκε όπως ανακληθεί η αρχική συγκατάθεση του Κηδεμόνα ημερ. 02/12/2010 για έγκριση των αιτημάτων αγοραπωλησίας περιουσίας του αποβιώσαντα, για σκοπούς «διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος» και «αποκατάστασης της νομιμότητας, ενόψει της παραπλάνησης που οδήγησε στην αρχική συγκατάθεση».

 

Θέσεις των Μερών

 

Δέχεται ο Αιτητής ότι καμία από τις συμφωνίες αγοραπωλησίας του ακινήτου που έκανε ο αποβιώσας δεν υλοποιήθηκε εφόσον δεν του επιτράπηκε η μεταβίβαση οποιωνδήποτε μεριδίων του ακινήτου διότι ο Κηδεμόνας θεωρούσε ότι το ακίνητο ήταν υπό τη διαχείριση του ως εγκαταλειφθείσα τουρκοκυπριακή περιουσία. Ως όμως υποστηρίζει στην αγόρευση του ο Αιτητής, το τελευταίο δεν ευσταθεί πλέον. Είναι ως εκ τούτου στην ουσία η θέση του ότι δεν χρειάζεται η συγκατάθεση του Κηδεμόνα για να του επιτραπεί να πωλήσει το ακίνητο. Στηρίζει δε τα πιο πάνω στα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με τους ορισμούς «τουρκοκυπριακή περιουσία» και «Τουρκοκύπριος» στο άρθρο 2 του Νόµου 139/1991, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος αυτός αφορά σε περιουσία ζώντα Τουρκοκύπριου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και δεν αφορά σε περιουσία θανόντα Τουρκοκύπριου που έπαυσε να έχει οποιαδήποτε διαμονή. Συνεπώς, πάντα σύμφωνα με την ίδια θέση, ακόμα και εάν η περιουσία του αποβιώσαντα θεωρούνταν κατά τον χρόνο της ζωής του τουρκοκυπριακή περιουσία και τελούσε υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα σύμφωνα με το άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου, μετά τον θάνατο του, η περιουσία αυτή έπαυσε να θεωρείται τουρκοκυπριακή περιουσία και να τελεί υπό τέτοια διαχείριση. Ο αποβιώσας δεν είχε σύζυγο, ούτε τέκνα και ο κληροδόχος του δυνάμει της διαθήκης του δεν είναι Τουρκοκύπριος. Δηλαδή κανένας Τουρκοκύπριος δεν δικαιούται σε μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα ώστε να προκύπτει συζήτηση κατά πόσο η περιουσία του παραμένει υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα.

 

Είναι ως εκ των άνω εισήγηση του Αιτητή ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως οποιαδήποτε υπόθεση διαχείρισης περιουσίας αποθανόντα χωρίς οποιοδήποτε νομικό κώλυμα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 25 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189 κανένας περιορισμός ή άλλη διαφοροποίηση δεν επιβάλλεται από το Κεφ.189 σε ότι αφορά περιουσία που ανήκε σε Τουρκοκύπριο.

 

Ως δε αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής, η προώθηση της καταναγκαστικής πώλησης του ακινήτου στο πλαίσιο εκποίησης του MEMO ΕΒ 1473/13 θα οδηγήσει στην πώληση του ακινήτου, στην πληρωμή των διαφόρων χρεών και το περίσσευμα θα μπορεί να διατεθεί στον κληροδόχο δυνάμει της διαθήκης. Όμως κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα χρονοβόρο και τέτοια αναμονή δεν εξυπηρετεί κανένα νόμιμο σκοπό. Δεν υπάρχει δε κανένας λόγος να παραμείνει η διαχείριση του αποβιώσαντα σε εκκρεμότητα για πολλά χρόνια μέχρι την καταναγκαστική πώληση του ακινήτου.

 

Ως εκ των άνω ο Αιτητής ζητεί τις οδηγίες του Δικαστηρίου για να ενεργήσει σύμφωνα με αυτές ως διαχειριστής της περιουσίας και κατονομαζόμενος εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα. Είναι δε εισήγηση του ότι θα πρέπει χορηγηθεί η άδεια του Δικαστηρίου για την πώληση του ακινήτου, με οποιονδήποτε από τους τρόπους που αναφέρει στην Αίτηση, ώστε να είναι δυνατή η εξόφληση των χρεών της περιουσίας και η εκτέλεση της διαθήκης του αποβιώσαντα.

 

Διαζευκτικά, δηλαδή σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, ο Αιτητής ζητά την έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος ή οδηγίας με την οποία να επιλύονται όλα τα ζητήματα στη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα, με σκοπό να εκτελέσει τα καθήκοντα του ως διαχειριστή της εν λόγω περιουσίας.

 

Στον αντίποδα, το Ενδιαφερόμενο Μέρος, ουσιαστικά ο Κηδεμόνας, υποστηρίζει κατ’ αρχάς ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης για τον λόγο ότι το ακίνητο για το οποίο ζητείται η έκδοση διατάγματος υπάγεται σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης βάσει των προνοιών του Νόμου 139/1991. Ως εκ τούτου η Αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει απόφαση του Κηδεμόνα με την οποία να αποδεσμεύεται το ακίνητο. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέτοια απόφαση και αντιθέτως υπάρχει απορριπτική απόφαση του Κηδεμόνα, βάσει των προνοιών του άρθρου 3 του Νόμου 139/1991, δεν μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα που ζητεί ο Αιτητής.

 

Ο Κηδεμόνας δεν είναι δυνατό να χορηγήσει τη συγκατάθεσή του για πώληση του ακινήτου εφόσον δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του τροποποιητικού Νόμου 39(Ι)/2010. Ως δε αναφέρει, ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο οι ιδιοκτήτες τουρκοκυπριακών περιουσιών και/ή οι κληροδόχοι και/ή αντιπρόσωποι αυτών αποκλείονται της άσκησης οποιονδήποτε περιουσιακών δικαιωμάτων, χωρίς την αναγκαία προς τούτο άδεια του Κηδεμόνα. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, ο Κηδεμόνας δίδει την έγκρισή του για μεταβίβαση ακινήτου, ανάμεσα σε άλλα και όταν πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα, ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στην προκειμένη, η προϋπόθεση αυτή δεν ίσχυε εξ αρχής και παράνομα δόθηκε η έγκριση που στη συνέχεια ανακλήθηκε. Περαιτέρω, διεφάνη ότι ο αποβιώσας κατείχε ελληνοκυπριακές περιουσίες στις κατεχόμενες περιοχές.

 

Με αναφορά δε στο ιστορικό των ενεργειών του αποβιώσαντα προς πώληση του ακινήτου και των σχετικών απορριπτικών αποφάσεων του ιδίου ως Κηδεμόνα, υποστηρίζει ότι δια της Αίτησης, επιχειρείται η ανατροπή, δια απόφασης του Δικαστηρίου, της απόφασης του Κηδεμόνα - η οποία απέρριψε τα διάφορα αιτήματα για να επιτραπεί η πώληση του ακινήτου και η αρχικά παραχωρηθείσα έγκριση και συγκατάθεση του ανακλήθηκε - που αποτελεί απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας και με τον τρόπο αυτό θα αποτελέσει έμμεση επέμβαση της δικαστικής στην εκτελεστική εξουσία.

 

Σύμφωνα πάντα με το Ενδιαφερόμενο Μέρος, είναι δεδομένο ότι ο αποβιώσας έχει συνάψει συμβάσεις ή και δημιούργησε χρέη. Πρόκειται όμως για συμφωνίες σε σχέση με την περιουσία του που έγιναν χωρίς την εκ του νόμου απαραίτητη συγκατάθεση του Κηδεμόνα και ως εκ τούτου είναι εξ υπαρχής άκυρες.

 

Περαιτέρω, με την παρούσα Αίτηση εκείνο που ουσιαστικά ζητείται είναι η παράκαμψη της διαδικασίας της αίτησης για πώληση του ακινήτου για ικανοποίηση της Αγωγής Αρ. 1195/2013 (στη βάση του σχετικού ΜEMO που καταχωρήθηκε επί του ακινήτου) και η έγκριση διαδικασίας ιδιωτικού πλειστηριασμού ακινήτου που είναι επιβαρυμένο με MEMO για την εξόφληση των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον του αποβιώσαντα. Η είσπραξη όμως χρηματικού ποσού από την καταναγκαστική πώληση του τεμαχίου είναι εκτός των προνοιών της κείμενης νομοθεσίας, αφού προς τούτο είναι αναγκαία η εκ των προτέρων έγκριση του Κηδεμόνα για κατ’ εξαίρεση αποδέσμευση της περιουσίας, γεγονός που δεν υφίσταται.

 

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα πάντα με το Ενδιαφερόμενο Μέρος, ο Αιτητής ως διαχειριστής μπορεί να ολοκληρώσει τη διαδικασία χωρίς την πώληση της περιουσίας, μεταβιβάζοντας αυτή στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα ή και στους κληροδόχους του.

 

Ως εκ των άνω το Ενδιαφερόμενο Μέρος ζητά όπως η Αίτηση απορριφθεί.

 

Εξέταση της Αίτησης

 

Ως προκύπτει από τις εκατέρωθεν θέσεις, ουσιώδες και καίριο για σκοπούς της υπό  κρίση Αίτησης είναι το κατά πόσο το ακίνητο για το οποίο ζητείται η άδεια πώλησης αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία, στο πλαίσιο πάντα του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέµατα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόµου 139/1991 (στο εξής «ο Νόμος 139/1991»). Το βάρος απόδειξης δε τούτου βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή, ο οποίος και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν αποτελεί τέτοια περιουσία.

 

Το ποια περιουσία θεωρείται τουρκοκυπριακή καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 139/1991. Ως προνοείται, «τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαµβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόµενες από τη Δηµοκρατία περιοχές και περιλαµβάνει και τη βακούφικη περιουσία. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, «Τουρκοκύπριος» σηµαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαµονή του στις ελεγχόµενες από τη Δηµοκρατία περιοχές και περιλαµβάνει εταιρεία ή άλλο νοµικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ.

 

Σκοπός του Νόμου 139/1991, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, είναι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους. Με το Νόμο αυτό δεν σκοπείται η, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στέρηση της περιουσίας των εν λόγω ιδιοκτητών, στη βάση εθνοτικής καταγωγής, αλλά η προστασία της και η προσωρινή διαχείρισή της από τον Κηδεμόνα μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή. Κριτήριο δεν είναι η καταγωγή του ιδιοκτήτη, αλλά εάν η περιουσία του εγκαταλείφθηκε (βλ. Raziye Cemil και Επί τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman (2008) 1Β Α.Α.Δ. 987).

Ως δε εξηγήθηκε στην Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ν. Απόστολου Γεωργίου, Δια του Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου του Χαράλαμπου X. Ζόππου (2008) 1 Α.Α.Δ. 905, περιουσία Τουρκοκύπριου που κείται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ο ιδιοκτήτης της οποίας δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στις εν λόγω περιοχές κατά την 01/07/1991, δηλαδή κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του Νόμου 139/1991, θεωρείται ως εγκαταλελειμμένη σύμφωνα με το Νόμο και θεωρείται ως τέτοια μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, η οποία θα αποφασιστεί σύμφωνα με το άρθρο 2, από το Υπουργικό Συμβούλιο. Στην ίδια υπόθεση επισημάνθηκε, με αναφορά στις αρμοδιότητες που διαθέτει ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με βάση το Νόµο 139/1991, ότι ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Η διαχείριση όμως της περιουσίας αυτής ανατίθεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης - η οποία δεν έχει βέβαια φτάσει στη λήξη της - στον Κηδεμόνα. Το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς που συνάδουν με το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Στην ίδια υπόθεση επεξηγείται, με βάση τα πιο πάνω, ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου 139/1991 κάθε ακίνητη περιουσία Τουρκοκύπριου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με αυτή, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα. Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας παραμένει βέβαια στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι περιορίζονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, από του να μπορούν να την αποξενώσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποκλείεται βέβαια, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ’ ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη, μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους. Η οποιαδήποτε δικαιοπραξία όμως που αφορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ως περαιτέρω επεξηγείται, αν επιτρεπόταν η σύμβαση πώλησης των τουρκοκυπριακών περιουσιών θα καταστρατηγείτο, εκ θεμελίων, ο Νόμος 139/1991. Στην περίπτωση λοιπόν τέτοιων περιουσιών δεν απαιτείται απλώς άδεια μεταβίβασης, όπως στην περίπτωση των αλλοδαπών αλλά κάθε δικαιοπραξία θα πρέπει να γίνεται μόνο μέσω του Κηδεμόνα. Τονίζεται δε ότι η ρύθμιση που έγινε με το Νόμο 139/1991 είναι ένα αναγκαίο, προσωρινό μέτρο το οποίο έπρεπε να ληφθεί κάτω από τις τραγικές συνθήκες που δημιούργησε η τουρκική εισβολή, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται. Για τα πιο πάνω βλ. και Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ν. Τρύφωνος κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. E328/2016, ημερ. 02/11/2023.

 

Εδώ να λεχθεί ότι ο Νόμος 139/1991 κρίθηκε συνταγματικός σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1 Α.Α.Δ. 1077, Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 1275, Shakir κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ. 54 και Mushawar κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 111/13, ημερ. 27/11/2019). Στην Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ ανωτέρω αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι η αναγκαιότητα της διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα με σκοπό την προστασία τους δικαιολογείται βάσει του δικαίου της ανάγκης. Στην Mushawar κ.ά. ανωτέρω, κρίθηκε περαιτέρω, ότι ο Νόμος 139/1991, δεν συνιστά παραβίαση ούτε το Άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ή του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 

 

Στην προκειμένη, ως προκύπτει από τα όσα ο Αιτητής προβάλλει, αυτός δεν αμφισβητεί ότι σε περίπτωση που το ακίνητο αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία, τελεί υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα σύμφωνα με το Νόμο 131/1997 και ως εκ τούτου απαιτείται η συγκατάθεση και/ή έγκριση του Κηδεμόνα για να επιτραπεί η πώληση του. Είναι όμως η θέση του Αιτητή ότι το ακίνητο δεν αποτελεί πλέον τέτοια περιουσία και έτσι δεν απαιτείται η συγκατάθεση του Κηδεμόνα για να επιτραπεί η πώληση της. Αυτό καθότι, σύμφωνα με την ίδια θέση, ακόμα και εάν το ακίνητο εθεωρείτο τουρκοκυπριακή περιουσία κατά τον χρόνο της ζωής του αποβιώσαντα, μετά τον θάνατο αυτού έπαυσε να θεωρείται ως τέτοια. Στηρίζει δε αυτό σε ερμηνεία του Νόμου 131/1991 κατά τρόπον ώστε να θεωρείται ότι αυτός αφορά σε περιουσία ζώντα Τουρκοκύπριου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και όχι σε περιουσία θανόντα Τουρκοκύπριου που έπαυσε να έχει οποιαδήποτε διαμονή. Περαιτέρω, αναφέρει ότι αποβιώσας δεν είχε σύζυγο, ούτε τέκνα και ο κληροδόχος του δυνάμει της διαθήκης του δεν είναι Τουρκοκύπριος και άρα κανένας Τουρκοκύπριος δεν δικαιούται σε μέρος της περιουσίας αυτής ώστε τίθεται θέμα κατά πόσο η περιουσία παραμένει υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα.

 

Ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κριτήριο για το ποια περιουσία θεωρείται τουρκοκυπριακή σύμφωνα με το Νόμο είναι εάν η περιουσία εγκαταλείφθηκε. Τέτοια θεωρείται η περιουσία Τουρκοκύπριου που κείται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ο ιδιοκτήτης της οποίας δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στις εν λόγω περιοχές κατά την 01/07/1991, δηλαδή κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του Νόμου 139/1991. Παραμένει δε και θεωρείται ως τέτοια μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, η οποία θα αποφασιστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο.

 

Περαιτέρω, ως επισημάνθηκε στην P. Torgut υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του I. Y. Ζiaν κ.ά. ν. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 79/2015, ημερ. 10/06/2020, σε περίπτωση που οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες ή οι κληρονόμοι επιλέγουν να επανέλθουν και να εγκατασταθούν στις ελεύθερες περιοχές, οι περιουσίες απαλλάσσονται από τη Κηδεμονία του Νόμου (βλ. και Arif Moustafa v. Υπουργείου Εσωτερικών (2004) 4Β Α.Α.Δ. 790). Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι οι διαχειριστές της περιουσίας των αποβιωσάντων Τουρκοκυπρίων, ουδένα δικαίωμα έχουν στις περιουσίες των αποβιωσάντων, ούτε βεβαίως και υπάρχουν εύλογες ή θεμιτές προσδοκίες απόκτησης ή απόλαυσής τους. Απλώς έχουν την υποχρέωση διαχείρισης τους, προάσπισης των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών και απόδοσης τους στους κληρονόμους σύμφωνα με το Νόμο όπου δεν υπάρχει μεταξύ τους συμφωνία.

 

Στην προκειμένη, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας Τουρκοκύπριος, από «περί το 2000» είχε εγκατασταθεί στον Δήμο Γεροσκήπου. Ως εκ τούτου δεν αμφισβητεί ότι το ακίνητο αποτελούσε τουρκοκυπριακή περιουσία.

 

Εδώ να λεχθεί ότι αμφισβητήθηκε από το Ενδιαφερόμενο Μέρος ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή, ο οποίος αφήνει να νοηθεί ότι από «περί το 2000» ο αποβιώσας είχε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά του Αιτητή, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως καταρριφθείς ο εν λόγω ισχυρισμός του τελευταίου, ότι σύμφωνα με έκθεση από τις Αρχές Ασφαλείας ημερ. 14/02/2013, η οποία έγινε μετά από νέες εξετάσεις, ο αποβιώσας διέμενε για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα στα κατεχόμενα και όχι στις ελεύθερες περιοχές. Αυτό αποτέλεσε μάλιστα και ένα από τους λόγους ανάκλησης της έγκρισης του Κηδεμόνα για κάποιες εκ των συμφωνιών αγοραπωλησίας του ακινήτου. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί από πλευράς του Αιτητή ούτε ότι πριν το θάνατο του αποβιώσαντα το ακίνητο απαλλάχθηκε από τη Κηδεμονία του Νόμου 139/1991.

 

Η πιο πάνω ερμηνεία του Νόμου που εισηγείται ο Αιτητής και δη ότι λόγω του θανάτου του ιδιοκτήτη του ακινήτου αυτό δεν αποτελεί πλέον τουρκοκυπριακή περιουσία, δεν βρίσκει κατά την κρίση μου έρεισμα ούτε στον ίδιο το Νόμο ούτε στη σχετική νομολογία. Αυτό καθότι ο Νόμος δεν καθιστά ως προϋπόθεσή για να θεωρείται μια περιουσία ως τουρκοκυπριακή, ο ιδιοκτήτης αυτής να είναι εν ζωή, είτε κατά τον χρόνο που θεωρείται εγκαταλειφθείσα είτε μεταγενέστερα. Στη σχετική δε νομολογία αναφέρεται βέβαια ότι δεν αποκλείεται, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ’ ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη, μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους. Επισημαίνεται όμως ότι η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που αφορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα (βλ. Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ανωτέρω). Εδώ να υπομνησθεί ότι στην προκειμένη, ο Κηδεμόνας δεν έχει δώσει τη συγκατάθεση του και έχει ανακαλέσει αυτή  όσον αφορά κάποιες εκ των συμφωνιών πώλησης του ακινήτου που έκανε ο αποβιώσας ενώ ήταν εν ζωή.

 

Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι το ακίνητο, για την πώληση του οποίου ζητά την άδεια του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία ώστε να μην διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου 139/1991 και να μην τελεί υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, με όσα αυτό συνεπάγεται, πάντα σύμφωνα με το Νόμο. Τούτου δεδομένου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία έγκρισης της αιτούμενης παροχής άδειας για πώληση του ακινήτου και σίγουρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον Κηδεμόνα - ο οποίος είναι το αρμόδιο, με βάση το Νόμο, για τον σκοπό αυτό όργανο - στις εξουσίες που του παρέχονται από το Νόμο 131/1991.

Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω που καθορίζει μοιραία την τύχη της Αίτησης, αυτή δεν μπορεί να εγκριθεί και για ακόμη ένα λόγο και εξηγώ. Η παροχή άδειας για πώληση του ακινήτου από το Δικαστήριο, θα παρέκαμπτε και θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τη διαδικασία που προώθησε κάποιος εκ των εξ αποφάσεως δανειστών του αποβιώσαντα και δη την αίτηση για εκποίηση του MEMO ΕΒ 1473/13, με ότι αυτό θα συνεπάγετο για τα δικαιώματα του εν λόγω προσώπου. Ο ίδιος δε ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η προώθηση της εν λόγω διαδικασίας θα οδηγήσει στην πώληση του ακινήτου, στην πληρωμή των διαφόρων χρεών και το περίσσευμα θα μπορεί να διατεθεί στον κληροδόχο δυνάμει της διαθήκης. Με άλλα λόγια υποστηρίζει ότι η εν λόγω διαδικασία θα επιλύσει το θέμα για το οποίο εγείρει και την παρούσα Αίτηση. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Αιτητή, η διαδικασία εκποίησης του ΜΕΜΟ είναι χρονοβόρα, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω κατά τρόπο μάλιστα ώστε να οδηγήσει στην έγκριση της Αίτησης.

 

Ούτε το διαζευκτικό αίτημα του Αιτητή μπορεί να εγκριθεί και εξηγώ. Η εναρκτήρια κλήση που προβλέπει το άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189, στο οποίο εδράζεται η Αίτηση, δεν συνιστά αίτημα για διαχείριση της κληρονομιάς αλλά απλά μια μέθοδο για την επίλυση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντα, ανεξάρτητα από τη διαχείριση της κληρονομιάς (βλ. σύγγραμμα Α.Κ. Αιμιλιανίδη, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, σελ. 233). Δεν μου διαφεύγει ότι, με βάση το εδάφιο (ζ) της παραγράφου (1) του εν λόγω άρθρου, ο Αιτητής μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο «την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονοµιάς σε Δικαστήριο … οποιουδήποτε ζητήµατος που προκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρονοµιάς». Παρά ταύτα θα πρέπει να καθορίζεται από τον προσφεύγοντα στο Δικαστήριο, το ζήτημα το οποίο επιζητείται να επιλυθεί. Ως αναφέρθηκε στην Τερζής ν. Πετουφά (2011) 1Α Α.Α.Δ. 336, η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Ως περαιτέρω αναφέρεται στην ίδια απόφαση, «το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από το κείμενο των σχετικών νομοθετικών και δικονομικών διατάξεων και την ορθή ερμηνεία τους, είναι ότι οι εκτελεστές, διαχειριστές ή ενδιαφερόμενα πρόσωπα, απευθύνονται στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.55, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει κάποια θέματα και να επιλύσει κάποια αμφίρροπα ή αμφισβητούμενα σημεία που εγείρονται κατά τη διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των εγειρόμενων θεμάτων και επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα, δίδοντας σχετικές οδηγίες» (η έμφαση γίνεται από το Δικαστήριο).

 

Στην προκειμένη, ο Αιτητής ζητά γενικά και αόριστα την έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος ή οδηγίας «με την οποία να επιλύονται όλα τα ζητήματα στη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα». Πρόκειται για ένα τόσο γενικό και αόριστο αίτημα που δίδει την εντύπωση ότι εκείνο που ζητείται είναι το ίδιο το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τον Αιτητή, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και να ασκήσει τα δικά του καθήκοντα προς περάτωση της διαδικασίας διαχείρισης, δια της επίλυσης οποιουδήποτε θέματος υπάρχει ή θα προκύψει, κάτι που ασφαλώς δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου με βάση την ως άνω νομοθετική πρόνοια.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

            (Υπ.) …..…....……...…....……………

                                                                                          Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

Subject: Civil/Other Actions/Interim

(Αναφορά: Αστική - Γενική Αίτηση - Τελική - Αίτηση δυνάμει του άρθρου 53 του Κεφ. 189)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο