ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 924/2025 I-Justice
Μεταξύ:
Leonidas Loucas (Α.Δ.Τ. χχχ), xxx Λεμεσός
Ενάγοντος
και
1. Squared Financial (CY) Limited (HE xxx), xxx Λεμεσός
2. Philippe Ghanem
Eναγομένων
Αίτηση ημερ. 16.10.25 για παραμερισμό της Απαίτησης, της αίτησης δια κλήσεως ημερ. 01.09.25 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, της μονομερής αίτησης ημερ. 25.09.25 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 2, του διατάγματος ημερ. 26.09.25 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και της υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 2 και οποιοδήποτε άλλο δικαστικό/νομικό έγγραφο καταχωριστεί και/ή διάταγμα εκδοθεί μεταγενέστερα
Ημερομηνία: 16.06.26
Εμφανίσεις:
Για Εναγομένους 1 & 2/Αιτητές 1 & 2: κος Μ. Λοϊζίδης μαζί με κα Στ.
Καρακατσάνη για M. C. Loizides &
Associates L.L.C.
Για Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση: κος Α. Κουάλης μαζί με κ. Δ. Λοϊζίδη για
A. G. Erotocritou L.L.C.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Δικονομικό Ιστορικό Υπόθεσης:
Ο Ενάγοντας καταχώρισε στις 26.08.25 Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 που είναι το δικονομικό καθεστώς που διέπει την παρούσα υπόθεση. Με την απαίτηση αυτή αξιώνει εναντίον αμφοτέρων Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ειδικές αποζημιώσεις ύψους €1,000,000 και $4,855,031.47 (Δολάρια Αμερικής) και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω επικαλούμενης παράβασης σύμβασης υπηρεσιών από την Εναγόμενη 1, απάτης, παράνομης κατακράτησης χρημάτων του, παράβασης νομοθετικών υποχρεώσεων, παράβασης καθηκόντων που απορρέουν από σχέση καταπιστεύματος (fiduciary duties) και συνομωσίας με σκοπό την εξαπάτηση του Ενάγοντα από τους Εναγομένους 1 & 2. Διαζευκτικά ο Ενάγοντας ζητεί δηλώσεις για κατ’ ισχυρισμό παράνομη και κατά παράβαση σύμβασης υπηρεσιών κατακράτηση των πιο πάνω ποσών καθώς επίσης την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία η Εναγόμενη 1 να διατάζεται να μεταφέρει σε λογαριασμό του Ενάγοντα τα εν λόγω ποσά συνεπεία της κατ’ ισχυρισμό παράνομης και κατά παράβασης σύμβασης υπηρεσιών κατακράτησης τους.
Στις 26.08.25 ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση δια κλήσεως για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 & 2 (Mareva και Norwich Pharmacal). Η εν λόγω αίτηση εκκρεμεί.
Στις 04.09.25 το έντυπο απαίτησης και η αίτηση δια κλήσεως επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1 εταιρείας. Σχετική ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη ημερ. 08.09.25 αναφέρει ότι τα εν λόγω έγγραφα παραδόθηκαν σε ένα εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1, Craig Jenkins, έναντι της υπογραφής του.
Στις 17.09.25 η Εναγόμενη 1 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στο οποίο αναφέρει ότι εκπροσωπείται από δικηγόρο. Στο προβλεπόμενο από τους δικονομικούς θεσμούς έντυπο δηλώνεται ως επιλογή ότι η Εναγόμενη 1 «Προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση αυτή ή μέρος της απαίτησης αυτής» καθώς επίσης σημειώνεται ως επιλογή ότι η Εναγόμενη 1 «Προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου» (Κ.10.1(5), Κ.12.1(2)) [η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]. Παρόλο ότι, με βάση τους δικονομικούς θεσμούς, η περίοδος καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης είναι 14 ημέρες από την επίδοση της έκθεσης απαίτησης (Κ.10.4(1)) όταν δηλώνεται στο έντυπο απαίτησης ότι θα ακολουθήσει η έκθεση απαίτησης όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, εντούτοις η ενωρίτερη υποβολή εντύπου σημειώματος εμφάνισης και συγκεκριμένα πριν από την επίδοση της έκθεσης απαίτησης από την Εναγόμενη 1 δεν συνιστά οποιοδήποτε κώλυμα για την ίδια και ούτε της προκαλεί οποιοδήποτε πρόβλημα.
Στις 25.09.25 προωθήθηκε μονομερής αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας εγγράφων της απαίτησης και υποκατάστατης επίδοσης των εν λόγω εγγράφων στον Εναγόμενο 2 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε ηλεκτρονική διεύθυνση που σημειώνεται και/ή μέσω των αρμοδίων και/ή κεντρικών και/ή διπλωματικών αρχών που είναι υπεύθυνες για την επίδοση τους σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Μονακό. Στις 26.09.25 εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εγγράφων της απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας στον Εναγόμενο 2 και παράλληλα εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των εν λόγω εγγράφων στον συγκεκριμένο Εναγόμενο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε ηλεκτρονική διεύθυνση που έχει δηλωθεί.
Στις 14.10.25 ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στο οποίο αναφέρει ότι εκπροσωπείται από δικηγόρο που είναι το ίδιο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί και την Εναγόμενη 1. Η συγκεκριμένη καταχώριση έγινε στο προβλεπόμενο από τους δικονομικούς θεσμούς έντυπο. Όπως και με την Εναγόμενη 1 έτσι και στην περίπτωση του Εναγομένου 2 στο έντυπο δηλώνεται ως επιλογή ότι ο Εναγόμενος 2 «Προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση αυτή ή μέρος της απαίτησης αυτής» καθώς επίσης σημειώνεται ως επιλογή ότι η Εναγόμενη 1 «Προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου» [η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου].
Η υπό κρίση Αίτηση:
Στις 16.05.25 οι Εναγόμενοι 1 & 2 (Αιτητές) καταχώρησαν την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν αξιώνουν:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την απαίτηση και/ή να εκδώσει τις θεραπείες που ζητούνται με αυτή.
Β. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά προς το αιτητικό (Α) ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκδώσει τις ζητούμενες θεραπείες και/ή διατάγματα.
Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή διαγράφεται: ί) το Έντυπο Απαίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ii) η δια κλήσεως Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 01/09/2025, iii) η μονομερής αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση στον Εναγόμενο 2, ημερομηνίας 25/09/2025, ίν) το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 2, ημερομηνίας 26/09/2025, και/ή ν) οποιοδήποτε άλλο δικαστικό έγγραφο και/ή διάταγμα και/ή αίτηση που καταχωριστεί μεταγενέστερα στην παρούσα διαδικασία, ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου προς εκδίκαση τους.
Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επίδοση των ακόλουθων εγγράφων: ί) του Εντύπου Απαίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ii) της δια κλήσεως Αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 01/09/2025, iii) της μονομερούς αίτησης για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 2, ημερομηνίας 25/09/2025, ίν) του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 2, ημερομηνίας 26/09/2025 και/ή ν) οποιουδήποτε άλλου δικαστικού εγγράφου και/ή διατάγματος και/ή αίτησης που καταχωριστεί μεταγενέστερα στην παρούσα διαδικασία και επιδοθεί στους Εναγόμενους, ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή επί τη βάσει του ότι η επίδοση των ανωτέρω εγγράφων είναι άκυρη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη.
Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη και/ή καθολική διαγραφή και/ή ο παραμερισμός του Εντύπου Απαίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καθώς και όλων των δικαστικών εγγράφων που καταχωρήθηκαν στην παρούσα διαδικασία, ως αντικανονικά και/ή ως παράτυπα και/ή ως καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας και/ή ως νομικά αβάσιμα εφόσον δεν αποκαλύπτουν εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και/ή τείνουν να προκαλέσουν αχρείαστη ταλαιπωρία στους Εναγόμενους.
ΣΤ. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των αιτητικών (Γ), (Δ), (Ε) ανωτέρω, Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη και/ή παραμερισμός και/ή αναστολή της διαδικασίας στην Απαίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω του ότι το Κυπριακό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις δεν είναι το κατάλληλο Δικαστήριο (forum conveniens) για να επιληφθεί της Απαίτησης και να εκδώσει τις ζητούμενες θεραπείες και/ή διατάγματα.
Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.»
Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, τα Μέρη 12, 23 & 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), τα άρθρα 10, 37. 39 & 73 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), η αιτιολογική σκέψη 20 και τα άρθρα 4, 7, 25 & 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, η Σύμβαση της Χάγης και ο Κυρωτικός Νόμος 40/1982, το κοινοδίκαιο, το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι αρχές επιείκεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Craig Jenkins, ενός εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1 εταιρείας. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.
Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνονται οι Εναγόμενοι. Επίσης προβάλλονται επιχειρήματα και παρατίθενται οι λόγοι που σύμφωνα με τον ομνύοντα και κατ’ επέκταση των Εναγομένων καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το σύνολο των αναφορών που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγομένων.
Η Ένσταση:
Ο Ενάγοντας (Καθ’ ου η αίτηση) αντέδρασε στις 14.11.25 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης επί 11 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης.
Η νομική βάση της ένστασης του Ενάγοντα είναι ουσιαστικά παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.
Η ένσταση συνοδεύεται από γραπτή μαρτυρία του Ενάγοντα.
Στην γραπτή μαρτυρία του Ενάγοντα προβάλλονται θέσεις και επισυνάπτονται έγγραφα που σύμφωνα με τον Ενάγοντα τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης και προβάλλονται γεγονότα από την γωνία αντίληψης του Ενάγοντα, στη βάση των οποίων θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους του. Οι επικαλούμενες αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή του Ενάγοντα.
Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις:
Ακολούθως αμφότερες πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές γραπτές μαρτυρίες σύμφωνα με το εγκριμένο χρονοδιάγραμμα διαδικασίας εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης. Ομνύοντες ήταν πάλι ο Craig Jenkins για τους Εναγομένους 1 & 2 (Αιτητές) και ο Ενάγοντας ως Καθ’ ου η αίτηση που είναι.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και των γραπτών μαρτυριών της ένστασης. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.
Ακρόαση Αίτησης:
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.
Έκθεση Απαίτησης:
Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 09.03.26. Χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι το εν λόγω δικόγραφο προωθήθηκε μετά που ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης και βεβαίως σε χρόνο μεταγενέστερο της επιφύλαξης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης από το Δικαστήριο, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Αντικείμενο εκδίκασης – Επίδικα Θέματα:
Μελέτη του περιεχομένου των αιτουμένων θεραπειών καθιστά αντιληπτό ότι οι Εναγόμενοι μέσα από την παρούσα διαδικασία ουσιαστικά ζητούν:
(α) παραμερισμό της Απαίτησης ένεκα της θέσης των Εναγομένων περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση αυτή,
(β) αναστολή της διαδικασίας επειδή, ως είναι η θέση των Εναγομένων, το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα (forum conveniens) για να επιληφθεί της Απαίτησης και να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες και/ή διατάγματα,
(γ) διαγραφή της Απαίτησης επειδή, ως είναι η θέση των Εναγομένων, δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή τείνει να προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία στους Εναγομένους,
(δ) παραμερισμός επίδοσης του Εντύπου Απαίτησης, της Αίτησης δια κλήσεως ημερ. 01.09.25, της Αίτησης τύπου ex parte ημερ. 25.09.25 και του διατάγματος ημερ. 26.09.25 στον Εναγόμενο 2 λόγω του ότι, ως είναι η θέση των Εναγομένων, η επίδοση των εν λόγω εγγράφων στον Εναγόμενο 2 είναι άκυρη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη.
Τα πιο πάνω είναι τα επίδικα ζητήματα που χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο, το οποίο και καλείται να αποφασίσει γι’ αυτά.
Νομική Πτυχή - Εξέταση της αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:
Κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο κέκτηται ή όχι δικαιοδοσία
Το Μέρος 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στους οποίους εμπίπτει η παρούσα υπόθεση, πραγματεύεται δικονομικά το θέμα της αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα ο Κ.12.1 περιγράφει τη διαδικασία που οι Εναγόμενοι καλούνται να ακολουθήσουν. Με βάση τον Κ.12.1(1), ο Εναγόμενος που επιθυμεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας. Για να υποβληθεί τέτοια αίτηση ο Εναγόμενος πρέπει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή, η οποία να υποδεικνύει την πρόθεση αυτή (Κ.12.1(2)). Αν ο Εναγόμενος δεν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Κ.12.1(2) τότε θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου και δεν θα μπορεί να ισχυριστεί ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του (Κ.12.1(4)). Βέβαια τέτοια αποδοχή αλλά και γενικότερα αποδοχή δικαιοδοσίας από οποιονδήποτε διάδικο δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από Δικαστήριο στην περίπτωση που αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει νομοθεσίας (Κ.12.1(5)). Η αίτηση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου υποβάλλεται εντός 14 ημερών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης και πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία (Κ.12.1(3)(α) & (β)). Διάταγμα που εκδίδεται και αναγνωρίζει ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την ενώπιον του Απαίτηση δύναται επίσης να περιλαμβάνει πρόνοιες, ανάμεσα σ’ άλλα, παραμερισμού του Εντύπου Απαίτησης και παραμερισμού επίδοσης Εντύπου Απαίτησης, αναστολής της διαδικασίας (Κ.12.1(6)).
Η αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων στην Κύπρο να εξετάζουν και να αποφασίζουν ζητήματα επί πολιτικών υποθέσεων διαχωρίζεται σε κατά τόπον και καθ’ ύλην. Το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) ασχολείται με την κατά τόπον δικαιοδοσία και το άρθρο 22 της ίδιας νομοθεσίας επιλαμβάνεται την καθ’ ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με τα πιο πάνω παρατηρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημειώματα εμφάνισης εκπροσωπούμενοι από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Δεν παραγνωρίζω ότι αμφότεροι Εναγόμενοι στο σημείωμα εμφάνισης τους επέλεξαν να σημειώσουν από δύο επιλογές παρά από μία. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος υπέδειξαν ως επιλογές τους στην παρούσα υπόθεση την «πρόθεση τους να αμφισβητήσουν την απαίτηση ή μέρος της απαίτησης του Ενάγοντα» καθώς επίσης «την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου». Η πιστή εφαρμογή των δικονομικών προνοιών συνιστά εκδήλωση πρόθεσης σε μία μόνο επιλογή. Δεν μπορεί κάποιος να δηλώνει αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ταυτόχρονα να δηλώνει αμφισβήτηση της απαίτησης ή μέρος αυτής ενώπιον της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μόλις πριν έχει δηλώσει ότι προτίθεται να αμφισβητήσει. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να εκληφθεί ότι ο Εναγόμενος δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Κ.12.1(2) υπό την έννοια ότι δεν έχει συμπληρώσει κατάλληλα το σημείωμα εμφάνισης και έτσι να θεωρηθεί ότι αποδέχτηκε τη δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου (Hoddinot v. Persimmon Homes (Wessex) Ltd [2008] 1 WLR 806, Burns – Anderson Independent Network Plc v. Wheeler [2005] EWHC 575).
Βέβαια το Δικαστήριο έχει πάντοτε κατά νου την ουσία του αντικειμένου που καλείται να εξετάσει μέσα από την διαδικασία, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται από τις προβαλλόμενες θέσεις και επιχειρήματα κάθε πλευράς και δεν πρέπει να παρεκκλίνει από αυτή. Στοχευμένα θα πρέπει να ασκήσει την κρίση του σ’ αυτό που προκύπτει ότι κλήθηκε να εξετάσει κατ’ εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού (Μέρος 1). Γι’ αυτό κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Η παρούσα περίπτωση, κατόπιν μελέτης του συνόλου των εγγράφων στην ολοκληρωμένη τους διάσταση, δεν θεωρείται ότι είναι από αυτές όπου προκαλεί κώλυμα στους Εναγομένους να επικαλούνται στέρηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Με γνώμονα πλέον την αποκρυσταλλωμένη επιλογή τους, οι Εναγόμενοι προχώρησαν με υποβολή της υπό κρίση αίτησης με βάση τις οδηγίες του Δικαστηρίου και υποστηριζόμενη από μαρτυρία, ως προνοούν οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας. Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται ότι οι Εναγόμενοι έχουν συμμορφωθεί με τις προαναφερόμενες δικονομικές απαιτήσεις.
Θέμα δικαιοδοσίας, κατά βάση, αποφασίζεται επί των μη αμφισβητουμένων γεγονότων λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τα επιχειρήματα των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση τα πιο κάτω αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα:
· Η Εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο.
· Η Εναγόμενη 1 είναι επίσης εταιρεία εγγεγραμμένη στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
· Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1 που έχει δηλωθεί στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών βρίσκεται στη Λεμεσό.
· Η Εναγόμενη 1 ασχολείται επαγγελματικά κυρίως με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε πελάτες.
· Η Εναγόμενη 1 διεξάγει τις επαγγελματικές της δραστηριότητες στην επαρχία Λεμεσού.
· Η Εναγόμενη 1 ανήκει, μαζί με άλλες εταιρείες, σε όμιλο εταιρειών.
· Το Έντυπο Απαίτησης μαζί με την αίτηση δια κλήσεως ημερ. 01.09.25 και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν επιδόθηκαν στις 04.09.25 στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1, τα οποία παρέλαβε ο ομνύοντας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υπό την ιδιότητα του διευθυντή έναντι της υπογραφής του.
· Ο Εναγόμενος 2 εκτελεί χρέη διευθυντή της Εναγομένης 1 από τις 28.11.19.
· Ο Εναγόμενος 2 είναι Ελβετός υπήκοος.
Προκειμένου να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν διαθέτει δικαιοδοσία για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, οι Εναγόμενοι προβάλλουν ως επιχειρήματα το ότι:
(α) οι Εναγόμενοι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ενάγοντα - ο Ενάγοντας ουδέποτε υπήρξε πελάτης της Εναγομένης 1, ουδέποτε είχε επαγγελματική σχέση μαζί της, ουδέποτε προχώρησε σε εμβάσματα προς αυτήν, ότι η Εναγόμενη 1 δεν παρείχε υπηρεσίες στον Ενάγοντα και ότι η ίδια δεν έλαβε χρήματα από αυτόν,
(β) η μόνη συμφωνία που φαίνεται να συνήψε ο Ενάγοντας είναι με την εταιρεία Squared Financial (Seychelles) Ltd (στο εξής η «SQ») με την οποίαν καθ’ όλον του ουσιώδη για την απαίτηση χρόνο συναλλασσόταν - ο Ενάγοντας είχε συμβατική σχέση με την SQ που είναι εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες από το έτος 2021,
(γ) η συμπεριφορά του Ενάγοντα συνιστά σαφή αναγνώριση ότι η μόνη συμβατική σχέση που είχε είναι με την SQ,
(δ) η συμφωνία που συνήψε ο Ενάγοντας με την SQ περιέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας υπέρ των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών,
(ε) Οι Εναγόμενοι δεν εμπλέκονται σε οποιαδήποτε απάτη ή άλλο αστικό αδίκημα εναντίον του Ενάγοντα και σε κάθε περίπτωση το οποιοδήποτε αστικό αδίκημα επικαλείται ο Ενάγοντας δεν διαπράχτηκε στην Κύπρο εφόσον ο Ενάγοντας συναλλασσόταν αποκλειστικά με την SQ στις Σεϋχέλλες,
(στ) όλα τα στοιχεία της υπόθεσης του Ενάγοντα συνδέονται με τις Σεϋχέλλες και όχι με την Κύπρο.
Προς υποστήριξη των επιχειρημάτων τους, οι Εναγόμενοι επικαλούνται την αποστολή 3 επιστολών από το δικηγόρο του Ενάγοντα προς την SQ από την οποίαν ζητούν επιστροφή των προαναφερομένων αξιούμενων ποσών.
Η πλευρά του Ενάγοντα επικαλείται ότι τα πιο πάνω επιχειρήματα των Εναγομένων καταδεικνύουν ότι η υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί το κατάλληλο δικονομικό διάβημα και/ή στάδιο για την επίλυση των ζητημάτων που εγείρονται. Με τον 10ο λόγο ένστασης του είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το ζήτημα που οι Εναγόμενοι εγείρουν δεν αφορά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αλλά τα μέρη που προστέθηκαν ως εναγόμενοι στην απαίτηση (σημείο Ε, §41, σελίδα 17 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Ενάγοντα).
Πράγματι οι Εναγόμενοι εγείρουν ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση όχι επειδή υπάρχουν οι παράμετροι εκείνες που καθιστούν το παρόν Δικαστήριο αναρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης αλλά βασικά λόγω του ότι θεωρούν ότι η παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί εναντίον λανθασμένων, κατά τη γνώμη τους, διαδίκων. Ουσιαστικά εκείνο που ευσεβάστως εισηγούνται είναι ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ένεκα αυτού δεν υπάρχει δικαιοδοσία. Είναι γεγονός ότι όλα τα επιχειρήματα των Εναγομένων περί έλλειψης δικαιοδοσίας παραπέμπουν στη θέση ότι η SQ θα έπρεπε, κατά τη γνώμη των Εναγομένων, να βρίσκεται στο Έντυπο Απαίτησης και όχι οι Εναγόμενοι.
Με κάθε σεβασμό τα πιο πάνω δεν συνιστούν ζήτημα δικαιοδοσίας που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει παρόλο ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα. Το θέμα που οι Εναγόμενοι αναδεικνύουν ως έλλειψη δικαιοδοσίας για τους λόγους που επικαλέστηκαν αποτελούν αντικείμενο εκδίκασης σε αίτηση διαγραφής της απαίτησης λόγω ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους. Επομένως ο Ενάγοντας έχει δίκαιο να παραπονιέται ότι το ζήτημα που εγείρεται δεν αφορά έλλειψης δικαιοδοσίας.
Βέβαια αν κάποιος αναγνώσει με προσοχή τα αιτούμενα ζητήματα θα αντιληφθεί ότι το θέμα της δικαιοδοσίας δεν είναι το μοναδικό που εγείρεται. Παρόλο ότι η αίτηση έχει προωθηθεί υπό το πνεύμα του Μέρους 12, εντούτοις περιλαμβάνει ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει, τα οποία δεν εμπίπτουν αποκλειστικά στο ζήτημα της δικαιοδοσίας αλλά θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενα εκδίκασης διαφορετικής φύσεως σε άλλες αιτήσεις. Εξ’ ου και η αίτηση αυτή δεν εδράζεται μόνο στο Μέρος 12 αλλά, μεταξύ άλλων, στα Μέρη 3, 23 και 25. Έχω ήδη αναφερθεί στα αντικείμενα εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης.
Ένα από τα θέματα που χρήζουν εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι η διαγραφή της Απαίτησης επειδή, ως είναι η θέση των Εναγομένων, δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή τείνει να προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία στους Εναγομένους. Άλλο ζήτημα είναι ο παραμερισμός επίδοσης του Εντύπου Απαίτησης, της Αίτησης δια κλήσεως ημερ. 01.09.25, της Αίτησης τύπου ex parte ημερ. 25.09.25 και του διατάγματος ημερ. 26.09.25 λόγω του ότι, ως είναι η θέση των Εναγομένων, η επίδοση των εν λόγω εγγράφων στον Εναγόμενο 2 είναι άκυρη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη. Θεωρώ ότι στη βάση του πρωταρχικού σκοπού που το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόζει (Μέρος 1) όλα τα ζητήματα που εγείρονται και δεν αφορούν μόνο θέμα δικαιοδοσίας θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθούν πολλαπλές διαδικασίες, θα υπάρξει μείωση ταλαιπωρίας, θα επιτευχθεί εξοικονόμηση δαπανών – εξόδων, θα εξυπηρετηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και θα διασφαλιστεί ο ταχύς και δίκαιος χειρισμός της υπόθεσης.
Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η θέση του Ενάγοντα ότι όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην υπό κρίση αίτηση δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν επειδή δεν είναι η κατάλληλη αίτηση για κάτι τέτοιο, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έπεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης επιτυγχάνει μερικώς.
Εν πάση περιπτώσει, η πλευρά του Ενάγοντα προβάλλει ως βάσεις απαίτησης παράνομη κατακράτηση χρημάτων από τους Εναγομένους που σύμφωνα με τον ίδιο του ανήκουν, την διάπραξη απάτης εις βάρος του από τους εν λόγω Εναγομένους, παράβαση σύμβασης υπηρεσιών από την Εναγόμενη 1, παράβαση καθηκόντων που απορρέουν από σχέση καταπιστεύματος (fiduciary duties) και συνομωσία με σκοπό την εξαπάτηση του Ενάγοντα από τους Εναγομένους 1 & 2. Όλες οι προβαλλόμενες βάσεις απαίτησης συσχετίζονται με γεγονότα που ο Ενάγοντας επικαλείται. Επίσης υπάρχει συσχετισμός των βάσεων απαίτησης με τις επικαλούμενες ζημιές που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστηκε καθώς και όλα μαζί με τις αξιούμενες θεραπείες.
Η παράβαση σύμβασης υπηρεσιών και καθηκόντων που απορρέουν από σχέση καταπιστεύματος εμπίπτουν στο δίκαιο των συμβάσεων (Κεφ.148). Σχετικά είναι τα άρθρα 9, 10, 37, 39, 73 και 76 της εν λόγω νομοθεσίας και όχι μόνο.
Η απάτη αποτελεί αστικό αδίκημα που διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.149).
Σε σχέση με την επικαλούμενη συνομωσία, αυτή μπορεί να ιδωθεί ως προέκταση της απάτης-εξαπάτησης-δόλιας συμπεριφοράς-δόλιας παραπλάνησης.
Η δε παράνομη κατακράτηση χρημάτων συνιστά επίσης αστικό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου ρυθμίζεται από τα άρθρα 37 και 38 του Κεφ.149.
Σε ότι αφορά τις βάσεις απαίτησης, παρέχονται διάφορες λεπτομέρειες. Ειδικότερα ο Ενάγοντας παρουσιάζει ως επιχείρημα ότι συναλλάχτηκε επαγγελματικά με την Εναγόμενη 1 με την οποίαν λειτουργούσε λογαριασμούς, μέσω των οποίων διατηρούσε επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, τον Νοέμβριο 2024 οι λογαριασμοί αυτοί είχαν ως πιστωτικά υπόλοιπα τα προαναφερόμενα αξιούμενα ποσά, τα οποία οι Εναγόμενοι αδικαιολόγητα αρνιούνται να του επιστρέψουν. Προς υποστήριξη των επιχειρημάτων του, ο Ενάγοντας επικαλέστηκε υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου διαχείρισης των επενδύσεων του σε κρυπτονομίσματα σε επιστολόχαρτο με λογότυπο της Εναγομένης 1 καθώς επίσης εγγράφου που κατά τον Ενάγοντα επιβεβαιώνει τη διεξαγωγή συναλλαγών με την Εναγόμενη 1. Περαιτέρω ο Ενάγοντας παραπέμπει σε ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία, ως ισχυρίζεται, σημειώνουν συμμετοχή της Εναγομένης 1.
Όπως ήδη λέχθηκε, η Εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία που διεξάγει επαγγελματικές δραστηριότητες στην Κύπρο, της οποίας διευθυντής είναι ο Εναγόμενος 2. Ο ισχυρισμός της ότι τα αξιούμενα ποσά δεν βρίσκονται στην κατοχή του αλλά υπό τον έλεγχο του οργανισμού με τον οποίον συνεργάστηκε επαγγελματικά φαίνεται εκ πρώτης όψεως από το Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Παράλληλα το Τεκμήριο LL4 στην γραπτή μαρτυρία του Ενάγοντα υπό τον τίτλο ‘Limited Power of Administration’ που ο Ενάγοντας αναγνωρίζει ότι υπέγραψε και επισύναψε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, παρουσιάζει πρόσωπο που κατονομάζεται να εκπροσωπεί τον Ενάγοντα σε συναλλαγές που θα είχε με οργανισμό, του οποίου η διεύθυνση δηλώνεται ότι βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού και ταυτίζεται με τη διεύθυνση που σημειώνεται στο Έντυπο Απαίτησης ως η διεύθυνση της Εναγομένης 1. Ακόμη ηλεκτρονικά έγγραφα φαίνεται να φωτογραφίζουν την Εναγόμενη 1 είτε σημειώνοντας την εταιρική επωνυμία της είτε καταγράφοντας την ίδια διεύθυνση που της αποδίδεται στο Έντυπο Απαίτησης (Τεκμήρια LL7 και LL9). Μάλιστα το πιο πάνω Τεκμήριο LL4 επικαλείται λειτουργία λογαριασμού του Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1 μέσω του οποίου θα διεξάγονταν οι μεταξύ τους επαγγελματικές συναλλαγές (client’s trading account), πράγμα που ισχύει στην περίπτωση που συνομολογηθεί σύμβαση παροχών υπηρεσιών μεταξύ της Εναγομένης 1 και πελάτη (όρος 4.1, σελ. 12 Τεκμηρίου LL11 ΓΜ Ενάγοντα, όρος 4.1, σελ. 13 Τεκμηρίου LL12 ΓΜ Ενάγοντα).
Δεν διαφεύγει της προσοχής μου το υπογραμμένο έγγραφο από τον Ενάγοντα ημερ. 28.06.21 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση). Ωστόσο το περιεχόμενο του μου δίδει την εντύπωση ότι πρόκειται για μία βεβαίωση που ζητήθηκε από τον Ενάγοντα, η οποία δεν φαίνεται να σχετίζεται με συνομολόγηση σύμβασης, όρους και προϋποθέσεις ή πρόθεση για διεξαγωγή συναλλαγών. Ούτε οι επίμαχες 3 επιστολές στις οποίες αναφέρονται οι Εναγόμενοι διαφοροποιούν το σκηνικό. Ανεξαρτήτως της εξήγησης που ο Ενάγοντας έδωσε για την αποστολή τους, το περιεχόμενο τους δεν καταδεικνύει οτιδήποτε. Ακόμη η μεταφορά χρημάτων με τραπεζικό/ηλεκτρονικό έμβασμα δεν συνιστά και ούτε τείνει να καταδείξει συμβατική σχέση. Το ενδεχόμενο χρήματα που είχαν αποσταλεί από τον Ενάγοντα να μεταφέρονται εσωτερικά από λογαριασμό μιας εταιρείας ομίλου στην οποίαν ανήκει η Εναγόμενη 1 σε λογαριασμό της Εναγομένης 1 όχι μόνο δεν μπορεί να αποκλειστεί αλλά είναι υπαρκτό (Τεκμήριο LL2 ΓΜ Ενάγοντα, σελ. 34, Οικονομικές Καταστάσεις Εναγομένης 1 μέχρι 31.12.23).
Από τα πιο πάνω μπορεί να λεχθεί για σκοπούς του υπό εξέταση ζητήματος ότι μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 κυπριακής εταιρείας υπήρξε κατά τον ουσιώδη για την απαίτηση χρόνο επαγγελματική σχέση. Οι όποιες ενέργειες της Εναγομένης 1 είχαν ως αποδέκτη τον Ενάγοντα με τόπο διεξαγωγής την επαρχία Λεμεσού. Το ότι ο Ενάγοντας διεκδικεί χρήματα που θεωρεί του ανήκουν αλλά δεν του έχουν δοθεί αλλά κατακρατούνται, δεν έχει αμφισβητηθεί. Η όποια σύμβαση παροχής υπηρεσιών έχει συνομολογηθεί, εφόσον έγινε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1, αμφότεροι από Λεμεσό, δεν μπορεί παρά να έγινε στη Λεμεσό, οπότε ομοίως και οποιαδήποτε τυχόν παράβαση της. Ομοίως οποιαδήποτε τυχόν παράβαση υποχρέωσης πίστης και/ή καθηκόντων που απορρέουν από σχέση καταπιστεύματος. Η επίρριψη προσωπικής ευθύνης στον Εναγόμενο 2 περί διάπραξης απάτης αποδίδεται στην ιδιότητα του ως διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας και στην φερόμενη άμεση εμπλοκή που του αποδίδεται ότι είχε, όπως για παράδειγμα απευθείας επικοινωνία με τον Ενάγοντα. Η απάτη φαίνεται να συνδέεται με την κατ’ ισχυρισμό παράνομη κατακράτηση χρημάτων. Προς τούτο καταλογίζεται στους Εναγομένους μεταξύ τους συνομωσία με σκοπό την εξαπάτηση/καταδολίευση του Ενάγοντα. Η λειτουργία κυπριακών λογαριασμών υπό τον έλεγχο της Εναγομένης 1 κυπριακής εταιρείας στην επαρχία Λεμεσού, στην οποίαν διαμένει και ο Ενάγοντας και η ύπαρξη λογαριασμού στο όνομα του Ενάγοντα από τον οποίον γινόταν μεταφορά ή στον οποίον δεν γινόταν πίστωση/επιστροφή χρημάτων, καθιστά πιθανό προορισμό διάπραξης των επικαλούμενων αστικών αδικημάτων την Λεμεσό. Κατ’ ανάλογο τρόπο οι επικαλούμενες ζημιές που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστηκε και γενικά αξιούμενες θεραπείες συνδέονται με την επαρχία Λεμεσού.
Αν κάποιος μελετήσει τα άρθρα 21 και 22 του Ν.14/60 δεν θα μπορεί να διαφωνήσει με την άποψη ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην επιλογή για προώθηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η φύση και το είδος της υπόθεσης σε συνδυασμό με την αξία της αμφισβητούμενης διαφοράς και της παρουσίας διαδίκων που εδρεύουν και ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες στην επαρχία Λεμεσού δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσουν την πιο πάνω τοποθέτηση.
Έχοντας υπόψη μου τις προβαλλόμενες βάσεις απαίτησης, τις αξιούμενες θεραπείες, τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν είναι αμφισβητήσιμα και τις πρόνοιες των άρθρων 21 & 22 του Ν.14/60, θεωρώ ότι τα επιχειρήματα που ο Ενάγοντας παρουσίασε είναι καλύτερα από αυτά των Εναγομένων σε ότι αφορά το υπό συζήτηση θέμα. Συνεπώς καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο και κατ’ επέκταση έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση.
Το παρόν Δικαστήριο είναι ή όχι το κατάλληλο βήμα (forum conveniens):
Όταν όμως προβάλλεται το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο της Κύπρου στερείται δικαιοδοσίας να επιλύσει τη διαφορά των διαδίκων επειδή Δικαστήριο άλλης χώρας είναι καταλληλότερο να το πράξει, όπως οι Εναγόμενοι εδώ επικαλούνται, τότε εξετάζεται κατά πόσο η νομική αρχή «forum non conveniens» μπορεί να τύχει εφαρμογής. Η εν λόγω νομική αρχή παραπέμπει στο σκεπτικό ότι το κυπριακό δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί πως το ίδιο δεν είναι το κατάλληλο βήμα για να εξετάσει τη διαφορά των διαδίκων αλλά υπάρχει άλλο προσφοροδότερο δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση.
Μελέτη της σχετικής με το θέμα αυτό νομολογίας καθιστά αντιληπτό ότι υπάρχουν δύο περιπτώσεις στις οποίες δύναται να εξεταστεί η νομική αρχή «forum non conveniens» Πρόκειται για την περίπτωση στην οποίαν υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών τους για επίλυση τους στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας, άλλης από την Κύπρο (η 1η περίπτωση), καθώς επίσης η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου (η 2η περίπτωση).
Όταν υπάρχει συμφωνημένη πρόνοια για αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας (1η περίπτωση) εφαρμόζεται η ρήτρα εκτός αν καταδειχτούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν την μη εφαρμογή της. Βασικός εκπρόσωπος της περίπτωσης αυτής είναι η αγγλική υπόθεση The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641. Το σκεπτικό της ακολουθήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Donohue Armco Inc [2001] UKHL 64 στην οποίαν υποδείχτηκε ότι ως γενικός κανόνας «where parties have bound themselves by an exclusive jurisdiction clause, effect should ordinarily be given to that obligation in the absence of strong reasons for departing from it.» Η στοιχειοθέτηση της βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (εδώ του κυπριακού δικαστηρίου) ενώπιον του οποίου τέθηκε η υπόθεση (δηλαδή τον Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση) και όχι το μέρος που ισχυρίζεται ρήτρα δικαιοδοσίας ξένης χώρας. Το τι δύναται να αποτελέσει «ισχυρό λόγο» εξαρτάται από τα γεγονότα και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
Η κατάσταση στην 1η περίπτωση περιπλέκεται όταν οι Εναγόμενοι είναι περισσότεροι από ένας. Εδώ το Δικαστήριο χρειάζεται να σταθμίσει με περισσότερη προσοχή τα ενώπιον του γεγονότα και περιστάσεις ώστε να κρίνει κατά πόσο υφίστανται ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από την εφαρμογή της συμφωνημένης ρήτρας για αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας (Republic of Angola v. Perfectib Ltd [2018] EWHC 965, Jong v. HSBC Private Bank (Monaco) SA [2015] EWCA 2). Ισχυροί λόγοι μπορεί να είναι τέτοιοι που δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνημένης ρήτρας. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση Standard Chartered Bank (Hong Kong) Ltd v. Independent Power Tanzania Ltd [2015] EWHC 1640 όπου, ανάμεσα σ’ άλλα, λέχθηκαν, τα εξής: «… and held (at [109] that in such circumstances, if very strong or exceptional grounds for granting a stay are demonstrated, the court may in an appropriate case grant a stay, provided that the grounds in question can properly be described as unforeseen and unforeseeable at the time the agreement was made.»
Εκεί όμως που γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επί το ότι το κυπριακό δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της διαφοράς αλλά υπάρχει άλλο καταλληλότερο βήμα επίλυσης της διαφοράς (2η περίπτωση), πρέπει να καταδειχτούν ότι υφίστανται παράγοντες που ικανοποιούν το Δικαστήριο για να αναστείλει τη διαδικασία και να παραπέμψει την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Κύριος εκπρόσωπος της περίπτωσης αυτής είναι η αγγλική υπόθεση Spiliada Maritime Corp. v. Consulex Ltd (The Spiliada) [1986] 3 All E.R. 843. Το βάρος απόδειξης ότι υφίστανται τέτοιοι παράγοντες οι οποίοι μεταθέτουν τη δικαιωματική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου το έχει ο διάδικος που το επικαλείται με την αίτηση του, δηλαδή ο Εναγόμενος/Αιτητής.
Το σκεπτικό αμφοτέρων περιπτώσεων υιοθετήθηκε σε διάφορες κυπριακές αποφάσεις. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Far Eastern Shipping Company Plc v. BN Marine Company Limited (2014) 1Γ Α.Α.Δ. 2650 όπου λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο διάδικος που επιδιώκει την αναστολή της διαδικασίας επικαλούμενος τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) υπάρχει άλλη καταλληλότερη δικαιοδοσία στην οποίαν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων στη βάση διαφόρων παραγόντων που δίδουν ξεκάθαρη εικόνα και (β) η αναστολή δεν αποστερεί στον Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση κάποιο ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα. Σε σχέση με τη δεύτερη περίπτωση που γίνεται επίκληση δικαιοδοσίας ξένου δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκε η νομική θέση ότι εφαρμόζεται η συμφωνημένη ρήτρα εκτός αν καταδειχτούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση.
Ίδια νομική προσέγγιση υπήρξε προηγουμένως στην Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 549.
Μέσα από τη νομολογία (Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms (2000) 1 Α.Α.Δ. 707, παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη προκειμένου το Δικαστήριο να κρίνει αν η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της αναστολής της διαδικασίας λόγω ύπαρξης άλλου καταλληλότερου βήματος εκδίκασης της διαφοράς είναι οι πιο κάτω, χωρίς να σημαίνει ότι πρόκειται για εξαντλητικό κατάλογο:
(α) που διαδραματίστηκε το επίδικο συμβάν και τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα,
(β) η δικαιοδοσία με την οποίαν η αγωγή έχει το στενότερο και πλέον αποτελεσματικό σύνδεσμο,
(γ) που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης – ο κύριος τόπος διεξαγωγής των εργασιών της,
(δ) αριθμός μαρτύρων, η γλώσσα που ομιλούν, η χώρα καταγωγής και διαμονής τους - η ευχέρεια ή δυσχέρεια προσκόμισης μαρτυρίας,
(ε) χώρα προέλευσης, διαμονής, βαθμός δεσμών – σχέσης και διεξαγωγής δραστηριοτήτων των διαδίκων,
(στ) σύνδεση της ισχυριζόμενης βάσης αγωγής και της αξίωσης του Ενάγοντα με την Κυπριακή Δημοκρατία και τα Δικαστήρια της,
(ζ) το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαφορά – ο νόμος που διέπει τη συναλλαγή,
(η) το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση,
(θ) που συνομολογήθηκε - υπογράφηκε και/ή εκτελέστηκε η σύμβαση,
(ι) η δικαστική δαπάνη,
(κ) η ευχέρεια ή δυσχέρεια πραγματοποίηση δίκης,
(λ) κατά πόσο ο Εναγόμενος/Αιτητής επιδιώκει επίλυση της διαφοράς σε δικαστήριο ξένης δικαιοδοσίας ώστε να αποκτήσει δικονομικά πλεονεκτήματα,
(μ) κατά πόσο τα δικαιώματα του Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση θα υποστούν δυσμενή επηρεασμό σε περίπτωση που η διαφορά εκδικαστεί ενώπιον δικαστηρίου ξένης δικαιοδοσίας ένεκα στέρησης ασφάλειας της απαίτησης του, αδυναμίας εκτέλεσης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, κινδύνου παραγραφής που δεν υφίσταται στο νομικό σύστημα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου τέθηκε η υπόθεση (εδώ του κυπριακού δικαστηρίου), πολιτικών – φυλετικών – θρησκευτικών ή άλλων λόγων που καθιστούν απίθανη τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης για τον συγκεκριμένο διάδικο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα αστικά αδικήματα που φαίνεται να διαπράχτηκαν στην επαρχία Λεμεσού καθιστά άνευ αντικείμενου την εξέταση κατά πόσο η νομική αρχή «forum non conveniens» τυγχάνει εφαρμογής. Όταν το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αρμόδιο να εκδικάσει τα αστικά αδικήματα δεν χρήζει η εξέταση ζητήματος καταλληλότερου βήματος για την εκδίκαση ζητημάτων που εμπίπτουν στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης.
Ανεξαρτήτως της μη χρησιμότητας, έστω εκ του περισσού, με γνώμονα τους υφιστάμενους διαδίκους και τη σχέση που τους χαρακτηρίζει, όπως αυτή έχει παρουσιαστεί πιο πάνω, παρατηρώ ότι στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ανάμεσα στην Εναγόμενη 1 και τους πελάτες της υπάρχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας για επίλυση των διαφορών τους ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου. Αυτή την σύμβαση επικαλείται ο Ενάγοντας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ και ήταν δεσμευτική για τον ίδιο και την Εναγόμενη 1, υπό το φως του Τεκμηρίου LL4 ΓΜ Ενάγοντα (υπογραμμένο έγγραφο από τον Ενάγοντα με ανάμιξη της Εναγομένης 1) και των Τεκμηρίων LL7 & LL9 ΓΜ Ενάγοντα. Το επιχείρημα των Εναγομένων ότι η συμφωνία που ο Ενάγοντας ήταν συμβαλλόμενο μέρος ήταν με την SQ έχει σχολιαστεί προηγουμένως.
Παραπέμπω στον όρο 42 των όρων και προϋποθέσεων της Εναγομένης 1, ο οποίος ομιλεί από μόνος του (Τεκμήριο LL11 ΓΜ Ενάγοντα). Τον παραθέτω αυτούσιο:
«42. Governing Law and Jurisdiction
42.1. The interpretation, construction, effect and enforceability of the Client Agreements shall be governed by the Laws of Cyprus, and you and we agree to submit to the exclusive jurisdiction of the Cyprus courts for the determination of disputes. You agree all Transactions carried out on the Trading Platform are governed by Cyprus Laws regardless of the location of the Registered User.
42.2. All transactions on behalf of the Client shall be subject to Applicable Regulations and any other public authorities which govern the operation of the Cyprus Investment Firms, as they are amended or modified from time to time. The Company shall be entitled to take any measures which it considers necessary to ensure compliance with the Applicable Regulations, the relevant market rules. Any such measures as may be taken shall be binding on the Client.»
Επομένως ο Ενάγοντας έχει παρουσιάσει ρήτρα επίλυσης διαφορών του με την Εναγόμενη 1 στην αποκλειστική δικαιοδοσία Κυπριακού Δικαστηρίου, ως ήταν υποχρέωση του. Δεδομένης της προσωπικής εμπλοκής του Εναγομένου 2 στην υπόθεση και το γεγονός ότι ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο για την απαίτηση ήταν διευθυντής και συνεχίζει να κατέχει αυτή τη θέση αξιωματούχου, η συμπερίληψη του ως διαδίκου στην υπόθεση αυτή, αν και Ελβετός υπήκοος, δεν συνιστά, υπό τις περιστάσεις, «ισχυρό λόγο» που δικαιολογεί παρέκκλιση από την εφαρμογή της πιο πάνω ρήτρας για αποκλειστική δικαιοδοσία στην Κύπρο.
Περαιτέρω οι Εναγόμενοι προέβηκαν στις πιο κάτω αναφορές, οι οποίες σύμφωνα με τους ιδίους αποτελούν «ισχυρούς λόγους» οι οποίοι καθιστούν το Δικαστήριο των Σεϋχελλών καταλληλότερο βήμα επίλυσης της διαφοράς τους με τον Ενάγοντα:
(α) η συμφωνία που ο Ενάγοντας, κατά των Εναγομένων, υπέγραψε με την SQ περιέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας υπέρ των Δικαστηρίων των Σεϋχελλών,
(β) η SQ εδρεύει στις Σεϋχέλλες,
(γ) η συμφωνία συνομολογήθηκε στις Σεϋχέλλες,
(δ) όλες οι συναλλαγές φαίνεται να εκτελέστηκαν στις Σεϋχέλλες,
(ε) ο λογαριασμός και τα χρήματα του Ενάγοντα φαίνεται να βρίσκονται στις Σεϋχέλλες,
(στ) τα έγγραφα της υπόθεσης βρίσκονται στις Σεϋχέλλες,
(ζ) οι μάρτυρες που έχουν γνώση των γεγονότων βρίσκονται στις Σεϋχέλλες.
Τα σημεία (α)–(δ) έχουν προηγουμένως σχολιαστεί. Το αποτέλεσμα του σχολιασμού δεν προσθέτει οτιδήποτε σε σχέση με την υπό εξέταση περίπτωση.
Σε ότι αφορά το σημείο (ε) δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία για το υπό συζήτηση θέμα.
Εφόσον η συμφωνία φαίνεται να συνομολογήθηκε μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Ενάγοντα, αμφότεροι οι οποίοι βρίσκονται στην Κύπρο, εφόσον ο λογαριασμός των συναλλαγών του Ενάγοντα ανοίχτηκε από την Εναγόμενη 1 και η κίνηση του κατά τον ουσιώδη για την απαίτηση χρόνο ελεγχόταν από την εν λόγω εταιρεία, τα έγγραφα της υπόθεσης θα έπρεπε να βρίσκονται στην Κύπρο. Πέραν αυτού, όπως ήδη λέχθηκε, το εφαρμοστέο δίκαιο των διαφορών στην υπόθεση αυτή είναι αυτό της Κύπρου. Παράλληλα οι κατ’ ισχυρισμό βάσεις απαίτησης και οι αξιούμενες θεραπείες του Ενάγοντα συνδέονται με την Κύπρο και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ο Ενάγοντας διαμένει στη Λεμεσό. Το δε εγγεγραμμένο γραφείο και ο κύριος τόπος διεξαγωγής εργασιών της Εναγομένης 1 είναι στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, ενώ ο Εναγόμενος 2 ήταν και είναι αξιωματούχος της. Τα έγγραφα της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να βρίσκονται στο αρχείο της Εναγομένης 1. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας καθιστά εφικτή την αποστολή των εγγράφων της υπόθεσης από οποιανδήποτε χώρα του εξωτερικού στην Κύπρο ώστε να κατατεθούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Επιπλέον άτομα που ενδεχομένως να είναι μάρτυρες κλειδιά στην υπόθεση σχετίζονται επαγγελματικά με την Εναγόμενη 1 και/ή εδρεύουν στην Κύπρο και κατ’ επέκταση συνδέονται με το νησί (Τεκμήρια LL16-20 ΓΜ Ενάγοντα).
Στην απουσία στοιχείων από μέρους των Εναγομένων που συνιστούν «ισχυρούς λόγους» ώστε να θεωρηθεί ότι οι Σεϋχέλλες και τα Δικαστήρια των Σεϋχελλών συνιστούν καταλληλότερη δικαιοδοσία στην οποίαν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, όλα τα πιο πάνω είναι παράγοντες που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της εφαρμογής της συμφωνημένης ρήτρας για επίλυση διαφορών των διαδίκων στην αποκλειστική δικαιοδοσία της Κύπρου καθιστώντας τα Κυπριακά Δικαστήρια το καταλληλότερο βήμα για την εκδίκαση της υπόθεσης.
Διαγραφή Απαίτησης:
Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι Εναγόμενοι επιδιώκουν διαγραφή της απαίτησης στο σύνολο της, δηλαδή της υπόθεσης του Ενάγοντα. Η διαγραφή της υπόθεσης έχει τη μορφή της διαγραφής των δικογράφων που τη συνθέτουν. Με βάση το ερμηνευτικό πλαίσιο των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 και ειδικότερα τον Κ.2.3, «δικόγραφο σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεση απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης».
Παρόλο ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά το χρόνο που ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης είχε μόνο καταχωριστεί το Έντυπο Απαίτησης, γίνεται αντιληπτό ότι σε περίπτωση που η θέση των Εναγομένων κριθεί επιτυχής θα συμπαρασύρει σε διαγραφή και την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα σε χρόνο μετά που επιφυλάχτηκε η παρούσα ενδιάμεση απόφαση. Ταυτόχρονα θα υπόκεινται σε διαγραφή όλα τα νομικά έγγραφα που έχουν στο μεσοδιάστημα υποβληθεί καθώς επίσης το διάταγμα που έχει εκδοθεί και σχετίζονται με τη παρούσα υπόθεση, τα οποία δεν θα έχουν νομική ισχύ.
Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο στην ολότητα του ή μέρος αυτού διέπεται από τον Κ.3.3. Οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα μπορούσε να διαγράψει ένα δικόγραφο εκτίθενται στο εδάφιο (2) του εν λόγω κανονισμού. Με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου εδαφίου:
«Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»
Αν κάποιος ανατρέξει στη Δ.27 Θ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι τις 31.08.23 (Παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας) θα αντιληφθεί ότι επί της ουσίας δεν διαφέρει με τον πιο πάνω Κ.3.3(2) των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που ισχύουν από την 01.09.23 (Νέοι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας). Για σκοπούς σύγκρισης παραθέτω αυτούσιες τις διατάξεις του Δ.27 Θ.3 των Παλαιών Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:
«The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»
Από τα πιο πάνω θεωρώ ότι η νομολογία που αφορά τους Παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στο ζήτημα αυτό είναι καθοδηγητική για την προκειμένη περίπτωση.
Ο Κ.3.3 είναι πανομοιότυπος με τον αγγλικό κανονισμό 3.4(2) και τούτο φαίνεται από τη διατύπωση των διατάξεων του, οι οποίες έχουν ως εξής:
«The court may strike out (GL) a statement of case if it appears to the court-
(a) that the statement of case discloses no reasonable grounds for bringing or defending the claim;
(b) that the statement of case is an abuse of the court’s process or is otherwise likely to obstruct the just disposal of the proceedings; or
(c) that there has been a failure to comply with a rule, practice direction or court order.»
Στο White Book 2021 (σελίδα 126) εξηγείται πότε δύναται να γίνει επιτυχημένα επίκληση των προϋποθέσεων της διαγραφής δικογράφου. Συγκεκριμένα οι λόγοι υπό τα σημεία (α) και (β) πιο πάνω καλύπτουν «statements of case which are unreasonably vague, incoherent, vexatious, scurrilous or obviously ill-founded and other cases which do not amount to a legally recognisable claim or defence.» Δηλαδή όταν διαπιστώνεται ότι το περιεχόμενο του δικογράφου είναι αόριστο/ασαφές, χωρίς συνοχή, δίχως νόημα, ενοχλητικό ή υβριστικό. Βέβαια οι λόγοι αυτοί δεν είναι εξαντλητικοί αφού μπορεί να υπάρξουν και άλλοι με το ίδιο πνεύμα. Όπως για παράδειγμα όταν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχει απαίτηση που να είναι νομικά αναγνωρίσιμη στο κυπριακό δίκαιο.
Ο δε λόγος υπό το σημείο (γ) πιο πάνω, όπως επισημαίνεται στο ίδιο αγγλικό νομικό σύγγραμμα, καλύπτει περιπτώσεις όπου «the abuse lies not in the statement of case itself but in the way the claim or defence (as the case may be) has been conducted. The strike-out can be made even where there was nothing in the rule, practice direction or court order breached which specified that this might happen as a consequence of breach. In many circumstances such a strike-out would seem unduly harsh unless the party concerned was warned (possibly in writing by another party) of the risk of their statement of case being struck out if they did not comply with the rule, practice direction or court order in question.» Η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν έχει να κάνει με το δικόγραφο καθ’ εαυτό αλλά με τον τρόπο που παρουσιάζεται.
Ακολούθως στις σελίδες 127-129 του ιδίου συγγράμματος σκιαγραφούνται περιπτώσεις που εμπίπτουν στις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για τις οποίες ένα δικόγραφο υπόκειται σε διαγραφή. Συγκεκριμένα σημειώνονται τα εξής χρήσιμα για το υπό εξέταση ζήτημα:
«Statement of case discloses no reasonable grounds for bringing or defending the claim (r.3.4(2)(a))
Paragraph 1.4 of the PD (Striking Out a Statement of Case), para.3APD.1, gives examples of cases where the court may conclude that particulars of claim disclose no reasonable grounds for bringing the claim: those claims which set out no facts indicating what the claim is about; those claims which are incoherent and make no sense; and those claims which contain a coherent set of facts but those facts even if true, do not disclose any legally recognisable claim against the defendant.
…
Statements of case which are suitable for striking out on ground (a) include those which raise an unwinnable case where continuance of the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides (Harris v Bolt Burdon [2000] C.P. Rep. 70; [2000] C.P.L.R. 9). A claim or defence may be struck out as not being a valid claim or defence as a matter of law (Price Meats Ltd v Barclays Bank Plc [2000] 2 All E.R. (Comm) 346, Ch D). However, it is not appropriate to strike out a claim in an area of developing jurisprudence, since, in such areas, decisions as to novel points of law should be based on actual findings of fact (Farah v British Airways, The Times, 26 January 2000, CA referring to Barrett v Enfield BC [2001] 2 A.C. 550; [1989] 3 W.L.R. 79, HL). A statement of case is not suitable for striking out if it raises a serious live issue of fact which can only be properly determined by hearing oral evidence (Bridgeman v McAlpine-Brown, 19 January 2000, unrep., CA). An application to strike out should not be granted unless the court is certain that the claim is bound to fail (Hughes v Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ 266; [2004] P.N.L.R. 35, CA (relevant area of law subject to some uncertainty and developing, and it was highly desirable that the facts should be found so that any further development of the law should be on the basis of actual and not hypothetical facts)).
Where a statement of case is found to be defective, the court should consider whether that defect might be cured by amendment and, if it might be, the court should refrain from striking it out without first giving the party concerned an opportunity to amend (In Soo Kim v Youg [2011] EWHC 1781 (QB)).
…
A statement of case which discloses no reasonable grounds may also be an abuse of the court’s process, and, in respect of it, the opposing party may be entitled to summary judgment under Pt 24. Thus, there is no exact dividing line between ground (a) and ground (b) (as to which see para.3.4.3) or between either of them and Pt 24 (as to which see para.3.4.21).
Statement of case is an abuse of the court’s process or is otherwise likely to obstruct the just disposal of the proceedings (r.3.4.(2)(b))
The court has power to strike out a prima facie valid claim where there is abuse of process. However there has to be an abuse, and striking out has to be supportive of the overriding objective. It does not follow from this that in all cases of abuse the correct response is to strike out the claim. In a strike-out application the proportionality of the sanction is very much in issue; see Walsham Chalet Park Ltd v Tallington Lakes Ltd [2014] EWCA Civ 1607. In Biguzzi v Rank Leisure Plc [1999] 1 W.L.R. 1926; [1999] 4 All E.R. 934, the Court of Appeal drew attention to several alternatives to a strike out under r.3.4; see 3.4.1 above. The striking out of a valid claim should be the last option. If the abuse can be addressed by a less draconian course, it should be.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Εκείνο επίσης που γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω αποσπάσματα αλλά και μέσα από τη νομολογία είναι ότι η διαγραφή ενός δικογράφου, πολύ δε περισσότερο η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός ολόκληρης της υπόθεσης, είναι πολύ δραστικό μέτρο και γι’ αυτό η εξουσία του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό ασκείται με πολύ φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις (Σάουρου και άλλος v. Φιλίππου (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2141). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η άσκηση τέτοιας εξουσίας εκεί και όπου δικαιολογείται από την περίπτωση. Ωστόσο, ως γενικός κανόνας, το Δικαστήριο καλείται να προβληματιστεί ιδιαίτερα προτού προβεί σε διαγραφή ενός δικογράφου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό και πρώτα να σταθμίσει ορθά και δίκαια όλα τα ενώπιον όλα τα ενώπιον του στοιχεία και δεδομένα και ακολούθως να κρίνει αναλόγως της περίπτωσης που έχει ενώπιον του. Μία παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη είναι το στοιχείο της αναλογικότητας. Τυχόν αντίθετη προσέγγιση δημιουργεί κίνδυνο παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος του διαδίκου, του οποίου το δικόγραφο έχει διαγραφεί, να έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο Δικαστήριο (άρθρο 30.1 του Συντάγματος). Η διαγραφή του δικογράφου πρέπει να είναι η ύστατη επιλογή. Εκεί και όπου το ζήτημα θεραπεύεται με τροποποίηση θα πρέπει να δίδεται σχετική άδεια. Εκεί και όπου μπορεί να προειδοποιηθεί ο διάδικος ότι το δικόγραφο ενδέχεται να διαγραφεί αν δεν συμμορφωθεί με συγκεκριμένο κανονισμό ή με οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου, τότε θα πρέπει να δίδεται χρόνος συμμόρφωσης αποφεύγοντας έτσι ευθέως την επιλογή της διαγραφής. Βέβαια, αν παρά την προειδοποίηση ο διάδικος παραλείψει να συμμορφωθεί, τότε η διαγραφή του δικογράφου ενδέχεται να είναι, υπό τις περιστάσεις, μονόδρομος.
Εξ’ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι ισχύουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για τη διαγραφή της απαίτησης του Ενάγοντα. Δηλαδή ότι το δικόγραφο, δηλαδή εδώ το Έντυπο Απαίτησης, δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης και ότι το εν λόγω δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας.
Θα εξετάσω ευθύς την πρώτη προϋπόθεση.
Όπως ήδη λέχθηκε, η διαγραφή ενός δικογράφου, συγκεκριμένα εδώ του εντύπου απαίτησης, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφίβολα/αναντίλεκτα αυτά κρίνονται ανυπόστατα ή στερούνται νομικού ή πραγματικού ερείσματος (In Re Pelmaco Development Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246, Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σία και άλλης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε94/2017 ημερ. 11.12.23). Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στην αγγλική υπόθεση Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697 που μνημονεύεται στην κυπριακή υπόθεση Δημοκρατία v. Γεωργίου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 704 όπου λέχθηκε ότι μία έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ένας ενάγοντας δεν θα πρέπει να στερείται του δικαιώματος του να εξασφαλίσει προς όφελος του απόφαση, εκτός εάν δεν έχει συζητήσιμη υπόθεση (unless the case is unarguable). Σε περίπτωση όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα που αφορά γεγονότα ή νομοθεσία τα οποία χρήζουν απάντησης από το Δικαστήριο, το ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για να διαγραφεί η έκθεση απαίτησης (ή προφανώς αναλόγως η υπόθεση γενικότερα). Εκείνο που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι αν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα και όχι καλή βάση αγωγής (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 144). Εναλλακτικά, αν δύναται να υπάρξει εύλογη βάση αγωγής μέσω τροποποίησης του δικογράφου. Εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο (Drummond - Jackson v. British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094). Εάν μέσα από την εξέταση του περιεχομένου του εντύπου απαίτησης το αποτέλεσμα αναπόφευκτα είναι απορριπτικό, τότε το συγκεκριμένο δικόγραφο αλλά και η μεταγενέστερη έκθεση απαίτησης υπόκεινται σε διαγραφή. Αυτό μοιραία θα οδηγήσει σε απόρριψη και/ή παραμερισμό ολόκληρης της υπόθεσης.
Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η υπόθεση του Ενάγοντα δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης. Η εν λόγω θέση τους εδράζεται στον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους αυτού παρέθεσαν διάφορα επιχειρήματα, τα οποία έχω αναφέρει προηγουμένως.
Στο έντυπο απαίτησης δικογραφείται κατά τρόπο γενικό και συνοπτικό το πλαίσιο στο οποίο η υπόθεση έχει καταχωριστεί εναντίον των Εναγομένων 1 & 2. Συγκεκριμένα αναφέρονται οι νομικές βάσεις πάνω στις οποίες η υπόθεση προωθείται, συνοδευόμενη από γενική και συνοπτική περιγραφή συμπεριφοράς που αποδίδεται στους πιο πάνω Εναγομένους. Επίσης εκτίθενται κατ’ ισχυρισμό νομικές συνέπειες που επήλθαν ένεκα της επικαλούμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς που καταλογίζεται, για τις οποίες επιδιώκονται συγκεκριμένες θεραπείες που καταγράφονται. Οι αναφορές είναι γενικές και συνοπτικές επειδή, προφανώς, θα ακολουθούσε η έκθεση απαίτησης, πράγμα που έγινε μεταγενέστερα.
Έχω παραθέσει πιο πάνω όλες τις βάσεις απαίτησης σε σχέση με τις οποίες στρέφεται η παρούσα υπόθεση εναντίον των Εναγομένων, με κάποια αναφορά σ’ αυτές. Επιπρόσθετα αναφέρω τα εξής:
Η παράβαση σύμβασης παροχής υπηρεσιών και καθηκόντων που απορρέουν από σχέση καταπιστεύματος απορρέουν από σχετική σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας περιέχει ρητούς και/ή εξυπακουόμενους-σιωπηρούς όρους. Παράβαση όρων σύμβασης παρέχει στο συμβαλλόμενο μέρος δικαίωμα τερματισμού ή εναλλακτικά συνέχιση της ισχύος και παράλληλα να αξιώσει θεραπείες, ανάμεσα στις οποίες είναι η διεκδίκηση αποζημιώσεων και η ειδική εκτέλεση της, αναλόγω της περίπτωσης. Το Κεφ.148 είναι η νομοθεσία που ρυθμίζει τις συμβατικές σχέσεις των μερών. Έχω ήδη αναφέρει σχετικά άρθρα της νομοθεσίας.
Μία άλλη δικογραφημένη βάση απαίτησης είναι η απάτη. Το άρθρο 36 του Κεφ.149 παρέχει τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.03.24.
Περαιτέρω ως βάση απαίτησης δικογραφείται η συνομωσία των Εναγομένων με σκοπό την εξαπάτηση/καταδολίευση του Ενάγοντα και την πρόκληση σ’ αυτόν ζημιάς.
Η πιο πάνω προβαλλόμενη βάση απαίτησης ανήκει στην κατηγορία της «συνομωσίας» και είναι διακριτική και αυτοτελής βάση απαίτησης, η οποία εντάσσεται κάτω από την ‘ομπρέλα’ του δόλου. Πρόκειται για αστικό αδίκημα που αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο και ισχύει στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και των όσον έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis (1989) 1 C.L.R. 50 (Χριστοφόρου κ.α. v. Barclays Bank Plc (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 25). Χρήσιμη αναφορά στο συγκεκριμένο αστικό αδίκημα παρέχεται στις υποθέσεις Andreas Kavallaris Jewellers Ltd v. Χατζηβασιλείου και άλλης, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/18 ημερ. 20.09.24 και Touchstone Snail Technologies κ.α. v. K. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ.α. (πιο πάνω), στις οποίες και παραπέμπω.
Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, επανέκδοση, τόμος 45(2), §697 καταγράφονται τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος που είναι τα εξής:
(1) η συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων,
(2) της οποίας συμφωνίας όπου τα μέσα είναι νόμιμα ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός της είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα ή
(3) της οποίας συμφωνίας όπου τα μέσα είναι παράνομα ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και
(4) η διενέργεια πράξεων που τελέστηκαν για εκτέλεση της συμφωνίας που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα.
Επιπλέον ως βάση απαίτησης δικογραφείται η παράνομη κατακράτηση χρημάτων. Πρόκειται για αστικό αδίκημα, τα συστατικά στοιχεία της διάπραξης του αναφέρονται στο άρθρο 37 του Κεφ.149. Πρόκειται για παράνομη κατακράτηση χρημάτων από πρόσωπο που δικαιούται στην άμεση κατοχή τους. Το βάρος απόδειξης ότι η κατακράτηση είναι νόμιμη το φέρει ο εναγόμενος.
Όπως προκύπτει πιο πάνω, όλες οι δικογραφημένες βάσεις απαίτησης είναι νομικά αναγνωρισμένες στο κυπριακό δίκαιο. Το Έντυπο Απαίτησης δεν είναι διατυπωμένο κατά τρόπο αόριστο και ασαφές. Είναι έγγραφο με συνοχή και με νόημα, χωρίς να είναι ενοχλητικό ή υβριστικό. Μέσα από το περιεχόμενο του υπάρχει συσχετισμός των βάσεων απαίτησης που συγκεκριμένα αναφέρονται, των νομικών συνεπειών που κατ’ ισχυρισμό επήλθαν στον Ενάγοντα εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων και των αξιούμενων θεραπειών που προσδιορίζονται.
Τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή δεν αμφισβητούνται, σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια LL2, LL4, LL7, LL9, LL11 και LL12 και στο πως εξηγείται η εμπλοκή των Εναγομένων μέσα από τα επιχειρήματα των διαδίκων και του μαρτυρικού υλικού που έχουν προσκομίσει για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα στην υπόθεση αυτή εναντίον των Εναγομένων. Πέραν όμως αυτού, διαμορφώνουν σκηνικό στο οποίο αποκαλύπτονται εύλογες αιτίες απαίτησης με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των προβαλλόμενων ισχυρισμών.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η πρώτη προϋπόθεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Η απόρριψη της πρώτης προϋπόθεση συμπαρασύρει σε αποτυχία και την δεύτερη προϋπόθεση. Εφόσον έχει κριθεί ότι αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης, το εν λόγω δικόγραφο και κατ’ επέκταση η προώθηση της υπόθεσης δεν συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ούτε διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της. Ούτε η μη εισηγούμενη διαγραφή της απαίτησης τείνει να προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία στους Εναγομένους.
Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου δικαιολογείται η διαγραφή της απαίτησης στην ολότητα της από το στάδιο αυτό.
Νομιμότητα και εγκυρότητα επίδοσης εγγράφων στον Εναγόμενο 2:
Όπως ήδη λέχθηκε, ο Εναγόμενος 2 είναι Ελβετός υπήκοος. Παράλληλα, όπως επίσης λέχθηκε, από τις 28.11.19 είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1 κυπριακής εταιρείας. Με τη διαδικασία επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της υποκατάστατης επίδοσης, επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 2 το Έντυπο Απαίτησης, της αίτησης δια κλήσεως ημερ. 01.09.25 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, της μονομερής αίτησης ημερ. 25.09.25 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της υποκατάστατης επίδοσης, του διατάγματος ημερ. 26.09.25 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και της υποκατάστατης επίδοσης (στο εξής τα «έγγραφα»).
Ο Εναγόμενος 2 αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα επίδοση των εν λόγω εγγράφων ζητώντας τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ισχυριζόμενος ότι η επίδοση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης τους, οι Εναγόμενοι επικαλούνται τα ίδια επιχειρήματα που έχουν αναφερθεί προηγουμένως.
Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος επίδοσης εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται στον Κ.6.8. Οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι διάφοροι και δεν χρειάζεται να τους επαναδιατυπώσω. Απλά θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω ότι εγείρεται απαίτηση σε σχέση με σύμβαση όταν η σύμβαση έγινε εντός της δικαιοδοσίας ή περιέχει πρόνοια δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με τη σύμβαση (Κ.6.8(1)(η)). Εγείρεται δε απαίτηση σε σχέση με παράβαση σύμβασης, η οποία διαπράχθηκε εντός της δικαιοδοσίας (Κ.6.8(1)(θ)). Στην περίπτωση που υπάρχει βάση απαίτησης αστικού αδικήματος, εγείρεται απαίτηση για αστικό αδίκημα όταν επήλθε ή θα επέλθει ζημιά εντός της δικαιοδοσίας ή η ζημιά η οποία επήλθε ή θα επέλθει προκύπτει από πράξη η οποία διαπράχθηκε ή πιθανό να διαπραχθεί εντός της δικαιοδοσίας (Κ.6.8(1)(κ)).
Με βάση τον Κ.6.10 η έκδοση διατάγματος επίδοσης εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας εξασφαλίζεται στα πλαίσια αίτησης που υποβάλλεται για τον σκοπό αυτό. Η αίτηση αυτή γίνεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και υποστηρίζεται από μαρτυρία, η οποία ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και δηλώνει τον τόπο ή χώρα στην οποία ο εν λόγω εναγόμενος βρίσκεται ή ενδέχεται να βρίσκεται, και κατά πόσον ο εν λόγω εναγόμενος είναι Κύπριος πολίτης ή όχι, και τους λόγους για τους οποίους καταχωρίζεται η αίτηση, και καμία τέτοια άδεια δεν παραχωρείται εκτός αν καταστεί επαρκώς εμφανές στο Δικαστήριο ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου, δυνάμει του παρόντος Μέρους.
Σε ότι αφορά διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση εγγράφων, η δυνατότητα εξασφάλισης του διέπεται από τις πρόνοιες του Κ.6.13 (όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 2024 που τέθηκε σε ισχύ από 26.07.24) και Κ.6.14, στις οποίες παραπέμπω. Επί της ουσίας, εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκεί που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται στο Μέρος 6.
Παρόμοια πρόνοια υπήρχε και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.α. v. Γρηγορίου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1765 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω).
…
Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2.
Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg (1915) 1 K.B. 857). ΄Οπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.»
Κατ’ ανάλογο τρόπο όπως και στην Αγγλία, το Δικαστήριο για να αποφασίσει θα πρέπει να λάβει υπόψη του και τον πρωταρχικό σκοπό και κατά πόσο με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επιτυγχάνεται η δίκαιη αντιμετώπιση της υπόθεσης και εξοικονομείται χρόνος και χρήμα. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για την ύπαρξη αιτίας, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά των διαδίκων (Albon v. Naza Motor Trading Sdn Bhd (No.2) [2007] EWHC 327).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση ζητώντας την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η επίδοση στον Εναγόμενο 2 των εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας και παράλληλα η έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση τους είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση που σημειωνόταν ως αυτή που ο ίδιος χρησιμοποιούσε είτε με αποστολή μέσω των αρμοδίων αρχών σε διεύθυνση στο Μονακό που επίσης σημειωνόταν αλλά υπέθεταν, αφού δεν μπορούσε να ήταν ορθή με βάση αυτά που ο ίδιος είχε δηλώσει στον Έφορο Εταιρειών καθότι είχε υποδείξει ότι η διεύθυνση αυτή βρισκόταν «στη Νίκαια του Μονακό», πράγμα που δεν μπορούσε να ισχύει. Παράλληλα στην επαγγελματική πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Linkedin στο προφίλ του Εναγομένου 2 αναφερόταν ως τόπος διαμονής του η Γενεύη στην Ελβετία. Επιπλέον στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Instagram ο Εναγόμενος 2 επικαλείται νέα αρχή διαμονής τις Η.Π.Α. Επομένως δεν ήταν και δεν μπορούσε να ήταν γνωστή η διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου 2, ούτε καν η χώρα στην οποίαν διέμενε. Γαλλία, Μονακό, Ελβετία ή Η.Π.Α.;
Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση των Εναγομένων στην υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρεται η διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου 2. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι είναι Ελβετός υπήκοος. Επομένως συντηρείται η αβεβαιότητα και το άγνωστο του τόπου διαμονής του Εναγομένου 2. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων αναφέρει ότι ο Εναγόμενος «είναι κάτοικος Μονακό», χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε διεύθυνση (σημείο 7, σελίδα 3 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου Εναγομένων). Ανεξαρτήτως βέβαια της παράλειψης αναφοράς κάποιας διεύθυνσης στο Μονακό, η γραπτή αγόρευση δεν είναι αποδεκτός τρόπος και ούτε παραδεκτή μέθοδος προσαγωγής μαρτυρίας, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας ότι ο Εναγόμενος 2 είναι κάτοικος Μονακό, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δεόντως προσαχθεί και να γίνει έτσι δεκτή περαιτέρω μαρτυρία (Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A. (2000) 1Α Α.Α.Δ. 447, El Fath Co. for International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος (1992) 1Β Α.Α.Δ. 1255).
Η αίτηση έγινε σύμφωνα με το Μέρος 23 και υποστηριζόταν από μαρτυρία. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση στην οποίαν αναφερόταν το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης και γεγονότα που σύμφωνα με τον Ενάγοντα αναδείκνυαν ότι είχε καλή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων και ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση αυτή. Προς υποστήριξη της αίτησης επισυνάφθηκαν διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια.
Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να δικαιολογεί ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των εγγράφων στον Εναγόμενο 2. Δεν έχω διαπιστώσει που έγκειται η επικαλούμενη αντικανονικότητα και παρατυπία στην επίδοση των εγγράφων στον Εναγόμενο 2. Ούτε μου έχει υποδειχτεί οποιοδήποτε στοιχείο και ούτε έχει λεχθεί οποιοδήποτε πειστικό επιχείρημα από τα οποία να καταδεικνύεται αντικανονικότητα και/ή παρατυπία. Παράλληλα ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ότι το παρόν Δικαστήριο είναι το κατάλληλο βήμα εκδίκασης της υπόθεσης. Πέραν αυτού, από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν υπάρχει οτιδήποτε που να διαφοροποιεί το σκεπτικό του Δικαστηρίου σε ότι αφορά ότι ο Ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον αμφοτέρων Εναγομένων. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί η σύμβαση παροχής υπηρεσιών φαίνεται να συνομολογήθηκε στη Λεμεσό αφού συμβαλλόμενα μέρη είναι ο Ενάγοντας που διαμένει στη Λεμεσό και η Εναγόμενη 1 που είναι κυπριακή εταιρεία που εγγράφηκε στην Κύπρο με εγγεγραμμένο γραφείο στην επαρχία Λεμεσού. Σε κάθε όμως περίπτωση, στην εν λόγω σύμβαση περιέχεται όρος με βάση τον οποίον το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς και/ή απαίτησης σχετικά με τη σύμβαση. Παράλληλα για τους λόγους που έχω εξηγήσει προηγουμένως, τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα που εκ πρώτης όψεως εμπλέκουν τον Εναγόμενο 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα, φαίνεται να διαπράχτηκαν στην επαρχία Λεμεσού και οι κατ’ ισχυρισμό ζημιές προκλήθηκαν εντός της κυπριακής δικαιοδοσίας.
Το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των εγγράφων στον Εναγόμενο 2 που εκδόθηκε έδωσε οδηγίες για επίδοση των εγγράφων μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση που σημειωνόταν στην αίτηση ως αυτή που ο ίδιος χρησιμοποιούσε. Τα έγγραφα αποστάληκαν ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου στις 30.09.25 (Τεκμήριο LL1 ΓΜ Ενάγοντα). Δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο 2 ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπικά παραλάβει στην ηλεκτρονική του διεύθυνση μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα επίμαχα έγγραφα με τον υποκατάστατο τρόπο που προνοούσε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Σε τελευταία ανάλυση, ο Εναγόμενος 2 παρέλαβε προσωπικά όλα τα επίμαχα έγγραφα με την υποκατάστατη μέθοδο που προνοούσε το διάταγμα. Εξ’ ου και διόρισε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα διαδικασία.
Υπό τις περιστάσεις, όπως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω και αφού λήφθηκε υπόψη ο πρωταρχικός σκοπός και όλοι οι παράμετροι και παράγοντες που έπρεπε, με την υποκατάστατη μέθοδο επίδοσης που προνοούσε το σχετικό διάταγμα όλα τα επίμαχα έγγραφα τέθηκαν υπόψη του Εναγομένου 2.
Εν κατακλείδι, δεν ευσταθεί ούτε αυτή θέση των Εναγομένων. Η επίδοση των επίμαχων εγγράφων στον Εναγόμενο 2 κρίνεται ότι είναι νόμιμη, νομότυπη, ορθή και έγκυρη.
Κατάληξη Δικαστηρίου:
Υπό το φως όλων των πιο πάνω καμία από τις προβαλλόμενες θέσεις των Εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Παράλληλα, με βάση το σκεπτικό του Δικαστηρίου που έχει εξηγηθεί, οι λόγοι ένστασης αρ. 1, 3-6 & 8-10 επιτυγχάνουν.
Ενόψει της επιτυχίας των προαναφερομένων λόγων ένστασης και της προδιαγραφόμενης κατάληξης της αίτησης, παρέλκει η εξέταση των λόγων ένστασης αρ. 2, 7 και 11.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2/Αιτητών 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα κατά 25% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €4.840 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €4.807,50. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) …………………………….
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other/Interim
(Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για αμφισβήτηση δικαιοδοσίας Δικαστηρίου/Forum Non Conveniens/
Μέρος 3, 6 & 12 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023/Ενδιάμεση Απόφαση)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο