Δήμος Ακάμα ν. Σωκράτης Μίτα κ.α., Απαίτηση: 651/2025, 10/6/2026
print
Τίτλος:
Δήμος Ακάμα ν. Σωκράτης Μίτα κ.α., Απαίτηση: 651/2025, 10/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

Απαίτηση: 651/2025

 Μεταξύ:

                                                           Δήμος Ακάμα

Ενάγοντας

                                                             και

 

1. Σωκράτης Μίτα

2. Χρίστος Μίτας

3. Μιχάλης Μίτας

Εναγόμενοι

 

Αίτηση ημερομηνίας 19.2.26, για διαγραφή μέρους του δικογράφου της Υπεράσπισης

 

Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντα/Αιτητή: Ιωάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας αιτητής, ζητά την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διαγράφεται μέρος της Υπεράσπισης, το οποίο είναι άσχετο, ενοχλητικό και/ή εμπεριέχει σκανδαλώδεις ισχυρισμούς και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας και συγκεκριμένα των ακόλουθων παραγράφων:

 

Παράγραφος 9: «Το σκηνικό της συνάντησης έμοιαζε να ήταν στην Λατινική Αμερική ή σε κάποια τριτοκοσμική χώρα όπου οι αξιωματούχοι δημόσιων οργανισμών είναι τόσο διεφθαρμένοι ώστε να κάμνουν μυστικές συμφωνίες και να δίδουν υποσχέσεις ανεξάρτητα με τη νομιμότητα»

 

Παράγραφος 11: «Επρόκειτο για μια μαφιόζικη συναλλαγή».

 

            Ζητείται επίσης επέκταση του χρόνου καταχώρησης απάντησης στην υπεράσπιση για περίοδο 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην υπό κρίση αίτηση.

 

Η απαίτηση του ενάγοντα αφορά αξιώσεις εναντίον των εναγομένων για αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης συνεπεία της κατ’ ισχυρισμό αδικαιολόγητης άρνησης του εναγόμενου 1 να προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας στα πλαίσια του δημόσιου διαγωνισμού αρ. Π04/2024 με την αλληλέγγυα εγγύηση των εναγομένων 2 και 3.  Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, μεταξύ άλλων, αρνούνται τα όσα τους αποδίδει ο ενάγοντας και ισχυρίζονται ότι στα έγγραφα προσφοράς αναφερόταν ως εκτιμημένη αξία της σύμβασης το ποσό των €300.000, πράγμα που καταδείκνυε ότι η προσφορά αφορούσε ουσιαστικά την ενοικίαση καφεστιατορίου. Ο μόνος προσφοροδότης ήταν ο εναγόμενος 1 και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο διαγωνισμός ήταν απλώς η βιτρίνα, πίσω από την οποία ήταν η παραχώρηση χώρου για την παράνομη λειτουργία καφεστιατορίου και ο ενάγων απλά έψαχνε ένα πρόσωπο να συμμετέχει στο παράνομο σχέδιο του. Ο εναγόμενος 1,  ισχυρίζεται ότι όταν κλήθηκε για να υπογράψει την σύμβαση ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι ο χώρος βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Μετά την ανταλλαγή αλληλογραφίας, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία των δικηγόρων του ενάγοντα παρουσία του Δημάρχου και του Δημοτικού Μηχανικού, όπου οι αξιωματούχοι του ενάγοντα απλά επιδίωξαν να πείσουν τον εναγόμενο 1 να υπογράψει την σύμβαση, ισχυριζόμενος τα όσα ζητά ο ενάγοντας να διαγραφούν από την παρ. 9 και συγκεκριμένα: «Το σκηνικό της συνάντησης έμοιαζε να ήταν στην Λατινική Αμερική ή σε κάποια τριτοκοσμική χώρα όπου οι αξιωματούχοι δημόσιων οργανισμών είναι τόσο διεφθαρμένοι ώστε να κάμνουν μυστικές συμφωνίες και να δίδουν υποσχέσεις ανεξάρτητα με τη νομιμότητα». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η παρανομία είχε ξεκινήσει από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κισσόνεργας χορηγώντας άδεια πλανοδιοπώλησης. Ο ενάγοντας όταν ανέλαβε την περιοχή της Κισσόνεργας θεώρησε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει την μέθοδο του Κοινοτικού Συμβουλίου, επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας την δημιουργία ενός παράνομου καφεστιατορίου, προσθέτοντας την φράση της οποίας ζητείται η διαγραφή στην παρ. 11: «Επρόκειτο για μια μαφιόζικη συναλλαγή».

 

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, οι ως άνω αναφορές δεν είναι αναγκαίες, είναι σκανδαλώδεις και άσχετες με τα επίδικα θέματα. Οι εναγόμενοι αποδίδουν στους λειτουργούς του ενάγοντα προσβλητικούς και υβριστικούς χαρακτηρισμούς ο οποίοι είναι δυσφημιστικοί και προσβάλλουν την υπόληψη και το κύρος του ενάγοντα.

 

Με την ένσταση τους οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η αίτηση στερείται πραγματικού και νομικού υποβάθρου και δεν δικαιολογείται καμία διαγραφή, οι φράσεις που επιδιώκεται η διαγραφή αποτελούν βασικούς ισχυρισμούς των εναγομένων που περιγράφονται με σαφήνεια, είναι απολύτως σχετικοί με την υπόθεση και θα έπρεπε να καθοριστούν ειδικά και η επιτυχία της αίτησης θα στερήσει το δικαίωμα στους εναγόμενους να προβάλουν πλήρως την υπεράσπιση τους.

 

Κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης, κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται υπό το φως της δικογραφίας.

 

H αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 3.3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, όπου οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν τα εξής:

 

«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου

 

(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.

 

(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

 

(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·

 

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή

 

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

 

Η αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Civil Procedure RulesPart 3.4 είναι ταυτόσημη και κατ’ επέκταση το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει σχετική καθοδήγηση από την Αγγλική Νομολογία.

 

Κρίνεται ουσιαστικό να τονίσω ότι το Δικαστήριο πλέον με την θέσπιση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, μπορεί ακόμα και αυτεπάγγελτα να προχωρήσει στη διαγραφή δικογράφου ή μέρος αυτού στη βάση του Μέρους 3.3, σε περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο κριθεί αναγκαίο και επιθυμητό στα πλαίσια πάντοτε εξυπηρέτησης του πρωταρχικού σκοπού.

 

Όπως διαφαίνεται από το αίτημα του ενάγοντα, ζητείται η διαγραφή των ως άνω ισχυρισμών από τις παρ. 9 και 11 της υπεράσπισης, επικαλούμενος τους λόγους διαγραφής οι οποίοι προβλέπονται από το Μέρους 3.3(2)(β) των Κανονισμών.

 

Σχετική με το υπό κρίση ζήτημα είναι η απόφαση στην Αγγλική υπόθεση The Persons Identifies in Schedule 1 of the Re-Amended Particulars of Claim v Standard Chartered Plc [2024] EWCA Civ 674, στην οποία λεχθήκαν τα ακόλουθα:

 

«21. The White Book explains at 3.4.1 that CPR 3.4(2)(a) and (b) "cover statements of case which are unreasonably vague, incoherent, vexatious, scurrilous or obviously ill-founded and other cases which do not amount to a legally recognisable claim or defence" and that CPR 3.4(2)(c) "covers cases where the abuse lies not in the statement of case itself but in the way the claim or defence (as the case may be) has been conducted". Paragraph 1.2 of Practice Direction 3A gives examples of particulars of claim which could fall within CPR 3.4(2)(a). These include particulars of claim which are "incoherent and make no sense" and those which "contain a coherent set of facts but those facts, even if true, do not disclose any legally recognisable claim against the defendant". Paragraph 1.3 explains that a claim may fall within CPR 3.4(2)(b) where it is "vexatious, scurrilous or obviously ill-founded".»

 

             Στρεφόμενη στο δικόγραφο της υπεράσπισης το οποίο καταχώρησαν οι εναγόμενοι, τονίζω αρχικά ότι σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης οι οποίοι προβλέπονται από τον Κανονισμό 16.2, κάθε διάδικος θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις ακόλουθες πρόνοιες:

 

«16.2. Γενικές διατάξεις ως προς το περιεχόμενο των δικογράφων

(1) Διάδικος οφείλει να εγείρει στο δικόγραφο:

(α) όλα τα γεγονότα τα οποία δεικνύουν ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ή δεν είναι βάσιμη·

(β) όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απάντησης, κατά περίπτωση, οι οποίοι αν δεν εγερθούν ενδέχεται:

(i) να καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης· ή

(ii) να προκαλέσουν την έγερση πραγματικών ζητημάτων τα οποία δεν προκύπτουν από το προηγούμενο δικόγραφο, όπως, απάτης, παραγραφής, απαλλαγής, πληρωμής, εκπλήρωσης ή γεγονότα τα οποία δεικνύουν παρανομία οποιουδήποτε είδους ή καθιστούν την απαίτηση ή ανταπαίτηση μη εκτελεστή.»

 

            Στην παράγραφο 9, της υπεράσπισης, οι εναγόμενοι συνδέουν τα γεγονότα της συνάντησης η οποία έλαβε χώρα στις 7.4.25, με ισχυριζόμενες καταστάσεις οι οποίες ως διατείνονται επικρατούν στην Λατινική Αμερική ή σε άλλη τριτοκοσμική χώρα αποδίδοντας στους αξιωματούχους δημοσίων οργανισμών εκείνων των χωρών διαφθορά και κατάρτιση μυστικών συμφωνιών αλλά και παροχή υποσχέσεων ανεξάρτητα με τη νομιμότητα. Δια των ως άνω ισχυρισμών, το Δικαστήριο θα κληθεί ουσιαστικά να εξετάσει τα καθεστώτα που επικρατούν σε άλλες χώρες, ενώ τέτοιοι ισχυρισμοί δεν συνδέονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα ζητήματα τα οποία επιθυμούν οι εναγόμενοι να προωθήσουν σε σχέση με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η συνάντηση στις 7.4.25. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο και θα οδηγούσε σε εκτροχιασμό της διαδικασίας και αποπροσανατολισμό από τα ουσιώδη επίδικα θέματα. Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων τείνουν να θίξουν άλλα κράτη, τα οποία καμία εμπλοκή ή σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, από την παράγραφο 9, να διαγραφεί το μέρος ως ζητείται στην αίτηση.

 

            Εις ότι αφορά την παράγραφο 11, οι εναγόμενοι φαίνεται με την τελευταία πρόταση της παραγράφου αυτής, να χαρακτηρίζουν το πλαίσιο εξέλιξης των επίδικων γεγονότων ως «μαφιόζικη συναλλαγή». Τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα έχουν σκιαγραφηθεί και εκτεθεί από τους διαδίκους, ενώ οι εναγόμενοι παρέθεσαν λεπτομέρειες της υπεράσπισης τους με την οποία υποστηρίζουν τους λόγους για τους οποίους δεν υπογράφηκε η συμφωνία. Οι εναγόμενοι παραπονούνται ότι είχαν ουσιαστικά ξεγελαστεί από τον ενάγοντα και ο εναγόμενος 1 δέχθηκε πιέσεις για να υπογράψει τη συμφωνία. Αυτές είναι οι ουσιαστικές θέσεις της υπεράσπισης, τις οποίες οι εναγόμενοι προωθούν με τα δικογραφημένα γεγονότα με απώτερο σκοπό να αντικρούσουν την απαίτηση του ενάγοντα. Η αναφορά σε μαφιόζικη συναλλαγή, δεν προσθέτει οτιδήποτε στους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ούτε όμως κρίνεται αναγκαία. Καταλήγω στα πιο πάνω, έχοντας παράλληλα υπόψη την ετυμολογία της λέξης «μαφία» σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», Γ. Μπαμπινιώτη, όπου η λέξη αυτή παραπέμπει σε «1. εγκληματική οργάνωση με αυστηρή ιεραρχία και απαράβατους εσωτερικούς νόμους, η οποία ιδρύθηκε τον περασμένο αιώνα στη Σικελία και η δράση της εξαπλώθηκε σταδιακά σε όλη την Ιταλία αλλά και την Αμερική και την Ευρώπη, 2. (κατ. επέκτ.) κάθε οργανωμένο δίκτυο κακοποιών, 3. (μτφ.) κλειστή ομάδα επιτηδείων, που εξυπηρετεί συντονισμένα τα συμφέροντα της χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα». Εφόσον συνεπώς, ο χαρακτηρισμός τον οποίο αποδίδει η υπεράσπιση στο όλο πλαίσιο των γεγονότων, παραπέμπει σε σπείρα κακοποιών ή επιτήδειων, ενώ τα γεγονότα της υπόθεσης αφορούν συγκεκριμένα την προκήρυξη προσφοράς και την μετέπειτα απόφαση του εναγόμενου 1 να μην προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας για τους συγκεκριμένους λόγους τους οποίους υποστηρίζει και δικογραφεί, η απασχόληση της διαδικασίας με το κατά πόσο ο ενάγοντας συνιστά σπείρα κακοποιών ή επιτήδειων που επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους με αθέμιτα μέσα, ενδεχομένως να απασχολούσε εξέταση ποινικής ευθύνης του ενάγοντα. Στα πλαίσια όμως της παρούσας διαδικασίας, τέτοιος ισχυρισμός, περιπλέκει και εκτροχιάζει τα επίδικα ουσιαστικά ζητήματα και γεγονότα. Συνεπώς, η τελευταία πρόταση της παραγράφου 11 της υπεράσπισης να διαγραφεί.

 

            Θα πρέπει τέλος να σημειώσω ότι με την διαγραφή των ως άνω σημείων της υπεράσπισης, οι εναγόμενοι δεν εμποδίζονται να προωθήσουν την υπεράσπιση τους εφόσον οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί τους παρέμειναν αναλλοίωτοι και θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Συνεπώς, ούτε και ο τρίτος λόγος ένστασης μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

            Ενόψει των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται Διατάγματα ως οι παρ. Α και Β της αίτησης.

         

 Σύμφωνα με το Μέρος 3.3(3), των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας:

 

«(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.»

 

Συνακόλουθα, δίδονται οδηγίες όπως οι εναγόμενοι, εντός 15 ημερών από σήμερα, καταχωρήσουν τροποποιημένη Υπεράσπιση ώστε το τροποποιημένο δικόγραφο να συνάδει με την έκδοση του Διατάγματος υπό στοιχείο Α της αίτησης.

 

Η Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 14 ημέρων από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης.

 

Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα – αιτητή και εναντίον των εναγόμενων – καθ’ ων η αίτηση.  Δεν έχουν καταχωρηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων από τους συνηγόρους ως προβλέπει το Μέρος 39.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και πορεία εκδίκασης της αίτησης προχώρησε στον υπολογισμό των εξόδων στο ποσό των €2.500 πλέον ΦΠΑ, τα οποία να πληρωθούν στον ενάγοντα εντός 60 ημερών από σήμερα, ενόψει του ότι η μη αναγκαία δικογράφηση των ισχυρισμών που έχουν διαγραφεί προκάλεσαν καθυστέρηση στη διαδικασία.

 

 

 

                                                                                                (Yπ.)  …………………………………

           Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο