SKYCAC LTD ν. Σπύρος Αχνιώτης, Αριθμός Απαίτησης: 379/2025, 18/6/2026
print
Τίτλος:
SKYCAC LTD ν. Σπύρος Αχνιώτης, Αριθμός Απαίτησης: 379/2025, 18/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                            Αριθμός Απαίτησης: 379/2025

Μεταξύ:

 

                                                        SKYCAC LTD

Ενάγουσα

       και

 

                                                       Σπύρος Αχνιώτης                               

Εναγομένου

                    

Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 20.2.26

 

Ημερομηνία: 18 Ιουνίου, 2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγουσα - αιτήτρια: Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ

Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κος Σ. Ζαννούπας

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η ενάγουσα με το έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης την οποία καταχώρησε εναντίον του εναγομένου αξιώνει την έκδοση Διατάγματος για παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής στην ενάγουσα, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/Σχ. [ ], Τεμάχιο [ ], Τμήμα [ ], Τοποθεσία [ ], Δήμος Ανατολική Πάφος, Κονιά, Επαρχία Πάφος, στο εξής το ακίνητο. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να εισέρχεται και να επεμβαίνει παράνομα εντός του ακινήτου, Δήλωση ότι ο εναγόμενος παράνομα κατέχει και καρπώνεται το ως άνω ακίνητο, καθώς επίσης αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση.   

 

Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και ακολούθησε η καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του, με την οποία ισχυρίζεται ότι η υποτιθέμενη πράξη αγοράς και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στην ενάγουσα είναι εικονική και ψευδής και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθ’ ότι η ενάγουσα δεν δίνει κάποια λεπτομέρεια πως αυτή κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εντός του ακινήτου υπάρχει η κατοικία του, την οποία κατέχει νόμιμα και η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα επ’ αυτού. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα δεν δίνει την παραμικρή εξήγηση πως το ακίνητο περιήλθε στην κατοχή και έλεγχο της, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η πράξη μεταβίβασης ήταν εικονική. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει πως και πότε κάλεσε τον εναγόμενο να παραδώσει ελεύθερη κατοχή και ο εναγόμενος δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Ο εναγόμενος παραδέχεται την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 7.5.25, χωρίς να αποδέχεται το περιεχόμενο της. Με την ανταπαίτηση του ο εναγόμενος, ζητά Διάταγμα με το οποίο οι αναφερόμενες στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνίες να κηρύσσονται παράνομες και άκυρες και Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην ενάγουσα να επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο το οποίο κατέχεται από τον εναγόμενο. 

 

Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης από την ενάγουσα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης, αξιώνοντας την έκδοση των Διαταγμάτων τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης και καταγράφηκαν πιο πάνω.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Φ. Σάββα, λειτουργού στην εταιρεία DOVALUE (CYPRUS) LTD, η οποία είναι αντιπρόσωπος της ενάγουσας και ασκεί καθήκοντα στην υπηρεσία διαχείρισης ακινήτων της ενάγουσας, έχοντας στην κατοχή της όλα τα έγγραφα που αφορούν την είσπραξη και ανάκτηση κατοχής ακινήτων και χρεών, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα, η αίτηση καταχωρήθηκε λόγω του ότι η υπόθεση είναι ξεκάθαρη, δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση. Ο εναγόμενος δεν έχει να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση και ο μοναδικός σκοπός είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση να πρέπει να εκδικαστεί. Η ενάγουσα ήταν και είναι ιδιοκτήτρια του ως άνω ακινήτου και κατέθεσε προς τούτο, ως τεκμήριο 1, το έντυπο μεταβίβασης του ακινήτου και ως τεκμήριο 2 τον τίτλο ιδιοκτησίας ημερομηνίας 16.10.24. Οι αντιπρόσωποι της ενάγουσας καθώς και ιδιώτες επιδότες μετέβηκαν στο επίδικο ακίνητο για επιτόπια επιθεώρηση σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι και σήμερα από την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου επ’ ονόματι της ενάγουσας όπου διαπίστωσαν ότι ο εναγόμενος παράνομα επενέβαινε και εκμεταλλευόταν αυτό χωρίς την συγκατάθεση και συναίνεση της ενάγουσας ως της νόμιμης ιδιοκτήτριας. Οι αντιπρόσωποι της ενάγουσας προέβησαν σε επανειλημμένες οχλήσεις προς τον εναγόμενο καλώντας τον να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου, ενώ ο εναγόμενος αρνείται και παραλείπει να το πράξει. Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγόμενου, η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 7.5.25 στον εναγόμενο, τεκμήριο 3, με την οποία ο εναγόμενος ενημερώθηκε ότι παράνομα κατέχει το ακίνητο καλώντας το εναγόμενο να αποστείλει την γραπτή απάντηση του εντός 14 ημερών από την επιβεβαίωση λήψης της επιστολής. Για τους ως άνω λόγους, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για τις αιτούμενες θεραπείες.   

 

Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλλει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς προσχέδιο κατά παράβαση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, με την αίτηση αποστερείται το δικαίωμα του εναγόμενου να υπερασπιστεί την υπόθεση και για να αποφύγει η ενάγουσα να δώσει εξηγήσεις πως κατέστη ενάγουσα, η ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση σχετικά με τον τρόπο που κατέστη ενάγουσα, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης θα πρέπει να αποφασιστούν με τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, ο εναγόμενος έχει πολύ καλή υπεράσπιση, η ενάγουσα δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση βρίθει από ανακρίβειες και γενικόλογες αναφορές, η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση δεν προέρχεται από μάρτυρα γεγονότων, η μάρτυρας της ενάγουσας αποκρύπτει και παραπλανεί το Δικαστήριο πως η ενάγουσα κατέστη διάδικος επιβεβαιώνοντας τη θέση του εναγόμενου ότι η υποτιθέμενη πράξη αγοράς του ακινήτου είναι εικονική, δεν παρουσιάζεται λογιστική πράξη που να φαίνεται η αγορά του ακινήτου και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.  

 

            Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου, στην οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση σχετικά με τον τρόπο που κατέστη ενάγουσα και θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να προωθήσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες υποστηρίχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά σ’ αυτό.

 

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο προβλέπει για τη διαδικασία με την οποία δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς την διεξαγωγή δίκης.

           

Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό 24.2, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγομένου επί του συνόλου της απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν κρίνει ότι:

 

1. Ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

2. Δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Ως προς το διαδικαστικό μέρος της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο Κανονισμός 24.3 προβλέπει πως ο ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το Δικαστήριο δώσει άδεια και σε περίπτωση που ο ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.

 

Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 24.4, η αίτηση υποβάλλεται με βάση τα όσα διαλαμβάνει το Μέρος 23 των Κανονισμών, όπου με την αίτηση θα πρέπει να παρουσιάζεται μαρτυρία σύμφωνα με την οποία:

 

1.   Να προσδιορίζεται περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή

2.   Να αναφέρεται ότι η αίτηση υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

 

Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 24, δύναται  να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

(α) απόφαση επί της απαίτησης,

(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ) απόρριψη της αίτησης,

(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.

 

Πέραν των ως άνω, το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης και περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης, είτε στην ολότητα της είτε για επιμέρους ζητήματα τα οποία θα κρίνει αναγκαίο να εκδικαστούν.

 

Ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης. Το Μέρος 24.4 (3)  αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει αυτός να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας, ο ενάγοντας οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται, τηρουμένου του δικαιώματος του να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).

 

Όπως έχει πρόσφατα λεχθεί στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, ημερομηνίας 11/2/2026, σε σχέση με το βάρος απόδειξης της αίτησης:

 

«Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.

Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.

 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

 

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:

 

«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης.  Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».

 

            Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης, θα εξετάσω αρχικά τον λόγο ένστασης υπ’ αριθμό 1, σύμφωνα με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε συνοδευόμενη από προσχέδιο. Ως προβλέπει ο Κανονισμός 23.4(2), προσχέδιο του διατάγματος το οποίο ζητά ο αιτητής πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτηση εκτός αν ο αιτητής δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο ή προβλέπεται διαφορετικά στους Κανονισμούς. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από προσχέδιο διαταγμάτων. Σύμφωνα όμως με την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Εφετείου, IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LIMITED v. SEYMOUR EMPORIO LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 92/2025, 15/6/2026, όπου εξετάστηκε η παράλειψη καταχώρησης προσχεδίου διατάγματος, λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά στο γεγονός ότι η Αίτηση δεν συνοδεύεται από προσχέδιο διατάγματος, κρίνουμε πως πρόκειται για απλή παρατυπία από την οποία δεν θεωρούμε ότι προκύπτει οποιαδήποτε βλάβη ή δυσμενής επηρεασμός στους Καθ' ων η Αίτηση.  Ως εκ τούτου εκδίδουμε σχετικό διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία, δυνάμει των νομολογηθέντων στις υποθέσεις (1) Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου (1999) 1 (Α) Α.Α.Δ. 366, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τα νομολογηθέντα στην αγγλική υπόθεση Metroirest Ansalt et al v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513 και (2) DAVID v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012, ημερομηνίας 24.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:A415, ECLI:CY:AD:2017:A415).»   

 

Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω και κρίνοντας ότι το σφάλμα δεν κρίνεται σοβαρό και δεν φαίνεται να επηρεάζει τον εναγόμενο, εκδίδεται Διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Ο λόγος ένστασης υπ’ αριθμό 1, δεν γίνεται αποδεκτός.

 

            Με τον λόγο ένστασης υπ’ αριθμό 9, υποστηρίζεται ότι η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση δεν προέρχεται από μάρτυρα γεγονότων αλλά από επαγγελματία μάρτυρα. Σύμφωνα όμως με τον Κανονισμό 24.4, ο οποίος προβλέπει για τις τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης, δεν καθορίζεται η κατηγορία προσώπων που επιβάλλεται να καταθέτουν ως μάρτυρες σε τέτοια διαδικασία. Εξυπακούεται όμως ότι η αίτηση θα πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία προσώπου το οποίο γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και στην προκειμένη περίπτωση η κα Σάββα, πέραν του ότι περιγράφει την επαγγελματική της σχέση με την ενάγουσα από την οποία πηγάζει η γνώση της για τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση, αναφέρεται στα έγγραφα και στοιχεία που αφορούν την υπόθεση, τα οποία περιήλθαν στην γνώση της κατά την άσκηση των καθηκόντων της.  Συνεπώς, κρίνεται ότι η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση προέρχεται από πρόσωπο με γνώση των γεγονότων, το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση. Ο λόγος ένστασης υπ’ αριθμό 9, δεν γίνεται αποδεκτός. 

 

Στρεφόμενη τώρα στην ουσία της αίτησης, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει το Μέρος 24 των Κανονισμών και η  ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με αυτές. Συγκεκριμένα, προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 8.7.25 και υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 2.12.25. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, υποστηρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν προβάλλει καλόπιστη ή δικάσιμο θέμα προς συζήτηση και ο μοναδικός σκοπός του είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι αν και στην ένορκη δήλωση δεν αναφέρονται αυτολεξεί τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό 24.2, ότι δηλαδή ο εναγόμενος ουδεμία πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης έχει, τα όσα κατέγραψα πιο πάνω ως αυτά έχουν αναφερθεί από την κα Σάββα, πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 24.2, εφόσον αυτό που ουσιαστικά υποστηρίζει είναι ότι ο εναγόμενος δεν προβάλλει υπεράσπιση με προοπτική επιτυχίας αλλά και ο μοναδικός λόγος που προβάλλεται είναι η πρόκληση καθυστέρησης, χωρίς δηλαδή να υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Η αίτηση επίσης συνοδεύεται από μαρτυρία προσώπου το οποίο γνωρίζει τα γεγονότα και με την οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα τεκμήρια επί των οποίων η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. 

 

     Η αίτηση στηρίζεται στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι τέθηκαν σε εφαρμογή το έτος 2023. Στην ως άνω απόφαση, Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED (βλ. ανωτέρω), το Εφετείο προέβηκε σε ενδελεχή ανάλυση των προνοιών του Μέρους 24 και οι  προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης έτυχαν ερμηνείας κυρίως ως προς τους όρους οι οποίοι συναντώνται στο Μέρος 24 «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», ως το απόσπασμα το οποίο ακολουθεί:

 

«Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd  [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:

 

1.    Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).

 

2.    Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

 

3.    Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

 

4.    Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).

 

5.    Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

 

6.    Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

 

7.    Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

 

Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική,  σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).

 

Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»

 

Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων  ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα.

 

 

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).

 

Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά.  Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013,  με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.»

 

Έχοντας κατά νου τα ως άνω, εξέτασα με την απαιτούμενη προσοχή τις εκδοχές τις οποίες η κάθε πλευρά προωθεί. Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της δικογραφεί ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε κατά ή περί την 16.10.24 κατόπιν διαδικασίας εκποίησης και ο τίτλος ιδιοκτησίας κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 όπου ιδιοκτήτρια φαίνεται η ενάγουσα. Η κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο δεν αμφισβητείται. Όπως επίσης δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο την επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 7.5.25, τεκμήριο 3, καλώντας τον να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου, χωρίς και πάλι ο εναγόμενος να συμμορφωθεί και χωρίς να απαντήσει στην εν λόγω έγγραφη απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του, παρά του ότι κλήθηκε να το πράξει εντός 14 ημερών.  

 

Η ενάγουσα δηλαδή, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και βασιζόμενη στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ζητά την κατοχή του ακινήτου το οποίο ο εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει, επικαλούμενος ουσιαστικά το δικαίωμα του το οποίο κατείχε ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, στο οποίο ανήγειρε την κατοικία του, το οποίο όμως μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα ως αποτέλεσμα διαδικασίας εκποίησης.

 

Έχοντας υπόψη ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, ενώ ο εναγόμενος μέχρι σήμερα δεν έχει παραδώσει την κατοχή του στην ενάγουσα, επικαλούμενος το δικαίωμα κατοχής για το οποίο όμως δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας επί του ακινήτου ούτε όμως υφίσταται ή επικαλείται την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους, κρίνω ότι η ενάγουσα με την μαρτυρία την οποία έχει παρουσιάσει, έχει καταδείξει ότι η απαίτηση της εναντίον του εναγόμενου είναι γνήσια αλλά και βάσιμη, έχοντας παράλληλα υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 CLR 100, η οποία αφορούσε το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης όπου σε σχέση με το δικαίωμα κατόχου ενός ακινήτου έναντι του ιδιοκτήτη λεχθήκαν τα εξής: «There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner».

 

Επί τη βάση των ως άνω, κρίνεται ότι ο εναγόμενος ως κάτοχος του ακινήτου, μετά όπου κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια η ενάγουσα και μετά όπου κλήθηκε να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου χωρίς να το πράξει, έχει καταστεί παράνομος επεμβασίας επί του ακινήτου, εφόσον μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατέχει αυτό.  

 

Στρεφόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση του, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι με την μαρτυρία του την οποία παρέθεσε υποστηρίζοντας την ένσταση του, δεν αναφέρει οποιοδήποτε γεγονός το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, προβαίνει σε γενική άρνηση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, καταλογίζοντας της ότι δεν παρουσίασε λογιστική πράξη που να δείχνει τον τρόπο με τον οποίο κατέστη ιδιοκτήτρια και υποστηρίζει γενικότερα ότι η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει πως κατέστη ιδιοκτήτρια. Η ενάγουσα όμως ισχυρίζεται ότι κατέστη ιδιοκτήτρια μετά από διαδικασία εκποίησης. Αν και ο εναγόμενος δεν προβάλλει οτιδήποτε που να σχετίζεται με τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου από την ενάγουσα, είναι σημαντικό να αναφερθούν τα ακόλουθα ως έχουν λεχθεί στην υπόθεση  Πασιουρτίδης κ.ά. ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε95/21, ημερ. 8.2.2024, ως εξής:

 

«Εν πρώτοις τονίζουμε ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται και που αφορούν στην διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης (που απέληξε σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης) ή στην εγκυρότητα των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης που υποβάλλεται βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 και ως εκ τούτου δεν συνιστούσαν υπεράσπιση στην υπό κρίση αγωγή. Όπως φαίνεται από την απόφαση στην Αίτηση - Έφεση αρ. 40/19 που οι Εφεσείοντες είχαν καταχωρίσει, προβλήθηκαν και εξετάστηκαν όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί καθώς και ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των συγκεκριμένων διατάξεων του Ν.9/1965. Ορθά, συνεπώς, έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα θέματα που αφορούν στη νομιμότητα του πλειστηριασμού όχι μόνον δεν συνιστούσαν υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά επιπλέον εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν σε Δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της αίτησης για συνοπτική απόφαση και ότι πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κωλύματος του δεδικασμένου».

 

Σύμφωνα με την αγόρευση του εναγόμενου, αυτός υποστηρίζει ότι το κλειδί της υπόθεσης είναι ο τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτης του ακινήτου, ενώ η έκδοση συνοπτικής απόφασης συμπαρασύρει και την ανταπαίτηση. Δεν διαπιστώνω όμως το ως άνω επιχείρημα να προσδίδει στον εναγόμενο κάποια  προοπτική επιτυχίας, εφόσον πέραν του ότι δεν αναφέρεται ευθέως στην μαρτυρία του σε θέματα που σχετίζονται με την εκποίηση και τον παράνομο τρόπο, ως ισχυρίζεται, με τον οποίο η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια και την εικονικότητα της μεταβίβασης, ως όφειλε να το πράξει, κρίνεται περαιτέρω επί τη βάση των ως άνω, ότι στα πλαίσια της απαίτησης, δεν μπορεί να προωθήσει ζητήματα που σχετίζονται με την νομιμότητα της  εκποίησης η οποία οδήγησε στην εγγραφή της επίδικης περιουσίας στην ενάγουσα. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος δεν φαίνεται με οποιοδήποτε τρόπο να έχει προσβάλει τον τίτλο ιδιοκτησίας ή την εγγραφή του ακινήτου στην ενάγουσα, ούτε όμως παραθέτει οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να στηρίξει την υπεράσπιση του και να αποτελέσει την βάση που θα οδηγούσε το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος προβάλλει μία υπεράσπιση με προοπτική επιτυχίας. Η προβολή της ανταπαίτησης από μέρους του εναγόμενου, από μόνη της, χωρίς επαναλαμβάνω με την ένορκη του δήλωση να προβάλλει κάποιο γεγονός που θα μπορούσε να υποστηρίξει την αιτούμενη θεραπεία για ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου στην ενάγουσα και πάλι κρίνω ότι δεν αποδίδει στον εναγόμενο προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του. Άλλωστε, από το έτος 2024 όπου εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας στην ενάγουσα, ο εναγόμενος δεν φαίνεται να κίνησε πρώτος οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον της ενάγουσας.

 

Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση  ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΝΑΓΗ κ.α. v. ΑΝΤΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E26/2025, 27/3/2026: «εξετάζοντας αιτήματα συνοπτικής απόφασης το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο διαφαίνεται ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και όχι ανυπόστατη («fanciful») προοπτική. Πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί κριτική σκέψη ακόμα και στο στάδιο αυτό.»

 

Επαναλαμβάνω όμως ότι ο εναγόμενος, γενικά και αόριστα αμφισβητεί τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, χωρίς καν να παρέχει κάποια λεπτομέρεια ή στοιχείο ή επιχείρημα, συνοδευόμενο από κάποιο βαθμό πειστικότητας, που θα μπορούσε να προσδώσει κάποια προοπτική επιτυχίας στην ουσιαστική του θέση ότι δικαιούται να κατέχει το ακίνητο το οποίο, ως ισχυρίζεται, νόμιμα κατέχει μέχρι σήμερα ενώ η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα επ’ αυτού. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ο εναγόμενος δεν στηρίζεται σε κάποια μαρτυρία που θα μπορούσε να παρουσιάσει κατά τη δίκη για να στηρίξει την προβαλλόμενη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, όπου κάτι τέτοιο ενδεχομένως να προσέδιδε στην υπεράσπιση του κάποια προοπτική επιτυχίας. 

 

Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι έχει καταδείξει καλόπιστη υπεράσπιση και θα πρέπει να του επιτραπεί να την προωθήσει. Σύμφωνα όμως με τους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, η προβαλλόμενη υπεράσπιση θα πρέπει να έχει προοπτική επιτυχίας, συμπέρασμα το οποίο θα πρέπει να εξάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται στα πλαίσια της αίτησης. Για τους λόγους όμως που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί. Συνεπώς η θέση του εναγόμενου ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να υπερασπιστεί την απαίτηση, χωρίς όμως στην μαρτυρία του να παραθέτει οποιοδήποτε πειστικό στοιχείο που να προσδίδει έστω την ελάχιστη πειστικότητα στα όσα προωθεί, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης αυτής του εναγόμενου.

 

Τονίζω ότι στο στάδιο αυτό, δεν αναμένετε από τον εναγόμενο να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, θα πρέπει όμως τα όσα προβάλλει ως υπεράσπιση να φέρουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που να πηγάζει από στοιχεία και μαρτυρία. Άλλωστε, σύμφωνα με το Μέρος 24, η ενάγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση με προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Σύμφωνα συνεπώς με τα όσα παρουσίασε η ενάγουσα, σε αντιδιαστολή με τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος, κρίνω  ότι τα όσα επιχειρεί ο εναγόμενος να προβάλει υποστηρίζοντας τη βασιμότητα της υπεράσπισης του, αποτελούν στο σύνολο τους γενικούς υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, που μοναδικό σκοπό έχουν την πρόκληση καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ δεν διαπιστώνω να υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη, αναφορικά με τα αιτούμενα στην αίτηση διατάγματα.

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι τα ζητήματα τα οποία εγείρονται με την αίτηση δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία ή κάποια πολυπλοκότητα και με βάση τα γεγονότα τα οποία αναφερθήκαν πιο πάνω δεν προκύπτει αναγκαιότητα εξέτασής τους στο πλαίσιο μίας κανονικής δίκης. Προσθέτω επίσης ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης κρίνεται βάσιμος, με τους οποίους ο εναγόμενος ουσιαστικά υποστηρίζει ότι η ενάγουσα αποκρύπτει πως κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και ότι η μαρτυρία της ενάγουσας δεν είναι ικανή για να πετύχει η αίτηση.

 

Δεν διαπιστώνω επίσης η αίτηση να έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά ή κακόπιστα.

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 αφού  η υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν έχει διαπιστωθεί οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος ώστε το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί στο πλαίσιο δίκης.  Κατά την διαμόρφωση της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη και ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υπό το πρίσμα του οποίου διαβάζονται και ερμηνεύονται οι Κανονισμοί και συγκεκριμένα λήφθηκαν υπόψη τα ακόλουθα τα οποία λεχθήκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED (βλ. ανωτέρω):

 

«To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

 

«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

 

Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου και εφόσον η ενάγουσα απέδειξε ότι δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του  εναγομένου, το επόμενο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι οι αιτούμενες θεραπείες τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα.

 

Η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου ακινήτου και την παράδοση του στην ενάγουσα εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος καθώς και Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο το οποίο εξακολουθεί να κατέχει αλλά και Δήλωση ότι ο εναγόμενος παράνομα κατέχει αυτό.

 

Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω κατά πόσο μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως οι παραγράφοι Α – Γ της αίτησης.

    

Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα, λαμβάνω υπόψη ότι η ενάγουσα  είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, ενώ ο εναγόμενος παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας και την επιστολή ημερομηνίας 7.5.25, εξακολουθεί να κατέχει αυτό, ενώ ο εναγόμενος δεν έχει καταδείξει κάποιο δικαίωμα κατοχής. Κρίνω συνεπώς ότι η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά και απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο εναγόμενος παράνομα κατέχει το ακίνητο.

 

Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται Διατάγματα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου ως ακολούθως:

 

Α. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο εναγόμενος και/ή υπαλλήλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του,  όπως παραδώσουν προς την ενάγουσα εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος, κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 45/60, Τεμάχιο [ ], Τμήμα 0, Τοποθεσία «ΠΕΤΡΟΛΑΟΝΑ», Δήμος Ανατολική Πάφος, Κονιά, Επαρχία Πάφος.

 

Β. Διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται ο εναγόμενος και/ή υπαλλήλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του από του να εισέρχονται και/ή να επεμβαίνουν παράνομα, εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 45/60, Τεμάχιο [ ], Τμήμα 0, Τοποθεσία «ΠΕΤΡΟΛΑΟΝΑ», Δήμος Ανατολική Πάφος, Κονιά, Επαρχία Πάφος. Το εν λόγω Διάταγμα τίθεται σε ισχύ εντός 30 ημερών από την επίδοση του.

 

Γ. Εκδίδεται Δηλωτική απόφαση ότι ο εναγόμενος και/ή υπαλλήλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του, παράνομα κατέχουν, καρπώνονται και εκμεταλλεύονται το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 45/60, Τεμάχιο [ ], Τμήμα 0, Τοποθεσία «ΠΕΤΡΟΛΑΟΝΑ», Δήμος Ανατολική Πάφος, Κονιά, Επαρχία Πάφος

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας – αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου – καθ’ ου η αίτηση, τα οποία έχουν καθοριστεί από το Δικαστήριο, εφόσον δεν καταχωρήθηκαν καταλόγοι εξόδων ως προβλέπεται στον Κανονισμό 39.9, στο ποσό των €2.400 πλέον Φ.Π.Α. πλέον πραγματικά έξοδα για το ποσό των €36.

 

Εις ότι αφορά τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα της απαίτησης, να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, δια της καταχώρησης ερωτηματολογίων.

 

(Υπ.)   ............................................

             Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο