ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Απαίτηση: 91/2026
Μεταξύ:
Salome Johns Charalambous
Ενάγουσας
και
1. Ievrika Konosova
2. Valera Konosova
3. Ekaterina Dzheiranova
4. Eldar Elbakidze
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενους: κα Γ. Παπασάββα
ΑΠΟΦΑΣΗ
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Η ενάγουσα καταχώρησε στις 26.2.26, το έντυπο απαίτησης με έκθεση απαίτησης εναντίον των εναγομένων και μετά από την επίδοση του στους εναγόμενους, αυτοί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης Έντυπο 10, στο οποίο σημείωσαν την επιλογή για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπεράσπισης των εναγομένων στις 23.4.26, με την οποία προβάλλουν προδικαστική ένσταση αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
Μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης, η ενάγουσα στις 5.5.26 απαίτησε λεπτομέρειες σχετικά με την παράγραφο 7 της υπεράσπισης στην οποία οι εναγόμενοι αναφέρουν γεγονότα ως προς την πολιτογράφηση των εναγομένων 1 και 2 και οι εναγόμενοι απάντησαν στο αίτημα στις 20.5.26, δίδοντας τις αιτούμενες λεπτομέρειες.
Μετά την λήψη της απάντησης, η ενάγουσα καταχώρησε στις 29.5.26, ειδοποίηση με την οποία ζητά την απόσυρση της απαίτησης λόγω του ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται καθ’ ύλη αρμοδιότητα και κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της. Όπως συγκεκριμένα καταγράφηκε στην ηλεκτρονική επικοινωνία των συνηγόρων της ενάγουσας προς το Δικαστήριο στις 29.5.26: «Συνεπεία τούτων, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας προκειμένου να εκδικάσει την παρούσα Απαίτηση λόγω της κυπριακής υπηκοότητας των Εναγόμενων 1 και 2 και του γεγονότος ότι είναι σύζυγοι των Εναγόμενων 4 και 3 αντίστοιχα. Το εν λόγω γεγονός δεν ήτο εις γνώσιν μας πριν από την καταχώρηση της παρούσας Απαίτησης και ούτε η Ενάγουσα ήτο σε θέση να το προβλέψει πριν από την καταχώρηση της Απαίτησης.»
Η πλευρά των εναγομένων ζήτησε όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ τους. Λόγω της διαφωνίας των δύο πλευρών ως προς τα έξοδα, το Δικαστήριο κάλεσε τους συνηγόρους αμφοτέρων πλευρών να αγορεύσουν και προς τούτο κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων μελετήθηκε και λήφθηκε υπόψη.
Η πλευρά της ενάγουσας υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε το γεγονός της Κυπριακής υπηκοότητας των εναγομένων 1 και 2 ενώ η πλευρά των εναγομένων υποστηρίζει ότι σε συνομιλίες που έλαβαν χώρα πριν την καταχώρηση της απαίτησης μεταξύ των συνηγόρων οι οποίοι χειρίζονται την υπόθεση, το γεγονός αυτό είχε αποκαλυφθεί. Πέραν τούτου, στη συμφωνία ενοικίασης, αναγράφεται ο αριθμός Κυπριακής ταυτότητας του εναγόμενου 1 και η ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει τα γεγονότα αυτά πριν καταχωρήσει την απαίτηση της.
Έλαβα υπόψη το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, χωρίς να χρειάζεται η επανάληψη τους για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω ότι τα όσα αναφέρονται στις γραπτές αγορεύσεις και αφορούν αμφισβητούμενα γεγονότα, αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον η αγόρευση δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία. Το Δικαστήριο επί τη βάση των δικογράφων και όσα προκύπτουν να αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων θα εξετάσει το ζήτημα των εξόδων.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 39.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται η πιο κάτω αρχή ως προς την επιδίκαση εξόδων από το Δικαστήριο, το οποίο ασκεί διακριτική ευχέρεια προς τούτο, καθώς επίσης καταγράφονται παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ως ακολούθως:
«39.1. Η πρωταρχική αρχή
(1) Αναφορικά με τα ακόλουθα:
(α) οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ διαδίκων·
(β) οποιαδήποτε έξοδα πληρωτέα από πελάτη στον δικηγόρο του πελάτη·
(γ) κατά πόσον το σύνολο των εξόδων ή μέρος αυτών θα υπολογίζεται με αναφορά στους κανονισμούς 39.12(3)-(5) του παρόντος Μέρους ή σε κάποια άλλη βάση·
(δ) από ποιον θα υπολογίζονται τα έξοδα·
(ε) το ποσόν οποιωνδήποτε εξόδων·
(στ) τη χρονική περίοδο εντός της οποίας τα έξοδα είναι πληρωτέα· και
(ζ) οποιεσδήποτε δόσεις με τις οποίες τα έξοδα θα είναι πληρωτέα,
η πρωταρχική αρχή είναι ότι, τηρουμένου του πρωταρχικού σκοπού, όλα τα πιο πάνω εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και οποιαδήποτε ειδική ή γενική διάταξη οποιουδήποτε κανονισμού υπόκειται σε αυτή την πρωταρχική αρχή.
39.2. Παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας
(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.
(2) Όταν το δικαστήριο αποφασίζει ποια διαταγή να εκδώσει (αν θα εκδώσει) αναφορικά με έξοδα, λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένων των ακόλουθων:
(α) τη συμπεριφορά όλων των διαδίκων·
(β) κατά πόσον διάδικος πέτυχε σε μέρος της υπόθεσής του, ακόμη και αν δεν ήταν πλήρως επιτυχής· και
(γ) οποιαδήποτε αποδεκτή πρόταση διακανονισμού υποβλήθηκε από διάδικο η οποία γνωστοποιείται στο δικαστήριο και δεν είναι πρόταση στην οποία εφαρμόζονται οι συνέπειες ως προς τα έξοδα, δυνάμει του Μέρους 35.
(3) Η συμπεριφορά των διαδίκων περιλαμβάνει:
(α) συμπεριφορά πριν καθώς και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και ειδικότερα τον βαθμό στον οποίο οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με οποιοδήποτε σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο·
(β) κατά πόσον ήταν εύλογο για διάδικο να εγείρει, προωθήσει ή αμφισβητήσει συγκεκριμένο ισχυρισμό ή ζήτημα·
(γ) τον τρόπο με τον οποίο διάδικος έχει προωθήσει ή υπερασπιστεί την υπόθεσή του ή συγκεκριμένο ισχυρισμό ή ζήτημα· και
(δ) κατά πόσον ενάγων ο οποίος έχει πετύχει στην απαίτησή του εν όλω ή εν μέρει, υπερέβαλε ως προς την απαίτησή του.”
Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω κατ’ αρχάς υπόψη ότι παρά την θέση των εναγομένων ότι δεν στάληκε προδικαστηριακό πρωτόκολλο, η θέση τους αυτή καταρρίπτεται από την παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέστειλε τον Τύπο ΙΙΙ ως προβλέπεται από τους Κανονισμούς στις 2.9.25. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους δεν αμφισβητούν τον ισχυρισμό αυτό, ότι δηλαδή έλαβαν το προδικαστηριακό πρωτόκολλο, περιοριζόμενοι στην αμφισβήτηση του νόμιμου τερματισμού της συμφωνίας. Οι εναγόμενοι απάντησαν στις 8.10.25 και όπως οι ίδιοι τους ισχυρίζονται στην υπεράσπιση τους, τοποθετήθηκαν μόνο ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας για αύξηση του ενοικίου. Όπως προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι απαντώντας στο προδικαστηριακό πρωτόκολλο δεν ανέφεραν οτιδήποτε που να σχετίζεται με την υπηκοότητα τους. Άλλωστε στο στάδιο εκείνο οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν σε ποιο Δικαστήριο θα καταχωρείτο η απαίτηση.
Παραμένει όμως ως δεδομένο ότι οι εναγόμενοι, με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης σημείωσαν το πεδίο με το οποίο εκδήλωσαν την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, στην υπεράσπιση τους προβάλλουν προδικαστική ένσταση με την οποία αμφισβητούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές.
Η ενάγουσα όφειλε καταχωρώντας την απαίτηση της να γνωρίζει τα στοιχεία των εναγομένων, εφόσον καλείται σύμφωνα με τους Κανονισμούς να αναγράφει τα στοιχεία τους στο έντυπο απαίτησης, ως προβλέπει ο Κανονισμός 7.2(2). Η υποχρέωση αυτή, αφορά την ενάγουσα και θα έπρεπε να ληφθούν τα αναγκαία διαβήματα για να εξακριβωθεί η ορθή ταυτότητα και υπηκοότητα των εναγομένων πριν την καταχώρηση της απαίτησης. Από την άλλη, οι εναγόμενοι ως είχαν υποχρέωση δυνάμει του Κανονισμού 10.1(5) σημείωσαν στο Έντυπο 10 την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας. Η ενάγουσα άμεσα ζήτησε λεπτομέρειες και ευθύς ως πληροφορήθηκε για την Κυπριακή υπηκοότητα των εναγομένων, ζήτησε την απόσυρση της απαίτησης, λόγω έλλειψης καθ’ ύλη δικαιοδοσίας, ως δηλαδή η προδικαστική ένσταση των εναγομένων. Προσθέτω επίσης στο σημείο αυτό, ότι το κατά πόσο οι συνήγοροι της ενάγουσας ενημερώθηκαν ή όχι πριν την καταχώρηση της απαίτησης, ζήτημα το οποίο απασχόλησε πρωτίστως την πλευρά των εναγομένων, είναι αδιάφορο, εφόσον το Δικαστήριο εξέτασε τη δικονομική συμπεριφορά αμφοτέρων πλευρών, από την οποία προκύπτει ότι οι εναγόμενοι εξ αρχής αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και αυτός ήταν ο λόγος όπου εν τέλει αποσύρθηκε η απαίτηση. Προσθέτω επίσης ότι από τα όσα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι εναγόμενοι δεν προκύπτει ότι ενημέρωσαν προηγουμένως και πριν την καταχώρηση της απαίτησης την ενάγουσα για το ζήτημα της υπηκοότητας, ως ισχυρίζονται.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, δεν διαπιστώνω η πλευρά των εναγομένων να ενήργησε κατά τρόπο που να προκάλεσε την καταχώρηση της απαίτησης ενώπιον αναρμόδιου Δικαστηρίου, όπως επίσης κατά το στάδιο απάντησης στο προδικαστηριακό πρωτόκολλο, οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν σε ποιο Δικαστήριο θα καταχωρείτο η απαίτηση για να εγείρουν οποιοδήποτε ζήτημα που να αφορά την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τον λόγο τον οποίο η ενάγουσα εν τέλει απέσυρε την απαίτηση της. Οι εναγόμενοι καθ’ όλη τη διαδικασία ήταν συμμορφωμένοι με τις δικονομικές τους υποχρεώσεις, χωρίς να προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και καθυστέρηση, ενώ η ενάγουσα καταχώρησε την απαίτηση σε αναρμόδιο Δικαστήριο, για λόγους που δεν έχει διαφανεί να ευθύνονται οι εναγόμενοι.
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η ορθή και δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα, είναι όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας.
Συνεπώς η απαίτηση απορρίπτεται λόγω έλλειψης καθ’ ύλη αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 – 4 και εναντίον της ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………….
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο