Sky cac Ltd ν. Christopher Pownall κ.α., Αρ. Αγωγής: 1289/2013, 24/6/2026
print
Τίτλος:
Sky cac Ltd ν. Christopher Pownall κ.α., Αρ. Αγωγής: 1289/2013, 24/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

                                                                                                           Αρ. Αγωγής: 1289/2013

Μεταξύ:

 

Sky cac Ltd

                                                                                                                    Εναγόντων

 

και 

 

 

  1. Christopher Pownall

                                                     2. Elisie Pownall

                                                     3. Ice Developers Ltd

                                                                                                                   Εναγομένων

 

 

Αίτηση για διόρθωση απόφασης

 

Ημερομηνία: 24/06/2026

Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Γ. Στυλιανού με κα Π. Σπετσιώτη για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Κατόπιν μονομερούς αίτησης για έκδοση περαιτέρω απόφασης ημερ. 02/03/2016, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν στις 24/03/2016, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, περαιτέρω απόφαση με την οποία εκδόθηκαν διάφορα διατάγματα και αναγνωριστικές αποφάσεις (στο εξής «η απόφαση»). Εδώ να λεχθεί ότι προηγουμένως, στις 27/06/2014 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 μόνο αναφορικά με το αξιούμενο με την Αγωγή ποσό.

 

Στις 16/04/2026, οι Ενάγοντες (στο εξής «οι Αιτητές») καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν «τροποποίηση» της απόφασης ως εξής:

 

1.         Στην παράγραφο 2:

(α) μετά την φράση «του αγοραπωλητηρίου εγγράφου» να προστεθεί η φράση «ημερ. 4.5.2007 με ΠΩΕ1988/2007».

(β)  μετά τη φράση «Τεμάχιο [ ]» να προστεθεί η φράση «ο οποίος άλλαξε λόγω έκδοσης ξεχωριστού τίτλου σε αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ35/51, Τμήμα 0 Τεμάχιο [ ]».

2.         Στις παραγράφους 3 και 4 μετά την φράση «το ακίνητο» να προστεθεί η φράση «ήτοι κατοικία 3 υπνοδωματίων η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ35/51, Τεμ. [ ] ο οποίος άλλαξε λόγω έκδοσης ξεχωριστού τίτλου σε αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ.Σχ35/51, Τμήμα Ο τεμάχιο [ ] στην περιοχή Λούρες, χωριό Κάθηκας της επαρχίας Πάφου».

3.         Στις παραγράφους 5 και 6 μετά τη φράση «το πωλητήριο έγγραφο» να προστεθεί η φράση «ημερ. 4.5.2007 με ΠΩΕ1988/2007».

4.         Μετά το τέλος της παραγράφου 7 να προστεθεί η φράση «ακινήτου, ήτοι κατοικία 3 υπνοδωματίων η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ35/51, Τεμ. [ ] ο οποίος άλλαξε λόγω έκδοσης ξεχωριστού τίτλου σε αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ.Σχ35/51, Τμήμα 0 τεμάχιο [ ] στην περιοχή Λούρες, χωριό Κάθηκας της επαρχίας Πάφου».

5.         Στην παράγραφο 8:

(α) μετά τη φράση «έχουν δικαίωμα» να προστεθεί η φράση «να μεταβιβάσουν επ’ όνοματι τους και/ή».

(β) μετά τη φράση «το ακίνητο» να προστεθεί η φράση «ήτοι κατοικία 3 υπνοδωματίων η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ35/51, Τεμ. [ ] ο οποίος άλλαξε λόγω έκδοσης ξεχωριστού τίτλου σε αρ. εγγραφής 0/ [ ], Φ.Σχ35/51, Τμήμα 0 τεμάχιο [ ] στην περιοχή Λούρες, χωριό Κάθηκας της επαρχίας Πάφου».

(γ) να απαλειφθεί η λέξη «εκχώρηση» και να αντικατασταθεί με τη φράση «συμφωνία εκχώρησης ημερ. 14.6.2007».

(δ) μετά τη φράση του «αγοραπωλητηρίου εγγράφου» να προστεθεί η φράση «ημερ. 4.5.2007 με ΠΩΕ1988/2007».

6.         Στην παράγραφο 9:

(α)  μετά τη λέξη «εξουσιοδοτούνται» να προστεθεί η φράση «να μεταβιβάσουν επ’ ονόματι τους και/ή».

(β) μετά τη φράση «το ακίνητο» να προστεθεί η φράση « ήτοι κατοικία 3 υπνοδωματίων η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ35/51, Τεμ. [ ] ο οποίος άλλαξε λόγω έκδοσης ξεχωριστού τίτλου σε αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ.Σχ35/51, Τμήμα 0 τεμάχιο [ ] στην περιοχή Λούρες, χωριό Κάθηκας της επαρχίας Πάφου».

(γ) να απαλειφθεί η λέξη «εκχώρηση» και να αντικατασταθεί με τη φράση «συμφωνία εκχώρησης ημερ. 14.6.2007».

(δ) μετά τη φράση του «αγοραπωλητηρίου εγγράφου» να προστεθεί η φράση «ημερ. 4.5.2007 με ΠΩΕ1988/2007».

 

Η αίτηση βασίζεται στις Δ.17, Κ.10, Δ.25 Κ.1-4 και 6 και Δ.48 Κ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής «οι Παλαιοί Θεσμοί») και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Ελίνας Πολυανίδου, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Αιτητές. Παρατίθεται αυτούσιο το μέρος της εν λόγω ένορκης δήλωσης που αφορά την ουσία της υπό κρίση αίτησης:

 

3.    Εξ’ όσων μας ενημέρωσαν οι πελάτες μας, μετά την έκδοση της απόφασης ημερ.24.3.2016 εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 οι πελάτες μας επιχείρησαν σε διάφορες ημερομηνίες να εκτελέσουν τις αποφάσεις όμως δεν τους το επέτρεψαν λειτουργοί του Κτηματολογίου βρίσκοντας διάφορες αιτιολογίες κάθε φορά. Την πρώτη φορά που μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, τους ανέφεραν ότι στην εν λόγω απόφαση δεν αναγράφονταν τα ορθά στοιχεία των ακινήτων όπως ο αριθμός φακέλου του Πωλητηρίου Εγγράφου. Μετέβησαν εκ νέου σε άλλη ημερομηνία και τους ανέφεραν ότι δεν αναγράφεται στην απόφαση ο νέος αριθμός εγγραφής του ακινήτου. Προς επιβεβαίωση των πιο πάνω επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης ημερ. 24.3.2016 ως Τεκμήριο Α. αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 14.6.2007 ως Τεκμήριο Β. αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 4.5.2007 με ΠΩΕ1988/2007 ως Τεκμήριο Γ. και έρευνα του Κτηματολογίου ως Τεκμήριο Δ.

 

 

4.  Ενόψει των συνεχών προφορικών αρνήσεων των λειτουργών του Κτηματολογίου να εκτελέσουν τις αποφάσεις, οι πελάτες μας αποτάθηκαν στο δικηγορικό μας γραφείο δίδοντας οδηγίες όπως καταχωρήσουμε την επίδικη αίτηση τροποποίησης και έκδοσης περαιτέρω απόφασης ούτως ώστε να προστεθούν όλα τα στοιχεία που επιθυμεί το Κτηματολόγιο στις εκδοθείσες αποφάσεις.

5.    Μη έχοντας άλλη επιλογή, ενόψει της άρνησης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γ ραφείου Πάφου να εκτελέσει τις αποφάσεις που εξασφάλισαν οι Ενάγοντες και από την άλλη την πρόθεση των Εναγόντων να τις εκτελέσουν ούτως ώστε να εισπράξουν το λαβείν τους, να εξοφληθεί η εξ αποφάσεως οφειλή και να διευθετηθεί η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι πελάτες μας έδωσαν οδηγίες όπως καταχωρήσουμε την επίδικη αίτηση.

 

Στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης, η συνήγορος των Αιτητών παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση την οποία και υιοθέτησε. Όλα όσα έχουν τεθεί δια της εν λόγω αγόρευσης έχουν εξετασθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρήζουν επανάληψης.

 

Νομική πτυχή

 

Πρόνοια για τη διόρθωση απόφασης γίνεται στη Δ.25 Κ.6 των Παλαιών Θεσμών, ως είχαν τροποποιηθεί αρχικά με τον Διαδικαστικό Κανονισμό Αρ. 2, ημερομηνίας 26/09/2014 και με επακόλουθες τροποποιήσεις. Παραθέτω την εν λόγω πρόνοια:

 

«Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης».

 

Εδώ να λεχθεί ότι η ως άνω πρόνοια είναι ουσιαστικά η ίδια με την προηγούμενη πρόνοια της Δ.25 Κ.6 (με κύρια διαφορά ότι πλέον γίνεται αναφορά και σε δικόγραφα), δηλαδή ως ίσχυε πριν την προαναφερόμενη τροποποίηση και προέβλεπε (σε μετάφραση) ότι:

 

«Γραμματικά λάθη σε αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη τα οποία προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη, μπορεί, καθ’ οιονδήποτε χρόνο, να διορθωθούν από το Δικαστήριο ή δικαστή κατόπιν αιτήσεως, χωρίς έφεση.»

Πρόκειται για πρόνοιες, οι οποίες είναι αντίστοιχες και πανομοιότυπες της Δ.28 Κ.11 των Αγγλικών Θεσμών.

 

Εδώ δέον όπως επισημανθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι η συνταγμένη απόφαση (drawn up judgment) αλλά η απόφαση όπως καταγράφηκε από το ίδιο. Επομένως σε περίπτωση που στη συνταγμένη απόφαση εντοπίζεται οτιδήποτε που δεν συνάδει με την απόφαση του Δικαστηρίου το λάθος θα πρέπει να διορθωθεί (βλ. Μελά v. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου (2004) 1Β Α.Α.Δ. 1384).

 

Με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στη Δ.25 Κ.6 για διόρθωση, δηλαδή γραφικών λαθών ή λαθών που προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη, τα Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να τροποποιούν διατάγματά τους που έχουν τελειοποιηθεί ή αποφάσεις τους που έχουν εκδοθεί (βλ. Μαρκίδης ν. Αιμίλιου Ηλιάδη Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 729).

 

Σύμφωνα δε με τη σχετική νομολογία, γραφικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση και όχι στον προσδιορισμό της ουσίας της πρότασης, σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη πρόθεση. Όταν δηλαδή το Δικαστήριο παραλείπει ή αποτυγχάνει να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στις εμφανείς προθέσεις του (βλ. Koumi v. Republic (1987) 3 C.L.R. 1519, Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd. (1989) 1E Α.Α.Δ. 664, Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1043 και Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Limited κ.α. (2003) 1Β Α.Α.Δ. 1293). Με άλλα λόγια με τη διόρθωση σκοπείται η εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του Δικαστηρίου. Η εξουσία για διόρθωση περιορίζεται σε γραμματικά λάθη όσο και λάθη που πηγάζουν από τυχαία αβλεψία (accidental slip) ή παράλειψη και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου στην πραγματική και έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του Δικαστηρίου (βλ. Σιβιτανίδης v. Χαραλάμπους (1993) 1 Α.Α.Δ. 179, Παπακοκκίνου ν. Δήμος Πάφου (Αρ. 2) (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1772, Μ. Μονιάτης & Υιοί Λτδ ν. Νεοφύτου (2009) 1Α Α.Α.Δ. 557 και Σοφοκλέους κ.α. ν. Alpha Bank Ltd (2011) 1Β Α.Α.Δ. 1478).

Στην Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1101 εξηγείται περιεκτικά ότι στα πλαίσια της Δ.25 Κ.6 η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clerical mistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Εμπεριέχει δε τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») σύμφωνα με τον οποίο παρέχεται δυνατότητα διόρθωσης «παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του». Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην ερμηνεία της αντίστοιχης Αγγλικής πρόνοιας ήτοι της Δ.28 Κ.11, με παραπομπή στο Annual Practice 1958 (σελ. 633-644) όπου αναφέρεται ότι το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λάθος στην έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου και ότι εάν η απόφαση συνταχθεί στη βάση της απόφασης όπως αυτή έχει εκφραστεί και διατυπωθεί, δεν μπορεί να γίνει διόρθωση εφόσον δεν θεωρείται ότι υπήρχε απλή γραμματική ή λανθασμένη αναγραφή, λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης ή του διατάγματος. Για να έχει εφαρμογή το «slip rule», πρέπει να διαπιστωθεί ότι ορισμένα μέλη της απόφασης είναι ορθά και ορισμένα λάθος που χρήζουν διόρθωσης. Εάν η απόφαση είναι ορθή, τότε είναι δυνατή η διόρθωση με την προσθήκη κάποιου δεδομένου εάν το λάθος οφείλεται σε παράλειψη το οποίο χρειάζεται τροποποίηση ή διόρθωση κάποιου είδους (βλ. και Oxley & others vLink [1914] 2 K.B. 734).

 

Τέλος, ως λέχθηκε στην Παύλου ν. Αδελφοί Λανίτη Δημόσια Λτδ (2011) 1Α Α.Α.Δ. 532 η ανίχνευση της «εξ αντικειμένου αναντίλεκτης πρόθεσης», συνιστά ζήτημα που αποφασίζεται στη βάση του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Εξέταση της αίτησης

 

Στην προκειμένη, ως ανέφερε στην αγόρευση της η συνήγορος των Αιτητών, αιτούνται την τροποποίηση/διόρθωση της απόφασης ούτως ώστε να προστεθούν τα στοιχεία του ακινήτου, η ημερομηνία του πωλητηρίου εγγράφου, ο αριθμός φακέλου ΠΩΕ του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και η ημερομηνία της τριμερούς συμφωνίας δυνάμει της οποίας εκχωρήθηκαν προς όφελος των Εναγόντων τα δικαιώματα των πρωτοφειλετών που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο.

 

Ως διευκρίνισε η κα Στυλιανού στην αγόρευση της, η επιδιωκόμενη διόρθωση στην προκειμένη δεν αφορά σε γραμματικό λάθος στην απόφαση ή λάθος προκύπτον στην απόφαση από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη. Δέχθηκε ουσιαστικά η συνήγορος ότι δεν υπήρξε τέτοιο λάθος ή παράλειψη από το Δικαστήριο.

 

Εδώ να λεχθεί ότι ως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 24/03/2016, το Δικαστήριο, εγκρίνοντας την αίτηση ημερ. 20/04/2016, εξέδωσε απόφαση ως «οι παράγραφοι 14 Γ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, Ι, Λ, Μ και Ο της Έκθεσης Απαίτησης», πλέον έξοδα. Με άλλα λόγια η αναντίλεκτη πρόθεση του Δικαστηρίου, εγκρίνοντας την αίτηση, ήταν να εκδώσει απόφαση, σύμφωνα πάντα με τα όσα συγκεκριμένα αξίωναν οι Ενάγοντες - Αιτητές, με την Έκθεση Απαίτησης τους στην εν λόγω Αγωγή (τα οποία ζητούσαν και με την εν λόγω αίτηση).  Ως εκ των άνω δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της Δ.26 Κ.6.

 

Παρά ταύτα είναι η θέση της κας Στυλιανού ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να προβεί στην αιτούμενη διόρθωση, ενασκώντας τη σχετική σύμφυτη εξουσία του. Ως προβάλλει η συνήγορος, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν την προσθήκη των νέων στοιχείων του ακινήτου καθότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος επί του επίδικου ακινήτου μετά την έκδοση της απόφασης, ο αριθμός του πωλητηρίου εγγράφου, το οποίο γίνεται για διευκρινιστικούς σκοπούς και το διάταγμα μεταβίβασης του ακινήτου επ’ ονόματι των Εναγόντων όπως προνοείται στον όρο 5(b) της συμφωνίας εκχώρησης. Η αιτούμενη προσθήκη με την περιγραφή του ακινήτου τόσο με τα αρχικά όσο και με τα νέα στοιχεία του όπου αυτό αναφέρεται στην απόφαση, γίνεται διευκρινιστικά χωρίς να αλλάζει την ουσία ή τη βάση της αγωγής.

 

Συμφωνεί δε η συνήγορος ότι κάποια από τα στοιχεία τα οποία αιτούνται οι Αιτητές να προστεθούν στην απόφαση ήταν γνωστά κατά το στάδιο της έκδοσης της απόφασης, όμως, ως αναφέρει, δεν ήταν γνωστά τα στοιχεία του ξεχωριστού τίτλου καθότι αυτός εκδόθηκε μετά από την απόφαση. Εν πάση περίπτωση είναι η θέση της κας Στυλιανού ότι τα αιτούμενα στοιχεία δεν αλλάζουν ούτε την ουσία ούτε την πορεία της υπόθεσης. Τα στοιχεία είναι αποσαφηνιστικά και σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τότε θα περιέχονται επί της απόφασης λεπτομερή στοιχεία του ακινήτου, τα οποία θα βοηθήσουν όχι μόνο τους Αιτητές αλλά όλα τα μέρη να προωθηθεί η εκτέλεση της απόφασης, να διευθετηθούν οι οφειλές των Εναγόμενων 1 και 2 και να απαλλαγεί η Εναγόμενη 3 εταιρεία από την ευθύνη της ως πάροχος εξασφάλισης. Η μη έγκριση της αίτησης, στη βάση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, θα οδηγήσει, σύμφωνα με την κα Στυλιανού, σε αδικία για όλους τους διαδίκους εφόσον δεν θα καταστεί εφικτή η εκτέλεση της απόφασης και έτσι δεν θα καταστούν εφικτά τα πιο πάνω.

 

Ενόψει του ότι η θέση των Αιτητών περί της εξουσίας του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση της απόφασης ως η αιτούμενη στην προκειμένη, περιορίζεται σε σχετική σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι θα πρέπει να γίνει περαιτέρω αναφορά στην εξουσία αυτή.

 

Αναφορικά με τη φύση της σύμφυτης εξουσίας-δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και την άσκηση της γενικά, στην Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ. 2) (2012) 1Α Α.Α.Δ. 158 λέχθηκε ότι από τη σχετική νομολογία προκύπτει πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσία η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Αυτή έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτήν καθαυτή τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της Πολιτείας. Είναι το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Η δικαιοδοσία αυτή λοιπόν δεν πηγάζει ούτε από Νόμο ούτε από Κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Η βασική εκδήλωση αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη.

 

Στην Λαζάρου ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι εκτός από τη Δ.25 Κ.6, υπάρχει η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματα του ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμα τους ή να τα αποσαφηνίσει. Παρατίθεται δε το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελ. 633,  όπου στο πλαίσιο του σχολιασμού της Αγγλικής Δ.28 Κ.11, εξηγείται και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου:

 

«Apart from the Rule, the Court has an inherent power to vary its own orders so as to carry out its own meaning and to make its meaning plain (Lawrie v. Lees, 7 App. Cas. Pp. 34, 35; Milson v. Carter [1893] A.C. 640; Kay v. Lovell, [1941] Ch. 420); City Housing Trust, [1942] Ch. 262. “Where an error of that kind has been committed it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce».

 

Ήταν στη βάση της ως άνω σύμφυτης εξουσίας του που το Ανώτατο Δικαστήριο στην Λαζάρου, διευκρίνισε ότι δεν διορθώνει, ούτε τροποποιεί την απόφαση του αλλά απλώς προβαίνει σε αναλυτική καταγραφή του αυτονόητου αποτελέσματος της.

 

Τόσο όμως η εξουσία που παρέχεται από τη Δ.25 Κ.6, όσο και η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για διόρθωση λαθών στις αποφάσεις του, περιορίζεται σε λάθη που προκύπτουν από παράλειψη του Δικαστηρίου να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στην αναντίλεκτη πρόθεση του (βλ. Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583, Σιβιτανίδης ανωτέρω και R. v. Cripps [1983] 3 All E.R. 72 (C.A.).

 

Η προαναφερόμενη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να εφαρμοσθεί όταν δεν επιδιώκονται τα ανωτέρω αλλά η διόρθωση κατ’ ισχυρισμόν νομικού σφάλματος ή άλλως πως, έστω ακόμα και καταφανές στην όψη της απόφασης ή του διατάγματος  ή αναθεώρηση προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου ή η συμπερίληψη διαταγών που αφορούν ουσιαστικές ρυθμίσεις και οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λάθη (βλ. Αγαθοκλέους ν. ΕΔΑΞΥΛ Λτδ κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 302, E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd. (1999) 1 A.A.Δ. 443, Γεωργίου ανωτέρω, Ευαγγελίδης ανωτέρω και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας (2008) 1 Α.Α.Δ. 744).

 

Στην προκειμένη, από τα πιο πάνω αλλά και από το περιεχόμενο και το είδος των αιτούμενων τροποποιήσεων στην απόφαση, προκύπτει ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται διαφοροποίηση της ουσίας της απόφασης. Αυτό καθότι οι εν λόγω «διορθώσεις» αφορούν δεδομένα που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο έκδοσης της (όπως ο νέος αριθμός εγγραφής του ακινήτου) αλλά και δεδομένα που δεν περιλήφθηκαν στο Κλητήριο Ένταλμα (όπως ο αριθμός ΠΩΕ και η ημερομηνία του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, η ημερομηνία της συμφωνίας εκχώρησης αλλά και η εξουσιοδότηση - δικαίωμα των Αιτητών να μεταβιβάσουν το ακίνητο επ’ ονόματι τους). Εδώ να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν δίδεται δικαιολογία ως προς το γιατί τα πιο πάνω που ήταν γνωστά κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, δεν περιλήφθηκαν στο Κλητήριο Ένταλμα, ώστε να διαπιστωθεί έστω ότι επρόκειτο περί λάθους ή παράλειψης.

 

Ακόμη λοιπόν και εάν το Δικαστήριο είχε εξουσία διόρθωσης αποφάσεων του, όταν το λάθος οφείλεται όχι στο ίδιο αλλά στον διάδικο ή στον συνήγορο αυτού, κρίνεται ότι στην προκειμένη δεν έχει εξουσία έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον με αυτά επιδιώκεται η τροποποίηση της ουσίας της απόφασης δια προσθήκης ουσιωδών δεδομένων, που είτε δεν υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης είτε η παράλειψη περίληψης του στο Κλητήριο Ένταλμα δεν έχει δικαιολογηθεί και σε κάθε περίπτωση τα πιο πάνω δεν μπορούν να ταξινομηθούν σαν λάθη.

 

Δεν μου διαφεύγει ότι η αίτηση γίνεται με τελικό σκοπό να καταστεί εφικτή η εκτέλεση της απόφασης. Αυτό όμως δεν αποτελεί λόγο, ούτε και επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει την προαναφερόμενη σύμφυτη εξουσία του για έγκριση της αίτησης. Η απόφαση δε στην οποία με παρέπεμψε η κα Στυλιανού και δη η Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) ν. Βασιλαρά κ.ά. (2008) 1Β Α.Α.Δ. 830), δεν υποστηρίζει την ως άνω θέση της. Αυτό καθότι δεν αφορά αίτημα διόρθωσης απόφασης, αλλά τη δυνατότητα παράλληλης προώθησης διαφορετικών μέτρων εκτέλεσης. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ούτε ότι, ως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας και ότι η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της. Αυτό όμως δεν παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία προς έγκριση των αιτούμενων διορθώσεων της απόφασης. Έχουν ήδη προαναφερθεί οι εξουσίες που έχει το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό και ως έχει εξηγηθεί το όποιο λάθος ή παράλειψη στην προκειμένη δεν εμπίπτει ούτε στην εμβέλεια της Δ.25 Κ.6, ούτε στην εμβέλεια της επί του προκειμένου συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνεται ότι οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Χαραλαμπίδου (1997) 1 Α.Α.Δ. 724, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 339, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 226 και ΝΤ.Ν. ν. Ν.Ν., Έφεση Αρ. 3/2005 και 9/2005, ημερ. 14/04/2020).

 

Εδώ δέον όπως αναφερθεί και το εξής. Ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο σκοπός της αιτούμενης διόρθωσης είναι να εκτελεσθεί η απόφαση, κάτι που, ως αναφέρεται, αποπειράθηκαν να πράξουν οι Αιτητές χωρίς όμως να το πετύχουν εφόσον δεν τους επιτράπηκε από λειτουργούς του Κτηματολογίου, οι οποίοι αρνήθηκαν να εκτελέσουν την απόφαση, με διάφορες δικαιολογίες όπως ότι στην απόφαση δεν αναγράφονταν τα ορθά στοιχεία των ακινήτων και δη ο αριθμός φακέλου του πωλητηρίου εγγράφου και δεν αναγράφεται ο νέος αριθμός εγγραφής του ακινήτου. Φαίνεται ότι η υπό κρίση αίτηση έγινε μετά από την προαναφερόμενη ενημέρωση που έτυχαν οι Αιτητές από το Κτηματολόγιο στο πλαίσιο της προσπάθειας του για εκτέλεση της απόφασης. Φαίνεται περαιτέρω ότι είναι στη βάση αυτής της ενημέρωσης που θεωρούν ανέφικτη την εκτέλεση της απόφασης και κατ’ επέκταση αναγκαία για τον σκοπό αυτό την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων. Η οποιαδήποτε όμως θέση ή άρνηση ενός Κυβερνητικού Τμήματος - εάν βέβαια αυτή είναι η περίπτωση στην προκειμένη - το οποίο ενδεχομένως να υποχρεούται να προβεί σε κάποιες ενέργειες προς εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, δεν αποτελεί λόγο για τη διόρθωση ή τροποποίηση μιας απόφασης ώστε να συνάδει με τα όσα το εν λόγω Τμήμα απαιτεί για τον σκοπό αυτό. Σε περίπτωση τέτοιας άρνησης ενδεχομένως να υπάρχουν άλλα νομικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν προς επίτευξη της εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Καμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

       (Υπ.)…..………..……….……..…….

           Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο