ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αριθμός Αγωγής: 1751/2016
Μεταξύ:
1. Ανδρέα Θεοδόση Αγαθαγγέλου
2. Κυριακής Θεοδόση Αγαθαγγέλου
Ενάγοντες
και
1. Μαρίνου Σπύρου
2. Γεώργιου Ξενοφώντος
Εναγομένων
Ημερομηνία: 14 Μαΐου, 2026
EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντες: κος Α. Κυπρίζογλου για κα Ε. Μαρκουλλή
Για Εναγόμενο 2: Κώστας Σατολιάς ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες κατά το 1/16 μερίδιο έκαστος, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2255, ευρισκομένου στην Αγία Μαρινούδα, της Επαρχίας Πάφου, στο εξής καλούμενο ως το ακίνητο. Κατά ή περί το καλοκαίρι του 2003 οι ενάγοντες κατόπιν προφορικής συμφωνίας και συγκεκριμένα ο ενάγοντας 1 με τους εναγόμενους, συμφώνησαν όπως οι ενάγοντες πωλήσουν στους εναγόμενους το 1/16 μερίδιο του ακινήτου. Το τίμημα πώλησης θα καταβαλλόταν ως εξής: ποσό €3.415,48 με την υπογραφή της συμφωνίας ως προκαταβολή, ποσό €44.401,25 σε κατοπινό στάδιο και €68.309,62 με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας στα ονόματα των εναγομένων 1 και 2.
Κατά ή περί την 1.8.03 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία συμπλήρωνε την προφορική συμφωνία αλλά δεν την καταργούσε ή αντικαθιστούσε. Κατά ή περί την 1.8.03 ο εναγόμενος 1 κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των €3.415,48 ως προκαταβολή και εκδόθηκε απόδειξη είσπραξης από τους ενάγοντες. Με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 1.8.03, ο εναγόμενος 1 διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι το ποσό των €44.401,25 θα καταβάλλετο εντός των επόμενων ημερών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 την 1.8.03 διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι μαζί με τον εναγόμενο 2, θα εξασφάλιζαν τις υπογραφές των συνιδιοκτητών του τεμαχίου και θα καλούσε τους ενάγοντες για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των εναγομένων. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 2003, οι εναγόμενοι πληροφόρησαν τους ενάγοντες ότι το υπόλοιπο ποσό τιμήματος αγοράς ήτοι €112.560,14, θα καταβαλλόταν στους ενάγοντες κατά την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των εναγομένων 1 και 2. Οι εναγόμενοι ουδέποτε κάλεσαν τους ενάγοντες εντός του 2003 για να μεταβιβάσουν το ακίνητο ή να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Οι εναγόμενοι χωρίς εύλογη αιτία υπαναχώρησαν από την γραπτή και/ή προφορική συμφωνία και/ή δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και/ή παραβίασαν ουσιώδεις όρους με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές. Οι ενάγοντες δεν ήταν πλέον οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του ακινήτου καθώς επίσης κατέβαλαν το ποσό των €2.558,19 στις αρμόδιες αρχές για σκοπούς απαλλοτρίωσης προς τον σκοπό διάνοιξης δρόμου ή δρόμων καθώς και άλλα ποσά και φόρους για το ακίνητο το οποίο δεν ανήκε σε αυτούς αλλά στους εναγόμενους.
Ενόψει των ως άνω, οι ενάγοντες αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η προφορική και/ή γραπτή συμφωνία είναι έγκυρη, να διατάσσονται οι εναγόμενοι να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των €112.560,14, να διατάσσονται οι εναγόμενοι να καταβάλουν το ποσό των €2.558,19 για την διάνοιξη δρόμου καθώς επίσης αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για υπαναχώρηση από την προφορική και/ή γραπτή συμφωνία.
Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 αποσύρθηκε και με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του ο εναγόμενος 2 προβάλλει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, λόγω του ότι αυτή καταχωρήθηκε καταχρηστικά καθότι η υπό κρίση αγωγή πραγματεύεται τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής 3592/2005 και οι ενάγοντες στερούνται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του, εφόσον τα δικαιώματα του ως απορρέουν από την γραπτή συμφωνία εκχωρηθήκαν σε τρίτα πρόσωπα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συμμορφώθηκε πλήρως με την συμφωνία αγοράς του οικοπέδου υπό διαχωρισμό ημερομηνίας 19.7.03, ενώ οι ενάγοντες απέφυγαν να μεταβιβάσουν το επίδικο μερίδιο του επίδικου ακινήτου ως προβλεπόταν συμβατικά. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες σε οποιαδήποτε ενέργεια προέβηκαν ή στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού, αφορούσε την συμβατική τους συμμόρφωση για την εξασφάλιση ξεχωριστής τιτλοποίησης του ακινήτου ως ήταν υπόχρεοι. Με την ανταπαίτηση του ο εναγόμενος 2, αξιώνει το ποσό των €3.417,20 το οποίο πληρώθηκε στους ενάγοντες δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 19.7.03, Διάταγμα με το οποίο οι ενάγοντες να υποχρεώνονται σε συμμόρφωση με το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.7.03 έναντι των νέων αγοραστών δυνάμει εκχωρητηρίων ημερομηνίας 2.11.16 και 21.11.16 και δήλωση που να ακυρώνει και/ή να αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος 2 δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες καθώς και αποζημιώσεις για καταστρατήγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 19.7.03.
Η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικαστήκαν. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης από πλευράς εναγόντων κατέθεσε η ενάγουσα 2 και από πλευράς υπεράσπισης ο εναγόμενος 2. Οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους. Θα προχωρήσω στη συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας και θα ακολουθήσει η αξιολόγηση της η οποία έγινε σύμφωνα με τις πάγιες αρχές της Νομολογίας.
Η ενάγουσα 2 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και στην οποία αναφέρει ότι τα έγγραφα τα οποία καταθέτει στην παρούσα διαδικασία είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων τα οποία έχουν κατατεθεί εκ μέρους της στα πλαίσια της αγωγής 3592/05 του Ε.Δ. Πάφου την οποία ήγειραν οι εναγόμενοι 1 και 2 εις βάρος τους. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 1 τον τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίο φαίνεται η ιδιοκτησία τους ανά 1/16 μερίδιο επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1941, τεμάχιο 161. Ακολούθως αναφέρεται στην προφορική συμφωνία ημερομηνίας 19.7.03 για πώληση των μεριδίων τους στους εναγόμενους και στον τρόπο πληρωμής του τιμήματος αγοράς ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και έχει καταγραφεί πιο πάνω. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2, συμφωνία αγοράς οικοπέδου υπό διαχωρισμό, ημερομηνίας 19.7.03. Προσθέτει σε σχέση με τη συμφωνία ότι περιλαμβάνονται σ’ αυτήν όλοι οι μεριδιούχοι καθότι το ακίνητο δεν είχε διαχωριστεί και δεν υπήρχαν ξεχωριστοί τίτλοι. Αποτελεί θέση της ότι την 1.8.03 υπογράφηκε η εν λόγω συμφωνία και οι εναγόμενοι ανέλαβαν να πείσουν τους υπόλοιπους μεριδιούχους να υπογράψουν την εν λόγω συμφωνία για να καταστεί έγκυρη και εκτελεστή. Υποστηρίζει στη συνέχεια ότι οι εναγόμενοι κατά την υπογραφή της συμφωνίας, τους ανέφεραν ότι εντός των επόμενων ημερών θα εξασφάλιζαν τις υπογραφές των υπολοίπων και θα προχωρούσαν στην πληρωμή της επόμενης δόσης και με την μεταβίβαση θα πληρωνόταν όλο το υπόλοιπο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την απόδειξη είσπραξης της προκαταβολής. Λόγω του ότι δεν υπέγραψαν όλοι οι μεριδιούχοι την συμφωνία, αυτή δεν μπορούσε να καταστεί έγκυρη. Παρ’ όλα αυτά, οι εναγόμενοι που λόγω δικής τους υπαιτιότητας δεν κατέστη έγκυρη η συμφωνία και δεν εκτελέστηκε, καταχώρησαν την αγωγή 3592/05 του Ε.Δ. Πάφου με την οποία αξίωναν αναγνώριση ότι η συμφωνία ημερομηνίας 19.7.03 θεωρείται καταγγελθείσα και ακυρωθείσα, επιστροφή του ποσού της προκαταβολής και αποζημιώσεις. Με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.10.11, η αγωγή απορρίφθηκε και η απόφαση κατατέθηκε ως τεκμήριο 4. Παρά τα πιο πάνω, μέσω του εναγόμενου 2 η σύμβαση ημερομηνίας 1.8.03 παράτυπα κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης το 2011 και έλαβε αριθμό κατάθεσης ΠΩΕ1129/11. Συνεπώς, με τις πράξεις τους οι εναγόμενοι και δη την κατάθεση του πωλητηρίου, προκάλεσαν ζημιές στους ενάγοντες τις οποίες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων, εφόσον εμποδίζονται να απολαύσουν την περιουσία τους. Προφορικά επίσης η μάρτυρας ανέφερε ότι πέραν της προκαταβολής δεν έλαβαν άλλο ποσό και υπόκεινται σε έξοδα εφόσον πληρώνουν φόρους μέχρι σήμερα.
Εξετάζοντας συνολικά την μαρτυρία της ενάγουσας 2, διαπιστώνω αρχικά ότι ενώ με την γραπτή της δήλωση υποστηρίζει ότι ο εναγόμενοι, δηλαδή ο εναγόμενος 1 εναντίον του οποίου προωθείται η αγωγή, ανέλαβε την υποχρέωση για να ληφθεί η συγκατάθεση όλων των συνιδιοκτητών με σκοπό να προωθηθεί και να ολοκληρωθεί ο διαχωρισμός και έκδοση ξεχωριστών τίτλων, χωρίς βεβαίως κάτι τέτοιο να προκύπτει από την συμφωνία πώλησης τεκμήριο 2, αντεξεταζόμενη ερωτηθείς κατά πόσο ήταν δική τους υποχρέωση η έκδοση χωριστών τίτλων και η μεταβίβαση στους εναγόμενους, απάντησε: «Δεν μπορούσα να κάνω κάτι» αλλά και ότι «Δεν μπορούμε, δεν είναι από εμένα, δεν είναι από εμάς που δεν μπορούμε να μεταβιβάσουμε. Δεν έχω κάτι εγώ, δεν μπορώ να κάνω κάτι, μπορώ να κάνω κάτι;». Ενώ δηλαδή όπως φαίνεται με τις ως άνω απαντήσεις της, να αναγνωρίζει ότι οι ίδιοι τους ως πωλητές δεν μπορούν να κάνουν κάτι, προσπάθησε να απαλλάξει τους ίδιους από όποια υποχρέωση έφεραν για διαχωρισμό των οικοπέδων και έκδοση χωριστών τίτλων, αναφέροντας ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι υπήρχαν πολλοί συνιδιοκτήτες και απλά όταν υπέγραφαν την συμφωνία είπαν ότι «θα βοηθούσαν για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Δεν είμαι μόνη μου εγώ δεν μπορώ να αναλάβω το κτηματολόγιο».
Εις ότι αφορά την θέση της ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν να βοηθήσουν με τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες αλλά και το ότι το πωλητήριο έγγραφο παράτυπα κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, αυτή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, με το οποίο οι ενάγοντες υπογράφοντας τη συμφωνία δήλωσαν τα ακόλουθα: «ΡΗΤΩΣ συμφωνείται από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι, το παρόν πωλητήριο έγγραφο θα κατατεθεί στο επαρχιακό κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης και ότι ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ δηλώνουν και διαβεβαιώνουν ότι ΘΑ πράξουν ότι είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η κατάθεση του παρόντος εγγράφου δηλαδή ότι θα προσυπογραφή το παρόν πωλητήριο έγγραφο, από όλους τους συνιδιοκτήτες».
Εφόσον λοιπόν με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν την αναγνώριση της εγκυρότητας της συμφωνίας και αξιώνουν επίσης Διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο 2 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η αντίθετη εκδοχή την οποία η ενάγουσα 2 προώθησε σε σχέση με τα ως άνω συμφωνηθέντα, κρίνω ότι καθιστά την μαρτυρία της αντίθετη με την μαρτυρία την οποία η ίδια κατέθεσε ήτοι το τεκμήριο 2 αλλά και τις δικογραφημένες αξιώσεις των εναγόντων.
Όπως προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, η ενάγουσα 2, αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγόντων για να προβούν σε όλες τις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση της συμφωνίας, η οποία εξαρτάτο εξ αρχής και από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες. Από την άλλη όμως η ενάγουσα 2, δεν αναφέρθηκε στην ελάχιστη ή παρά μικρή προσπάθεια που να έγινε από μέρους της ή και τους δύο ενάγοντες για να υλοποιηθεί η συμφωνία. Αντίθετα, φαίνεται η ενάγουσα 2, να αποδέχεται τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν για την εκπλήρωση των δικών τους συμβατικών υποχρεώσεων, χωρίς όμως να έχει πράξει οτιδήποτε για να τηρηθεί η συμφωνία, επαναπαυόμενη στο γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε την ύπαρξη συνιδιοκτητών αλλά και στο ότι κατά την ίδια, οι εναγόμενοι θα βοηθούσαν στην επίλυση του προβλήματος, χωρίς όμως να αναφέρει με ποιο τρόπο αυτό θα γινόταν.
Η ενάγουσα 2, αναφέρθηκε επίσης στα νέα στοιχεία του ακινήτου, τα οποία ο εναγόμενος 2 με την γραπτή του δήλωση αποδέχεται και συνεπώς η μαρτυρία της στο σημείο αυτό γίνεται αποδεκτή. Δεν γίνεται αποδεκτή όμως η θέση της ότι τα νέα στοιχεία προέκυψαν μετά την έκδοση τίτλων για τον καθένα, εφόσον εν τέλει δεν γνώριζε για να επεξηγήσει επαρκώς πως προέκυψε ο νέος αριθμός για το ακίνητο είτε αν τα νέα στοιχεία αφορούσαν τα πωληθέντα μερίδια ή ολόκληρο το τεμάχιο.
Πέραν των ως άνω, διαπιστώνω ότι ενώ η ενάγουσα 2 αναφέρθηκε στην κατάθεση του πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του, αποκαλώντας αυτήν παράτυπη, ενώ προβλεπόταν ρητά κάτι τέτοιο στην συμφωνία, στην έκθεση απαίτησης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να σχετίζεται με την κατάθεση του πωλητηρίου. Πέραν τούτου, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε αξίωση που να σχετίζεται με την ακύρωση της κατάθεσης του πωλητηρίου ούτε όμως φαίνεται από το 2011 μέχρι σήμερα να είχαν ληφθεί μέτρα προς αμφισβήτηση ή ακύρωση της κατάθεσης του πωλητηρίου.
Αν και η ενάγουσα 2 επανέλαβε στην γραπτή της δήλωση ότι η συμφωνία πώλησης δεν ήταν έγκυρη λόγω του ότι δεν υπογράφηκε απ’ όλους τους συνιδιοκτήτες, διαπιστώνω ότι η θέση αυτή της ενάγουσας βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση αλλά και αντίφαση με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αλλά κυρίως με τις αξιώσεις των εναγόντων, εφόσον αξιώνεται η έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται η συμφωνία ως έγκυρη καθώς και να διαταχθούν οι εναγόμενοι να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα καταβάλλοντας το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Και ενώ με την αγωγή αξιώνεται ο εξαναγκασμός ουσιαστικά του εναγόμενου 2 για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δηλαδή της πληρωμής του υπολοίπου, η ενάγουσα 2 κατά την αντεξέταση της, επαναλαμβάνω, αποδέχτηκε ότι από μέρους των εναγόντων δεν μπορούσε να υλοποιηθεί η συμφωνία γιατί υπήρχαν πολλοί συνιοδιοκτήτες, αναγνωρίζοντας όμως την υποχρέωση τους για έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Παραγνωρίζει επίσης η ενάγουσα 2 ότι δυνάμει της συμφωνίας πώλησης, μετά την πληρωμή του ποσού της προκαταβολής, οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν το υπόλοιπο του τιμήματος των ΛΚ. 38.000 κατά τον χρόνο μεταβίβασης, ενώ αναγνώρισε ότι από μέρους τους δεν λήφθηκε οποιαδήποτε ενέργεια για να υλοποιηθεί ο διαχωρισμός, η έκδοση χωριστού τίτλου αλλά και η μεταβίβαση του ακινήτου, η οποία ναι μεν καθορίστηκε να γίνει εντός του έτους 2003, αλλά η μεταβίβαση ήταν άμεσα συνυφασμένη με την έκδοση χωριστού τίτλου που θα μπορούσε να μεταβιβαστεί.
Η ενάγουσα φαίνεται επίσης να παραγνωρίζει ότι με την υπογραφή του τεκμηρίου 2 ρητά δήλωσαν τα ακόλουθα: «ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ, είναι ο δικαιούχος μέρους (1/16 αντιστοίχως) του πιο κάτω Τεμαχίου Γης και το οποίο διαχωρίζει σε οικόπεδα και…». Δηλαδή, τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία της ότι δηλαδή, η ίδια της δεν μπορούσε να κάνει κάτι για τον διαχωρισμό, έρχονται σε αντίθεση η οποία δεν επεξηγήθηκε, με τα όσα ανέλαβε με τον ενάγοντα 1 να πράξει για να μπορεί να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, δηλαδή να διαχωριστεί το τεμάχιο και να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι.
Δεν παραγνωρίζω επίσης, ότι ενώ η ενάγουσα 2, επιμένει στη καταβολή αποζημιώσεων για ζημιές που προκλήθηκαν στους ενάγοντες, παραγνωρίζει εντελώς το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 κατέβαλε την προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου, χωρίς οι ενάγοντες να λάβουν οποιοδήποτε διάβημα για υλοποίηση της συμφωνίας. Δηλαδή, η ενάγουσα 2 φαίνεται να υποβαθμίζει και να εκμηδενίζει το γεγονός ότι από μέρους των εναγόντων δεν εκπληρώθηκαν οι δικές τους υποχρεώσεις μέχρι και σήμερα, επιμένοντας ότι υπέστηκαν ζημιές, για τις οποίες όμως δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία. Πέραν τούτου, ενώ στην γραπτή της δήλωση υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται στην απόλαυση του ακινήτου και προκαλούνται σ’ αυτούς ζημιές, παραγνωρίζει επίσης ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 2 την συμφωνία δηλαδή της οποίας οι ενάγοντες αξιώνουν την αναγνώριση της ως έγκυρη, οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως από τον χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας και με μόνη πληρωμή την προκαταβολή, οι εναγόμενοι δικαιούνται να καρπούνται το ακίνητο και σε περίπτωση όπου θελήσουν να το αναπτύξουν, οι ενάγοντες θα υποχρεούνται να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο.
Ως προς την συμφωνία η οποία υπογράφηκε, τεκμήριο 2, θα πρέπει να λεχθεί ότι αν και στην γραπτή της δήλωση η μάρτυρας αναφέρθηκε στο ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν τις επόμενες δόσεις εντός λίγων ημερών, τέτοια θέση δεν υποστηρίζεται και δεν επιβεβαιώνεται από την γραπτή συμφωνία και ούτε ζητήθηκε άδεια για προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας. Εν τέλει όμως κατά την αντεξέταση της διεφάνηκε να περιορίζει τις θέσεις της στα όσα περιλαμβάνονται στην γραπτή συμφωνία, αποδεχόμενη ότι «εμείς φταίμε γιατί υπογράψαμε τα έγγραφα χωρίς να διαβάσουμε, η αλήθεια να λέγεται». Αν και επίσης στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 1.8.03, η ενάγουσα 2 με την μαρτυρία της αποδέχεται ότι η επίδικη συμφωνία είναι ημερομηνίας 19.7.03. Είναι σημαντικό επίσης να τονίσω ότι η συμφωνία ημερομηνίας 19.7.03 τεκμήριο 2, προέβλεπε τίμημα πώλησης το ποσό των ΛΚ.40.000 και όχι το ποσό των ΛΚ. 68.000 ως αναφέρει στην έκθεση απαίτησης και παρ. 5 της δήλωσης της ενάγουσας 2, όπως επίσης συμφωνήθηκε η πληρωμή της προκαταβολής για το ποσό των ΛΚ. 2.000, η οποία πληρώθηκε ενώ το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ.38.000 θα πληρωνόταν με την μεταβίβαση. Τα όσα η ενάγουσα 2 αναφέρει στην δήλωση της σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής αλλά και το τίμημα πώλησης ουδεμία σχέση έχουν με τα όσα προβλέπονται στην γραπτή συμφωνία.
Ενόψει όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της ενάγουσας κρίνεται σε κύρια σημεία της να μην συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, να είναι εντελώς αντίθετη με τους όρους τους οποίους τα μέρη υπέγραψαν και αποδέχτηκαν με την συμφωνία τεκμήριο 2, ενώ κατά την αντεξέταση της δεν υποστήριξε τα όσα ανέφερε στην γραπτή της δήλωση, αποδεχόμενη το δικό τους μερίδιο ευθύνης για την μη μεταβίβαση του ακινήτου. Αποτέλεσμα των ως άνω διαπιστώσεων καταλήγω ότι η μαρτυρία της ενάγουσας 2 στερείται πειστικότητας και βασιμότητας. Η μάρτυρας δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη και η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται και το γεγονός το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος, ότι δηλαδή από μέρους των εναγόντων δεν λήφθηκε οποιοδήποτε διάβημα για να μπορέσει να μεταβιβαστεί το ακίνητο στον εναγόμενο 2, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει μεταβιβαστεί.
Ο εναγόμενος 2 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, ο ίδιος του και ο εναγόμενος 1 συνήψαν στις 19.7.03 συμφωνία αγοράς του επίδικου ακινήτου και συμμορφώθηκαν πλήρως με την συμφωνία. Το τίμημα πώλησης είχε συμφωνηθεί στο ποσό των ΛΚ. 40.000 το οποίο θα πληρωνόταν με ποσό ΛΚ. 2.000 ως προκαταβολή, η οποία πληρώθηκε και το ποσό των ΛΚ. 38.000 με την μεταβίβαση του ακινήτου. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο εναγόμενος 1 εκχώρησε τα δικαιώματα του στον εναγόμενο 2 με την συμφωνία εκχώρησης η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 5. Αρνείται ότι ανέλαβε να πείσει τους υπόλοιπους μεριδιούχους για να υπογράψουν τη συμφωνία ενώ οι ενάγοντες είχαν τη συμβατική υποχρέωση όπως συμμορφωθούν με την εξασφάλιση ξεχωριστής τιτλοποίησης του ακινήτου και ήταν υπόχρεοι να κάνουν όλα τα αναγκαία και σχετικά διαβήματα ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες.
Ο μάρτυρας με την γραπτή του δήλωση παρέθεσε με απλό και συνοπτικό λόγο τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει μέσω της προσωπικής του εμπλοκής στην υπόθεση. Τα όσα περιγράφει σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας προκύπτουν από το τεκμήριο 2, ενώ τα όσα ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του και αφορούν την εκχώρηση της συμφωνίας στον ίδιο αλλά και την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, αποτελούν θέσεις οι οποίες δεν δικογραφούνται τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση κατά τρόπο που δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Η θέση του εναγόμενου 2 ότι στάληκαν πολλές επιστολές καλώντας τους ενάγοντες να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους, παρέμεινε χωρίς επιβεβαίωση εφόσον δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε επιστολή. Η δε θέση η οποία τέθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του για να προβαίνει στις αξιώσεις της ανταπαίτησης, παρέμεινε γενική και αόριστη, λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 2 η υποχρέωση του εναγομένου περιοριζόταν στην πληρωμή της προκαταβολής, η οποία καταβλήθηκε και στην εξόφληση του τιμήματος με την μεταβίβαση του ακινήτου, η οποία κατά κοινή ομολογία δεν πραγματοποιήθηκε, ούτε οι ενάγοντες κάλεσαν τον εναγόμενο 2 για να του μεταβιβάσουν αυτό.
Ουδεμία αντίφαση διακρίνω στην μαρτυρία του εναγόμενου 2, η οποία συνάδει με τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν, κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, εκτός από το σημείο το οποίο αναφέρθηκε πιο πάνω.
Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση:
Οι ενάγοντες με τους εναγόμενους υπέγραψαν συμφωνία ημερομηνίας 19.7.03, με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να πωλήσουν στους εναγόμενους το 1/16 μερίδιο το οποίο έκαστος κατέχει στο τεμάχιο με αριθμό εγγραφής 2255, τεμάχιο 316. Το εν λόγω τεμάχιο σύμφωνα με το τεκμήριο 2 διαχωριζόταν σε οικόπεδα από τους ενάγοντες. Συμφωνήθηκε επίσης ότι το πωλητήριο έγγραφο θα κατατεθεί στο κτηματολόγιο και οι ενάγοντες θα πράξουν τα αναγκαία για να καταστεί δυνατή η κατάθεση του και συγκεκριμένα ότι αυτό θα υπογραφεί απ’ όλους τους συνιδιοκτήτες. Το ακίνητο πωλήθηκε στους εναγόμενους για το ποσό των ΛΚ. 40.000 πληρωτέο με δύο δόσεις, η πρώτη για το ποσό των ΛΚ. 2.000 ως προκαταβολή η οποία καταβλήθηκε και για το ποσό των ΛΚ. 38.000 με την μεταβίβαση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στους εναγόμενους. Η μεταβίβαση συμφωνήθηκε να γίνει κατά το έτος 2003.
Με τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 13.6.24, τα δικαιώματα της Ildiko Gal, στην οποία ο εναγόμενος 1 εκχώρησε τα δικαιώματα του ως αυτά απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο, εκχωρήθηκαν στον εναγόμενο 2.
Οι ενάγοντες μέχρι σήμερα δεν ολοκλήρωσαν τον διαχωρισμό των οικοπέδων, δεν εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι και το ακίνητο δεν έχει μεταβιβαστεί στον εναγόμενο 2.
Οι εναγόμενοι κίνησαν την αγωγή 3592/05 του Ε.Δ. Πάφου εναντίον των εναγόντων στην παρούσα, τεκμήριο 4, με την οποία ζητούσαν Δήλωση και/ή απόφαση ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 19.7.23 θεωρείται καταγγελθείσα και ακυρωθείσα με υπαιτιότητα των εναγομένων, εδώ εναγόντων. Την επιστροφή του ποσού των ΛΚ. 2.000 το οποίο πλήρωσαν ως προκαταβολή και ποσό €136.688 για ζημιές που υπέστηκαν συνεπεία αθέτησης της συμφωνίας. Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 14.10.11 μετά από ακρόαση.
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, οι διάδικοι συμβλήθηκαν κατά το έτος 2003 και έκτοτε δεν κατάφεραν να επιλύσουν τις διαφορές τους, παρά και την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε το 2005 και απορρίφθηκε το 2011. Οι ενάγοντες επέλεξαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή, παρουσιάζοντας όμως μία εντελώς αντιφατική μαρτυρία σε σχέση με τα όσα πραγματικά συμφωνήθηκαν μεταξύ τους.
Δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας του πωλητηρίου εγγράφου, εφόσον σ’ αυτό καταγράφονται κατά σαφή τρόπο τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών και καταγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τα όσα όμως η ενάγουσα 2 προώθησε με την μαρτυρία της και δεν έγιναν αποδεκτά, συνιστούν παρερμηνεία των όσων συμφωνήθηκαν, προσπαθώντας ουσιαστικά να μεταφέρει στον εναγόμενο 2 συμβατικές υποχρεώσεις τις οποίες οι ενάγοντες ανέλαβαν να εκτελέσουν, ήτοι τον διαχωρισμό του τεμαχίου και έκδοση ξεχωριστών τίτλων που θα μεταβιβάζονταν αρχικά στους εναγόμενους και στη συνέχεια στον εναγόμενο 2.
Οι ενάγοντες έφεραν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους. Σύμφωνα με τη Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Thesis Trading Co Limited ν. Δήμου Λάρνακας (2016) 1 ΑΑΔ 1545, στην οποία αναφέρθησαν τα εξής:
«το κριτήριο όπως ξεκάθαρα πλέον ορίζεται στην Μαρσέλ κ.α. (ανωτέρω), σ. 1868, δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4 – 8 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).»
Εφόσον συνεπώς, οι ενάγοντες κρίθηκε ότι δεν παρέθεσαν επαρκή και πειστική μαρτυρία που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το βάρος που φέρουν για να αποδείξουν την απαίτηση τους, ενώ σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μόνο οι ενάγοντες φαίνεται να μην έχουν συμμορφωθεί με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, κρίνω ότι έχουν αποτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό και αυτή οδηγείται σε απόρριψη. Επαναλαμβάνω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος 2 παρέβηκε οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας ενώ οι ενάγοντες αξιώνουν την αναγνώριση της εγκυρότητας της συμφωνίας και την τήρηση της από τον εναγόμενο 2, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος 2 οφείλει να πράξει οτιδήποτε αναμένοντας την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του.
Στρεφόμενη στην ανταπαίτηση, η μαρτυρία του εναγόμενου 2 έγινε αποδεκτή. Παρ’ όλα αυτά το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμείνει αμέτοχο και να μην εξετάσει αυτεπάγγελτα το ζήτημα της κατάχρησης το οποίο διαπιστώνεται σε σχέση με την προώθηση της ανταπαίτησης αν και δεν έχει εγερθεί από τους ενάγοντες τέτοιο ζήτημα.
Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί ως τεκμήριο 4 η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.10.11 η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 3592/05 του Ε.Δ. Πάφου την οποία κίνησαν οι εναγόμενοι στην παρούσα εναντίον των εναγόντων στην παρούσα. Το Δικαστήριο μελέτησε την απόφαση αυτή από την οποία προκύπτουν τα εξής. Οι εναγόμενοι με την αγωγή τους εκείνη ζητούσαν την αναγνώριση ακύρωσης της συμφωνίας 19.7.03, την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής πλέον αποζημιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι η συμφωνία πώλησης καταγγέλθηκε από τους ίδιους και/ή ακυρώθηκε εξ υπαιτιότητας των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Δηλαδή με την αγωγή του εκείνη ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία είχε ακυρωθεί και προώθησε την θέση αυτή μέχρι τέλους όπου και η αγωγή απορρίφθηκε. Ακολούθησε η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή μετά όπου δεν πέτυχε η αναγνώριση της ακύρωσης της συμφωνίας, ο εναγόμενος 2 επανήλθε στην εφαρμογή της συμφωνίας καταθέτοντας το πωλητήριο έγγραφο. Με την ανταπαίτηση του ο εναγόμενος 2 και εκμεταλλευόμενος την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αντίθετα με τα όσα αξίωσε με την προηγούμενη αγωγή του, ζητά Διάταγμα με το οποίο οι ενάγοντες να υποχρεώνονται να συμμορφωθούν με τη συμφωνία.
Σύμφωνα με τη Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911:
«Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο (1995) 1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
"Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου."
Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της.»
Όπως επίσης έχει λεχθεί στην υπόθεση EASY RENT A CAR LIMITED κ.α. v. EASYGROUP LIMITED, πρώην EASYGROUP IP LICENCING LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε90/2018, 14/1/2025:
«Το θέμα της κατάχρησης διαδικασιών και της εξουσίας του Δικαστηρίου να το εξετάσει αυτεπάγγελτα είναι πολύ καλά καθιερωμένο νομολογιακά, παραπέμπουμε σχετικά στην Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911, όπου υιοθετήθηκε προηγούμενη γνωστή νομολογία αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας και ειδικότερα οι υποθέσεις Διευθυντής Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 και Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 CLR 348 και σε πολλές άλλες αποφάσεις έκτοτε στις οποίες έχει σαφέστατα επιβεβαιωθεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Αγγλικά Δικαστήρια να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε επίσης ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της.»
Έχοντας συνεπώς υπόψη τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 με την αγωγή την οποία κίνησε εναντίον των εναγόντων, αξίωνε από το Δικαστήριο εντελώς αντίθετη θεραπεία, ήτοι την αναγνώριση της ακύρωσης της συμφωνίας, ενώ με την ανταπαίτηση στην παρούσα ζητά την εφαρμογή της, αν και οι δύο διαδικασίες δεν είναι παράλληλες, δεν παύουν όμως να συνιστούν Δικαστικές διαδικασίες τις οποίες ο εναγόμενος 2 προώθησε καταχρηστικά προωθώντας δύο εκ διαμέτρου αντίθετες και αντιφατικές θεραπείες, καταχρώμενος την απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου στην επιδιωκόμενη αναγνώριση ακύρωσης της συμφωνίας και επιλέγοντας να αξιώσει με την ανταπαίτηση του στην παρούσα την εφαρμογή της συμφωνίας, εφόσον δεν πέτυχε στην αγωγή του για αναγνώριση της ακύρωσης της συμφωνίας.
Η ως άνω συμπεριφορά του εναγόμενου 2 κρίνεται καταχρηστική και η μόνη κατάλληλη διαταγή για την καταστολή της είναι η απόρριψη της ανταπαίτησης.
Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, κρίνω επίσης ότι οι αξιούμενες θεραπείες του εναγόμενου 2, δεν μπορούν να αποδοθούν για τον λόγο ότι τα όσα ο εναγόμενος 2 αξιώνει εναντίον των εναγόντων είναι αντιφατικά μεταξύ τους. Δεν μπορεί από τη μία ο εναγόμενος 2 να αξιώνει την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής και Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι δεν είναι υπόχρεος στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 19.7.03 αλλά από την άλλη να ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να υποχρεώνει τους ενάγοντες στην συμμόρφωση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Εφόσον συνεπώς, ο εναγόμενος 2 επιμένει στην υλοποίηση της συμφωνίας η οποία προβλέπει υποχρεώσεις για αμφότερες πλευρές, δεν μπορεί να ζητά την ίδια στιγμή την απαλλαγή του από την συμβατική του υποχρέωση για καταβολή του υπολοίπου τιμήματος αγοράς, όταν οι ενάγοντες θα είναι έτοιμοι να μεταβιβάσουν το ακίνητο. Εις ότι αφορά την αξίωση για αποζημιώσεις, εφόσον η συμφωνία δεν έχει τερματιστεί, ο εναγόμενος 2 δεν δύναται να αξιώνει τέτοια θεραπεία.
Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι εξέτασα τις προωθούμενες προδικαστικές ενστάσεις του εναγόμενου 2, ότι δηλαδή η αγωγή προωθείται καταχρηστικά και εκδικητικά και ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 2, χωρίς να διαπιστώνω ότι από την αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα του Δικαστηρίου αυτές να τεκμηριώνονται, εφόσον οι ενάγοντες προώθησαν αξιώσεις τις οποίες δεν φαίνεται να είχαν προωθήσει στην προηγηθείσα αγωγή την οποία καταχώρησαν οι εναγόμενοι εναντίον τους και το αγώγιμο δικαίωμα τους εναντίον του εναγόμενου 2 προκύπτει από την συμβατική σχέση των δύο μερών. Αντίθετα, ως έχει κριθεί πιο πάνω, καταχρηστική συμπεριφορά επέδειξε ο εναγόμενος 2, για τους λόγους οι οποίοι έχουν αναφερθεί πιο πάνω.
Ενόψει των πιο πάνω η απαίτηση και ανταπαίτηση απορρίπτονται και κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά καταβάλει τα έξοδα της και προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται.
(Υπ.) ............................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο