Praetsch Ronald κ.α. ν. Olias Homes Ltd, Αρ. Αίτησης: 2/25, 6/5/2026
print
Τίτλος:
Praetsch Ronald κ.α. ν. Olias Homes Ltd, Αρ. Αίτησης: 2/25, 6/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ.

 

                                                                                                   Αρ. Αίτησης: 2/25

 

 

Μεταξύ

 

 

                                         1.Praetsch Ronald, από την Άρμου

                                  2.Lehmann Fowlkes Sonia Patricia, από την Άρμου   

                                                                                                                 Αιτητές                                            

                                                      

                                                                      και                   

 

                                                 Olias Homes Ltd, από την Πάφο

                                                                                                    Καθ’ ης η αίτηση                                                                                      

                                                                                                  

 

 

Ημερομηνία: 6.5.26  

Εμφανίσεις:

Για τους Αιτητές: κα Κ. Καρσού για κκ Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για την Καθ’ ης η αίτηση: κ. Κ. Καλλής για κκ Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ  

 

                                            ----------------------------------

 

 

                               Α Π Ο Φ Α Σ Η

Η παρούσα υπόθεση είναι περίπτωση καταχώρησης μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πριν την έγερση της απαίτησης.  Η μονομερής αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.3.25 και την μέρα που ήταν ορισμένη ορίσθηκε από το Δικαστήριο για επίδοση ως ήταν η παράκληση της πλευράς των Αιτητών.  Στην συνέχεια και αφού επιδόθηκε η αίτηση ορίσθηκε για ΑΔΟ και εν τέλει για ακρόαση με οδηγίες όπως μέχρι καθορισμένου χρόνου καταχωρηθούν ένσταση και, αν χρειασθεί, συμπληρωματική ένορκο δήλωση από μέρους των διαδίκων.   

 

Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή 1 συνταγμένη στα Αγγλικά, από τώρα και στο εξής «η ένορκη δήλωση» και «ο Αιτητής» αντίστοιχα.  Ο Αιτητής είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση και για λογαριασμό της.  Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση εκ μέρους της οποίας καταχωρήθηκε Ειδοποίηση ένστασης στους οποίους εκτίθενται οι λόγοι ένστασης.  Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του διευθυντή και μετόχου της Καθ’ ης η αίτηση.  Μετά την καταχώρηση της Ειδοποίησης Ένστασης καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους και των δυο πλευρών.  Μια εκ μέρους των Αιτητών και μια εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση.          

 

Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα.  Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. 

 

Είναι, μεταξύ άλλων, θέση της Καθ’ ης η αίτηση, όπως προκύπτει από την Ειδοποίηση ένστασης, ότι η ένορκη δήλωση είναι «αντίθετη των κανονισμών και των νομολογιακών αρχών» και ότι «δεν ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη και νομολογιακά καθιερωμένη διαδικασία ορθής μετάφρασης και παρουσίασης των ενόρκων δηλώσεων» με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που να υποστηρίζει την αίτηση.  Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι η πρωτότυπη αφού αυτή αποτελεί μετάφραση αντίστοιχου Ελληνικού κειμένου στα Αγγλικά και, επομένως, είναι παράτυπη και άκυρη, δεν συνιστά μαρτυρία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να υποστηρίξει την αίτηση.    

Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ganna Makovetska-Grynevych v. Sergii Grynevych, Πολιτική Έφεση Ε57/17, ημερομηνίας 4.10.23 συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα.  Αντικείμενο της έφεσης ήταν ενδιάμεση απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία οριστικοποιήθηκαν προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί μονομερώς.  Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης του εφεσίβλητου που την συνόδευε καταχωρήθηκε και ένορκη δήλωση μετάφρασης στην οποία η φερόμενη ως μεταφράστρια δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι πριν ο εφεσίβλητος θέσει την υπογραφή του ενώπιον του Πρωτοκολλητή αυτή είχε μεταφράσει προφορικά σε αυτόν και πιστά στην Ρωσική γλώσσα τόσο την ένορκό του δήλωση όσο και τα τεκμήρια που επισυνάπτονταν σε αυτήν.  To πρωτόδικο Δικαστήριο για τους λόγους που υπέδειξε απέρριψε την θέση της εφεσείουσας ότι η ένορκη δήλωση του εφεσίβλητου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.  Επειδή αυτός ο λόγος έφεσης περιστρέφονταν γύρω από την απουσία του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εξέταση του προείχε. 

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλούμενο την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 ΑΑΔ 772 αναγνώρισε γι’ άλλη μια φορά ότι:

 

«… μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683)».

 

Με αναφορά δε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782 αναγνώρισε ότι ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα Ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα δεν συνιστά μαρτυρία ή ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου και για τον λόγο αυτό μια τέτοια ένορκη δήλωση δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.  Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε, επίσης, αναφορά στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Krishnakanthan (2011) 1 ΑΑΔ 7 και Valentina Stoeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1405/2009, ημερ. 10/11/2009 οι οποίες είναι επιβεβαιωτικές της πάγιας θέσης της Νομολογίας ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στην γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα Ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει την συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης.

 

Οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ακολουθούν το σκεπτικό της Νομολογίας.  Το Μέρος 32.15(22) προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Όταν ένορκη δήλωση είναι σε ξένη γλώσσα διάδικος που επιθυμεί να στηριχτεί σε αυτή πρέπει:

 

(α) να την μεταφράσει και

(β) να καταχωρήσει στο Δικαστήριο την ξενόγλωσση ένορκη δήλωση και

(γ) ο μεταφραστής να προβεί σε ένορκη δήλωση και να την καταχωρίσει στο Δικαστήριο επιβεβαιώνοντας την μετάφραση και επισυνάπτοντας ως τεκμήρια τόσο την μετάφραση όσο και αντίγραφο της ξενόγλωσσης ένορκης δήλωσης».   

 

Στην κρινόμενη περίπτωση η πλευρά των Αιτητών καταχώρησε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία και βρίσκονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου:

 

  1. την αίτηση συνοδευόμενη από την ένορκη δήλωση η οποία είναι συνταγμένη στα Αγγλικά με επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια και

 

  1. ένορκη δήλωση ορκωτής μεταφράστριας στην οποία επισυνάπτονται η ένορκη δήλωση μαζί με μετάφρασή της στα Ελληνικά.  Με την ένορκη δήλωση της μεταφράστριας βεβαιούται ότι η Ελληνική μετάφραση είναι πιστή και ακριβή μετάφραση της ένορκης δήλωσης και ότι στην μετάφραση προέβη η ίδια η μεταφράστρια.   

 

Από την προαναφερόμενη ένορκη δήλωση της μεταφράστριας προκύπτει ότι η ένορκη δήλωση είναι το πρωτότυπο έγγραφο.  Από τα έγγραφα, όμως, που η πλευρά των Αιτητών επέδωσε στην Καθ’ ης η αίτηση προκύπτει ακριβώς το αντίθετο και δη ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι το πρωτότυπο έγγραφο.  Συγκεκριμένα κατά την επίδοση έγινε το εξής παράδοξο.  Η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου δεν επιδόθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση.  Σε αυτήν επιδόθηκαν μόνο η ένορκη δήλωση και μετάφραση της στα Ελληνικά.  Στην πρώτη δε σελίδα της ένορκης δήλωσης που επιδόθηκε βρίσκεται ενσωματωμένη βεβαίωση της μεταφράστριας με ημερομηνία 12.3.25 με την οποία βεβαιούται ότι «τα κείμενα στην Αγγλική γλώσσα, αποτελούν την ορθή και ακριβή μετάφραση των συνημμένων εγγράφων όπου εμφανίζονται στην Ελληνική γλώσσα».  Από την εν λόγω βεβαίωση προκύπτει ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι το πρωτότυπο έγγραφο και ότι το πρωτότυπο έγγραφο είναι το Ελληνικό κείμενο και ότι από αυτό μεταφράσθηκε η ένορκη δήλωση στα Αγγλικά.  Σημειώνεται ότι ο Αιτητής είναι Γερμανός και δεν γνωρίζει Ελληνικά.  Την υπογραφή της βεβαίωσης επιβεβαιώνουν και οι δικηγόροι των Αιτητών στην γραπτή τους αγόρευση.      

 

Αν συνέβη αυτό που λέει η βεβαίωση, τότε, η Νομολογία και το Μέρος 32.15(22) των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν ακολουθήθηκαν οπότε η αίτηση δεν συνοδεύεται από πρωτότυπη ένορκη δήλωση συνταγμένη στην γλώσσα του Αιτητή.  Είναι απαράδεκτο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να είναι μετάφραση από αντίστοιχο Ελληνικό κείμενο και να μην είναι το πρωτότυπο όπως επιτάσσει η Νομολογία και το Μέρος 32.15(22) των Κανονισμών. 

 

Στις παραγράφους 3 και 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή γίνεται μια ανεπιτυχής προσπάθεια διόρθωσης του λάθους.  Επί των όσων αναφέρονται στις δυο αυτές παραγράφους υποδεικνύονται τα ακόλουθα:   

  1. δεν είναι αρκετό το ότι σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της μεταφράστριας που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου η ένορκη δήλωση είναι το πρωτότυπο έγγραφο.  Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι σε άλλο χρόνο η μεταφράστρια βεβαιώνει ακριβώς το αντίθετο.  Σημειώνεται, επίσης, ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα μέσα να εξακριβώσει ποια από τις δυο βεβαιώσεις ισχύει και, επομένως, πού βρίσκεται η αλήθεια

 

  1. στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο Αιτητής αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση συντάχθηκε αρχικά στην Αγγλική γλώσσα και ακολούθως η μεταφράστρια προέβη στην μετάφρασή της στην Ελληνική.  Η μαρτυρία αυτή είναι εξ’ ακοής και επιμελώς ασαφής και γι’ αυτό δεν κρίνω ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ σε αυτήν.  Είναι ασαφές ποιος συνέταξε την ένορκη δήλωση στα Αγγλικά.  Και αξιοσημείωτο το ότι ο Αιτητής δεν αναφέρει ότι ο ίδιος την συνέταξε.  Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Αιτητής είναι σε θέση να γνωρίζει ποια από τις δυο ένορκες δηλώσεις συντάχθηκε πρώτη, η Ελληνική ή η Αγγλική, και, επομένως, ποια μεταφράστηκε και σε ποια γλώσσα.  Κατά συνέπεια ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν είναι αποδεκτός.  Πάντως ένορκη δήλωση από την μεταφράστρια που να διαψεύδει το περιεχόμενο της προηγούμενης βεβαίωσης της ημερομηνίας 12.3.25 και να βεβαιώνει ότι η ένορκη δήλωση είναι η πρωτότυπη και ότι το Ελληνικό κείμενο είναι η μετάφρασή της δεν καταχωρήθηκε.  Τέτοια μαρτυρία ελλείπει

 

  1. δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να ελέγξει γραμμή προς γραμμή και λέξη προς λέξη τα δυο κείμενα για να βεβαιωθεί ως προς την ομοιότητά τους.  Άλλωστε, είναι θέμα αρχής και εμπειρικές λύσεις δεν προσφέρονται.  Χώρια που τα δυο κείμενα αναμένεται να είναι όμοια αφού, όπως βεβαιώνει η μεταφράστρια, το ένα είναι πιστή και ακριβής μετάφραση του άλλου.  

 

Προωθείται, επίσης, ως θέση ότι σύμφωνα με τον Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο, Ν.67/88, όπως τροποποιήθηκε, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.  Εναπόκειται δε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την μετάφρασή του ή μέρους αυτού σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας.  Στην παρούσα, όμως, περίπτωση η Νομοθεσία δεν εφαρμόζεται αφ’ ης στιγμής η ένορκη δήλωση ενδέχεται να μην είναι το πρωτότυπο κείμενο, αλλά πρωτότυπο ενδέχεται να είναι το Ελληνικό κείμενο.  Επίσης δεν μπορεί να προ εξοφληθεί ότι ένορκη δήλωση συνταγμένη σε ξένη γλώσσα είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο δίχως άλλο και δη χωρίς το Δικαστήριο να γνωρίζει την θέση της άλλης πλευράς επί τούτου.  Οπότε κανείς δεν θα μπορούσε να αποκλείσει ότι στην περίπτωση που η ένορκη δήλωση ήταν το πρωτότυπο κείμενο το Δικαστήριο δεν θα ασκούσε την διακριτική του ευχέρεια να διατάξει την μετάφρασή της.   

 

Με δεδομένο ότι στην βάση της βεβαίωσης ημερομηνίας 12.3.25 η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι το πρωτότυπο έγγραφο ακολουθεί ότι αυτή δεν συνιστά μαρτυρία ή ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.  Φρονώ δε πως η εισήγηση ότι η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει στον Κανονισμό 32.15(15) ο οποίος δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή μια ένορκη δήλωση παρά την ύπαρξη ελαττώματος σε αυτήν είναι λανθασμένη.  Πρωτίστως γιατί η ένορκη δήλωση δεν έγινε για να χρησιμοποιηθεί σε «αιτία ή θέμα», ήτοι, εξ’ όσων αντιλαμβάνομαι, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής, αλλά στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης.  Αν η πιο πάνω κρίση μου είναι εσφαλμένη υποδεικνύονται τα εξής.  Το ελάττωμα που παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση δεν αφορά στον τύπο της ένορκης δήλωσης και δεν είναι ελάττωμα «λόγω εσφαλμένης περιγραφής των διαδίκων ή διαφορετικά στον τίτλο ή την βεβαίωση (jurat) ή οποιαδήποτε άλλη παρατυπία στον τύπο αυτής».  Το ελάττωμα αφορά σε θέμα απόδειξης και, επομένως, είναι ουσιαστικό και θεμελιώδες. 

 

Τέλος εναπόκειται στον αιτητή να παρουσιάσει την μαρτυρία του με τον ορθό τρόπο και όχι στον καθ’ ου η αίτηση να διορθώσει τα λάθη της οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει μια αίτηση διά της αντεξετάσεως του ενόρκως δηλούντα.  Συνεπώς η θέση που προωθείται ότι το γεγονός ότι η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση δεν δήλωσε επιθυμία να αντεξετάσει τον Αιτητή κατά την καταχώρηση των χρονοδιαγραμμάτων ισοδυναμεί με παραίτηση από το «σχετικό δικαίωμά» της, προδήλως, εννοείται του δικαιώματός της να ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση δεν συνιστά μαρτυρία είναι λανθασμένη.          

 

Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των λοιπών θέσεων της Καθ’ ης η αίτηση είτε επί της ελαττωματικότητας της ένορκης δήλωσης είτε επί της ουσίας της αίτησης.  Θα ασχοληθώ μόνο με το εξής.  Στο σώμα της αίτησης και δη στην τρίτη σελίδα αυτής στο ένθετο με τίτλο «Γεγονότα στα οποία βασίζεται ο Αιτητής» αναγράφεται επί λέξει: «Ο Αιτητής βασίζεται στη δήλωση μάρτυρα που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α».  Μόνο που ως Παράρτημα Α δεν επισυνάπτεται ένορκη δήλωση προσώπου, αλλά «Λίστα Εγγράφων».  Ακολουθούν δυο «έντυπα διορισμού δικηγόρου εκ μέρους του Ενάγοντα», η ένορκη δήλωση με τα τεκμήρια και η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας με τα δυο αντίγραφα ενόρκων δηλώσεων που την συνοδεύουν.  Καθίσταται έκδηλο ότι η αίτηση βασίζεται σε λίστα εγγράφων και όχι στην ένορκη δήλωση.  Καμία δε αίτηση δεν υποβλήθηκε από την πλευρά των Αιτητών για διόρθωση του πιο πάνω σφάλματος.  Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση στερείται και του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου και, επομένως, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο.             

 

Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. 

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι άμεσα εισπρακτέα.

 

                                                                             (Υπ.) ………………………………

                                                                                                    Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο