ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 941/2004
Μεταξύ:
1. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
2. Αλέκας Π. Παπακόκκινου
Εναγουσών
και
Κυπριακής Δημοκρατίας δια του
1. Υπουργού Εσωτερικών
2. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
Εναγόμενων
Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 12/2/2010
Μεταξύ:
1. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
2. Αλέκας Π. Παπακόκκινου
Εναγουσών
και
(1) Κυπριακής Δημοκρατίας δια του
1. Υπουργού Εσωτερικών
2. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(2) Δήμου Πάφου
Εναγόμενων
Εν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω Κύπρου Αρ. Έφεσης 331/13 (Συνεκδικαζόμενη με την Εφεση 22/14)
Μεταξύ:
1. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
2. Αλέκας Π. Παπακόκκινου
Εναγουσών
Εφεσειουσών
και
(1) Κυπριακής Δημοκρατίας δια του
1. Υπουργού Εσωτερικών
2. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(2) Δήμου Πάφου
Εναγόμενων
Εφεσίβλητων
Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερ. 12/11/2019
Μεταξύ:
1. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας της Αποβιωσάσης Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
2. Αλέκας Π. Παπακόκκινου
Εναγουσών
Εφεσειουσών
και
(1) Κυπριακής Δημοκρατίας δια του
1. Υπουργού Εσωτερικών
2. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(2) Δήμου Πάφου
Εναγόμενων
Εφεσίβλητων
Ημερομηνία: 28/05/2026
Για Ενάγουσες - Αιτήτριες: κα Α. Π. Παπακόκκινου.
Για Εναγόμενο 1 - Καθ’ ου η αίτηση 1: κα Ε. Κυριάκου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.
Για Εναγόμενο 2 - Καθ’ ου η αίτηση 2: κα Δ. Καρακώστα για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 29/01/2021, οι Ενάγουσες (στο εξής «οι Αιτήτριες») αξιώνουν:
- Διάταγμα διαγραφής των εσφαλμένων λεγόμενων πρακτικών των λανθασμένων και πασχόντων και των πασχόντων λεγόμενων σκεπτικών των «Αποφάσεων» στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αρ. 941/04, ημ. 25/09/2013, 31/07/2013 και 11/11/20113 αντίστοιχα που δεν συνάδουν ούτε ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα που έπρεπε να περιέχουν ως κατωτέρω περιγράφεται.
- Διάταγμα διόρθωσης των λεγομένων πρακτικών και των σκεπτικών των ως άνω αποφάσεων με βάση τον Πίνακα Α έτσι που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όπως τι ελέγετο, τι ετεκταίνετο, τι εγένετο, τι συνέβαινε, όλα τα γεγονότα και την μαρτυρία γραπτή και προφορική και τα Τεκμήρια που κατετίθεντο στην Αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια της Ακροαματικής και άλλης διαδικασίας και να καταγράφουν τα ορθά και αληθινά πρακτικά και να καταγραφούν τα ορθά και αληθινά σκεπτικά των άνω αποφάσεων των εκδοθεισών υπό της τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου κ. Α. Πούγιουρου, για να συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία που εδόθη και πως εδόθη ενώπιον του Δικαστηρίου Πάφου, και τα γεγονότα που διεδραματίστηκαν στο Δικαστήριο Πάφου και να απεικονισθούν τα πρακτικά όλα ορθά και να απεικονίζουν και να συνάδουν με τις πραγματικότητες όπως και τα σκεπτικά των άνω Αποφάσεων δέον να διορθωθούν και να συνάδουν με τις πραγματικότητες διότι το σκεπτικό των εν λόγω αποφάσεων είναι λανθασμένο, διαστρεβλωμένο αναληθές και κατ’ επέκταση και τα πρακτικά του Δικαστηρίου βασιζόμενα σε λανθασμένη, διαστρεβλωμένη, αλλοιωμένη και ανύπαρκτο και ανυπόστατο μαρτυρία, γεγονότα και τεκμήρια με προσθήκες, αφαιρέσεις, αποκρύψεις και/ή άλλως πως και οι αποφάσεις είναι λανθασμένες, εσφαλμένες και πάσχουσες και το σκεπτικό και οι θέσεις τα «ευρήματα» και τα συμπεράσματα είναι λανθασμένα και ανυπόστατα και υπάρχουν πλείστες όσες στο σκεπτικό του Δικαστηρίου θέσεις, λέξεις, φράσεις, προσθήκες, ελλείψεις, παραλείψεις, αποκρύψεις, αφαιρέσεις, αλλοιώσεις, διαστρεβλώσεις, λάθη σε σχέση με τους μάρτυρες την μαρτυρία των τα τεκμήρια και/ή άλλως πως την παρεμπόδιση Αντεξετάσεως μαρτύρων στη δίκη αποκρύψεις τεκμηρίων, αλλοιώσεις των παρακοή Απόφασης (διατάγματος ολομέλειας Εφετείου υπ' αρ. 2560) παρακοή Κανονισμών, Νόμων κλπ έτσι που οι Αποφάσεις είναι εσφαλμένες εν τη γενέσει των με αναληθή και ανυπόστατα γεγονότα και μαρτυρία, διακοπή της μαρτυρίας, κλπ να καταλήγουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα αφού δεν απεικονίζουν τις πραγματικότητες ούτε τα πραγματικά γεγονότα ούτε και το τι συνέβαινε στην αίθουσα κατά τις διαδικασίες, κατά τη διάρκεια της δίκης τις συμπεριφορές της κ. Πούγιουρου και του Δικηγόρου Α. Δημητριάδη, των ανάμειξη της ως μάρτυρας στην υπόθεση, τον αποκλεισμό, καταγραφής από το στενογράφο πρακτικών, τον αποκλεισμό μου από ερωτήσεις στην Αντεξέταση, την διαμόρφωση ερωτήσεων όπως ήθελεν η κ. Πούγιουρου και τις απαιτήσεις τις έδιδε η ίδια όπως ήθελε, τα ξεσπάσματά της, τις φωνασκίες της, τα κτυπήματα στην έδρα, την προκλητική συμπεριφορά της «να σιωπήσεις να μην μιλάς Θα σε βγάλω έξω», η αστυνομία που κάλεσε και πολλά άλλα ή έφευγε απότομα και διέκοπτε τη διαδικασία και πάρα πολλά άλλα, τις παρεμβολές συνεχώς, έφευγε απότομα και επανέρχετο και πόσες φορές είπε στην Αλέκα Παπακοκκινου σιωπά, σταματά ... σιωπή, να καλέσει Αστυνομικό στις 22/5/2013 που ο ίδιος παρευρέθη στην αίθουσα και 31/5/13. Στις προτροπές του Δικαστηρίου στον Μάρτυρα Σάββα Σάββα (συγγενή της) και μην απαντήσει... απαντούσε εκ μέρους του και αντ’ αυτού η ίδια και όλα όσα περιγράφονται στον Πίνακα "Α" και πολλά άλλα και αυτά που γράφει τόσο στις Αποφάσεις της όσο και στα Πρακτικά δεν ανταποκρίνονται ούτε στις πραγματικότητες ούτε των λεχθέντων ούτε των διαμειφθέντων ούτε των παρουσιασθέντων ούτε διαδραματισθέντων και/ή άλλως πως ενώπιον του Δικαστηρίου και παραπέμπω στον Πίνακα Α. Και αυτά όλα τα σφάλματα, λάθη και/ή άλλως πως όπως περιγράφονται ανωτέρω και κατωτέρω έγιναν από το Δικαστήριο και είναι πάρα πολλά και σε μεγάλη έκταση με σοβαρές επιπτώσεις στις Ενάγουσες και ανεπανόρθωτες ζημίες και βλάβες σ’ αυτές διότι συνεπεία όλων αυτών που περιγράφονται στον Πίνακα Α και αλλού κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα, λανθασμένα, αβάσιμα και ανυπόστατα και/ή άλλως πως στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή 941/04 η δικαστής κ. Πούγιουρου άκυρα και πάσχοντα εν γενέσει των και οι οποίες Εφεσίβλητες με τον υπ’ αρ. Εφέσεις 331/13 και 22/14 προσέβαλαν αυτές. Αρκετές λεπτομέρειες τρανταχτές δίδονται στον κατωτέρω πίνακα «Α» που αποτελεί μέρος και της παρούσης Αιτήσεως στην παραγ. 2, ως και της Ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας Αλέκας Π. Παπακόκκινου.
[Παρατίθεται στη συνέχεια στην αίτηση ο «ΠΙΝΑΚΑΣ Α», ο οποίος αποτελείται από 72 σελίδες].
- Εν όψει των άνω Απαιτείται άμεση διαγραφή των λεγόμενων λανθασμένων λεγομένων Πρακτικών και των σχετικών Αποφάσεων και καταγραφή των ορθών πρακτικών τόσο ως Πρακτικά, όσο και στο σκεπτικό των αποφάσεων, αντικατάσταση με τα ορθά πρακτικά και διόρθωσης των λεγομένων των ως άνω των αποφάσεων και των λεγόμενων Πρακτικών και συμπερίληψη στα Πρακτικά της αλήθειας της Πραγματικότητας και όλων όσων ελέχθησαν διαδραματίστηκαν συνέβησαν κλπ και όλα όσα περιγράφονται στην παράγρ.1 συμπεριλαμβανομένου και του Πίνακος Α που περιγράφονται στην παραγρ. 2 υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής 941/04 και επαναλαμβάνει η Αλέκα Π. Παπακόκκινου την παραγρ. 1 και 2 και τον Πίνακα Α.
Η αίτηση, ως αναφέρει, βασίζεται «επί των Λόγων Εφέσεων 331/13 και 22/14 επί της Καταγγελίας εναντίον της κ. Πούγιουρου που εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ημερ. 3/6/13 επί των διαταγών του Εφετείου 12/11/19 ημερ. 19/10/20 στις Εφέσεις 331/13, 22/14. Βασίζεται στα αιτητικά της παρούσης 1, 2, 3 συμπεριλαμβανομένου τον Πίνακα «Α» ως επίσης και στην επισυνημμένη Ένορκο Δήλωση της Αλέκας Παπακόκκινου, επί των εφεσιβληθεισών Αποφάσεων της αγωγής 941/04 , Π.Ε. 331/13 και 22/14. Επίσης βασίζεται επί της Διαταγής 35 Θ.1-32, επί της Δ.38, Δ.39 Δ.48, Θ.1, 2,3,8,9 επί της Δ.25 Θ.5, επί του Περί Δικαστηρίων νόμου 14/60 επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου, επί των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, επί της Νομολογίας και της Δικαστηριακής Πρακτικής. Επί του Συντάγματος των άρθρων 6-35, επί των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων του αρ. 30 Συντάγματος και αρ. 6 το ΕΣΔΑ, επί του ΕΣΔΑ αρ. 1 μέχρι 18 και υπ’αρ.1 πρόσθετο πρωτοκόλλο». Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας Α. Π. Παπακόκκινου.
Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2») αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ενστάσεων, στις οποίες προβάλλουν τους κοινούς κάτωθι λόγους:
(α) Η αίτηση δεν βασίζεται σε επαρκή νομική βάση και/ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
(β) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της αίτησης.
(γ) Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν ούτε παρέχουν ικανοποιητικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
(δ) Με την αίτηση δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε διόρθωση ή συμπλήρωση των πρακτικών της ακροαματικής διαδικασίας αλλά η πλήρης διαγραφή αυτών.
(ε) Με την αίτηση επιδιώκεται η λειτουργία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ως Εφετείου των δικών του ενεργειών και αποφάσεων.
(στ) Η ισχύουσα Νομοθεσία και Νομολογία δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
(ζ) Τυχόν έκδοση του ζητούμενου Διατάγματος θα προκαλέσει εκτροχιασμό της εκδίκασης της αγωγής με τον πιο αριθμό και τίτλο, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εκδίκασης των Εφέσεων.
Στην ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση 1 υπάρχει δε πρόσθετος λόγος και δη ότι:
(η) Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, καταφρονητική και ενοχλητική και θα πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια.
Η ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Στ. Ερωτοκρίτου, δικηγόρου στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Η δε ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Ε. Μιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η αίτηση 2.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, με τις οποίες υποστηρίχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις. Οι εν λόγω αγορεύσεις και θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό.
Νομική Πτυχή
Ως έχει νομολογηθεί, η τήρηση πρακτικών από το Δικαστήριο αποσκοπεί, κατ’ αρχάς, στην υποβοήθηση του να παρακολουθεί την ενώπιον του διεξαγόμενη διαδικασία και ακολούθως, να προβαίνει στην έκδοση της απόφασης του. Τα πρακτικά τηρούνται για τις ανάγκες του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και του Εφετείου. Επομένως, αν στη συνέχεια καταχωριστεί έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, τα πρακτικά αποτελούν τον αυθεντικό οδηγό για τα όσα έχουν λάβει χώρα ή και έχουν λεχθεί κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δεόντως πιστοποιημένα, αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης, τη μόνη αυθεντική εικόνα για τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και σε αυτά εφαρμόζεται το τεκμήριο της κανονικότητας. Συναφώς τα πρακτικά αποτελούν το μοναδικό έγκυρο υπόβαθρο για συζήτηση της υπόθεσης κατ’ έφεση (βλ. Shacolas v. Universal Life (1984) 1 C.L.R. 47, Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους (1998) 1 Α.Α.Δ. 1372, Σωτηριάδης ν. Βασιλείου κ.ά. (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 801, Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 92). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται στην Νεοφύτου κ.ά. ν. Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ, Πολ. ΄Εφεση Αρ. Ε211/2018, ημερ. 26/01/2021.
Ως επίσης έχει νομολογηθεί, σε όλο το φάσμα της δικαστικής διαδικασίας, παραμένει βαθιά ριζωμένος ο κανόνας ότι τα πρακτικά τηρούνται από τον δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία και ότι αυτός διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο του περιεχομένου τους. Ο εκδικάσας δικαστής έχει σύμφυτη εξουσία να διορθώνει τα πρακτικά σε περίπτωση που θα διαπιστώσει ότι συντρέχει λόγος. Δυνατότητα για περαιτέρω αμφισβήτηση στο ίδιο δικαστήριο δεν υπάρχει. Ο καθορισμός των πρακτικών από τον εκδικάσαντα δικαστή δεν μπορεί να αποτελέσει θέμα διαφοράς ή αντιδικίας μεταξύ του και του διαδίκου, ώστε το θέμα να υπόκειται στην κρίση άλλου δικαστή στην ίδια δικαιοδοσία (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Apak Agro Industries Ltd κ.ά. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ (2007) 1Α Α.Α.Δ. 328).
Η διόρθωση ή συμπλήρωση των πρακτικών άπτεται της αυθεντικότητας των πρακτικών του Δικαστηρίου, η λήψη των οποίων βαρύνει αποκλειστικά το εκδίκασαν Δικαστήριο. Δυνατότητα για διόρθωση του πρακτικού του ενυπάρχει σε πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν διαδικαστικού διαβήματος το οποίο λαμβάνεται για το σκοπό αυτό (βλ. Σωτηριάδης ανωτέρω και Αδελφοί Ε. Αναστασίου Λτδ ν. Μυλωνά (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1280). Όπου αμφισβητείται λοιπόν η ορθότητα των πρακτικών, παρέχεται η δυνατότητα διόρθωσής τους. Στη σχετική αίτηση θα πρέπει δε να αναφέρεται σε ποια διαδικασία θα χρησιμεύσει και πώς η επιδιωκόμενη διόρθωση των πρακτικών, καθότι σε αντίθετη περίπτωση η διόρθωσή τους, εάν επιτραπεί, θα γίνει επί ματαίω (βλ. Νεοφύτου κ.ά. ανωτέρω).
Στην Σοφοκλέους ανωτέρω, εξετάσθηκε η περίπτωση όπου η διαδικασία τροποποίησης και/ή διόρθωσης και/ή συμπλήρωσης των πρακτικών συγκεκριμένης υπόθεσης έλαβε χώρα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή άλλου από αυτόν ενώπιον του οποίου διεξήχθη η δικαστική διαδικασία που αφορούσε η αγωγή. Το γεγονός αυτό κρίθηκε ως έχον καταλυτικές συνέπειες ως προς το αποτέλεσμα της έφεσης εφόσον, ως υποδείχθηκε, ήταν άτοπο η εξέταση αιτήματος για διόρθωση των πρακτικών και ελέγχου του περιεχομένου τους να γίνει από δικαστή, ο οποίος δεν χειρίστηκε την πρωτόδικη διαδικασία. Ως εκ των άνω κρίθηκε ότι η δικαστής, η οποία εξέδωσε την απόφαση δεν είχε αρμοδιότητα, ούτε και σύμφυτη εξουσία να χειριστεί το όλο θέμα διόρθωσης των πρακτικών. Επαναλήφθηκε δε ότι τα πρακτικά δικαστικής διαδικασίας τηρούνται με ευθύνη του δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται και ότι αυτός και μόνο διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο της ορθότητας του περιεχομένου τους, αλλά και περιβάλλεται με τη σύμφυτη εξουσία διόρθωσής τους, όπου διαπιστώνεται ότι συντρέχει λόγος. Ως δε επισημάνθηκε στην Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583 η συμφυής αυτή εξουσία του δικαστή ασκείται στη βάση της διακριτικής του ευχέρειας.
Στην Αλέκας Π. Παπακόκκινου, ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ. Ε154/2022, ημερ. 29/09/2023, το Εφετείο, με παραπομπή στη Σοφοκλέους ανωτέρω, επικύρωσε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αίτηση για διόρθωση του πρακτικού με το σκεπτικό ότι δεν είχε εξουσία να την εξετάσει εφόσον τέτοια εξουσία έχει μόνο το Δικαστήριο το οποίο βάσει της νομολογίας «έχει την ευθύνη του πρακτικού», κρίνοντας ότι την ευθύνη του πρακτικού είχε το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στον ουσιαστικό χρόνο, στο οποίο προέδρευε τότε άλλη δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
Με θέμα το οποίο αφορούσε σοβαρές ελλείψεις και κενά, τα οποία κατ’ ισχυρισμό παρατηρούνταν σε πρακτικά, ασχολήθηκε το Εφετείο, μεταξύ άλλων, στην Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους (1998) 1 Α.Α.Δ. 1372 και στην Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά. (1999) 1Α Α.Α.Δ. 354. Στην πρώτη, παρατηρήθηκε παντελής αδυναμία αποστενογράφησης μέρους των πρακτικών καθότι δεν αποστενογραφήθηκαν και ούτε θα μπορούσε να αποστενογραφηθούν, λόγω της αδυναμίας της στενογράφου που τα πήρε να τα αποστενογραφήσει ενώ προσπάθεια για τη συμπλήρωση τους με τις προσωπικές σημειώσεις της δικαστού δεν έφερε αποτέλεσμα. Με δεδομένη δε την κοινή διαπίστωση και των δύο μερών ότι η απουσία ολοκληρωμένων πρακτικών καθιστούσε «αδύνατη την εξέταση των επιδίκων θεμάτων της έφεσης», διατάχθηκε από το Εφετείο επανεκδίκαση. Στη δεύτερη, κρίθηκε ότι η σημείωση δικηγόρου αναφορικά με τα πρακτικά της δίκης δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για συμπλήρωση οποιωνδήποτε κενών στα πρακτικά, εκτός βέβαια και αν συναινούσαν και οι δύο πλευρές (βλ. και Δημητρίου ν. Νικολάου (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2714).
Εξέταση της αίτησης
Από τη συνδυαστική μελέτη του λεκτικού των τριών αιτητικών της υπό κρίσης αίτησης, προκύπτει ότι αυτό που επιζητείται είναι η διαγραφή των πρακτικών ως λανθασμένων και πασχόντων και η διόρθωση - αντικατάσταση αυτών με τα ορθά, με βάση τον Πίνακα Α, έτσι που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Τέτοια διαγραφή και διόρθωση επιζητείται και σε σχέση με τα «σκεπτικά» των αποφάσεων ημερομηνίας «25/09/2013, 31/07/2013 και 11/11/20113 αντίστοιχα», τις οποίες, ως αναφέρουν οι Αιτήτριες, έχουν εφεσιβάλει. Ως προς τούτο, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι οι εν λόγω αποφάσεις «είναι λανθασμένες, εσφαλμένες και πάσχουσες και το σκεπτικό και οι θέσεις τα «ευρήματα» και τα συμπεράσματα είναι λανθασμένα και ανυπόστατα και υπάρχουν πλείστες όσες στο σκεπτικό του Δικαστηρίου θέσεις, λέξεις, φράσεις, προσθήκες, ελλείψεις, παραλείψεις, αποκρύψεις, αφαιρέσεις, αλλοιώσεις, διαστρεβλώσεις, λάθη σε σχέση με τους μάρτυρες την μαρτυρία των τα τεκμήρια και/ή άλλως πως …».
Αρχίζοντας από την αίτηση, στο μέτρο που με αυτή επιζητείται διόρθωση των σκεπτικών των ως άνω αποφάσεων ως λανθασμένων, αρκεί να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, ως πρωτόδικο, δεν έχει βέβαια εξουσία - καθότι θα ενεργούσε ανεπίτρεπτα ως Ανώτερο Δικαστήριο - να ελέγξει την ορθότητα και να «διορθώσει» οποιαδήποτε απόφαση όχι μόνο δική του άλλα και οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου.
Ως προς τα πρακτικά, ως έχει προαναφερθεί, από τη συνδυαστική μελέτη του λεκτικού των αιτητικών προκύπτει ότι επιζητείται η διαγραφή αυτών και η διόρθωση - αντικατάσταση τους, δηλαδή στην ουσία η διόρθωση τους. Κατά την ακρόαση της αίτησης όμως η κα Παπακόκκινου διευκρίνισε ότι δεν αιτείται τη διόρθωση αλλά τη διαγραφή των εν λόγω πρακτικών. Ως προς τούτο επαναλαμβάνω κατ’ αρχάς ότι σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία, ένα Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία διόρθωσης των πρακτικών των υποθέσεων που το ίδιο εκδικάζει, όπου φυσικά διαπιστώνεται ότι συντρέχει λόγος. Σε κανένα όμως Κανονισμό, Νόμο ή νομολογία δεν παρέπεμψε η κα Παπακόκκινου το Δικαστήριο, ώστε να στηρίξει το αίτημα της για διαγραφή και μόνο των πρακτικών. Από τη μελέτη δε του Δικαστηρίου όσον αφορά τους σχετικούς Κανονισμούς και τη νομολογία δεν προέκυψε η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας. Ούτε και σύμφυτη εξουσία έχει το Δικαστήριο να αποδώσει τέτοια θεραπεία, εφόσον ως έχει νομολογηθεί οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους και σίγουρα δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παροχή θεραπείας άγνωστης στο δίκαιο (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Χαραλαμπίδου (1997) 1 Α.Α.Δ. 724, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 339, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 226 και ΝΤ.Ν. ν. Ν.Ν., Έφεση Αρ. 3/2005 και 9/2005, ημερ. 14/04/2020). Άλλωστε η έκδοση τέτοιας διαταγής, ήτοι για καθολική διαγραφή των πρακτικών, ενόψει και της ουσιώδους σημασίας των πρακτικών για τη δικαστική διαδικασία, θα ισοδυναμούσε στην ουσία με ακύρωση πρωτόδικης διαδικασίας, κάτι για το οποίο το παρόν Δικαστήριο ασφαλώς και δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία.
Ακόμη όμως και εάν η αίτηση περιοριζόταν στη διόρθωση των πρακτικών δεν θα μπορούσε να τελεσφορήσει και εξηγώ.
Εν πρώτοις δέον όπως λεχθεί ότι ενώ στην αίτηση και ιδιαίτερα στον Πίνακα Α (με βάση τον οποίο ζητείται να γίνουν οι διορθώσεις των πρακτικών) γίνονται αναφορές, σε κάποια σημεία (επί τη βάση των λεχθέντων στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου), με τις οποίες αποδίδονται παραλείψεις, αλλοιώσεις, επεμβάσεις, διαστρεβλώσεις και προσθήκες στα πρακτικά, εντούτοις δεν καθορίζονται ακριβώς τα σχετικά σημεία των πρακτικών και πως αυτά θα πρέπει να διορθωθούν.
Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία διόρθωσης των εν λόγω πρακτικών. Ως έχει προαναφερθεί κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, όπου αμφισβητείται η ορθότητα των πρακτικών, παρέχεται η δυνατότητα διόρθωσης τους. Τη σχετική όμως συμφυή εξουσία για αυτό έχει μόνο ο δικαστής ενώπιον του οποίου διεξήχθη η δικαστική διαδικασία και όχι οποιοσδήποτε άλλος δικαστής. Επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία τα πρακτικά δικαστικής διαδικασίας τηρούνται με ευθύνη του δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται και αυτός και μόνο διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο της ορθότητας του περιεχομένου τους, αλλά και περιβάλλεται με τη σύμφυτη εξουσία διόρθωσής τους, όπου διαπιστώνεται ότι συντρέχει λόγος.
Στην προκειμένη, τα πρακτικά που αφορά η υπό κρίση αίτηση δεν αφορούν διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον μου αλλά ενώπιον άλλης δικαστού. Ως μάλιστα αναφέρουν οι Αιτήτριες, προέβησαν σε γραπτή καταγγελία εναντίον της εν λόγω δικαστού ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αποδίδουν δε σε αυτή, μεταξύ άλλων, εχθρική, προκλητική και προσβλητική συμπεριφορά απέναντι τους, παρεμβάσεις κατά την ακροαματική διαδικασία, ανάμειξη της ως μάρτυρα στην υπόθεση, αλλοίωση, διαστρέβλωση και προσθήκη μαρτυρίας, παρεμπόδιση αντεξέτασης μαρτύρων, διαμόρφωση ερωτήσεων και απαντήσεων, αποκλεισμό καταγραφής πρακτικών από τη στενογράφο και καταγραφής πρακτικών όπως ήθελε, προκατάληψη και μεροληψία υπέρ των αντιδίκων, των δικηγόρων και των μαρτύρων τους και άλλα.
Ως εκ των άνω ακόμη και εάν η αίτηση περιοριζόταν στη διόρθωση των πρακτικών δεν θα είχα εξουσία προς έλεγχο και διόρθωση αυτών. Ούτε και θα ετίθετο θέμα παραπομπής της αίτησης προς εξέταση από τη δικαστή ενώπιον της οποίας διεξήχθη η σχετική δικαστική διαδικασία εφόσον αυτή αργότερα δεν ασκούσε πρωτόδικη δικαιοδοσία αφού διορίσθηκε και υπηρέτησε στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Κατάληξη
Εν κατακλείδι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Εναγουσών 1 και 2 - Αιτητριών αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …….….……..…..…….…………
Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο