ALPHA BANK CYPRUS LIMITED κ.α. ν. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 365/2023, 21/5/2026
print
Τίτλος:
ALPHA BANK CYPRUS LIMITED κ.α. ν. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 365/2023, 21/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

                                                                                          Αρ. Αγωγής: 365/2023 (i-justice)

Μεταξύ:

 

                          1. ALPHA BANK CYPRUS LIMITED

                          2. SKY CAC LIMITED

   3. ALPHA CREDIT ACQUISITION COMPANY LIMITED

                          4. AG1 - CYPRE ERMIS LIMITED

                          5. AGI - CYPRE PROPERTY 13 LIMITED

                          6. AGI - CYPRE PROPERTY 14 LIMITED

                          7. AGI - CYPRE PROPERTY 15 LIMITED

                          8. AGI - CYPRE PROPERTY 16 LIMITED

                          9. AGI - CYPRE PROPERTY 17 LIMITED

                        10. AGI - CYPRE PROPERTY 18 LIMITED

                        11. AGI - CYPRE PROPERTY 19 LIMITED

                        12. AGI - CYPRE PROPERTY 20 LIMITED

                        13. AGI - CYPRE RES PAFOS LIMITED

                       Εναγουσών

και

 

                          1. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED

                          2. DEMARI ODYSSEUS LTD

3. IOANNOY & ΣΙΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ

 4. ALFA MEDITERRANEAN ENTERPRISES LIMITED

                          5. Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης

              Εναγομένων

Αίτηση παρακοής διατάγματος

 

 

Ημερομηνία: 21/05/2026

Για Εναγόμενες 1-4 - Αιτήτριες: κ. Α. Κασιανής για ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. και Α. Χρ. Αλεξάνδρου.

Για Ενάγουσες 2-13 - Καθ’ ων η αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 02/04/2024, οι Εναγόμενες 1-4 (στο εξής «οι Αιτήτριες») αξιώνουν:

 

(Α)   Διάταγμα και/ή Απόφαση διατάττον τη σύλληψη, φυλάκιση, επιβολή προστίμου ή κατάσχεσης της περιουσίας των Εναγουσών 2-13 - Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίες προέβησαν στην επιβάρυνση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1 μη συμμορφούμενες με την απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/08/2023.

(Β)  Οιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια.

 

Η αίτηση, ως αναφέρει, βασίζεται στις Δ.42Α Θ.1, 2, 3, 6, 7, 12 και Δ.48 Θ.1, 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 42 του Νόμου 14/1960 και στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου, εκ των διευθυντών του Ομίλου «Alpha Panareti», μητρική του οποίου είναι η Εναγόμενη 1 και εκ των διευθυντών των Αιτητριών.

 

Οι Ενάγουσες 2-13 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση») αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ελευθέριου Θεοδώρου υπαλλήλου στην εταιρεία DoValue Cyprus Limited. Προβάλλονται δε οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:

 

1.         Η αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή έχει συνταχθεί παράτυπα και/ή είναι ελαττωματική και/ή ανυπόστατη και/ή πάσχει από ουσιώδες ελάττωμα καθ’ ότι δεν εξειδικεύεται σε αυτή η κατ’ ισχυρισμό παρακοή την οποία οι Ενάγουσες διέπραξαν και/ή ποιες εκ των Εναγουσών διέπραξαν την κατ’ ισχυρισμό παρακοή και/ή σε τι συνίστατο αυτή και/ή πότε και/ή με ποιο τρόπο οι Ενάγουσες και/ή κάποιες εξ αυτών προέβηκαν στην ισχυριζόμενη παρακοή.

2.         Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν μπορεί να προωθείται από την Ενάγουσα 1 καθ’ ότι στις 16/11/2023 έχει διορισθεί σε αυτή Παραλήπτης -Διαχειριστής και ο τελευταίος δεν ενέκρινε την καταχώρηση της αίτησης.

3.         Η συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής και/ή δεν αποδεικνύει και/ή δεν μπορεί να αποδείξει ηθελημένη παρακοή και/ή πρόθεση καταστρατήγησης και/ή αδιαφορία προς τις πρόνοιες του Διατάγματος ημερομηνίας 28/08/2023.

4.         Οι Καθ’ ων η αίτηση σε ουδεμία παρακοή του Διατάγματος ημερομηνίας 28/08/2023 προέβηκαν, ηθελημένη και/ή εσκεμμένη και/ή άλλως πως.

5.         Η συμπεριφορά και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις των Καθ’ ων η αίτηση δεν συνιστούν και/ή δεν καταδεικνύουν και/ή δεν αποδεικνύουν ηθελημένη παρακοή του Διατάγματος ημερομηνίας 28/08/2023 και/ή αδιαφορία προς τις πρόνοιες αυτού και/ή εκ προθέσεως καταστρατήγηση των προνοιών αυτού.

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι κατά την ακρόαση της αίτησης ο συνήγορος των Αιτητριών απέσυρε την αίτηση - και αυτή απορρίφθηκε - όσον αφορά τις Ενάγουσες - Καθ’ ων η αίτηση 2-9 και 11-13, περιορίζοντας της έτσι μόνο εναντίον της Ενάγουσας 10 (στο εξής «η Καθ’ ης η αίτηση 10»).

 

Από την άλλη πλευρά, κατά την ακρόαση της αίτησης, ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση απέσυρε τον λόγο ένστασης αρ. 2, περιορίζοντας την ένσταση του στους λοιπούς λόγους.

 

Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, όπου υποστηρίζονται οι εκατέρωθεν θέσεις, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό.

 

 

Νομική Πτυχή

 

 Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, προνοεί τα εξής:

 

«42.  Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον.

           ……………………………………………………………………………………………»

 

Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για παρακοή δικαστικών διαταγμάτων. Καθορίζει δε τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του άρθρου 42 είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42Α(1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (δηλαδή των λεγόμενων «Παλαιών Θεσμών»), οι οποίες συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της εν λόγω δικαιοδοσίας (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd. v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier Kg (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 750, Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates (1999) 1 Α.Α.Δ. 1145 και Μαυρονικόλα v. Ξάνθου (2011) 1 Α.Α.Δ. 293). Η διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος είναι πολιτική και εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας. Ασκείται δε από πολιτικό Δικαστήριο και αποβλέπει στον πειθαναγκασμό σε υπακοή, στην εξασφάλιση συμμόρφωσης σε διατάγματα του Δικαστηρίου (βλ. Ελισάβετ Θεοφάνους ν CCC Laundries (Paphos) Ltd (2009) 2 Α.Α.Δ. 634 και Αναφορικά με τον Λάμπρο Ξενή, Πολ. Έφεση Αρ. 297/2019, ημερ. 16/10/2024).

 

Στην Λ.Π. v. Α.Π., Πολ. Έφεση Αρ. E58/2024, ημερ. 10/12/2025, σημειώθηκε ότι εκτός από ιδιόμορφη («suis generis»), η διαδικασία αστικής καταφρόνησης («civil contempt») έχει χαρακτηριστεί ως οιονεί ποινική («quasi criminal»), λόγω της δραστικότητας του άρθρου 42, το οποίο προνοεί ως τιμωρία την επιβολή φυλάκισης ή προστίμου. Αυτός όμως ο χαρακτηρισμός δεν αποσκοπεί, ούτε έχει ως αποτέλεσμα να μετεμφυτεύσει εν όλω μια αμιγώς ποινική διαδικασία σε μια αστική διαδικασία, ούτε να μετατρέψει ένα αστικό Δικαστήριο σε ποινικό. Λόγω όμως της δραστικότητας των παρεχόμενων, από το άρθρο 42, μέσων προς εξασφάλιση της συμμόρφωσης σε δικαστικά διατάγματα, υπάρχει ανάγκη για τη διασφάλιση των «διαδικαστικών εγγυήσεων» που διαθέτει η ποινική δίκη. Οι εν λόγω εγγυήσεις συνίστανται αφενός στους κανόνες, οι οποίοι διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αφετέρου στα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Άρθρο 12 του Συντάγματος (και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), όπως το τεκμήριο αθωότητας, το δεδικασμένο και τα δικαιώματα σιωπής, μη αυτοενοχοποίησης, πληροφόρησης, υπεράσπισης, συνηγόρου, νομικής αρωγής, κλήσης ή εξέτασης μαρτύρων, διερμηνέως, παρουσίας στη δίκη, αγόρευσης προς μετριασμό κ.λπ. Στα πιο πάνω πρέπει να εστιάζεται η προσοχή του Δικαστηρίου, το οποίο εκδικάζει αίτηση παρακοής. Ως όμως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση, η όλη διαδικασία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας, η οποία αρχίζει με αίτηση, βάσει των εκάστοτε Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (και όχι κατηγορητήριο) και συνεχίζει μέχρι τέλους, πάντοτε στη βάση των ίδιων Κανονισμών, διασφαλίζοντας όπου απαιτείται τις προαναφερθείσες διαδικαστικές εγγυήσεις.

 

Από την ίδια τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής (βλ. Halin v. Timur (2005) 1Α A.A.Δ.424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, ύπαρξης των ακόλουθων προϋποθέσεων (βλ. Αναφορικά με τον Τάκη Μακρίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 401): 

 

1.         Ύπαρξη διατάγματος.

2.         Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης.

3.         Προσωπική επίδοση του διατάγματος.

4.         Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής.

 

Η Δ.42Α των Παλαιών Θεσμών καθιστά την προσωπική επίδοση του συντεταγμένου διατάγματος, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του αλλά και της αίτηση για παρακοή, απαρέγκλιτο όρο για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή διατάγματος (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd ανωτέρω, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 1085, Mouzouris a.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287 και Odyssey   Manufacturing Ltd v. Δημητρίου κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε29/2022, ημερ. 10/06/2024).

 

Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο, για να καταδειχθεί παρακοή, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων (βλ. Yugos Finance BV κ.ά. v. Halebay Holdings Limited (2013) 1Α Α.Α.Δ. 569):

 

(α)     ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι,

(β)  ότι έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης των εν λόγω όρων στον καθ’ ου η αίτηση και

 (γ)   ότι υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει παραβιάσει τους   όρους του διατάγματος.

 

Ένα προστακτικό διάταγμα πρέπει να είναι απόλυτα σαφές ώστε το διατασσόμενο πρόσωπο να γνωρίζει επακριβώς τί θα πρέπει να πράξει. Οι όροι του διατάγματος θα πρέπει να είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι (βλ. Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου (Αρ. 2) (2014) 1Α Α.Α.Δ. 922 και Λ.Π. ανωτέρω). Για να είναι λοιπόν δυνατή η τιμωρία του καθ’ ου η αίτηση, το διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 1) (2011) 1Α A.A.Δ. 356 και Yugos Finance BV κ.ά. ανωτέρω).

 

Όσον αφορά το βάρος απόδειξης, στην Λ.Π. ανωτέρω επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι το νομικό (ή γενικό) βάρος απόδειξης («legal burden»), το έχει μέχρι τέλους ο αιτητής (βλ. και Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309). Στην ίδια υπόθεση έγινε αναφορά και στο απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης και δη ότι είναι το ίδιο με εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδης & Ν. Γ. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 217).

 

Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση εξηγήθηκε ουσιαστικά ότι εν λόγω διαδικασία, κατ’ αναλογία προς ό,τι ισχύει σε ποινική δίκη, μπορεί να προχωρήσει στη βάση της γραπτής μαρτυρίας. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα, για να γίνει δεκτή η αδυναμία αυτή απαραιτήτως θα πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας. Το βάρος απόδειξης της όποιας αδυναμίας εκτέλεσης βαρύνει αυτόν, ο οποίος προβάλλει το γεγονός της αδυναμίας. Όταν το βάρος αυτό βρίσκεται στους ώμους του καθ’ ου η αίτηση, αυτός πρέπει να αποδείξει, στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δικαιολογία είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. και Κωνσταντίνου ανωτέρω και Ι.Ζ. v. Γ.Χ., Πολ. Έφεση Αρ. Ε113/23, ημερ. 28/02/2025).

 

Στην ίδια υπόθεση, έγινε αναφορά και στα ζητήματα αξιολόγησης σε τέτοιες διαδικασίες. Ως λέχθηκε, στις περιπτώσεις που η σχετική αίτηση εκδικάζεται χωρίς την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας είτε την αντεξέταση κάποιου μάρτυρα, το Δικαστήριο δεν έχει το ευεργέτημα της παρακολούθησης μαρτύρων να εξιστορούν γεγονότα ενώπιον του και έτσι αναπόφευκτα, κατά την αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος, το Δικαστήριο δύναται μόνο να στρέψει την προσοχή του στο πρώτο επίπεδο αξιολόγησης, το οποίο, ως εξηγείται στην Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας (2014) 2 Α.Α.Δ. 263, αφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της μαρτυρίας, τα δε αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της ευλόγως αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Ως επίσης λέχθηκε, αφού έγινε αναφορά στο «μαρτυρικό βάρος (evidential burden) ή αποδεικτικό βάρος», δηλαδή το βάρος απόδειξης με την έννοια της προσαγωγής της μαρτυρίας, δεν υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στο γεγονός ότι το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία και κρίνει την υπόθεση επί των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού εναπόκειται στον διάδικο, ο οποίος αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, είτε να επιδιώξει την αντεξέταση είτε να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. και Κώστα ν. Κώστα (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 269 και Γ.Κ. ν. Ε.Ζ., Έφεση Αρ. 8/21, ημερ. 13/05/2021).

 

Εξέταση της αίτησης

 

Στην προκειμένη, είναι κατ’ αρχάς η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ελλιπούς ή παράτυπης δικογράφησης καθότι δεν εξειδικεύεται σε αυτή η κατ’ ισχυρισμό παρακοή, την οποία αυτές διέπραξαν και/ή ποιές εξ αυτών διέπραξαν την κατ’ ισχυρισμό παρακοή και/ή σε τι συνίστατο αυτή και/ή πότε και/ή με ποιο τρόπο οι Καθ’ ων η αίτηση και/ή κάποιες εξ αυτών προέβηκαν στην ισχυριζόμενη παρακοή. Ως περαιτέρω υποστηρίζουν, τα αναφερόμενα σε τέτοιες αιτήσεις υπέχουν ρόλο λεπτομερειών αδικήματος επί κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου οι Αιτήτριες είχαν επιτακτική υποχρέωση - την οποία παρέλειψαν να εκτελέσουν - να τα εξειδικεύσουν, παραθέτοντας επαρκείς και ικανές λεπτομέρειες τόσο στο σώμα της αίτησης αλλά και στο αιτητικό αυτής, ώστε οι Καθ’ ων η αίτηση αφενός να είναι σε θέση να αντιληφθούν τι τους καταλογίζεται, ήτοι για ποια πράξη ή παράλειψη κατηγορούνται, αφετέρου να είναι σε θέση να υπερασπισθούν τον εαυτό του. Σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν εξαλείφει την εν λόγω παράλειψη εφόσον οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είναι υποχρεωμένες να ανατρέξουν σε αυτή για να αντιληφθούν ποια «οιονεί ποινική» υπόθεση αντιμετωπίζουν.

 

Οι Αιτήτριες από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι η αίτηση δεν πάσχει λόγω της προαναφερόμενης παράλειψης και πληροί τις προϋποθέσεις για στοιχειόθετηση του αδικήματος της αστικής παρακοής διατάγματος. Σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, μέσω της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει ξεκάθαρα τίθενται τα γεγονότα για παρακοή του Διατάγματος ημερομηνίας 28/08/2023, τα οποία μάλιστα οι Καθ ων η αίτηση κατανόησαν πλήρως ως προς το σε τι θα έπρεπε να απαντήσουν και να δώσουν εξηγήσεις και μάλιστα τα παραδέκτηκαν και σε κάθε περίπτωση δεν επηρεάσθηκαν από την εν λόγω παράλειψη.

 

Ως έχει επισημανθεί από τη σχετική νομολογία, η διαδικασία αστικής καταφρόνησης λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας, η οποία αρχίζει με αίτηση, βάσει των εκάστοτε Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (και όχι κατηγορητήριο) και συνεχίζει μέχρι τέλους, πάντοτε στη βάση των ίδιων Κανονισμών, διασφαλίζοντας όμως όπου απαιτείται τις προαναφερθείσες διαδικαστικές εγγυήσεις. Σε αιτήσεις παρακοής το Δικαστήριο δεν εξετάζει ισχυρισμούς και θέσεις εκτός των λόγων ένστασης και εκτός «δικογραφημένων θέσεων» (βλ. Yugos Finance BV ανωτέρω).

 

Ως έχει προαναφερθεί, λόγω της δραστικότητας των παρεχόμενων, από το άρθρο 42, μέσων προς εξασφάλιση της συμμόρφωσης σε δικαστικά διατάγματα, υπάρχει ανάγκη για τη διασφάλιση των «διαδικαστικών εγγυήσεων» που διαθέτει η ποινική δίκη. Ως επισημάνθηκε στην Παπαχρυστοστόμου ανωτέρω, λόγω του ότι το αίτημα για καταδίκη για αστική ανυπακοή διατάγματος αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη, η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος. Οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd ανωτέρω, Ιωάννου ν. Μανώλη κ.ά. (1998) 1Γ Α.Α.Δ. 1423 και Γ.Κ. ανωτέρω). Το Δικαστήριο κρίνει την παρακοή αυστηρώς με βάση τις ενέργειες του καθ’ ου η αίτηση που περιγράφονται στην αίτηση - και όχι με βάση οτιδήποτε άλλο - εφόσον κατά κάποιο τρόπο η αίτηση επενεργεί ως δικόγραφο ή ως «κατηγορητήριο». Με την επαρκή περιγραφή των πράξεων που συνιστούν την παρακοή διασφαλίζεται το δικαίωμα του καθ’ ου η αίτηση να γνωρίζει εκ των προτέρων την εναντίον του υπόθεση (βλ. Αναφορικά με τον Λάμπρο Ξενή ανωτέρω και σύγγραμμα Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, έκδοση 2016, στη σελίδα 411).

 

Στην αίτηση παρακοής θα πρέπει λοιπόν να εξειδικεύεται η κατ’ ισχυρισμόν παρακοή του διατάγματος. Η υποχρέωση για την παροχή λεπτομερειών του αδικήματος δεν εκπληρώνεται με τον ορισμό σύμφωνα με την αίτηση του αδικήματος. Η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που ενδεχομένως να προκύψουν, μη αποκλειομένης και της επιβολής ποινής φυλάκισης, επιβάλλουν τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων.

 

Τα πιο πάνω και οι σχετικές με το θέμα αρχές ουσιαστικά επαναλαμβάνονται στην Μιχαηλίδης ν.  Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (Ο.Σ.Ε.Λ.) Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε128/2017, ημερ. 29/11/2023. Στην εν λόγω υπόθεση το μόνο που είχε καταγράψει στην αίτησή του ο εφεσείων, ήταν ότι η εφεσίβλητη 1 εταιρεία και/ή οι διευθυντές και/ή οι αξιωματούχοι αυτής, αρνήθηκαν να «συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε την 10.3.2016 ….». Ουδέποτε διευκρινίστηκε στην αίτηση, πώς, πότε και με ποιο τρόπο η εφεσίβλητη 1 εταιρεία και/ή οι διευθυντές της και/ή οι αξιωματούχοι της, παρήκουσαν το εκδοθέν διάταγμα. Ενόψει τούτου κρίθηκε ότι η κατ ισχυρισμόν παρακοή ουδέποτε εξειδικεύτηκε. Επισημάνθηκε δε ότι δεν ήταν υποχρέωση εκάστου καθ΄ ου η αίτηση-εφεσίβλητου να μελετήσει την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, για να εντοπίσει ποια ακριβώς ήταν η παρακοή που του καταλογιζόταν, η οποία έπρεπε, να είχε εξειδικευθεί ευθύς εξ αρχής στην αίτηση παρακοής. Στην ίδια υπόθεση με παραπομπή στη Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 247, υπομνήσθηκε ότι με βάση το Άρθρο 30(3)(α)(β) του Συντάγματος έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Στην βάση των πιο πάνω κρίθηκε ότι η εν λόγω ουσιώδης παράλειψη ήταν αρκετή για να οδηγήσει στην απόρριψή της αίτησης.

 

Στην προκειμένη, το Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 28/08/2023 (στο εξής «το Προσωρινό Διάταγμα») εκδόθηκε εναντίον 12 εταιρειών ήτοι των Εναγουσών 2-13. Η αίτηση παρακοής στράφηκε εναντίον και των 12 αυτών εταιρειών. Στο σώμα αυτής οι Αιτήτριες περιορίσθηκαν να αναφέρουν ότι επιζητούν τη τιμωρία και των 12 εταιρειών «Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση 2-13, οι οποίοι προέβησαν στην επιβάρυνση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση 10 μη συμμορφούμενοι με την απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/08/2023».

 

Προκύπτει από το πιο πάνω ότι οι Αιτήτριες αποδίδουν γενικά και αόριστα σε όλες τις Καθ’ ων η αίτηση, παρακοή του Προσωρινού Διατάγματος δια της γενικής αναφοράς σε «επιβάρυνση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση 10». Εδώ να λεχθεί ότι η περιουσία που καλύπτει το Προσωρινό διάταγμα περιλαμβάνει 81 ακίνητα. Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι στο σώμα της αίτησης δεν υπάρχει σαφής και επαρκής περιγραφή της πράξης ή των πράξεων που συνιστούν την παρακοή, ούτε και πότε και από ποια ή από ποιες από τις 12 εταιρείες – Kαθ’ ων η αίτηση, στις οποίες αποδίδεται η παρακοή, έγινε. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι με την αίτηση δεν διασφαλίζεται μια από τις ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις που πρέπει να διαθέτει μια τέτοια διαδικασία και δη το δικαίωμα των Καθ’ ων η αίτηση να γνωρίζουν εκ των προτέρων την εναντίον τους υπόθεση ώστε να μπορούν να υπερασπισθούν εαυτόν.

 

 

Ακόμη όμως και στην εφτασέλιδη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία οι Αιτήτριες βασικά παραπέμπουν ως καλύπτουσα την αναφερόμενη παράλειψη στην αίτηση τους, δεν παρέχονται επαρκείς σχετικές λεπτομέρειες. Αυτό που αναφέρεται είναι το ιστορικό έκδοσης και επίδοσης του Προσωρινού Διατάγματος και ότι περιήλθε βασικά σε γνώση του ενόρκως δηλούντα στις 04/03/2024 ότι ένα συγκεκριμένο ακίνητο, από αυτά που αφορούσε το εν λόγω Διάταγμα και ανήκε στην Καθ’ ης η αίτηση 10, πωλήθηκε σε κάποια B.D. στις 31/08/2023, ήτοι μια μέρα μετά την επίδοση του Προσωρινού Διατάγματος. Δεν παρατίθεται δε καμία άλλη λεπτομέρεια παρά μόνο τα ακόλουθα, με τα οποία αποδίδεται κατά τρόπο γενικό (χρησιμοποιείται μάλιστα η φράση «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα») παρακοή και στις 12 Καθ’ ων η αίτηση εταιρείες:

 

«Υπό το φως των ανωτέρω πιστεύω ότι υπάρχει έκδηλη παραβίαση του υπό αναφορά Προσωρινού Διατάγματος από τους Ενάγοντες 2-13, οι οποίοι προέβησαν, ενώ ευρίσκετο σε ισχύ, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στην αποξένωση των περιουσιακών μας στοιχείων και συγκεκριμένα του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου μια ημέρα μετά την επίδοση σε αυτούς του Προσωρινού Διατάγματος».

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι όχι μόνο στην αίτηση αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση δεν παρατίθενται σαφείς και επαρκείς λεπτομέρειες με αποτέλεσμα να μην ευσταθεί η υπό αναφορά θέση των Αιτητριών περί εκπλήρωσης της σχετικής υποχρέωσης τους προς διασφάλιση του δικαιώματος των Καθ’ ων οι αίτηση να γνωρίζουν εκ των προτέρων την εναντίον τους υπόθεση.

 

Πρέπει δε να λεχθεί ότι τα πιο πάνω δεν μεταβάλλονται από το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση στη δική τους ένορκη δήλωση αναφέρουν με λεπτομέρεια κάποια γεγονότα. Αυτό καθότι προφανώς προσπάθησαν δικαιωματικά, έστω με τα όσα αντιλήφθηκαν από την αίτηση, να υπερασπισθούν τον εαυτό τους, χωρίς όμως να παραλείπουν να αναφερθούν στην ίδια ένορκη δήλωση στην ως άνω αναφερόμενη παράλειψη των Αιτητριών, προς υποστήριξη του σχετικού λόγου που προβάλλουν στην ένσταση τους. Ούτε το γεγονός ότι η αίτηση τελικά περιορίσθηκε εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 10 μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον αυτό έγινε κατά το στάδιο της ακρόασης της και μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση αυτό δεν θεραπεύει την παράλειψη των Αιτητριών να δικογραφήσουν με τον δέοντα τρόπο την αίτηση τους προς διασφάλιση των διαδικαστικών εγγυήσεων που απαιτούνται για τέτοια διαδικασία.

 

Η ως άνω παράλειψη ως ουσιώδης υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις είναι αρκετή κατά την κρίση μου ώστε η αίτηση να απορριφθεί χωρίς να εξετασθεί επί της ουσίας της.

 

Παρά τα πιο πάνω που κρίνουν μοιραία την τύχη της αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω και την ουσία της αίτησης, δηλαδή κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον δέοντα βαθμό παρακοή του Προσωρινού Διατάγματος.

 

Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελείται από ένορκες δηλώσεις, στις οποίες επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Δεν ζητήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ή απαντητικής ένορκης δήλωσης, ούτε η αντεξέταση κάποιου από τους ενόρκως δηλούντες. Η αξιολόγηση λοιπόν της μαρτυρίας θα γίνει στη βάση των σχετικών αρχών που διέπουν τέτοιες περιπτώσεις, όπου δηλαδή δεν προσάγεται προφορική μαρτυρία και δεν γίνεται αντεξέταση κάποιου μάρτυρα.

 

Από τα όσα παρατίθενται στις δηλώσεις των δύο πλευρών προκύπτει ότι είναι κοινώς παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:

 

§    Στις 28/08/2023, στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης ημερ. 24/08/2023, οι Αιτήτριες εξασφάλισαν «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ με το οποίο απαγορεύεται στους ενάγοντες αρ. 2-13 και/ή σε οποιοδήποτε εξ αυτών και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπάλληλους και/ή προστίθεντες τούτων από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποχωριστούν από την ιδιοκτησία τους ακίνητα που αναφέρονται στο επισυνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α της παρούσας Αίτησης, μέχρι την έκδοση της επιφυλαγμένης ενδιάμεσης απόφασης στην αίτηση ημερομηνίας 18.7.23 της παρούσας Αγωγής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφο και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου» (πρόκειται για το ως άνω αναφερόμενο «Προσωρινό Διάταγμα»).

§    Το Προσωρινό Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 06/09/2023.

§    Στις 30/08/2023 το Προσωρινό Διάταγμα επιδόθηκε, μεταξύ άλλων, στην Καθ’ ης η αίτηση 10.

§    Στις 31/08/2023, ένα εκ των ακινήτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α που αναφέρεται στο Προσωρινό Διάταγμα, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Καθ’ ης η αίτηση 10 (στο εξής «το ακίνητο»), ενεγράφη στο όνομα της B.D. Η διαδικασία στο Κτηματολόγιο για την εν λόγω εγγραφή ολοκληρώθηκε πριν από τις 12:15 στις 31/08/2023.

§    Στις 24/01/2024 εκδόθηκε η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των Αιτητριών ημερ. 18/07/2023 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Στη βάση των πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί η ύπαρξη του Προσωρινού Διατάγματος αλλά και η δέουσα επίδοση του στην Καθ’ ης η αίτηση 10. Δεν αμφισβητείται δε ότι το Προσωρινό Διάταγμα φέρει την αναγκαία οπισθογράφηση.

 

Περαιτέρω, στον φάκελο της υπόθεσης, στο ηλεκτρονικό σύστημα i-justice, έχουν καταχωρηθεί ένορκες δηλώσεις δια των οποίων δηλώνεται και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Καθ’ ης η αίτηση 10, η επίδοση της υπό κρίση αίτησης σε αυτή. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί και η προσωπική επίδοση της αίτησης στην Καθ’ ης η αίτηση 10. Ούτε αυτό έχει άλλωστε αμφισβητηθεί.

 

Η υποχρέωση συμμόρφωσης με ένα διάταγμα απαιτεί θετική ενέργεια χωρίς να αρκεί μια μηχανιστική συμπεριφορά (βλ. Μαυρονικόλα ανωτέρω και Λ. Π. ανωτέρω). Για να καταδειχθεί παρακοή πρέπει να ικανοποιείται τόσο η αντικειμενική υπόσταση («actus reus») όσο και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου 14/1960.

 

Στην προκειμένη, με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης του Προσωρινού Διατάγματος από την Καθ’ ης η αίτηση 10. Ούτε αυτό άλλωστε αμφισβητείται από την τελευταία. Εκείνο που βασικά προβάλλει είναι ότι δεν έχει παραβιάσει το εν λόγω διάταγμα ηθελημένα.

 

Σε σχέση με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ’ ου η αίτηση, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ’ εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει την καταδίκη του καθ’ ου η αίτηση, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (βλ. Mouzouris ανωτέρω, Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω, Μιχαηλίδης ανωτέρω, Odyssey Manufacturing Ltd ανωτέρω και Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Muzykaev, Πολ. Έφεση Αρ. Ε118/2019, ημερ. 27/01/2025). 

 

Η πρόθεση, ως έχει νομολογηθεί (βλ. και Λ.Π. ανωτέρω), δεν είναι πάντοτε δεκτική άμεσης απόδειξης, δεδομένου ότι ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του ατόμου, πλην όμως δύναται κατά κανόνα να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία ως πραγματικό γεγονός, ήτοι με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν την πρόθεση. Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής είναι η απείθεια στο διάταγμα, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη διάνοια. Παράλληλα όμως, αναγνωρίζεται και η ύπαρξη μαχητού τεκμηρίου για την ύπαρξη της πρόθεσης, υπό την έννοια ότι τεκμαίρεται πως κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες της πράξης του.

 

Απομένει λοιπόν να εξετασθεί στην προκειμένη κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον δέοντα βαθμό ότι η Καθ’ ης η αίτηση 10 έχει παραβιάσει ηθελημένα τους όρους του Προσωρινού Διατάγματος.

 

Σε σχέση με αυτό από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προκύπτουν ως αναντίλεκτα, εφόσον δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά των Αιτητριών, τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα γεγονότα:

 

 

§    Το ακίνητο διαφημιζόταν και προωθείτο προς πώλησης από τον Οκτώβριο του 2020 περίπου.

§    Στις 29/11/2022 η Καθ’ ης η αίτηση 10 έλαβε προσφορά για πώληση του ακινήτου από την D.B. με προτεινόμενο ποσό πώλησης €116.100. Η D.B. ήταν η επιτυχούσα προσφοροδότης αφού είχαν υποβληθεί και άλλες προσφορές για την αγορά του ακινήτου.

§    Η εν λόγω προσφορά έγινε αποδεκτή από την Καθ’ ης η αίτηση 10, η οποία ενημέρωσε γραπτώς την D.B. με επιστολή ημερομηνίας 13/12/2022.

§    Ακολούθως και στα πλαίσια των νενομισμένων αλλά και υποχρεωτικών ελέγχων που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες συναλλαγές, ζητήθηκαν από την D.B. όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να εξακριβωθεί η νομιμότητα της προέλευση των χρημάτων που θα καταβάλλονταν ούτως ώστε να υπογραφεί το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο του ακινήτου.

§    Εν τέλει και αφού στάληκαν όλα τα σχετικά έγγραφα και δικαιολογητικά, το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε στις 30/03/2023 με την καταβολή του ποσού των €34.830 που αντιστοιχεί στο 30% της τιμής πώλησης.

§    Αφού υπογράφηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 08/05/2023, η Καθ’ ης η αίτηση 10 ανέμενε από την D.B. να λάβει την έγκριση από την Έπαρχο Πάφου για την απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, έγκριση η οποία ήταν απαραίτητη (αλλά και όρος του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) ενόψει του γεγονότος ότι η D.B. είναι αλλοδαπή μη Ευρωπαία. Η εν λόγω έγκριση δόθηκε στις 30/06/2023.

§    Μετά την έγκριση και αφού και πάλι έγιναν όλοι οι απαραίτητοι έλεγχοι αναφορικά με την προέλευση του υπολοίπου του τιμήματος και λήφθηκαν όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις και απαλλακτικά από τις αρμόδιες κυβερνητικές, δημόσιες και δημοτικές αρχές για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου, στις 18/08/2023 λήφθηκε ενημέρωση από τον αρμόδιο συνεργάτη της Καθ’ ης η αίτηση 10 ότι προγραμματίσθηκε συνάντηση στο Κτηματολόγιο Πάφου για τις 31/08/2023 με τη συναλλαγή να ολοκληρώνεται και με τη μεταβίβαση να λαμβάνει χώρα πριν από τις 12:15 το μεσημέρι αφού η ενημέρωση που στάληκε για την ολοκλήρωση της συναλλαγής στάληκε στις 12:15.

§    Όλες οι ως άνω ενέργειες έγιναν εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 10 μέσω εξωτερικών της συνεργατών (ήτοι τρίτων προσώπων παρόχων υπηρεσιών), εφόσον η Καθ’ ης η αίτηση 10 δεν έχει υπαλλήλους παρά μόνο αξιωματούχους. Οι όποιες δραστηριότητες γίνονται από την Καθ’ ης η αίτηση 10 γίνονται μέσω τρίτων ανεξάρτητων συνεργατών μέσω της διαδικασίας γνωστής ως «outsourcing».

§    Το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ’ ης η αίτηση 10 και της Sky όσο και των υπολοίπων συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών ειδικού σκοπού, βρίσκεται στη διεύθυνση [ ] Λευκωσία, Κύπρος, όπου στεγάζεται και δικηγορικό γραφείο, το οποίο πέραν των υπηρεσιών εγγεγραμμένου γραφείου παρέχει υπηρεσίες διευθυντή και γραμματέα μέσω θυγατρικών του εταιρειών αλλά και υπηρεσίες παραλαβής εγγράφων, με το προσωπικό των Sky και Dovalue αλλά και τις εργασίες αυτών να διενεργούνται και να στεγάζονται σε άλλες διευθύνσεις. Έτσι όταν κάποιο δικαστικό έγγραφο ή επιστολή επιδίδεται στο εγγεγραμμένο γραφείο είτε της Sky είτε των υπολοίπων συνδεόμενων με αυτήν Καθ’ ων η αίτηση,  επιδίδεται στην ως άνω διεύθυνση, παραλαμβάνεται από αρμόδιο αντιπρόσωπο του γραφείου αφού επιβεβαιωθεί ότι όντως στην εν λόγω διεύθυνση βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας προς την οποία η επιστολή ή το έγγραφο απευθύνεται, μελετάται από τους υπαλλήλους του δικηγορικού γραφείου για να διαπιστωθεί σε ποιο πρόσωπο ή νομική οντότητα πρέπει να προωθηθεί και αφού αρχειοθετηθεί στα ηλεκτρονικά αρχεία τότε προωθείται ηλεκτρονικά μέσω e-mail και αποστέλλεται και δια ζώσης εάν και εφόσον ζητηθεί ή διευθετείται η παραλαβή του.

§    Στην προκειμένη, το Προσωρινό Διάταγμα και η μονομερής αίτηση επιδόθηκαν στην Καθ’ ης η αίτηση 10 αργά το μεσημέρι της 30/08/2023. Τα έγγραφα παραλήφθηκαν από τη δικηγόρο Φ.Θ., η οποία αφού ενημέρωσε άμεσα την Π.Δ., διευθύνουσα σύμβουλο της Sky, μαζί με συναδέλφους της αρχειοθέτησαν ηλεκτρονικά τα έγγραφα που επιδόθηκαν (μέσω διαδικασίας scanning) και ακολούθως απέστειλαν ηλεκτρονικά (ήτοι μέσω e-mail) τα έγγραφα προς τη Δ.

§    Ακολούθως η Δ. προώθησε τα επιδοθέντα έγγραφα προς την DoVale με σκοπό την ενημέρωση όλων των εμπλεκόμενων και άμεσα επηρεαζόμενων προσώπων αλλά και συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του Διατάγματος.

§    Τα έγγραφα προωθήθηκαν αργά το απόγευμα της 30/08/2023 όμως λόγω και του προχωρημένου της ώρας αλλά και του ότι μεγάλος αριθμός του προσωπικού βρισκόταν σε θερινές διακοπές, το e-mail αλλά και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα (περιλαμβανομένου του Προσωρινού Διατάγματος) δεν ανοίχθηκαν ούτε και μελετήθηκαν παρά μόνο την επόμενη ημέρα (ήτοι στις 31/08/2023) το πρωί.

§    Στο Προσωρινό Διάταγμα καταγράφονται 81 ξεχωριστά ακίνητα και ως εκ τούτου αναλώθηκε πολύς χρόνος για μελέτη και διερεύνηση κάθε ακινήτου ξεχωριστά ούτως ώστε να διαπιστωθούν αλλά και να ληφθούν οι απαραίτητες ενέργειες προς συμμόρφωση για κάθε ακίνητο.

§    Λόγω του ότι η διαδικασία στο Κτηματολόγιο για την εγγραφή επ’ ονόματι της D.B. ολοκληρώθηκε πριν από τις 12:15 στις 31/08/2023, μέχρι τα έγγραφα και το Προσωρινό Διάταγμα να μελετηθούν και οι αρμόδια λειτουργοί να αντιληφθούν τι έπρεπε να πράξουν ή να μην πράξουν, δεν κατέστη δυνατόν να δοθούν οι απαραίτητες οδηγίες στους εξωτερικούς συνεργάτες για αναστολή της διαδικασίας.

 

Είναι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση 10 ότι τα πιο πάνω γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα ότι ουδέποτε υπήρχε εκ μέρους της οποιαδήποτε πρόθεση καταστρατήγησης των προνοιών του Διατάγματος ούτε και αδιαφορία όσον αφορά τις πρόνοιες αυτού και ότι οι πρόνοιες αυτού δεν τηρήθηκαν τυχαία και λόγω ακριβώς του προχωρημένου της ώρας και ημέρας που προωθήθηκε το Διάταγμα στους αρμόδιους λειτουργούς, οι οποίοι μελέτησαν αυτό την επόμενη ημέρα ήτοι στις 31/08/2023, του μεγάλου αριθμού των ακινήτων που αναφέρονται στο Διάταγμα και της προ πολλού προγραμματισμένης συνάντησης στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του ακινήτου, η οποία έλαβε χώρα πριν γίνουν αντιληπτές οι πρόνοιες του Διατάγματος και να δοθούν οι σχετικές οδηγίες για ακύρωση της προγραμματισμένης μεταβίβασης.

 

Τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία ως προαναφέρθηκε παρέμειναν αναντίλεκτα αφού δεν αμφισβητήθηκαν, είναι κατά την κρίση μου τέτοια που πράγματι οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε στον δέοντα βαθμό ότι υπήρξε από πλευράς της Καθ’ ης η αίτηση 10 ηθελημένη παρακοή του Προσωρινού Διατάγματος εφόσον η συμπεριφορά αυτής δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του.

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση διάπραξης της αστικής καταφρόνησης-παρακοής του Προσωρινού Διατάγματος.

 

Ως εκ των άνω ακόμη και να μην απορρίπτετο η αίτηση για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, θα απορρίπτετο λόγω μη στοιχειοθέτησης της αστικής καταφρόνησης-παρακοής του Προσωρινού Διατάγματος. 

 

Κατάληξη

 

Εν κατακλείδι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγουσών 2-13 – Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1-4 – Αιτητριών, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της Αγωγής, οπόταν και θα είναι πληρωτέα.

 

 

 

 

           (Υπ.) …….….……..…..…….…………

                                                                                           Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο