ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αίτηση - Έντυπο 33: 17/25
Μεταξύ:
1. Adonis Baths Mavrokolimbos Waterfalls Limited
2. Χαράλαμπος Θεοδώρου
Ενάγοντες
ν.
1. Νίκος Αντρέα Νικολάου
2. Αντρέας Νικολάου
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου, 2026
Για Αιτητές: κα Α. Κορακίδου Μακρίδου δια Aristi Korakidou – Makridou LLC
Για Καθ’ ων η αίτηση: Μερκούρης Τελώνης & Γιολάντα Ζυμπουλάκη – Τελώνη ΔΕΠΕ και κος Ν. Ιωάννου.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι αιτητές με την αίτηση τους ζήτησαν και έλαβαν μονομερώς πριν την καταχώρηση της απαίτησης τους, προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στους καθ’ ων η αίτηση να παρεμποδίζουν τους αιτητές, υπαλλήλους και πελάτες τους με οποιοδήποτε τρόπο να διέρχονται από το δρόμο ο οποίος χρησιμοποιείται από το κοινό εντός του τεμαχίου 20 για να πάνε στην επιχείρηση θεματικό πάρκο «Λουτρά του Άδωνη», η οποία διεξάγεται εντός των τεμαχίων 398, 397, 30 και 28 στην Κοίλη της Επαρχίας Πάφου.
Η αίτηση στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60 και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, Μέρος 23, Κανονισμούς 1- 4, 6, 8 – 11, 13, 15 και 16, Μέρος 25 Κανονισμοί 1-3, 6 και 7.
Ως προς τα γεγονότα, η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή 2, διευθυντή και μοναδικού μέτοχου της αιτήτριας 1 και ιδιοκτήτη των τεμαχίων με αριθμό 398, 397, 30, 28 και 402, στην Κοίλη της Επαρχίας Πάφου, εντός των οποίων για πάρα πολλά χρόνια, η αιτήτρια 1 λειτουργεί επιχείρηση θεματικού πάρκου με το όνομα «Λουτρά του Άδωνη» (τεκμήριο 2), η οποία προσελκύει καθημερινά εκατοντάδες επισκέπτες. Για να προσεγγίσουν την ως άνω επιχείρηση, οι επισκέπτες, το προσωπικό και οι προμηθευτές, περνούν από το δρόμο μέσα από το τουρκοκυπριακό τεμάχιο με αριθμό 20 το οποίο είναι ενοικιασμένο από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στον αδελφότεκνο του αιτητή 2, τον καθ’ ου η αίτηση 1, για γεωργοκτηνοτροφικούς σκοπούς, αφαιρουμένου όμως του δρόμου που χρησιμοποιείται από το κοινό. Πριν 2 – 3 χρόνια οι καθ’ ων η αίτηση έκλεισαν τον δρόμο εκβιάζοντας τον αιτητή 2, ότι για να ανοίξουν τον δρόμο θα έπρεπε να πληρώσει το ποσό των €10.000 και αναγκάστηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό σ’ αυτούς. Την 9.9.25 οι καθ’ ων η αίτηση εκβίασαν τον αιτητή 2, ότι εάν δεν τους πληρώσει το ποσό των €50.000 θα κλείσουν τον δρόμο που οδηγεί στην επιχείρηση του και ο οποίος διαπερνά το τεμάχιο 20. Ο ίδιος του δεν υπέκυψε και δεν πλήρωσε το ποσό που του είχε ζητηθεί. Όπως δε γνωρίζει από άλλο μέλος της οικογένειας τους, οι καθ’ ων η αίτηση είναι καταχρεωμένοι. Την 10.9.25, ο καθ’ ου η αίτηση 2, αδελφός του αιτητή 2, τοποθέτησε το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του κλείνοντας τον δρόμο στο τεμάχιο 20 ο οποίος οδηγεί στο πάρκο και παρεμπόδισε τη διέλευση του κοινού, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες τεκμήριο 5. Επίσης, οι καθ’ ων η αίτηση έσπρωξαν τους βράχους από το τεμάχιο 20 προς τον δρόμο και εμπόδισαν την διέλευση των οχημάτων, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 6, με αποτέλεσμα οι επισκέπτες που ήδη βρίσκονταν στο πάρκο να μην μπορούν να φύγουν αλλά και αυτοί που ήθελαν να το επισκεφτούν να μην μπορούν να το προσεγγίσουν. Μετά από παρέμβαση της Αστυνομίας, κατέστη δυνατόν οι καθ’ ων η αίτηση να μετακινήσουν τους βράχους για να απεγκλωβιστούν οι επισκέπτες που θα ταξίδευαν για να μην χάσουν την πτήση τους, ενώ απείλησαν ότι θα κλείσουν ξανά τον δρόμο. Σύμφωνα με τον αιτητή 2, δεν υπάρχει άλλος τρόπος διέλευσης προς το πάρκο. Οι καθ’ ων η αίτηση απείλησαν ότι θα τοποθετήσουν ξανά τους βράχους και θα αποκόψουν την πρόσβαση στα Λουτρά. Υποστηρίζει επίσης ότι διέλευση μέσω του δρόμου στο τεμάχιο 20 από το κοινό γίνεται για χρόνια και ο δρόμος αφαιρέθηκε από την ενοικίαση του τεμαχίου 20 στον καθ’ ου η αίτηση 1, το οποίο προηγουμένως ενοικιαζόταν από την αποβιώσασα σύζυγο του αιτητή σύμφωνα με το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο 7 και παρόλο που δεν ενοικίαζε τον δρόμο, αυτός είχε φτιαχτεί με έξοδα του αιτητή 2, πληρώνοντας το ποσό των ΛΚ. 20.000. Οι αιτητές, από την έναρξη της επιχείρησης συντηρούν με δικά τους έξοδα τον ειρημένο δρόμο παρά του ότι είναι δημόσιος λόγω του ότι οδηγεί στην επιχείρηση τους, όπως φαίνεται στις αποδείξεις τεκμήριο 8 και φωτογραφίες τεκμήριο 9. Υποστηρίζει επίσης ότι οι αιτητές υφίστανται τεράστιες ζημιές από την συμπεριφορά των καθ’ ων η αίτηση και κανένα δικαίωμα δεν έχουν αυτοί στον δρόμο. Έχουν πολύ καλή υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας ενώ οι καθ’ ων η αίτηση δεν θα μπορούν να τους αποζημιώσουν. Αποτελεί επίσης θέση του ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν χρησιμοποιούν το τεμάχιο 20 και σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες έλαβε από λειτουργό της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών εκκρεμεί διαδικασία απαλλοτρίωσης του μέρους που καταλαμβάνει ο δρόμος εντός του τεμαχίου 20. Ο καθ’ ου η αίτηση 1 είναι νυχτοφύλακας και διατηρεί μάντρα 1 χλμ μακριά από το τεμάχιο 20 και ο καθ’ ου η αίτηση 2 διατηρεί εστιατόριο.
Οι καθ’ ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι λόγοι ένστασης καταγράφονται με τρόπο περιπλεγμένο χωρίς ο κάθε λόγος ένστασης να περιγράφεται περιεκτικά ως προβλέπει ο Κανονισμός 7.5 του Μέρους 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντιθέτως, ο κάθε λόγος ένστασης περιέχει και διάφορους άλλους λόγους ένστασης οι οποίοι αναπτύσσονται, αχρείαστα, με αναφορά σε μαρτυρία. Ο τρόπος αυτός σύνταξης της ένστασης δυσχεραίνει το έργο του Δικαστηρίου, αφού θα πρέπει για τον κάθε λόγο ένστασης να διακρίνει την ουσία αυτών που επιθυμούν οι καθ’ ων η αίτηση να προβάλουν με την ένσταση τους.
Παρά τα πιο πάνω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι με την ένσταση τους οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και αβάσιμη και δεν συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο ο Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ο οποίος δεν ενημερώθηκε ούτε και επιδόθηκε σ’ αυτόν η αίτηση και το Διάταγμα. Οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο και είναι παράνομοι επεμβασίες στο ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 20 το οποίο κατέχεται από τον καθ’ ου η αίτηση 1 αφού παράνομα και αυθαίρετα κατασκεύασαν και διάνοιξαν πέρασμα – δίοδο διαμέσου του τεμαχίου 20 στερώντας από τον καθ’ ου η αίτηση 1 την ελεύθερη, απρόσκοπτη και χωρίς εμπόδια κατοχή και χρήση του μίσθιου. Δεν υφίσταται εγγεγραμμένος δρόμος, δίοδος ή πέρασμα στο Κτηματολόγιο και ουδέποτε ο καθ’ ου η αίτηση 1 έδωσε τέτοιο δικαίωμα για να εισέρχονται οι αιτητές από το τεμάχιο. Το προσχέδιο Διατάγματος δεν φέρει ημερομηνία που δόθηκε ούτε ημερομηνία που συντάχθηκε. Το προσωρινό Διάταγμα είναι αντισυνταγματικό και επεμβαίνει στο δικαίωμα κατοχής του καθ’ ου η αίτηση 1 και λήφθηκε με ψευδείς παραστάσεις, παραπλάνηση του Δικαστηρίου και απόκρυψη αληθινών γεγονότων. Όλα τα πιο πάνω περιλαμβάνονται στον 1ο λόγο ένστασης.
Με τον δεύτερο λόγο ένστασης γίνεται εκτενής αναφορά σε γεγονότα και μαρτυρία, υποστηρίζοντας ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και παρέλειψαν να προβούν σε ειλικρινή αποκάλυψη σε σχέση με την ακέραιη εκμίσθωση του τεμαχίου 20 στον καθ’ ου η αίτηση 1 χωρίς να προβλέπεται η ύπαρξη δρόμου που θα χρησιμοποιείται από το κοινό. Το τεμάχιο 20 είναι περίκλειστο χωρίς να διαθέτει εγγεγραμμένο δρόμο ή δίοδο ή πέρασμα.
Με τον τρίτο λόγο ένστασης υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος για τους αιτητές που να καθιστά αναγκαία την έκδοση και/ή οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος.
Με τον τέταρτο λόγο ένστασης υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία έκδοσης του διατάγματος εφόσον δεν συνέτρεχε το δικαιοδοτικό στοιχείο του κατεπείγοντος και εξαιρετικές περιστάσεις.
Με τον πέμπτο λόγο ένστασης υποστηρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης και εκβιασμού.
Με τους λόγους ένστασης 6 – 10 υποστηρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις διατήρησης του αιτούμενου διατάγματος και με τον λόγο ένστασης 11 υποστηρίζεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι γενική, αόριστη ελλιπής και λανθασμένη.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ’ ου η αίτηση 1 στην οποία αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης. Αναφέρει ότι είναι ο εκμισθωτής των τεμαχίων 16, 20 και 157 στην Κοίλη, δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 6.10.10, με τον Υπουργό Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 1. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση μίσθωσης και την έκθεση του τοπογράφου κου Ιεζεκιήλ, το τεμάχιο 20 στο επίσημο κτηματικό σχέδιο παρουσιάζεται ως περίκλειστο εντός του οποίου δεν υπάρχει εγγεγραμμένος δρόμος και δεν έγινε απαλλοτρίωση εντός αυτού. Επισυνάπτει την εν λόγω έκθεση και το επίσημο κτηματολογικό σχέδιο ως τεκμήριο 2. Το τεμάχιο 401 στο οποίο βρίσκονται τα Λουτρά του Άδωνη, υπάρχει δημόσιο μονοπάτι μη εγγεγραμμένο πλάτους 2 μέτρων, το οποίο αποτυπώνεται στην έκθεση τεκμήριο 2, το οποίο διαπερνά διαμέσου των τεμαχίων 16 και 20 και δεν έχει σχέση με το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε, αφού απέχει 200 μέτρα από το σημείο για το οποίο εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα και αυτό το σημείο δεν οδηγεί στην πύλη που κόβουν τα εισιτήρια οι αιτητές για την μετάβαση του κοινού στο δημόσιο καταρράκτη. Για το εν λόγω μονοπάτι οι αιτητές ζήτησαν πολεοδομική άδεια με απώτερο σκοπό να λάβουν άδεια για τα κτίρια τους και να κατασκευάσουν την είσοδο προς τους καταρράκτες. Μέσω του δημόσιου μονοπατιού οι επισκέπτες θα εισέρχονταν στο πάρκο χωρίς να χρειάζεται να εισέρχονται από την παράνομη διάβαση την οποία παράνομα κατασκεύασαν οι αιτητές. Υποστηρίζει επίσης ότι οι αιτητές αγόρασαν όλα τα τεμάχια γύρω από τα λουτρά με σκοπό να αποκόψουν όλες τις εισόδους και δημόσιες διόδους, αρνούμενοι να κατασκευάσουν δρόμο γύρω από τα τεμάχια τους ώστε να αναγκάζουν το κοινό να διαπερνά διαμέσου του τεμαχίου 20 και να καταλήγουν στην παράνομη πύλη στο τεμάχιο 30 έναντι του ποσού των €15 το άτομο. Πέραν της παράνομης επέμβασης των αιτητών στο τεμάχιο 20, αυτοί κατασκεύασαν επίσης παράνομα κάγκελο 41 μέτρων μήκος και 100 μέτρα πλάτος. Γενικότερα με την ένορκη του δήλωση, ο καθ’ ου η αίτηση 1, υποστηρίζει ότι οι αιτητές διαθέτουν εναλλακτικό τρόπο πρόσβασης προς το πάρκο, χωρίς να είναι αναγκαία η δίοδος μέσω του παράνομου δρόμου τον οποίο οι ίδιοι δημιούργησαν και χωρίς να προβλέπεται στη συμφωνία με τον Κηδεμόνα τέτοια δίοδος, ως υποστηρίζουν οι αιτητές. Ουδέποτε εκβίασε τους αιτητές, ενώ οι τελευταίοι του προκάλεσαν ζημιές στο τεμάχιο του, ξεριζώνοντας δέντρα και κατέστρεψαν το αρδευτικό σύστημα. Υποστηρίζει επίσης ότι οποιαδήποτε προσπάθεια απαλλοτρίωσης έγινε στο παρελθόν εις βάρος του τεμαχίου 20, αυτή απορρίφθηκε ή ατόνησε ως πληροφορήθηκε από τον Κοινοτάρχη Κοίλης. Μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, οι αιτητές έφεραν μπουλντόζες και άρχισαν να διανοίγουν δρόμο από άλλο σημείο και/ή από το τεμάχιο το οποίο μέρος του ανήκει στους αιτητές, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 4.
Κατά τα λοιπά, στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής 1 προβαίνει σε επανάληψη των θέσεων του και επιχειρηματολογεί υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος, κυρίως λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων.
Ο αιτητής 2 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνει σε επανάληψη των αρχικών του ισχυρισμών αλλά και σε αχρείαστο σχολιασμό κάθε θέσης που προβάλλει ο καθ’ ου η αίτηση 1. Ουσιαστικά, αναφέρει ότι τον κάθετο δρόμο πάνω στον οριζόντιο δημόσιο δρόμο στο τεμάχιο 20 τον κατασκεύασε ο ίδιος με δικά του έξοδα όταν η σύζυγος του ενοικίαζε το τεμάχιο 20, χωρίς ποτέ να υποστηρίξει ότι ο δρόμος είναι εγγεγραμμένος, παρά μόνο ότι αυτός είναι δημόσιος και το κοινό δικαιούται να τον χρησιμοποιεί. Κατέθεσε ως τεκμήριο 11 αεροφωτογραφία στην οποία φαίνεται δρόμος που διέρχεται μέσα από πολλά ακίνητα συμπεριλαμβανομένου και του τεμαχίου 20 από αριστερά και υπάρχει και ο κάθετος δρόμος τον οποίο διένοιξε πριν 29 χρόνια και χρησιμοποιείται έκτοτε από το κοινό. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 12, επιστολή του Επάρχου Πάφου ημερομηνίας 9.3.17 την οποία έλαβε ο καθ’ ου η αίτηση 1, με την οποία πληροφορήθηκε ότι λόγω απαλλοτρίωσης 2388 τ.μ. από το τεμάχιο 20 για την εγγραφή δρόμου η έκταση αφαιρείτο από την μίσθωση του. Αρνείται ότι το τεμάχιο 20 είναι περίκλειστο και ισχυρίζεται ότι αυτό εξυπηρετείται από χωματόδρομους που δίνουν πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν υπάρχει άλλη ευχερής πρόσβαση προς την επιχείρηση της αιτήτριας 1, παρά μόνο ένας κατακόρυφος ελικοειδής δρόμος για ζώα ο οποίος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Ο καθ’ ου η αίτηση 1, με την απαντητική του ένορκη δήλωση στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή 2 επίσης προβαίνει σε αχρείαστο σχολιασμό της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει ο αιτητής 2 και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα παρέθεσε με την αρχική του ένορκη δήλωση.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες έκαστη πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της, στις οποίες θα γίνει αναφορά όπου κριθεί αναγκαίο. Επαναλαμβάνω ότι πιο πάνω κατέγραψα κατά πολύ συνοπτικό τρόπο την σωρεία θέσεων που προέβαλε η κάθε πλευρά μέσω των ενόρκων δηλώσεων, ενώ για σκοπούς εξέτασης της αίτησης έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, έχοντας κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Το αίτημα των αιτητών στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14(Ι)/60.
Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όπως έχει λεχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32:
«Να υπενθυμίσουμε μόνον ότι για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Η δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε και πάλι από το Εφετείο στην ως άνω υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση (βλ. LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω):
«Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017 και την πρόσφατη απόφαση μας Boris Mints κ.α. v. Pavel Shishkin, Πολ. Έφεση Ε69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, ημερ. 10/1/2024).»
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται, όχι κατά εξαντλητικό τρόπο, υπό το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ισοζυγίζοντας πάντοτε τον επηρεασμό των δικαιωμάτων κάθε διαδίκου αναλόγως της φύσεως της αιτούμενης θεραπείας που επιδιώκεται στα πλαίσια της κύριας διαδικασίας.
Σύμφωνα με την ίδια ως άνω υπόθεση, LAXIFLORA HOLDINGS LTD ανωτέρω:
«Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελ. 214 γίνεται αναφορά στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1 (Α) ΑΑΔ 126 όπου αποφασίστηκε ότι το άρθρο 32 παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί ελαστική και ελεύθερη από τυπικούς κανόνες και ότι οι αρχές στις οποίες υπόκειται αποσκοπούν στη διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η εξουσία του άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων (έξω από τα όρια του άρθρου 4 του Κεφ. 6) αποσκοπεί στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Γίνεται επίσης αναφορά στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1759, όπου εξηγήθηκε ότι η συγκεκριμένη εξουσία «δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή». Επίσης τονίστηκε ότι διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του Ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες».
Επομένως παρά το ότι η εξουσία έκδοσης διατάγματος παγοποίησης θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να μην εκδίδεται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα,…»
Έχει επίσης λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Ltd (2), (2008) ΑΑΔ 626, ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω αδυναμίας του εναγόμενου να ικανοποιήσει την απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ του, θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή και θετική μαρτυρία και όχι να στηρίζεται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
Εάν οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, το Δικαστήριο, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα.
Να σημειωθεί ότι οι ως άνω αρχές, αλλά και γενικότερα οι αρχές τις οποίες καθιέρωσε η Νομολογία σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφαρμόζονται και στην περίπτωση όπου αξιώνεται η έκδοση διαταγμάτων πριν την καταχώρηση της απαίτησης, σύμφωνα με το Μέρος 25, Κανονισμό 25.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ως η προκειμένη περίπτωση.
Το επιπρόσθετο βάρος με το οποίο επιφορτίζεται ο αιτητής είναι να καταδείξει τέτοιες επείγουσες περιστάσεις που θα ήταν αδύνατο η αίτηση να καταχωρηθεί με την καταχώρηση του εντύπου απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνω ότι σύμφωνα με τους αιτητές στις 10.9.25, οι καθ’ ων η αίτηση τοποθέτησαν βράχους παρεμποδίζοντας την διέλευση προς το πάρκο μέσω του τεμαχίου 20, ενώ βρίσκονταν εντός αυτού επισκέπτες οι οποίοι θα έπρεπε να αποχωρήσουν άμεσα και μόνο με την παρέμβαση της Αστυνομίας αποκαταστάθηκε η διέλευση του κοινού. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα αυτά από την μία και από την άλλη την αναγκαιότητα για λεπτομερή δικογράφηση των ισχυρισμών των αιτητών, ως αναμενόταν να γίνει με την καταχώρηση του εντύπου απαίτησης, αλλά και τα αναγκαία έγγραφα τα οποία όπως φαίνεται αργότερα εξασφάλισαν οι αιτητές από τις Αρμόδιες Αρχές, ως αυτά κατατέθηκαν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή 2, κρίνω ότι οι αιτητές απέδειξαν την ύπαρξη τέτοιων ιδιαίτερων και εξαιρετικών περιστάσεων όπου το ζήτημα κατέστη κατεπείγον για να υποβάλουν το αίτημα τους στις 12.9.25 και πριν την καταχώρηση της απαίτησης τους. Συνεπώς τα όσα οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν με την ένσταση τους και την γραπτή αγόρευση τους, σε σχέση με την απουσία του επείγοντος στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν γίνονται αποδεκτά.
Μεγάλο μέρος της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση επικεντρώνεται στο ότι οι αιτητές δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, σχετιζόμενα με το ότι στο τεμάχιο 20 δεν υφίσταται εγγεγραμμένος δρόμος προς τα Λουτρά του Άδωνη, ότι παρέχεται άλλη πρόσβαση στο εν λόγω πάρκο που διατηρούν ως επιχείρηση οι αιτητές, ότι η απαλλοτρίωση δεν υλοποιήθηκε, ότι το τεμάχιο 20 είναι περίκλειστο και ότι ο αιτητής 1 είναι ο μισθωτής του τεμαχίου 20 και ο μόνος που δικαιούται να το κατέχει και χρησιμοποιεί εις ολόκληρο χωρίς περιορισμούς ως προς την δίοδο προς την περιουσία των αιτητών.
Θα εξετάσω συνεπώς κατά πόσο οι αιτητές προέβηκαν σε ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων τα οποία θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος, ζήτημα το οποίο εγείρει η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση.
Αναφορικά με το ζήτημα της αποκάλυψης, σχετική είναι, μεταξύ πολλών άλλων, η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2010) 1(B) Α.Α.Δ.1377 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Τέθηκε επίσης ζήτημα για ακύρωση του διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους, ασκούσα επιχειρήσεις από την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία L' Exlusif Numero Douze v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ.1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.»
Εξετάζοντας συνολικά τη μαρτυρία την οποία έθεσαν αρχικά οι αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την μονομερή έκδοση του διατάγματος, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι ο αιτητής 2, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει και αποκαλύπτει ότι το τεμάχιο 20 ενοικιάζεται από τον αδελφότεκνο του καθ’ ου η αίτηση 1. Αν και οι καθ’ ων η αίτηση επιμένουν ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι το τεμάχιο ενοικιάζεται ολόκληρο χωρίς αφαίρεση δρόμου ο οποίος χρησιμοποιείται από το κοινό, ως υποστηρίζουν οι αιτητές, η πεποίθηση αυτή των αιτητών, για την οποία δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία αρχικά, φαίνεται να βασίζεται στο τεκμήριο 12 το οποίο κατέθεσαν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή 2, όπου στην επιστολή ημερομηνίας 9.3.17 ο Έπαρχος Πάφου ενημερώνει τον καθ’ ου η αίτηση 1 ότι το εν λόγω μέρος το οποίο φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο συνημμένο σχέδιο θα αφαιρεθεί από την μίσθωση λόγω απαλλοτρίωσης. Πέραν των πιο πάνω, ο αιτητής 2, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω δρόμος είναι εγγεγραμμένος. Παρουσίασε όμως στο Δικαστήριο ως γεγονός ότι ο δρόμος αυτός χρησιμοποιείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια από το κοινό και δεν αποτελεί μέρος της σύμβασης μίσθωσης του τεμαχίου 20, όπως επαναλαμβάνω φαίνεται για το στάδιο αυτό, να αναφέρεται και στην ως άνω επιστολή του Επάρχου Πάφου. Το κατά πόσο το τεμάχιο 20 είναι περίκλειστο, ως ισχυρίζονται οι καθ’ ων η αίτηση, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει γεγονός που όφειλε ο αιτητής 2 να αποκαλύψει, εφόσον υπάρχει διαφωνία προς τούτο, αλλά και λόγω της ύπαρξης του ως άνω τεκμηρίου 12 στο οποίο έγινε αναφορά.
Οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν επίσης ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι δεν υλοποιήθηκε η απαλλοτρίωση. Το γεγονός όμως αυτό δεν κρίνεται ουσιαστικό υπό τις περιστάσεις εφόσον κατά την έκδοση του διατάγματος, το ουσιαστικό γεγονός ότι το τεμάχιο 20 κατέχεται από τον καθ’ ου η αίτηση 1 με εξαίρεση το μέρος του δρόμου προς το πάρκο, αποκαλύφθηκε χωρίς να αποτελεί ουσιαστικό γεγονός για σκοπούς εξέτασης της αίτησης το κατά πόσο η απαλλοτρίωση υλοποιήθηκε ή όχι και για ποιο λόγο αυτή δεν εφαρμόστηκε. Ούτε τέτοιο ζήτημα θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος, εφόσον το μόνο ουσιαστικό γεγονός που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την κρίση του Δικαστηρίου, θα ήταν η επίσημη ανάκληση της απαλλοτρίωσης από την αρμόδια αρχή αλλά και η απόσυρση της επιστολής τεκμήριο 12 από τον Έπαρχο Πάφο, ενώ τέτοια έγγραφα και στοιχεία δεν παρουσιάστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση κατά τρόπο που να εκθεμελιώνεται το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα.
Οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν επίσης ότι οι αιτητές απέκρυψαν, ότι τα Λουτρά του Άδωνη είναι δημόσιοι καταρράκτες και παραπλάνησαν το Δικαστήριο ότι δήθεν από την επιχείρηση αυτή λαμβάνουν εισοδήματα πολλές οικογένειες, εφόσον τα παιδιά του αιτητή 2 ασχολούνται με άλλες επιχειρήσεις. Ο αιτητής 2 με την ένορκη του δήλωση κατέθεσε διαφημιστικά της επιχείρησης που λειτουργεί στα εν λόγω λουτρά, τα οποία ισχυρίστηκε ότι βρίσκονται σε περιουσία ιδιοκτησίας του. Το κατά πόσο η επιχείρηση αυτή ασκείται ως ιδιωτική ενώ συνδέεται με δημόσιο πλούτο, αποτελεί ζήτημα το οποίο αφορά τις αρμόδιες αρχές, χωρίς να αναμενόταν από τους αιτητές να αποκαλύψουν οτιδήποτε περαιτέρω στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπως και κατ’ επέκταση οι επιχειρήσεις με τις οποίες ασχολούνται τα παιδιά του αιτητή 2, δεν αποτελούν ουσιαστικά γεγονότα για τα οποία οι αιτητές όφειλαν να παραθέσουν κάποιο άλλο στοιχείο στο Δικαστήριο.
Τέλος, οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι παρέχεται άλλη πρόσβαση προς την επιχείρηση τους. Κρίνω όμως ότι για το ενδεχόμενο αυτό πρόσβασης στην επιχείρηση των αιτητών μέσω άλλου δρόμου, δεν παρουσιάστηκε τέτοια ξεκάθαρη εναλλακτική επιλογή από μέρους των καθ’ ων η αίτηση κατά τρόπο που θα υποχρέωνε τους αιτητές να προβούν σε αποκάλυψη τέτοιου γεγονότος.
Κρίνω συνεπώς ότι οι αιτητές συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση τους για πλήρη αποκάλυψη του ουσιαστικών γεγονότων ενώ τα όσα παρουσίασαν οι καθ’ ων η αίτηση δεν θα μπορούσαν να μεταβάλουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, εφόσον πλείστα εκ των όσων παρουσίασαν αποτελούν κυρίως την διαφωνία τους με τα όσα παρουσίασαν οι αιτητές και όχι αυταπόδειχτα γεγονότα που θα εκθεμελίωναν την εικόνα την οποία παρουσίασαν αρχικά οι αιτητές.
Με την γραπτή τους αγόρευση, οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι μετά την καταχώρηση της απαίτησης από μέρους των αιτητών, διαπιστώθηκε ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα συνιστά μία εκ των τελικών αιτούμενων θεραπειών. Τέτοιος όμως λόγος ένστασης δεν προβάλλεται ούτε ζητήθηκε η προσθήκη τέτοιου λόγου ένστασης από πλευράς καθ’ ων η αίτηση με αποτέλεσμα το Δικαστήριο και στην απουσία της απαίτησης η οποία δεν έχει τεθεί ενώπιον του, να μην μπορεί να εξετάσει τέτοιο λόγο για ακύρωση του διατάγματος.
Εις ότι αφορά την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή 2, αυτή καταχωρήθηκε μετά από τις αρχικές οδηγίες τις οποίες έδωσε το Δικαστήριο, όπως επίσης έπραξε και ο καθ’ ου η αίτηση 1. Έχει ήδη αναφερθεί ότι αμφότερες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις περιέχουν αχρείαστα μακρές τοποθετήσεις και επιχειρηματολογία επί της μαρτυρίας έκαστης πλευράς. Επί της ουσίας τους όμως αμφότερες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις απαντούν σε ζητήματα τα οποία εγείρουν οι ομνύοντες κατά τρόπο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι οι αιτητές προσπάθησαν να καλύψουν τα ψεύδη τους, εφόσον δεν διαπιστώνεται διαφοροποίηση των αρχικών θέσεων των αιτητών ούτε διαστρέβλωση των γεγονότων τα οποία παρουσίασαν αρχικά. Αντιθέτως, ο αιτητής 2 με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση παρουσίασε τεκμήρια τα οποία έκρινε αναγκαία για να υποστηρίξει τις αρχικές του θέσεις όταν αυτό κατέστη αναγκαίο μετά την μαρτυρία την οποία παρουσίασαν οι καθ’ ων η αίτηση.
Αποτελεί επίσης λόγο ένστασης ότι ο Υπουργός Εσωτερικών δεν είναι διάδικος στην διαδικασία ούτε του επιδόθηκε η παρούσα αίτηση και το προσωρινό διάταγμα. Η διαφορά όμως των αιτητών υφίσταται μεταξύ τους και των καθ’ ων η αίτηση, επί ενός ισχυριζόμενου δρόμου με δικαίωμα χρήσης από το κοινό εντός του τεμαχίου 20 το οποίο ο Υπουργός Εσωτερικών ενοικιάζει στον καθ’ ου η αίτηση 1, χωρίς ο Υπουργός να παρεμποδίζει την διέλευση από τον δρόμο αυτό. Όπως άλλωστε, αναφέρει ο καθ’ ου η αίτηση 1, στο παρελθόν έλαβε τηλεφώνημα από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ζητώντας του να μην εμποδίζει τους αιτητές να χρησιμοποιούν τον δρόμο. Συνεπώς για το στάδιο αυτό τουλάχιστον δεν διαπιστώνεται κάποια ανάγκη εμπλοκής του Υπουργού Εσωτερικών στην διαδικασία.
Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60 για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, σύμφωνα με τις αρχές οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω.
Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι οι αιτητές στηρίζουν το αγώγιμο τους δικαίωμα στην ισχυριζόμενη παράνομη ενέργεια των καθ’ ων η αίτηση να αποκόψουν την δίοδο η οποία διαπερνά το τεμάχιο 20 και οδηγεί προς την επιχείρηση την οποία ασκούν οι αιτητές στα τεμάχια 397, 398, 30 και 28 στο χωριό Κοίλη της Επαρχίας Πάφου. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η δίοδος αυτή, χρησιμοποιείται από το κοινό, χωρίς να αποτελεί εγγεγραμμένο δρόμο και με έξοδα δικά τους συντηρείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αν και οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι αιτητές κανένα αγώγιμο δικαίωμα έχουν έναντι του καθ’ ου η αίτηση 2 ο οποίος δεν έχει σχέση με την κατοχή και εκμίσθωση του τεμαχίου 20, διαπιστώνω ότι οι αιτητές αποδίδουν και στον καθ’ ου η αίτηση 2 ενέργειες με τις οποίες αποκόπηκε η προσπέλαση μέσω της διόδου προς την δική τους περιουσία. Συνεπώς, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι στο σύνολο τους τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ύπαρξη μίας αναγνωρισμένης και συζητήσιμης βάση αγωγής, εφόσον οι αιτητές επικαλούνται το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής και δημόσιας οχληρίας, παραβίαση των δικαιωμάτων τους και την πρόκληση ζημιάς, ικανοποιώντας έτσι την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχω κατά νου ότι στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται η μαρτυρία ούτε το Δικαστήριο καταλήγει σε τελικά ευρήματα γεγονότων.
Από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες πλευρές, διαπιστώνω ότι από την μία οι αιτητές ισχυρίζονται η δίοδος δια μέσω του τεμαχίου 20 το οποίο είναι εκμισθωμένο στον καθ’ ου η αίτηση 1, αποτελεί δημόσια δίοδο η οποία χρησιμοποιείται από το κοινό ως πρόσβαση στην επιχείρηση των αιτητών οι οποίοι διατηρούν πάρκο γνωστό ως «Λουτρά του Άδωνη», χωρίς να παρέχεται άλλη δίοδος προς αυτό. Αποτελεί επίσης θέση τους ότι από την εκμίσθωση του τεμαχίου 20 εξαιρείται το μέρος αυτό της διόδου, σύμφωνα και με την επιστολή του Επάρχου Πάφου τεκμήριο 12, στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή 2. Από την άλλη, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι παράνομα οι αιτητές διάνοιξαν την εν λόγω δίοδο την οποία χρησιμοποιούν για δικό τους όφελος, ενώ από την εκμίσθωση του τεμαχίου 20 δεν έχει αφαιρεθεί οποιοδήποτε μέρος του για να χρησιμοποιείται από το κοινό, εφόσον το εν λόγω τεμάχιο είναι περίκλειστο. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι αιτητές διαθέτουν εναλλακτική δίοδο που οδηγεί προς την περιουσία τους, όπως φαίνεται και στο σχέδιο το οποίο ετοίμασε για λογαριασμό των καθ’ ων η αίτηση ο κος Ιεζεκίηλ και κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 με την ένορκη δήλωση του καθ’ ου η αίτηση 1.
Αμφότερες πλευρές παρέθεσαν σωρεία θέσεων οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους, όπως συνοπτικά έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Η ουσία όμως της διαφοράς των δύο πλευρών εστιάζεται στα πιο πάνω. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτό που απαιτείται είναι η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και, εν πάση περιπτώσει, υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1235). Για σκοπούς όμως της παρούσας διαδικασίας, όπου δεν εξετάζονται εις βάθος οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί αλλά και η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα τον οποίο προφανώς οι καθ’ ων η αίτηση επιθυμούν να παρουσιάσουν κατά την εξέταση της ουσίας της απαίτησης των αιτητών, φαίνεται ότι οι αιτητές αλλά και όσοι επιθυμούν να προσεγγίσουν την επιχείρηση τους, εδώ και πάρα πολλά χρόνια και πριν την εκμίσθωση του τεμαχίου 20 στον καθ’ ου η αίτηση 1, χρησιμοποιούν την δίοδο μέρος του τεμαχίου 20 για να φτάσουν στα Λουτρά του Άδωνη. Άλλωστε, σύμφωνα με το τεκμήριο 12 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή 2 και το συνημμένο σχέδιο στην επιστολή του Επάρχου Πάφου ημερομηνίας 9.3.17, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι για το εν λόγω μέρος του τεμαχίου 20 το οποίο χρησιμοποιείται ως δίοδος, αυτό αφαιρέθηκε από την σύμβαση μίσθωσης του τεμαχίου 20 λόγω πρόθεσης απαλλοτρίωσης, χωρίς να εξετάζεται στο παρόν στάδιο η τύχη της απαλλοτρίωσης.
Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί το Δικαστήριο να παραβλέψει ότι ενώ για τόσα πολλά χρόνια, η δίοδος αυτή χρησιμοποιείται από το κοινό, όπως και τους αιτητές, πελάτες, προμηθευτές και προσωπικό τους, ουδέποτε οι καθ’ ων η αίτηση επιχείρησαν να ανακόψουν την παράνομη, κατά τους ίδιους, χρήση της διόδου. Άλλωστε, λαμβάνω υπόψη μου ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 8 το οποίο παρουσίασε ο αιτητής 2, μέχρι και το 2023 είχε προβεί, μεταξύ άλλων, σε εργασίες για συντήρηση και διαπλάτυνση του δρόμου, χωρίς οι καθ’ ων η αίτηση να εμποδίσουν τους αιτητές στην λήψη των εργασιών αυτών εντός του τεμαχίου 20.
Οι καθ’ ων η αίτηση, δεν αμφισβητούν επίσης τα όσα τους αποδίδονται σε σχέση με το κλείσιμο της διόδου με βράχους στις 10.9.25. Η δε θέση τους ότι οι αιτητές άμεσα προχώρησαν στην διάνοιξη άλλης διόδου, δεν μπορεί να αναιρέσει για την διαδικασία αυτή, το γεγονός ότι στις 10.9.25, εμπόδισαν τους αιτητές και πελάτες τους από την χρήση της εν λόγω διόδου.
Εις ότι αφορά την θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι διατίθεται άλλη δίοδος για να προσεγγίσουν οι αιτητές την επιχείρηση τους, επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο με τα όσα παρέθεσαν οι διάδικοι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα, ούτε και κάτι τέτοιο θα ήταν ορθό, εφόσον δεν προσφέρεται το στάδιο αυτό η κατάληξη σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι αιτητές απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό για το στάδιο αυτό ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην απαίτηση τους εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Εις ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, κρίνω ότι η επικαλούμενη ζημιά την οποία θα υποστούν οι αιτητές χωρίς την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, είναι τέτοια που δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε χρήμα στο τέλος της διαδικασίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. ΑΜΕRICAN UNIVERSITY OF CYPRUS (AUCY) LTD κ.α. v. SCFB LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022, 4/3/2025). Η επικαλούμενη δίοδος προς την επιχείρηση των αιτητών, χρησιμοποιείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια ενώ σύμφωνα με τους αιτητές και δεν αμφισβητείται από τους καθ’ ων η αίτηση, καθημερινά μεταβαίνει σ’ αυτήν μεγάλος αριθμός επισκεπτών αλλά και πρόσωπα τα οποία συνδέονται με την επιχείρηση, χωρίς να έχει καταδειχθεί μετά βεβαιότητας ότι παρέχεται άλλη δίοδος προς την επιχείρηση, που θα επέβαλλε την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος.
Υπό τις ως άνω περιστάσεις, η ζημιά την οποία επικαλούνται οι αιτητές, δεν αποδίδεται μόνο σε οικονομική απώλεια, για την οποία προσθέτω ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν παρέθεσαν στοιχεία και μαρτυρία που να φανερώνει ότι θα ήταν σε θέση να αποζημιώσουν τους αιτητές οι οποίοι ισχυρίζονται ότι οι καθ’ ων η αίτηση είναι καταχρεωμένοι, αλλά κυρίως στην ταλαιπωρία και δυσχέρεια των αιτητών και πελατών τους οι οποίοι φαίνεται να προσεγγίζουν τα Λουτρά του Άδωνη από το μέρος του τεμαχίου 20 το οποίο τουλάχιστον από πλευράς Επάρχου Πάφου έχει αφαιρεθεί από την μίσθωση και έχει αναγνωριστεί η πρόθεση εγγραφής του ως δρόμος. Η εν λόγω επίσημη θέση δε, τείνει να καταδείξει ότι χωρίς την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, οι αιτητές θα στερηθούν ενός δικαιώματος τους το οποίο ασκούσαν για χρόνια χωρίς να εμποδιστούν από τους καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι δεν φαίνεται να έλαβαν μέτρα για να παρεμποδίσουν τους αιτητές να χρησιμοποιούν την εν λόγω δίοδο, παρά του ότι επικαλούνται την παράνομη διάνοιξη και χρήση της διόδου.
Κρίνω συνεπώς, ότι χωρίς την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μέχρι το Δικαστήριο να αποφασίσει τελεσίδικα επί της διαφοράς των δύο πλευρών, εφόσον η αποτίμηση της ζημιάς των αιτητών δεν αφορά μόνο οικονομική ζημιά αλλά και την άσκηση του επικαλούμενου δικαιώματος τους επί της εν λόγω διόδου όπου σε αυτήν την πτυχή επικεντρώνεται η δυσκολία απονομής της δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο.
Στρεφόμενη τώρα στο ισοζύγιο της ευχέρειας, σύμφωνα με την υπόθεση BORIS MINTS κ.α. v. PAVEL SHISHKIN, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. E69/2020, σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020, 10/1/2024:
«Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α. (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152, ABP Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α. (2007) 1 Α.Α.Δ. 162 [Ολ])). Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο τούτο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών. Πρέπει το Δικαστήριο να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους ολιγότερους κινδύνους αδικίας. Επί τούτου σχετική είναι η Ευστρατίου v. Dickran Ouzounian and Company Ltd (2014) 1Α Α.Α.Δ. 212) στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο.»
Εφόσον λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ ή κατά της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου από την μία ότι οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι από την διέλευση των αιτητών και όσων χρησιμοποιούν την εν λόγω δίοδο, προκαλούνται ζημιές στα δέντρα και στο σύστημα άρδευσης του ακινήτου, χωρίς όμως να παρουσιαστούν ικανοποιητικά στοιχεία που θα μπορούσαν να καταδείξουν την πραγματική πρόκληση τέτοιας ζημιάς ή την έκταση της. Όπως επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι για πολλά χρόνια η εν λόγω δίοδος χρησιμοποιείται από τους αιτητές και το κοινό, χωρίς σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στο παρελθόν οι καθ’ ων η αίτηση να έχουν διαμαρτυρηθεί για την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς. Από την άλλη, λαμβάνω υπόψη μου ότι σύμφωνα με την επικρατούσα κατάσταση για πολλά χρόνια, η εν λόγω δίοδος η οποία διαπερνά το τεμάχιο 20, χρησιμοποιείτο από τους αιτητές και όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν τα Λουτρά του Άδωνη, χωρίς η δίοδος αυτή να εξυπηρετεί μόνο τους αιτητές αλλά και το κοινό το οποίο επιθυμεί να επισκεφθεί το συγκεκριμένο μέρος.
Η ενδεχόμενη ζημιά η οποία θα προκληθεί στους καθ’ ων η αίτηση με την οριστικοποίηση του διατάγματος, παρέμεινε γενική και αόριστη, εφόσον επαναλαμβάνω δεν τέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία προς τούτο και ειδικά με ποιο τρόπο η διέλευση από την εν λόγω δίοδο προκαλεί ζημιά στην περιουσία τους. Από την άλλη όμως, κρίνω ότι εφόσον δεν έχει υποδειχθεί εναλλακτικός αλλά και ευχερέστερος τρόπος διέλευσης των αιτητών και του κοινού το οποίο επιθυμεί να επισκεφθεί την επιχείρηση των αιτητών, προς τα τεμάχια των αιτητών, οι οποίοι ασκούν την επιχείρηση τους στο πάρκο Λουτρά του Άδωνη, ο κίνδυνος αποκοπής και πάλι της διόδου αυτής από μέρους των καθ’ ων η αίτηση θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στους αιτητές οι οποίοι όχι μόνο θα υποστούν οικονομική ζημιά από τον επηρεασμό της επιχείρησης τους αλλά επίσης θα στερηθούν του δικαιώματος τους να εισέρχονται στην περιουσία τους από την δίοδο η οποία χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια και υποδείχθηκε από τον Έπαρχο Πάφου ότι θα εγγραφεί ως δρόμος, αφαιρώντας το μέρος αυτό από την μίσθωση του τεμαχίου 20.
Υπό αυτές τις συνθήκες και έχοντας υπόψη την δεδηλωμένη πρόθεση των καθ’ ων η αίτηση να εμποδίσουν την διέλευση των αιτητών και του κοινού από την δίοδο αυτή η οποία διαπερνά το τεμάχιο 20, κρίνω ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης των αιτητών, η οποία έχει καταχωρηθεί και στα πλαίσια της οποίας θα κριθούν επί της ουσίας τους οι διαφορές των δύο πλευρών. Συνεπώς, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς όφελος των αιτητών και ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ορθό και δίκαιο όπως το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 12.9.25 οριστικοποιηθεί μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της απαίτησης την οποία οι αιτητές έχουν καταχωρήσει εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Συνεπώς, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 12.9.25 οριστικοποιείται και καθίσταται απόλυτο και ισχύει μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της απαίτησης την οποία οι αιτητές έχουν καταχωρήσει εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση. Καταλόγοι εξόδων από αμφότερες πλευρές να καταχωρηθούν εντός πέντε ημερών από σήμερα και η αίτηση ορίζεται για υπολογισμό των εξόδων στις 26.1.26, 9 π.μ. με φυσική παρουσία, εκτός εάν οι δύο πλευρές συμφωνήσουν στα έξοδα.
(Υπ.) ...…………………………
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο