Πλαστήρας Χριστοφόρου κ.α. ν. Κυριάκος Πηγασίου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1439/2016, 27/3/2026
print
Τίτλος:
Πλαστήρας Χριστοφόρου κ.α. ν. Κυριάκος Πηγασίου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1439/2016, 27/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                                               

  Αρ. Αγωγής: 1439/2016

Μεταξύ:         

 

1.    Πλαστήρας Χριστοφόρου

2.    Σώζος Χριστοφόρου

3.    Φοίβος Χριστοφόρου

 

και

 

1.    Κυριάκος Πηγασίου Χαραλάμπους

2.    Θουκιδίδη Κωνσταντινίδη

3.    Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ

4.    Bank of Cyprus Public Company Limited

5.    Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ

6.    Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας

7.    Μαρία Πηγασίου Χαραλάμπους

8.    Τρύφωνα Πηγασίου Χαραλάμπους

 

 

Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες: κος Γ. Κωνσταντινίδης

Για Εναγόμενο 1: κα Σ. Φλωράκη για Χλωρακιώτης & Φλωράκη ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη 3: κα Σ. Χατζηνεοφύτου για Γ. Χατζηνεοφύτου & Σια ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη 5: κος Α. Μ. Κλεάνθους

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

            Οι ενάγοντες και ο πατέρας των εναγομένων 1, 7 και 8, Πηγάσιος Χαραλάμπους Χριστοφόρου (στο εξής ο Πηγάσιος), είναι αδέλφια και ιδιοκτήτες του τεμαχίου 89, αριθμός εγγραφής 0/3099 το οποίο βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου (στο εξής το ακίνητο). Κατά ή περί το 1997 ο Πηγάσιος, μεταβίβασε το ¼ μερίδιο του επί του ως άνω ακινήτου στους εναγόμενους 1, 7 και 8 ανά 1/3 μερίδιο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες 1 και 3 ήταν μόνιμοι κάτοικοι Νοτίου Αφρικής και ο ενάγοντας 2, μόνιμος κάτοικος Σουηδίας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, κατά ή περί το έτος 2014, οι ενάγοντες μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με σκοπό μεταβίβασης του ¼ μεριδίου το οποίο έκαστος κατείχε επί του ακινήτου, στα παιδιά τους, όπου πληροφορήθηκαν ότι δεν ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και ότι το μερίδιο τους μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 1 κατά ή περί την 2.9.05, μέσω ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 31.8.05 των εναγόντων και εναγομένων 7 και 8, με τα οποία εξουσιοδοτήθηκε ο εναγόμενος 1 όπως μεταβιβάσει τα 11/12 μερίδια επί του ακινήτου στο όνομά του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η ως άνω μεταβίβαση του μεριδίου τους επί του ακινήτου είναι άκυρη και/ή έγινε δολίως και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή με συνωμοσία και/ή εις βάρος των εναγόντων και/ή χωρίς τη συγκατάθεση τους και/ή χωρίς αντάλλαγμα και/ή με πλαστά έγγραφα και/ή χωρίς να έχουν πρόθεση να δωρίσουν το μερίδιο τους επί του ακινήτου. Διαπίστωσαν επίσης στη συνέχεια, ότι το ακίνητο επιβαρύνεται με εμπράγματα βάρη και/ή υποθήκες, η δημιουργία των οποίων είναι παράνομη και/ή άκυρη και έγιναν κατά το χρόνο όπου ο εναγόμενος 1 δεν ήταν ο νόμιμος και/ή πραγματικός και/ή δικαιούχους του ακινήτου. Υπέρ της εναγόμενης 3, παραχωρήθηκε η υποθήκη 6/Υ/5826/2006  και 6/Υ/5811/2007, καθώς επίσης εγγράφηκαν διάφορα εμπράγματα βάρη προς όφελος της. Υπέρ της εναγόμενης 5 έχει εγγραφεί εμπράγματο βάρος με αριθμό 6/ΕΒ/1007/2008.

 

            Ενόψει των ως άνω, οι ενάγοντες ζητούν την ακύρωση της μεταβίβασης των ¾ μεριδίων προς τον εναγόμενο 1, δήλωση ότι οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες των ως άνω μεριδίων, διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται όλες οι επιβαρύνσεις των ¾  μεριδίων τους, διαζευκτικά την καταβολή της χρηματικής αξίας των μεριδίων τους η οποία ανέρχεται σε €600.000 πλέον αποζημιώσεις.  

 

            Η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των εναγομένων 2, 4, 6, 7 και 8 στις 8.7.22, όπως επίσης αποσύρθηκε η διαδικασία μεταξύ εναγόμενου 1 και τριτοδιαδίκου ενώ για τον εναγόμενο 1, στις 8.7.22 κατατέθηκε κείμενο με δηλώσεις τις οποίες αυτός αποδέχθηκε για έκδοση απόφασης εναντίον του, με την οποία αναγνωρίζει και αποδέχεται την ακυρότητα της μεταβίβασης και εγγραφής επ’ ονόματι του των ¾ μεριδίων των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, αποδέχεται ότι οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες κατά ¼ μερίδιο έκαστος του ακινήτου, αποδέχεται να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για την μεταβίβαση των ¾ μεριδίων επί του ακινήτου και αναγνωρίζει την ακυρότητα οποιασδήποτε υποθήκης και εμπράγματου βάρους που τέθηκε προς όφελος των εναγομένων 3, 4 και 5 από τον ίδιο επί των ¾ μεριδίων. Λόγω του ότι όμως η έκδοση της ως άνω απόφασης επηρέαζε την υπεράσπιση των εναγομένων 3 και 5, δεν εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 και δηλώθηκε από μέρους του ότι δεν θα προωθήσει την υπεράσπιση του και οι ενάγοντες δεν προωθούν τις αξιώσεις τους υπό στοιχείο Θ, Ι, Ια, Ιβ και Ιγ της έκθεσης απαίτησης. Έτσι η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση για τους εναγόμενους 3 και 5.

 

            Η εναγόμενη 3 με την υπεράσπιση της παραδέχεται ότι μετά την παραχώρηση του δανείου προς τον εναγόμενο 1, αυτός παραχώρησε τις υποθήκες Υ5826/2006 ημερομηνίας 1.12.06 και Υ5811/07 ημερομηνίας 5.10.07 προς εξασφάλιση των δανείων τα οποία παραχώρησε η εναγόμενη 3 στον εναγόμενο 1 και/ή σε τρίτα πρόσωπα. Τα δάνεια για τα οποία δοθήκαν ως εξασφαλίσεις οι ως άνω υποθήκες, εξακολουθούν να είναι οφειλόμενα. Αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι έλαβαν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους κατά την εγγραφή των υποθηκών και εμπραγμάτων βαρών επί του επίδικου ακινήτου και δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων, τους οποίους απορρίπτουν και προσθέτουν ότι ενήργησαν ως καλόπιστοι τρίτοι και τα δικαιώματα τους από τα ρηθέντα έγγραφα δεν θα πρέπει να επηρεαστούν. Ισχυρίζεται επίσης ότι ακόμα και να πετύχει η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1, το επίδικο ακίνητο θα πρέπει να συνεχίσει να επιβαρύνεται με τις υποθήκες και τα εμπράγματα βάρη.

 

            Η εναγόμενη 5 με την δική της υπεράσπιση ισχυρίζεται προδικαστικά ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την αγωγή εναντίον της. Άνευ βλάβης των ως άνω προδικαστικών ενστάσεων, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και παραδέχεται μόνο ότι προχώρησε στην εγγραφή δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 10.6.08, στην ακίνητη περιουσία του εναγόμενου 1 με αριθμό ΕΒ 1007/2008 το οποίο βρίσκεται σε ισχύ μέχρι την 1.6.26.

 

            Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκε κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, ο οποίος σημειώθηκε ως Παράρτημα Α, σε σχέση με τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ως ακολούθως:

 

-       Κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως έχει  τροποποιηθεί, και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20/12/2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην

Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 βάσει των Άρθρων 198 - 200 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21/12/2018,

μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονταν στις Οριστικές

Καθυστερήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής

«η Εθνική Τράπεζα»), καθώς και οι οιασδήποτε μορφής εξασφαλίσεις αυτών,

περιλαμβανομένων της επίδικης πίστωσης έχουν μεταβιβαστεί στην CAC

CORAL LTD. Προς τούτο, απεστάλησαν στον Εναγόμενο σχετικές

ειδοποιήσεις, επιστολές και δημοσιεύσεις περί της πρόθεσης μεταβίβασης και

περί της μεταβίβασης υπό της Εθνικής Τράπεζας στους Ενάγοντες, δυνάμει

του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή θέματα

Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί. Σχετική ειδοποίηση

έχει ήδη καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου το 2022, αντίγραφο της

οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο 62.

 

-        Την 10.06.2008 στα πλαίσια της αγωγής 8220/2001 μεταξύ της Εθνικής

Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ και Κυριάκου Χαραλάμπους εναγόμενου 1

στην παρούσα υπόθεση, του Ε.Δ. Λευκωσίας εκδόθηκε εκ συμφώνου

απόφαση όπως ο εναγόμενος πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των

€75.740,00 πλέον τόκο 9% από 14.09.2000 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €5.175

έξοδα με τόκο 8% το χρόνο από 06.08.2001 μέχρι εξοφλήσεως πλέον 15%

Φ.Π.Α. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης κατατέθηκε ως τεκμήριο 63.

 

Για την πιο πάνω απόφαση θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της μέχρι 10.06.2009. Εάν μέχρι 10.06.2009 ο εναγόμενος καταβάλει €59.800,00 με 8% νόμιμο τόκο από σήμερα, ολόκληρη η απόφαση θα θεωρείται εξοφληθείσα. Επίσης θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης για περίοδο 45 ημερών από σήμερα σε σχέση με τα έξοδα.

Η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα καταχώρησης MEMO κατά την περίοδο της

αναστολής.

 

Ο εναγόμενος Κυριάκος Χαραλάμπους δεν κατέβαλε κανένα ποσό ή μέρος αυτού έναντι του εξ αποφάσεως χρέος του.

 

-       Μετά την έκδοση απόφασης η εναγόμενη 5 προχώρησε στην εγγραφή της

δικαστικής απόφασης ημερ. 10.06.2008 σύμφωνα με το άρθρο 54 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου MEMO ΕΒ 1007/2008. Το εν λόγω MEMO

ανανεώθηκε δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 02.06.2014 για

περίοδο 2 ετών και ακολούθως ανανεώθηκε στις 16.05.2016 για περίοδο 10

ετών δηλαδή ημερομηνία λήξης μέχρι 01.06.2026. Αντίγραφο της απόδειξης

δικαστικής απόφασης (MEMO) και των εκδοθέντων διαταγμάτων ανανέωσης

του, τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη τεκμήριο 64.

 

Η Εναγόμενη 5 από την καταχώρηση της αγωγής 8220/2001 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής είχε πλήρη άγνοια σε σχέση με την

διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στον όνομα του εναγομένου 1

και σε καμία περίπτωση υπέπεσε στην αντίληψη της η οποιαδήποτε διαδικασία που προηγήθηκε της μεταβίβασης του ακινήτου μέχρι και την έκδοση του τίτλο.

 

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες παρουσίασαν ως μάρτυρα τον Λοχία 837 Γ. Χρυσάνθου, ως ειδικό δικανικής εξέτασης γραφής και υπογραφής, ΜΕ1 και τον ενάγοντα 1, ΜΕ2. Από πλευράς εναγόμενης 3, παρουσιάστηκε η κα Γ. Κούσουλου, υπάλληλος της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ και ο κος Α. Κυριάκου, προϊστάμενος χορηγήσεων του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εναγόμενη 5 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία.

 

Θα προχωρήσω σε σύντομη καταγραφή της ουσιαστικής εκδοχής κάθε μάρτυρα, ενώ κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα μέρη της μαρτυρίας τους, τα οποία κρίθηκαν ουσιώδη και καθοριστικά για την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων.

 

Ο ΜΕ1, είναι τοποθετημένος στο Αρχηγείο Αστυνομίας στον Κλάδο Εγκληματολογικών Ερευνών. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 βιογραφικό σημείωμα στο οποίο καταγράφονται τα προσόντα του. Ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 2 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της και τα συμπεράσματα του τα οποία καταγράφονται σ’ αυτήν. Για την εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών, εξέτασε τα τεκμήρια 3 – 12 και συγκεκριμένα εξέτασε τις αμφισβητούμενες υπογραφές στα ειδικά πληρεξούσια, τεκμήρια 3 και 4, συγκρίνοντας αυτές με τα δείγματα υπογραφών που έλαβε από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 1, καταλήγοντας στα συμπεράσματα τα οποία καταγράφονται στην έκθεση του, τεκμήριο 2. Για σκοπούς της εργασίας του ετοίμασε επίσης τους συγκριτικούς πίνακες τεκμήρια 13 – 15.

 

Ο ενάγοντας, ΜΕ2, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συναισθηματική αξία που έχει το επίδικο ακίνητο για τον ίδιο αλλά και τα αδέλφια του, εφόσον αυτό αποτελούσε κληρονομιά από τον πατέρα τους και αυτός ήταν ο λόγος που ουδέποτε επιθυμούσαν να το πουλήσουν ή να το αποξενώσουν. Έτσι, όταν το 2014 και τα τρία αδέλφια βρίσκονταν στην Κύπρο, αποφάσισαν να μεταβιβάσουν το μερίδιο τους στα παιδιά τους, για να παραμείνει το ακίνητο στην οικογένεια. Ο αδερφός τους Πηγάσιος, παλαιότερα μεταβίβασε στα παιδιά του, εναγόμενους 1, 7 και 8 από 1/3 μερίδιο του ¼ μεριδίου του, σύμφωνα με το ιστορικό μεταβολών της ιδιοκτησίας το οποίο έλαβε από το Κτηματολόγιο και κατέθεσε ως τεκμήριο 20. Κατά την προσπάθεια των εναγόντων να μεταβιβάσουν το μερίδιο τους στα παιδιά τους, διαπίστωσαν ότι δεν ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, αλλά ο εναγόμενος 1. Άμεσα μετέβησαν στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου όπου έδωσαν κατάθεση και η υπόθεση διερευνήθηκε. Όπως προέκυψε από την έρευνα της Αστυνομίας, με δύο ειδικά πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 31.8.05, το ένα των εναγόντων 1 – 3 και το άλλο των εναγομένων 7 και 8, τεκμήρια 3 και 4, ο εναγόμενος 1 εξουσιοδοτείτο όπως μεταβιβάσει συνολικά τα 11/12 μερίδια του επίδικου ακινήτου, επ’ ονόματι του, πράγμα που έπραξε στις 2.9.05 με δήλωση μεταβίβασης ακινήτου την οποία κατέθεσε στο Κτηματολόγιο, τεκμήριο 23. Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση από την Αστυνομία και την έκθεση του ΜΕ1, ενημερώθηκε ότι η υπογραφή του στο πληρεξούσιο έγγραφο δεν ήταν δική του και ήταν πλαστογραφημένη και καμία υπογραφή των εναγόντων έχει συνδεθεί με τις υπογραφές του πληρεξουσίου εγγράφου. Υποστήριξε επίσης ότι, κατά τον φερόμενο χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου, ο ίδιος και τα αδέρφια του βρίσκονταν στο εξωτερικό όπου είναι μόνιμοι κάτοικοι, ενώ ο ίδιος του επέστρεψε για μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο το 2007. Προς τούτο παρουσιάστηκαν στην Αστυνομία τα διαβατήρια των εναγόντων, από τα οποία ήταν ξεκάθαρο ότι κατά την υπογραφή των πληρεξουσίων κανένας τους δεν βρισκόταν στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 1, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης στις 2.9.05, υπέγραψε στο Κτηματολόγιο ψευδή υπεύθυνη δήλωση, ότι είχε εξουσία αντιπροσώπευσης των εναγόντων και ότι η σκοπούμενη δικαιοπραξία ήταν εις γνώση τους, τεκμήριο 26. Ακολούθως, ο μάρτυρας διαπίστωσε την ύπαρξη των υποθηκών και εμπραγμάτων βαρών και ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στην ποινική υπόθεση 6594/18, τεκμήριο 27. Οι κατηγορίες εναντίον του εναγόμενου 2 αναστάληκαν, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζ,ε και η διαδικασία εναντίον του εναγόμενου 1 δεν συνεχίστηκε λόγω του ότι οι ενάγοντες μετά από παράκληση του αδερφού τους, Πηγασίου, δήλωσαν ότι δεν ήθελαν να μαρτυρήσουν εναντίον του ανιψιού τους, εναγόμενου 1. Η εναγόμενη 3 προχώρησε σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης, ενώ στις 13.10.16 εκδόθηκε μονομερές διάταγμα με το οποίο αναστάληκε η διαδικασία μέχρι εκδίκασης της αγωγής, το οποίο έγινε απόλυτο την 1.11.16, τεκμήρια 30 – 32. Η εναγόμενη 3, παρά την ύπαρξη του διατάγματος πραγματοποίησε την διαδικασία ανάκτησης του ακινήτου, χωρίς να μπορέσει να προχωρήσει στην εγγραφή του ακινήτου, λόγω της καταχώρησης του διατάγματος στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η συνολική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε €600.000 με την αξία των ¾ μεριδίων τα οποία ανήκουν στους ενάγοντες, να ανέρχεται σε €450.000.

 

Η ΜΥ1, είναι υπάλληλος στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής ΚΕΔΙΠΕΣ) και για αρκετά χρόνια ήταν λειτουργός της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής ΣΕΔΙΠΕΣ) και προηγουμένως ήταν υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού. Από τις 3.9.18 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, η οποία είναι 100% θυγατρική εταιρεία της εναγόμενης 3. Ασκεί καθήκοντα υπεύθυνης πελατών και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, από μελέτη του φακέλου τον οποίο έχει στην κατοχή της. Σύμφωνα με το αρχείο το οποίο διατηρεί η εναγόμενη 3, κατά τις 10.11.06, ο Κώστας Λοϊζίδης υπέβαλε αίτηση στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ για παραχώρηση δανείου για το ποσό των ΛΚ. 150.000 και πρότεινε ως εγγυητές τον εναγόμενο 1 και τον Σάββα Τζιωνή και ως εμπράγματη εξασφάλιση να υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1. Η αίτηση δανείου εγκρίθηκε στις 13.11.06 αφού εξασφαλίστηκε εκτίμηση από ανεξάρτητο εκτιμητή για την αγοραία αξία του ακινήτου. Ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας δανείου και της υποθήκης Υ5826/06 επί του επίδικου ακινήτου. Κατέθεσε αντίγραφα της αίτησης, του πιστοποιητικού ιδιοκτησίας του ακινήτου, της εκτίμησης, της συμφωνίας δανείου και του εγγράφου υποθήκης, ως τεκμήρια 35 – 40. Η μάρτυρας περιγράφει στη συνέχεια το τραπεζικό βιβλίο το οποίο φυλάγεται σε ηλεκτρονική μορφή και βρίσκεται φυλαγμένο στην εναγόμενη 3 και για το οποίο ετοίμασε και κατέθεσε ως τεκμήριο 41, σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, με συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού. Αποτελεί επίσης θέση της ότι λόγω καθυστερήσεων στην πληρωμή του δανείου, η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία και εκδόθηκε απόφαση στις 24.11.11 για το ποσό των €359.312,38 πλέον τόκο και έξοδα. Η εν λόγω απόφαση εγγράφηκε στο Δικαστήριο και ανανεώθηκε στις 3.4.24 με διάταγμα του Δικαστηρίου. Για τα πιο πάνω κατέθεσε τα τεκμήρια 42 και 43. Κατατέθηκε επίσης αίτηση για εκποίηση του επίδικου ακινήτου με αριθμό ΑΝΠ 370/13, τεκμήριο 44 και κατατέθηκε εμπράγματο βάρος το οποίο δεν ανανεώθηκε.

 

Σύμφωνα με την μάρτυρα, στις 16.7.07, ο εναγόμενος 1 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση δανείου για το ποσό των ΛΚ. 130.000 και πρότεινε ως εγγυητές δύο πρόσωπα και ως εμπράγματη ασφάλεια την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Η αίτηση εγκρίθηκε και υπογράφηκε η συμφωνία δανείου στις 5.10.07 και συστάθηκε η Β Υποθήκη Υ5811/07 επί του επίδικου ακινήτου. Για το εν λόγω δάνειο και υποθήκη κατέθεσε τα τεκμήρια 49 – 52. Για τον εν λόγω λογαριασμό δανείου κατέθεσε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, ως τεκμήριο 53, με συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού. Λόγω των καθυστερήσεων που παρουσίαζε το δάνειο η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία και εκδόθηκε απόφαση στις 11.11.11 για το ποσό των €248.764,66, πλέον τόκους και έξοδα, η οποία εγγράφηκε στο Δικαστήριο και έχει ανανεωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.12.24. Για τα πιο πάνω κατέθεσε τα τεκμήρια 54 και 55. Δυνάμει της ως άνω απόφασης κατατέθηκε το εμπράγματο βάρος ΕΒ653/12 το οποίο ανανεώθηκε στις 18.1.22, τεκμήρια 56 και 57.

 

Αποτελεί επίσης θέση της ότι σε σχέση με την υποθήκη Υ5826/06 η ΣΕΔΙΠΕΣ ΛΤΔ, πριν την εξαγορά της τραπεζικής διευκόλυνσης από την ΚΕΔΙΠΕΣ ΛΤΔ, προχώρησε κατά τις 8.10.20 σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης, προβαίνοντας σε πληρωμή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών για το ποσό των €78.647,42, των τελών Κοινοτικών Υπηρεσιών του Κοινοτικού Συμβουλίου Μακούντας για το ποσό των €241,50 και των μεταβιβαστικών τελών για το ποσό των €2.535, σύμφωνα με τα τεκμήρια 58 και 59 και προς τούτο ενημερώθηκε ο εναγόμενος 1 και έγιναν δύο πιστώσεις στον λογαριασμό 02840-7223367-5 στις 8.10.20 για το ποσό των €206.500 η κάθε μία. Η οφειλή για έκαστο λογαριασμό φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί και σε περίπτωση που η μεταβίβαση ακυρωθεί τα ποσά τα οποία πιστωθήκαν θα πρέπει να χρεωθούν εκ νέου στο λογαριασμό. Υποστηρίζει επίσης ότι το τεκμήριο 29, ήτοι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 1.11.16, επιδόθηκε στη ΣΕΔΙΠΕΣ ΛΤΔ στις 2.3.21 και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 10.12.20. Κατέθεσε το διάταγμα στο οποίο καταγράφεται η ημερομηνία επίδοσης ως τεκμήριο 60 και ως τεκμήριο 61 κτηματολογική έρευνα, στην οποία φαίνεται η ημερομηνία κατάθεσης του διατάγματος στο Κτηματολόγιο.

 

Τέλος, υποστηρίζει ότι ο τίτλος που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ στις 10.11.06, δεν διαπιστώνεται να είχε κάποιο ελάττωμα ή θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση στον μέσο τραπεζικό υπάλληλο ότι έχρηζε οποιασδήποτε διερεύνησης το ιστορικό εγγραφής του στον εναγόμενο 1.

 

Ο ΜΥ2, αναφέρει στην γραπτή του δήλωση ότι εκ της θέσεως του ως προϊστάμενος χορηγήσεων του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ, χειρίστηκε προσωπικά τις δύο δανειοδοτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε η ΜΥ1. Περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθείται για σκοπούς δανειοδότησης, όπως και έγινε στις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις με τον Κώστα Λοϊζίδη και τον εναγόμενο 1, όπου τα αιτήματα τους εξεταστήκαν και εγκριθήκαν, υπογραφήκαν τα αναγκαία έγγραφα και υποθηκεύτηκε το επίδικο ακίνητο μετά την εκτίμηση του. Υποστηρίζει τέλος, ότι οι δανειοδοτήσεις έλαβαν χώρα εντός των πλαισίων της συνήθους τραπεζικής πρακτικής όπως γινόταν με εκατοντάδες αιτήσεις για δανειοδότηση και δεν δημιουργήθηκε η εντύπωση ή πεποίθηση ή ήταν εύλογο να δημιουργηθεί ότι υπήρχε οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προτεινόμενου προς εξασφάλιση ακινήτου.

 

Για σκοπούς αξιολόγησης των μαρτύρων, εξέτασα και έλαβα υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως αυτή έχει καταγραφεί στα πρακτικά, η οποία συσχετίστηκε με τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν κατά την δίκη. Η αξιολόγηση έγινε σύμφωνα με τις καθιερωμένες και πάγιες αρχές τις οποίες καθιέρωσε η νομολογία.

 

Κρίνεται ορθότερο ως προς τον καθορισμό της σειράς των γεγονότων, να ξεκινήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 – ΜΕ2. Κατ’ αρχάς είναι σημαντικό να καταγράψω ότι η ουσιαστική θέση του μάρτυρα, ότι ο ίδιος του και τα αδέρφια του ουδέποτε υπέγραψαν τα πληρεξούσια έγγραφα προς τον εναγόμενο 1, δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν δόθηκε μαρτυρία από μέρους των εναγόντων στην ποινική διαδικασία, θέτοντας του την θέση ότι αυτό έγινε λόγω του ότι, ο εναγόμενος 1 δήλωσε στα πλαίσια της παρούσας, ότι αποδέχεται την επανεγγραφή του ακινήτου στους ενάγοντες. Αν και το εν λόγω ζήτημα δεν κρίνεται ουσιαστικής σημασίας στην παρούσα, κρίνω ότι ο μάρτυρας με ειλικρινή διάθεση μετέφερε στο Δικαστήριο την απόφαση των εναγόντων να μην καταθέσουν εναντίον του εναγόμενου 1, λόγω του ότι τους το είχε ζητήσει ο αδερφός τους και πατέρας του εναγόμενου 1, πριν αποβιώσει. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ,ότι ο αδελφός του και πατέρας του εναγόμενου 1, του ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 παραδέχτηκε στον ίδιο ότι η μεταβίβαση έγινε με δόλιο τρόπο. Εφόσον όμως η θέση του ότι τα πληρεξούσια έγγραφα δεν υπογράφηκαν από τους ενάγοντες δεν αμφισβητήθηκε και παραμένει ως δεδομένο, η ως άνω δήλωση που μετέφερε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν προσθέτει οτιδήποτε στα γεγονότα της υπόθεσης. Άλλωστε, η εν λόγω δήλωση παρέμεινε εξ ακοής, χωρίς να μπορεί να επιβεβαιωθεί από το πρόσωπο το οποίο την μετέφερε στον μάρτυρα, ήτοι τον αποβιώσαντα αδερφό του.

 

 

Τέθηκε επίσης στον μάρτυρα ότι, η εγγραφή των υποθηκών και εμπραγμάτων βαρών έγινε καλόπιστα από τις εναγόμενης 3 και 5. Ο μάρτυρας όμως δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό και αυτό δεν κλονίζει την αξιοπιστία του, εφόσον το ζήτημα αυτό αποτελεί και το ζητούμενο στο οποίο θα πρέπει να καταλήξει το Δικαστήριο, αναλόγως των γεγονότων που θα αποδειχθούν.

 

Διαπιστώνω ότι στο μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του και επί των ουσιαστικών επίδικων γεγονότων, ο μάρτυρας δεν έτυχε αμφισβήτησης. Διαπιστώνω επίσης ότ,ι μετέφερε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και απλότητα, αλλά και λύπη μπορώ να πω, για τα όσα έχουν συμβεί εντός του οικογενειακού του περιβάλλοντος σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Δεν κατέφυγε σε οποιαδήποτε υπερβολή, επιμένοντας στην επιθυμία του ότι αυτό που επιδιώκουν οι ενάγοντες, είναι την ανάκτηση της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, το οποίο για τους ίδιους έχει συναισθηματική αξία.

 

Το σημαντικό και ουσιαστικό γεγονός το οποίο προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ2, είναι ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέρφια του, ενάγοντες 2 και 3, ουδέποτε υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο προς τον εναγόμενο 1 για την μεταβίβαση των μεριδίων τους στον ίδιο και ουδέποτε έλαβαν γνώση για την εν λόγω μεταβίβαση, σε αντίθεση με τα όσα ο εναγόμενος 1 δήλωσε και υπέγραψε με την υπεύθυνη δήλωση, τεκμήριο 26, ότι δηλαδή οι ενάγοντες γνώριζαν για την εν λόγω μεταβίβαση.

 

Ενόψει των ως άνω, ο ΜΕ2, κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, όπου ουσιαστικά του τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις και ο λόγος του διαφάνηκε να ήταν ειλικρινής, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές ή σε στοχοποίηση προσώπων για να επιτύχει στην έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, όπως για παράδειγμα αναφερόμενος στον εναγόμενο 1 δεν απέκρυψε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι αυτός είχε πλαστογραφήσει το πληρεξούσιο έγγραφο, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1 ουσιαστικά με το τεκμήριο 26, δήλωσε στο Κτηματολόγιο κατά την μεταβίβαση ότι οι ενάγοντες γνώριζαν για την μεταβίβαση και η παρασχεθείσα εξουσιοδότηση δεν είχε ανακληθεί, ενώ σύμφωνα με τον μάρτυρα ουδέποτε δόθηκε τέτοια εξουσιοδότηση. Ενόψει των πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω διευκρινήσεις, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή.

 

Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία του ΜΕ1, αυτή εξετάζεται υπό το φως των αρχών που διέπουν την μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχει αναλυθεί από τη Νομολογία και οι αρχές που έχουν καθιερωθεί λαμβάνονται υπόψη (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας (1982) 1 Α.Α.Δ 41 και Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ 746).

 

Σύμφωνα με το Σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη & Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» 2014, σελίδα 276, για να καταθέσει ένας  μάρτυρας ως πραγματογνώμονας πρέπει να καταδείξει κατ’ αρχάς ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για να καταθέσει επί των ζητημάτων τα οποία έχει κληθεί να εκφέρει γνώμη. Σύμφωνα με την ως άνω Νομολογία, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, μετά από εξέταση των γνώσεων και εμπειρίας του και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταστεί ικανό να ελέγξει την ακρίβεια και ορθότητα των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων επί των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Σημειώνεται επίσης ότι η εκτίμηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων, με την διαφορά ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχει τόση σπουδαιότητα για την διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία που  λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλ. Robert Keith Stark κ.α. v. David Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 233/2019, ημερομηνίας 6.5.2025).

 

Ο ΜΕ1, κατέθεσε ως τεκμήριο 1, βιογραφικό σημείωμα, περιγράφοντας την εκπαίδευση που έλαβε ως μέλος της Αστυνομίας σε διάφορα σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα περιλαμβανομένων διαφόρων εκπαιδευτικών προγραμμάτων που αφορούν την δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής, αλλά και Δικαστικής γραφολογίας. Ο μάρτυρας φέρει τον βαθμό του Λοχία και είναι τοποθετημένος στο Αρχηγείο Αστυνομίας, στον Κλάδο Εγκληματολογικών Ερευνών. Κατέχει πιστοποιητικό διαπίστευσης για το Εργαστήριο Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών Αστυνομίας Κύπρου. Τα προσόντα του μάρτυρα δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Πέραν τούτου, τα ως άνω προσόντα, εμπειρία και εκπαίδευση του μάρτυρα, ως συνολικά καταγράφονται στο τεκμήριο 1 και λαμβάνονται υπόψη, τον καθιστούν εμπειρογνώμονα.

 

Ο μάρτυρας αυτός εξέτασε, μετά από σχετική καταγγελία των εναγόντων στην Αστυνομία, τα δύο ειδικά πληρεξούσια έγγραφα, τεκμήριο 3, στο οποίο καταγράφεται ότι παραχωρήθηκε από την Μαρία Πηγασίου Χριστοφόρου και Τρύφωνα Πηγασίου Χριστοφόρου, αδέρφια του εναγόμενου 1, προς τον ίδιο για την μεταβίβαση των μεριδίων τους επί του επίδικου ακινήτου δυνάμει πώλησης ή δια δωρεάς σε οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του ιδίου και το τεκμήριο 4, στο οποίο καταγράφεται ότι παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1 για την μεταβίβαση των μεριδίων τους επί του επίδικου ακινήτου δια πώλησης ή δια δωρεάς σε οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου του ιδίου.

 

Για σκοπούς εξέτασης των αμφισβητούμενων υπογραφών που φέρουν τα ως άνω τεκμήρια στο σημείο των πληρεξουσιοδοτούντων, ο μάρτυρας έλαβε δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής από τον κάθε ένα και είκοσι δείγματα γραφής και υπογραφής από τον εναγόμενο 1. Έλαβε επίσης διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Νοτίου Αφρικής με δείγμα υπογραφής του ενάγοντα 1 στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα.

 

Ο μάρτυρας σημειώνει στην έκθεση του, τεκμήριο 2, ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές στα πληρεξούσια έγγραφα τοποθετούνται χρονικά το έτος 2005. Τα δείγματα υπογραφής που υποβλήθηκαν, εκτός των δύο δειγμάτων από τα διαβατήρια του ενάγοντα 1 οι οποίες τοποθετούνται χρονικά το 2002, έχουν ληφθεί το 2014, δημιουργώντας έτσι χρονολογική διαφορά εννέα ετών μεταξύ αμφισβητούμενων υπογραφών και δειγμάτων. Παρά την ως άνω παρατήρηση του, ο μάρτυρας εξέτασε και σύγκρινε τις αμφισβητούμενες υπογραφές με το δειγματικό υλικό που είχε στην διάθεση του, καταλήγοντας στα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

-       Αν και οι υπογραφές που αποδίδονται στην Μαρία Χριστοφόρου και Χαραλάμπους Τρύφωνα, δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα στην υπόθεση εφόσον δεν αξιώνεται η ακύρωση της μεταβίβασης των μεριδίων των πιο πάνω προς τον εναγόμενο 1, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον μάρτυρα, για την υπογραφή της Μαρίας δημιουργήθηκε στον ίδιο ισχυρή πεποίθηση ότι η υπογραφή έγινε από την ίδια. Εις ότι αφορά την υπογραφή του Τρύφωνα, κατά την γνώμη του, αυτή έγινε επίσης από τον ίδιο.

-       Εις  ότι αφορά την υπογραφή του ενάγοντα 2, αναφέρει ότι συγκρίνοντας την υπογραφή που φαίνεται στο πληρεξούσιο έγγραφο τεκμήριο 4, η οποία είναι γραμμένη ολογράφως, με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον ενάγοντα 2 και στον εναγόμενο 1, διαπιστώνει ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά την γνώμη του κανένας από αυτούς δεν συνδέεται με την εν λόγω υπογραφή που αποδίδεται στον ενάγοντα 2, στο τεκμήριο 4.

-       Η αμφισβητούμενη υπογραφή η οποία αποδίδεται στον ενάγοντα 1 στο τεκμήριο 4, κατά τον μάρτυρα είναι γραφική παράσταση χωρίς ιδιαίτερη έκταση και τεχνική στον τρόπο σχηματισμού της. Παρ’ όλα αυτά, συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή με τα δείγματα γραφής και υπογραφής τα οποία αποδίδονται στον ενάγοντα 1 με τις δύο υπογραφές δειγμάτων από τα διαβατήρια του,  καθώς και με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον εναγόμενο 1, καταλήγει ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά την γνώμη του κανένας από αυτούς μπορεί να συνδεθεί.

-       Αναφορικά με την αμφισβητούμενη υπογραφή του ενάγοντα 3 επί του τεκμηρίου 4, αναφέρει ότι είναι μικτού τύπου υπογραφή και αποτελείται από ορισμένα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και μία καταληκτική γραμμική κίνηση. Συγκρίνοντας την εν λόγω υπογραφή με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον εναγόμενο 1, διαπιστώνει ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς την μορφή και τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων αυτών αλλά και της γραμμικής καταληκτικής κίνησης και κατά την γνώμη του ο εναγόμενος 1 δεν μπορεί να συνδεθεί.  Προσθέτει επίσης ότι τα δείγματα υπογραφής τα οποία αποδίδονται στον ενάγοντα 3 και τα οποία υποβλήθηκαν για σκοπούς σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γραμμένα στα Αγγλικά και η καταληκτική γραμμική κίνηση στην αμφισβητούμενη υπογραφή διαφέρει από τα δείγματα υπογραφής που αποδίδονται σε αυτόν. Πέραν των διαπιστώσεων αυτών, σημειώνει ότι είναι αδύνατη η περαιτέρω σύγκριση και η εκφορά οποιασδήποτε άλλης γνώμης μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και δειγμάτων που αποδίδονται σε αυτόν. 

 

Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, αμφισβητήθηκαν τα συμπεράσματα του, κυρίως ως προς τα δείγματα γραφής και υπογραφής των εναγόντων τα οποία λήφθηκαν με σκοπό την εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου και αυτά που λήφθηκαν όσο πιο πλησιόχρονα στον χρόνο των αμφισβητούμενων υπογραφών, αποτελεί καλύτερο οδηγό για εξέταση, διευκρινίζοντας όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση εάν τα δείγματα υπογραφής δεν θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα δεν θα εξέφραζε την γνώμη του. Όπως φαίνεται να έγινε για την περίπτωση του ενάγοντα 3, όπου συγκρίνοντας την υπογραφή του όπως φαίνεται στο διαβατήριο και είναι γραμμένη με Αγγλικούς χαρακτήρες, με την αμφισβητούμενη υπογραφή η οποία φέρει Ελληνικούς χαρακτήρες, χωρίς να μπορεί να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα, που να σχετίζεται με την υπογραφή που αποδίδεται στον ενάγοντα 3.

 

Εις ότι αφορά όμως τις δύο άλλες αμφισβητούμενες υπογραφές, των εναγόντων 1 και 2, ο μάρτυρας εξέτασε τα δείγματα γραφής και υπογραφής τα οποία δοθήκαν από τους ίδιους  καταλήγοντας στην γνώμη ότι οι υπογραφές δεν ανήκουν σ’ αυτούς. Το υλικό το οποίο εξέτασε ο μάρτυρας κρίνεται επαρκής, εφόσον πέραν των δειγμάτων υπογραφής τα οποία έλαβε για σκοπούς εξέτασης τα οποία σύγκρινε εξηγώντας τις διαφορές τις οποίες διαπίστωσε σε σχέση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές, εξήγησε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε κατά την αντεξέταση, ότι τα δείγματα υπογραφών τα οποία έλαβε δεν θα μπορούσαν επιτηδευμένα να αλλοιωθούν. Πέραν τούτων, στην περίπτωση του ενάγοντα 1, εξέτασε επίσης δείγμα υπογραφής ανύποπτου χρόνου, το οποίο έλαβε από τα διαβατήρια του ενάγοντα 1, όπου περιέγραψε τεκμηριωμένα τις διαφορές που είχε εντοπίσει, καταλήγοντας ότι οι αποδιδόμενες υπογραφές δεν ανήκουν στους ενάγοντες 1 και 2, ούτε και στον εναγόμενο 1.

 

Κρίνω συνεπώς ότι ο μάρτυρες τεκμηρίωσε επιστημονικά την γνώμη του σε σχέση με τις υπογραφές οι οποίες αποδίδονται στους ενάγοντες 1 και 2 και εξήγησε γιατί κατέληξε ότι αυτές δεν συνδέονται με τους ενάγοντες 1 και 2.

 

Πέραν των πιο πάνω, πρέπει να επισημανθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών της διαφοράς. Θεμελιώνει επιστημονικά τη μία ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (βλ. Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd (2012) 1 A.A.Δ. 1682). Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία του ΜΕ2 έγινε καθ’ όλα αποδεκτή επί του καίριου αυτού ζητήματος, εφόσον έπεισε το Δικαστήριο ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του, ουδέποτε υπέγραψαν πληρεξούσιο προς τον εναγόμενο 1 για την μεταβίβαση των μεριδίων τους επ’ ονόματι του.

 

Είναι σημαντικό επίσης να τονίσω ότι, το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο φέρει τις υπογραφές που αποδίδονται στους ενάγοντες, είναι ένα και ενιαίο έγγραφο, με αποτέλεσμα, η μη εκφορά γνώμης από μέρους του μάρτυρα σε σχέση με την υπογραφή του ενάγοντα 3, δεν μεταβάλλει την ουσία των συμπερασμάτων του για το ότι οι υπογραφές που αποδίδονται στους ενάγοντες 1 και 2 δεν ανήκουν σε αυτούς, οδηγώντας έτσι στο συμπέρασμα, σε συνδυασμό με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2, ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δια του οποίου μεταβιβάστηκε το ακίνητο στον όνομα του εναγόμενου 1, δεν φέρει τις υπογραφές των εναγόντων.

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και το σύνολο των όσων ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο, κρίνω ότι με ανεξάρτητο τρόπο αυτός τεκμηρίωσε τα συμπεράσματα του στα οποία μπορούσε με ασφάλεια να καταλήξει σε σχέση με τις υπογραφές των εναγόντων 1 και 2, εξετάζοντας το υλικό το οποίο λήφθηκε για σκοπούς γραφολογικής εξέτασης και σύγκρισης. Κρίνω ότι πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα.  Η μαρτυρία του ήταν θετική και εμπεριστατωμένη και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση, κατά τρόπο που το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να στηριχτεί σ’ αυτήν για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολό της.

 

Στρεφόμενη στην μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από πλευράς υπεράσπισης, η κα Κούσουλου, ΜΥ1, μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα γνωρίζει για την υπόθεση και τα οποία προκύπτουν από το αρχείο το οποίο διατηρεί η εναγόμενη 3, σε σχέση με το ιστορικό της σύναψης δανείων που σχετίζονται με την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου και τα όσα ακολούθησαν την έκδοση αποφάσεων με την εγγραφή επιβαρύνσεων επί αυτού.

 

Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει ότι το προσωρινό διάταγμα το οποίο εξασφάλισαν οι ενάγοντες στις 13.10.16 επιδόθηκε στην εναγόμενη 3 στις 21.10.16. Η μάρτυρας δεν γνώριζε κάτι τέτοιο, παρά μόνο ότι το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στην εναγόμενη 3 στις 2.3.21, όταν αυτό κατέστη απόλυτο. Όπως όμως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης και την ένορκη δήλωση επίδοσης του προσωρινού διατάγματος στην εναγόμενη 3, όντως το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στην εναγόμενη 3 στις 21.10.16. Κρίνω όμως ότι η άγνοια αυτή της μάρτυρος δεν κλονίζει την αξιοπιστία της, εφόσον η ίδια της από τον φάκελο της υπόθεσης γνωρίζει μόνο για την επίδοση του διατάγματος όταν αυτό κατέστη απόλυτο. Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την μάρτυρα, η ΚΕΔΙΠΕΣ προχώρησε στην αναγκαστική πώληση του ακινήτου, προχωρώντας στην πληρωμή φόρου και άλλων τελών καθώς και στην κατάθεση ποσών στους λογαριασμούς δανείου, περί τον Οκτώβριο του 2020, ενώ όπως προκύπτει μετά βεβαιότητας, η εναγόμενη 3 έλαβε γνώση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος από το 2016, με το οποίο διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής πώλησης. Το κατά πόσο η εναγόμενη 3 προχώρησε με την διαδικασία της αναγκαστικής πώλησης ενδεχομένως κατά παράβαση του προσωρινού διατάγματος, πιθανό να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας παρακοής αλλά και ζήτημα που η εναγόμενη 3 να πρέπει να επιλύσει με δικές της ενέργειες εάν και εφόσον οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους, χωρίς όμως να κλονίζεται η αξιοπιστία της μάρτυρος.

 

Πέραν του ως άνω ζητήματος, η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της σε κάποιο άλλο σημείο της. Κρίνω ότι αυτή μετέφερε με ειλικρίνεια και με λεπτομέρεια τα όσα γνωρίζει για την υπόθεση, τα όσα καταγράφει στην γραπτή της δήλωση υποστηρίζονται και επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε, ενώ το γεγονός το οποίο δεν γνώριζε και αφορούσε την ημερομηνία επίδοσης του προσωρινού διατάγματος προτού αυτό καταστεί απόλυτο, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, δεν μεταβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της να γίνεται αποδεκτή και να αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.

 

Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ2 και έχοντας υπόψη τα όσα ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε στον τίτλο ή στα περιστατικά που αφορούσαν την παροχή των δύο δανείων για να ενεργοποιηθεί η εναγόμενη 3 ή ο ίδιος του ως χειριστής των δύο αιτήσεων δανείου, για να προβεί σε περαιτέρω έρευνα, κρίνω ότι ο μάρτυρας είπε την αλήθεια. Εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείται για την εξέταση αιτήσεων δανείου, χωρίς να έχει διαφανεί ότι όφειλε να πράξει οτιδήποτε άλλο και συγκεκριμένα δεν προέκυψε κατά την αντεξέταση του ότι όφειλε να ερευνήσει για το ιστορικό της μεταβίβασης του ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1. Αντεξεταζόμενος, περισσότερο τέθηκαν στον μάρτυρα ερωτήσεις που αφορούσαν την πιστοληπτική ικανότητα των προσώπων που έλαβαν τα δάνεια και όχι οτιδήποτε που θα έθετε σε αμφιβολία τον τίτλο. Δεν διαπιστώνω στην μαρτυρία του ΜΥ2 κάποια αντίφαση ή προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. Κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ως άνω δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και η αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων, αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Συνοπτικά, τα ουσιαστικά ευρήματα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία καταλήγει το Δικαστήριο, είναι τα ακόλουθα:

 

Οι ενάγοντες και ο πατέρας του εναγόμενου 1, Πηγάσιος Χαραλάμπους Χριστοφόρου (στο εξής Πηγάσιος), ο οποίος απεβίωσε, είναι μεταξύ τους αδέλφια. Περί το έτος 1992, ο πατέρας τον εναγόντων και του Πηγασίου, μεταβίβασε στο όνομα τους το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 89, αριθμό εγγραφής 0/3099, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Μακούντα της Επαρχίας Πάφου, ανά ¼ μερίδιο στον κάθε ένα.

 

Περί το έτος 1997, ο Πηγάσιος μεταβίβασε στα παιδιά του, εναγόμενους 1, 7 και 8, από 1/3 μερίδιο του ¼ μεριδίου του στο ακίνητο, λαμβάνοντας έκαστος από 1/12 μερίδιο.

 

Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες 1 και 3 ήταν μόνιμοι κάτοικοι Νοτίου Αφρικής και ο ενάγοντας 2 μόνιμος κάτοικος Σουηδίας. Κατά τον Αύγουστο του 2005, όλοι οι ενάγοντες βρίσκονταν εκτός Κύπρου και στις χώρες της μόνιμης διαμονής τους. Ο ενάγοντας 1 επέστρεψε στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση κατά το έτος 2007, ενώ προηγουμένως επισκεπτόταν την Κύπρο κάθε τρία χρόνια. Οι ενάγοντες επιθυμούσαν για συναισθηματικούς λόγους να κρατήσουν το ως άνω ακίνητο στην οικογένεια, με την πρόθεση να μεταβιβάσουν το μερίδιο τους στα παιδιά του ο κάθε ένας.

 

Περί το καλοκαίρι του έτους 2014, όταν όλοι οι ενάγοντες βρίσκονταν στην Κύπρο, μετέβησαν στο Κτηματολόγιο για να μεταβιβάσουν το ¼ μερίδιο τους επί του επίδικου ακινήτου στα παιδιά τους, όπου πληροφορήθηκαν ότι αυτό δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα τους.   

 

Τότε αποτάθηκαν στην Αστυνομία για διερεύνηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τις έρευνες της Αστυνομίας, με δύο ειδικά πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 31.8.2005, το ένα εκ μέρους των εναγόντων και το άλλο εκ μέρους των εναγομένων 7 και 8, αδελφιών του εναγόμενου 1, ο εναγόμενος 1 εξουσιοδοτήθηκε όπως μεταβιβάσει τα 11/12 μερίδια του επίδικου ακινήτου επ’ ονόματι του, όπως και έπραξε στις 2.9.05 με δήλωση μεταβίβασης του ακινήτου η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 1, δηλώνοντας ότι η παρασχεθείσα εξουσιοδότηση των εναγόντων προς τον ίδιο δεν έχει ανακληθεί και ότι αυτοί γνώριζαν για την μεταβίβαση που θα γινόταν στον ίδιο.

 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της γραφολογικής εξέτασης της Αστυνομίας, οι υπογραφές που φέρει το πληρεξούσιο το οποίο δόθηκε από τα αδέλφια του εναγόμενου 1, ανήκουν στους ίδιους. Το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο μεταβιβάστηκαν τα μερίδια των εναγόντων στον εναγόμενο 1, δεν φέρουν τις γνήσιες υπογραφές των εναγόντων 1 και 2, ενώ για την υπογραφή του ενάγοντα 3, δεν υπήρχε συμπέρασμα του γραφολόγου λόγω περιορισμένου συγκριτικού υλικού. Κατά τον χρόνο κατάρτισης του πληρεξουσίου το οποίο αφορά τους ενάγοντες, αυτοί δεν βρίσκονταν στην Κύπρο. Το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε για τους ενάγοντες στο πληρεξούσιο έγγραφο που αφορά τους ενάγοντες, παραμένει άγνωστο.

 

Οι ενάγοντες δεν γνώριζαν και δεν συγκατατέθηκαν στην μεταβίβαση των μεριδίων τους στο όνομα του εναγόμενου 1.

 

Μετά την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον εναγόμενο 1, ο τίτλος ιδιοκτησίας αυτού παρουσιάστηκε στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, για σκοπούς υποθήκευσης του προς εξασφάλιση δανείου το οποίο έλαβε ο Κώστας Λοϊζίδης την 1.12.06, μετά από εκτίμηση του επίδικου ακινήτου το οποίο υποθηκεύτηκε με την υποθήκη Υ5826/06. Στις 5.10.07, υπογράφηκε συμφωνία δανείου μεταξύ του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ και του εναγόμενου 1, το οποίο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη Β’Υ5811/07 η οποία εγγράφηκε επί του επίδικου ακινήτου. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνονται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν και καταγράφονται πιο πάνω.

 

Κατά την εξέταση των ως άνω αιτήσεων δανείων, εξετάστηκε η εισοδηματική ικανότητα των δανειοληπτών, εκτιμήθηκε το επίδικο ακίνητο για σκοπούς υποθήκευσης και οι αιτήσεις των δανείων εγκρίθηκαν από το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, μετά την εξέταση των στοιχείων που είχαν τεθεί από τους αιτητές και αφού οι προτεινόμενες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις κρίθηκαν επαρκείς.

 

Μετά την έκδοση Δικαστικών αποφάσεων, το επίδικο ακίνητο, επιβαρύνθηκε με την εγγραφή εμπραγμάτων βαρών ως καταγράφονται στα παραδεκτά γεγονότα. Η ΣΕΔΙΠΕΣ ΛΤΔ προχώρησε κατά τις 8.10.20 σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου καταθέτοντας το προϊόν πώλησης στο δάνειο με λογαριασμό 02840-7223367-5. Στις 13.10.16 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου. Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στις 20.10.16 στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Ενόψει του προσωρινού διατάγματος δεν ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου.

 

Έχοντας καταλήξει στα ως άνω ευρήματα γεγονότων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν αμφισβητούνται, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων 3 και 5. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η ακρόαση προωθήθηκε για τους εναγόμενους 3 και 5, ενώ εναντίον του εναγόμενου 1 αποσύρθηκαν ανεπιφύλακτα όλες οι αξιούμενες θεραπείες, πλην αυτών που ο ίδιος δήλωσε ότι αποδέχεται για να εκδοθεί απόφαση, ήτοι για την ακύρωση της μεταβίβασης των ¾ μεριδίων των εναγόντων στο όνομα του, την επανεγγραφή των ¾ μεριδίων στο όνομα των εναγόντων καθώς επίσης αναγνωρίζει την ακυρότητα των υποθηκών και εμπραγμάτων βαρών. Η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου 1 ως αυτή έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, θα εξαρτηθεί από την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την  έκβαση της υπόθεσης για τους εναγόμενους 3 και 5.

 

Οι ενάγοντες σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, αποδίδουν στους εναγόμενους 3 και 5 παράβαση θέσμιου καθήκοντος και/ή καθήκον επιμέλειας. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, αποδίδεται στην εναγόμενη 3 ότι δεν προέβηκε σε όλες τις προβλεπόμενες και ενδεδειγμένες ενέργειες ως όφειλε κατά την άσκηση των καθηκόντων της, προχώρησε στην χορήγηση μεγάλων ποσών δανείων προς τον εναγόμενο 1 χωρίς να εξετάσει εάν βρίσκεται σε θέση να τα αποπληρώσει, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε εξόφληση και χωρίς να εξετάσουν εάν έχει αρκετά εισοδήματα και την εισοδηματική ικανότητα για να τα αποπληρώσει, όπως επίσης χορήγησε μεγάλα ποσά δανείων πέραν των εξασφαλίσεων και πέραν της πραγματικής αξίας του ακινήτου. Αποδίδεται επίσης στην εναγόμενη 5 ότι δεν προέβηκε σε όλες τις προβλεπόμενες και ενδεδειγμένες ενέργειες ως όφειλε κατά την άσκηση των καθηκόντων της καταβάλλοντας την μέγιστη δυνατή επιμέλεια.

 

Όπως προκύπτει από τις ως άνω δικογραφημένες λεπτομέρειες που αποδίδονται στις εναγόμενες 3 και 5, η παράβαση θέσμιου καθήκοντος και επιμέλειας, συνδέεται μόνο με την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας του εναγόμενου 1, που ας σημειωθεί, σε σχέση με την εναγόμενη 3, μόνο το ένα δάνειο παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 ενώ η εναγόμενη 5 ενέγραψε εμπράγματο βάρος επί του επίδικου ακινήτου μετά την έκδοση απόφασης.

 

Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων δεν αποδίδουν οποιαδήποτε παράλειψη στις εναγόμενες 3 και 5 σε σχέση με τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου ο οποίος παρουσιάστηκε στην εναγόμενη 3 με σκοπό την υποθήκευση του. Ούτε και προέκυψε κατά την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι η εναγόμενη 3 όφειλε να πράξει κατά διαφορετικό τρόπο από εκείνο που έπραξε κατά την εξέταση των αιτήσεων δανείων και την επακόλουθη υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα η μαρτυρία του ΜΥ2, έπεισε το Δικαστήριο ότι οι διαδικασίες που ακολουθούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο τηρήθηκαν και στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι εξετάστηκε η αίτηση των δανείων, η εισοδηματική ικανότητα των αιτητών για το δάνειο και η επάρκεια των εξασφαλίσεων περιλαμβανομένης και της αξίας του επίδικου ακινήτου για την οποία ετοιμάστηκε σχετική εκτίμηση. Από πλευράς εναγόντων δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενες 3 και 5, κατά τον χρόνο επιβάρυνσης του επίδικου ακινήτου όφειλαν να ενεργήσουν κατά συγκεκριμένο τρόπο σε σχέση με την ιδιοκτησία που θα επιβαρυνόταν. Το κατά πόσο η εναγόμενη 3 ενδεχομένως να έχει λανθασμένα αξιολογήσει την δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων δεν αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε να δημιουργήσει στην εναγόμενη 3 και 5 κατά την επιβάρυνση του ακινήτου κάποια επιπρόσθετη υποχρέωση ή καθήκον σε σχέση με την διερεύνηση των περιστάσεων υπό τις οποίες το ακίνητο εγγράφηκε στον εναγόμενο 1.

 

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλεται από την θέση των εναγόντων ως αυτή καταγράφεται στην τελική τους αγόρευση σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Νόμου 188(Ι)/2007 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.08, εφόσον ο Νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ μετά την εγγραφή των υποθηκών που έλαβαν χώρα κατά το 2006 και 2007 χωρίς να προβλέπεται η αναδρομική ισχύς του.

 

Όπως έχει καταλήξει πιο πάνω το Δικαστήριο, το πληρεξούσιο έγγραφο δια του οποίου τα μερίδια των εναγόντων μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο 1 δεν φέρει τις υπογραφές των εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε υπέγραψαν το πληρεξούσιο έγγραφο και ουδέποτε γνώριζαν ή συγκατατέθηκαν στην μεταβίβαση των μεριδίων τους στον εναγόμενο 1. Τα ως άνω ευρήματα του Δικαστηρίου συνηγορούν στο βέβαιο συμπέρασμα ότι το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο εναγόμενος 1 έλαβε τα μερίδια των εναγόντων είναι πλαστογραφημένο. Ο δε εναγόμενος 1 δήλωσε με το τεκμήριο 26 κατά την μεταβίβαση των μεριδίων των εναγόντων στο όνομα του, ότι αυτοί γνώριζαν για την εν λόγω μεταβίβαση. Αν και αποδίδεται δόλος στον εναγόμενο 1 για τις εν λόγω ενέργειες, εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν προωθήθηκε γι’ αυτόν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Το δεδομένο όμως ότι το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο εναγόμενος 1 έλαβε τα μερίδια των εναγόντων, ήταν πλαστογραφημένο, εφόσον αποδεδειγμένα δεν υπογράφηκε από τους ενάγοντες, αλλά και το ότι οι ενάγοντες δεν γνώριζαν για την μεταβίβαση, αποτελούν γεγονότα τα οποία έχουν την σημασία τους στην προκειμένη περίπτωση για να εξεταστεί κατά πόσοι οι εναγόμενες 3 και 5, έλαβαν από τον εναγόμενο 1 νόμιμα δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, ακόμα και χωρίς την όποια εμπλοκή τους στα γεγονότα που οδήγησαν στην εγγραφή του ακινήτου στον εναγόμενο 1.

 

Οι ενάγοντες, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία, υποστηρίζουν ότι κανένα έγκυρο δικαίωμα δεν μπορεί να αποκτηθεί όταν αυτό ήταν αποτέλεσμα πλαστογραφίας, ακόμη και από ένα καλόπιστο τρίτο. Αντίθετη είναι η άποψη των εναγομένων 3 και 5, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι είναι καλόπιστοι τρίτοι και σύμφωνα με τη Νομολογία, εφόσον απέκτησαν τα δικαιώματα τους καλή τη πίστη, οι ενάγοντες δεν μπορούν να πετύχουν στην αγωγή τους εναντίον τους.

 

Σύμφωνα με την Νομολογία, όταν κριθεί ότι πράξη πώλησης, είναι προϊόν παράνομης πράξης η οποία δεν εκφράζει την πραγματική βούληση του ιδιοκτήτη, όπως εν προκειμένω όπου κρίθηκε ότι η μεταβίβαση έλαβε χώρα με βάση πλαστογραφημένο έγγραφο το οποίο πλαστογραφήθηκε από άγνωστο πρόσωπο, αυτό θα οδηγήσει στην απόδοση ακυρωτικής της πώλησης θεραπείας. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί η περίπτωση καλόπιστου αγοραστή. Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Orams κ.α. ν Αποστολίδη (2006) 1 Β Α.Α.Δ. 1402,:

 

«Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου ότι ουδείς μπορεί να δώσει καλύτερο τίτλο (περιουσιακό δικαίωμα) από εκείνο που έχει - nemo dat quod non habet. Στον κανόνα αυτό όμως υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις και μεταξύ των βασικών εξαιρέσεων είναι ότι ο κανόνας δεν ισχύει όταν ο αγοραστής είναι καλόπιστος αγοραστής ο οποίος κατέβαλε τίμημα για να αποκτήσει την περιουσία.»

 

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Τσιάρτας Ανδρέας και Άλλος ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου, (2010) 1 Α.Α.Δ. 1523 στην οποία έγινε εκτενής ανάλυση της έννοιας του καλόπιστου αγοραστή, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη υπήρξε καλόπιστος αγοραστής του οικοπέδου έναντι ανταλλάγματος. Για να θεωρηθεί κάποιος ως καλόπιστος αγοραστής οφείλει να καταβάλει εύλογη φροντίδα και να προβεί στη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας. Η εφεσίβλητη δήλωσε το ποσό των Λ.Κ.75.000 και δέχθηκε την επ' ονόματί της μεταβίβαση του οικοπέδου στηριζόμενη στην γνησιότητα και εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου που είχε στα χέρια του ο δήθεν αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας, όπως αναμενόταν κάτω από παρόμοιες συνθήκες να έπραττε και οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος αγοραστής. Ανάλογη όμως ήταν και η στάση που τήρησαν και οι εφεσείοντες και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν τον φερόμενο αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας του οικοπέδου. Δεν αποδείχθηκε ότι η τιμή του οικοπέδου ήταν παράλογα χαμηλή πράγμα που θα μπορούσε να κινήσει υποψίες ούτε υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για οτιδήποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολία από πλευράς εφεσειόντων αναφορικά με την εγκυρότητα και τις προθέσεις του δήθεν πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ιδιοκτήτριας. Οι εφεσείοντες ενήργησαν υπό τις περιστάσεις όπως κάθε άλλος μέσος λογικός αγοραστής στα πλαίσια της συνήθους πορείας των πραγμάτων σχετικά με τέτοιου είδους συναλλαγές. . . . Δεν ήταν λοιπόν δυνατό κάτω από αυτές τις συνθήκες και όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα να αποδοθεί στους εφεσείοντες οποιαδήποτε ευθύνη ότι γνώριζαν ή ότι έπρεπε να υποψιαστούν οτιδήποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει στο γνωστό αποτέλεσμα. Ούτε βέβαια έχουν προκύψει στοιχεία μαρτυρίας στη βάση των οποίων θα μπορούσε να καταλογισθεί ευθύνη στους εφεσείοντες ότι γνώριζαν για την απάτη που εκπορεύθηκε από τον Αντώνη Βασιλείου και δεν το αποκάλυψαν»

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, οι εναγόμενες 3 και 5 δεν όφειλαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια που να σχετίζεται με τον τίτλο ιδιοκτησίας ο οποίος παρουσιάστηκε στην εναγόμενη 3 με σκοπό την υποθήκη ούτε και η εναγόμενη 5 όφειλε να πράξει οτιδήποτε εγγράφοντας το εμπράγματο βάρος επί της επίδικης περιουσίας.

 

Εις ότι αφορά την εναγόμενη 3 και την μαρτυρία την οποία παρουσίασε και έγινε αποδεκτή και ελλείψει αντίθετης αποδεκτής μαρτυρίας από μέρους των εναγόντων, διαπιστώνω ότι κατά την υποβολή των αιτήσεων δανείων από τον Κώστα Λοϊζίδη και τον εναγόμενο 1, προτάθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα ο τίτλος ιδιοκτησίας με το όνομα του εναγόμενου 1, το ακίνητο εκτιμήθηκε και μετά από εξέταση της αίτησης, των εισοδημάτων των αιτητών και των εξασφαλίσεων που είχαν προταθεί, οι αιτήσεις εγκρίθηκαν και το επίδικο ακίνητο υποθηκεύτηκε εξασφαλίζοντας δύο δάνεια. Οι ενάγοντες δεν υπέδειξαν ούτε απόδειξαν ότι η εναγόμενη 3 όφειλε να πράξει κατά διαφορετικό τρόπο ένεκα κάποιου γεγονότος που θα έπρεπε να την υποβάλει σε προβληματισμό ή υποψία ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 έπασχε καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Όπως εξήγησε ο ΜΥ2, ήταν σύνηθες να υποθηκεύεται περιουσία τρίτου προσώπου προς εξασφάλιση δανείων. Ούτε και από πλευράς εναγόντων επαναλαμβάνω δικογραφείται κάποια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη της εναγόμενης 3 πέραν του ότι τα δάνεια χορηγήθηκαν χωρίς να εξεταστεί δεόντως η εισοδηματική ικανότητα του εναγόμενου 1.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η εναγόμενη 3 δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με κάποιο στοιχείο ή γεγονός που να την υποχρέωνε να πράξει κατά συγκεκριμένο τρόπο για να προβεί σε έρευνα πέραν αυτής που προέβηκε για να καθορίσει την αξία του επίδικου ακινήτου το οποίο θα υποθηκευόταν προς όφελος της.  Δηλαδή, κανένα γεγονός έχει αποδειχθεί που θα υποχρέωνε την εναγόμενη 3 να προβεί σε έρευνα η οποία να σχετίζεται με το ιστορικό της μεταβίβασης του ακινήτου. Ούτε και κατά το στάδιο όπου ενεγράφησαν οι υποθήκες επί του ακινήτου στο Κτηματολόγιο φαίνεται να είχε λεχθεί ή υποδειχθεί οτιδήποτε από το Κτηματολόγιο στην εναγόμενη 3, το οποίο αποδέχθηκε προγενέστερα την μεταβίβαση του ακινήτου, που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την εναγόμενη 3 για να ερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εναγόμενος 1 απέκτησε το επίδικο ακίνητο.

 

Τα πιο πάνω, δεν αποδεικνύουν την παράβαση καθήκοντος και αμέλεια που αποδίδονται στις εναγόμενες 3 και 5. Από την άλλη όμως, είναι σημαντικό να τονίσω ότι οι αρχές που έχουν καταγραφεί πιο πάνω, εφαρμόζονται στην περίπτωση όπου ήδη περιουσία αποκτήθηκε από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή ενώ έχει μεσολαβήσει η διάπραξη κάποιας παρανομίας, ένας καλόπιστος τρίτος έχει ήδη εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της περιουσίας. Στην προκειμένη όμως περίπτωση οι εναγόμενες 3 και 5 δεν κατέστησαν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, παρά μόνο η εναγόμενη 3 παρά την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος, επιχείρησε την ολοκλήρωσης της αναγκαστικής πώλησης αλλά εμποδίστηκε να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα της από το Κτηματολόγιο. Υπό τις περιστάσεις όμως αυτές και με την δεδομένη παράνομη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1, εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή η οποία προστατεύει έναν καλόπιστο τρίτο, ο οποίος ήδη εγγράφηκε ως ιδιοκτήτης μίας περιουσίας.

 

Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Χ" Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, γιατί οι εφεσίβλητες δεν ήταν μέρη στο δόλο. Αυτό δεν είναι σύμφωνο με το Νόμο. Το συμφέρο που αποκτάται από δόλια πράξη δεν μπορεί να κρατηθεί από τρίτο πρόσωπο, παρόλο που το ίδιο δεν είναι μέρος στο δόλο - (βλ. Brigman v. Green 28 E.R. 399, L.C.).

 

Στην υπόθεση Huguenin v. Baseley, 33 E.R. 526, L.C., αποφασίστηκε ότι συμφέροντα που αποκτούνται μέσω του δόλου άλλου προσώπου, δεν μπορούν να κρατηθούν.

 

Στην υπόθεση Re Yates, Ex p. Brown, 27 W.R. 651, C.A., επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Ο James, L.J., είπε:-

 

"The principle is established that interests obtained through fraud cannot be maintained by third persons, although not themselves parties to the fraud."

 

Οι εφεσίβλητες δεν είναι καλή τη πίστει αγοραστές έναντι ανταλλάγματος.

 

Και στην περίπτωση ακόμα του καλή τη πίστει αγοραστή, η νομολογία επιβάλλει εύλογη φροντίδα και έρευνα για να μπορεί να θεωρηθεί "καλή τη πίστει αγοραστής" -(βλ. Akil Hussein Arnaout v. Emine Hussein Zinouri, 19 C.L.R. 249, όπου ο Αρχιδικαστής Hallinan, στη σελ. 255, αναφέρθηκε στη νομολογία πάνω στο θέμα, την οποία δεν είναι ανάγκη να επαναλάβουμε. Βλ., επίσης, Kyprianou ν. Mitsi and Another (1975) 3 J.S.C. 1179 Hanbury's Modern Equity, 5η Έκδοση,- 21 - σελ. 34 Cheshire Modern Law of Real Property, 10η Έκδοση, σελ. 63 και 65).

 

Στην παρούσα υπόθεση το Πιστοποιητικό Εγγραφής της εφεσίβλητης δεν είναι σύμφωνο με την κυριότητά της, το επίδικο τεμάχιο είναι ιδιοκτησία της εφεσείουσας, η οποία δικαιούται στις θεραπείες που ζήτησε στην αγωγή της.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη την εμπλοκή του εναγόμενου 1 στην εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του, δηλώνοντας ότι οι ενάγοντες γνώριζαν για την μεταβίβαση μέσω του τεκμηρίου 26 ενώ γνώριζε ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε στις εναγόμενες 3 και 5, θεωρώ ότι αυτές το μόνο δικαίωμα το οποίο απέκτησαν σε σχέση με το ακίνητο είναι την επιβάρυνση του με τις υποθήκες από μέρους της εναγόμενης 3 και με το εμπράγματο βάρος το οποίο εγγράφηκε από μέρους της εναγόμενης 5. Συνεπώς τα όποια δικαιώματα απέκτησαν επί του επίδικου ακινήτου περιορίζονται στις ως άνω εγγραφές επί του ακινήτου χωρίς να επεκτείνεται σε οποιοδήποτε δικαίωμα ιδιοκτησίας των εναγομένων 3 και 5. Η ως άνω Νομολογία, για παράδειγμα τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Orams (βλ. ανωτέρω), επικεντρώνεται στις συνέπειες αγοράς ενός ακινήτου από έναν καλόπιστο τρίτο ο οποίος δεν γνώριζε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας αποκτήθηκε με κάποιο παράνομο τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση τα δικαιώματα των εναγομένων 3 και 5, ως πιστωτές επί του επίδικου ακινήτου, δεν εξομοιώνουν αυτές με τρίτα πρόσωπα τα οποία απέκτησαν την κυριότητα της περιουσίας. Υπό αυτές δε τις συνθήκες εφαρμόζεται απόλυτα και χωρίς εξαιρέσεις ο κανόνας ότι το συμφέρον που αποκτάται από δόλια πράξη δεν μπορεί να κρατηθεί από τρίτο πρόσωπο, παρόλο που το ίδιο δεν είναι μέρος στο δόλο. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να επιτραπεί στην προκειμένη περίπτωση, η νομιμοποίηση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1, η οποία εξασφαλίστηκε υπό τις περιστάσεις τις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο. Θα πρέπει επίσης να προσθέσω ότι ακόμα και η διαδικασία την οποία ακολούθησε η εναγόμενη 3 μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, πληρώνοντας διάφορα τέλη και πιστώνοντας τον λογαριασμό του χρέους με διάφορα ποσά για την πώληση του ακινήτου, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να νομιμοποιήσει αναδρομικά την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1.

 

            Στην προκειμένη περίπτωση ο τίτλος ιδιοκτησίας από τον εναγόμενο 1 αποκτήθηκε εν αγνοία των εναγόντων και με βάση πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει τα μερίδια των εναγόντων στο όνομα του εναγόμενου 1. Εάν γινόταν αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης, τότε αυτό θα οδηγούσε στο άδικο αποτέλεσμα, ο εναγόμενος 1 να παραμείνει ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου με το ενδεχόμενο να αποπληρώσει τα χρέη και να παραμείνει ιδιοκτήτης μίας περιουσίας η οποία αποκτήθηκε με παράνομο τρόπο. Δεν θα μπορούσε συνεπώς υπό αυτές τις συνθήκες τα όποια δικαιώματα και συμφέροντα αποκτήθηκαν από τις εναγόμενες 3 και 5 να στερήσουν από τους ενάγοντες την περιουσία τους, η οποία αποκτήθηκε από τον εναγόμενο 1 με παράνομο τρόπο, αφήνοντας τον όμως να επωφελείται από την παρανομία αυτή, νομιμοποιώντας την εγγραφή του ως ιδιοκτήτης, λόγω των δικαιωμάτων που απέκτησαν οι εναγόμενες 3 και 5 επί του ακινήτου.

 

            Καθοδήγηση για τα πιο πάνω δύναται να αντληθεί από το δίκαιο ως αυτό έχει διαμορφωθεί στην Αγγλία, ως καταγράφεται πιο κάτω.

 

            Στην υπόθεση Edwards v Lloyds TSB Bank Plc [2004] EWHC 1745 (Ch) (19 July 2004), στην οποία έγινε αναφορά και σε άλλη σχετική Νομολογία, το επίδικο ακίνητο  ήταν εγγεγραμμένο στους δύο συζύγους. Μετά τον χωρισμό τους, ο σύζυγος  αποτάθηκε στην τράπεζα ζητώντας πιστωτική διευκόλυνση, παραχωρώντας υποθήκη επί του συνιδιόκτητου ακινήτου, δηλώνοντας ψευδώς ότι ήταν ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης. Αποφασίστηκε ότι, η επιβάρυνση του ακινήτου δεν μπορεί να δεσμεύει οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η υπογραφή έχει πλαστογραφηθεί, αλλά θα συνεχίσει να δεσμεύει το πρόσωπο που διέπραξε την πλαστογραφία, στο μέτρο που αφορά οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα που ανήκει σε αυτό το πρόσωπο. Συγκεκριμένα έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:Top of Form

 

Bottom of Form

 

«The position must surely be that the deed would not bind any person whose signature to it had been forged (that is in this case, Mrs Edwards), but it would continue to bind the person who had forged it, in so far as it affected any property interest which that person owned. One cannot suppose that the forger could, by relying on the illegality of his own conduct, escape the liability which by his own deed he purported to impose on himself. Moreover, the proposition that he cannot do that is in any event supported by authority. For example, in First National Securities Ltd v Hegerty (supra) a husband had executed a deed of charge of the house owned by himself and his wife. He signed his own name and forged his wife's signature. The deed was held to be effective as regards the husband's interest. Further, I quote a few sentences from the judgment of Hoffman J in Bowers v Bowers (also supra; see page 7 of the transcript):

 

In any case it is hard to see why the addition of a forged signature which is not relied upon should make any difference. ... [I]t would allow Mr Bowers to repudiate his own deed because a superfluous, forged signature had been added. ... I therefore do not accept that the addition of the forgery made any difference and I adhere to the view that the building society took an equitable charge over the husband's beneficial interest under section 63.

 

Second, Mr Woolf relied on the decision of HH Judge Kolbert, sitting as a High Court judge, in Penn v Bristol and West Building Society [1995] 2 FLR 938. A husband entered into a collusive sale of the family house to a Mr Wilson. The husband signed the transfer himself and forged the wife's signature. Mr Wilson knew exactly what was going on and went along with it. He raised a mortgage from the building society, purporting to grant a legal charge of the house. The wife succeeded in setting aside the purported transfer to Mr Wilson, since her signature was required and, to Mr Wilson's knowledge, she had not signed the document. The transfer was a sham and therefore was a nullity. As regards the building society, since Mr Wilson acquired no title to the property, he could not grant a mortgage to the society. Therefore the society did not acquire a mortgage of the house. The judge was also of the opinion that the society could not obtain an equitable charge over the husband's beneficial interest in the house, because the whole transaction was a sham. I agree with the judge's view that the society did not obtain an equitable charge over the husband's interest, although I might have been inclined to base that conclusion on the ground that the husband was not a party to the purported mortgage deed with the society rather than on the ground which the judge gave. However, the case is plainly distinguishable from the present case, where the bank (the nearest equivalent of Mr Wilson in that case) was certainly not a joint conspirator with Mrs Edwards' husband. The proposition that Mr Wilson could not obtain any form of ownership interest in that case does not mean that the bank could not obtain any form of security interest in this case. I add for completeness that in Penn v Bristol and West Building Society the inability of Mr Wilson to transfer any form of security interest to the society does not appear in the end to have mattered, because the society was held to have a good claim against a firm of solicitors for breach of warranty of authority.

 

            Στην υπόθεση επίσης Victus Estates & Ors v Munroe & Ors [2021] EWHC 2411 (Ch) (27 August 2021), όπου και πάλι η παράνομη μεταβίβαση μεριδίων σε περιουσία επιτελέστηκε από συνιδιοκτήτη στην περιουσία, αποφασίστηκε ότι η εγγραφή της περιουσίας που αφορούσε το αθώο μέρος θα έπρεπε να διορθωθεί, ενώ οι δανειστές, μπορούσαν να διατηρήσουν την επιβάρυνση επί των μεριδίων των προσώπων που γνώριζαν για την παράνομη μεταβίβαση της περιουσίας. 

 

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο παράνομος τρόπος με τον οποίο το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε στον εναγόμενο 1, δεν επιτρέπει την συνέχιση της εγγραφής στο όνομα του και θα πρέπει να διαταχθεί η επανεγγραφή του στους ενάγοντες στην έκταση που αφορά τα μερίδια τους. Εφόσον όμως, οι εναγόμενες 3 και 5 δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή ούτε γνώση των όσων προηγήθηκαν της εγγραφής των εμπραγμάτων βαρών επί του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τις ως άνω αποφάσεις, εφόσον ο εναγόμενος 1 ευθύνεται για την εγγραφή των εμπραγμάτων βαρών και υποθηκών, αυτά θα πρέπει να επιβαρύνουν το δικό του μερίδιο χωρίς να δικαιολογείται η διαγραφή τους από το σύνολο της επίδικης ιδιοκτησίας. Δηλαδή, οι υποθήκες προς όφελος της εναγόμενης 3 και η επιβάρυνση προς όφελος της εναγόμενης 5, θα πρέπει να επιβαρύνουν το ακίνητο, στο μερίδιο όμως το οποίo θα παραμείνει εγγεγραμμένο στον εναγόμενο 1, ήτοι στο ¼ μερίδιο.

 

Αντίθετη προσέγγιση, θεωρώ ότι θα επέτρεπε στον εναγόμενο 1, στον οποίο εξακολουθούν τα μερίδια των εναγόντων να είναι εγγεγραμμένα, να παραμείνει στο όνομα του η ιδιοκτησία την οποία παράνομα απέκτησε. Από την άλλη, οι εναγόμενες 3 και 5 διατηρούν πάντοτε το δικαίωμα τους για να εκτελέσουν τις εκδοθείσες αποφάσεις τις οποίες εξασφάλισαν σε σχέση με τα δάνεια, τα οποία παραχώρησαν στηριζόμενοι στον τίτλο που τους παρουσίασε ο εναγόμενος 1, ενώ διατηρούν το δικαίωμα τους για διεκδίκηση αποζημίωσης εναντίον του, τις οποίες δεν αξίωσαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.

 

Τέλος, θα πρέπει να εξεταστεί η θέση της εναγόμενης 3 ως αυτή παρατίθεται με την τελική αγόρευση της, σύμφωνα με την οποία οι υποθήκες Υ5826/06 και Β’Υ5811/07 οι οποίες κατέχονται από την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, δεν δύναται να διαταχθεί η ακύρωση τους από το Δικαστήριο χωρίς την συμπερίληψη της ως άνω εταιρείας ως διαδίκου. Εφόσον όμως δεν έχει διαταχθεί η ακύρωση των υποθηκών στην ολότητα τους, με αποτέλεσμα αυτές να περιοριστούν στο μερίδιο το οποίο νόμιμα κατέχει ο εναγόμενος 1, δεν τίθεται ζήτημα αντικατάστασης ή προσθήκης διαδίκου. Περαιτέρω, η θεραπεία που θα αποδοθεί σε σχέση με τις ως άνω υποθήκες εμπίπτει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τις οποίες απέκτησε η ΚΕΔΙΠΕΣ αντικαθιστώντας την ΣΕΔΙΠΕΣ σε σχέση με τις εν λόγω υποθήκες. Συνεπώς η ως άνω εισήγηση της εναγόμενης 3 δεν μπορεί να μεταβάλει την κατάληξη του Δικαστηρίου και δεν απαιτείται η προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου, εφόσον δεν αποδόθηκε στην εναγόμενη 3 οποιαδήποτε ευθύνη απορρέουσα από διάπραξη αστικού αδικήματος. 

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων 3 και 5 και κατ’ επέκταση δικαιούνται επίσης την έκδοση απόφασης υπέρ τους και εναντίον του εναγόμενου 1 ως έχει δηλωθεί, με τις ανάλογες διαφοροποιήσεις.

 

Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 5 ως ακολούθως:

 

Α. Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 1 με το οποίο ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή επ’ ονόματι του των ¾ μεριδίου των εναγόντων στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/3099, Τεμ. 89, Φ/Σχ. 26/53, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Αρκοσιηλερά στο χωριό Μακούντα της Επαρχίας Πάφου, η οποία έλαβε χώρα στις 02/09/2005.

 

Β. Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες κατά το ¼ μερίδιο έκαστος του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/3099, Τεμ. 89, Φ/Σχ. 26/53, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Αρκοσιηλερά στο χωριό Μακούντα της Επαρχίας Πάφου, από τις 2/9/2005.

 

Γ. Απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 με την οποία υποχρεούται να υπογράψει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο καθώς και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείται για την μεταβίβαση των ¾ μεριδίων επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/3099, Τεμ. 89, Φ/Σχ. 26/53, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Αρκοσιηλερά στο χωριό Μακούντα της Επαρχίας Πάφου επ’ ονόματι των Εναγόντων, κατά ¼ εξ’ αδιαιρέτου μερίδιο έκαστος και/ή την ακύρωση της μεταβίβασης επ’ ονόματι του η οποία έλαβε χώρα στις 2/9/2005.

 

Δ. Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση με την οποία ο Εναγόμενος 1  αναγνωρίζει την ακυρότητα οποιασδήποτε υποθήκης και οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους που τέθηκε προς όφελος των εναγομένων 3 και 5 από τον ίδιο επί των ¾ μεριδίων των Εναγόντων επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/3099, Τεμ. 89, Φ./Σχ 26/53, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Αρκοσιηλερά στο χωριό Μακούντα της Επαρχίας Πάφου και συγκεκριμένα των υποθηκών 6/Υ/5826/2006 ημερ. 01/12/2006 και 6/Υ/5811/2007 ημερ. 05/10/2007 υπέρ την Εναγόμενη 3 καθώς και του εμπράγματου βάρους 6/ΕΒ/1007/2008 ημερομηνίας 06/08/2008 που τέθηκε από την Εναγόμενη 5, 6/ΕΒ/1129/2009 ημερομηνίας 04/08/2009, 6/ΕΒ/652/2012 ημερομηνίας 27/03/2012, 6/ΕΒ/653/2012 ημερομηνίας 27/03/2012, 6/ΕΒ/2663/2012 ημερομηνίας 27/11/2012 που τέθηκαν από την Εναγόμενη 3 καθώς και οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους τέθηκε μετά την έγερση της παρούσας αγωγής από την Εναγόμενη 3 και περιορισμό τους στο ¼ μερίδιο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στον Εναγόμενο 1. 

 

Ε. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η επανεγγραφή των ¾ μεριδίων επί του ως άνω ακινήτου το οποίο περιγράφεται στην παρ. Α, στα ονόματα των Εναγόντων ανά ¼ μερίδιο.

 

Ζ. Διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως επί των ¾ μεριδίων επί του ως άνω ακινήτου το οποίο περιγράφεται στην παρ. Α, με αριθμό υποθήκης 6/Υ/5826/2006 ημερομηνίας 1.12.06 και 6/Υ/5811/2007 ημερομηνίας 5.10.07, αμφότερες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και περιορισμό των ως άνω υποθηκών στο ¼ μερίδιο του ως άνω ακινήτου το οποίο παραμένει εγγεγραμμένο στον εναγόμενο 1.

 

Η. Διάταγμα με το οποίο ακυρώνονται τα εμπράγματα βάρη με αριθμό 6/ΕΒ/1129/2009 ημερομηνίας 04/08/2009, 6/ΕΒ/652/2012 ημερομηνίας 27/03/2012, 6/ΕΒ/653/2012 ημερομηνίας 27/03/2012, 6/ΕΒ/2663/2012 ημερομηνίας 27/11/2012 που τέθηκαν από την Εναγόμενη 3 και περιορισμό τους στο ¼ μερίδιο του ως άνω ακινήτου το οποίο παραμένει εγγεγραμμένο στον εναγόμενο 1.

 

Θ. Διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται το εμπράγματο βάρος με αριθμό ΕΒ1007/2008 ημερομηνίας 10.6.08 επί των ¾ μεριδίων του ως άνω ακινήτου και περιορισμό του στο ¼ μερίδιο του ως άνω ακινήτου το οποίο παραμένει εγγεγραμμένο στον εναγόμενο 1.

 

Ι. Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 3 και 5 με την οποία υποχρεούνται να υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο καθώς και να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείται για την ακύρωση των ως άνω υποθηκών και εμπραγμάτων βαρών επί των ¾ μεριδίων των εναγόντων και μεταφορά τους στο ¼ μερίδιο του εναγόμενου 1 επί του ως άνω ακινήτου.

 

Κ. Δήλωση ότι οποιαδήποτε πράξη διενήργησε ο εναγόμενος 1 σε σχέση με τα ¾ του ως άνω ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων είναι εξ υπαρχής άκυρη.

 

Λ. Διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση των πιο πάνω.

 

          Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 3 και 5 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                                        (Υπ.) …………………………………...

                                                                                      Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο