Βαλεντίνος Κουμέττου ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα Haroutune Matossian ν. Αλέξανδρος ή Άλεξ Κωνσταντίνου κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 491/2024, 31/3/2026
print
Τίτλος:
Βαλεντίνος Κουμέττου ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα Haroutune Matossian ν. Αλέξανδρος ή Άλεξ Κωνσταντίνου κ.α., Αριθμός Απαίτησης: 491/2024, 31/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                            Αριθμός Απαίτησης: 491/2024

 

Μεταξύ:

 

Βαλεντίνος Κουμέττου ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα Haroutune Matossian

Ενάγοντα

και

 

Αλέξανδρος ή Άλεξ Κωνσταντίνου

                               

Εναγομένου

 

Και ως τροποποιήθηκε με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.6.25

 

Μεταξύ:

 

Βαλεντίνος Κουμέττου ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα Haroutune Matossian

Ενάγοντα

και

 

1.    Αλέξανδρος ή Άλεξ Κωνσταντίνου

                                         2.  D & A EZPC Cyprus Limited

Εναγομένων

                    

Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 18.9.25

 

Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2026

 

 

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγοντα - αιτητή: Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ  

Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: Ευτύχιος Πίτρος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο ενάγοντας με το έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης την οποία καταχώρησε εναντίον των εναγομένων αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8238 το οποίο βρίσκεται στην Τίμη της Επαρχίας Πάφου, την έκδοση Διατάγματος απομάκρυνσης οποιασδήποτε κινητής περιουσίας βρίσκεται εντός του ως άνω ακινήτου, αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη για το ποσό των €2.065 για την περίοδο από 1.5.24 – 31.10.24, αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη για το ποσό των €413 μηνιαίως από 1.11.24 μέχρι την εκκένωση και/ή παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής του ακινήτου. 

 

Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως την υπεράσπιση τους στην απαίτηση του ενάγοντα.

 

Ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε σχέση με τις ως άνω αναφερόμενες αξιώσεις του.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο ενάγοντας, ο ίδιος του διορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης του Haroutune Matossian, δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ Λευκωσίας ημερομηνίας 15.12.21 (τεκμήριο 1). Ο αποβιώσαντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και δικαιούχος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8238 (τεκμήριο 2). Ο μάρτυρας στις 25.7.24 επισκέφθηκε το ακίνητο και διαπίστωσε ότι αυτό χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων από την εταιρεία με την επωνυμία PARKNFLY και τον εναγόμενο 1. Συνομίλησε με υπάλληλο της εταιρείας, ο οποίος του έδωσε το τηλέφωνο του εναγόμενου 1. Μιλώντας με τον εναγόμενο 1, του ανέφερε ότι χρησιμοποιεί το ακίνητο από τον Μάιο του 2024 εφόσον δεν γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου και εξέφρασε την πρόθεση του για να το ενοικιάσει, απαντώντας του επίσης σε σχετική ερώτηση, ότι η ως άνω εταιρεία ανήκει στον ίδιο προσωπικά. Ακολούθως ο ενάγοντας προέβηκε στις 6.8.24 σε καταγγελία στην Αστυνομία για την παράνομη επέμβαση και χρήση του ακινήτου από την εταιρεία και τον εναγόμενο 1 (τεκμήριο 6). Στις 20.8.24 οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν επίσης επιστολή στην εταιρεία και στον εναγόμενο 1 καλώντας τους να τερματίσουν κάθε επέμβαση επί του ακινήτου και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης τους θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα (τεκμήριο 7). Όπως προέκυψε από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 η οποία συνόδευε την ένσταση στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι είναι διευθυντής της εναγόμενης 2, η οποία ασχολείται με σταθμεύσεις και ενοικιάσεις αυτοκινήτων και ότι αμφότεροι χρησιμοποιούν το ακίνητο χωρίς να υπάρχει συμφωνία ενοικίασης ή να καταβάλλουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Ως εκ των πιο πάνω, οι καθ’ ων η αίτηση παράνομα κατέχουν το ακίνητο, χωρίς να έχει καταρτιστεί οποιαδήποτε συμφωνία. Η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €330.000 και η μηνιαία ενοικιαστική του αξία ανέρχεται στο ποσό των €413 μηνιαίως. Τέλος, υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο ενάγοντας κατέθεσε ως τεκμήριο 1 έκθεση εκτίμησης για τον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου και ως τεκμήρια 2 και 3 αντίγραφα αποδεικτικών αποστολής των επιστολών ημερομηνίας 6.8.24 και 14.10.24, προς την Αστυνομία μέσω τηλεομοιότυπου  και ημερομηνίας 20.8.24 η οποία στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο προς την εταιρεία και τον εναγόμενο 1 η οποία παραλήφθηκε στις 18.9.24.

 

Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλλουν διάφορους λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, μεταξύ άλλων, γιατί οι εναγόμενοι έχουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση την οποία θα πρέπει να τους επιτραπεί να προβάλουν στο πλαίσιο της ακρόασης, ο ενάγοντας δεν απέδειξε την υπόθεση του με την μαρτυρία την οποία έχει παρουσιάσει, η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε είναι ανεπαρκής και αβάσιμη, δεν αποστάληκε Προδικαστικό Πρωτόκολλο, δεν προσκομίζεται έκθεση εκτίμησης σε σχέση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις, προκύπτουν νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να επιλυθούν κατά τη δίκη και η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.  

 

            Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εναγόμενης 2 και ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2024 όταν και επικοινώνησε μαζί του ο ενάγοντας, δεν γνώριζε σε ποιον ανήκει το επίδικο ακίνητο. Όταν μίλησε με τον ενάγοντα, του ανέφερε ότι ο ίδιος του προσωπικά επιθυμεί να ενοικιάσει το επίδικο ακίνητο, όπου ο ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι είναι σύμφωνος και θα ενημέρωνε σχετικά τον δικηγόρο του για να γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες. Διευκρινίζει επίσης ότι το όνομα της εταιρείας του είναι αυτό της εναγόμενης 2, η οποία ασχολείται με ενοικιάσεις και σταθμεύσεις αυτοκινήτων και είναι δικαιούχος της εμπορικής επωνυμίας PARKNFLY. Υποστηρίζει επίσης ότι παρά τις προσπάθειες του για υπογραφή συμφωνίας ενοικίασης, ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε, ούτε απέστειλε Προδικαστικό Πρωτόκολλο με αποτέλεσμα να δημιουργούνται έξοδα και να σπαταλείται Δικαστικός χρόνος. Αρνείται ότι γνώριζε για την καταγγελία στην Αστυνομία όπως επίσης αρνείται την λήψη επιστολής από τους δικηγόρους του αιτητή. Αποτελεί επίσης θέση του ότι δεν έχει γίνει επίσημη οριοθέτηση του ακινήτου για να διαπιστωθεί η ισχυριζόμενη επέμβαση. Υποστηρίζει επίσης ότι μεταξύ του και του ενάγοντα συμφωνήθηκε προφορικά η ενοικίαση του ακινήτου, ενώ ουδέποτε του προσκομίστηκε γραπτή συμφωνία προς υπογραφή και ως εκ τούτου δεν υφίσταται οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση. Κατά τα λοιπά ο εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης.

 

            Προς απάντηση στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα, καταχωρήθηκε η απαντητική ένορκη δήλωση του κου Ε. Πίτρου, με την οποία αμφισβητείται η εκτίμηση της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου αλλά και η αποστολή και παραλαβή των επιστολών οι οποίες αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστηρίχθηκαn οι εκατέρωθεν θέσεις τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά σ’ αυτό.

 

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο προβλέπει για τη διαδικασία με την οποία δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς την διεξαγωγή δίκης.

 

Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό 24.2, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγομένου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν κρίνει ότι:

 

1. Ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

2. Δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Ως προς το διαδικαστικό μέρος της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο Κανονισμός 24.3 προβλέπει πως ο ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το Δικαστήριο δώσει άδεια και σε περίπτωση που ο ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.

 

Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 24.4, η αίτηση υποβάλλεται με βάση τα όσα διαλαμβάνει το Μέρος 23 των Κανονισμών, όπου με την αίτηση θα πρέπει να παρουσιάζεται μαρτυρία σύμφωνα με την οποία:

 

1.   Να προσδιορίζεται περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή

2.   Να αναφέρεται ότι η αίτηση υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

 

Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 24, δύναται  να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

(α) απόφαση επί της απαίτησης,

(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ) απόρριψη της αίτησης,

(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.

 

Πέραν τω ως άνω, το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης και περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης, είτε στην ολότητα της είτε για επιμέρους ζητήματα τα οποία θα κρίνει αναγκαίο να εκδικαστούν.

 

Ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης το Μέρος 24.4 (3)  αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει αυτός να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας, ο ενάγοντας οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται, τηρουμένου του δικαιώματος του να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).

 

Όπως έχει πρόσφατα λεχθεί στην υπόθεση        Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, ημερομηνίας 11/2/2026, σε σχέση με το βάρος απόδειξης της αίτησης:

 

«Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.

Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.

 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

 

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:

 

«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης.  Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».

 

Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνεται ορθότερο όπως εξετάσω τον λόγο ένστασης υπ’ αριθμό 11, με τον οποίο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει λόγω του ότι ο ενάγοντας δεν απέστειλε Προδικαστηριακό Πρωτόκολλο, το οποίο συμβάλλει στην εξάντληση των προσπαθειών για εξώδικη διευθέτηση.

 

Είναι δεδομένο ότι η πρόνοια του Κανονισμού 3.10, ως προς την αποστολή Προδικαστηριακού Πρωτοκόλλου, αποσκοπεί στην διασφάλιση και εξυπηρέτηση του πρωταρχικού σκοπού, ο οποίος αποτελεί τον πυλώνα και πνεύμα των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο λόγος δεν είναι άλλος, από το να δύνεται η ευκαιρία σε πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται μία απαίτηση, να γνωρίζει ότι ο απαιτών προτίθεται να λάβει Δικαστικά μέτρα και να δίδεται η ευκαιρία για συμβιβασμό προτού κινηθούν Δικαστικές διαδικασίες και να αποφεύγεται η σπατάλη πολύτιμου Δικαστικού χρόνου και εξόδων. 

 

Όπως επίσης προκύπτει από τις πρόνοιες του Μέρους 3.10(4), η μη συμμόρφωση με την αποστολή του πρωτοκόλλου, δεν συνεπάγεται σε ακυρότητα της διαδικασίας, αλλά προβλέπονται εξουσίες του Δικαστηρίου για επιβολή κυρώσεων αναλόγως των συνεπειών της παράβασης στο αναίτιο μέρος, σκοπός των οποίων δεν είναι η δημιουργία άδικων πλεονεκτημάτων υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, αλλά για να επιτευχθεί ο σκοπός που εξυπηρετεί η αποστολή ενός Προδικαστηριακού Πρωτοκόλλου, δηλαδή κατά πόσο θα μπορούσε μία υπόθεση να διευθετηθεί προτού εγερθεί η Δικαστική διαδικασία.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγοντας υποστηρίζει  ότι οι δικηγόροι του πριν την καταχώρηση της απαίτησης απέστειλαν επιστολή στην PARKNFLY, η οποία φαινόταν από τις πινακίδες ως κάτοχος του ακινήτου και στον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 20.8.24 καλώντας τους να τερματίσουν κάθε επέμβαση στο ακίνητο και σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν Δικαστικά  μέτρα εναντίον τους. Πέραν τούτου, ο ενάγοντας επικαλείται τις πρόνοιες του Μέρους 3, Κανονισμό 3.11(1)(α), σύμφωνα με τον οποίο δεν απαιτείτο η αποστολή Προδικαστηριακού Πρωτοκόλλου, εφόσον το ζήτημα ήταν επείγουσας φύσεως εξού και ταυτόχρονα με την καταχώρηση της απαίτησης καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Πέραν τούτων, σύμφωνα με τον ενάγοντα, εφόσον η πρόθεση των εναγομένων ήταν η ενοικίαση του ακινήτου ως προτάθηκε από τον εναγόμενο 1 στον αιτητή και η πρόταση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή, τότε η αποστολή Προδικαστικού Πρωτοκόλλου δεν θα διαφοροποιούσε την κατάσταση, εφόσον ο ενάγοντας θα προχωρούσε στην καταχώρηση της απαίτησης.

 

Από την άλλη, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν μετά βεβαιότητας ότι χωρίς την αποστολή του Προδικαστηριακού Πρωτοκόλλου, δεν τους δόθηκε η ευκαιρία διευθέτησης της υπόθεσης, εφόσον πρόθεση τους εξ αρχής, όπως αναφέρθηκε από τον εναγόμενο 1 στον ενάγοντα, ήταν η σύναψη συμφωνίας ενοικίασης του ακινήτου.  

 

Έχοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω, φαίνεται ότι παρά του ότι δεν αποστάληκε Προδικαστηριακό Πρωτόκολλο, οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία πριν την καταχώρηση της απαίτησης να συζητήσουν και να εκφράσουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένα δε η μόνη διευθέτηση την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι ήταν η ενοικίαση του ακινήτου και παρά του ότι ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η πρόταση του αυτή έγινε αποδεκτή, εξ αρχής ο ενάγοντας φαίνεται να μην έχει αποδεχτεί την πρόταση αυτή, εφόσον προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία όταν διαπίστωσε την κατοχή του ακινήτου από τους εναγόμενους και απέστειλε επιστολή καλώντας τους να τερματίσουν την επέμβαση στο ακίνητο, χωρίς να έχει διαφανεί πρόθεση για ενοικίαση του ακινήτου. Αν και οι εναγόμενοι αρνούνται την αποστολή και παραλαβή της επιστολής, φαίνεται στο τεκμήριο 4 το οποίο ο ενάγοντας κατέθεσε με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, η επιστολή αυτή παραλήφθηκε στις 18.9.25.

 

Υπό το φως των ως άνω γεγονότων και σε συνδυασμό με το ότι ο ενάγοντας διαπιστώνοντας ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν συμμορφωθεί, προχώρησε στην καταχώρηση της απαίτησης σε επείγουσα βάση ζητώντας ταυτόχρονα την έκδοση προσωρινού διατάγματος, καταλήγω ότι δεν απαιτείτο η αποστολή του πρωτοκόλλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση η αποστολή του θα εξυπηρετούσε τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται η αποστολή τέτοιου πρωτοκόλλου. Κατά ξεκάθαρο τρόπο, φαίνεται ότι η μοναδική πρόταση την οποία οι εναγόμενοι προβάλλουν μέχρι και σήμερα, οι οποίοι παραδέχονται ότι κατέχουν το ακίνητο χωρίς να προηγηθεί κάποια συμφωνία λειτουργώντας την επιχείρηση τους με την πρόφαση ότι δεν εντοπιζόταν ο ιδιοκτήτης, είναι η ενοικίαση του ακινήτου δια της κατάρτισης συμφωνίας, ενώ ο ενάγοντας δεν αποδέχεται κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια και κατά κοινή αποδοχή των δύο πλευρών, η πρόταση των εναγομένων εφόσον δεν θα γινόταν αποδεκτή, η αποστολή του πρωτοκόλλου δεν θα οδηγούσε σε διευθέτηση της υπόθεσης και κατά συνέπεια δεν θα εξυπηρετείτο ο σκοπός της εξώδικης διευθέτησης, στην οποία αποσκοπεί η πρόνοια για αποστολή του πριν την καταχώρηση της απαίτησης.

 

Συνεπώς, ο λόγος ένστασης υπ’ αριθμό 11 δεν γίνεται αποδεκτός και ο ενάγοντας δεν κωλύεται στην έγερση και προώθηση της απαίτησης και αίτησης του. Υπό τις ως άνω περιστάσεις, κρίνεται επίσης ορθό και δίκαιο όπως μην επιβληθούν οποιεσδήποτε κυρώσεις.

 

            Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης, διαπιστώνω ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει το Μέρος 24 των Κανονισμών και ο ενάγοντας έχει συμμορφωθεί με αυτές. Συγκεκριμένα, προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 11.11.24, υπεράσπιση στις 5.8.25, μετά την προσθήκη ως διαδίκου της εναγόμενης 2 και ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του ο ενάγοντας, υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι ουδεμία πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης έχουν και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. 

 

     Η αίτηση στηρίζεται στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι τέθηκαν σε εφαρμογή το έτος 2023. Στην ως άνω απόφαση, Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED (βλ. ανωτέρω), το Εφετείο προέβηκε σε ενδελεχή ανάλυση των προνοιών του Μέρους 24 και οι  προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης έτυχαν ερμηνείας κυρίως ως προς τους όρους οι οποίοι συναντώνται στο Μέρος 24 «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», ως το απόσπασμα το οποίο ακολουθεί:

 

«Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd  [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:

 

1.    Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).

 

2.    Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

 

3.    Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

 

4.    Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).

 

5.    Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

 

6.    Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

 

7.    Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

 

Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική,  σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).

 

Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»

 

Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων  ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα.

 

 

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).

 

Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά.  Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013,  με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.»

 

Εξέτασα  με την απαιτούμενη προσοχή τις εκδοχές τις οποίες η κάθε πλευρά προωθεί. Όπως διαπιστώνεται, τα ουσιαστικά γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση του ενάγοντα δεν αμφισβητούνται.

 

Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται η ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου από τον αποβιώσαντα και ο διορισμός του ενάγοντα ως εκτελεστή της διαθήκης του. Κυρίως, δεν αμφισβητείται το ουσιαστικό γεγονός ότι οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τις παραδοχές του εναγόμενου 1, κατέχουν το επίδικο ακίνητο, ασκώντας την επιχείρηση τους μέσω της επωνυμίας PARKNFLY. Η δε εμπλοκή του εναγόμενου 1 στην κατοχή και χρήση του ακινήτου, προκύπτει από την δική του εκδοχή ότι ο ίδιος του ζήτησε από τον ενάγοντα να ενοικιάσει το ακίνητο, αναφερόμενος τόσο στην κοινή κατοχή του ακινήτου όσο και στην κοινή πρόθεση των εναγομένων για ενοικίαση του. Προκύπτει επίσης κατά σαφή τρόπο από τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος 1, ότι στο ακίνητο εγκαταστάθηκε η επιχείρηση των εναγομένων από τους ίδιους, χωρίς να ληφθεί η άδεια ή συγκατάθεση του ενάγοντα και χωρίς να προηγηθεί κάποια συμφωνία, εφόσον όπως ο ίδιος του αναφέρει, δεν μπορούσε να εντοπίσει τον ιδιοκτήτη. Οι δύο πλευρές συμφωνούν επίσης ότι όταν ο ενάγοντας διαπίστωσε την κατοχή του ακινήτου, αρχικά  μόνο από την εταιρεία PARKNFLY, επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 περί το καλοκαίρι του 2024, κατά τον ενάγοντα τον Ιούλιο του 2024 και κατά τον εναγόμενο 1 περί τον Ιούνιο του 2024. Αυτό όμως που έχει σημασία, είναι ότι κατά την πρώτη τους επικοινωνία, κατέστη σαφές από πλευράς ενάγοντα ότι το ακίνητο θα έπρεπε να παραδοθεί. Αν και αμφισβητείται η θέση αυτή του ενάγοντα, με τον εναγόμενο 1 να υποστηρίζει ότι συμφωνήθηκε κατά την πρώτη τους επικοινωνία η ενοικίαση του ακινήτου, ο ενάγοντας παρουσίασε τέτοια μαρτυρία, όπως τα τεκμήρια 2 και 3 στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, με τα οποία φαίνεται να προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία και σε αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 20.8.24, η οποία ταχυδρομήθηκε με συστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκε στις 18.9.24, ως φαίνεται στο τεκμήριο 4 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα, καλώντας τους εναγόμενους να άρουν κάθε επέμβαση στο ακίνητο.  

    

Με τα ως άνω γεγονότα τα οποία παρουσίασε ο ενάγοντας αλλά και σύμφωνα με τα όσα δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει πείσει το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό, ότι συντρέχει λόγος ώστε να αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης.  Επαναλαμβάνω ότι η όλη υπόθεση του ενάγοντα βασίζεται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν στο ακίνητο, κατέχουν αυτό και ασκούν εντός του την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, αρνούμενοι μέχρι σήμερα να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου.

 

Στρεφόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι προς τούτο προσκόμισαν μαρτυρία εις αντίκρουση της μαρτυρίας του ενάγοντα.

 

Κατ’ αρχάς τα όσα οι εναγόμενοι προβάλλουν με την υπεράσπιση τους σε σχέση με την εταιρεία η οποία πραγματικά κατέχει το ακίνητο, το ζήτημα αυτό έχει αποσαφηνιστεί μέσω της μαρτυρίας την οποία οι ίδιοι εναγόμενοι προσκόμισαν και συγκεκριμένα μέσω του τεκμηρίου 2, το οποίο κατατέθηκε με την ένσταση. Το ζήτημα δε αυτό προέκυψε εξαρχής, εξού και ο ενάγοντας προχώρησε στην προσθήκη διαδίκου σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, προσθέτοντας την εταιρεία εναγόμενη 2 την οποία υπέδειξε ο εναγόμενος 1.  Οι εναγόμενοι επίσης σχολιάζουν ότι οι φωτογραφίες οι οποίες παρουσιάστηκαν ως τεκμήριο 5 δεν φέρουν κάποια ημερομηνία και δεν είναι ευκρινείς. Προς τούτο όμως δεν ήταν αναγκαίο να προσκομιστεί άλλη μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα εφόσον δεν αμφισβητείται η κατοχή του ακινήτου για σκοπούς της επιχείρησης των εναγομένων για στάθμευση οχημάτων.

 

Κατά δεύτερο, οι εναγόμενοι επικαλούνται ως ουσιαστική τους υπεράσπιση το γεγονός ότι άμεσα εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για ενοικίαση του ακινήτου, ο ενάγοντας συμφώνησε και ανέμενε την ετοιμασία και υπογραφή της συμφωνίας. Υποστηρίζουν επίσης ότι πλέον κατέχουν το ακίνητο δυνάμει προφορικής συμφωνίας, εφόσον ο ενάγοντας τηλεφωνικά αποδέχτηκε την ενοικίαση του ακινήτου. Έχοντας όμως υπόψη ότι κατά κοινή ομολογία οι εναγόμενοι έλαβαν κατοχή του ακινήτου χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία και χωρίς συγκατάθεση αλλά και τις ενέργειες του ενάγοντα τις οποίες έλαβε άμεσα μετά την διαπίστωση της κατοχής του ακινήτου, καλώντας τους να παραδώσουν το ακίνητο, κρίνω ότι η ως άνω ουσιαστική θέση των εναγομένων δεν μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική υπεράσπιση με προοπτική επιτυχίας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι αν και επικαλούνται την προφορική συναίνεση του ενάγοντα για ενοικίαση του ακινήτου και αναμενόταν η ετοιμασία και υπογραφή της συμφωνίας, οι εναγόμενοι δεν παρέθεσαν οποιαδήποτε πτυχή της συμφωνίας αυτής, ως προς το ενοίκιο ή την διάρκεια της. Θα αναμενόταν δηλαδή εάν όντως είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο, οι εναγόμενοι να γνωρίζουν αρχικά τι θα συμφωνούσαν και τι θα υπόγραφαν με τον ενάγοντα. Άλλωστε, η κατοχή του ακινήτου από τους εναγόμενους χωρίς την προηγούμενη άδεια ή συμφωνία με τον ενάγοντα, δεν μπορεί να υποχρεώσει τον ενάγοντα να συμβληθεί με τους εναγόμενους.

           

Οι εναγόμενοι προβάλλουν επίσης ως υπεράσπιση με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, τον ισχυρισμό ότι το ακίνητο δεν έχει οριοθετηθεί για να καθοριστεί η επέμβαση και η έκταση της. Ούτε η θέση όμως αυτή δύναται να αποτελέσει μία ουσιαστική υπεράσπιση με προοπτική επιτυχίας, εφόσον οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους δεν δικογραφούν τέτοιο ισχυρισμό  αλλά και σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία παρουσίασαν, επιμένουν ότι προτάθηκε η ενοικίαση του ακινήτου στην κατάσταση δηλαδή που κατέχουν αυτό σήμερα, καθώς επίσης ισχυρίζονται ότι για το ακίνητο και πάλι ως έχει η υφιστάμενη κατοχή του από τους εναγόμενους, καταρτίστηκε προφορική συμφωνία. Οι θέσεις αυτές των εναγομένων αναιρούν η μία την άλλη χωρίς να παρουσιάζουν μία προοπτική επιτυχίας στον βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής αλλά και στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται οι εναγόμενοι να καταδείξουν.

 

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι δεν έλαβαν την ειδοποίηση του ενάγοντα ημερομηνίας 20.8.24, σύμφωνα όμως με την μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο ενάγοντας και συγκεκριμένα το τεκμήριο 4 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, φαίνεται ότι αυτή παραλήφθηκε στις 18.9.24, χωρίς η πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους να φέρει πραγματική προοπτική επιτυχίας.

 

Αποτελεί επίσης θέση τους ότι ο ενάγοντας δεν συντηρούσε το ακίνητο και δεν τοποθέτησε πινακίδα που να απαγορεύεται η είσοδος ή χρήση του. Οι θέσεις όμως αυτές σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν υπερασπίσεις με προοπτική επιτυχίας στην απαίτηση του ενάγοντα, εφόσον το γεγονός ότι οι εναγόμενοι εισήλθαν εντός αυτού και το χρησιμοποιούν χωρίς άδεια ή συμφωνία με τον ενάγοντα, δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν το καθεστώς κατοχής του ακινήτου.

  

Το σύνολο των ως άνω ζητημάτων τα οποία εγείρονται κρίνω ότι δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε βαθμό πολυπλοκότητας. Επαναλαμβάνω ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης τους, ενώ ο ενάγοντας με την μαρτυρία την οποία έχει παρουσιάσει έχει καταδείξει την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου αλλά και την κατοχή του από τους εναγόμενους χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή άδειας ή κατάρτιση νόμιμης συμφωνίας. Όπως επίσης, ο ενάγοντας έχει καταδείξει την νόμιμη διεκδίκηση του ακινήτου από τους εναγόμενους τους οποίους κάλεσε με την επιστολή ημερομηνίας 20.8.24 να άρουν κάθε επέμβαση.  Από την άλλη το μοναδικό γεγονός, η κατοχή δηλαδή του επίδικου ακινήτου από τους εναγόμενους, υπό τις περιστάσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν είναι αρκετό ώστε να παρασχεθεί στους εναγόμενους το δικαίωμα υπεράσπισης.

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι τα ζητήματα τα οποία εγείρονται με την αίτηση δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία ή κάποια πολυπλοκότητα και με βάση τα γεγονότα τα οποία αναφερθήκαν πιο πάνω δεν προκύπτει αναγκαιότητα εξέτασής τους στο πλαίσιο μίας κανονικής δίκης. 

Δεν διαπιστώνω επίσης η αίτηση να έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά ή κακόπιστα με σκοπό να αποφύγει ο ενάγοντας τις νόμιμες υποχρεώσεις του έναντι των εναγομένων, ως προβάλλουν οι εναγόμενοι με την ένσταση τους, ενόψει του ότι οι θέσεις των εναγομένων για την ύπαρξη υποχρεώσεων έναντι τους από τον ενάγοντα,  δεν έγιναν αποδεκτές.

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 αφού  η υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν έχει διαπιστωθεί οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος ώστε το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί στο πλαίσιο δίκης.  Κατά την διαμόρφωση της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη και ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υπό το πρίσμα του οποίου διαβάζονται και ερμηνεύονται οι Κανονισμοί και συγκεκριμένα λήφθηκαν υπόψη τα ακόλουθα τα οποία λεχθήκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED (βλ. ανωτέρω):

 

«To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

 

«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

 

Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου και εφόσον ο ενάγοντας απέδειξε ότι δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων, το επόμενο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι οι αιτούμενες θεραπείες τις οποίες αξιώνει ο ενάγοντας. 

 

Ο ενάγοντας αξιώνει την έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου ακινήτου και εντός 20 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος, οι εναγόμενοι να εκκενώσουν το ακίνητο και να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή αυτού, καθώς επίσης να απομακρύνουν οποιαδήποτε κινητή περιουσία βρίσκεται εντός του ακινήτου. Αξιώνει επίσης την απόδοση αποζημιώσεων και ενδιάμεσων κερδών.

 

Ως προς την χρηματική απαίτηση, ο ενάγοντας με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση κατέθεσε ως τεκμήριο 1 εκτίμηση με την οποία υπολογίστηκε η αξία του ακινήτου σε €330.000, ήτοι ενοίκιο €4.950 ετησίως και €413 μηνιαίως, το οποίο αξιώνεται ως ενδιάμεσα οφέλη.

 

Αν και ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την χρηματική αξίωση του, οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους αλλά και με την μαρτυρία την οποία παρουσίασαν στα πλαίσια της παρούσας, αρνούνται και αμφισβητούν τα αξιούμενα αυτά ποσά αλλά και τον τρόπο υπολογισμού της αξίας του αγοραίου ενοικίου.

    

Σχετική με το εν λόγω ζήτημα είναι η απόφαση στην υπόθεση Mukhtar Mohamed Al Nwili vMaremonte Investments Ltd Πολ. Έφεση Ε205/2017, ημερομηνίας 9.1.2024, η οποία αφορούσε έλεγχο πρωτόδικης απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση με την οποία επιδικαστήκαν αποζημιώσεις με βάση την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι από τη στιγμή που η περίπτωση που εξεταζόταν δεν αφορούσε ανάκτηση κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος καταβολής συγκεκριμένου ενοικίου, το ύψος της ενοικιαστικής αξίας θα μπορούσε να προσδιοριστεί μόνο στο πλαίσιο της δίκης και ως εκ τούτου η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε, λέγοντας τα ακόλουθα:

 

«Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη.  Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης…Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση».

 

Έχοντας συνεπώς υπόψη την αμφισβήτηση των αξιούμενων αποζημιώσεων αλλά και τα όσα έχουν λεχθεί στην ως άνω υπόθεση, κρίνω ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης ως οι παραγράφοι Δ – Ζ της αίτησης.  

 

Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με το Μέρος 24, επιτρέπεται η έγκριση μέρους της αίτησης. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω κατά πόσο μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως οι παραγράφοι Α – Γ της αίτησης.

    

Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα, λαμβάνω υπόψη ότι η θέση των εναγομένων ότι συμφωνήθηκε προφορικά με τον ενάγοντα η ενοικίαση του ακινήτου,  προβλήθηκε κατά γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς να παρουσιαστεί κάποιο στοιχείο ως προς τους όρους της συμφωνίας αυτής, ενώ επαναλαμβάνω ο ενάγοντας έχει καταδείξει με την μαρτυρία την οποία παρουσίασε, ότι ο αποβιώσαντας, του οποίου είναι εκτελεστής της διαθήκης, είναι ο νόμιμος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου υπό την ιδιότητα του αυτή. Κρίνω συνεπώς ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για ανάκτηση του επίδικου ακινήτου, ελεύθερου από κάθε περιουσία την οποία οι εναγόμενοι διατηρούν εντός αυτού. Θεωρώ όμως ότι  δικαιολογείται η παραχώρηση εύλογου χρόνου, ήτοι 30  ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς, για σκοπούς συμμόρφωσης τους και όχι 20 ημερών ως αιτείται ο ενάγοντας.

 

Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδονται Διατάγματα εναντίον των εναγομένων ως ακολούθως:

 

Α.  Εκδίδεται Διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8238, Φ/Σχ. 51/46, τεμάχιο 84, τμήμα 0, το οποίο βρίσκεται στην Τίμη, στην Επαρχία Πάφου.

 

Β. Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 και/ή οι αντιπροσώποι και/ή υπαλλήλοι και/ή υπηρέτες αυτών, όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος στους εναγόμενους 1 και 2, εκκενώσουν το ως άνω ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο Α και παραδώσουν την  ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο Α ανωτέρω, στον ενάγοντα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε αυτός υποδείξει.

 

Γ. Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 και/ή οι αντιπροσώποι και/ή υπαλλήλοι και/ή υπηρέτες αυτών όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος στους εναγόμενους 1 και 2, απομακρύνουν και/ή αποσύρουν από το ακίνητο το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο Α, οποιαδήποτε κινητή περιουσία βρίσκεται εντός του ακινήτου.

 

Δίδεται δικαίωμα στους εναγόμενους 1 και 2 να υπερασπιστούν στην απαίτηση του ενάγοντα σε σχέση με τις αξιώσεις υπό στοιχεία Δ - Z του Εντύπου Απαίτησης.

 

     Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα – αιτητή και εναντίον των εναγομένων – καθ’ ων η αίτηση, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, κατά τα ¾ εφόσον ο ενάγοντας έχει επιτύχει αναφορικά με το μεγαλύτερο μέρος των αξιώσεων του.

 

Η απαίτηση ορίζεται για διαχείριση σε σχέση με το ζήτημα το οποίο παρέμεινε προς εκδίκαση και για υπολογισμό των εξόδων της αίτησης από το Δικαστήριο στις 8.4.26, 9 π.μ. με φυσική παρουσία. Κατάλογος εξόδων από μέρους του ενάγοντα να καταχωρηθεί δύο καθαρές ημέρες προηγουμένως.  

 

 

 

 

(Υπ.)   ............................................

             Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο