ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αγωγή: 1371/16
Μεταξύ:
Έλενας Αντωνιάδου
και
1. Θεμιστοκλή Ηλία
2. TH. & E. Elia Limited
3. ΘΕΜΗ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
4. Ηρόδοτου Ηλία
Αίτηση ημερομηνίας 29.10.25 υπό εναγομένων 1, 3 και 4 - αιτητών
για τροποποίηση της υπεράσπισης
Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για εναγόμενους 1, 3 και 4 – αιτητές: κος Ε. Ζαχαράκης για Ηλία Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ
νέκνα για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια ΔΕΠΕ
Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Σ. Ζαννούπας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγουσα με τον εναγόμενο 1 ήταν πρώην σύζυγοι και μέτοχοι κατά 50% στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, αξιώνει διάφορα ποσά από τους εναγόμενους λόγω, μεταξύ άλλων, παράνομης μεταφοράς και/ή χρήσης περιουσίας της εναγόμενης 2, η οποία επιτελέστηκε από τον εναγόμενο 1 προς την εναγόμενη 3. Αξιώνει επίσης, μεταξύ άλλων, την καταβολή ειδικών αποζημιώσεων για το ποσό των €180.000.
Η έκθεση απαίτησης τροποποιήθηκε μετά από σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.10.25 και μετά την συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι αιτητές αιτούνται την τροποποίηση της υπεράσπισης, δια της προσθήκης του ισχυρισμού ότι η εναγόμενη 2 συστήθηκε περί το 2005 και δεν λειτουργεί από το 2015, ενώ την 19.9.25 διαγράφηκε από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών βάσει του άρθρου 327 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Περαιτέρω, η εναγόμενη 3 ιδρύθηκε περί το 2016 με γενικούς σκοπούς εργασιών όπως και η εναγόμενη 2 και ο εναγόμενος 4 είναι ή και ήταν συνεργάτης των εναγομένων 1, 2 και 3 μέσω των εταιρειών που εργάζεται και/ή εργαζόταν λόγω του εναγόμενου 1. Επιθυμούν επίσης να επιφυλάξουν το δικαίωμα τους να προβούν σε προδικαστικές ενστάσεις ότι η αγωγή δεν μπορεί να συνεχιστεί ένεκα της διαγραφής της εναγόμενης 2 από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών.
Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως ίσχυαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής.
Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, με την οποία υποστηρίζει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα τα οποία πρόσφατα περιήλθαν στην γνώση του και η τροποποίηση είναι αναγκαία για προώθηση της υπεράσπισης τους. Συγκεκριμένα, σε σχέση με την διαγραφή της εναγόμενης 2, πληροφορήθηκε από την ένορκη δήλωση του κου Παπαθεοχάρους, η οποία συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 16.9.25, ότι στάληκε στην εταιρεία επιστολή τρίμηνης προθεσμίας στις 13.6.25 και υπήρχε ο κίνδυνος διαγραφής της. Η εν λόγω ειδοποίηση στάληκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης 2, που είναι η οδός της ενάγουσας. Η ενάγουσα όμως δεν υπέβαλε ένσταση στην διαγραφή της εταιρείας παρά του ότι η ίδια της καταχώρησε την αγωγή ως παράγωγη με απαιτήσεις που αφορούν την εναγόμενη 2. Κατέθεσε ως τεκμήρια 1 και 2 έγγραφα από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών στα οποία φαίνεται η διαγραφή της εταιρείας.
Η καθ’ ης η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία υποστηρίζει ότι το υλικό το οποίο σκοπείτε να εισαχθεί ήταν σε γνώση των αιτητών, οι αιτητές ζητούν να τους δοθεί το δικαίωμα να διορθώσουν λάθη και παραλείψεις, τυχόν έγκριση της αίτησης επηρεάζει τα Συνταγματικά δικαιώματα της ενάγουσας να τύχει δίκαιης δίκης καθ’ ότι έχουν παρέλθει 10 χρόνια από την καταχώρηση της υπόθεσης και ανατρέπει την μέχρι τώρα πορεία της υπόθεσης, η προβολή της νέας υπεράσπισης μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, οι λόγοι που προβάλλονται για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δεν είναι δικαιολογημένοι, η καθυστέρηση που θα προκληθεί σε τυχόν έγκριση του αιτήματος θα εκθέσει την ενάγουσα στον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας στην οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει περαιτέρω ότι ουδέποτε αποστάλθηκε οποιοδήποτε επιστολή στην εναγόμενη 2 και αρνείται ότι στάληκε τέτοια επιστολή στην διεύθυνση στην οποία διαμένει ή ότι έλαβε γνώση αυτής.
Κατά την ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της, οι οποίες μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του περιεχομένου τους.
Μετά την τροποποίηση της Δ.25 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με τον Διαδικαστικό Κανονισμό του 2/2014, η τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες ρυθμίζεται από την νέα Δ.25 Θ.1(3) η οποία έχει ως εξής:
«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, οι αιτητές ζητούν να περιλάβουν στην υπεράσπιση τους τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 2 έχει διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και να επιφυλάξουν το δικαίωμα τους για να προβούν σε προδικαστικές ενστάσεις σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Με το αιτητικό Α, ζητούν αντικατάσταση της παραγράφου 4 της υπεράσπισης, η οποία όμως παραμένει αυτούσια εκτός από τον νέο ισχυρισμό τον οποίο επιδιώκουν να δικογραφήσουν και αφορά την διαγραφή της εναγόμενης 2. Συνεπώς τα όσα προβάλλονται από πλευράς ενάγουσας με την αγόρευση της, υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα που επιδιώκουν οι αιτητές να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους ήταν γνωστά στους ίδιους εδώ και εννέα χρόνια, δεν γίνονται αποδεκτά, εφόσον η παράγραφος 4 δεν μεταβάλλεται πέραν του ισχυρισμού που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Εις ότι αφορά το αιτητικό Β, η προώθηση της επιφύλαξης του δικαιώματος των αιτητών να εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις, αφορά τροποποίηση η οποία είναι αλληλένδετη με την αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου Α.
Όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.25, η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο δύναται να επιτραπεί όταν προκύψουν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών, στην προκειμένη περίπτωση, για καταχώρηση της υπεράσπισης.
Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι έλαβαν γνώση του κινδύνου διαγραφής της εταιρείας με την ένορκη δήλωση του κου Παπαθεοχάρους, η οποία υποστήριζε την αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, όπου έγινε αναφορά στην επιστολή για προειδοποίηση διαγραφής της εταιρείας εναγόμενης 2. Αν και η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση αρνείται κατηγορηματικά ότι λήφθηκε τέτοια επιστολή και ότι γνώριζε γι’ αυτήν, ανεξάρτητα με το που στάληκε η επιστολή αυτή από τον Έφορο Εταιρειών, παραμένει ως δεδομένο ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κου Παπαθεοχάρους ημερομηνίας 16.9.25, στην παράγραφο 5 δηλώνεται ότι: «Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών προς την Εναγόμενη 2, απεστάληκε, στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 2, η επιστολή της τρίμηνης προθεσμίας στις 13.6.25 και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα μέχρι την έκδοση απόφασης η Εναγόμενη 2 να έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών αφού και μέχρι σήμερα ουδέποτε έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, προς τον Έφορο Εταιρειών ως προνοεί ο Νόμος. Επισυνάπτω δέσμη 3 εγγράφων εκτυπωμένα από τον Έφορο Εταιρειών προς επιβεβαίωση των ως άνω ισχυρισμών.»
Συνεπώς παραμένει ως δεδομένο ότι η ενάγουσα γνώριζε για την ύπαρξη της ως άνω ειδοποίησης όπως επίσης γνώριζε για τον κίνδυνο διαγραφής της εάν δεν υπήρχε συμμόρφωση με την εν λόγω ειδοποίηση. Το γεγονός δε αυτό, για πρώτη φορά φαίνεται να πληροφορούνται οι αιτητές με την καταχώρηση της ως άνω ένορκης δήλωσης και την έρευνα στην οποία προέβηκαν στην συνέχεια όπου έλαβαν γνώση του γεγονότος της διαγραφής της εναγόμενης 2, ενώ η ενάγουσα γνωρίζοντας την ύπαρξη της ως άνω ειδοποίησης, ως αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του κου Παπαθεοχάρους, ουδέν έπραξε για να πληροφορηθεί για την τύχη της εναγόμενης 2, προτού καταχωρήσει την αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης.
Όπως προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, το γεγονός της διαγραφής της εναγόμενης 2, αποτελεί γεγονός το οποίο προέκυψε μόλις στις 19.9.25 και πολύ πιο μετά την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης, ενώ οι αιτητές πληροφορήθηκαν για την διαγραφή της μετά τα γεγονότα τα οποία παρέθεσε η ενάγουσα υποστηρίζοντας την αίτηση της για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της.
Οι δε αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν το ουσιαστικό γεγονός της διαγραφής της εναγόμενης 2, όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει την ουσία της διαφοράς λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός αυτό.
Από την άλλη, η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι ένεκα της αιτούμενης τροποποίησης θα υποστεί κάποια βλάβη. Η πρόκληση καθυστέρησης δεν οφείλεται στην αιτούμενη τροποποίηση, αλλά προκαλείται από το γεγονός της διαγραφής της εναγόμενης 2, γεγονός για το οποίο και η ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει και να καθορίσει την θέση της ως προς την προώθηση της υπόθεσης της εναντίον της.
Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτητές έχουν καταδείξει την αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων όπως επίσης έχουν αποδείξει την προϋπόθεση της Δ.25 Θ.1 (3), ότι δηλαδή έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της υπεράσπισης που δικαιολογούν το αίτημα τους για τροποποίηση της υπεράσπισης.
Συνεπώς, εκδίδονται διατάγματα ως τα παρακλητικά Α, Β και Γ της αίτησης.
Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 2 καθαρών ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να ζητηθεί αυθημερόν και να ετοιμαστεί εντός 2 ημερών. Τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 2 καθαρών ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης.
Εις ότι αφορά τα έξοδα, ο κανόνας σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι αυτά να επιδικάζονται υπέρ του διαδίκου ο οποίος επηρεάζεται από την αιτούμενη τροποποίηση. Στην προκειμένη όμως περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαγραφή της εναγόμενης 2 αποτελεί ζήτημα το οποίο θα πρέπει επίσης να απασχολήσει την ενάγουσα ως προς την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης, κρίνεται ορθότερο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της αίτησης.
(Υπ.) …………………………………...
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο