ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Απαίτηση: 529/25
Μεταξύ:
Μάρω Ευσταθίου
και
1. Diamonds Auto – Parts Limited
2. Μάριος Δαμιανού
3. Κυριάκος Δαμιανού
Αίτηση ημερομηνίας 31.10.25
για αναστολή της διαδικασίας και διαγραφή δικογράφου
Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για εναγόμενους – αιτητές: κος Γ. Ηλιάδης
Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Ε. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι – αιτητές, ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα – καθ’ ης η αίτηση, να καταβάλει στους αιτητές τα έξοδα πλέον τόκους, στα οποία στις 9.1.25 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου να πληρώσει στους αιτητές, σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής 290/23 με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Ζητούν επίσης την αναστολή οιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας μέχρι την καταβολή των εξόδων και σε περίπτωση όπου δεν καταβληθούν τα έξοδα, η απαίτηση να θεωρείται απορριφθείσα, με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας και Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της έκθεσης απαίτησης ως καταχρηστικής και/ή πρόωρης καθότι η ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με την διαταγή του Δικαστηρίου για καταβολή των εξόδων στην αγωγή 290/23 και να καταβάλει διπλάσια χαρτόσημα με την καταχώρηση της.
Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.15 και 30 και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Κανονισμούς 3.3.1, 2(α) – (γ), 3, 4(α) – (γ) και 5.
Ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, στην οποία αναφέρει ότι η ενάγουσα στις 29.3.23 κίνησε την αγωγή 290/23 εναντίον των εναγομένων αξιώνοντας εναντίον τους Διάταγμα για παράδοση κατοχής του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/168 και €1.000 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.3.22 μέχρι παράδοσης του ως άνω ακινήτου. Το κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 1. Η ενάγουσα στα πλαίσια της ως άνω αγωγής καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.1.23. Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως εγκαταληφθείσα με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Ο συνήγορος των εναγομένων ενημέρωσε τους συνηγόρους της ενάγουσας στις 15.10.24 ότι δεν είχαν καταχωρήσει οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο και ανέμενε τις θέσεις του, ως καταγράφεται στο τεκμήριο 2. Τα έξοδα εναντίον της ενάγουσας έχουν υπολογιστεί στο ποσό των €4.771 πλέον τόκο προς 2,5% από 29.3.23 μέχρι 31.12.23, πλέον τόκο προς 5,5% από 1.1.24 μέχρι 31.12.24, πλέον τόκο προς 6% από 1.1.25 μέχρι εξόφλησης, ως καταγράφεται στο τεκμήριο 3, απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.1.25. Η ενάγουσα, χωρίς να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό των ως άνω εξόδων, παρά του ότι στην παρ. 12 της νέας της απαίτησης, παραδέχεται ότι καταδικάστηκε στα έξοδα της αγωγής τα οποία προτίθεται να πληρώσει, μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλει τα έξοδα και καταχώρησε την παρούσα απαίτηση της οποίας τα επίδικα θέματα είναι τα ίδια με αυτά της αγωγής 290/23.
Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, με την οποία προβάλλει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας στην παρούσα απαίτηση δεν δημιουργήθηκε από τα ίδια γεγονότα από τα οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας στην αγωγή 290/23 η οποία εγκαταλείφθηκε, η αίτηση στερείται καλής πίστης, πραγματικού και νομικού υπόβαθρου και υποβλήθηκε για αλλότριους σκοπούς και οι παλαιοί κανονισμοί πολιτικής δικονομίας δεν έχουν εφαρμογή.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας, στην οποία καταγράφει το ιστορικό της διαφοράς των δύο πλευρών, όπου ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι μετά την λήξη της συμφωνίας ενοικίασης του ως άνω ακινήτου μεταξύ των εναγομένων και της προηγούμενες ιδιοκτήτριας του, οι εναγόμενοι παραμένουν στο ακίνητο, χωρίς να το παραδίδουν στην ενάγουσα. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση την οποία καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής 290/23, απορρίφθηκε λόγω του ότι η νομιμότητα του τερματισμού της ενοικίασης θα έπρεπε να αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής και ως εκ τούτου εγκατέλειψε την αγωγή εκείνη, προβαίνοντας σε νέο τερματισμό, για να μπορεί να αιτηθεί αποτελεσματικά έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι η αγωγή 290/23 απορρίφθηκε ως εγκαταληφθείσα στις 9.1.25 και καταδικάστηκε στα έξοδα τα οποία έχει πρόθεση να καταβάλει. Επειδή, οι εναγόμενοι 1 – 3 συνέχιζαν να επεμβαίνουν παράνομα εντός του πάνω ακινήτου, τους κάλεσε με επιστολή της ημερομηνίας 11.4.25 μέχρι το τέλος Μαΐου να άρουν την παράνομη επέμβαση και να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου και τερμάτισε κάθε συμφωνία ενοικίασης την οποία θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να επικαλεστούν. Οι εναγόμενοι 1 – 3 συνέχιζαν να κατέχουν παράνομα το ακίνητο διατηρώντας εντός αυτού μεγάλο αριθμό παλαιών αυτοκινήτων και εξαρτημάτων και διάφορες παράνομες κατασκευές. Στις 17.9.25 καταχώρησε την παρούσα απαίτηση αξιώνοντας εναντίον των εναγομένων διάταγμα παράδοσης του ακινήτου και €1.000 ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.6.25 μέχρι παράδοσης της κατοχής πλέον €50.000 ως αποζημιώσεις. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν αξιώνει ενδιάμεσα οφέλη πριν την 1.6.25, δηλαδή έχει εγκαταλείψει την αξίωση της για παράνομη επέμβαση πριν την 1.6.25 και οι υπόλοιπες αξιώσεις της βασίζονται στην συνεχιζόμενη παράνομη επέμβαση. Δεν αξιώνει δηλαδή ενδιάμεσα οφέλη για την περίοδο από 1.3.22 μέχρι 1.6.25 και δεν μπορεί η συνεχιζόμενη παράνομη επέμβαση των εναγομένων να λειτουργεί εις βάρος της. Εάν οι εναγόμενοι δεν συνέχιζαν την παράνομη επέμβαση τους δεν θα καταχωρούσε την παρούσα απαίτηση. Τέλος, υποστηρίζει ότι έχει πρόθεση να πληρώσει το ποσό των εξόδων και είναι φερέγγυα να το πράξει, ενώ οι εναγόμενοι δεν είναι φερέγγυοι και σε περίπτωση όπου πετύχει στην απαίτηση της, θα υπάρχει ο κίνδυνος να μην λάβει οποιοδήποτε ποσό. Γι’ αυτό καθυστέρησε στην πληρωμή των εξόδων, διότι υπάρχει ο κίνδυνος οι εναγόμενοι να καταδικαστούν σε αποζημιώσεις που να μην μπορεί να ανακτήσει και θα μπορούν να συμψηφιστούν με τα έξοδα τα οποία επιδικαστήκαν εις βάρος της.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, αμφότερες πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σ’ αυτές.
Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ότι η αγωγή με αριθμό 290/23, την οποία καταχώρησε η ενάγουσα, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 9.1.25 ως εγκαταληφθείσα με έξοδα εναντίον της ενάγουσας ως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, δυνάμει των προνοιών της Δ.30 Θ. 1(ε), ως ίσχυε κατά την καταχώρηση της αγωγής. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι τα πιο πάνω έξοδα δεν έχουν καταβληθεί στους εναγόμενους από την ενάγουσα ενώ καταχωρήθηκε η παρούσα απαίτηση.
Η Δ.30 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής 290/23, προβλέπει τα ακόλουθα σε περίπτωση όπου αγωγή απορριφθεί όταν ο ενάγοντας παραλείψει να εκδώσει κλήση για οδηγίες, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση:
«1. …
(δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο.
(ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση, θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ. .................................. που απορρίφθηκε την .................................. συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ 1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.»
Κρίνω ορθότερο όπως πρώτα εξετάσω την θέση της καθ’ ης η αίτηση με την οποία υποστηρίζει ότι οι παλαιοί διαδικαστικοί κανονισμοί πολιτικής δικονομίας δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Είναι κατ’ αρχάς δεδομένο ότι η καταχώρηση της αγωγής 290/23 καταχωρήθηκε ενώ ίσχυαν οι παλαιοί θεσμοί και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η απόρριψη της αγωγής με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα έλαβε χώρα στις 9.1.25, όταν δηλαδή τεθήκαν σε εφαρμογή οι Νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Δηλαδή, ήδη το Δικαστήριο όταν τέθηκε η αγωγή ενώπιον του, λόγω του ότι δεν είχε καταχωρηθεί κλήση για οδηγίες, εφάρμοσε τις πρόνοιες της Δ.30, απορρίπτοντας την αγωγή λόγω του ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της.
Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με το Μέρος 60 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Κανονισμός 60.2, οι εν λόγω Κανονισμοί τέθηκαν σε ισχύ την 1.9.23 σε διαδικασίες που καταχωρήθηκαν από 1.9.23. Συνεπώς, η απόρριψη της αγωγής 290/23 η οποία καταχωρήθηκε στις 29.3.23, αλλά και οι συνέπειες τις απόρριψης της, διέπονται από την Δ.30 ως αυτή ίσχυε με τους παλαιούς θεσμούς πολιτικής δικονομίας, χωρίς το δικονομικό αυτό πλαίσιο και η συνέχεια τους να διακόπτεται από το γεγονός ότι η νέα απαίτηση της ενάγουσας καταχωρήθηκε με τους Νέους Κανονισμούς, εφόσον ήδη από τις 9.1.25 η ενάγουσα είχε διαταχθεί να πληρώσει τα έξοδα των εναγομένων και αυτό αποτελούσε δικονομικό όρο για να δικαιούται να καταχωρήσει νέα απαίτηση.
Ενόψει των ως άνω, ο τρίτος λόγος ένστασης δεν γίνεται αποδεκτός.
Εφόσον συνεπώς εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση έχουν τα όσα προβλέπει η Δ.30 Θ1(δ) και με δεδομένο ότι τα έξοδα δεν έχουν καταβληθεί στους εναγόμενους πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης, θα εξεταστεί στη συνέχεια η θέση της ενάγουσας ότι η αιτία αγωγής της παρούσας απαίτησης διαφέρει από την αιτία αγωγής η οποία προωθείτο με την αγωγή 290/23.
Σε σχέση με τα πιο πάνω, αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι, μετά την απόρριψη της αγωγής 290/23, προχώρησε σε νέο τερματισμό της ενοικίασης με επιστολή της ημερομηνίας 11.4.25. Όπως επίσης υποστηρίζει, με τη νέα απαίτηση της δεν αξιώνει ενδιάμεσα οφέλη πριν την 1.6.25 εγκαταλείποντας την αξίωση της για παράνομη επέμβαση μέχρι την 1.6.25, ενώ οι αξιώσεις της πλέον βασίζονται στην παράνομη επέμβαση η οποία συντελείται από την 1.6.25. Με τα πιο πάνω, η πλευρά της ενάγουσας υποστηρίζει ότι η παρούσα απαίτηση δεν βασίζεται στην ίδια αιτία αγωγής στην οποία βασίστηκε η προηγούμενη αγωγή.
Ως προκύπτει από την Δ.30, μετά την απόρριψη της αγωγής, δεν αποκλείεται η καταχώρηση νέας αγωγής με την ίδια αιτία αγωγής. Όταν αναφερόμαστε σε αιτία αγωγής, εννοούμε τη νομική αλλά και πραγματική βάση, η οποία συνθέτει το αγώγιμο δικαίωμα του απαιτούντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα σε αμφότερες διαδικασίες στήριξε το αγώγιμο δικαίωμα της στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, λόγω του ότι η ενοικίαση του ακινήτου, του οποίου εγγράφηκε ως ιδιοκτήτρια στις 2.8.21, έληξε και οι εναγόμενοι συνέχισαν να κατέχουν αυτό. Παρά του ότι η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση την οποία καταχώρησε στα πλαίσια της πρώτης αγωγής απορρίφθηκε, λόγω ζητημάτων που αφορούσαν τον τερματισμό της ενοικίασης, με αποτέλεσμα να μην προωθήσει την αγωγή και να προβεί σε νέο τερματισμό, η ουσία αμφοτέρων αιτιών αγωγής παραμένει η ίδια, η ενοικίαση δηλαδή του ακινήτου από τους εναγόμενους και η επικαλούμενη παράνομη επέμβαση από μέρους τους μετά τον τερματισμό της.
Ο νέος ισχυριζόμενος τερματισμός της ενοικίασης, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο γεγονότων ούτε και την αιτία αγωγής επί της οποίας στηρίζονται οι αξιώσεις της ενάγουσας. Ο δε περιορισμός της αξίωσης της για ενδιάμεσα οφέλη μόνο μετά την 1.6.25, δεν μπορεί να μεταβάλει το ουσιαστικό πραγματικό και νομικό πλαίσιο που στηρίζει η ενάγουσα την αιτία αγωγής, τόσο της παρούσας απαίτησης όσο και της πρώτης αγωγής, εφόσον σε αμφότερες περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει μόνο τον χρόνο τερματισμού, αλλά το σύνολο των γεγονότων από τον χρόνο έναρξης της ενοικίασης μέχρι την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος ένστασης δεν γίνεται αποδεκτός.
Η ενάγουσα αναγνωρίζει και αποδέχεται την υποχρέωση της να καταβάλει τα έξοδα, υποστηρίζει όμως ότι δεν το έπραξε μέχρι σήμερα λόγω του ότι οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι και σε περίπτωση όπου στο τέλος της υπόθεσης επιδικαστούν υπέρ της αποζημιώσεις και/ή έξοδα που δεν θα μπορεί να ανακτήσει, τα έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ των εναγομένων θα μπορούν να συμψηφιστούν μεταξύ τους.
Οι πρόνοιες όμως της Δ.30 είναι ρητές και η υποχρέωση καταβολής των εξόδων ανατρέχει στον χρόνο καταχώρησης της νέας αγωγής ως όρο αλλά και προϋπόθεση για καταχώρηση της νέας διαδικασίας, χωρίς να παρέχεται περιθώριο για συμψηφισμό των εξόδων ή για την πληρωμή τους σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την καταχώρηση της νέας διαδικασίας. Συνεπώς, τα όσα σχετικά επικαλείται η ενάγουσα για τον λόγο που δεν καταβάλλει τα έξοδα, δεν μπορούν να την απαλλάξουν από την δικονομική υποχρέωση της για καταβολή των εξόδων τα οποία όφειλε να καταβάλει πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης.
Έχοντας λοιπόν καταλήξει ότι η ενάγουσα όφειλε να συμμορφωθεί με την πληρωμή των εξόδων στους εναγόμενους πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης, παραμένει να εξεταστεί η θεραπεία που μπορεί να αποδοθεί στους εναγόμενους σύμφωνα με τις αιτούμενες θεραπείες και τη νομική βάση της αίτησης τους.
Μέρος της νομικής βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.30 των παλαιών θεσμών πολιτικής δικονομίας, η οποία δεν προβλέπει συνέπειες για την μη συμμόρφωση με την διαταγή του Δικαστηρίου για την καταβολή των εξόδων πριν την καταχώρηση της νέας απαίτησης.
Η αίτηση στηρίζεται επίσης στο Μέρος 3 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου ο Κανονισμός 3.3 προβλέπει τα ακόλουθα σε σχέση με την αιτούμενη διαγραφή δικογράφου:
«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου
(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
(4) Όταν:
(α) το δικαστήριο έχει διαγράψει δικόγραφο του ενάγοντα·
(β) ο ενάγων έχει διαταχθεί να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο· και
(γ) προτού ο ενάγων καταβάλει αυτά τα έξοδα, καταχωρίζει νέα απαίτηση εναντίον του ίδιου εναγόμενου, η οποία προκύπτει από γεγονότα τα οποία είναι ταυτόσημα ή ουσιωδώς ταυτόσημα με εκείνα τα οποία σχετίζονται με την απαίτηση στην οποία διαγράφηκε το δικόγραφο, το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση τού εναγόμενου, να αναστείλει τη νέα αυτή απαίτηση μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης απαίτησης.
(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού.
(6) Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μέρους 24 μπορεί να καταχωριστεί και εκδικαστεί ταυτόχρονα με αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού.»
Όπως προκύπτει από το λεκτικό του ως άνω Κανονισμού, η διαγραφή δικογράφου λόγω παράλειψης κανονισμού ή δικαστικού διατάγματος και οι συνέπειες τέτοιας διαγραφής, αντικατέστησε την πρόνοια της παλαιάς Δ.30, προβλέποντας όμως και τις συνέπειες όταν ενάγοντας καταχωρίζει νέα απαίτηση χωρίς να συμμορφωθεί με την πληρωμή των εξόδων, όπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 3.4, η νέα απαίτηση αναστέλλεται μέχρι την καταβολή των εξόδων της πρώτης απαίτησης.
Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η Δ.30 προέβλεπε την απόρριψη της αγωγής όταν δεν υπήρχε συμμόρφωση με τον συγκεκριμένο κανονισμό που αφορούσε την καταχώρηση κλήσης οδηγιών, ενώ ο Κανονισμός 3.3, προβλέπει για την διαγραφή δικογράφου γενικά περιλαμβανομένης και της περίπτωσης όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση με κανονισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε σύμφωνα με την ισχύουσα Δ.30, χωρίς να διαταχθεί η διαγραφή του δικογράφου, εφόσον το αποτέλεσμα αμφοτέρων περιπτώσεων είναι ο τερματισμός της διαδικασίας, αναλογικά μπορεί στην παρούσα περίπτωση να τύχει εφαρμογής ο Κανονισμός 3.4, ο οποίος κατά ξεκάθαρο τρόπο προβλέπει τις συνέπειες καταχώρησης νέας απαίτησης όταν τερματίζεται η πρώτη διαδικασία και διατάσσεται ο ενάγοντας να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.
Σύμφωνα με το Σύγγραμμα «Blackstone’s Civil Practice», 2002, σελ. 334, υπό τον τίτλο «Commencing a Second Claim», όπου πραγματεύεται τις συνέπειες καταχώρησης νέας απαίτησης χωρίς να πληρωθούν τα έξοδα της αρχικής διαδικασίας, ως προβλέπει ο αντίστοιχος Αγγλικός Κανονισμός 3.4(4), αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Endorsing the rule laid down in Gardner v. Southwark London Borough Council (No. 2) [1996] 1 WLR 561, CPR, r. 3.4(4), provides that where a claim is struck out and the claimant is ordered to pay the defendant’s costs, if the claimant commences a second action (within the limitation period) arising of substantially the same facts as those forming the basis of the struck-out claim, the defendant may apply for a stay of the second action until the costs of the first action have been paid.»
Συνεπώς έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα απαίτηση θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την πληρωμή των εξόδων τα οποία η ενάγουσα διατάχθηκε να πληρώσει στους εναγόμενους στα πλαίσια της αγωγής 290/23, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η διαγραφή του δικογράφου δυνάμει του Κανονισμού 3.3(γ), εφόσον ήδη η αγωγή 290/23 απορρίφθηκε λόγω συμμόρφωσης με την Δ.30.
Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας απαίτησης για περίοδο 30 ημερών από σήμερα, εντός της οποίας η ενάγουσα υποχρεούται να καταβάλει και εξοφλήσει τα εν λόγω έξοδα στους εναγόμενους.
Σε περίπτωση παράλειψης της ενάγουσας να εξοφλήσει τα έξοδα των εναγομένων εντός της πιο πάνω καθορισμένης χρονικής περιόδου που αναφέρθηκε, η αγωγή της θα θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και απορριφθείσα με έξοδα εναντίον της.
Εάν τα έξοδα εξοφληθούν νωρίτερα, η παρούσα απαίτηση θα μπορεί να συνεχιστεί πριν την λήξη της περιόδου αναστολής.
Τα αιτητικά Α και Γ απορρίπτονται.
Εν όψει του ζητήματος το οποίο είχε προκύψει στην παρούσα και το οποίο σχετίζεται σε μεγάλο της μέρος με την εφαρμογή των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και την μερική επιτυχία της αίτησης, κρίνω ορθό όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της.
(Υπ.) …………………………………...
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο