ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 341/2018
Μεταξύ:
1. Βασίλης Κυριάκου
2. Μελίνα Παπαγιάννη
και
Themis Portfolio (S1) Management Holdings Limited η οποία υποκατέστησε την Hellenic Bank Public Company Limited
Απόφαση ως προς τα έξοδα μετά την απόσυρση της Αγωγής
Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες: Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ
Για την Εναγόμενη: Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες στις 5.4.18, με την οποία ζητούσαν εναντίον της εναγομένης Διάταγμα ακύρωσης της απόφασης ημερομηνίας 15.4.14 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής 3425/13 εναντίον τους, ως αποτέλεσμα ισχυριζόμενου δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που άσκησε η εναγόμενη εναντίον τους, Διάταγμα επανεκδίκασης της ως άνω Αγωγής καθώς και αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνιών και ακύρωση των εγγυήσεων και/ή ενυπόθηκων εξασφαλίσεων που δόθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγόμενη. Οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί τις έκθεσης απαίτησης αφορούσαν την αμφισβήτηση κατάρτισης νόμιμων συμφωνιών για τις οποίες παραχωρήθηκε το χρέος το οποίο διεκδίκησε η εναγόμενη με την αγωγή 3425/13 αλλά και του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας αξίωναν την ακύρωση, λόγω παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμού. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 3.6.20.
Ακολούθησε η αίτηση της εναγόμενης για παράταση του χρόνου καταχώρησης της υπεράσπισης όπου εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα προς τούτο και τα έξοδα επιδικαστήκαν υπέρ των εναγόντων. Ο χρόνος καταχώρησης της υπεράσπισης παρατάθηκε εκ νέου από το Δικαστήριο στις 9.5.22, χωρίς να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Η υπεράσπιση της εναγομένης καταχωρήθηκε στις 13.10.22.
Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες μετά την καταχώρηση της Κλήσης Οδηγιών στις 8.2.23, ημέρα κατά την οποία δοθήκαν οδηγίες και τα έξοδα καθοριστήκαν να είναι στην πορεία. Στις 3.5.23 δοθήκαν εκ νέου οδηγίες από το Δικαστήριο, ορίζοντας την υπόθεση για ακρόαση στις 30.10.23, με τα έξοδα στην πορεία. Στις 30.10.23, 14.6.24 και 17.1.25, η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, με τα έξοδα στην πορεία. Να σημειωθεί ότι στις 17.1.25 αν και υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από πλευράς εναγομένης, το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση όχι λόγω του προβαλλόμενου λόγου, αλλά λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου.
Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, σε ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 26.10.23 και 12.6.24, οι συνήγοροι των εναγόντων ενημερώνουν το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες σκοπεύουν να καταχωρήσουν αίτηση προς έκδοση Διατάγματος Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (ΠΣΑ).
Στις 18.9.25, όπου η υπόθεση ήταν εκ νέου ορισμένη για ακρόαση, οι ενάγοντες ζήτησαν αναβολή λόγω του ότι εκκρεμούσαν τα ΠΣΑ 57/24 και 58/24 και το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 27.1.26, χωρίς διαταγή για έξοδα. Στις 27.1.26, το Δικαστήριο επισήμανε ότι είναι αντιφατικό να προωθείται η παρούσα αγωγή με την οποία αμφισβητείται το χρέος και από την άλλη να προωθείται η διαδικασία των ΠΣΑ, ενώ σύμφωνα επίσης με τον Νόμο 65(Ι)/15, αναστέλλονται οι διαδικασίες τις οποίες κινούν οι πιστωτές εναντίον των οφειλετών χωρίς όμως να προβλέπεται η αναστολή των διαδικασιών που κινούν οι οφειλέτες εναντίον του πιστωτή, όταν μάλιστα αμφισβητείται το χρέος το οποίο αποτελεί μέρος του ΠΣΑ. Συνεπώς οι ενάγοντες θα έπρεπε να ήταν έτοιμοι για να προωθήσουν την αγωγή τους.
Μετά τα πιο πάνω, οι ενάγοντες απέσυραν την αγωγή τους άνευ βλάβης στις 2.3.26. Η εναγόμενη ζήτησε τα έξοδα και ενόψει της διαφωνίας των εναγόντων στην επιδίκαση των εξόδων εναντίον τους, παρέμεινε προς εξέταση το ζήτημα των εξόδων.
Αμφότερες πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε σχέση με τα έξοδα. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του.
Θέση της εναγόμενης αποτελεί το ότι οι ενάγοντες επέλεξαν να συνεχίσουν μία δικαστική διαδικασία σπαταλώντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο και προκαλώντας στην εναγόμενη αχρείαστα έξοδα ενώ ουσιαστικά είχαν αποδεχθεί ενόρκως το οφειλόμενο εξ αποφάσεως χρέος στα πλαίσια της αίτησης για ΠΣΑ που είχαν καταχωρήσει. Το χρέος μάλιστα αυτό αφορά την απόφαση η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 3425/13, της οποίας ζητούσαν την ακύρωση της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
Από την άλλη, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η καταχώρηση της αγωγής αφορούσε πράξεις που αποδίδονται στην εναγόμενη, η απόφαση για απόσυρση της αγωγής λήφθηκε λόγω της εκκρεμότητας των ΠΣΑ για να αποφευχθεί η παράλληλη εκδίκαση υποθέσεων με το ίδιο αντικείμενο καθώς επίσης υποστηρίζουν ότι δεν εξετάστηκε η ουσία της αγωγής με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επιτυχόν διάδικος στην προκειμένη περίπτωση και η δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.
Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι τα έξοδα τελούν υπό την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), ως ακολούθως:
«Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.»
Στην υπόθεση Αρέστη ν. Λαδόκονου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 646 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων:
«Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ως προς τα έξοδα πρέπει, όπως είναι θεμελιωμένο, να ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας του δικαστηρίου αποτελούν τα γεγονότα της υπόθεσης, κυρίως το αποτέλεσμα. Η δικαίωση του διαδίκου επιμαρτυρεί το δικαιολογημένο των εξόδων, στην απουσία αποχρώντων λόγων περί του αντιθέτου. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα έξοδα ακολουθούν, κατά κανόνα, το αποτέλεσμα της απόφασης.»
Επίσης στην υπόθεση Χαψή ν. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1 Α.Α.Δ. 1403 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα , ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys ν. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs"…»
Στην υπόθεση επίσης Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, τίθεται το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως εξής:
«Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959 - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.»
Στην προκειμένη περίπτωση, η γενεσιουργός αιτία καταχώρησης της αγωγής αποτέλεσε η πρόθεση των εναγόντων να ακυρώσουν την απόφαση η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3425/13 λόγω αποδιδόμενου δόλου και απάτης προς την εναγόμενη, αμφισβητώντας παράλληλα την σύναψη των συμφωνιών παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης αλλά και του υπολοίπου για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2018, ήτοι σε χρόνο όπου ο Νόμος 65(Ι)/15 που προβλέπει για την έκδοση προστατευτικών διαταγμάτων και συμμετοχή οφειλετών σε προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής βρισκόταν σε ισχύ. Επέλεξαν όμως να προβούν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με τις συγκεκριμένες ως άνω αξιώσεις.
Εκκρεμούσης όμως της αγωγής, οι ενάγοντες ενεργοποίησαν τις πρόνοιες του Νόμου 65(Ι)/15, εξασφαλίζοντας την προστασία του Νόμου για την μη λήψη μέτρων εναντίον τους από την εναγόμενη σε σχέση με το χρέος, εφόσον εκδοθήκαν προστατευτικά διατάγματα στα πλαίσια των ΠΣΑ 57/24 και 58/24, για τα οποία ενημερώθηκε το Δικαστήριο στις 16.9.25. Αποτελεί Δικαστική γνώση ότι ο Νόμος 65(Ι)/15 διέπει την ρύθμιση χρεών με πρωτοβουλία των οφειλετών, εδώ εναγόντων, οι οποίοι αναγνωρίζουν την ύπαρξη του χρέους, προτείνοντας τρόπο για την αποπληρωμή του, προστατεύοντας έτσι την κύρια τους κατοικία και εμποδίζοντας τους πιστωτές, εδώ την εναγόμενη, από την λήψη μέτρων εναντίον τους για την είσπραξη του χρέους. Αποτελεί δε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι το ΠΣΑ το οποίο πρότειναν οι ενάγοντες ως οφειλέτες στην εναγόμενη ως πιστωτή, αφορά το χρέος για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 3425/13, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την παρούσα αγωγή.
Όπως προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, οι ενάγοντες ενώ είχαν στην διάθεση τους κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής το ένδικο μέσο ετοιμασίας και επιβολής ΠΣΑ για διευθέτηση του χρέους τους, επέλεξαν να επιχειρήσουν την ακύρωση της απόφασης που αφορά το χρέος το οποίο ρυθμίζεται από το ΠΣΑ.
Υπό τις ως άνω περιστάσεις, προκύπτει κατά ξεκάθαρο τρόπο ότι οι ενάγοντες προωθούσαν την παρούσα αγωγή αμφισβητώντας την ύπαρξη του χρέους και ζητώντας την ακύρωση της απόφασης που αφορά το χρέος και παράλληλα προωθούν διαδικασία ΠΣΑ δυνάμει του Νόμου 65(Ι)/15, η οποία επαναλαμβάνω προϋποθέτει αποδοχή του χρέους και κατ’ επέκταση των συνθηκών δημιουργίας του. Δηλαδή οι ενάγοντες συνειδητά προωθούσαν δύο παράλληλες διαδικασίες όπου η μία αναιρούσε την άλλη, χωρίς όμως να έχουν πρόθεση να ξεκινήσουν την ακρόαση στην παρούσα αγωγή ενόσω οι διαδικασίες των ΠΣΑ βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Οι αποφάσεις και ενέργειες των εναγόντων αποτελούν τον λόγο πρόκλησης εξόδων της παρούσας αγωγής. Από την άλλη, δεν διαπιστώνω ότι η εναγόμενη, πλην της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπεράσπισης της να έχει με οποιοδήποτε τρόπο συμβάλει στην καθυστέρηση της υπόθεσης ή στην πρόκληση εξόδων, πέραν αυτών τα οποία επιδικαστήκαν εναντίον της στις 13.10.21.
Όλα τα πιο πάνω, δικαιολογούν την τήρηση του κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εφόσον η εναγόμενη αναγκάστηκε να προχωρήσει σε καταχώρηση υπεράσπισης και προώθησης της μέχρι την απόσυρση της αγωγής, η οποία αποσύρθηκε μετά από επιλογή των εναγόντων.
Ως εκ των ανωτέρω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια επιδικάζω τα έξοδα της παρούσας αγωγής υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ..............................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο