ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ν. AIRBUS S.E., Αρ. Αγωγής: 398/23, 6/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ν. AIRBUS S.E., Αρ. Αγωγής: 398/23, 6/7/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ.                     

                                                                                                 

Αρ. Αγωγής: 398/23

                                                                                                                         ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Ενάγοντας - αιτητής

 

ν.

 

AIRBUS S.E.

                                              

                                                   Εναγόμενη -  καθ΄ ης η αίτηση

 

Ημερομηνία: 06 Ιουλίου, 2026

Για ενάγοντα – αιτητή στην αίτηση ημερ. 17/02/2026: κ. Ανδρέας Δημητριάδης με κον Ρενάτο Μιμάνι για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ.

Για εναγόμενη καθ΄ ης η αίτηση στην αίτηση ημερ. 17/02/2026: κ. Σταύρος Παύλου με κα Μαρίλια Παύλου και κα Σαλώμη Σταύρου για PATRIKIOS PAVLOU & ASSOCIATES L.L.C.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 17/02/2026 (η αίτηση), ο ενάγοντας αιτητής ζητεί την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να του επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (ΣΕΔ) στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 23/10/2025 (η αρχική αίτηση). Το περιεχόμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (ΠΣΕΔ) έχει καταχωρηθεί στα πλαίσια της αίτησης και θα γίνεται ειδική αναφορά όποτε κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. 

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα αιτητή. Ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση (ΕΔ) αναφέρει ότι με την παρούσα αίτηση  (ένεκα του ότι η καθ΄ ης η αίτηση στην αρχική αίτηση αμφισβητεί τη βάση και την αναγκαιότητα της αρχικής αίτησης), αποσκοπείται η πλήρη, αναλυτική και τεκμηριωμένη αποσαφήνιση των κρίσιμων πραγματικών δεδομένων και της εταιρικής δομής του ομίλου της καθ΄ ης η αίτηση (η εναγόμενη).

 

Προβάλλει τη θέση ότι είναι αβάσιμες οι θέσεις της εναγόμενης ως αυτοί εκτίθενται στην ένσταση (αρχική ένσταση) που καταχωρήθηκε στην αρχική αίτηση, ήτοι ότι η εναγόμενη δεν έχει στην κατοχή ή στον έλεγχό της τα αιτούμενα έγγραφα, ότι η αίτηση είναι πρόωρη και ότι πρόκειται για αλίευση μαρτυρίας, ότι η ενδιάμεση αίτηση ταυτίζεται ουσιαστικά με την τελική θεραπεία της αγωγής, ότι δεν υφίσταται εκ πρώτης όψης βάση και πως πρόκειται για κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.

 

Ανέφερε πως αυτό που αποσκοπεί δεν είναι μόνο η απλή άρνηση των ισχυρισμών της εναγόμενης, αλλά στην τεκμηριωμένη αποδόμησή τους, μέσω αναφοράς σε επίσημα εταιρικά έγγραφα, δημόσιες ανακοινώσεις και αντικειμενικά δεδομένα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η δήλωση αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η ένσταση της εναγόμενης δεν εδράζεται σε πραγματική αδυναμία αποκάλυψης, αλλά σε νομική επιχειρηματολογία η οποία επιχειρεί να περιορίσει τεχνητά την έννοια του «ελέγχου» και να αποκλείσει την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται εντός του εταιρικού πλαισίου του ομίλου της εναγομένης.

 

Ακολούθως, προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά, επισυνάπτοντας σχετικά τεκμήρια, προς υποστήριξη της θέσης του σε ότι αφορά την εταιρική δομή της εναγόμενης και ποια είναι η «έννοια ελέγχου». Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί τα όσα αναφέρονται από τον ενάγοντα επί αυτού του θέματος και θα γίνει ειδική αναφορά εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Από τα στοιχεία που παρέθεσε, είναι η θέση του ότι αυτό που προκύπτει είναι ότι η μητρική εταιρεία διαθέτει θεσμική και πρακτική δυνατότητα πρόσβασης σε έγγραφα που τηρούνται από τις επιχειρησιακές της μονάδες, ιδίως όταν αυτά αφορούν σημαντικές συμβάσεις, κρατικές συμφωνίες ή εμπορικές παραδόσεις που ενσωματώνονται στα ενοποιημένα οικονομικά της στοιχεία. Συνεπεία των πιο πάνω είναι περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι η θέση της εναγόμενης ότι δεν έχει στην κατοχή ή στον έλεγχό της τα αιτούμενα έγγραφα είναι παραπλανητική ή βασίζεται σε στενή και νομικά εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας του “control”, η οποία δεν συνάδει με (α) τη δηλωμένη εταιρική δομή της Εναγόμενης, (β) την ενοποιημένη οικονομική της λειτουργία, (γ) το σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης που η ίδια δημοσιεύει, και (δ) τη διεθνή εταιρική πρακτική περί ελέγχου ομίλων.

 

Ακολούθως προβαίνει σε εκτενείς αναφορές σχετικά με τα πιο κάτω θέματα:

 

Σε ότι αφορά τις «Στρατιωτικές Συμβάσεις – H145M» και με παραπομπή σε Τεκμήρια και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί τα όσα αναφέρονται από τον ενάγοντα επί αυτού του θέματος και θα γίνει ειδική αναφορά εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Ως εκ των στοιχείων που παρέθεσε είναι η θέση του ενάγοντα ότι είναι θεσμικά και πρακτικά αδιανόητο η εναγόμενη να ισχυρίζεται ότι δεν έχει «κατοχή ή έλεγχο» εγγράφων που αφορούν σύμβαση στρατηγικής σημασίας με κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όταν (α) η σύμβαση ανακοινώθηκε επίσημα από την ίδια, (β) η παράδοση τελεί υπό δημόσια δημοσιοποίηση και (γ) τα οικονομικά αποτελέσματα τέτοιων συμβάσεων ενσωματώνονται στα ενοποιημένα οικονομικά στοιχεία της Εναγομένης. Η ύπαρξη επίσημων εταιρικών ανακοινώσεων, ως η θέση του ενάγοντα, αποδεικνύει ότι υφίσταται συγκεκριμένη σύμβαση, συγκεκριμένος αριθμός μονάδων, συγκεκριμένο αντικείμενο και εκτέλεση. Κατά συνέπεια, η άρνηση περί μη κατοχής ή ελέγχου εγγράφων που αφορούν την εν λόγω σύμβαση αντιβαίνει τόσο στη δημοσίως δηλωθείσα εταιρική δραστηριότητα όσο και στη συνήθη πρακτική εταιρικής διακυβέρνησης διεθνών ομίλων.

 

Σε ότι αφορά τις «Εμπορικές Συμβάσεις – Airbus A220 – 300» με παραπομπή σε Τεκμήρια και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί τα όσα αναφέρονται από τον ενάγοντα επί αυτού του θέματος και θα γίνει ειδική αναφορά εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Είναι η θέση του ενάγοντα πως η άρνηση περί μη κατοχής ή ελέγχου των σχετικών εγγράφων δεν συνάδει με τη θεσμική και οικονομική πραγματικότητα της εταιρικής δομής του ομίλου, όπως αυτή αποτυπώνεται στα επίσημα εταιρικά της έγγραφα.

 

Σε ότι αφορά το σύστημα TETRA (Terrestrial Trunked Radio), με παραπομπή σε Τεκμήρια και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί τα όσα αναφέρονται από τον ενάγοντα επί αυτού του θέματος και θα γίνει ειδική αναφορά εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Εν όψει των στοιχείων που έθεσε, είναι η θέση του ενάγονται ότι η θέση της εναγόμενης ότι δεν έχει στην κατοχή ή στον έλεγχό της σχετικά έγγραφα, χωρίς ειδική και τεκμηριωμένη ανάλυση της εταιρικής της δομής και των δραστηριοτήτων της Defence and Space, δεν επαρκεί για να αποκλείσει την υποχρέωση αποκάλυψης στο πλαίσιο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Ακολούθως προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγόμενης ως προς το πρόωρο χαρακτήρα της αρχικής αίτησης, ότι πρόκειται για αλίευση μαρτυρίας και για κατάχρηση της διαδικασίας και προβαίνει σε εκτενείς αναφορές για να καταδείξει τη θέση του περί της αναγκαιότητας έκδοσης των Διαταγμάτων της αρχικής αίτησης.

 

Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και προέβαλε 12 λόγους ένστασης. Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το λεκτικό αυτών, αλλά θα τεθεί αυτό συνοπτικώς. Η εναγόμενη προβάλλει τις θέσεις ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση Διατάγματος για καταχώρηση ΣΕΔ και ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος, ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ότι με την ΠΣΕΔ δεν προστίθεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός ισχυρισμός που να μην είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και πως σε κάθε περίπτωση, επιχειρείται να προστεθούν ισχυρισμοί, μαρτυρία και Τεκμήρια οι οποίοι είναι εκτός δικογραφημένων θέσεων, δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην αρχική αίτηση και πως ήταν εις γνώση του ενάγοντα από την αρχή, περιπλέκουν την υπόθεση και που ακολούθως θα εκτροχιαστεί η διαδικασία και θα καθίσταται ανάγκη καταχώρησης απαντητικής ΣΕΔ. Τέλος, προβάλλουν τις θέσεις ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αποσκοπεί σε αλλότρια κίνητρα και αλίευση μαρτυρίας.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Σοφίας Χριστοδούλου. Η ενόρκως δηλούσα αρχικά κάνει αναφορά στη γνώση της ως προς τα γεγονότα της παρούσας, της εξουσιοδότησης της να προβεί στην ένορκη της δήλωση και στους λόγους που προβαίνει η ίδια στην ένορκη της δήλωση. Ακολούθως, αφού πρώτα κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της αρχικής αίτησης, της έκθεσης απαίτησης και της υπεράσπισης που καταχωρήθηκαν και ειδικότερα προβαίνει σε άρνηση των θέσεων του ενάγοντα ως αυτοί λεπτομερώς καταγράφονται. Προβάλλει τη θέση ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει τον έλεγχο ή την κατοχή των εγγράφων που αναφέρονται στην αρχική αίτηση και πως ο ενάγοντας ουδέποτε ανέφερε ότι η εναγόμενη συμβλήθηκε με τον ενάγοντα.

 

Είναι η θέση της ότι η απαίτηση του ενάγοντα να παρουσιαστούν έγγραφα, εκφεύγει ακόμα και από τις έγγραφες προτάσεις και πως σε κάθε περίπτωση ο ενάγοντας δεν εξειδικεύει με σαφήνεια ποια έγγραφα επιδιώκεται να αποκαλυφθούν, προσκομιστούν και επιθεωρηθούν με βάση το περιεχόμενο και το αιτητικό της αρχικής αίτησης.

 

Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με περαιτέρω αναφορές προς υποστήριξη τους. Συγκεκριμένα, προβάλλει τη θέση ότι η «επίδικη αίτηση» είναι πρόωρη αφού δεν έχει αποδειχθεί η «επίδικη συμφωνία». Περαιτέρω, προς αντίκρουση των θέσεων του ενάγοντα, αναφέρει ότι συμφωνία που επικαλείται ο ενάγοντας, με βάση το περιεχόμενο της, διαφαίνεται ότι αυτή δεν έχει συνομολογηθεί με την εναγόμενη, ως ο ενάγοντας αντίθετα προωθεί ως θέση του. Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία που επικαλείται ο ενάγοντας έχει καταστεί ανενεργή και τερματίστηκε πριν την καταχώρηση της παρούσας.

 

Είναι περαιτέρω η θέση της ότι επιδιώκεται ταυτόσημη θεραπεία με την αγωγή και μάλιστα επεκτείνεται χρονικά πέραν της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4 (2) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:

 

«Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39».

 

Η παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου (2008) 1Α ΑΑΔ 510, 514). Ο διάδικος που αιτείται άδεια πρέπει να καταδείξει «καλό λόγο». Η ύπαρξη καλού λόγου εξετάζεται από το Δικαστήριο ανάλογα με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης.  

 

Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, 2012 1 Α.Α.Δ. σελ. 643 (αίτηση για προσθήκη λόγων έφεσης), κρίθηκε πως η επανάληψη ισχυρισμών και επιχειρηματολογίας δεν δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Στην A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (2010) 1Α ΑΑΔ 195 (αίτηση επαναφοράς έφεσης), δόθηκε άδεια στους εφεσείοντες – αιτητές για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων γιατί τα στοιχεία που επιθυμούσαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν στοιχεία που σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ’ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.

 

Στην Κόκκινου – ν- Κόκκινου, Πολιτική (2016) 1 ΑΑΔ 2523, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:

 

΄΄Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4(2) για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».»

 

Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάσος Μιχαηλίδης – ν – Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Ε225/2016 ημερομηνίας 09/04/2025.

 

Συνακόλουθα, με βάση το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και τις εφαρμοστέες αρχές που διέπουν το ζήτημα της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος, να μην επιδιώκεται εισαγωγή ισχυρισμών που απλά επιβεβαιώνουν θέσεις και επιχειρηματολογίες και επιπλέον με τους νέους ισχυρισμούς, αυτοί να αφορούν διευκρινήσεις που είναι επιθυμητό να προβληθούν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ΄ όψη το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, το ιστορικό της διαδικασίας σε ότι αφορά την αρχική αίτηση και την ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν και λαμβάνοντας υπ΄ όψη τις θέσεις των διαδίκων σε ότι αφορά την υπό εκδίκαση αίτηση, προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις.

 

O ενάγοντας, προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, προέβαλε διάφορους λόγους. Ως προ τούτο θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

 

Ως πιο πάνω αναφέρθηκε, στην αρχή της ένορκης δήλωσης του ο ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι τα όσα εγείρει η εναγόμενη στην ένσταση της είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, ως πιο πάνω αναφέρεται, ο ενάγοντας ανέφερε πως επιχειρείται η τεκμηριωμένη αποδόμηση των θέσεων της εναγομένης. Ως προς τούτο, να υπομνησθεί ότι με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, δεν προσφέρεται η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση συγκρουόμενων θέσεων και που στην προκειμένη έχουν ως κύριο άξονα το κατά πόσο η εναγόμενη έχει στην κατοχή ή έλεγχο της τα έγγραφα που αποτελούν αντικείμενο εξέτασης της αρχικής αίτησης.

 

Η δε αναφορά του ενάγοντα ότι αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η ένσταση της εναγόμενης δεν εδράζεται σε πραγματική αδυναμία αποκάλυψης, αλλά σε νομική επιχειρηματολογία η οποία επιχειρεί να περιορίσει τεχνητά την έννοια του «ελέγχου» και να αποκλείσει την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται εντός του εταιρικού πλαισίου του ομίλου της εναγομένης και πως η θέση της εναγόμενης ως προς την έννοια του «ελέγχου» «control» είναι νομικά εσφαλμένη, επίσης κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν δύναται να αποτελέσει καλό λόγο στο να επιτραπεί η καταχώρηση ΣΕΔ.

 

Πέραν του ότι επιδιώκεται η αντίκρουση της θέσης της εναγόμενης ότι δεν κατέχει ή δεν έχει τον έλεγχο των εγγράφων που αποτελούν αντικείμενο εξέτασης της αρχικής αίτησης, τα όσα ο ενάγοντας επιχειρεί να εισάξει με την ΠΣΕΔ, στο σύνολο τους, ουσιαστικά επεκτείνει το πιο πάνω ζήτημα με λεπτομερείς αναφορές αναφορικά τόσο με την εταιρική δομή της εναγόμενης, όσο και της σχέσης της με τις εταιρείες που εκτενώς αναφέρει ο ενάγοντας. Τα όσα στοιχεία ο ενάγοντας προτίθεται να εισάξει με την ΠΣΕΔ, από τη μια κρίνεται ότι δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν καλό λόγο στο να επιτραπεί η καταχώρηση ΣΕΔ και που σε κάθε περίπτωση δεν έχει διακριθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την μη προβολή αυτών στα πλαίσια της αρχικής αίτησης.

 

Η δε εκτενής αναφορά του από τη μια ως προς την εταιρική δομή της εναγόμενης, την «επίδικη σύμβαση» στην οποία αναφέρεται, καθώς επίσης και τα λοιπά προγράμματα/συστήματα και συμβάσεις, το Δικαστήριο διαπιστώνει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το περιεχόμενο τους ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα όσα προβάλλονται από τον ενάγοντα στην αρχική αίτηση, ότι αυτά, πέραν του ότι αποσκοπούν στο να αντικρούσουν τις θέσεις της εναγομένης, αποτελούν νέα μαρτυρία. Ως προς τούτο θα πρέπει να επισημανθεί  ότι στα πλαίσια διαδικασίας όπως η παρούσα, αυτό δεν είναι επιτρεπτό (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοσηΤομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»).

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

Η αίτηση ημερ. 17/02/2026 απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα αιτητή και υπέρ της εναγόμενης καθ΄ ης η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας.

    

 

 

 

 

                                                                         (Υπ.) …………………………………...

                                                                                                    Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.    

 

 

 

 

 

 

                                                                   

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο