ΝΙΚΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 92/2025, 8/10/2026
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 92/2025, 8/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

         Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 92/2025 I-Justice

Μεταξύ:

ΝΙΚΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, από τη Λευκωσία

Ενάγοντος

                                                            και

1.            ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, από τη Λεμεσό

2.            ΘΕΟΦΙΛΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, από τη Λεμεσό

                                                                                                Εναγομένων

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 11.11.25 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης

 

 

Ημερομηνία: 08.10.26

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Χρ. Παρασκευάς για Χρήστος Παρασκευάς Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους 1 & 2-Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2: κος Α. Μαθηκολώνης για Αντρέας

                                                                                     Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

                                                  ΑΠΟΦΑΣΗ

Δικονομικό Ιστορικό Υπόθεσης:

Στις 30.01.25 ο Ενάγοντας υπέβαλε Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 με το οποίο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 (στο εξής οι Εναγόμενοι) την:

(α)       έκδοση απόφασης ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στην οικία και στο ακίνητο του που βρίσκονται εντός των ορίων του Δήμου Λεμεσού, οι λεπτομέρειες του οποίου παρέχονται υπό το σημείο (Α) του εγγράφου,

(β)       έκδοση διατάγματος που να τους απαγορεύει να επεμβαίνουν και/ή να κατέχουν και/ή να χρησιμοποιούν το εν λόγω ακίνητο και την οικία,

(γ)        έκδοση διατάγματος που να τους διατάζει να του επιστρέψουν ελεύθερη και κενή κατοχή της οικίας και του ακινήτου αυτού,

(δ)        επιδίκαση μηνιαίων ποσών από 22.11.24 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου αυτού ως αποζημιώσεις και/ή ως διαφυγόντα κέρδη και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού,

(ε)        επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία της επικαλούμενης παράνομης επέμβασης στο εν λόγω ακίνητο και την οικία από τους Εναγομένους 1 & 2,

(στ)      επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.

 

Οι Εναγόμενοι 1 & 2 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 06.02.25. Ακολούθως στις 13.03.25 ο Ενάγοντας υπέβαλε την Έκθεση Απαίτησης του ενώ στις 18.03.25 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων θα γίνει στη συνέχεια εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο.

 

Όλες οι πιο πάνω πληροφορίες αντλήθηκαν από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, στον οποίον έχω πρόσβαση.

 

Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε, η παρούσα υπόθεση αλλά και οποιαδήποτε ενδιάμεση αίτηση διέπεται δικονομικά από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 που τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23.

 

Η υπό κρίση Αίτηση:

Στις 11.11.25 ο Ενάγοντας προώθησε δια κλήσεως την παρούσα αίτηση στην οποίαν ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων ως οι αξιώσεις που περιέχονται στο Έντυπο Απαίτησης και έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Με άλλα λόγια ο Ενάγοντας αξιώνει συνοπτική απόφαση επί του συνόλου της απαίτησης του.

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), τα άρθρα 42 & 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), το άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΑΔ, το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, οι αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, η διακριτική ευχέρεια, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Ενάγοντα ικανοποιεί την έγκριση της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ιδίου. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.

 

Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνεται ο Ενάγοντας, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο δικαιολογούν την επιτυχία της παρούσας αίτησης. Το σύνολο των αναφορών προδιαγράφουν την εκδοχή του Ενάγοντα.

 

Το υπόβαθρο των γεγονότων επί του οποίου στηρίζεται ο Ενάγοντας, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την αίτηση ένορκη δήλωση, έχει συνοπτικά ως ακολούθως:

·                Στις 22.11.24 ο Ενάγοντας κατέστη ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου μετά τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του. Σχετικός τίτλος ιδιοκτησίας αποτελεί το Τεκμήριο 1.

·                Ο Ενάγοντας αγόρασε το ακίνητο έναντι νομίμου ανταλλάγματος δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου από την Gordian Holdings Limited (στο εξής η «Gordian»), η οποία ήταν η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου.

·                Σκοπός της αγοράς του ακινήτου ήταν για να χρησιμοποιηθεί ως η οικία του Ενάγοντα και της οικογένειας του (συζύγου και δύο ανήλικων θυγατέρων).

·                Για την πληρωμή μέρους του ανταλλάγματος αγοράς, ο Ενάγοντας προέβηκε σε χρηματοδότηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής η «Τράπεζα») υπό τη μορφή δανείου ύψους €320.000, για την αποπληρωμή του οποίου το ύψος της μηνιαίας δόσης ανέρχεται στα €4.200. Έγγραφο έγκρισης του δανείου από τον εν λόγω τραπεζικό οργανισμό αποτελεί το Τεκμήριο 3.

·                Λίγες ημέρες μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου, ο δικηγόρος του Ενάγοντα απέστειλε στους Εναγομένους με ιδιώτη επιδότη επιστολή ημερ. 28.11.24, την οποίαν τους επέδωσε στις 02.12.25 όπου τους αναφέρει ότι κατέστη ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του ακινήτου και ο μοναδικός δικαιούχους για τη χρήση του, καλώντας τους παράλληλα να του παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του εντός 25 ημερών. Αντίγραφο των επιστολών που επιδόθηκαν αποτελούν τα Τεκμήρια 4 & 5 και ένορκες δηλώσεις επίδοσης αποτελούν τα Τεκμήρια 6 & 7.

·                Η επίδοση των επιστολών στους Εναγομένους επιβεβαιώθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου τους ημερ. 05.12.24 (Τεκμήριο 8).

·                Οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να κατέχουν το ακίνητο αρνούμενοι να αποχωρήσουν από αυτό.

·                Ένεκα της πιο πάνω εξέλιξης ο Ενάγοντας δεν μπορεί να ενοικιάσει την κατοικία στην οποίαν ο ίδιος και η οικογένεια του διαμένουν.

·                Οι Εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει την αγωγή αρ. 1114/15 εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian, την οποίαν στην πορεία απέσυραν.

·                Διενεργήθηκε εκτίμηση της αξίας του ακινήτου από ιδιώτη εκτιμητή που είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ. και μέλος του Royal Institute of Chartered Surveyors (Τεκμήριο 11).

 

Η Ένσταση των Εναγομένων:

Οι Εναγόμενοι 1 αντέδρασαν στις 19.02.26 με την καταχώρηση κοινού εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 13 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης που είναι το αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης.

 

Η ένσταση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στους Κανονισμούς 23.1, 23.2, 23.4, 23.5, 23.7 και στα Μέρη 24 & 32 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στα άρθρα 5, 8-10, 21(1)(γ), 22 & 32 του Ν.9/1965, στο άρθρο 49ΣΤ του Ν.22/85, στα άρθρα 23, 26, 28 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 5 του Ν.66(Ι)/2012, στο άρθρο 6 της Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα άρθρα 17, 20 & 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, στην οποίαν προβάλλονται γεγονότα που σύμφωνα με την ομνύουσα έχουν διαδραματιστεί και από τη γωνία αντίληψη της θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους των Εναγομένων. Παράλληλα αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης, οι οποίοι, κατά τη γνώμη των Εναγομένων, δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Τα επικαλούμενα γεγονότα και οι αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση.

 

Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζονται οι Εναγόμενοι, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την ένσταση ένορκη δήλωση, έχει πολύ περιληπτικά ως εξής:

-               Ο Εναγόμενος 1 είναι ο σύζυγος της Εναγομένης 2.

-               Το επίδικο ακίνητο ανήκε και ήταν εγγεγραμμένο εις τα ονόματα των Εναγομένων 1 & 2.

-               Το εν λόγω ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Τράπεζας για το ποσό των €360.800 δυνάμει της υποθήκης αρ. Υ15447/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (Τεκμήριο 1), ως εξασφάλιση για πιστωτικές διευκολύνσεις που η Τράπεζα χορήγησε στους Εναγομένους περί τις 27.06.07.

-               Κατόπιν διαδικασίας ανεπιτυχούς πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου που διεξήχθη περί τις 20.04.23 από την Gordian, το ακίνητο ανακτήθηκε από την Gordian δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και εγγράφηκε εις το όνομα της.

-               Ακολούθως περί τις 22.11.24, η Gordian μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στον Ενάγοντα.

-               Για τους λόγους που παραθέτει στην ένορκη δήλωση της κατ’ επίκληση των άρθρων 5, 8, 21(1)(γ) & (2) του Ν.9/1965, η Ενάγουσα 2 ισχυρίζεται ότι η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και η διαδικασία εγγραφής του στο όνομα της Gordian και έπειτα η πώληση, εγγραφή και μεταβίβαση του στον Ενάγοντα είναι εξ’ υπαρχής παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη αφού αυτές δεν έγιναν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.9/1965 ως προνοεί το άρθρο 5 της εν λόγω νομοθεσίας.

-               Οι λόγοι που η ομνύουσα επικαλείται είναι ότι:

„   η σύμβαση υποθήκης και η δήλωση υποθήκης καλύπτει ποσά που αφορούν έξοδα και/ή δικαιώματα, τόκο, τόκο υπερημερίας, ασφάλιστρα, έξοδα για αναγκαίες και/ή ουσιώδεις επισκευές, προσαυξήσεις επιτοκίου και/ή περιθώριο, έξοδα εκτίμησης, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και άλλα έξοδα κατά την κρίση της Gordian που δεν είναι καθορισμένα ή δεν μπορούν να προσδιοριστούν ή που δεν είναι επιτρεπτό να καλύπτονται με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 8, 21(1)(γ) & (2) του Ν.9/1965,

„   η σύμβαση υποθήκης παραβιάζει το εξ’ επιεικείας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη (equitable right of redemption) αφού ο όρος 17 αυτής προνοεί ότι σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει παραχωρήσει δύο ή περισσότερες υποθήκες σε ξεχωριστά ακίνητα, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να αρνείται να γίνεται άρση της μίας ή περισσότερων υποθηκών, εκτός αν γίνει ταυτόχρονη άρση για όλες, πράγμα που, σύμφωνα με την ομνύουσα, δεν επιτρέπεται νομικά επειδή παρεμποδίζει το εξ’ επιεικείας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει την μία εκ των δύο ή περισσότερων υποθηκών.        

-               Σύμφωνα με την ομνύουσα, η αγωγή αρ. 1853/2015 Ε.Δ. Λεμεσού που αναφέρει ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του και αφορά, μεταξύ άλλων, το επίδικο ακίνητο εκκρεμεί για εκδίκαση (Τεκμήριο 2).

-               Επιπλέον στην ίδια αγωγή εκκρεμεί η ακρόαση της αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης & ανταπαίτησης.        

 

 Ακρόαση Αίτησης:

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε νομικά συγγράμματα, σε δικονομικούς θεσμούς και με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Νομική Πτυχή - Εξέταση της αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης:

Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής

Η πιο πάνω διττή θέση των Εναγομένων εγείρεται με τον 2ο λόγο ένστασης. Με τη θέση αυτή διαφωνεί ο Ενάγοντας.

 

Σε αντίθεση με τον Ενάγοντα που καταθέτει την άποψη του (σελίδα 23 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του), η πλευρά των Εναγομένων δεν προωθεί τελικά τη θέση της αυτή. Ουδεμία αναφορά υπάρχει μέσα από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 και κανένας νομικός σχολιασμός τόσο στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων όσο και μέσα από τη συμπληρωματική προφορική νομική επιχειρηματολογία του πραγματεύεται θέμα ελαττωματικότητας της νομικής βάσης, ούτε εξηγεί που αυτή υστερεί ή γιατί θεωρείται ελλιπής ή εσφαλμένη. Ούτε βέβαια υποδεικνύεται τι ακριβώς απουσιάζει από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, εάν για παράδειγμα κάποιος συγκεκριμένος κανονισμός και/ή άρθρο κάποιας νομοθεσίας. Εκλαμβάνω ότι η συγκεκριμένη θέση των Εναγομένων έχει εγκαταλειφθεί.  

 

Σε κάθε περίπτωση διαπιστώνω ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης περιλαμβάνει το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο και το απαιτούμενο δικονομικό πλαίσιο που επιτρέπουν την προώθηση και εκδίκαση της. Η συμπερίληψη του άρθρου 32 του Ν.14/60, των Μερών 23, 24 & 25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, του άρθρου 43 του Κεφ. 148, του άρθρου 23 του Συντάγματος, των αρχών επιείκειας και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, καθιστούν τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης συμπληρωμένη σε δικαιοδοτικό και δικονομικό επίπεδο.

 

Συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων στερείται θεμελίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται σε ότι αφορά και τις δύο πτυχές του.

 

Απόκρυψη και/ή παράλειψη αναφοράς γεγονότων που είναι ουσιώδη

Η πιο πάνω θέση των Εναγομένων προβάλλεται με τον 6ο λόγο ένστασης. Με τη θέση αυτή διαφωνεί ο Ενάγοντας και προς αντίκρουση της παρουσιάζει τη δική του θέση μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του (σελίδα 24).

 

Ισχύουν ακριβώς τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με τον 2ο λόγο ένστασης. Ουδεμία αναφορά υπάρχει μέσα από τη ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 και κανένας νομικός σχολιασμός που να ασχολείται με τον ισχυρισμό αυτό περιέχεται τόσο στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων όσο και μέσα από τη συμπληρωματική προφορική νομική επιχειρηματολογία του. Εκλαμβάνω ότι η συγκεκριμένη θέση έχει εγκαταλειφθεί.

 

Εν πάση περιπτώσει, οι αναφορές του Ενάγοντα για τη συγκεκριμένη θέση με βρίσκουν σύμφωνο. Ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων παρέμεινε σε γενικό και αόριστο επίπεδο. Η πλευρά των Εναγομένων δεν υποδεικνύει ποια είναι αυτά τα γεγονότα που ο Ενάγοντας απέκρυψε ή έστω παρέλειψε να αναφέρει, γιατί αυτά θεωρούνται ουσιώδη και πως επηρεάζουν την πορεία της υπό κρίση αίτηση ώστε να προδιαγράφουν την αποτυχία της.

 

Πέραν αυτού, αν για σκοπούς συζήτησης μπορούσε να λεχθεί ότι η εν λόγω θέση των Εναγομένων είχε έδαφος για εξέταση, αυτή δεν ευσταθεί. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Ενάγουσας) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. (πιο πάνω), Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, δηλαδή που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος.

 

Επομένως η πιο πάνω αναφορά των Εναγομένων θα είχε βαρύνουσα έως καταλυτική σημασία αν η αίτηση που το Δικαστήριο καλείτο να εξετάσει ήταν μονομερής. Ωστόσο η υπό κρίση καταχωρίστηκε και προωθήθηκε δια κλήσεως, ως εξάλλου έπρεπε. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι Εναγόμενοι αμέσως συμμετείχαν στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση τους παρουσίασαν τις δικές τους θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης στοιχείων επειδή οι Εναγόμενοι προστατεύονται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση του Δικαστηρίου με την ευκαιρία που έχουν από την αρχή να παραθέσουν τις δικές τους θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί η τύχη της παρούσας αίτησης, πράγμα που οι Εναγόμενοι έχουν πράξει.

 

Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση

Οι Εναγόμενοι διατυπώνουν τη θέση αυτή με τον 8ο λόγο ένστασης τους. Αντίθετη είναι η θέση του Ενάγοντα, την οποίαν εκφράζει νομικά μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του (σελίδα 25).

 

Για σκοπούς εξέτασης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης θα περιοριστώ στο να επισημάνω ότι ο Ενάγοντας καταχώρισε και προωθεί την υπό κρίση αίτηση ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχεται δικονομικά από το Μέρος 24 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 και δικαιοδοτικά κυρίως από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το κατά πόσο η παρούσα αίτηση θα είναι ή όχι επιτυχής είναι κάτι που θα κριθεί στη συνέχεια. Ωστόσο δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει είτε νομικά είτε πραγματικά τον Ενάγοντα να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του στα πλαίσια της υπόθεσης που έχει καταχωρήσει εναντίον των Εναγομένων.

 

Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή καταπιεστική

Μέσα από τον 5ο λόγο ένστασης τους οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και καταπιεστική «επειδή καταχωρίστηκε προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών.» Η θέση του Ενάγοντα είναι αντίθετη και διατυπώνεται μέσα από τη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του (σελίδα 24).

 

Τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με τον 2ο λόγο ένστασης ισχύουν ακριβώς και εδώ. Τόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων δεν εξηγούν πραγματικά και νομικά γιατί η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία και για ποιο λόγο θεωρούν πραγματικά και νομικά ότι χαρακτηρίζεται από στοιχείο κατάχρησης και/ή καταπίεσης. Η δήλωση σε «εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών» είναι γενική και αόριστη χωρίς να υποστηρίζεται από σχετικές λεπτομέρειες και στοιχεία που να αναφέρουν συγκεκριμένα ποια είναι αυτά αλλότρια κίνητρα που οι Εναγόμενοι επικαλούνται και παράλληλα να τεκμηριώνουν την εν λόγω δήλωση τους.

 

Στη βάση των πιο πάνω, εκλαμβάνω ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν έχει προωθηθεί, ο οποίος σε κάθε περίπτωση στερείται τεκμηρίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Κριτήρια και προϋποθέσεις που διέπουν την εξέταση της αίτησης

Προχωρώ ευθύς στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Μ’ αυτήν ασχολούνται οι λόγοι ένστασης αρ. 1, 3, 4, 7 & 9-13, οι οποίοι θα εξεταστούν ως μία ενιαία ομάδα. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, σε αντίθεση με τον Ενάγοντα που ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να επιττύχει.

 

Το δικονομικό πλαίσιο που ισχύει είναι, όπως λέχθηκε προηγουμένως, οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί 2023. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει δικονομικά από το Μέρος 24 και έχει διακριτικό χαρακτήρα. Το Μέρος 24 είναι πανομοιότυπο με την αγγλική δικονομική διάταξη Practice Direction 24 των αγγλικών θεσμών πολιτικής δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ στις 26.04.99 και τροποποιήθηκαν στην πορεία χωρίς όμω; Να επηρεάζεται η ουσία των νομικών αρχών που εφαρμόζονται (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Civil Procedure, Volume 1, έκδοση 2021, σελίδες 853-855).

 

Στην Διογένους και άλλη v. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε86/2025 IJ ημερ. 11.02.26 αναλύονται και επεξηγούνται οι διατάξεις του Μέρους 24 με παραπομπή σε νομολογία και αναφορές από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα White Book 2021. Χρήσιμη καθοδήγηση παρέχεται και στην Παναγή και άλλη v. Γεωργίου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε26/20225 IJ ημερ. 27.03.26, στην οποίαν επίσης ερμηνεύονται οι πρόνοιες του Μέρους 24 με παραπομπή σε σχετικές αποφάσεις.     

 

Παρά τη θέσπιση του Μέρους 24, μέσα από το περιεχόμενο του οποίου ο Αιτητής επωμίζεται μεγαλύτερο βάρος σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών που ίσχυαν πριν από την 01.09.23, το γενικότερο πνεύμα που διέπει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εξακολουθεί να είναι το ίδιο. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η προστασία των διαδίκων από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις παρέχοντας άμεση επίλυση επιδίκων ζητημάτων χωρίς την ανάγκη αχρείαστης αναμονής σε βάθος χρόνου, εφόσον βέβαια το επίδικο θέμα δεν χρειάζεται να αποτελέσει αντικείμενο εκδίκασης μέσα από συνήθη ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει κάθε φορά αν ενώπιον του βρίσκεται η κατάλληλη περίπτωση για να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Επειδή πρόκειται για δραστική διαδικασία με ιδιαιτερότητα που παρακάμπτει τη διεξαγωγή δίκης, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του εξουσία με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα αυστηρά κριτήρια που έχουν εξηγηθεί μέσα από τις αρχές της νομολογίας (Νικολάου Λίμιτεδ v. Adamco Construction Ltd (2005) 1Α Α.Α.Δ. 376). Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν κάποιος αναλογιστεί ότι οποιοσδήποτε έχει, δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος και των ανάλογων διατάξεων της  Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί στην Κύπρο με το Ν.39/62 και των αναπόσπαστων πρωτοκόλλων που έχουν επίσης κυρωθεί με άλλες κυπριακές νομοθεσίες, δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο για να προβάλει την εκδοχή του και να εξεταστεί δίκαια εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο δικαστικό όργανο που νόμιμα έχει συσταθεί (Παναγιώτης Ζερβός v. Euroinvestment & Finance Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1968). Η ανάγκη για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης δεν θα πρέπει να στερεί από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (Deme Diary Ltd κ.α. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347).

 

Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενός εναγομένου είτε επί του συνόλου απαίτησης είτε επί κάποιου μέρους αυτής που στρέφεται εναντίον του. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να ενεργεί εντός του πεδίου αυτού παρέχεται μέσα από τον Κ.24.1(1) του Μέρους 24, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια αναφέρουν:

«To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη»

 

Όπως ήδη λέχθηκε, ο Ενάγοντας επιδιώκει συνοπτική απόφαση επί του συνόλου της απαίτησης του.

Για να έχει η αίτηση συνοπτικής απόφασης προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και ταυτόχρονα να ικανοποιούνται σωρευτικά συγκεκριμένες επιτακτικές προϋποθέσεις. Πρόκειται για συνδυασμό δικονομικών και ουσιαστικών παραμέτρων, πλην όμως πρέπει όλες να ισχύουν.

 

Προχωρώ ευθύς με την εξέταση των δικονομικών προϋποθέσεων.

 

Μία από τις δικονομικές προϋποθέσεις που τίθενται για να μπορεί κάποιος να αποταθεί για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι να έχει πρώτα καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης στην υπόθεση, εκτός αν έχει δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο Κ.24.3(1) του Μέρους 24 σημειώνει τα εξής:

«Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.»

 

Παρόλο ότι οι Θεσμοί μας δεν αναφέρουν ποιο είναι το κατάλληλο στάδιο για να καταχωριστεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση, εντούτοις το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, §9.72, σελίδα 423 αναφέρει ότι τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να προωθούνται το συντομότερο δυνατό. Όπως αναφέρεται, ιδανικότερο στάδιο είναι αυτό πριν από την καταχώρηση των ερωτηματολογίων ή κατά το στάδιο εκείνο.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 30.01.25 καταχωρίστηκε Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 06.02.25 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Μετά την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης και προτού συμπληρωθούν τα δικόγραφα, ο Ενάγοντας προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Άντλησα τις πληροφορίες αυτές μετά που ανάτρεξα στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου ν. Οργανισμούς Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ Κύπρου (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146).

 

Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, η εν λόγω προϋπόθεση ικανοποιείται.

 

Μία άλλη δικονομική προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται είναι αυτή που περιέχεται στις πρόνοιες του Κ.24.4(1) του Μέρους 24:

«Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.»

 

Ο Ενάγοντας αποτάθηκε στο Δικαστήριο προωθώντας την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23, ως υποδεικνύεται από τον πιο πάνω κανονισμό. Πέραν του ότι στη νομική βάση της περιλαμβάνονται ρητά τα Μέρη 23 & 24, παρατηρώ ότι στην αίτηση δηλώνονται τα στοιχεία του Ενάγοντα ως Αιτητή και των Εναγομένων 1 & 2 ως Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2. Επίσης προσδιορίζονται με σαφήνεια οι θεραπείες που ακριβώς ζητούνται. Περαιτέρω η αίτηση υπογράφεται από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα (Αιτητή) στην διαδικασία αυτή και επιβεβαιώνεται με σχετική δήλωση αληθείας. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, στην οποίαν περιέχονται τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση εδράζεται.

 

Επομένως παρατηρώ ότι ικανοποιείται η συγκεκριμένη δικονομική προϋπόθεση.

 

Σύμφωνα δε με τον Κ.24.4(3) του Μέρους 24:

«Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).»  

 

Εδώ διαπιστώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και στην οποίαν επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, περιέχεται το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου η εν λόγω αίτηση στηρίζεται, ως απαιτείται από τις πρόνοιες του πιο πάνω κανονισμού.

 

Συνεπώς η εν λόγω προϋπόθεση ικανοποιείται.

 

Ο Κ.24.4(2)(α) του Μέρους 24 περιλαμβάνει μία επιπλέον προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται. Ειδικότερα ο συγκεκριμένος κανονισμός απαιτεί η μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση να:

«προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής»  

 

Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της υπό κρίση αίτησης περιέχεται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα  για τα οποία γίνεται αναφορά μέσα από το περιεχόμενο της με αποτέλεσμα να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Ανάγνωση του περιεχομένου της καθιστά αντιληπτό ότι σ’ αυτή αναφέρονται γεγονότα, των οποίων η πλειονότητα των ουσιώδη είτε αποτελούν κοινό έδαφος είτε δεν αμφισβητήθηκαν ευθέως από τους Εναγομένους. Τα επικαλούμενα γεγονότα εξόφθαλμα προσδιορίζουν και συνάμα αναδεικνύουν νομικά σημεία ενώ παράλληλα παραπέμπουν σε διάφορα έγγραφα, επί των οποίων στηρίζεται ο Ενάγοντας για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησης του.

 

Κατά συνέπεια ικανοποιείται και αυτή η δικονομική προϋπόθεση.

 

Επιπλέον το εδάφιο (2)(β) του Κ.24.4 του Μέρους 24 θέτει μία άλλη δικονομική προϋπόθεση, η οποία όμως εξετάζεται διαζευκτικά αυτής που έχει σχολιαστεί αμέσως προηγουμένως (εδάφιο (2)(α) του Κ.24.4 του Μέρους 24). Η χρήση της φράσης «ή/και» ανάμεσα στα δύο εδάφια, χωρίς αμφιβολία, καταδεικνύει ότι αυτή η παράμετρος δεν χρειάζεται απαραίτητα να συντρέχει με την παράμετρο του εδαφίου (2)(α) του Κ.24.4 του Μέρους 24, αλλά να ικανοποιείται μία εκ των δύο. Η εξέταση τους τίθεται υπό διαζευκτική μορφή, χωρίς βέβαια να απαγορεύεται να πληρούνται και τα δύο.

 

Ανεξάρτητα ότι ικανοποιείται η παράμετρος του εδαφίου (2)(α) του Κ.24.4 του Μέρους 24, θα εξετάσω την προϋπόθεση του εδαφίου (2)(β) του ιδίου κανονισμού. Οι πρόνοιες του υπό εξέταση εδαφίου σημειώνουν ότι στις ένορκες δηλώσεις που περιέχεται η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει να αναφέρεται ότι η αίτηση:

«υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.»    

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι εκείνο που απαιτείται για να ικανοποιείται η συγκεκριμένη παράμετρος είναι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να περιέχεται η συγκεκριμένη αναφορά ή έστω, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αμιγούς τυπολατρίας και έτσι να αποφευχθεί ο κίνδυνος μη εφαρμογής του πρωταρχικού σκοπού, να αποδίδεται με διαφορετικές λέξεις το ίδιο νόημα που επισημαίνει το εν λόγω εδάφιο. Ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση η §16 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα αναφέρει τα εξής που καταγράφω αυτούσια:

«Η αίτηση που συνοδεύει η παρούσα μου Ένορκη Δήλωση, υποβάλλεται διότι με βάση τα γεγονότα οι Εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν γνωρίζω άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.»

 

[η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]

 

Σύγκριση της πιο πάνω αναφοράς με την πρόνοια του Κ.24.4(2)(β), οδηγεί με ασφάλεια στη διαπίστωση ότι το λεκτικό τους συμπίπτει και το περιεχόμενο τους ταυτίζεται. Επομένως το περιεχόμενο της §16 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα και ειδικότερα το μέρος αυτής που έχει υπογραμμιστεί αντιπροσωπεύει και/ή καλύπτει πλήρως το δείγμα που ο Κ.24.4(2)(β) απαιτεί να περιλαμβάνεται γραπτώς σε ένορκη δήλωση, αποδίδοντας έτσι με σαφήνεια το ίδιο νόημα που απαιτείται μ’ αυτό του συγκεκριμένου κανονισμού.  

 

Επομένως ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση.

 

Εφόσον πληρούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, συνεχίζω με την εξέταση των ουσιαστικών κριτηρίων.

 

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις περιέχονται στις πρόνοιες του Κ.24.2(1) του Μέρους 24. Όπως σημειώνεται, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση επί ολόκληρης της απαίτησης ή για μέρος της,

(α)       όταν κρίνει ότι:

(i)         ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii)        ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β)       δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.        

 

Ερμηνεία των προνοιών του Κ.24.2(1) καθιστά σαφές ότι η εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση εδράζεται πάνω σε δύο ουσιαστικά κριτήρια. Για να είναι επιτυχής η αίτηση αυτή τα προαναφερόμενα δύο κριτήρια πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό η κοινή υπεράσπιση που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να προβάλουν, διαθέτει ή όχι πραγματική προοπτική επιτυχίας (real prospect of success) επί των ζητημάτων που επιδιώκεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης (Green v. Hancocks (a firm) and another [2000] All E.R. (D) 2318) και εάν υπάρχει ή όχι οποιασδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για το οποίο τα ζητήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να επιλυθούν μέσα από ακροαματική διαδικασία.

 

Σε περίπτωση που το Δικαστήριο πειστεί ότι η κοινή υπεράσπιση των Εναγομένων επί των επιδίκων θεμάτων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των συγκεκριμένων θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης και την ίδια στιγμή πειστεί ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίον τα επίμαχα ζητήματα πρέπει να κριθούν σε δίκη τότε δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων σε σχέση με τα επίμαχα ζητήματα και τις συγκεκριμένες θεραπείες που επιδιώκει. Παράλληλα το Δικαστήριο θα δώσει οδηγίες στους Εναγόμενους να καταχωρίσουν υπεράσπιση μόνο σχετικά με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα και τις υπόλοιπες αξιούμενες τελικές θεραπείες. Μέσα από μία τέτοια κατάσταση δεδομένων, η χρήση τη συνήθους πορείας ακρόασης για τα επίμαχα ζητήματα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση θα ήταν εντελώς άσκοπη και αχρείαστη. Ο χειρισμός της επίλυσης των ζητημάτων αυτών δεν θα ήταν δίκαιος ενώ παράλληλα θα προκαλείτο καθυστέρηση και αδικαιολόγητη δημιουργία εξόδων, πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμόζει τον πρωταρχικό σκοπό στη διαχείριση της υπόθεσης. Διαφορετικά, εάν το Δικαστήριο δεν πειστεί ότι ικανοποιείται οποιοδήποτε από τα δύο αυτά κριτήρια ουσίας τότε η υπό κρίση αίτηση οδηγείται σε απόρριψη και θα δοθούν οδηγίες για συνέχιση της υπόθεσης επί όλων των επιδίκων θεμάτων αναφορικά με όλες τις αξιούμενες τελικές θεραπείες.

 

Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προδιαγράφονται στον Κ.24.2(1) του Μέρους 24 το φέρει πρωτίστως ο Ενάγοντας. Εφόσον η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 δεν μπορεί παρά να ισχύει το πιο πάνω σκεπτικό.

 

Για σκοπούς εξέτασης των ουσιαστικών κριτηρίων θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω σχετικά, με το αντικείμενο της υπό κρίσης αίτησης, γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αποτελούν σημείο αμφισβήτησης ή ερείσματος ή διαφωνίας μεταξύ των μερών υπό το φως της υποστήριξης τους από δημόσια έγγραφα και/ή κοινά έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν υπήρξε αντίδραση από οποιονδήποτε διάδικο:

ü   Ο Εναγόμενος 1 είναι σύζυγος της Εναγομένης 2.

ü   Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο οι Εναγόμενοι κατείχαν  το επίδικο ακίνητο.

ü   Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο εντός του επίδικου ακινήτου υπήρχε κατοικία που είχε ανεγερθεί, την οποίαν οι Εναγόμενοι κατείχαν και χρησιμοποιούσαν ως διαμονή τους.

ü   Ο Ενάγοντας αγόρασε το επίδικο ακίνητο και κατ’ επέκταση την οικία που βρίσκεται εντός αυτού από την Gordian δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου και αφού κατέβαλε συγκεκριμένο ποσό για την αγορά αυτή.

ü   Η Gordian είχε ανακτήσει το επίδικο ακίνητο μαζί με την οικία κατ’ επίκληση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965, στο όνομα της οποίας εγγράφηκε μετά από εκποίηση του εν λόγω ακινήτου που ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της.

ü   Το επίμαχο ακίνητο, περιλαμβανομένου της οικίας που βρίσκεται εντός αυτού, είχε υποθηκευτεί από τους Εναγομένους, οι οποίοι κατά το χρόνο εκείνο ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του.

ü   Ακολούθως της πώλησης του από την Gordian, το επίδικο ακίνητο που αγοράστηκε από τον Ενάγοντα μεταβιβάστηκε στο όνομα του, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και συγκεκριμένα από τις 22.11.24 και μέχρι σήμερα είναι ο μοναδικός και αποκλειστικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου επί ολόκληρου του μεριδίου του (Τεκμήριο 1 ΕΔ Ενάγοντα).

ü   Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι κατέχουν και χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο και κατ’ επέκταση την οικία που βρίσκεται εντός αυτού.

 

Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το πρώτο κριτήριο είναι να καταδειχτεί ότι ‘η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης επί των συγκεκριμένων ζητημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης’. Ως προς το ποιος διάδικος οφείλει να ικανοποιήσει την εν λόγω ουσιαστική προϋπόθεση, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, §9.59, σελίδα 418:

«An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success.» Green v. Hancocks [2000] Lloyd’s Rep. P.N. 813.

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]

 

Υπάρχει όμως και αγγλική νομολογία επί του σημείου αυτού. Στην υπόθεση ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel and another [2003] All ER (D) 75 λέχθηκε ότι γενικά το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του απαιτητή να καταδείξει ότι υπάρχει βάσιμη πεποίθηση πως ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος.

 

Η λέξη «πραγματική προοπτική επιτυχίας» ερμηνεύτηκε να σημαίνει ότι το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει εάν υπάρχει «ρεαλιστική» σε αντίθεση με μια «φαινομενική/φανταστική» προοπτική επιτυχίας. Όπως λέχθηκε στην αγγλική υπόθεση Swain v. Hillman [2001] 1 All ER 91:

«The word ‘real’distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a ‘realistic’ as opposed to a ‘fanciful’ prospect of success.» 

 

Έχει λεχθεί ότι όταν υπάρχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» σημαίνει ότι ο εναγόμενος έχει υπόθεση που είναι καλύτερη από απλά συζητήσιμη (αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, §9.60, σελίδα 418, International Finance Corp v. Utexafrica Sprl [2001] C.L.C. 1361, E D & F Man Liquid Products v. Patel [2003] (D) All ER 75). Σε ότι αφορά πότε ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, §9.63 - §9.65, σελίδα 419, το οποίο μέσα από το σχολιασμό και παραπομπή σε αγγλική νομολογία ομιλεί από μόνο του. Το καταγράφω αυτούσιο:

«Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second whether there is a real prospect that some material support for the party’s case would emerge if the case followed the normal procedural route (ICI Chemicals & Polymers Ltd v, TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725, Easyair Ltd v. (t/a Openair) v. Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339). It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful.

 

Support of this interpretation of the test is found in S v. Gloucestershire County Council [2000] 3 All ER 346 where the Court of Appeal explained that before giving summary judgment the court must be satisfied of the following matters:

(1)        that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it;

(2)        that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and

(3)        that there was no real prospect of oral evidence affecting the court’s assessment of the facts.

 

The Court of Appeal stressed that even where there were gaps in the evidence, the court could proceed to summary judgment if there was no real prospect that the gaps would be filled.

 

In deciding whether the test is satisfied, the court should bear in mind what material is and is not available to it (Tchenguiz v. Grant Thornton UK LLP [2015] EWHC 339), and hesitate before making a final decision without trial where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts would add to or alter the evidence available, thereby affecting the outcome of the case (Bolton Pharmaceuticals v Doncaster Pharmaceuticals [2006] EWCA Civ 661, TFL Management Services Ltd v. Lloyd’s Bank plc [2013] EWCA Civ 1415).»

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]

 

Στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council v. Governors and Company of the Bank of England (No.3) [2001] 2 All ER 513 το τριτοβάθμιο Δικαστήριο (House of Lords) επέτρεψε την έφεση του εφεσείοντα ακυρώνοντας την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου για διαγραφή ή συνοπτική απόφαση απόρριψης της απαίτησης με το σκεπτικό ότι η «πραγματική πιθανότητα επιτυχίας» δεν μπορούσε να εκτιμηθεί βάση μόνο του μαρτυρικού υλικού που είχε παρουσιαστεί και χωρίς την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην §9.67 στη σελίδα 421 του αγγλικού νομικού συγγράμματος ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, μεταγενέστερες εξελίξεις στη νομολογία σημειώνουν ότι ο απαιτητής που επικαλείται ανεντιμότητα θα πρέπει να δείξει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του προβλήθηκε πάνω σε κατάλληλη βάση και ότι η πιθανότητα πως κάτι μπορεί να παρουσιαστεί κατά την αντεξέταση δεν είναι επαρκής. Βέβαια είναι διαφορετικό αν από το μαρτυρικό υλικό που προσάχθηκε αποκαλύπτεται λογικά εκ πρώτης όψεως υπόθεση οπότε ο αντίδικος καλείται να το αντικρούσει μέσα από την ακρόαση στη βάση προφορικής μαρτυρίας.

 

Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι το αγώγιμο δικαίωμα που ο Ενάγοντας δικογραφεί στην έκθεση απαίτησης και αναφέρει στην ένορκη δήλωση του είναι παράνομη επέμβαση στο επίδικο ακίνητο, περιλαμβανομένης της οικίας που βρίσκεται εντός αυτού από τους Εναγομένους, δυνάμει του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148). Προς τούτο, εκτός από την έκδοση σχετικής απόφασης, επιδιώκει τη λήψη κατοχής και χρήσης του εν λόγω ακινήτου και κατ’ επέκταση της οικίας αξιώνοντας την έκδοση διατάγματος που να διατάζει τους Εναγομένους να παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου αυτού εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος που εισηγείται και παράλληλα διάταγμα που να τους απαγορεύει να επεμβαίνουν σ’ αυτό και να το χρησιμοποιούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Συνεπεία της επικαλούμενης παράνομης επέμβασης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων και γι’ αυτό ζητεί την επιδίκαση αποζημιώσεων.

Βασικό επιχείρημα του Ενάγοντα είναι ότι από τις 22.11.24 ο ίδιος κατέστη εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου και κατ’ επέκταση της οικίας που βρίσκεται εντός αυτού. Η θέση ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε στο όνομα του Ενάγοντα προκύπτει να είναι παραδεκτή από τους Εναγομένους με την §12.3 της ΕΔ Εναγομένης 1 (τελευταία πρόταση). Πέραν αυτού όμως, η θέση αυτή του Ενάγοντα υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 1 στην ΕΔ του που είναι πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω ακινήτου με ημερομηνία έκδοσης του 22.11.24 εις το όνομα του Ενάγοντα επί ολόκληρου του μεριδίου.

 

Η ύπαρξη εγγραφής - τίτλου στο όνομα του Ενάγοντα αποτελεί, με βάση τη νομολογία, εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας (Πίριλλου v. Κονναρή (2000) 1 Α.Α.Δ. 1153). Βέβαια το τεκμήριο αυτό της ιδιοκτησίας είναι μαχητό και μπορεί να προσβληθεί από τους Εναγομένους (Παναγιώτου ν. Χ" Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362). Όπως τονίστηκε στην Χρυσοστόμου v. Φράγκου και άλλου (2000) 1 Α.Α.Δ. 622, «Η ισχύς του [τίτλου ιδιοκτησίας] υποχωρεί μόνο εφόσο καταδειχθεί λάθος στην εγγραφή του ή αποδειχθεί ότι τρίτο πρόσωπο απόκτησε την ιδιοκτησία του κτήματος ως αποτέλεσμα εχθρικής κατοχής του …» Αυτό βέβαια νοουμένου ότι είναι σχετικό με το αντικείμενο εκδίκασης στην υπό εξέταση υπόθεση και συνάμα αποτελεί επίδικο θέμα σ’ αυτήν.

 

Όπως ήδη λέχθηκε το αγώγιμο δικαίωμα που ο Ενάγοντας επικαλείται εναντίον των Εναγομένων είναι παράνομη επέμβαση δυνάμει του άρθρου 43 του Κεφ. 148. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, δηλαδή δεν απαιτείται η απόδειξη ζημίας για να στοιχειοθετηθεί. Αν όμως δεν αποδειχθεί ζημία μπορεί να δοθούν ονομαστικές μόνο αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγοντας να καταβάλει έξοδα στους Εναγομένους (Παπακόκκινου & άλλες v. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379).

 

Το άρθρο 43 του Κεφ. 148 προνοεί τα πιο κάτω που θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια:

«(1) Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.

 

(2) Av η πράξη για την όποια εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνoμη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την όποια εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράvoμη φέρει o εναγόμενος.»

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει πότε προκύπτει δυνατότητα έγερσης αγωγής από ένα κάτοχο ακινήτου και πότε από ένα ιδιοκτήτη ακινήτου σε ότι αφορά τη διάπραξη αδικοπραξίας σ’ αυτό, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για παράνομη επέμβαση. Στην Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100 λέχθηκε ότι ένας εκ των πραγμάτων (de facto) κάτοχος ακινήτου διατηρεί το δικαίωμα κατοχής και αδιαμφισβήτητης απόλαυσης χρήσης του ακινήτου εναντίον αδικοπραγούντων, με εξαίρεση εκείνου που είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του. Άξιο αναφοράς είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την Έπαρχος Πάφου κ.α. v. Σιβιτανίδης και άλλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 54/19 ημερ. 09.07.25, το οποίο ομιλεί από μόνο του:

«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία προσβάλλει όχι μόνο το δικαίωμα της κυριότητας αλλά και της κατοχής. Αγώγιμο δικαίωμα έχει τόσο ο κύριος όσο και ο κάτοχος. Όταν ο κύριος δεν είναι κάτοχος έχει δικαίωμα αγωγής μόνο στις περιπτώσεις πρόκλησης φυσικής ζημιάς στην περιουσία του ή αν η επέμβαση είναι μόνιμη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις: Eleftheria Adamou v. Constantis Christofi (1974) 1 CLR 100, Ιsmini E. Liasidou and another v. Kyriacos N. Papademetriou (1975) 1 CLR 122, Stavrou Kyriacou Kakoullou κ.ά. ν. Ioannis Kyriacou Kakoulli (1985) 1 CLR 355, Kyriacos Georghiou Panayi v. Maria K. Zouvani (1987) 1 CLR 58, Ανδρέας Γεωργίου, άλλως Μούσουλλου ν. Κυριακούς Γεωργίου Ανδρέα (1998) 1 Α.Α.Δ. 2311, Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν. Ελένη Κεφάλα κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1516 και Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δημήτρη Κυριακίδη (2010) 1 Α.Α.Δ. 789.

 

O ενάγοντας σε αγωγή για παράνομη επέμβαση έχει το βάρος της απόδειξης της ισχυρισμό επέμβασης. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. Παπακοκκίνου ν. Αγγελική Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 813 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά. (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1653).»

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]

 

Στην παρούσα υπόθεση μέρος της δικογραφημένης εκδοχής του Ενάγοντα είναι ότι

ο ίδιος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, περιλαμβανομένης της οικίας που βρίσκεται εντός αυτού, το οποίο όμως, όπως επικαλείται, οι Εναγόμενοι κατέχουν χωρίς τη συγκατάθεση του. Η εκδοχή αυτή αναφέρεται και μέσα από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πτυχή αυτή της δικογραφημένης εκδοχής του δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Έχω ήδη αναφερθεί στο γεγονός ότι ο Ενάγοντας είναι όντως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, προς υποστήριξη του οποίου ο ίδιος διαθέτει στο όνομα του πιστοποιητικό εγγραφής σχετικά με το ακίνητο, πράγμα που οι Εναγόμενοι έχουν τελικά αναγνωρίσει μέσα από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, χωρίς βέβαια να μου διαφεύγει ότι πρόκειται για μαχητό τεκμήριο. Περαιτέρω αποτελεί παραδεκτό γεγονός μέσα από τα δικόγραφα αλλά και με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης 2 ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν το επίδικο ακίνητο και διαμένουν στην οικία που βρίσκεται εντός αυτού. Επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός μέσα από τα δικόγραφα αλλά και με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης 2  ότι ευθύς μετά την μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου του ακινήτου στο όνομα του, ο Ενάγοντας έχει ζητήσει γραπτώς από τους Εναγομένους να του παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου, πράγμα που τελικά αυτοί αρνήθηκαν να πράξουν (§10 έκθεσης υπεράσπισης & §4 ένορκης δήλωσης Εναγομένης 2).

 

Ενισχυτικά του πιο πάνω αποτελεί η γραπτή αλληλογραφία που ο Ενάγοντας επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη του περιεχομένου της. Ειδικότερα αν κάποιος αναγνώσει τα Τεκμήρια 4-10 αυτής, θα διαπιστώσει ότι ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολές ημερ. 28.11.24 στους Εναγομένους ζητώντας από αυτούς να του παραδοθεί ελεύθερη και κενή η κατοχή του ακινήτου (Τεκμήρια 4 & 5). Οι επιστολές αυτές επιδόθηκαν προσωπικά στους Εναγομένους με ιδιώτη επιδότη στις 02.12.24 (Τεκμήρια 6 & 7). Οι Εναγόμενοι επιβεβαίωσαν τη λήψη των πιο πάνω επιστολών με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 05.12.24 του συνηγόρου τους (Τεκμήριο 8). Ακολούθησαν ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 15.01.25 του δικηγόρου του Ενάγοντα, απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 13.01.25 του δικηγόρου των Εναγομένων και νέο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 17.01.25 του δικηγόρου του Ενάγοντα, μέσα από τα οποία ο Ενάγοντας ζήτησε εκ νέου να του δοθεί η κατοχή του ακινήτου αλλά οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να το πράξουν (Τεκμήρια 9 & 10).

 

Η κατοχή του εν λόγω ακινήτου από τους Εναγομένους φαίνεται να έχει συνεχιζόμενο χαρακτήρα. Η άρνηση των Εναγομένων να παραδώσουν την κατοχή του εν λόγω ακινήτου στον Ενάγοντα σε συνδυασμό με το ότι συνεχίζουν να βρίσκονται σ’ αυτό μέχρι σήμερα και σε συνάρτηση με την πρόθεση τους να συνεχίσουν να διαμένουν στην οικία που βρίσκεται εντός αυτού καταδεικνύει σκοπό μόνιμης κατοχής του, άρα προσλαμβάνει μόνιμη μορφή κατ’ ισχυρισμό παράνομης επέμβασης στο εν λόγω ακίνητο. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Ενάγοντας νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα απαίτηση και να προβάλει αγώγιμο δικαίωμα παράνομης επέμβασης εναντίον των Εναγομένων.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και είναι αυτά που αφορούν την υπόθεση αυτή, ο Ενάγοντας είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά. Ως Ενάγοντας που είναι, φέρει την ιδιότητα του βασικού πρωταγωνιστή της υπόθεσης του και στη βάση αυτού τα γεγονότα που επικαλείται βρίσκονται στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Πέραν όμως αυτού, η πλειονότητα των γεγονότων που ο Ενάγοντας επικαλείται είναι αποδεκτές από τους Εναγομένους.

 

Επιπλέον ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ένεκα της επικαλούμενης παράνομης επέμβασης του ακινήτου, ο ίδιος υφίσταται ζημιές εξ’ υπαιτιότητας των Εναγομένων. Στις §19 & §20 της έκθεσης απαίτησης του ο Ενάγοντας δικογραφεί το ύψος της ζημιάς που κατ’ ισχυρισμό υφίσταται καθώς το χρόνο που αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, προέκυψε. Στην ένορκη δήλωση του ο Ενάγοντας αναφέρει το διορισμό ιδιώτη εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος προέβηκε σε εκτίμηση της αξίας του εν λόγω ακινήτου προβάλλοντας το Τεκμήριο 11. Μέσα από την υπεράσπιση & ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα και ότι οι ίδιοι ευθύνονται γι’ αυτό καθώς και το τυχόν ύψος της.

 

Ωστόσο επαναλαμβάνω, με κίνδυνο να καταστώ φορτικός, ότι για τη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης δεν απαιτείται η απόδειξη ζημιάς. Όπως ήδη ανάφερα προηγουμένως, η απόδειξη ζημιάς είναι ζήτημα εντελώς ξεχωριστό και ανεξάρτητο που απλά θα επιτρέψει νομικά την επιδίκαση αποζημιώσεων.

Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι επιχειρούν να καταρρίψουν το μαχητό τεκμήριο της ιδιοκτησίας του ακινήτου από τον Ενάγοντα επικαλούμενοι παρανομία και εξ’ υπαρχής ακυρότητα της υποθήκης με την οποίαν το εν λόγω ακίνητο επιβαρυνόταν πριν από την πώληση, μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου του στον Ενάγοντα. Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι η ρίζα του ισχυρισμού περί παρανομίας και ακυρότητας έπαυσε πλέον να υφίσταται. Η υποθήκη έχει εκποιηθεί και το ακίνητο είχε ανακτηθεί από την Gordian. Βασικά γίνεται επίκληση ακυρότητας μιας υποθήκης που δεν υπάρχει. Η μεταγενέστερη πώληση του ακινήτου στον Ενάγοντα έναντι ανταλλάγματος και η μεταβίβαση και εγγραφή του στο όνομα του Ενάγοντα που ακολούθησαν, δεν αμφισβητούνται αυτές καθ’ αυτές ως ανεξάρτητες πράξεις, υπό την έννοια ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι παρουσιάζουν αυτοτελή παρανομία και ακυρότητα. Βρέθηκαν στο προσκήνιο επειδή οι Εναγόμενοι τα συνδέουν με την ανύπαρκτη υποθήκη, την οποίαν θεωρούν παράνομη και εξ’ υπαρχής άκυρη ως δικογραφούν στην έκθεση υπεράσπισης & ανταπαίτησης τους για τους λόγους που επικαλούνται στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1.

 

Πέραν όμως των πιο πάνω, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων και οι τοποθετήσεις τους που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1 παραπέμπουν σε ενέργειες άλλων νομικών προσώπων που όμως δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Η Τράπεζα Κύπρου και η Gordian, τις οποίες εμπλέκουν οι Εναγόμενοι και τις οποίες αφορούν οι αποδιδόμενες ενέργειες, δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Μαζί μ’ αυτές και το Τμήμα Κτηματολογίου που είναι ο αρμόδιος οργανισμός ο οποίος ευθύνεται για τη μεταβίβαση ακινήτων. Οι Εναγόμενοι δεν φρόντισαν να τους καταστήσουν συνεναγόμενους και ούτε διαζευκτικά μερίμνησαν να τους καταστήσουν τριτοδιάδικους στην υπόθεση αυτή. Συνεπώς οι Εναγόμενοι προβάλλουν ένα ισχυρισμό που εκ των πραγμάτων ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο εκδίκασης της υπόθεσης αυτής.

 

Στα πλαίσια δε της ανταπαίτησης στην παρούσα υπόθεση δεν ζητείται ακύρωση της επίμαχης υποθήκης που είναι η επικαλούμενη αιτία, δεν ζητείται ακύρωση ανάκτησης του επιδίκου ακινήτου από την Gordian και δεν ζητείται ακύρωση εγγραφής του στην Gordian. Υπό το φως του γεγονότος της εκποίησης, ουδεμία τέτοια ενέργεια είχε γίνει. Δεν θα μπορούσε εξάλλου να καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια για τη λήψη τέτοιων ενεργειών χωρίς τη λήψη των κατάλληλων δικονομικών διαβημάτων που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο παρελθόν έχει καταχωριστεί η αγωγή αρ. 1835/15 Ε.Δ. Λεμεσού από την Τράπεζα Κύπρου εναντίον των Εναγομένων και ενός άλλου προσώπου. Η αγωγή αυτή, μεταξύ άλλων, αφορά την επίμαχη υποθήκη και μία από τις δικογραφημένες αξιούμενες θεραπείες είναι η έκδοση διατάγματος πώλησης του. Προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμού περί ακυρότητας της υποθήκης μέσω σχετικής αίτησης τροποποίησης υπεράσπισης & προσθήκης ανταπαίτησης μέσω προώθησης σχετικής αίτησης απορρίφθηκε, κατόπιν εκδίκασης της, με ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 18.03.26. Προφανώς με την εκποίηση της επίμαχης υποθήκης και της ανάκτησης κατοχής του ακινήτου αρχικά από την Gordian και έπειτα με την πώληση του στον Ενάγοντα, η αξιούμενη θεραπεία έπαυσε πλέον να έχει αντικείμενο προώθησης και/ή εκδίκασης της στην αγωγή εκείνη.

 

Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, η απόφαση του αδελφού Δικαστή Δ. Θεοδώρου στην απαίτηση αρ. 539/24 IJ Ε.Δ. Λευκωσίας, την οποίαν ο συνήγορος τους επικαλέστηκε στη νομική επιχειρηματολογία του, δεν βοηθά την περίπτωση τους. Η απόφαση εκείνη διαφοροποιείται από την παρούσα υπόθεση επειδή σ’ εκείνη αποτελούσε αντικείμενο εκδίκασης η νομιμότητα και εγκυρότητα υποθήκης ακινήτου η οποία ήταν υπαρκτή με αποτέλεσμα να επιδιώκεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου. Αντίθετα εδώ η υποθήκη είναι ανύπαρκτη και δεν σχετίζεται με τους υφιστάμενους διαδίκους της υπόθεσης. Για τους ίδιους λόγους δεν είναι βοηθητική για την περίπτωση τους και η υπόθεση Λιάπη – Χ’’ Ιωάννου κ.α. v. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Αίτηση Αρ. 20/2024 ημερ. 22.12.25, την οποίαν επίσης επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων στην αγόρευση του.  

 

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι σε ότι αφορά το ζήτημα της παράνομης επέμβασης του ακινήτου περιλαμβανομένου της οικίας που βρίσκεται εντός αυτού υπό τη μορφή της παράνομης κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης τους, οι Εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης. Η δικογραφημένη εκδοχή τους στο συγκεκριμένο ζήτημα κάθε άλλο παρά ρεαλιστική είναι. Η κατάσταση στο εν λόγω θέμα δεν περιέχει κενά ώστε να δικαιολογείται να ακολουθηθεί η οδός της «κανονικής» δίκης για συμπλήρωση τους.

 

 Το δεύτερο κριτήριο που χρήζει ικανοποίησης είναι να μην ‘υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.’

 

Είναι ένα κριτήριο με σχετικά ευρύ πεδίο εξέτασης του. Το Δικαστήριο εδώ καλείται να εξετάσει αν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίον τα συγκεκριμένα ζητήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να επιλυθούν μέσα από ακροαματική διαδικασία.

 

Το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, καταγράφει περιπτώσεις, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, κατά τις οποίες υπάρχει λόγος που χαρακτηρίζεται ‘επιτακτικός’ ώστε τα επίδικα ζητήματα να πρέπει να επιλυθούν σε ακρόαση. Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν εξαντλητικό κατάλογο αλλά επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κάθε φορά να κρίνει αν ενδείκνυται ή όχι η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά.

 

Πιο κάτω ενδεικτικά αναφέρω τέτοιες περιπτώσεις οι οποίες κρίνονται ακατάλληλες για έκδοση συνοπτικής απόφασης, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις:

(α)       όταν η εκδοχή γεγονότων είναι αντικρουόμενη ή δεν υποστηρίζεται από το υλικό,

(β)       όταν υπάρχουν περίπλοκα γεγονότα και/ή σοβαρά και/ή σύνθετα πραγματικά ή νομικά ζητήματα που δεν μπορεί να εκτιμηθούν παρά μόνο μέσα από περαιτέρω έρευνα,

(γ)        όταν η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα αποστερήσει το δικαίωμα της άλλης πλευράς σε δίκαιη δίκη,

(δ)        όταν τα περιστατικά απαιτούν την εξέταση μαρτύρων και ιδιαίτερα εμπειρογνωμόνων, δηλαδή την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο,

(ε)        όταν χρειάζεται αξιολόγηση μαρτυρίας και η ανάγκη κατάληξης σε ευρήματα.

 

Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να χειριστεί μία διαδικασία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ως υποκατάστατη μέθοδος εκδίκασης της ουσίας της αγωγής διεξάγοντας μίνι ακρόαση (mini-trial).

 

Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα αυτό πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Η εκδίκαση του ζητήματος αυτού μέσω της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας θα αναλώσει μόνο αδικαιολόγητο χρόνο και θα δημιουργήσει μόνο αχρείαστα έξοδα, παράμετροι οι οποίοι δεν εξυπηρετούν τον πρωταρχικό σκοπό που το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόζει (Κ.1.2 & Κ.1.3).

 

Αντίθετα σε ότι αφορά το ζήτημα της κρίσης κατά πόσο οι Εναγόμενοι ευθύνονται για πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα συνεπεία της παράνομης επέμβασης και ποιο τυχόν τέτοιο ύψος, ένα τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει αξιολόγηση μαρτυρίας και ειδικότερα της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα (ιδιώτη εκτιμητή) που ο Ενάγοντας έχει εξασφαλίσει με την ετοιμασία επιστημονικής έκθεσης. Την ίδια στιγμή οι Εναγόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να παρουσιάσουν δικό τους εμπειρογνώμονα προς αντίκρουση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, η οποία επίσης θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης. Υπενθυμίζω ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούν ότι είναι υπόλογοι πρόκλησης της επικαλούμενης ζημιάς και ότι ανέρχεται στο ύψος που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα και να εξαγάγει ανάλογα συμπεράσματα μέσα από μαρτυρία που οι διάδικοι θα προσκομίσουν. Πρόκειται για διεργασία που σαφώς δεν προσφέρεται και δεν εφαρμόζεται κατά την εξέταση αίτησης για συνοπτική δίκη αλλά σε συνήθη ακροαματική διαδικασία (J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280). Απόλυτα σχετικό με την παρούσα υπόθεση είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2017 ημερ. 09.01.24, το οποίο εδώ τυγχάνει πλήρους εφαρμογής:

«Υπόλογος ή όχι να πληρώσει αποζημιώσεις για την κατοχή της κατοικίας μέχρι την παράδοση της, ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να αντεξετάσει τον εκτιμητή της Εφεσίβλητης και να παρουσιάσει και δικό του, για να καταδείξει ότι η ενοικιαστική αξία της κατοικίας ήταν μικρότερη και συνεπώς και η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει πιο μικρή.  Αυτό μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης μπορούσε να γίνει.»

 

Με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, εφόσον το κρίνει, να εκδώσει συνοπτική απόφαση για μέρος της απαίτησης. Με βάση τη νομολογία η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, διασφαλίζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και παρέχει επαρκή εχέγγυα στους διαδίκους για παρουσίαση της υπόθεσης τους μέσα σε καθορισμένα πλαίσια, χωρίς έτσι να παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Χιλιαδάκη v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε381/2016 ημερ. 05.10.23, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 408).

 

Στη βάση αυτών των δεδομένων το μέρος της αίτησης που αφορά την έκδοση συνοπτικής απόφασης για τις αξιώσεις της παράνομης επέμβασης επιτυγχάνει καθ’ ότι πληροί σωρευτικά τόσο τα δικονομικά όσο και τα ουσιαστικά κριτήρια. Αντίθετα, το μέρος εκείνο που αφορά το ζήτημα των αξιούμενων αποζημιώσεων, περιλαμβανομένου και της πτυχής των τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν μπορεί να γίνει δεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται αφού δεν ικανοποιεί το δεύτερο ουσιαστικό κριτήριο.

 

Έπεται ότι οι λόγοι ένστασης αρ. 9, 10, 12 & 13 απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Παράλληλα οι λόγοι ένστασης αρ. 1, 3, 4, 7 & 11 επιτυγχάνουν στο βαθμό και στην έκταση που έχει εξηγηθεί πιο πάνω.

 

Κατάληξη:

Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει μερικώς.

 

Ως εκ τούτου, εκδίδεται συνοπτική απόφαση αναφορικά μόνο με το ζήτημα της παράδοσης κατοχής του ακινήτου και της οικίας εντός αυτού και ειδικότερα για τις αξιούμενες θεραπείες υπό τα σημεία (Α), (Β) & (Γ) από το Έντυπο Απαίτησης.

 

Σε ότι αφορά τα ζητήματα των ζημιών και αποζημιώσεων και συγκεκριμένα τις αξιούμενες θεραπείες υπό τα σημεία (Δ), (Ε), (Στ), (Ζ) & (Η) είναι θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία.

 

Με βάση τις εξουσίες που μου παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ο Ενάγοντας να καταχωρίσει Απάντηση στην Υπεράσπιση & Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 28 ημερών από σήμερα (08.10.26). Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, μειωμένα κατά το ½ ένεκα της μερικούς επιτυχίας της αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2/Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα περαιτέρω κατά 25% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €879,75 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €844,75. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα (08.10.26).

    

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο