GORDIAN HOLDINGS LTD ν. PAFICO DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1657/16, 15/9/2026
print
Τίτλος:
GORDIAN HOLDINGS LTD ν. PAFICO DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1657/16, 15/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, A.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1657/16

Μεταξύ:

GORDIAN HOLDINGS LTD

Ενάγοντες

 

και

 

1)    PAFICO DEVELOPERS LTD

2)    ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΦΙΚΑΡΔΟΣ

3)    PAFICO LTD

 

Εναγόμενοι

---------------

Ημερομηνία: 15/09/2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες: κ. Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους: κ. Ανδρέας Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Τα δικόγραφα

 

Στην υπό εξέταση αγωγή, η Gordian Holdings Limited (η ενάγουσα), απαιτεί από τους εναγόμενους (ως η απαίτηση έχει περιοριστεί στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας) αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €280.504,70 πλέον τόκους προς 6,00% επί ποσού €275.122,84 από τις 28/10/2025 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα πλέον Φ.Π.Α.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η παρούσα αγωγή αρχικά καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (η Τράπεζα) με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στις 24/10/2025 η ενάγουσα καταχώρησε σχετική ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 18 του Νόμου 169(Ι)/2015 και των προνοιών του σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 23/05/2019 και τέθηκε σε ισχύ από τις 30/05/2019. Ειδική αναφορά για την εν λόγω ειδοποίηση και το σχέδιο θα γίνει πιο κάτω.

 

Στην έκθεση απαίτησης, ως αυτή έχει καταχωρηθεί, αρχικά η τράπεζα απαιτούσε μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, ως επίσης και την έκδοση συγκεκριμένων Διαταγμάτων. Όμως, στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο πιο πάνω αναφερόμενο ποσό και δεν ζήτησαν την έκδοση Διαταγμάτων, καθόσον έχουν λάβει χώρα εκποιήσεις ακινήτων, με αποτέλεσμα το αξιούμενο ποσό να μειωθεί στο πιο πάνω αναφερόμενο, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι έχουν ετοιμαστεί αναδομημένοι λογαριασμοί και με βάση αυτούς έχει προκύψει το αξιούμενο ποσό.

 

Το αξιούμενο ποσό, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, προέκυψε από πιστωτικές διευκολύνσεις (οι όροι των οποίων καταγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση απαίτησης) που παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 (που στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας περιορίστηκε στη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης) με τις συναφείς εξασφαλίσεις και εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3.

 

Ακολούθως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των  πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν, με αποτέλεσμα την αποστολή σχετικών επιστολών και του τερματισμού των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων.

 

Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους παραδέχονται την ιδιότητα της Τράπεζας και ότι λήφθηκαν τα δάνεια που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, καθώς και τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν έναντι των δανείων.

 

Ακολούθως εγείρουν σειρά θέσεων, οι οποίες δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν λεπτομερώς, αλλά θα γίνει συνοπτική αναφορά αυτών. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι δεν δόθηκαν σε αυτούς αντίγραφα των δανειακών συμβάσεων και των συναφών εγγράφων και συνεπώς δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο τους.

 

Είναι η θέση τους ότι οι δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και δικογραφούν προς τούτο σειρά λόγων που, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι οι δανειακές συμβάσεις επιβλήθηκαν στους εναγόμενους ως δεσπόζον μέρος και χωρίς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης τους, ότι περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και χρεώσεις, τόκο πέραν του νομίμου και ότι αυτές είναι αντίθετες στο Σύνταγμα, στη ημεδαπή και στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι ουδέποτε έλαβαν τις επιστολές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, ο δε  τερματισμός  ήταν αδικαιολόγητος και ότι αυτός έγινε κατά τον χρόνο που οι εναγόμενοι προσπαθούσαν να είναι συνεπείς με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες.

 

Στις 24/10/2025 η ενάγουσα, δυνάμει του άρθρου 18 του Νόμου 169(Ι)/2015, καταχώρησε ειδοποίηση δυνάμει της οποίας αυτή έχει αντικαταστήσει την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή, αφού έχουν μεταβιβαστεί στην ενάγουσα οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Γίνεται επίσης αναφορά και στο σχέδιο διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198 – 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και το οποία τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019.

 

Η πιο πάνω ειδοποίηση οδήγησε τους εναγόμενους στο να καταχωρήσουν περαιτέρω υπεράσπιση στις 29/10/2025 δυνάμει της Δ.23 Θ.2 των Παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε αυτήν οι εναγόμενοι προβάλλουν σειρά θέσεων και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν λεπτομερώς το περιεχόμενο τους, αλλά θα γίνει συνοπτική αναφορά. Σε αυτήν προβάλλουν τις θέσεις ότι η πιο πάνω αναφερόμενη ειδοποίηση δεν αποτελεί δικόγραφο, ότι η ενάγουσα δεν έχει αποκτήσει ενεργητική νομιμοποίηση στην παρούσα και πως για να υποκατασταθεί η Τράπεζα από την ενάγουσα θα πρέπει να γίνει τροποποίηση του δικογράφου.

 

Αυτό καθότι, ως η θέση τους, ο νόμος 169(Ι)/2015 προσκρούσει στην τριπλή διάκριση των εξουσιών, αφού ο νόμος προβλέπει την αντικατάσταση διαδίκου, θέμα το οποίο ρυθμίζεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που εκδίδονται από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Ακολούθως προβάλλουν τη θέση ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε συγκατατέθηκαν στη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε τα δικαιώματα των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, ότι η ενάγουσα δεν είναι αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠΙ), ότι τα έγγραφα και οι λογαριασμοί που κατέχει η ενάγουσα είναι λανθασμένα και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα και ότι δεν τηρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση οι πρόνοιες του Νόμου 169(Ι)/2015.

 

Η ενάγουσα στην απάντηση στην περαιτέρω υπεράσπιση των εναγομένων υπεραμύνεται της ενεργητικής νομιμοποίησης της και προς τούτο παραθέτει τους λόγους προ υποστήριξη της θέσης της, με παραπομπή στις πρόνοιες της νομοθεσίας και του πιο πάνω αναφερόμενου σχεδίου διακανονισμού. Σε σχέση δε με το τελευταίο, ήτοι το σχέδιο διακανονισμού, είναι η θέση της ενάγουσας ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να το εξετάσει καθότι, σε τέτοια περίπτωση, θα ενεργούσε ως Εφετείο ομοβάθμιου Δικαστηρίου. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι οι εναγόμενοι κωλύονται από το να αμφισβητούν τη νομιμοποίηση της ενάγουσας επειδή οι εναγόμενοι συμμετείχαν στη διαδικασία και την αποδέχθηκαν χωρίς να εγείρουν οποιανδήποτε αμφισβήτηση.

 

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε κείμενο παραδεκτών γεγονότων (Ένδειξη Α) στο οποίο γίνεται αναφορά στην ύπαρξη και άλλων δικαστικών διαδικασιών με διάδικους της τράπεζα, την ενάγουσα και εναγόμενους της παρούσας διαδικασίας, κάνοντας αναφορά και ως προς την έκβαση τους

 

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας, ο Μ.Ε.1 εκ μέρους των εναγόντων, ήτοι ο κ. Δαμιανός Τσαγγάρης.

 

Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση της γραπτής του δήλωσης ηγέρθηκε ένσταση για συγκεκριμένες παραγράφους και αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν επί τούτου. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε την κατάθεση της γραπτής δήλωσης (Ένδειξη Γ) στο σύνολο της και ακολούθησε η κατάθεση 19 Τεκμηρίων.

 

Στη γραπτή του δήλωση ο μάρτυρας προβαίνει σε εκτενή αναφορά σε σχέση με την ιδιότητα του ιδίου, της ενάγουσας, της τράπεζας και της εταιρείας Gordian Servicing Limited και ακολούθως αναφέρεται στη γνώση του σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, στην εμπλοκή του σε σχέση με αυτές και της εξουσιοδότησης του να προβεί στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολούθως αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει του σχεδίου διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019, αναφέροντας επίσης ότι οι εναγόμενοι έχουν πληροφορηθεί για τη μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων.

 

Σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, ο μάρτυρας προβαίνει σε αναφορά ως προς το ποιες τελικά παρέμειναν επίδικες (παραμένοντας ως επίδικες μόνο αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης), τους όρους (και τις τροποποιήσεις που έγιναν) και τις εξασφαλίσεις/εγγυήσεις που δόθηκαν έναντι αυτών.

 

Επίσης προβαίνει σε αναφορά σε σχέση με την παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων, την αποστολή επιστολών προς τους εναγόμενους, τον τερματισμό των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και πως διαμορφώθηκε τελικά το πιο πάνω αναφερόμενο αξιούμενο ποσό. Περαιτέρω προέβη σε εκτενή αναφορά ως προς τη γνώση του σχετικά με την πορεία του χρέους και των καταχωρήσεων που γίνονταν στους λογαριασμούς, στις συγκρίσεις και λοιπές ενέργειες που ο ίδιος προέβη για να διαπιστώσει ότι οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς ήταν ορθές.

 

Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στα προσόντα και καθήκοντα του, στη γνώση του σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και ότι αφορά αυτές, συμπεριλαμβανομένου της διαχείρισης αυτών και της μεταφοράς τους στην ενάγουσα. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με περιεχόμενο Τεκμηρίων που κατατέθηκαν και σε σχέση με το αξιούμενο ποσό.

 

ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ – ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd – v – Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

<<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ’ επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ. (2003) όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι:

 

«If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant’s case is more probable than the defendant’s, but whether the claimant’s case is more probably true than not true, i.e., the claimant’s case is measured by reference to an objective standard of probability.»

 

Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας  που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια του, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων του ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. σελ. 614).

 

Στο στάδιο αυτό, προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και των θέσεων που υποβλήθηκαν σε αυτόν, κρίνεται ως ορθό και επιβεβλημένο όπως εξεταστούν οι θέσεις των εναγομένων με τις οποίες αμφισβητούν:

 α) την ιδιότητα του Μ.Ε.1 στο να δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας και

 β) την ιδιότητα της ενάγουσας (ενεργητική νομιμοποίηση) και στο να διεκδικεί το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό.

 

Σε σχέση με τα πιο πάνω ο Μ.Ε.1, στη μαρτυρία του (στη γραπτή του δήλωση και στα όσα ανέφερε συμπληρωματικά στη δια ζώσης μαρτυρία του) ανέφερε τα πιο κάτω:

 

Εργοδοτήθηκε στην Τράπεζα από τον Απρίλιο του 2000. Στα πρώτα του καθήκοντα ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης μεγάλων επιχειρήσεων (πιστώσεις, εγγυητικές, δάνεια, εμβάσματα κλπ). Από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τις 17/01/2020 ήταν λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (στα ελληνικά Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ – η Τράπεζα). Στις 18/01/2020 εργοδοτήθηκε από την GORDIAN HOLDINGS LIMITED (η ενάγουσα) ενώ από τις 02/05/2022 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στο αντίστοιχο τμήμα της εταιρείας GORDIAN SERVICING LIMITED (η εταιρεία διαχείρισης), δεόντως αδειοδοτημένη εταιρεία διαχείρισης δανείων/πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας διαχείρισης. Η τελευταία, δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και διαχείρισης δανείων/πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της ενάγουσας και της GORDIAN SERVICING LIMITED (το περιεχόμενο της οποίας ο Μ.Ε1 ανέφερε πως δεν γνωρίζει) ενεργεί δια λογαριασμό της ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων – εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Διευκρίνισε ότι από τις 18/01/2020 – 02/05/2022 είχε τα ίδια καθήκοντα που είχε και πριν και που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ενώ γνώριζε από τον Νοέμβριο του 2018 ότι θα εργοδοτηθεί από την ενάγουσα.

 

Κατέθεσε το Τεκμήριο 1 που αποτελεί τον κατάλογο από την ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και στον οποίο καταγράφονται οι αδειοδοτημένες εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων.

 

Ο Μ.Ε.1 αναφέρει ότι μετά την εργοδότηση του στην ενάγουσα και στα πλαίσια των καθηκόντων του, τα οποία δεν έχουν αλλάξει, του έχει ανατεθεί, μεταξύ άλλων, η εποπτεία και ο έλεγχος της κίνησης των λογαριασμών των εναγομένων. Είχε το χαρτοφυλάκιο πελατών και καταβάλλονταν προσπάθειες ανάκτησης χρεών που κατέστησαν απαιτητά και που περιλάμβαναν αποστολές επιστολών, τηλεφωνικές κλήσεις και λήψεις δικαστικών μέτρων. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, παρέλαβε τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και έχει στην κατοχή του έγγραφα και αντίγραφα εγγράφων που αφορούν τα επίδικα θέματα, τις πιστωτικές διευκολύνσεις, εξασφαλίσεις και υποθήκες και άλλες εξασφαλίσεις, ως επίσης και άλλα σχετικά έγγραφα με την παρούσα αγωγή και άλλα σχετικά που αφορούν τους ισχυρισμούς των εναγομένων.

 

Γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, είτε από προσωπική του γνώση, είτε από όσα προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του, είτε κατόπιν πληροφόρησης από συναδέλφους του οι οποίοι επίσης εργοδοτούντο στην Τράπεζα και ακολούθως στην υπηρεσία των εναγόντων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη γραπτή του δήλωση.  Ανέφερε πως αποφασίστηκε να δώσει ο ίδιος μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο ίδιος ήταν ο επικεφαλής των Δικαστηριακών υποθέσεων της ενάγουσας και μετά στην GORDIAN SERVICING LIMITED και από τον Μάρτιο του 2025 είχε πιο άμεση εμπλοκή.

 

Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Τράπεζα ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία η οποία έχει αδειοδοτηθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να ασκεί τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών και εποπτεύεται από αυτήν.

 

Η ενάγουσα αποτελεί εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία μέχρι πρότινος ήταν δεόντως αδειοδοτημένη και εποπτευόμενη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας ήταν CYCMC I LIMITED και προς τούτο κατέθεσε τα Τεκμήρια 2 και 3.

 

Δυνάμει των προνοιών σχετικού Σχεδίου Διακανονισμού (το σχέδιο) το οποίο επικυρώθηκε στις 23/05/2029 βάσει σχετικού Διατάγματος εκδοθέντος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198 – 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 (το Διάταγμα) το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019, η ενάγουσα στις 30/05/2019 ανέλαβε, εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν σε αυτή από την Τράπεζα, ορισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη, εξασφαλίσεις, νομικές διαδικασίες και άλλα στοιχεία, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και αυτές που αφορούν «τον εναγόμενο» και ως εκ τούτου η ενάγουσα κατέστη το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα που προβλέπονται στις «σχετικές συμφωνίες από τον πιστωτή». Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 4.

 

Ένεκα των ανωτέρω, μεταξύ άλλων, οι επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων που αναφέρονται στη δήλωση του έχουν πλέον μεταβιβαστεί εξ΄ ολοκλήρου από την Τράπεζα στην ενάγουσα η οποία από τις 30/05/2019 προωθεί τα συμφέροντα της στην βάση των πιο πάνω, ωσάν να επρόκειτο για την Τράπεζα, η οποία δεν διατήρησε οποιοδήποτε δικαίωμα το οποίο να πηγάζει, είτε από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, είτε από τις επίδικες συμφωνίες εξασφαλίσεων.

 

Οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για τη μεταφορά των επίδικων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων τους τόσο από την Τράπεζα, όσο και από την ενάγουσα και προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 5 και επικαλέστηκε την σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο και που αναφέρθηκε πιο πάνω.

 

Η Τράπεζα παρέδωσε στην ενάγουσα βάσει της συμφωνίας ημερομηνίας 23/05/2019 όλα τα έγγραφα που αφορούν τις διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει, μεταξύ άλλων και στον «εναγόμενο». Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.1 συγκέντρωσε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση όταν ακόμα εργαζόταν στην Τράπεζα και τα μετέφερε στην ενάγουσα διότι γνώριζε ότι θα κληθεί για να δώσει μαρτυρία ως υπάλληλος πλέον της ενάγουσας και είναι υπό αυτήν  του την ιδιότητα που παρέδωσε/παρέλαβε όλα τα έγγραφα που κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας.

 

Σε κάθε περίπτωση, όταν εργοδοτείτο στην Τράπεζα, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, η παρούσα υπόθεση ήταν μια από τις υποθέσεις που χειριζόταν και ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο τη κίνησης του λογαριασμού των πελατών. Για πρώτη φορά ασχολήθηκε με την εναγόμενη 1 γύρω στο 2018 – 2019. Η μεγαλύτερη του εμπλοκή ήταν όταν μεταφέρθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις στην ενάγουσα. Κατείχε και φύλαγε τα σχετικά έγγραφα και είχε ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών που αφορούν τους εναγόμενους. Είχε ετοιμάσει τις καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες είχε εκτυπώσει και τις οποίες συμπεριέλαβε μεταξύ των εγγράφων που μετέφερε και παρέλαβε ως λειτουργός πλέον της ενάγουσας. Περαιτέρω προέβη σε έλεγχο και ανακατασκευή των καταστάσεων λογαριασμού των επίδικων διευκολύνσεων (τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο). Για πρώτη φορά ασχολήθηκε με την εναγόμενη 1 γύρω στο 2018 – 2019. Η μεγαλύτερη του εμπλοκή ήταν όταν μεταφέρθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις στην ενάγουσα.

 

Λόγω της υπεύθυνης θέσης λειτουργού που ο Μ.Ε.1 κατέχει και των καθηκόντων που ασκεί, ετοίμασε το Τεκμήριο 17 που είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, το οποίο επιβεβαιώνει ότι οι καταστάσεις λογαριασμού του δανείου (Τεκμήριο 16) αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας. Όλες οι συναλλαγές που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο συναλλαγών, οι οποίες αποτελούν το αρχείο της ενάγουσας σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς.

 

Ο Μ.Ε.1 υπό την ιδιότητα του ως πρώην υπάλληλος της Τράπεζας, γνωρίζει ότι αυτή ασκεί από το 1944 μέχρι σήμερα, δυνάμει άδειας από τις αρμόδιες αρχές, τραπεζικές εργασίες συστηματικά και αδιάλειπτα με σκοπό το κέρδος και ότι διατηρούσε και διατηρεί σε όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή, καθώς επίσης και ηλεκτρονικό αρχείο.

 

Στο σύστημα που τηρείται για το τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι και τις 29/05/2019, οι οποίες πράξεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας.

 

Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν σε όλο τον ουσιώδη χρόνο,  δηλαδή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι τις 29/05/2019, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και καθ΄ όλον τον χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και αποτελούσαν το αρχείο, καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μέχρι τις 29/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από την ενάγουσα και ακολούθως αποτελούν αρχείο της επιχείρησης της ενάγουσας σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς.

 

Ο Μ.Ε.1 εκ της θέσεως και των καθηκόντων του γνωρίζει ότι η ενάγουσα διατηρεί ηλεκτρονικό αρχείο, στο οποίο το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο, μετά την υποκατάσταση της Τράπεζας από την ενάγουσα στις 30/05/2019.

 

Στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο μεταφέρθηκαν και καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις/συναλλαγές που αφορούσαν τους επίδικους λογαριασμούς, από το άνοιγμα τους μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης, καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία μεταβίβασης μέχρι και σήμερα και συνεχίζει να τηρείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τηρείτο από την Τράπεζα.

 

Όλες οι συναλλαγές των επίδικων λογαριασμών είναι καταχωρημένες στο αρχείο συναλλαγών/πράξεων, οι οποίες αποτελούσαν το αρχείο, καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μέχρι και τις 29/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από την ενάγουσα και ακολούθως αποτελούν αρχείο της επιχείρησης της σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς.

 

Από τις 30/05/2019 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και από τις 30/05/2019 της ενάγουσας.

 

Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως δεν είχε συμμετοχή στη μεταφορά των τραπεζικών βιβλίων της τράπεζας στην ενάγουσα, ούτε είχε εμπλοκή στη μεταφορά του ηλεκτρονικού αρχείου, είχε όμως εμπλοκή στη μεταφορά του φυσικού αρχείου από την Τράπεζα στην ενάγουσα και μετά στην GORDIAN SERVICING LIMITED, το δε δάνειο των εναγομένων συμπεριλαμβανόταν στην εν λόγω μεταφορά. Διευκρίνισε δε ότι η GORDIAN SERVICING LIMITED «έπιασε» τραπεζικά βιβλία από την ενάγουσα.

 

Από το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί πλέον η ενάγουσα και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που σχετίζονται με τους επίδικους λογαριασμούς ως αυτές αναφέρονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, κατόπιν εντολής του Μ.Ε.1 παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού δανείου, οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από τον Μ.Ε.1 με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές.

 

Η Τράπεζα κάθε εξαμηνία απέστελλε ταχυδρομικώς στην «Εταιρεία»( προφανώς εννοώντας την εναγόμενη 1), τις καταστάσεις λογαριασμού των επίδικων λογαριασμών δανείων, χωρίς ποτέ η τελευταία να αμφισβητήσει τις συναλλαγές που περιέχονται σε αυτές.

 

Σε μια προσπάθεια μείωσης των επίδικων ζητημάτων, απλούστευσης της διαδικασίας και ως ένδειξη καλής θέλησης εκ μέρους της ενάγουσας, ο Μ.Ε.1 έχει προβεί στην ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού των οφειλόμενων ποσών (Τεκμήριο 18). Από τον τερματισμό και έπειτα οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν φέρουν τόκο υπερημερίας και έχουν αφαιρεθεί διάφορες χρεώσεις.

 

Ο Μ.Ε.1 επιβεβαιώνει ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών αποτελούν πιστό αντίγραφο μέρος του λογιστικού αρχείου που τηρείται από την ενάγουσα σε ηλεκτρονική μορφή στο ηλεκτρονικό σύστημα της, στο οποίο σύστημα και αρχείο ο Μ.Ε.1 είναι εξουσιοδοτημένος και έχει δικαίωμα πρόσβασης σε αυτό και το οποίο αρχείο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας.

 

Το εν λόγω αρχείο στο οποίο ο Μ.Ε.1 έχει βασιστεί για τη σύνταξη και δημιουργία των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν και εξακολουθεί να είναι μέρος του λογιστικού αρχείου της ενάγουσας και σε αυτό καταχωρούνται όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις που αφορούν τους εναγόμενους κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της επιχείρησης και λειτουργίας της ενάγουσας.

 

Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών εκτυπώθηκαν από τον Μ.Ε.1 από τον προσωπικό του υπολογιστή από τον οποίο έχει πρόσβαση στο σύστημα της ενάγουσας και μετά την εκτύπωση αυτών, ο Μ.Ε.1 προσωπικά έλεγξε και σύγκρινε το εκτυπωμένο αντίγραφο με τις πρωτότυπες καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι αυτά συνάδουν και ότι οι εκτυπωθείσες καταστάσεις λογαριασμών αποτυπώνουν πιστά και με ακρίβεια τις καταχωρήσεις στο λογιστικό αρχείο της ενάγουσας που αφορά τους επίδικους λογαριασμούς των εναγομένων.

 

Το Δικαστήριο, μελετώντας με προσοχή τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε επί των πιο πάνω θεμάτων, προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις και επισημάνσεις:

 

Ο μάρτυρας με ειλικρίνεια αναφέρθηκε στη γνώση του σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας. Μέσα από τη μαρτυρία του, αυτό που προκύπτει είναι ότι ο Μ.Ε.1 είχε γνώση σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, τις κινήσεις του, την πορεία του, έλεγξε την ορθότητα των κινήσεων του και είχε θετική γνώση του περιεχομένου του επίδικου λογαριασμού, των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν, τις εξασφαλίσεις/εγγυήσεις που δόθηκαν έναντι αυτών. Επίσης ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στην πηγή άντλησης της γνώσης του σε σχέση με τη μεταφορά των βιβλίων και αρχείων ως πιο πάνω αναφέρθηκαν. Επιπρόσθετα, ήταν το άτομο που είχε ετοιμάσει και εκτυπώσει τους αναδομημένους λογαριασμούς (Τεκμήριο 18) επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση της ενάγουσας, ως αυτή έχει περιοριστεί και τελικώς διαμορφωθεί.  Επίσης  ο Μ.Ε.1 με τη μαρτυρία του διαφώτισε το Δικαστήριο σχετικά με τα καθήκοντα που ο ίδιος εκτελούσε τόσο στην Τράπεζα, όσο και στην ενάγουσα και στην GORDIAN SERVICING LIMITED και την εξουσιοδότηση που έλαβε για να δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο που να καθιστά τον Μ.Ε.1 μη κατάλληλο και μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο όπως δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, με βάση το υπόβαθρο που έθεσε ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του ως πιο πάνω έχει εκτεθεί, ότι ο Μ.Ε.1 ήταν το πλέον αρμόδιο άτομο και γνώστης των επιδίκων ζητημάτων και προς τούτο διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά.  

 

Σε σχέση δε και ειδικότερα με την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, το Δικαστήριο διαπιστώνει και επισημαίνει τα εξής:

 

Ο Μ.Ε.1 διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με το σχέδιο διακανονισμού, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξασφαλίσεις και εγγυήσεις. Ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, στον φάκελο της διαδικασίας έχει καταχωρηθεί στις 24/10/2025 και η σχετική ειδοποίηση.

 

Είναι η θέση των εναγομένων ότι στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχε γίνει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ως προνοούν οι Παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα με καταχώρηση σχετικής αίτησης. Αυτό καθ΄ ότι, ως η θέση των εναγομένων, δεν μπορεί ο νομοθέτης να δίνει την ευκαιρία σε έναν διάδικο να υποκαθιστά έναν άλλον, αφού αυτή η  διαδικασία ρυθμίζεται με τους Παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι θεσπίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, θέτοντας με αυτόν τον τρόπο οι εναγόμενοι ζήτημα διάκρισης των εξουσιών.

 

Το πιο πάνω ζήτημα έχει αποκρυσταλλωθεί από τη Νομολογία.  

 

Στην Πολιτική Αίτηση 156/2025 ημερομηνίας 26 Μαρτίου 2026, στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου τέθηκαν τα εξής γεγονότα:

 

Στις 20.12.2018, η εκεί Τράπεζα μεταβίβασε υπό μορφή εκχώρησης την πιο πάνω αγωγή στην εταιρεία Cac Coral Limited, ως ενάγοντες, στη βάση προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού.  Τούτο, επιτεύχθηκε κατ' εφαρμογή σχετικών προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Επίσης, καταχώρησε στο Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18(4) και (6) του περί  Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεως και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Νόμος 169(Ι)/2015, σχετική Ειδοποίηση Υποκατάστασης, ως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 19(5) του Νόμου 169(Ι)/2015.  Δεδομένης αυτής, έγινε η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος της εκεί Τράπεζας με το όνομα της Cac Coral Limited.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης αποφάσισε τα ακόλουθα:

 

«Αρχίζοντας από το εδάφιο (4) του άρθρου 18,  αυτό προβλέπει ότι νομικές διαδικασίες, περιλαμβανομένης αγωγής η οποία εκκρεμεί μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη «. δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.»  Περαιτέρω, στο εδάφιο (6) του προαναφερθέντος άρθρου προβλέπεται ότι, η υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή γνωστοποιείται για σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας με σχετική Ειδοποίηση Υποκατάστασης, η οποία καταχωρείται στο οικείο Πρωτοκολλητείο σύμφωνα με το άρθρ0 19(5) του Νόμου 169(Ι)/2015.  Συμπληρώνεται δε, στο πιο πάνω εδάφιο, ότι «.η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.» Είναι φανερό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τούτο, ειδικά σε περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση, ότι δεν χρειάζεται να γίνεται τροποποίηση,  ακολουθώντας τη συνήθη διαδικασία που προβλέπεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, προς το σκοπό αντικατάστασης του ενάγοντα, πιστωτή, με το όνομα του οργανισμού προς τον οποίο εκχωρήθηκε η πιστωτική διευκόλυνση. Αφού προηγηθεί η καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο της σχετικής Ειδοποίησης Υποκατάστασης, γίνεται χωρίς αίτηση η αλλαγή του ονόματος στον τίτλο της αγωγής και η υπόθεση συνεχίζει.  Στην υπόθεση Cac Coral Limited ν. Intermall Investments Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 356/2016, 26.9.2025 το Εφετείο παρατήρησε, με σχετική αναφορά, την αλλαγή που είχε γίνει στον τίτλο της έφεσης κατ'  εφαρμογή του Νόμου 169(Ι)/2015, εγκρίνοντας εμμέσως πλην σαφώς, την τροποποίηση που διενεργείται χωρίς αίτηση, συνεπεία της καταχώρησης της Ειδοποίησης Υποκατάστασης.» 

 

Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση είναι απολύτως διαφωτιστικό και αποκρυσταλλώνει πλήρως το πιο πάνω ζήτημα και τα γεγονότα της εν λόγω απόφασης είναι όμοια με της παρούσας. Αυτό καθότι, τόσο στην εν λόγω απόφαση, όσο και στην παρούσα, υπήρχε σχέδιο διακανονισμού και υποκατάσταση διαδίκου δυνάμει αυτού και καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στον φάκελο της διαδικασίας, χωρίς να γίνει τροποποίηση της αγωγής και υποκατάσταση διαδίκου με σχετική αίτηση.

 

Η θέση των εναγομένων ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν νόμιμη η μεταβίβαση τω επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγομένων επειδή ξεπερνούσαν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ δεν είναι βάσιμη. Αυτό καθ΄ ότι, η μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έγιναν δυνάμει του πιο πάνω αναφερθέντος σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο εγκρίθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τη νομιμότητα έγκρισης του πιο πάνω αναφερόμενου σχεδίου και της υποκατάστασης των αρχικών εναγόντων από τους ενάγοντες. Αυτά τα θέματα έχουν εξεταστεί στα πλαίσια της πιο πάνω Εταιρικής Αίτησης και δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης και αμφισβήτησης στα πλαίσια της παρούσας, καθότι αυτό θα συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου και παράβαση της πάγιας αρχής που θέλει ένα Δικαστή να μην ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου Δικαστηρίου.

 

Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 3 του Νόμου 169(Ι)/2015 επί του οποίου στηρίζουν οι εναγόμενοι την πιο πάνω θέση τους έχει πλέον τροποποιηθεί και έχει απαλειφθεί πλέον η πρόνοια που έθετε ως προϋπόθεση το ανώτατο ποσό του ενός εκατομμυρίου για τη μεταβίβαση τέτοιων πιστωτικών διευκολύνσεων.  

 

Συνεπώς, ορθώς και νομίμως η ενάγουσα έχει την ενεργητική νομιμοποίηση στην παρούσα όπως συνεχίσει την ήδη εκκινηθείσα Δικαστική διαδικασία, αφού αυτή υποκατέστησε την Τράπεζα στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις συναφείς εξασφαλίσεις και εγγυήσεις, δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω αναφερθέντος σχεδίου διακανονισμού και δυνάμει των προνοιών του Νόμου 169(Ι)/2015. Η σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στον φάκελο της διαδικασίας είναι ορθή και νόμιμη και κατοχυρώνει την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, χωρίς την ανάγκη καταχώρησης αίτησης τροποποίησης. 

 

Συνεπώς, οι θέσεις των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν έχει την ενεργητική νομιμοποίηση και ότι ο Μ.Ε.1 δεν είναι το κατάλληλο και αρμόδιο άτομο να δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας δεν γίνονται αποδεκτές. Ως εκ των άνω, ούτε αποδεκτή μπορεί να γίνει η θέση των εναγομένων ως αυτή καταγράφεται στην αγόρευση τους ότι «Δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός ή και γεγονότα ή και νόμιμες ή και νομικές διαδικασίες μεταφοράς ή και απόκτησης δικαιωμάτων (chose in action) ή και άλλως πως». 

 

Προχωρώντας το Δικαστήριο, μετά την εξέταση των πιο πάνω θεμάτων, προχωρεί στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας, σε συνδυασμό με τις θέσεις που υποβλήθηκαν στον Μ.Ε.1 κατά την ακροαματική διαδικασία.

Στο στάδιο της αντεξέτασης υποβλήθηκαν στον μάρτυρα σειρά θέσεων.

 

Συγκεκριμένα του υποβλήθηκε η θέση ότι οι αναλυτικές καταστάσεις του Τεκμηρίου 16 είναι λανθασμένες επειδή δεν συμφωνούν με τις αρχικές καταχωρήσεις της τράπεζας με τον μάρτυρα να την απορρίπτει, λέγοντας ότι έλεγξε μια προς μια τις καταχωρήσεις που υπάρχουν στο εν λόγω Τεκμήριο. Ως προς τούτο, να επισημανθεί ότι η υποβολή είναι γενική, ασαφής και αόριστη, αφού δεν έχει υποδειχθεί ποιες καταχωρήσεις του Τεκμηρίου 16 είναι λανθασμένες και με ποιες δεν συμφωνούν με τις οποιεσδήποτε αρχικές καταχωρήσεις της Τράπεζας. Ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής και πειστικός, λέγοντας ότι έλεγξε μια προς μια τις καταχωρήσεις που υπάρχουν στο εν λόγω Τεκμήριο και η θέση του αυτή παρέμεινε ακλόνητη. Σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία που να υποστηρίζει αυτήν τους τη θέση.

 

Σε συνέχεια της πιο πάνω υποβληθείσας θέσης, του υποβλήθηκε η θέση ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί (Τεκμήριο 18) είναι λανθασμένοι επειδή είναι λανθασμένο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 με τον μάρτυρα να την αρνείται. Ως προς τούτο, πέραν της γενικότητας της εν λόγω υποβολής και της μη προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας εκ μέρους των εναγομένων που να την υποστηρίζει, ο μάρτυρας ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, έχει ελέγξει τις καταχωρήσεις του Τεκμηρίου 16 και ότι αυτές είναι αληθείς, θέση η οποία παρέμεινε ακλόνητη και έχει γίνει αποδεκτή. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση έκανε εκτεταμένες αναφορές σε σχέση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 16 και 18, οι οποίες ήταν λεπτομερείς, διαφωτιστικές, πειστικές και οι αναφορές του αυτές παρέμειναν ακλόνητες.

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως επισημανθεί ότι ο Μ.Ε.1 σε σχέση με το Τεκμήριο 18 (αναδομημένοι λογαριασμοί) ανέφερε πως κατόπιν νομικής συμβουλής, δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτό και συνεπώς αφαιρέθηκαν χρεώσεις, παρά την άποψη του ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθούν επειδή αυτές περιλαμβάνονταν στον κατάλογο (Τεκμήριο 10) που υπογράφτηκε και παρά το ότι οι εναγόμενοι ενημερώνονταν κάθε έξι μήνες για τις εν λόγω χρεώσεις. Για σκοπούς όμως διευκολύνσεων έχει συμφωνηθεί πως δεν θα απαιτηθούν αυτές και δεν συμπεριλήφθηκαν στο Τεκμήριο 18. Ως προς τούτο δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο. Απεναντίας, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να τονιστεί ότι, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ως μια συνήθη πρακτική των Τραπεζών η οποία είχε εγκριθεί από τη Νομολογία. Σχετική επί του θέματος είναι υπόθεση Καραγιάννη – ν – Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 17/11/2021 και παρατίθεται αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα:

 

«Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 7(Α) παρουσιάζει το τελικό οφειλόμενο ποσό όπως διαμορφώθηκε - μειωμένο - μετά τη μείωση του επιτοκίου.  Αυτό αποτελεί μια συνήθη πρακτική των Τραπεζών, η οποία έχει εγκριθεί από τη νομολογία (Γ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 ΑΑΔ 1238, Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., (2015) 1 ΑΑΔ 2326, ECLI:CY:AD:2015:A743) ώστε να αφαιρούνται κάποιες χρεώσεις η επιβολή επιτοκίων, προς ικανοποίηση του πελάτη τους και ενθάρυνση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης.»

  

Του υποβλήθηκε η θέση ότι ουδέποτε έγινε η εκταμίευση του ποσού  των €140,000 (που αφορά τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις) προς τους εναγόμενους με τον μάρτυρα να την απορρίπτει, λέγοντας ότι το ποσό έχει εκταμιευθεί προς όφελος των εναγομένων. Ως προς τούτο, να επισημανθεί ότι αυτή η θέση είναι αντίθετη με τη ρητή και ξεκάθαρη δικογραφημένη θέση των εναγομένων, ως αυτή καταγράφεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης υπεράσπισης τους, όπου εκεί ρητά παραδέχονται τη λήψη των δανείων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής και πειστικός, λέγοντας ότι το ποσό έχει εκταμιευθεί προς όφελος των εναγομένων και αυτή του η θέση παρέμεινε ακλόνητη και γίνεται αποδεκτή. Στο σημείο αυτό δέον όπως επισημανθεί ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία που να υποστηρίζει αυτήν τους τη θέση. 

 

Του υποβλήθηκε η θέση ότι η συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 9) και οι συμφωνίες εγγυήσεων περιέχουν όρους καταχρηστικούς, αόριστους, ετεροβαρείς, ασαφείς και ανεφάρμοστους με τον μάρτυρα να την αρνείται. Ως προς τούτο, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η θέση είναι πολύπλευρη μεν, αλλά κυρίως είναι γενική, ασαφής και αόριστη. Δεν επεξηγήθηκε και δεν υποδείχθηκε ποιοι όροι ήταν καταχρηστικοί, αόριστοι, ετεροβαρείς, ασαφείς και ανεφάρμοστοι και σε ποιον βαθμό επηρέασαν τα δικαιώματα των εναγομένων. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να υποδεικνύουν με σαφήνεια ποιοι είναι αυτοί οι όροι που έχουν τα πιο πάνω χαρακτηριστικά και πως αυτό επηρέασε τα δικαιώματα τους. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, μελετώντας με προσοχή το σύνολο των όρων που διέπουν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις συναφείς εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν έναντι αυτών, δεν έχει διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει την πιο πάνω θέση των εναγομένων, η οποία και δεν γίνεται αποδεκτή.

 

Του υποβλήθηκε η θέση ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν σε καμία περίπτωση τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν τις συμφωνίες δανείων και εγγυήσεων με τον μάρτυρα να την αρνείται, λέγοντας ότι εάν ο δανειολήπτης είναι νομικό πρόσωπο ήξεραν τι υπόγραφαν, είχαν λογιστή και δικηγόρο και αυτό το γνωρίζει γενικά ως θέμα πρακτικής, λέγοντας επίσης ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιστοποίηση από δικηγόρο. Διευκρίνισε δε στο στάδιο της αντεξέτασης πως όταν χορηγήθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εγγυήσεις δεν είχε ο ίδιος κάποια ανάμειξη, ούτε ήταν παρών και συνεπώς δεν γνωρίζει εάν έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις.

 

Ως προς τούτο, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αναφέρθηκε, στην έκταση που ο ίδιος γνωρίζει εκ της θέσεως και της εμπειρίας του, τι συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου δανειολήπτης είναι νομικό πρόσωπο, όπως στην προκειμένη περίπτωση σε ότι αφορά τους εναγόμενους 1 και 3. Πέραν τούτου, η εν λόγω υποβληθείσα θέση παρέμεινε αναπόδεικτη, αφού οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να καταδεικνύουν ότι δεν είχαν διαπραγματευτική δυνατότητα κατά τη σύναψη των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών εγγυήσεων και πως αυτό το γεγονός επηρέασε τα δικαιώματα τους.

 

Σε κάθε περίπτωση, από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι στερήθηκαν τέτοιας διαπραγματευτικής δυνατότητας.

 

Του υποβλήθηκε η θέση ότι η μαρτυρία του είναι μολυσμένη από παρανομία επειδή έλαβε προσωπικά δεδομένα του εναγόμενου 2 και επειδή ο τελευταίος δεν έδωσε σχετική εξουσιοδότηση με τον μάρτυρα να την αρνείται. Ως προς τούτο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο εναγόμενος 2 δεν έδωσε μαρτυρία για να υποστηρίξει αυτήν του την θέση και να καταδείξει με ποιον τρόπο έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του. Ούτε από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του εναγόμενου 2.

 

Σε κάθε περίπτωση, η θέση αυτή του εναγομένου 2 δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο. Αυτό καθότι, στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της έγερσης της παρούσας αγωγής, ο Μ.Ε.1 νόμιμα έλαβε τα οποιαδήποτε προσωπικά δεδομένα του εναγόμενου 2. Η ιδιότητα του εναγόμενου 2 ως διαδίκου σε Δικαστική διαδικασία, στερεί από αυτόν να επικαλείται την πιο πάνω θέση, αφού ο Μ.Ε.1 εύλογα και αναγκαία απέκτησε την πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα του εναγόμενου 2, στην έκταση που ήταν αναγκαίο για να ληφθούν τα αναγκαία διαβήματα στα πλαίσια της παρούσας και να δώσει ο Μ.Ε.1 τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 28(1)(2)(γ) του Νόμου Περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου Ν.122(Ι)2024 και παρατίθεται αυτούσιο το εν λόγω νομικό πλαίσιο:

 

«28.-(1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε μέλος διοικητικού οργάνου, ανώτατο διοικητικό στέλεχος, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο αγοραστή πιστώσεων και/ή διαχειριστή πιστώσεων και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιονδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία αγοραστή πιστώσεων και/ή διαχειριστή πιστώσεων, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή προς ίδιο όφελος χρησιμοποιεί οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με οποιαδήποτε στοιχεία οποιουδήποτε δανειολήπτη και/ή εγγυητή αυτού, τα οποία κατέχονται από τέτοιο πρόσωπο είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με τον αγοραστή πιστώσεων και/ή διαχειριστή πιστώσεων, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται είτε μετά τον τερματισμό της.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), το εδάφιο (1) δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που-

(γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ του αγοραστή πιστώσεων και του δανειολήπτη και/ή εγγυητή,»       (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Του υποβλήθηκε η θέση ότι τα υπόλοιπα που αναγράφονται στις επιστολές (Τεκμήριο 15) είναι λανθασμένα και δεν συμβαδίζουν με το νόμιμο και συμβατικό υπόλοιπο με τον μάρτυρα να την αρνείται. Ως προς τούτο να επισημανθεί ότι η εν λόγω θέση παρέμεινε γενική, αόριστη και ασαφής, αφού δεν προσδιορίστηκε που ακριβώς έγκειται το λάθος και ποια είναι η ασυμβατότητα σε σχέση με το νόμιμο και συμβατικό υπόλοιπο. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρειες, διαφωτίζοντας το Δικαστήριο προς τούτο, σε σχέση τόσο με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, όσο και με το πως αποκρυσταλλώθηκε το αξιούμενο ποσό και οι θέσεις τους παρέμειναν ακλόνητες.

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως επισημανθεί ότι ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του ανέφερε, σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 (που είναι οι επιστολές τερματισμού που στάληκαν για τον επίδικο λογαριασμό) ότι υπάρχει σύστημα αποστολής προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους πρωτοφειλέτες και εγγυητές με το οποίο, όταν μια επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη, θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Οι πιο πάνω επιστολές έχουν σταλεί στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που οι εναγόμενοι έχουν δηλώσει προς τους ενάγοντες και δεν έχουν επιστραφεί και συνεπώς αυτές έχουν παραληφθεί από τους εναγόμενους. Ο μάρτυρας επί τούτου υπήρξε ειλικρινής, πειστικός και οι θέσεις τους αυτές γίνονται αποδεκτές και δεν έχει προσκομιστεί άλλωστε ως πιο πάνω αναφέρθηκε άλλη αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς γίνεται αποδεκτή η θέση του Μ.Ε.1 και κατ΄ επέκταση της ενάγουσας ότι νόμιμα έλαβε χώρα τερματισμός των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων.

 

Σε κάθε περίπτωση, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής θεωρείται τερματισμός αυτών και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Κωνσταντίνος Μελετίου κ.α.  – ν – Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Πολιτική Έφεση 2652019 ημερομηνίας 31/03/2025 το οποίο παρατίθεται αυτούσιο:

 

«Υπενθυμίζουμε τη γνωστή αρχή της νομολογίας ότι επιστολή η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του παραλήπτη και δεν έχει επιστραφεί, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο το οποίο απευθύνεται Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery (1965) 1C. L.R. 9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ. 1895.

 

Πέραν τούτου, αναφορικά με το θέμα τερματισμού συμφωνίας αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία ακόμα και αν δεν επιτυγχάνετο νόμιμος τερματισμός με τις προαναφερθείσες επιστολές, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής θεωρείται τερματισμός και νόμιμη απαίτηση της οφειλής, (βλ. Κυριάκου v. Χρυσοστόμου (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1322 και Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 87/2013, ημερ.3.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A503,»

 

Η πλευρά των εναγομένων έθεσε ζήτημα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προσκομίστηκε πιστοποιητικό εκ μέρους της ενάγουσας και του Μ.Ε.1 δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του ιδίου Νόμου, δυνάμει του οποίου ο Μ.Ε.1 καταχώρησε πιστοποιητικό (Τεκμήριο 17) αφού μεταξύ άλλων, ως η θέση των εναγομένων, ο Μ.Ε.1 δεν έχει την ιδιότητα που απαιτεί ο Νόμος για να παρουσιάσει το εν λόγω Τεκμήριο.

 

Ως προς τούτο θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

 

Ο Μ.Ε.1 καταχώρησε το εν λόγω πιστοποιητικό (Τεκμήριο 17) δυνάμει των προνοιών του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 έθεσε το υπόβαθρο δυνάμει του οποίου κατέθεσε στο Δικαστήριο, την ιδιότητα που αυτός έχει, καθώς επίσης και στα όσα ανέφερε σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι το Τεκμήριο 17 δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 είτε αυτό αφορά το πρόσωπο το οποίο το κατέθεσε στο Δικαστήριο, είτε ως προς το περιεχόμενο του.

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε με λεπτομέρειες και με πειστικό τρόπο και που η μαρτυρία του έχει γίνει αποδεκτή ανωτέρω, σε σχέση με τη γνώση του αναφορικά με την κίνηση των επίδικων λογαριασμών, τον έλεγχο που έκανε επί αυτών σε σχέση με την ορθότητα τους, καθώς επίσης και τα όσα σχετικά αφορούν τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, ζητήματα τα οποία αναγράφονται επί του Τεκμηρίου 17. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι όλες οι συναλλαγές που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο συναλλαγών, οι οποίες αποτελούν το αρχείο της ενάγουσας σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς. Είχε όμως εμπλοκή στη μεταφορά του φυσικού αρχείου από την Τράπεζα στην ενάγουσα και μετά στην GORDIAN SERVICING LIMITED, το δε δάνειο των εναγομένων συμπεριλαμβανόταν στην εν λόγω μεταφορά. Οι καταστάσεις λογαριασμών συγκρίθηκαν από τον Μ.Ε.1 με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ο Μ.Ε.1 επιβεβαίωσε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών αποτελούν πιστό αντίγραφο μέρος του λογιστικού αρχείου που τηρείται από την ενάγουσα σε ηλεκτρονική μορφή στο ηλεκτρονικό σύστημα της. Ο Μ.Ε.1 προσωπικά έλεγξε και σύγκρινε το εκτυπωμένο αντίγραφο με τις πρωτότυπες καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι αυτά συνάδουν και ότι οι εκτυπωθείσες καταστάσεις λογαριασμών αποτυπώνουν πιστά και με ακρίβεια τις καταχωρήσεις στο λογιστικό αρχείο της ενάγουσας που αφορά τους επίδικους λογαριασμούς των εναγομένων.

 

Τα πιο πάνω παρέχουν στο Δικαστήριο το ασφαλές και αξιόπιστο μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξάξει ορθή και ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα.

 

Το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9  ουδόλως επηρεάζει ή εκμηδενίζει την αποδεικτική βαρύτητα των όσων ο Μ.Ε.1 ανέφερε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε δημιουργεί οποιοδήποτε αποδεικτικό κενό.

 

ΕΥΡΗΜΑΤΑ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Το Δικαστήριο, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα:

 

Για σκοπούς της παρούσας, η ενάγουσα θεωρείται ότι είναι η Τράπεζα μέχρι τις 29/05/2019 και η ενάγουσα από τις 30/05/2019 μέχρι σήμερα.

 

Κατόπιν απόφασης έγκρισης ημερομηνίας 28/02/2011 (Τεκμήριο 6) η οποία έγινε εγγράφως αποδεκτή στις 14/03/2011 (Τεκμήρια 7 και 8) και δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 15/03/2011 ( η συμφωνία - Τεκμήριο 9) η ενάγουσα κατόπιν απαίτησης των εναγομένων 1 παραχώρησαν σε αυτούς (με την κάλυψη και την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3) πιστωτικές διευκολύνσεις  υπό τη μορφή δανείου ύψους €140,000. Ήταν μεταξύ άλλων όροι της εν λόγω συμφωνίας:

 

Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση εκτός εάν η ενάγουσα ζητήσουν άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωνόταν με σταδιακές καταθέσεις μέχρι 15/05/2012 και στο ενδιάμεσο θα κατατίθετο μια δόση ύψους €4,000 στις 30/06/2011 και άλλη δόση ύψους €5000 στις 31/12/2011.

 

Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 3.0% με το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Τράπεζας να ανερχόταν κατά την ετοιμασία της συμφωνίας σε 4.25% ετησίως ήτοι συνολικό επιτόκιο 7,25% ετησίως με τον τόκο να  κεφαλαιοποιείται δύο φορές ανά έτος την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

 

Η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να τροποποιεί κατά την απόλυτη κρίση της και εντός των πλαισίων των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και Τραπεζικά δικαιώματα (και να επιβαρύνουν τον λογαριασμό με ποσοστά προμήθειας, Τραπεζικά (ledger) και άλλα δικαιώματα κατά την κρίση τους αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και οι εν λόγω αλλαγές θα ήταν δεσμευτικές για τον πελάτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της ενάγουσας τρόπο που θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.

 

Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δεν πληρωνόταν  την ημερομηνία που έπρεπε να πληρωθεί, οι εναγόμενοι θα χρεώνονταν και κατέβαλλαν τόκο υπερημερίας ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά ισχύει, από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του.

 

Μόλις το ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης ή μέρος αυτού ήθελε απαιτηθεί από την ενάγουσα, οι εναγόμενοι όφειλαν να εξοφλήσουν αυτό και θα έπρεπε να καταβάλουν στην ενάγουσα κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων και άλλων εξόδων.

 

Παράλειψη των εναγομένων 1 να συμμορφωθούν, έδιδε στην ενάγουσα το δικαίωμα να απαιτήσουν δικαστικά ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρων των οφειλόμενων ποσών περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.

 

Επιπρόσθετα των εξόδων που καταγράφονται στη συμφωνία, η διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τα έξοδα και επιβαρύνσεις που φαίνονται στους καταλόγους προμηθειών και χρεώσεων τους οποίους υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 ημερομηνίας 14/03/2011 (Τεκμήριο 10).

 

Η συμφωνία κατόπιν απαίτησης των εναγομένων 1 τροποποιήθηκε δυνάμει σχετικής τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 09/05/2012 (η τροποποιητική συμφωνία – Τεκμήριο 11) ως ακολούθως:

 

Με την τροποποίηση του προγράμματος αποπληρωμής, σύμφωνα με το οποίο το δάνειο θα αποπληρωνόταν εφάπαξ στις 30/06/2012 και στο ενδιάμεσο (ήτοι μέχρι την αποπληρωμή) θα καταβάλλονται οι δεδουλευμένοι τριμηνιαίοι τόκοι από 30/06/2012 μέχρι 30/03/2013, οι οποίοι ενδεικτικά ενόψει αναπροσαρμογής θα ανέρχονται σε €2.751,00.

 

Έγινε επίσης προσθήκη διάφορων όρων στη συμφωνία δανείου, οι οποίοι καταγράφονται στην τροποποιητική συμφωνία.

 

Για την παραχώρηση των ανωτέρω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα έλαβε προς όφελος της τις εξής εξασφαλίσεις:

 

Εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 οι οποίες είναι συνημμένες επί της συμφωνίας δανείου για ολόκληρο το ποσό του δανείου, πλέον τόκους και έξοδα.

 

Συγκεκριμένες υποθήκες συγκεκριμένων ακινήτων για συγκεκριμένα ποσά (Τεκμήριο 13).

 

Ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 03/09/2007 και 19/12/2008  για ποσό ύψους Λ.Κ.10.000,00. και επί ολόκληρης της περιουσίας των εναγομένων 1 αντίστοιχα.

 

Παρόλο που στους εναγόμενους δόθηκε η δυνατότητα συμμόρφωσης με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις μέσα από την τροποποιητική συμφωνία, οι εναγόμενοι δεν τηρούσαν τα συμφωνηθέντα και δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα ή καθόλου τις προβλεπόμενες από τη συμφωνία δανείου δόσεις, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία δανείου (Τερματικές επιστολές ημερομηνίας 14/01/2015 και 06/10/2025 – Τεκμήριο 15), με τις οποίες η ενάγουσα ενημέρωνε τους εναγόμενους για τις καθυστερήσεις και απαιτούσαν την ομαλοποίηση όλων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και τερμάτιζαν όλες τις συμφωνίες, απαιτούσαν την εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών και ενημέρωναν τους εναγόμενους ότι λόγω του τερματισμού, τα οφειλόμενα ποσά θα επιβαρύνονται με επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας 2%.

 

Υπάρχει σύστημα αποστολής προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους πρωτοφειλέτες και εγγυητές με το οποίο, όταν μια επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη, θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Οι πιο πάνω επιστολές έχουν σταλεί στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που οι εναγόμενοι έχουν δηλώσει προς τους ενάγοντες και δεν έχουν επιστραφεί και συνεπώς αυτές έχουν παραληφθεί από τους εναγόμενους.

 

Λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας και της άρνησης και παράλειψης τους να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, μετά τον τερματισμό των συμφωνιών η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή για ανάκτηση όλων των οφειλόμενων ποσών. Κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €175.328,59 πλέον τόκους προς 8% από 03/03/2016 επί ποσού ύψους €174.052,48 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους.

 

Το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός δανείου (βλ. Τεκμήριο 19) από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του μέχρι και σήμερα είχε ως ακολούθως:

 

Για την περίοδο από 15/03/2011 μέχρι 14/05/2011 ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με επιτόκιο προς 7,25% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 4,25% πλέον 3% περιθώριο.

 

Για την περίοδο από 15/05/2011 μέχρι 01/05/2013 ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με επιτόκιο προς 7,75% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 4,75% πλέον 3% περιθώριο.

 

Για την περίοδο από 02/05/2013 μέχρι 03/08/2014 ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με επιτόκιο προς 7,25% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 4,25% πλέον 3% περιθώριο.

 

Για την περίοδο από 04/08/2014 μέχρι 28/02/2015 ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με επιτόκιο προς 7,00% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 4,00% πλέον 3% περιθώριο.

 

Για την περίοδο από 01/03/2015 μέχρι 05/10/2015 ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με επιτόκιο προς 6,00% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 3,00% πλέον 3% περιθώριο.

 

Για την περίοδο από 06/10/2015 (τερματισμός) μέχρι σήμερα ο λογαριασμός δανείου χρεώθηκε με επιτόκιο προς 6,00% το οποίο κλειδώθηκε στον τερματισμό αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 3,00% πλέον 3% περιθώριο.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα πέτυχε και απέδειξε, με αξιόπιστη και αποδεικτικά αποδεκτή μαρτυρία, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση της.

Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για:

 

Το ποσό των €280.504,70 πλέον τόκους προς 6,00% επί ποσού €275.122,84 από τις 28/10/2025 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα πλέον Φ.Π.Α. όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

(Υπ.)……………………………………

                                                                               ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Α.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο,

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο