ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Αγωγή Αρ.: 423/2026 (i-justice)
Μεταξύ:
CARDUCCI ESTATES CO LTD
Ενάγουσας
και
SKY CAC LTD
Εναγόμενης
Αίτηση ημερ. 31/08/2026 για προσωρινά διατάγματα
Ημερομηνία: 17/09/2026
Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη - Καθ’ ης η αίτηση: κ. Π. Μακρίδης με κα Ο. Χαραλάμπους και κα Σ. Νικολάου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ως δικογραφείται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 28/08/2026, η Ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη και νόμιμη ιδιοκτήτρια τεσσάρων ακινήτων (στο εξής «τα ενυπόθηκα ακίνητα»), επί των οποίων είναι εγγεγραμμένη, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, η Υποθήκη με αριθμό [ ], ημερομηνίας 18/05/2005 (στο εξής «η Υποθήκη»), με φερόμενη δικαιούχο την Εναγόμενη. Αναφέρεται επίσης ότι με την Απαίτηση της η Ενάγουσα δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα της Υποθήκης που είναι αντικείμενο άλλων δικαστικών διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων. Η Απαίτηση αφορά και περιορίζεται μόνο στη νομιμότητα της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, την οποία η Εναγόμενη εκκίνησε και προωθεί δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου και στις παραβάσεις των θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων της που απορρέουν από την εν λόγω διαδικασία εκποίησης. Πιο συγκεκριμένα προβάλλεται ότι:
· Η Εναγόμενη, με επιστολές της ημερομηνίας 05/02/2025 κατά τον Τύπο Θ, ξεκίνησε εκ νέου τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων σε σχέση με την Υποθήκη, οι οποίες ουδέποτε επιδόθηκαν προσωπικά στην Ενάγουσα είτε ταχυδρομικά με συστημένη επιστολή είτε με προσωπική επίδοση.
· Η Ειδοποίηση Τύπου I ημερομηνίας 19/03/2025, που εξέδωσε η Εναγόμενη, δεν επιδόθηκε προσωπικά στην Ενάγουσα και κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών επιδόθηκε αντικανονικά στον Νεόφυτο Ιωάννου που είναι εκ των διευθυντών της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED και της Ενάγουσας.
· Η Εναγόμενη εξέδωσε δέσμη Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΒ, ημερομηνίας 12/08/2025, τις οποίες επέδωσε δήθεν στον διευθυντή της Ενάγουσας μέσω άλλου προσώπου και όχι προσωπικά και μάλιστα επτά ημέρες μετά την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας, με αποτέλεσμα να καταστεί εκ των πραγμάτων αδύνατος ο διορισμός εκτιμητή εκ μέρους της Ενάγουσας.
· Ουδεμία έκθεση εκτίμησης κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη και ουδεμία εκτίμηση της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων καθορίστηκε και έτσι είναι παράνομη η διαδικασία καθορισμού της εκτιμημένης αξίας των ακινήτων και ο παρεπόμενος καθορισμός της επιφυλασσόμενης τιμής εκποίησης τους.
· Ουδέποτε επιδόθηκε στην Ενάγουσα ή στην πρωτοφειλέτιδα και στους εγγυητές των εξασφαλιζόμενων δανείων, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, οποιαδήποτε Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ σε σχέση με την Υποθήκη.
· Ουδέποτε επιδόθηκε στην Ενάγουσα Δελτίο Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα. Όμως, η Εναγόμενη εξέδωσε Ειδοποίηση Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού (Δελτία) ημερομηνίας 25/02/2026 και όρισε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων για τις 17/09/2026 και ώρα 10:00 π.μ. με συγκεκριμένες επιφυλασσόμενες τιμές για έκαστο αυτών.
· Η Ενάγουσα έλαβε γνώση των ορισθέντων πλειστηριασμών τυχαία και για πρώτη φορά στις 25/08/2026, από τις δημοσιεύσεις των Ειδοποιήσεων Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού στη σχετική ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών μετά από σχετική πληροφόρηση που έλαβε, από τον υιό του διευθυντή της, την ίδια μέρα.
· Η Εναγόμενη, κατά την εκκίνηση και προώθηση της ως άνω διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, ενήργησε αυθαίρετα, παράνομα και καθ’ υπέρβαση εξουσίας και κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων της που απορρέουν από το Μέρος VIA του Νόμου και από το Διάταγμα και δεδομένου ότι η διαδικασία του Μέρους VIA είναι εξελικτική και κάθε επόμενο στάδιό της προϋποθέτει τη νόμιμη τήρηση και ολοκλήρωση του προηγούμενου σταδίου της, εκάστη εκ των παραβάσεων αυτών καθιστά παράνομα και άκυρα και όλα τα επόμενα στάδια της διαδικασίας, με αποτέλεσμα η όλη η διαδικασία, περιλαμβανομένων των ορισθέντων για τις 17/09/2026 ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, να πάσχει και να είναι παράνομη, άκυρη και άνευ εννόμου αποτελέσματος.
· Οι επίδικες παραβάσεις των νόμιμων και ή θέσμιων καθηκόντων της Εναγόμενης, σωρευτικά και ξεχωριστά η κάθε μία, στέρησαν από την Ενάγουσα το σύνολο των δικαιωμάτων και εγγυήσεων που ο Νόμος παρέχει στον ενυπόθηκο οφειλέτη, ήτοι την προθεσμία και το δικαίωμα αποπληρωμής του απαιτούμενου ποσού, τη δυνατότητα αμφισβήτησης του απαιτούμενου ποσού, τη συμμετοχή στο στάδιο της εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων, τη γνώση της αγοραίας αξίας και το δικαίωμα αμφισβήτησής της, την ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης και του πλειστηριασμού και το ένδικο διάβημα άσκησης έφεσης του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου για παραμερισμό των Ειδοποιήσεων ΙΑ.
Ένεκα και συνεπεία των ως άνω παραβάσεων των θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων της Εναγόμενης που όφειλε σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, η Ενάγουσα υπέστη και εξακολουθεί να υφίσταται ζημιά και ταλαιπωρία και προσβολή της τιμής και της υπόληψής της, τελεί υπό την άμεση απειλή απώλειας των ενυπόθηκων ακινήτων της διά των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών στις 17/09/2026 και αξιώνει γενικές αποζημιώσεις αλλά και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €15.500 για εξωδικαστηριακή αμοιβή δικηγόρων, για συμβουλές και νομικές έρευνες και μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης.
Στη βάση των πιο πάνω, δια της Απαίτησης της, η Ενάγουσα, πέραν των προαναφερόμενων γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, αξιώνει:
Α. Διάταγμα και ή Δήλωση που να αναγνωρίζει ότι η διαδικασία πώλησης και εκποίησης των ενυπόθηκων, την οποία η Εναγόμενη εκκίνησε και προωθεί δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, διενεργήθηκε και προωθείται κατά παράβαση των θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων της Εναγόμενης και είναι παράνομη, άκυρη και άνευ εννόμου αποτελέσματος.
Β. Διάταγμα και ή Δήλωση που να αναγνωρίζει ότι οι Ειδοποιήσεις Τύπου I ημερομηνίας 19/03/2025, οι Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΒ ημερομηνίας 12/08/2025 και οι Ειδοποιήσεις Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού (Δελτία) ημερομηνίας 25/02/2026, που εξέδωσε η Εναγόμενη σε σχέση με την Υποθήκη και τα ενυπόθηκα ακίνητα, είναι παράνομες, άκυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος.
Γ. Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται και ή να παραμερίζονται οι ορισθέντες για τις 17/09/2026 ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί των ενυπόθηκων ακινήτων.
Δ. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να διεξαγάγει και ή να επαναορίσει πλειστηριασμό και ή να πωλήσει και ή να εκποιήσει και ή να αποξενώσει τα ενυπόθηκα ακίνητα δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 που εκκίνησε στη βάση των ήδη εκδοθεισών επίδικων Eιδοποιήσεων, εκτός εάν και μέχρις ότου τηρηθούν πλήρως εκ νέου όλες οι διατάξεις του εν λόγω Μέρους και του περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου μέσω Ηλεκτρονικού Συστήματος Πλειστηριασμού Διατάγματος του 2019 (Κ.Δ.Π. 346/2019)
Θ. Διάταγμα και ή Δήλωση που να αναγνωρίζει ότι η προώθηση της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων κατά τα ανωτέρω, με στέρηση των προβλεπόμενων από τον Νόμο μηχανισμών ελέγχου και αμφισβήτησης του απαιτούμενου ποσού και των ένδικων δικονομικών διαβημάτων του Νόμου στην Ενάγουσα, παραβιάζει τα δικαιώματα της δυνάμει των άρθρων 23 και 30 του Συντάγματος και των άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ, ενισχυτικά δε και του Άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρχών της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
Ι. Διάταγμα που να αναγνωρίζει και να δηλώνει ότι οι επίδικες Ειδοποιήσεις όλων των Τύπων του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι παράνομες και αντικανονικές και διάταγμα που να τις ακυρώνει και παραμερίζει.
Στις 31/08/2026, η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε, την παρούσα αίτηση, με την οποία αιτείται:
Α. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης και ή εκποίησης και ή πλειστηριασμού που κίνησε και προωθεί η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 σε σχέση με τα ακίνητα της Ενάγουσας - Αιτήτριας που βαρύνονται με την Υποθήκη αρ. [ ] του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 18/05/2005, ήτοι τα ακίνητα (α) με αρ. εγγραφής [ ], (β) με αρ. εγγραφής [ ], (γ) με αρ. εγγραφής [ ], και (δ) με αρ. εγγραφής [ ], όλα στον [ ], τοποθεσία [ ], [ ], Επαρχία Πάφου, περιλαμβανομένων ρητά των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών των εν λόγω ακινήτων που έχουν οριστεί και ή αναρτηθεί στην πλατφόρμα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών www.eauction-cy.com για τις 17/09/2026 και ώρα 10:00 π.μ., με μοναδικούς αριθμούς πλειστηριασμού [ ], [ ], [ ] και [ ], μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου.
Β. Ενδιάμεσο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση, διά των διευθυντών και ή υπαλλήλων και ή αντιπροσώπων και ή εντολοδόχων της και ή διά του εκάστοτε υπεύθυνου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και ή υπαλλήλου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, περιλαμβανομένης της εταιρείας ACB Ε-Auctions Ltd, η διεξαγωγή και ή ο επαναορισμός πλειστηριασμού και ή η πώληση και ή η εκποίηση και ή η αποξένωση των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων της Ενάγουσας - Αιτήτριας δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 που η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση εκκίνησε στη βάση των ήδη εκδοθεισών επιστολών Τύπου «Θ» ημερομηνίας 05/02/2025 και ειδοποιήσεων Τύπου «I» ημερομηνίας 19/03/2025 και Τύπου «IΒ» ημερομηνίας 12/08/2025 και του Δελτίου Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού ημερομηνίας 25/02/2026, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου.
Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα του Δικαστηρίου και ή θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο δίκαιη και πρέπουσα υπό τις περιστάσεις.
Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.
Η αίτηση, ως αναγράφεται σε αυτή, βασίζεται στα άρθρα 4-9, 21, 23, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, και ειδικότερα στο Μέρος VIA αυτού, άρθρα 44Α μέχρι 44ΙΖ, στις παραγράφους 6, 13 και 15 του περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου μέσω Ηλεκτρονικού Συστήματος Πλειστηριασμού Διατάγματος του 2019 (Κ.Δ.Π. 346/2019), στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς (Κ.Δ.Π.185/2015, Κ.Δ.Π.107/2015, Κ.Δ.Π.57/2014 και Κ.Δ.Π.315/2013), στα άρθρα 23, 26, 28, 30(2) και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 23 και ιδίως στους Κανονισμούς 23,2, 23.3, 23.4 και 23.6, Μέρος 25 και ιδίως τους Κανονισμούς 25.1, 25.2, 25.3, 25.6, 25.7 και 25.8 και Μέρος 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην πρακτική του Δικαστηρίου.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Ιωάννου Νεοφύτου, διευθυντή της Αιτήτριας καθώς και της εταιρείας ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED.
Προς υποστήριξη της αίτησης καταχωρήθηκαν, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, άλλες δύο ένορκες δηλώσεις στις 02/09/2026 και συγκεκριμένα μια με ομνύοντα και πάλι τον Νεόφυτου Ιωάννου Νεοφύτου και μια με ομνύοντα τον Χρίστο Χριστοδούλου.
Η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής – δίχως ειδοποίηση αλλά στις 02/09/2026, κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Αιτήτριας ζήτησε όπως αυτή ορισθεί για επίδοση και το Δικαστήριο την όρισε για επίδοση στις 04/09/2026, καθιστώντας την έτσι δια κλήσεως.
Στις 04/09/2026 εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των διαδίκων και το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις (από μέρους της Αιτήτριας) και προφορικές αγορεύσεις (και από τις δυο πλευρές) στις 10/09/2026, με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 09/09/2026.
Η Εναγόμενη (στο εξής «η Καθ’ ης η αίτηση») καταχώρησε, στις 09/09/2026, ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις των Ελευθέριου Θεοδώρου (υπαλλήλου της εταιρείας Do Value Cyprus Limited, η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων έχει αναλάβει για λογαριασμό της Εναγόμενης τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων αυτής) και Μιχάλη Νεοφύτου (ιδιώτη δικαστικού επιδότη), στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι:
1. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αστήρικτη.
2. Η Αιτήτρια επέλεξε λανθασμένο δικονομικό διάβημα και/ή το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και/ή να εκδικάσει τα επίδικα ζητήματα της Αγωγής καθ’ ότι η Αιτήτρια με την αίτησή της αξιώνει την ακύρωση και/ή αναστολή του ορισμένου για τις 17/09/2026 πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων και/ή κατ’ ουσίαν τον παραμερισμό και/ή ακύρωση των επιδοθείσων Ειδοποιήσεων ΙΑ, θεραπείες, οι οποίες μπορούν να εκδοθούν αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο Αίτησης/Έφεσης και όχι Απαίτησης.
3. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν καθ’ ότι με την έκδοση τους θα έχει αποφασισθεί ουσιαστικά και η ουσία της Απαίτησης.
4. Η Αιτήτρια καταχράται τις δικαστικές διαδικασίες καταχωρώντας συνεχώς νέες δικαστικές διαδικασίες και/ή είχε δικαίωμα να προωθήσει την παρούσα διαδικασία στο πλαίσιο της ήδη υφιστάμενης Αγωγής 416/22, η οποία εκκρεμεί και/ή στην οποία είναι Εναγόμενη και/ή Εξ’ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα και/ή στο πλαίσιο της οποίας με τους λοιπούς Εναγόμενους / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και/ή αξιώσεις που αφορούν την Υποθήκη.
5. Η Αιτήτρια είναι ένοχη καταχρηστικής συμπεριφοράς και/ή η δικονομική συμπεριφορά της και/ή η καταχώρηση της αίτησης ελάχιστες ημέρες και/ή σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των πλειστηριασμών (ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ήδη από τα τέλη Ιουλίου 2026 για την ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού) δημιούργησε συνθήκες πίεσης προς την πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση και/ή δημιούργησε τέτοιες δικονομικές και/ή άλλως πως συνθήκες πίεσης που δεν δικαιούται στην έκδοση των διαταγμάτων.
6. Η Αιτήτρια είναι ένοχη υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή καθυστέρησε αδικαιολόγητα να λάβει τα οποιαδήποτε μέτρα και/ή διαβήματα προς προστασία των εννόμων συμφερόντων της και λόγω αυτής της καθυστέρησης κωλύεται να αξιώνει και/ή δεν δικαιούται στις αξιούμενες θεραπείες.
7. Η Αιτήτρια ηθελημένα και/ή εσκεμμένα παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκε σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλε να αποκαλύψει και/ή εσκεμμένα παρουσιάζει μία αναληθή και/ή παραπλανητική εικόνα πραγμάτων.
8. Η Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Απαίτηση της καθ’ ότι οι αξιούμενες τελικές και/ή ενδιάμεσες θεραπείες μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο Αίτησης/Έφεσης και όχι Απαίτησης και/ή το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και/ή θεραπείες στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και/ή της Απαίτησης.
9. Η Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Απαίτηση της και/ή η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει, αντικειμενικά ιδώμενη είναι ανεπαρκής και/ή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της καλής βάση αγωγής και/ή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας και/ή αποτελείται από συμπεράσματα και/ή συλλογισμούς και/ή συνειρμούς της Αιτήτριας και όχι γεγονότα.
10. Η Αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τυχόν ζημιές που ενδεχομένως να υποστεί από τη μη έκδοση τους, μόνο χρηματικές μπορούν να είναι και/ή μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η Καθ’ ης η αίτηση είναι σε θέση και έχει την ικανότητα να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στην Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής.
11. Με τα αιτούμενα διατάγματα η Αιτήτρια επιχειρεί να διαταράξει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και όχι να τη διατηρήσει.
12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και της απόρριψης της αίτησης.
Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια καταχώρησε, στις 10/09/2026, άλλες δύο ένορκες δηλώσεις, προς απάντηση στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση, με ομνύοντες ξανά τον Νεόφυτο Ιωάννου και τον υιό αυτού Ανδρέα Ιωάννου. Προς απάντηση στις ένορκες αυτές δηλώσεις, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε, στις 14/09/2026, ένορκη δήλωση με ομνύοντα τον Σάββα Παπαλουκά, ιδιώτη δικαστικό επιδότη.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη τελικά στις 14/09/2026, με αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό.
Νομική Πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o. (1982) 1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και
3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.
Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι.
Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (“pleadings”). Ο όρος “pleadings” χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου (1998) 1Β Α.Α.Δ. 598).
Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό αυτός να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos και Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Πρέπει δηλαδή να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το Νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396).
Εξέταση της αίτησης
Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.
Με την Απαίτηση της (στο εξής «η Απαίτηση»), στη βάση των όσων δικογραφεί, η Αιτήτρια αξιώνει διάφορες θεραπείες και δη αναγνωριστικές αποφάσεις, διατάγματα και ειδικές και γενικές αποζημιώσεις.
Ως δε αναφέρεται στο ίδιο το δικόγραφο αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου της Αιτήτριας, η Απαίτηση περιορίζεται αποκλειστικά στη νομιμότητα της διαδικασίας εκποίησης και σε συγκεκριμένες παραβάσεις των θέσμιων υποχρεώσεων της Καθ’ ης η αίτηση που απορρέουν από το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 και από το περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου μέσω Ηλεκτρονικού Συστήματος Πλειστηριασμού Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 346/2019). Η Απαίτηση αξιώνει κρίση επί της νομιμότητας της διαδικασίας εκποίησης που κινήθηκε στη βάση των συγκεκριμένων Eιδοποιήσεων. Η θεραπεία που επιδιώκεται είναι, κατά κύριο λόγο, η αποτροπή μιας εκποίησης που προωθείται κατά παράβαση του Νόμου. Τα κεντρικά ζητήματα και γεγονότα στα οποία βασίζεται η Απαίτηση αφορούν τη μη ορθή και νόμιμη επίδοση των Ειδοποιήσεων που επιτάσσει ο Νόμος 9/1965, τη μη τήρηση της διαδικασίας εκτίμησης του άρθρου 44Δ, τον καθορισμό επιφυλασσόμενων τιμών χωρίς νόμιμα καθορισμένη αγοραία αξία, κατά παράβαση του άρθρου 44Ε και τη μη επίδοση και το ελλιπές περιεχόμενο του Δελτίου Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού, κατά παράβαση της παραγράφου 6 της Κ.Δ.Π. 346/2019,
Σύμφωνα πάντα με τον κ. Πουτζιουρή, η διαδικασία του εδαφίου (3) του άρθρου 44Γ του Νόμου 9/1965 είναι στενά οριοθετημένη και έτσι δεν παρέχει στο Επαρχιακό Δικαστήριο γενική δικαιοδοσία ελέγχου της νομιμότητας του συνόλου της διαδικασίας εκποίησης. Τα κεντρικά ζητήματα που εγείρει η Απαίτηση δεν εμπίπτουν σε κανέναν από τους λόγους της εν λόγω διάταξης και δεν μπορούν να εγερθούν με την Έφεση που αυτή προβλέπει. Σύμφωνα με τον συνήγορο, το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει ως Ενάγουσα δια της Απαίτησης ως ένδικο μέσο, διαφυλάσσεται ρητά και αυτοτελώς από το εδάφιο (3) του άρθρου 44Β του Νόµου 9/1965.
Στο σημείο αυτό παραθέτω αυτούσια την πρόνοια του εδαφίου (3) του άρθρου 44Β:
(3) Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωµά του να προχωρήσει µε ένδικα µέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου µε βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόµους και Κανονισµούς αµφισβητώντας το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
Προς κατανόηση της ως άνω πρόνοιας δέον όπως εξετασθεί το λεκτικό αυτής, ιδωμένο στο σύνολο της διάταξης του άρθρου 44Β στο οποίο περιλαμβάνεται και στο πλαίσιο πάντα της όλης διαδικασίας που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965.
Αρχίζοντας από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (με τον τίτλο «ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ»), δέον όπως αναφερθεί ότι αυτό εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014. Ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του σχετικού Νομοσχεδίου (βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (ΕΕΔ), Παράρτημα Έκτο, ημερ. 5.11.2014) η εισαγωγή του αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό είχε την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Μετά δε την εισαγωγή του, το εν λόγω Μέρος τροποποιήθηκε με μεταγενέστερους Νόμους.
Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, που προβλέπει το Μέρος VIA, κινείται από τον ενυπόθηκο δανειστή και αρχίζει με την επίδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφης Ειδοποίησης κατά τον Τύπο I του Δεύτερου Παραρτήµατος [βλ. άρθρο 44Γ(1)]. Μεταξύ άλλων, με την εν λόγω Ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόµενου προσώπου µε τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Τύπου Ι, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει σε αυτόν και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, Ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ του Δευτέρου Παραρτήµατος, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό [βλ. άρθρο 44Γ(2)]. Τα πιο πάνω επισημαίνονται και από τη σχετική νομολογία (βλ. Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερ. 10/12/2019 και Αναφορικά με την Αίτηση του Χατζησωφρονίου, Αρ. Αίτησης 4/2023, ημερ. 21/11/2024).
Στην προκειμένη, είναι προφανές από την αξίωση της Αιτήτριας στην Απαίτηση ότι εκείνο που επιζητεί ως κύρια θεραπεία είναι η ακύρωση των συγκεκριμένων πλειστηριασμών που είναι ορισμένοι στις 17/09/2026.
Ως έχει προαναφερθεί, η Αιτήτρια στηρίζει το δικαίωμα της να προχωρήσει δια της Απαίτησης και να αξιώσει θεραπείες, στο εδάφιο (3) του άρθρου 44Β. Από την προσεκτική όμως εξέταση του λεκτικού της εν λόγω διάταξης, προκύπτει ότι εκείνο που επιτρέπεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη - και αυτό με επιφύλαξη διαφορετικής πρόβλεψης στο Μέρος VIA - είναι να ασκήσει το δικαίωµα του να προχωρήσει µε ένδικα µέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου (βάση άλλων Νόμων και Κανονισµών), με συγκεκριμένο όμως σκοπό και για συγκεκριμένο λόγο και δη για να αμφισβητήσει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965. Ως προαναφέρθηκε, πρόκειται για τις διαδικασίες για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, με τον συγκεκριμένο τρόπο που προβλέπει το Μέρος VIA και οι οποίες αρχίζουν με την επίδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφης Ειδοποίησης κατά τον Τύπο I.
Δεν είναι δε τυχαίο που η ως άνω πρόνοια εντάσσεται στο άρθρο 44Β. Αυτό καθότι στο εδάφιο (1) αυτού προβλέπεται το πότε αποκτά το δικαίωμα ο ενυπόθηκος δανειστής να κινεί τις συγκεκριμένες διαδικασίες. Παραθέτω το εν λόγω εδάφιο:
44Β.-(1) Σε περίπτωση υπερηµερίας, κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσµα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερηµερία αφορά σε περίοδο όχι µικρότερη των εκατόν είκοσι (120) ηµερών από την ηµεροµηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάµει των όρων της σύµβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόµου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν µε βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόµων ή Κανονισµών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ µέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
Ως προκύπτει λοιπόν από το λεκτικό του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής αποκτά το δικαίωμα να προχωρήσει, δηλαδή να κινήσει τις διαδικασίες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, σε περίπτωση της υπερηµερίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσµα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο δυνάµει των όρων της σύµβασης ή των διατάξεων του Νόµου. Το άρθρο 27(1) προβλέπει δε ότι, όταν σε σύμβαση υποθήκης προνοείται ότι το διά της υποθήκης εξασφαλιζόµενο ποσό θα αποπληρωθή διά δόσεων πληρωτέων κατά τις καθορισμένες στη σύμβαση ηµεροµηνίες και η πληρωµή οιασδήποτε δόσης καθίσταται υπερήµερη, ολόκληρο το εξασφαλιζόµενο ποσό καθίσταται απαιτητό από την ηµεροµηνία που η πληρωµή της δόσης κατέστη υπερήµερη.
Είναι λοιπόν αυτό καθ’ αυτό το δικαίωμα που αποκτά - και του επιτρέπει να κινήσει τις εν λόγω διαδικασίες - ο ενυπόθηκος δανειστής στην πιο πάνω βάση, δηλαδή όταν προκύψει η υπερημερία που προνοεί το άρθρο 27, που δικαιούται να αμφισβητήσει, δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος οφειλέτης και όχι το κατά πόσο τηρήθηκαν ή τηρήθηκαν ορθά οι διαδικασίες που ακολούθησε ο ενυπόθηκος δανειστής, ασκώντας το εν λόγω δικαίωμα. Στην προκειμένη, η Αιτήτρια δια της Απαίτησης της δεν αμφισβητεί αυτό το δικαίωμα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διενήργησε τις διαδικασίες που προβλέπει το Μέρος VIA - ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της επίδοσης των σχετικών Ειδοποιήσεων - ο ενυπόθηκος δανειστής και συγκεκριμένα προβάλλει ότι δεν τις ακολούθησε σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το υπό αναφορά Μέρος, κάτι που συνιστά, σύμφωνα με την Αιτήτρια, παρανομία. Ως όμως προαναφέρθηκε, δεν είναι αυτό που επιτρέπει το εδάφιο (3) στον ενυπόθηκο οφειλέτη να αμφισβητήσει, δια ένδικου μέσου ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου και δη δια Απαίτησης όπως η παρούσα.
Ως εξηγείται περαιτέρω στη σχετική νομολογία (βλ. Μυλωνάς ανωτέρω και Αναφορικά με την Αίτηση του Χατζησωφρονίου ανωτέρω), τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερομένου προσώπου κατοχυρώνονται από τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου 9/1965, το οποίο παρέχει δικαίωμα καταχώρισης Έφεσης για παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, δηλαδή της Ειδοποίησης της σκοπούµενης πώλησης και στο οποίο αναφέρονται εξαντλητικά οι λόγοι για τους οποίους η Ειδοποίηση μπορεί να παραμεριστεί (βλ. και Αναφορικά με την Αίτηση της Παπακόκκινου, Πολ. Έφεση Αρ. 110/2019, ημερ. 18/02/2020).
Ως δε λέχθηκε στην Μυλωνάς ανωτέρω και επαναλήφθηκε στην Παπακόκκινου ανωτέρω, η αναστολή του πλειστηριασμού και η αναστολή της ισχύος Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, δεν είναι θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί σε αγωγή ή σε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα που καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε, ήτοι με Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Εκείνο που μπορεί να εκδοθεί στο πλαίσιο αγωγής είναι, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.
Δεν βρίσκει δε έρεισμα στο Νόμο 9/1965 στην προκειμένη, η θέση της Αιτήτριας, την οποία και δικογραφεί στην Απαίτηση της, ότι δεδομένων του ότι ο Νόμος αυτός προβλέπει Έφεση μόνο εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και μόνο για τους λόγους που ρητά καθορίζονται στο άρθρο 44Γ(3) και τέτοια ειδοποίηση ουδέποτε της επιδόθηκε για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα πρόσβασης σε οποιοδήποτε εκ του Νόμου προβλεπόμενο δικονομικό διάβημα εναντίον της προωθούμενης πώλησης των ακινήτων. Αυτό καθότι, ανεξάρτητα από το κατά πόσο της επιδόθηκε τέτοια Ειδοποίηση και του θέματος της σχετικής προθεσμίας, η Αιτήτρια θα μπορούσε να ασκήσει Έφεση δυνάμει του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου 9/1965, το οποίο περιλαμβάνει στους λόγους παραμερισμού τέτοιας Ειδοποίησης - με αποτέλεσμα και τη ματαίωση του σχετικού πλειστηριασμού - τη μη δέουσα επίδοση αυτής. Στην προκειμένη η Αιτήτρια, ενώ έλαβε γνώση για τους ορισμένους στις 17/09/2026 πλειστηριασμούς έστω στις 25/08/2026, δεν καταχώρησε τέτοια Έφεση, αλλά σχεδόν αμέσως, στις 28/08/2026 επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα Απαίτηση.
Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και κατ’ επέκταση ούτε και η δεύτερη αφού αυτή προϋποθέτει ότι συντρέχει η πρώτη.
Ακόμη όμως και εάν στοιχειοθετούνταν οι ως άνω προυποθέσεις, η αίτηση δεν θα πετύχαινε για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια και αφορούν τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32.
Ως προς την εν λόγω συνδρομή, στην Parico Aluminium Designs Ltd ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ’ ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Ως δε λέχθηκε στην Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.: E202/2018, ημερ. 17/10/2023, η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία αυτή των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.
Ως λέχθηκε στην Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1245, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου. Με άλλα λόγια η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. Κυρίσαββα ανωτέρω και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1Α Α.Α.Δ. 317). Ως όμως επεξηγήθηκε και στην πιο πρόσφατη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, το θέμα αυτό, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Εξετάζοντας στη συνέχεια το κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 στην προκειμένη, δέον όπως λεχθεί ότι, ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια αξιώνει, στη βάση των όσων προαναφέρθηκαν, την ακύρωση ή παραμερισμό των ορισθέντων για τις 17/09/2026 ηλεκτρονικών πλειστηριασμών συγκεκριμένων ακινήτων και τον μη επαναορισμό των πλειστηριασμών και ή μη εκποιήση των ίδιων ακινήτων. Ταυτόχρονα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση θέσμιων και νόμιμων καθηκόντων από την Καθ’ ης η αίτηση καθώς και ειδικές αποζημιώσεις.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη απώλεια του συνόλου της ακίνητης περιουσίας της που αφορά η Απαίτηση και συγκεκριμένα τέσσερα συνεχόμενα τεμάχια που, κατά τη περιγραφή στα Δελτία, «αποτελούν μια ενιαία ιδιοκτησιακή μονάδα με εξαιρετική θέα προς την θάλασσα» και δεν είναι ανταλλάξιμα και δεν αντικαθίσταται με χρήμα. Μετά δε την ολοκλήρωση της εκποίησης - πώλησης ενεργοποιείται μηχανισμός που καθιστά την επιστροφή στην προτέρα κατάσταση αδύνατη. Το γεγονός ότι θα απομείνει η επιδίκαση αποζημιώσεων, δεν συνιστά υπό τις περιστάσεις πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Χωρίς λοιπόν τα αιτούμενα διατάγματα, η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη απώλεια του συνόλου της ακίνητης περιουσίας της που αφορά η Απαίτηση πριν από την εκδίκασή της.
Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια επιδιώκει να διατηρήσει την ενυπόθηκη περιουσία της, αξιώνοντας και χρηματικές αποζημιώσεις.
Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα απωλέσει την ενυπόθηκη περιουσία της που είναι το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της που αφορά η Απαίτηση, επισημαίνεται ότι, ως έχει νομολογηθεί, όταν ένα ακίνητο αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης προς εξασφάλιση κάποιας πιστωτικής διευκόλυνσης, ο ιδιοκτήτης αυτού με τη συγκατάθεση του απεμπολεί το απόλυτο της κυριότητας του ακινήτου, θέτοντας το συνάμα υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» ενδεχόμενης πώλησης σε περίπτωση εκποίησης της υποθήκης, ενδεχόμενο που γνωρίζει κατά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Κατσελλή κ.ά. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περ. Στοιχείων Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. E66/2022, ημερ. 17/11/2023 και Ευαγγέλου κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε134/2020, ημερ. 19/10/2023). Αυτό ισχύει και στην προκειμένη, όπου η Αιτήτρια έχει, από τον χρόνο παραχώρησης της Υποθήκης (ήτοι από το 2005), απεμπολήσει ένα μέρος της απολύτου ιδιοκτησίας της, θέτοντας αυτή, εν γνώσει της σε ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της Υποθήκης.
Στην περίπτωση δε που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και πωληθούν τα ακίνητα στους καθορισμένους πλειστηριασμούς και σε μεταγενέστερο στάδιο η Αιτήτρια επιτύχει στην Απαίτηση, η απόδοση χρηματικής αποζημίωσης για τις ζημιές που θα υποστεί, τις οποίες διεκδικεί, αποτελεί επαρκή θεραπεία. Όσον δε αφορά τον υπολογισμό τέτοιων γενικών αποζημιώσεων, από τα όσα έχουν τεθεί, δεν προκύπτει ότι θα υπάρξει ιδιαίτερη δυσκολία.
Ως εκ των άνω απομένει πλέον να εξεταστεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί μία ενδεχόμενη χρηματική αποζημίωση που τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της Αιτήτριας.
Ως προς την ικανότητα και δυνατότητα να καταβάλει πλήρως τέτοιες αποζημιώσεις, στην ένορκη του δήλωση, ο Θεοδώρου αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι πλήρως φερέγγυα και έχει τέτοια οικονομική δυνατότητα. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι σύμφωνα με τους ενοποιημένους εξελεγμένους λογαριασμούς για το 2025, οι οποίοι εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Καθ’ ης η αίτηση, αυτή διατηρεί μετρητά και άλλα περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €331.080.092 εκ των οποίων €35.099.161 σε μετρητά, με τους ανεξαρτήτους εξωτερικούς ελεγκτές της να επιβεβαιώνουν ότι αυτή αποτελεί δρώσα οικονομική μονάδα ήτοι ότι είναι σε θέση να εξοφλήσει τα όποια χρέη δυνατόν να έχει όταν αυτά καταστούν απαιτητά. Αυτό δεν έχει αντικρουσθεί από την Αιτήτρια με κάποια αντίθετη μαρτυρία. Ο συνήγορος της Αιτήτριας περιορίζεται στην αγόρευση του να αναφέρει ότι η ως άνω μαρτυρία του Θεοδώρου δεν είναι εντός της προσωπικής γνώσης του αλλά αντλείται από ενημέρωση τρίτου προσώπου και δεν επισυνάπτονται οι ενοποιημένοι εξελεγμένοι λογαριασμοί στους οποίους παραπέμπει. Το δε αναφερόμενο ποσό των €331.080.092 παρουσιάζεται ως σύνολο περιουσιακών στοιχείων, χωρίς καμία αναφορά στις αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Ως προς την ως άνω θέση του κ. Πουτζιουρή δέον όπως λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης των στοιχείων που θα μπορούσαν να καταδείξουν ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει μία ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Αιτήτριας, βαραίνει την τελευταία. Ως λέχθηκε στην Σιαηλή ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε27/2017, ημερ. 27/09/2024, η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Θα πρέπει να τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη, τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του αιτητή. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ του τελευταίου, δεν είναι αρκετοί (βλ. Σιαηλή ανωτέρω, Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152 και Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626). Στην προκειμένη, η Αιτήτρια όχι μόνο δεν προβάλλει ενόρκως οποιαδήποτε στοιχεία για να καταδείξει την οικονομική κατάσταση της Καθ’ ης η αίτηση και κατ’ επέκταση να τεκμηριώσει αφερεγγυότητα αυτής, αλλά δεν αντικρούει καν με τον δέοντα δικονομικό τρόπο - αφού αυτός δεν είναι μέσω των αγορεύσεων οι οποίες δεν αποτελούν παραδεκτή μέθοδο εισαγωγής μαρτυρίας, βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α. (1992) 1Β Α.Α.Δ. 1255 - τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση περί φερεγγυότητας της και ικανότητας της να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση και αποζημίωση ήθελε τυχόν εκδοθεί προς όφελος της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν πληρούται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.
Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται δια της ένστασης.
Κατάληξη
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Λαμβάνοντας υπόψη το ως άνω αποτέλεσμα και τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.1 και 39.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, κρίνω ότι τα έξοδα της αίτησης θα πρέπει να επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση - Εναγόμενης και εναντίον της Αιτήτριας - Ενάγουσας.
Έχοντας περαιτέρω υπόψη τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.4 και 39.7(1), έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €6.128 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει), πλέον €58 πραγματικά έξοδα. Τα εν λόγω έξοδα να μειωθούν κατά 15%, δεδομένου ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της [βλ. Κανονισμό 39.9(1)] να υποβάλει κατάλογο εξόδων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων, χωρίς εύλογη αιτία [βλ. Κανονισμό 39.9.(2)].
Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 30 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) ……….….………………………
Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil / Other Actions / Interim Judgments.
(Αναφορά: Αστικό / Αγωγή / Ενδιάμεσες / Προσωρινό Διάταγμα).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο