ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ππεκρή, Πρ. Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3035/2019
Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου
ν.
1. Α.Γ.
2. L.Y.G.
Κατηγορούμενοι
Αίτηση ημερ. 23.6.2022 υπό κατηγορουμένων / αιτητών για διόρθωση πρακτικών
Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου 2022
Για κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ζηντίλη
Για κατηγορούμενο: κ. Α. Γιάγκου
Κατηγορούμενοι παρόντες
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Έναυσμα για την έκδοση της παρούσας είναι η καταχώριση της αίτησης ημερ. 23.6.2022 (η «Αίτηση») με την οποία οι κατηγορούμενοι / αιτητές (οι «Αιτητές») εξαιτούνται την ακόλουθη θεραπεία:
«Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τη διόρθωση των πρακτικών που φαίνονται ως συνημμένα επί της ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ως Τεκμήριο Α και ως Τεκμήριο Β, ως εις τα εν λόγω Τεκμήριο Α και Τεκμήριο Β αναφέρεται».
Η Αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ5 και Θ6, Δ.39, Δ.64 και Δ.48, ΘΘ 1-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), άρθρα 22,23,24,65, στο άρθρο 173 του Κεφ. 155, στα άρθρα 12, 28, 30 και 35 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Την Αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της κας Α.Ο. ημερ. 23.6.2022 το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζω. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, την 16.3.2022 και 20.4.2022 κατά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως υπόθεσης, βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου μαζί με τον δικηγόρο των κατηγορούμενων και κατέγραφε κατά λέξη στον προσωπικό της υπολογιστή τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής, ήτοι από τους Α.Γ., Π.Κ. και Θ.Θ. Ως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, όταν έλαβε τα πρακτικά του Δικαστηρίου από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων, τα αντιπαρέβαλε με τα πρακτικά που λάμβανε η ίδια στον προσωπικό της ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των δύο πρακτικών. Σχετικά επεσύναψε ως Τεκμήριο Α επί της Αίτησης το αρχικό κείμενο των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 16.3.2022 και ως Τεκμήριο Β το αρχικό κείμενο των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 20.4.2022, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι διορθώσεις στις οποίες προέβη σε μορφή «track changes». Είναι η θέση της, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία διότι σε αντίθετη περίπτωση θα φαίνεται στο Δικαστήριο ότι κάποιες στιγμές οι μάρτυρες μιλούσαν ακατανόητα και ότι σε πάμπολλα σημεία αλλοιώνεται ουσιωδώς το νόημα των λεχθέντων.
Η κατηγορούσα αρχή καταχώρισε ένσταση ημερ. 8.7.2022 στην Αίτηση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
1. «Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως προνοείται στην Νομοθεσία και Νομολογία.
2. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
3. Η Ένορκη Δήλωση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και μη αποδεκτή μαρτυρία ή/και αντίθετη με τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την σύνταξη ένορκων δηλώσεων καθ’ ότι γίνεται από τον δικηγόρο των αιτητών ή/και συνδυάζεται η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα.
4. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν οποιοσδήποτε σοβαρούς ή/και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό του αιτήματος τους.
5. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
6. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
7. Υπό τις περιστάσεις οι Αιτητές ουδεμία Θεραπεία ή/και Διάταγμα δικαιούνται ή/και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του Αιτούμενου Διατάγματος».
Η Ένσταση εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.1 – 9, Δ.64 Θ.1 και 2, επί της νομολογίας, της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των τριών μαρτύρων των οποίων επιζητείται η διόρθωση της καταγραφείσας στα πρακτικά διαδικασίας. Συνοψίζω το περιεχόμενο αυτών:
Στην πρώτη ένορκη δήλωση ορκίζεται ο Α.Γ., ο οποίος αναφέρει ότι τα αποστενοτυπημένα πρακτικά της 16.3.2022 αποτυπώνουν με ακρίβεια τα όσα λέχθηκαν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και απορρίπτει τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην υποστηρικτική της Αίτησης ένορκη δήλωση. Στην δεύτερη ένορκη δήλωση ορκίζεται ο Π.Κ., ο οποίος αναφέρει ότι τα αποστενοτυπημένα πρακτικά της 20.4.2022 αποτυπώνουν με ακρίβεια τα όσα λέχθηκαν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και απορρίπτει τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην υποστηρικτική της Αίτησης ένορκη δήλωση. Τέλος, στην τρίτη ένορκη δήλωση ορκίζεται ο Θ.Θ., ο οποίος αναφέρει ότι τα αποστενοτυπημένα πρακτικά της 20.4.2022 αποτυπώνουν με ακρίβεια τα όσα λέχθηκαν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και απορρίπτει τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην υποστηρικτική της Αίτησης ένορκη δήλωση.
Μετά την καταχώρηση της ένστασης ο συνήγορος των Αιτητών υπέβαλε αίτημα αντεξέτασης των τριών μαρτύρων που ορκίζονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Ένσταση. Η κατηγορούσα αρχή δεν έφερε ένσταση στο αίτημα και συνεπώς οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους, αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Τα όσα εκτυλίχθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων είναι καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω.
Προς υποστήριξη των θέσεων της κάθε πλευράς προσκομίστηκαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και στις οποίες θα αναφερθώ για σκοπούς έκδοσης της παρούσας, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διόρθωση πρακτικών πηγάζει από τις συμφυείς εξουσίες του. Εξουσία η οποία δεν είναι απεριόριστη, αλλά περιορίζεται σε εκείνα τα ζητήματα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του χαρακτήρα του Δικαστηρίου, ως Δικαστηρίου δικαιοσύνης.[1]
Τα πιστοποιημένα πρακτικά της διαδικασίας αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης αναφορικά με τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Μάλιστα, στην Σωτηριάδης ν. Βασιλείου (1992) 1 ΑΑΔ 801 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τυχόν ανάληψη εξουσίας από το Εφετείο για την αναμόρφωση των πρακτικών θα συνιστούσε «διείσδυση στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου», το οποίο έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων. Ως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, με παραπομπή σε σχετική αγγλική αυθεντία, εν τη απουσία συμφωνίας μεταξύ των δυο μερών ως προς την ύπαρξη κενού στα πρακτικά (παράλειψη σημείωσης ουσιώδους δήλωσης ή γεγονότος), οι σημειώσεις του Δικαστή αποτελούν το μόνο κείμενο για τη στοιχειοθέτηση των διαδραματισθέντων κατά τη δίκη. Σύμφωνα δε με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η ετοιμασία του φακέλου της έφεσης (record of appeal) αποτελεί ευθύνη του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο του φακέλου καθορίζει η Διαταγή 63 Θ4 και περιλαμβάνει τα πρακτικά της μαρτυρίας, αποστενογραφημένα οποτεδήποτε λαμβάνονται από στενογράφο, και τις σημειώσεις του προεδρεύοντος Δικαστή.
Στην Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους (1998) 1 Α.Α.Δ. 1372 το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης ενόψει του ότι παρατηρήθηκε από αμφότερα τα διάδικα μέρη παντελής αδυναμία αποστενογράφησης μέρους των πρακτικών, πράγμα το οποίο καθιστούσε αδύνατη την εξέταση των επίδικων θεμάτων της έφεσης.
Στην Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά. (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 354 κρίθηκε ότι η σημείωση δικηγόρου αναφορικά με τα πρακτικά της δίκης δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για συμπλήρωση οποιωνδήποτε κενών στα τηρηθέντα πρακτικά, εκτός εάν συναινούσαν και οι δύο πλευρές.
Στην Επίσημος Παραλήπτης ως Εκαθαριστής της Apak Agro Ind. Ltd κ.ά. ν. Κυπρ. Τραπ. Αναπτ. Λτδ (Αρ. 1) (2007) 1(Α) ΑΑΔ 328 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Σε όλο το φάσμα της δικαστικής διαδικασίας, παραμένει βαθιά ριζωμένος ο κανόνας ότι τα πρακτικά τηρούνται από τον δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία και ότι αυτός διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο του περιεχομένου τους. Ο εκδικάσας δικαστής έχει σύμφυτη εξουσία να διορθώνει τα πρακτικά σε περίπτωση που θα διαπιστώσει ότι συντρέχει λόγος. Δυνατότητα για περαιτέρω αμφισβήτηση στο ίδιο δικαστήριο δεν υπάρχει. Ο καθορισμός των πρακτικών από τον εκδικάσαντα δικαστή δεν μπορεί να αποτελέσει θέμα διαφοράς ή αντιδικίας μεταξύ του και του διαδίκου, ώστε το θέμα να υπόκειται στην κρίση άλλου δικαστή στην ίδια δικαιοδοσία».
Τέλος παραπέμπω στην Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α. Πολ. Εφ. 107/2016 ημερ.11.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:A293, μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκαν τα εξής:
«Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας μας ότι η μόνη αυθεντική εικόνα δικαστικής διαδικασίας είναι αυτή που αποτυπώνεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, στα οποία και εφαρμόζεται το τεκμήριο της κανονικότητας. (Μορφίτης ν. Δήμου Λεμεσού (2002) 2 ΑΑΔ 375). Οπου αμφισβητείται η ορθότητα των πρακτικών, παρέχεται η δυνατότητα διόρθωσής τους. Στις αποφάσεις Α/φοί E. Αναστασίου Λτδ ν. Μυλωνά (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1280 και Επίσημος Παραλήπτης ως Εκαθαριστής της Apak Agro Ind. Ltd κ.ά. ν. Κυπρ. Τραπ. Αναπτ. Λτδ (Αρ. 1) (2007) 1(Α) ΑΑΔ 328, τίθενται οι παράμετροι που καλύπτουν το ζήτημα της τήρησης πρακτικών και της δυνατότητας διόρθωσής τους».
Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, προχωρώ σε εξέταση της Αίτησης. Σε σχέση με τη νομική βάση που υποστηρίζει το αίτημα, σύμφωνα με την αποκρυσταλλωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου πηγάζει από τις συμφυείς εξουσίες του. Η Αίτηση συμπεριλαμβάνει στη νομική της βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, επομένως είναι επί αυτής της βάσης που θα εξετασθεί η ουσία του πράγματος. Διευκρινίζω ότι τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα στο πλαίσιο της αντεξέτασης των μαρτύρων που ορκίζονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση αιτήματος και μόνον, υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με την αξιοπιστία τους ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Συνεκτιμώντας όλα όσα έχω αναφέρει και αντλώντας καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία και λαμβανομένων υπόψη των σημειώσεων του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνω ότι η περίπτωση είναι εξαιρετική, ούτε ότι συντρέχει λόγος ώστε να διαταχθεί η διόρθωση των πρακτικών του Δικαστηρίου, κατά τον τρόπο που εισηγείται η υπεράσπιση. Δεν διαπιστώνω να υπάρχουν ακατανόητα κείμενα στα αποστενοτυπημένα πρακτικά, αλλά ούτε και τέτοια κενά ή ελλείψεις στη μαρτυρία της οποίας επιδιώκεται η διόρθωση, που να εμποδίζουν το Δικαστήριο από το να αξιολογήσει την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιόν του.
Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση των Αιτητών αναφορικά με την αντεξέταση των μαρτύρων που ορκίστηκαν στις υποστηρικτικές της Ένστασης ένορκες δηλώσεις, επαναλαμβάνω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για την εξαγωγή του οποιουδήποτε συμπεράσματος αναφορικά με την αξιοπιστία τους, λαμβανομένης υπόψη τόσο της φύσης της παρούσας διαδικασίας, όσο και του γεγονότος ότι πρόκειται για μάρτυρες κατηγορίας στην κυρίως υπόθεση. Σημειώνω ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας και αποκλειστικώς σε ότι αφορά στην παρούσα διαδικασία, ότι θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να υιοθετήσει την εισήγηση της υπεράσπισης και να αναμένει από τους μάρτυρες να θυμούνται επί λεξεί, μερικούς μήνες μετά τη διεξαγωγή των συγκεκριμένων ακροαματικών διαδικασιών, εάν ερωτήθηκαν και απάντησαν κατά τις εν λόγω δικασίμους, με συγκεκριμένες λέξεις, έτσι ώστε αυτό να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι τα πρακτικά που εισηγείται η υπεράσπιση είναι τα ορθά, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι προτεινόμενες διορθώσεις, ως εμφαίνονται στα Τεκμήρια που επισυνάπτονται επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, αφορούν σε λεπτομέρειες και λέξεις επουσιώδους, κατά την κρίση μου, σημασίας.
Κατ’ επέκταση, τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών περί δίκαιης δίκης, σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το αίτημά τους, δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Δε θα συμφωνήσω ούτε με τη θέση ότι πλήττει τους κανόνες της δίκαιης δίκης το ότι οι εν λόγω μάρτυρες αντεξετάσθηκαν μέσα στο πλαίσιο της Αίτησης, εφόσον ήταν η πλευρά των Αιτητών που υπέβαλε αίτημα αντεξέτασης των μαρτύρων, με την κατηγορούσα αρχή να μην ενίσταται στο αίτημα, ενώ το Δικαστήριο αφενός μεν έδωσε στους Αιτητές το δικαίωμα να ακουσθούν, περιόρισε δε την αντεξέταση των εν λόγω προσώπων σε ζητήματα τα οποία αφορούν αποκλειστικώς και μόνο στην παρούσα διαδικασία. Επισημαίνω επίσης ότι ισχυρισμοί σε σχέση με την παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, ορθό είναι όπως εξετάζονται μέσα στο πλαίσιο της κυρίως υπόθεσης.[2]
Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι η κατάληξή μου ότι δεν συντρέχει λόγος για να ασκηθεί η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Συνεπώς, ο 1ος λόγος ένστασης ευσταθεί.
Συνεπακόλουθα, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού.
Υπ. …………………
Χρ. Ππεκρή, Πρ. Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο