Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Α.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3035/2019, 10/11/2022
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Α.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3035/2019, 10/11/2022

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 3035/2019

 

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου

 Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

1.    Α.Γ.

2.    L.Y.G.

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου 2022

Για την κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ζηντίλη  

Για κατηγορούμενος: κ. Α. Γιάγκου

Κατηγορούμενοι παρόντες

______________________________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

______________________________________________________________________________

 

Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του αρ. 243 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), της ανησυχίας κατά παράβαση του αρ. 95 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του αρ. 99 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Η 2η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του αρ. 99 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι οποίες αναγράφονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, την 15.7.2019 και περί ώρα 20:20 στην αποβάθρα ΝΗΣΙΩΤΗΣ στον Πρωταρά στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε στον Α.Γ. και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Περαιτέρω, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης και ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τον Α.Γ. με τις φράσεις «ππεζεβέγκη, πουστοπεζέβεγκε» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Σε σχέση με την 2η κατηγορούμενη, ως περιγράφεται στις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, την 15.7.2019 και περί ώρα 20:20 σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τον Α.Γ. με τη φράση «παππούς πεζεβέγκης» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή στις κατηγορίες και συνεπώς η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε τέσσερις (4) μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία. Αφού επεξηγήθηκαν σε αυτούς τα δικαιώματά τους, ο μεν 1ος κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, η δε 2η κατηγορούμενη επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσαν ακόμα έναν μάρτυρα υπεράσπισης.

 

Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ

 

Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τέσσερις (4) μάρτυρες, τη μαρτυρία των οποίων θα συνοψίσω κατωτέρω, εφόσον αυτή είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της.

 

Αρχικά ενώπιον μου κατέθεσε ο Αστ. [ ] (ο «ΜΚ1») ο οποίος υπηρετεί στην Αστ. Διεύθυνση της Επαρχίας Αμμοχώστου και συγκεκριμένα στον Αστ. Σταθμό Παραλιμνίου. Ο ΜΚ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την γραπτή του κατάθεση, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 16.7.2019 περί την 0040 προσήλθε στον σταθμό ο Α.Γ. (ο «παραπονούμενος») και κατήγγειλε το επίδικο περιστατικό. Ο ΜΚ1 αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεσή του ότι ο παραπονούμενος επισκέφθηκε το Τ.Ε.Π. Αμμοχώστου όπου ο επί καθήκοντι ιατρός διαπίστωσε ότι έφερε οίδημα στο δεξί του μάτι. Ως Τεκμήριο 2 ο ΜΚ1 κατέθεσε το έντυπο που δίδεται σε τέτοιες περιπτώσεις αυθημερόν και το οποίο συμπληρώνει ο γιατρός. Τέλος, ο ΜΚ1 κατέθεσε την κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ως Τεκμήριο 3, όταν την κατηγόρησε γραπτώς. 

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι πληροφόρησε στην αγγλική την κατηγορούμενη 2 αναφορικά με το αδίκημα το οποίο διερευνούσε καθώς αντιλήφθηκε ότι είναι αλλοδαπή και αντιλαμβάνεται και ομιλεί την αγγλική γλώσσα, ενώ ως ανέφερε, η απάντησή της και η μαρτυρία που διέθετε ήταν επαρκή για να την κατηγορήσει γραπτώς και δεν έκρινε απαραίτητο να λάβει από αυτήν κατάθεση. Ως επίσης ανέφερε, βασίστηκε στο παράπονο που έλαβε από τον παραπονούμενο για να προβεί σε διερεύνηση και καταχώρηση της υπόθεσης και δεν έλαβε κατάθεση από άλλο πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως να βρισκόταν στη σκηνή. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος εξετάστηκε αυθημερόν καθώς το Τεκμήριο 2 δίδεται στις περιπτώσεις τέτοιων καταγγελιών και ότι υπάρχουν σχετικά πρακτικά του νοσοκομείου. Ακόμα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο παραπονούμενος εξετάστηκε αυθημερόν και ότι ο ίδιος μίλησε τηλεφωνικώς με κάποιο πρόσωπο στο Νοσοκομείο αναφορικά με το συμβάν.

 

Στη συνέχεια ενώπιόν μου κατέθεσε ο κ. Α.Γ. (ο «ΜΚ2»), ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή του κατάθεση ως Τεκμήριο 4. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στον Πρωταρά στην αποβάθρα Νησιώτης βρίσκεται ελλιμενισμένο το σκάφος του και την 15.7.2019 ενώ περπατούσε προς το σκάφος του, ο κατηγορούμενος 1 τον εξύβρισε μεγαλοφώνως με τη φράση
«ππεζεβέγγη, πουστοπεζέβεγγε» αναφέροντας ότι βιντεογράφησε την κόρη του με το τηλέφωνό του, πράγμα το οποίο αρνείται να έπραξε. Ως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω κατάθεση, η κατηγορούμενη 2 τον εξύβρισε με τη φράση «παππούς ππεζεβέγγης γιατί βίντεο κόρη μου» και στη συνέχεια, ενώ αυτός έφευγε, ο κατηγορούμενος 1 τον ακολουθούσε χρησιμοποιώντας τις ίδιες φράσεις και όταν σε κάποια στιγμή γύρισε πίσω του για να κοιτάξει εάν εξακολουθούσε να τον ακολουθεί, δέχτηκε χτύπημα με το χέρι από τον κατηγορούμενο 1 στο δεξί του μάτι, το οποίο φούσκωσε και μελάνιασε.

 

Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε τους κατηγορούμενους και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τις βρισιές του κατηγορούμενου 1 άκουγε ο κόσμος όλος που βρισκόταν εκείνη την ώρα στη σκηνή. Ως ανέφερε, φοβήθηκε και επιτάχυνε το βήμα του για να φύγει ωστόσο όταν γύρισε για να κοιτάξει πίσω του, τον χτύπησε ο κατηγορούμενος 1. Τότε έτρεξε στο εστιατόριο Νησιώτης και τηλεφώνησε στην αστυνομία και του είπαν να πάει στον σταθμό για να του δώσουν συγκεκριμένο έντυπο ώστε να εξεταστεί στο Νοσοκομείο. Ο ΜΚ2 κατέθεσε σχετικές φωτογραφίες στις οποίες εμφαίνεται το ισχυριζόμενο χτύπημα ως Τεκμήρια 5(α) και 5(β) και ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε το φυλλάδιο με τις οδηγίες που του έδωσε ο γιατρός, ο οποίος του έδωσε 18 ημέρες άδεια. Σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι μετά το χτύπημα ο ίδιος έτρεχε για να σώσει τον εαυτό του και δεν πήρε κάποιο άτομο μαζί του στην αστυνομία, ότι οι ναύτες του ήταν πάνω στο πλοίο που βρισκόταν 100 μέτρα μακριά και δεν είδαν το περιστατικό, ενώ ο κόσμος ο οποίος βρισκόταν στην αποβάθρα εκείνη τη στιγμή ήταν τουρίστες και δεν πλησίασε κανένας για να τον βοηθήσει, ενώ ως χαρακτηριστικά ανέφερε, γελούσαν. Ως επίσης ανέφερε, ο ίδιος είχε φωτογραφήσει τα γραφεία και όχι την κόρη των κατηγορουμένων και η υπόθεση οδηγήθηκε στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ο οποίος δεν εντόπισε οτιδήποτε το μεμπτό.

 

Στη συνέχεια κατέθεσε ο κ. Π.Κ. (ο «ΜΚ3»), ο οποίος εργάζεται ως υπεύθυνος γραφέων στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου. Αφού εξήγησε τη διαδικασία εγγραφής στο Νοσοκομείο, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 το αρχείο της 15ης Ιουλίου 2019, περιέγραψε τα όσα αφορούν στην εγγραφή του ΜΚ2 και ανέφερε ότι ο ΜΚ2 εξετάστηκε από τον Δρ. Θ.Θ. στις 23:18 το βράδυ.

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 απάντησε σε αρκετές ερωτήσεις αναφορικά με τη διαδικασία εγγραφής ασθενή στο Νοσοκομείο και ανέφερε ότι μόνο ασθενείς με πολυτραύματα γίνονται δεκτοί στο Νοσοκομείο χωρίς να επιδείξουν στοιχεία ταυτότητας και ότι στο αρχείο έχει πρόσβαση ο ίδιος και άλλα 7 άτομα, γραφείς.

 

Στη συνέχεια ενώπιόν μου κατέθεσε ο Δρ. Θ.Θ. (ο «ΜΚ 4») ο οποίος ανέφερε ότι περί το 2019 εργαζόταν στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 2. Αφού υιοθέτησε τα όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 2, εξήγησε ότι το οίδημα είναι το φούσκωμα και μπορεί να προκληθεί από κάκωση ή από κάποιο παθολογικό αίτιο, κάποια αλλεργία ή πάθηση του οφθαλμού. Ως περαιτέρω εξήγησε, εάν το οίδημα έχει προκληθεί από κάκωση, δηλαδή χτύπημα, αυτό μπορεί να κάνει εκχυμώσεις και να μελανιάσει με την πάροδο κάποιων λεπτών ή ορών ή ακόμα και την επόμενη ημέρα. Όταν του υπεδείχθησαν τα Τεκμήρια 5(α) και (β), ο ΜΚ4 ανέφερε ότι σε αυτές φαίνεται ένα οίδημα, φούσκωμα και εκχύμωση, δηλαδή μελάνωμα.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι από τη στιγμή που επί του Τεκμηρίου 2 έγραψε ότι ο ασθενής έφερε οίδημα όταν τον εξέτασε, τότε έφερε μόνο οίδημα. Ως επίσης ανέφερε, για να εξήλθε ο ασθενής του ΤΑΕΠ, τότε αυτό σημαίνει ότι ο τραυματισμός, παρότι τραυματισμός, δεν ήταν σοβαρός. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι η λήψη και εγγραφή των στοιχείων του ασθενούς δεν είναι καθήκον δικό του, όπως ούτε και το να ζητήσει την ταυτότητα του ασθενούς, καθώς ο ιατρός που εξετάζει λαμβάνει το έντυπο από τους γραφείς, στο οποίο είναι συμπληρωμένα τα στοιχεία των ασθενών.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

 

Ο 1ος κατηγορούμενος υιοθέτησε ανώμοτη γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η βάση και ο ελλιμενισμός των σκαφών του είναι στην αποβάθρα Νησιώτης στον Πρωταρά και γνωρίζει τον ΜΚ2 εδώ και 23 χρόνια εφόσον ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Ως αναφέρει στην ανώμοτη του δήλωση, ο ίδιος έτυχε να είναι μάρτυρας σε ποινική υπόθεση εναντίον του ΜΚ1 η οποία αφορούσε στο αδίκημα της κλοπής και εν τέλει αποσύρθηκε. Μετά από αυτό το συμβάν, ως αναφέρει ο κατηγορούμενος 1, ο ΜΚ2 σταμάτησε να του μιλά και του ανέφερε ότι θα «πληρώσει» αυτό που του έκανε. Ο κατηγορούμενος 1 επίσης αναφέρει στην ανώμοτη του δήλωση ότι ο ΜΚ2 τον βλέπει ανταγωνιστικά λόγω του κοινού επαγγέλματός τους και ότι συχνά προβαίνει σε αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ως επίσης αναφέρει ο κατηγορούμενος 1 στην ανώμοτη του δήλωση, ο ΜΚ2 είχε αναρτήσει βίντεο και φωτογραφίες σε προσωπικό του λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου φαινόταν η θυγατέρα του και για το θέμα αυτό απέστειλε σχετική επιστολή στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αλλά η εικόνα ήταν θολή και η διαδικασία δεν προχώρησε. Όταν παραπονέθηκαν με την κατηγορούμενη 2 στον ΜΚ2 για το εν λόγω βίντεο, αυτός θύμωσε και τους απάντησε ότι θα τον καταγγείλει πρώτος. Το πρωί της επόμενης ημέρας, ως αναφέρει, τον επισκέφθηκαν δύο αστυνομικοί και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο τμήμα αναφορικά με αναφερόμενο περιστατικό που έλαβε χώρα το προηγούμενο βράδυ, πράγμα το οποίο τον εξέπληξε. Τέλος, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει στην δήλωσή του ότι τα γραφεία που βρίσκονται στην αποβάθρα ήταν ανοιχτά και βρίσκονται 10 – 15 μέτρα από το μέρος όπου έλαβε χώρα το ισχυριζόμενο συμβάν και ότι υπήρχαν και κύπριοι τουρίστες στη σκηνή, καθώς επίσης και οι ναύτες του παραπονούμενου. Ανέφερε επίσης ότι πολύς κόσμος υπήρχε μέσα και έξω από το εστιατόριο «Νησιώτης».

 

Η 2η κατηγορούμενη επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής.

 

Τέλος, η υπεράσπιση κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης, τον Ι.Α., Αστυνόμο Β, Υπεύθυνο Λ&Ν Αστυνομίας Αμμοχώστου (ο «ΜΥ1») ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 επιστολή του ημερ. 19.5.2022 προς τον συνήγορο υπεράσπισης, με την οποία πληροφορεί τον τελευταίο ότι στις 15.7.2019 το ακτοπλοϊκό σκάφος με την ονομασία «NAPA KING» πλοηγείτο από τον Α.Γ. και διενήργησε δύο πλοές. Η πρώτη πλοά διεξήχθη μεταξύ των ωρών 11:00 – 14:00 και η δεύτερη μεταξύ των ωρών 14:00 – 17:30.

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η διαδικασία μετά την ολοκλήρωση της αποβίβασης διαρκεί περίπου 10 – 15 λεπτά.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[1]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[2] Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια του μάρτυρα, τη μνήμη, τη φυσικότητα, την ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων του, καθώς επίσης και τη λογική ακολουθία των πραγμάτων.[3]

 

Η αξιολόγηση της φιλαλήθειας κάποιου μάρτυρα συναρτάται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, υποβληθείσας στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας, αλλά και από τη διεργασία αντιπαραβολής της εν λόγω μαρτυρίας με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Συναρτάται επίσης  από την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια.[4] Επουσιώδεις αντιφάσεις, δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, ειδικά σε σχέση με μαρτυρία η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική.[5] Ακόμα, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ είναι επιτρεπτή η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6]

 

Αναφορικά με τον ΜΚ1, για τους λόγους που θα επεξηγήσω στη συνέχεια, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάξω τα συμπεράσματά μου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν έλαβε καταθέσεις από τους κατηγορουμένους και ότι για την καταχώριση της υπόθεσης στηρίχθηκε αποκλειστικώς στην κατάθεση του ΜΚ2, την οποία ο ίδιος έκρινε επαρκή. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν ρίχνει φως στις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις του ΜΚ2 με την υπεράσπιση και αφήνει το Δικαστήριο να προβεί σε συμπεράσματα, βασιζόμενο αποκλειστικώς επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν του. Παρά ταύτα, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία, ούτε αναδύθηκε από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ότι πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος είχε αλλότριο σκοπό ή κίνητρο για να καταθέσει ή ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μεταφέρει αναλήθειες, καθώς ο ΜΚ1 απαντούσε με σταθερότητα, φυσικότητα και τυπικότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.[7]

 

Αναφορικά με τον ΜΚ2, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και κρίνω ότι μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο ΜΚ2 απαντούσε με ευθύτητα, φυσικότητα και αυθορμητισμό και οι θέσεις που παρουσίασε στο Δικαστήριο τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του, όσο και κατά την αντεξέτασή του συνήδαν μεταξύ τους, όπως και με τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) και σε κανένα σημείο δεν εντόπισα ουσιώδη αντίφαση έτσι ώστε να κλονιστεί η αξιοπιστία του.

 

Ο ΜΚ2 απαντούσε με αυθορμητισμό στις υποβολές και στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν κατά την αντεξέταση. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι εάν ο κατηγορούμενος 1 του ζητούσε συγγνώμη που φώναζε στους ασυρμάτους θα είχε αποσύρει την καταγγελία του. Ούτε και το ότι αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αναφέρθηκε σε κατ’ ισχυρισμό περιστατικά του παρελθόντος όπου ο κατηγορούμενος 1 τον εξύβριζε μέσω ασυρμάτων. Συνεπώς, από εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας, αυτό το οποίο αναδύεται είναι ότι ο ΜΚ2 ήταν πρόθυμος να αποσύρει την καταγγελία του, εάν ο 1ος κατηγορούμενος του ζητούσε συγγνώμη και για τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά του παρελθόντος. Ζήτημα το οποίο δεν αφορά την παρούσα διαδικασία και δεν πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Για ό,τι ενδιαφέρει σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει «μεγαλοφώνως» στην αποβάθρα Νησιώτης.

 

Υπεβλήθη στον ΜΚ2 ότι υπέβαλε εκδικητικά το παράπονό του καθώς ο 1ος κατηγορούμενος επρόκειτο να καταθέσει εναντίον του σε προγενέστερη υπόθεση στην οποία ο ίδιος ήταν κατηγορούμενος, με τον ΜΚ2 να απαντά ότι η εν λόγω υπόθεση αποσύρθηκε και ότι βασιζόταν σε ψεύτικη καταγγελία. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν κάνει την ίδια δουλειά με τους κατηγορουμένους, εφόσον αυτός εξυπηρετεί την Coca Cola. Στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας φαίνεται ότι ο παραπονούμενος και οι κατηγορούμενοι δεν έχουν καλές σχέσεις. Ωστόσο ούτε το γεγονός αυτό, ούτε η προσκομισθείσα μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι ο ΜΚ2 κατασκεύασε την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αυτοτραυματίστηκε, ως η υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς επίσης και του ότι τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης.

 

Σε σχέση με τα Τεκμήρια 5(α) και 5(β), ήτοι τις φωτογραφίες που παρουσίασε ο ΜΚ2, πρόκειται για φωτογραφίες που απεικονίζουν ένα πρόσωπο με μελάνωμα και συγκεκριμένα το πρόσωπο του ΜΚ2. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, φωτογραφίες μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία είτε για την αλήθεια του περιεχομένου τους, είτε ως πρωτογενής μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος της γένεσής τους, είτε ως περιγραφική της σκηνής του εγκλήματος. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να είναι προσεκτικό κατά την αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα.[8]  

Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι τράβηξε μόνος με το κινητό του τηλέφωνο τις συγκεκριμένες φωτογραφίες όταν πήγε στο Νοσοκομείο στις 15.7.2019. Κρίνω σκόπιμο να αντιπαραβάλω τα ανωτέρω με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ4 στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή σε περίπτωση που το οίδημα έχει προκληθεί από χτύπημα, αυτό μπορεί να κάνει εκχυμώσεις και να μελανιάσει με την πάροδο κάποιων λεπτών ή ορών ή ακόμα και την επόμενη ημέρα. Δεν μου διαφεύγει ότι στο Τεκμήριο 2 γίνεται αναφορά μόνο σε οίδημα. Παρατηρώ ακόμα ότι στις φωτογραφίες αυτές δεν εμφαίνεται η ημερομηνία και η ώρα λήψης τους. Αξιολογώντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, καταλήγω ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν συνιστούν ασφαλές υπόβαθρο το οποίο θα οδηγήσει το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Το κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα αδικήματα τα οποία προσάπτονται στους κατηγορουμένους στην κρινόμενη περίπτωση, αποτελεί ζήτημα που άπτεται της αξιοπιστίας των μαρτύρων.

 

Περαιτέρω, αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 με την μαρτυρία του ΜΥ1 αλλά και εξετάζοντας την όλη μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, δεν καταλήγω ότι το γεγονός ότι η τελευταία πλοά του σκάφους του ΜΚ2 έγινε κάποιες ώρες πριν από το ισχυριζόμενο συμβάν, οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο ΜΚ2 ψεύδεται ή αντιφάσκει, ως η εισήγηση της υπεράσπισης. Η θέση την οποία προέβαλε ο ΜΚ2 ήταν ότι στην αποβάθρα βρίσκονταν κυρίως αλλοδαποί τουρίστες εφόσον σύμφωνα με την πείρα του, από το δικό του σκάφος είχαν κατέβει 140 άτομα ρωσικής καταγωγής, θέση η οποία δεν κρίνω ότι συνιστά ουσιώδη αντίφαση ώστε να πλήξει την αξιοπιστία του, λαμβανομένου υπόψη του ότι το συμβάν έλαβε χώρα πριν από 3 χρόνια περίπου.[9]

 

Είναι επίσης η θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 περιέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση ως προς τον χώρο όπου έλαβε χώρα το ισχυριζόμενο συμβάν. Ωστόσο, εξετάζοντας την όλη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, δεν κρίνω ότι ο ΜΚ2 υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση σε σχέση με το θέμα αυτό. Ούτε και εντόπισα οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις θέσεις των γραφείων του ΜΚ2 και των κατηγορουμένων, ούτε αναφορικά με το κατά πόσο ο ΜΚ2 πέρασε μπροστά από το γραφείο των κατηγορουμένων. Ως γνωστό, το Δικαστήριο δεν βασίζεται σε εικασίες, αλλά στη μαρτυρία που τίθεται ενώπιόν του. Εν πάση περιπτώσει, σε καμία περίπτωση το απόσπασμα της σελ. 13 το οποίο επικαλείται ο κ. Γιάγκου στη γραπτή του αγόρευση δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο ΜΚ2 αντέφασκε σε σχέση με τη διαδρομή που ακολούθησε.

 

Ο ΜΚ3 μου έκανε θετική εντύπωση και έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο ήρθε για να πει την αλήθεια. Ήταν τυπικός μάρτυρας και απαντούσε με σταθερότητα και με βάση τα όσα γνώριζε ενόψει των καθηκόντων του. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ούτε και διαφάνηκε μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας να είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ερχόμενος στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 το οποίο κατέθεσε ο ΜΚ3, πρόκειται για έγγραφο δημόσιου Νοσοκομείου και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δημιουργεί την οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ορθότητα των στοιχείων που καταγράφονται στο συγκεκριμένο έντυπο. Άλλωστε ο ΜΚ3 ήταν κάθετος στο ότι μόνο πρόσωπα που προσέρχονται στο Νοσοκομείο με πολυτραύματα εξαιρούνται της υποχρέωσης προσκόμισης στοιχείων ταυτότητας. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να καλέσει και τον γραφέα που έλαβε τα στοιχεία του ΜΚ2, ως η εισήγηση της υπεράσπισης. Συνεπώς κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΚ3 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.

 

Ο ΜΚ4 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση. Ήταν τυπικός μάρτυρας και απαντούσε με σταθερότητα και φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν, περιοριζόμενος στα καθήκοντα του. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και συνάφεια και έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο ήρθε για να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε και διαφάνηκε μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας να είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ερχόμενος στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Το δε γεγονός ότι ως Ιατρός δεν ήταν σε θέση να θυμάται ότι προ 3 ετών εξέτασε τον ΜΚ2 και το ότι δεν ταυτοποίησε τον ΜΚ2, δεν κρίνω ότι συνιστά λόγο ο οποίος να πλήττει την αξιοπιστία του. Ούτε και εντοπίζω, αντιπαραβάλλοντας και εξετάζοντας το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία του ΜΚ4 έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του ΜΚ2.

 

Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 το οποίο κατέθεσε ο ΜΚ1 και στο οποίο γίνεται αναφορά στη γραπτή αγόρευση της υπεράσπισης, ως προκύπτει και από το περιεχόμενό του, πρόκειται για το έντυπο που δίδεται από την αστυνομία για σκοπούς ιατρικής εξέτασης. Στο έντυπο αυτό αναγράφεται η ημερομηνία κατά την οποία ο καταγγέλλων το περιστατικό υπέβαλε το παράπονό του ισχυριζόμενος ότι τραυματίστηκε, καθώς επίσης και η αναφορά του ιατρού που εξέτασε τον παραπονούμενο. Δεν κρίνω ότι το γεγονός ότι το Τεκμήριο 2 δεν φέρει ημερομηνία εξέτασης, πλήττει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ΜΚ4. Σχετικό δε είναι το Τεκμήριο 7, όπου αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι ο ΜΚ2 εγγράφηκε στο Τ.Α.Ε.Π. την 15.7.19 ώρα 20:59 με αναφορά «αναφερόμενος ξυλοδαρμός, οίδημα σε οφθαλμική χωρα» και το οποίο αναγράφει την ώρα και ημερομηνία εξέτασης του ΜΚ2. Συνεπώς κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΚ4 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.

 

Ο 1ος κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να μην υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης, ως ήταν άλλωστε δικαίωμά του κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης και σε καμία περίπτωση αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη εναντίον του. Αναφορικά με την αξιολόγηση μιας τέτοιας δήλωσης, παραπέμπω στην Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 22.

Ως υποστηρίζει η σχετική νομολογία, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος ή φόρμουλα προσέγγισης της ανώμοτης δήλωσης κατηγορουμένου και τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της υπόθεσης και το τι προβάλλει ο κατηγορούμενος.[10] Η ανώμοτη δήλωση δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται στη βάσανο της αντεξέτασης, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι μάλλον πειστική  παρά αποδεικτική, εφόσον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός, το οποίο αποδεικνύεται με άλλη μαρτυρία, ούτε και να αντικρούσει μαρτυρία η οποία ήδη κρίθηκε ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο.[11] Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να είναι βοηθητική για το Δικαστήριο, ως προς την εξαγωγή των συμπερασμάτων του.

 

Τούτων λεχθέντων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν αντεξετάσθηκε, έτσι ώστε να διαφανεί μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης η φιλαλήθειά του, καθώς επίσης και του ότι έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ2, η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψη μέσα στο σύνολο της όλης υπόθεσης, χωρίς να αποδίδεται σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, πράγμα το οποίο βεβαίως δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από την υποχρέωση να αποσείσει το βάρος αποδείξεως που φέρει κατά κανόνα.

 

Στη βάση των πιο πάνω, προχωρώ και στην ουσία του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου. Καταρχάς σημειώνω ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 προσκόμισε την κλήση μάρτυρος στην ποινική υπόθεση που είχε κληθεί να καταθέσει εναντίον του ΜΚ2, δεν προσθέτει οτιδήποτε πέραν των όσων έχουν αξιολογηθεί από το Δικαστήριο, εφόσον ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι πράγματι ο 1ος κατηγορούμενος είχε κλητευθεί να καταθέσει εναντίον του και το Δικαστήριο κατέληξε ότι το γεγονός αυτό δεν ανέδειξε  ότι ο ΜΚ2 κατέθεσε ψευδώς ή με αλλότριο σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και η ανάρτηση του ΜΚ2 στην οποία αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος προσθέτει οποιοδήποτε επιπρόσθετο στοιχείο, εφόσον πρόκειται για ανάρτηση του ΜΚ2 στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία απευθύνεται προς τις αρμόδιες αρχές για κάποια κατ’ ισχυρισμό του παρανομία.

 

Σε σχέση με την επιλογή της 2ης κατηγορουμένης να τηρήσει σιωπή αφότου κλήθηκε σε απολογία, αυτή σε καμιά περίπτωση δεν οδηγεί το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών συμπερασμάτων, αφής στιγμής το τεκμήριο της αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνεπακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Το βάρος αποδείξεως ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εξακολουθεί να βαραίνει την κατηγορούσα αρχή.[12]

 

Αναφορικά με τον ΜΥ1, μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε για να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ήταν τυπικός μάρτυρας και απαντούσε με σταθερότητα στις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ούτε και διαφάνηκε μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας να είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ερχόμενος στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Συνεπώς κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.

 

ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

 

Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι συνήγοροι των δύο πλευρών προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και διευκρίνισαν προφορικά ορισμένα ζητήματα. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των εν λόγω αγορεύσεων και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο.[13]

 

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Με βάση την εξέταση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:

 

-       Την 15.7.2019 την 20:20 στην αποβάθρα Νησιώτης στον Πρωταρά, ενώ ο ΜΚ2 πήγαινε προς το σκάφος του, οι κατηγορούμενοι άρχισαν να φωνάζουν προς το μέρος του.

 

-       Ο 1ος κατηγορούμενος φώναζε στον ΜΚ2 «ππεζεβέγκη, ππουστοπεζέβεγκε» και η 2η κατηγορούμενη του φώναξε «παππούς ππεζεβέγκης».

 

-       Ενώ ο ΜΚ2 έφευγε, ο 1ος κατηγορούμενος τον ακολούθησε και προς το τέλος της αποβάθρας, όταν ο ΜΚ2 γύρισε πίσω του, του χτύπησε στο δεξί μάτι.

 

-       Αμέσως μετά το χτύπημα ο ΜΚ2 πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, από όπου έλαβε έντυπο για να εξεταστεί στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου.

 

-       Ο ΜΚ2 πήγε στο ΤΑΕΠ όπου αφότου έκανε εγγραφή με βάση τη συνήθη διαδικασία και εξετάστηκε από τον ΜΚ4, ο οποίος στην ιατρική του αναφορά κατέγραψε ότι έφερε οίδημα στην οφθαλμική χώρα.

 

-       Ο ΜΚ2 μετέβη εκ νέου στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου όπου παρέδωσε το έντυπο που του είχε δοθεί προηγουμένως (Τεκμήριο 2) και έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 4).

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ

 

Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων σε δίκαιη καθότι δεν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από αυτούς, με αποτέλεσμα να μην καταθέσουν κατά το στάδιο της διερεύνησης τη δική τους εκδοχή και να παραπέμψουν τις ανακριτικές αρχές σε μάρτυρες ή και γνώστες των γεγονότων, που θα ήταν σε θέση να διαφωτίσουν το έργο της αστυνομίας σε όλες τις ουσιώδεις πτυχές του. Μάλιστα, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η παράλειψη αυτή ήταν στοχευμένη και ότι οι αστυνομικές αρχές ενήργησαν μεροληπτικά υπέρ του παραπονούμενου. Επί του θέματος αυτού έχω τοποθετηθεί ανωτέρω.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε επίσης στην απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού Δημοκρατία ν. ΧΧΧΧ Έλληνα κ.α. Αρ. Υπόθεσης 2282/16 ημερ.15.5.2019, εισηγούμενος ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα περίπτωση. Στην περίπτωση εκείνη, το Κακουργιοδικείο είχε απορρίψει την υπόθεση στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, αναφερόμενο στο ότι, υπό τις περιστάσεις, οι παραλείψεις των ανακριτικών αρχών, κατά το στάδιο που οι κατηγορούμενοι ήταν ύποπτοι, είχαν άμεσο αντίκτυπο στην παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς δεν τέθηκε ενώπιόν του ολοκληρωμένα η εικόνα των πραγμάτων, ενώ οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν τις κατηγορίες εξαρχής ώστε να παρουσιάσουν στις ανακριτικές αρχές οποιαδήποτε στοιχεία προς υπεράσπιση τους και στη συνέχεια τα στοιχεία αυτά να τύχουν της δέουσας διερεύνησης. Ως επίσης ανέφερε το Δικαστήριο, επρόκειτο για ιδιαίτερα σημαντική παράλειψη, σε μία πολύπλοκη υπόθεση μέσα στο πλαίσιο της οποίας ηγέρθησαν σωρεία θεμάτων οικονομικής υφής.

 

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30(3) του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και η προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών συναρτάται με τη διασφάλιση των εχεγγύων που εξασφαλίζονται στον ενδιαφερόμενο κατά τη διεξαγωγή της δίκης.[14]

 

Εν πρώτοις, διαπιστώνω ότι ως ορθά υπέδειξε η υπεράσπιση, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων.[15]

 

Το εγειρόμενο ζήτημα ξεκαθαρίζει κατά την κρίση μου η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην xxx Αχιλλέως v Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 327/2018, ECLI:CY:AD:2020:B325 ημερ. 29.9.2020, μέσα στο πλαίσιο της οποίας ο Εφεσείων προέβαλε όμοιο λόγο έφεσης και αναφέρθησαν τα ακόλουθα:

 

«Η παράλειψη εξέτασης ουσιώδους στοιχείου της υπόθεσης υπό των Ανακριτικών Αρχών, δηλαδή στοιχείου που είναι ουσιώδες ή απαραίτητο για να κριθεί η αξιοπιστία κάποιων μαρτύρων, μπορεί να οδηγήσει ένα Δικαστήριο στο συμπέρασμα μη επαρκούς απόδειξης της υπόθεσης ή ότι ο Κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (βλ. Κίτα (Αλ Καπόνε) ν. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 209 και Αχιλλέως κ.α. ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 632).  Στην Κάππελος ν. Αστυνομία (2007) 2 Α.Α.Δ. 241 παραμερίστηκε από το Εφετείο η καταδίκη διότι δεν εξετάστηκε η πλαστική σακούλα όπου ευρίσκοντο τα ναρκωτικά, για γενετικό υλικό.  Η παράλειψη αυτή συνοδευόμενη από ορισμένες άλλες παραλείψεις, δημιούργησε, κατά το Εφετείο, ερωτηματικά ως προς την ενοχή του Κατηγορουμένου.  Βέβαια, η τελική αξιολόγηση των όποιων παραλείψεων των Ανακριτικών Αρχών επαφίεται στο Δικαστήριο, το οποίο εξετάζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B229, Ποιν. Εφ. Αρ. 208/2015, ημερ. 12.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:B229).

 

Εξετάσαμε με προσοχή το παράπονο του Εφεσείοντα και δεν συμφωνούμε μαζί του ότι οι πιο πάνω παραλείψεις αποστέρησαν απ'  αυτόν οτιδήποτε που αφορούσε στο δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη.  Όπως πολύ ορθά παρατήρησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο σχετικά με το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης οποιεσδήποτε πληροφορίες/μαρτυρία ή οτιδήποτε σχετικό υπήρχε σ' αυτό σχετικά με επικοινωνίες με το κινητό τηλέφωνο του Εφεσείοντα υπήρχαν και στο κινητό τηλέφωνο του Εφεσείοντα.  Αυτό δεν αμφισβητήθηκε πρωτόδικα και δεν αμφισβητήθηκε ούτε και ενώπιον μας σοβαρά.  Συνεπώς, μπορούσε, εάν υπήρχαν στοιχεία βοηθητικά γι΄ αυτόν να παρουσιάσει την δική του συσκευή κινητού τηλεφώνου.  Δεν το έπραξε.  Ο δε ισχυρισμός του ότι κάλεσε στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, μετά από αναπάντητη κλήση που είχε ο ίδιος από αυτήν,  ουδέποτε το ανέφερε στις καταθέσεις του, ουδέποτε το αποκάλυψε στην Αστυνομία  και ουδέποτε ζήτησε διερεύνηση τέτοιου θέματος.  Συναφώς, δεν μπορεί τώρα εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης».

 

Διαφωτιστικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ. 23/2013 ημερ. 22.5.2014, μέσα στο πλαίσιο της οποίας ηγέρθη ως λόγος έφεσης η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, λόγω παραλείψεων των ανακριτικών αρχών:

 

«Δεν διαφωνούμε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (Panovits ανωτέρω) και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος, ανωτέρω).  Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri and Others v. Italy (2004) Crim. L.R. 846) και, το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP (2001) 2 Cr. App.R.23)».

 

Αξίζει να υπομνησθεί η παγίως καθιερωμένη η αρχή του δικαιϊκού μας συστήματος, ότι κάθε υπόθεση κρίνεται βάσει των ειδικών περιστατικών της. Αντλώντας καθοδήγηση από τις ανωτέρω νομικές αρχές, για τους λόγους που εξηγώ, καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις, το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη δεν παραβιάστηκε.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, υπεβλήθη η καταγγελία από τον ΜΚ2 και η αστυνομία προώθησε την υπόθεση βάσει του εν λόγω παραπόνου, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση ή να λάβει καταθέσεις από τους κατηγορουμένους, εφόσον δεν θεωρήθηκε αναγκαίο από τον ανακριτή όπως αυτοί ανακριθούν ως ύποπτοι. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 155, οποιοσδήποτε αστυνομικός «δύναται» να διεξάγει ανάκριση σε σχέση με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Οι δε δικαστικοί κανόνες, δεν είναι δεσμευτικοί.[16]

 

Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι πρόκειται για υπόθεση η οποία βάσει των ειδικών περιστατικών της, είναι δυνατό να αποφασισθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι δεν πρόκειται για τέτοια περίπλοκη υπόθεση, μέσα στο πλαίσιο της οποίας η μη λήψη καταθέσεων από τους κατηγορουμένους επέφερε καταλυτικό αντίκτυπο ως προς την παρουσίαση της. Οι κατηγορούμενοι κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας είχαν το δικαίωμα να ακουστούν και να προβάλουν την υπεράσπισή τους, αλλά και να προσκομίσουν στο Δικαστήριο μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεών τους. Προέβαλαν την υπεράσπισή τους κατά τον τρόπο που αυτοί επέλεξαν και έκριναν ορθό και σε καμία περίπτωση δεν τους αποστερήθηκε το οποιοδήποτε δικαίωμα, πράγμα το οποίο ασφαλώς αντικατοπτρίζεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Ούτε και διαφάνηκε μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας οι κατηγορούμενοι να τέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από την κατηγορούσα αρχή.

 

Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη δεν παραβιάσθηκε και ότι η υπεράσπιση δεν επηρεάστηκε δυσμενώς εξαιτίας αυτής της παράλειψης του ανακριτή. Με παρόμοιο τρόπο προσεγγίσθηκε το ζήτημα από το Κακουργιοδικείο στην Δημοκρατία ν. Μπουλούτα κ.α. αρ. υποθ. 23648/15 ημερ. 12.10.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Θεωρούμε πως η μη λήψη καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους 1 και 4 δεν αφήνει οποιοδήποτε κενό στο ανακριτικό έργο εφόσον μέσα από το υπόλοιπο υλικό προέκυπτε σαφώς η εμπλοκή και οι απόψεις του καθενός εξ αυτών ως προς το υπό εξέταση ζήτημα. Πέραν του ότι δεν υπήρχε υποχρέωση λήψης καταθέσεων, δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων 1-4 εφόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα να εκδικαστούν και να προβάλουν την υπεράσπιση και όλους τους δικούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια της δίκης».

 

Τέλος, παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 26.10.2022, Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 184/2021, η οποία ευθυγραμμίζεται απόλυτα με το πιο πάνω σκεπτικό σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα.

 

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θα προχωρήσω σε εξέταση της νομικής πτυχής αναφορικά με τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες.

 

ΒΑΡΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ

 

Ο γενικός και βασικός κανόνας του δικαίου της απόδειξης είναι ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[17] Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν είναι επιτρεπτές. Επίσης, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[18] Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[19]  Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[20]

 

Περαιτέρω, ως είναι νομολογημένο, δεν αποτελεί υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[21]

 

ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

 

Το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί τα εξής:

 

«Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».

 

Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α)       επίθεση εναντίον άλλου προσώπου και

 

(β)       πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συνεπεία της εν λόγω επίθεσης, στο πρόσωπο αυτό.

 

Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.[22]  Όπως λέχθηκε στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574  η νομοθετική πρόνοια δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας και απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Υπό αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος μπορεί να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[23]

 

Eπίθεση μπορεί να διαπραχθεί επίσης χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα και δεν απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα, ενώ μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με ένα απλό άγγιγμα.[24]

 

Περαιτέρω, δεν είναι αναγκαίο η βλάβη να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην Georghiades vPolice (1985) 2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243.

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει διαπραχθεί εφόσον με βάση τα ευρήματά μου ο 1ος κατηγορούμενος επιτέθηκε στον ΜΚ2, χτυπώντας τον και προκαλώντας του οίδημα.

 

Το αδίκημα που αφορά η 2η κατηγορία πηγάζει από το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, που προνοεί τα εξής:

 

«Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών».

 

Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α)        Ο κατηγορούμενος χωρίς εύλογη αιτία να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,

 

(β)        Σε δημόσιο χώρο,

 

(γ)        Με τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.

           

Σύμφωνα με το αρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η έννοια «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.[25] Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, η «δημόσια διάβαση» καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό.

 

Το κριτήριο για το αδίκημα της ανησυχίας είναι αντικειμενικό και κρίνεται βάσει των ειδικών περιστατικών της υπόθεσης.[26]

 

Εν προκειμένω, η αποβάθρα Νησιώτης στον Πρωταρά συνιστά πολυσύχναστο δημόσιο χώρο, όπου το κοινό έχει ελεύθερη πρόσβαση.[27] Ο 1ος κατηγορούμενος στον συγκεκριμένο χώρο προκάλεσε αναμφίβολα ταραχή με το να φωνάζει προς το μέρος του ΜΚ2. Τα όσα αναφέρθηκαν από τον 1ο κατηγορούμενο στην ανώμοτη του δήλωση ως προς τα γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί μεταξύ των κατηγορουμένων και του ΜΚ2, δεν συνιστούν, κατά την κρίση μου, εύλογη αιτία πρόκλησης του θορύβου. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της 2ης κατηγορίας.

 

Το αδίκημα της 3ης και 4ης κατηγορίας ποινικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο προνοεί προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».

 

Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α)       Ο κατηγορούμενος να εξυβρίζει άλλο πρόσωπο,

 

(β)       σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, και

 

(γ)       με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Ως προς το τι συνιστά «δημόσιο χώρο», σχετικά είναι τα όσα αναγράφονται ανωτέρω.

 

Σε σχέση με το τι συνιστά εξύβριση, ο Ποινικός Κώδικας δεν το καθορίζει. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, το κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό και αποφασίζεται από το Δικαστήριο, στη βάση των ειδικών περιστατικών της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.[28] Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και ως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 ALL ER 1297:

 

«An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».

 

Στις λέξεις που εκστομίζονται αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό το ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει μαρτυρία ειδικού για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική.[29] Περαιτέρω, η ακριβής λεκτική απόδοση της φράσης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι ουσιώδους σημασίας, καθώς αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η συγκεκριμένη φράση να εκληφθεί ως υβριστική, εφόσον χρησιμοποιήθηκε υπό συνθήκες αντιπαράθεσης.[30]

 

Σχετικά παραπέμπω επίσης στις Γεώργιος Λουκαϊδης ν Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 36/2014 ημερ. 9.12.2014 και  Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.

 

Στη βάση των ευρημάτων μου καταλήγω ότι το αδίκημα της εξύβρισης στοιχειοθετήθηκε καθότι πρώτον, τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν στην αποβάθρα Νησιώτης στον Πρωταρά, δηλαδή σε δημόσιο χώρο όπου είχε πρόσβαση οποιοδήποτε πρόσωπο και δεύτερον, οι φράσεις που εκστόμισαν οι κατηγορούμενοι προς τον ΜΚ2 δημιούργησαν το ενδεχόμενο να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο, ενώ επρόκειτο για φρασεολογία ξεκάθαρα υβριστική και αγενή, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της και οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. 

 

 

Υπ.)..........................................

                                                                                                              Χρ. Ππεκρή, Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 & Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016.

 

[2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[3] Φωτίου ν. Ζένιου Πολ. Εφ. αρ. 31/2009, ημερ. 10.7.2018 & Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275).

 

[4] Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α(2002) 1 ΑΑΔ 661.

 

[5] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304 & Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 166.

 

[6] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454 & Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391.

 

[7] Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266.

 

[8] Βλ. Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 706 και Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά (2003) 2 ΑΑΔ 298.

 

[9] Ιωσηφίδη ν Αστυνομίας, Π.Ε. 243/12 ημερ. 2.5.2014 και Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, 268.

[10] Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016.

 

[11] Σάββας Πλαστήρα Ιωάννου και Χρίστος Σάββα Συμιανός ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195, Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 397, Ονησίφορος Κολίας ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 106/2015 κ.α. ημερ. 17.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:B236.

[12] Charalambous v. The Republic, (1985) 2 C.L.97.

 

[13] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238.

[14] Αστυνομία ν. Άκη Φάντη και Άλλων (1994) 2 ΑΑΔ 160 & Σιακόλας Nίκος ν. Federal Bank of Lebanon (SAL) (1998) 1 ΑΑΔ 1338.

 

[15] Panovits v. Cyprus Αίτηση αρ. 4268/04, απόφαση ΕΔΑΔ ημερ.11.12.2008.

[16] Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 556.

[17] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[18] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[19] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[20] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[21] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

[22] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788.

[23] R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.

[24] RvRolphe [1953] 36 CrAppR.4.

[25] Βλ. άρθρο 4 του Κεφ.154 και υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.

 

[26] Ηροδότου ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[27] Ντζιάν Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1.

[28] Αχιλλέως v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98.

 

[29] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα (1999) 2 Α.Α.Δ.503.

 

[30] Bolster ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 89.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο