Δημοκρατία ν. Μ. Α., Αρ. Υπόθεσης 1280/24, 31/7/2025
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Μ. Α., Αρ. Υπόθεσης 1280/24, 31/7/2025

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ:      Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

                           Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

                           Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης 1280/24

 

Δημοκρατία

 

ν.

 

  Μ. Α.

Κατηγορούμενος

 

31 Ιουλίου 2025

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αδάμος Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικολάου

Κατηγορούμενος παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος σε έξι συνολικά κατηγορίες, ως ακολούθως:

 

  • Απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και του άρθρου 5(α) του περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου, Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορία 1),
  • Άσκηση ψυχολογικής βίας κατά γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορία 4),
  • Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορίες 6 και 7),
  • Μεταφορά μαχαιριού εκτός οικίας κατά παράβαση του άρθρου 82(1) του Κεφ. 154 (κατηγορία 10) και
  • Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ. 154 (κατηγορία 11).

 

Περαιτέρω κρίθηκε επίσης ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε άλλες τέσσερις κατηγορίες που αφορούν:

 

  • το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/21 (κατηγορία 3),
  • το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορίες 8 και 9) και
  • το αδίκημα της παρενόχλησης κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 και του άρθρου 5(α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορία 5).

 

Α. Γεγονότα

 

Τα γεγονότα σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 4, 6-7 και 10-11 (συμπεριλαμβανομένων) εμφαίνονται στην τελική απόφαση ημερ. 18.07.25 ενώ ως λέχθηκε από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, από την απόφαση προκύπτουν και τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος, ήτοι τις κατηγορίες 3, 5, 8 και 9. Εν σχέσει με τα γεγονότα σημειώνουμε πως ένεκα του ότι ακριβώς εμπεριέχονται στην προαναφερθείσα απόφαση μας, δεν προτιθέμεθα να τα επαναλάβουμε στο σύνολο τους.

 

Αρκούμαστε να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Παραπονούμενη διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον Κατηγορούμενο για κάποιο διάστημα ο οποίος στη συνέχεια διακόπηκε, με τον Κατηγορούμενο ωστόσο να συνεχίζει να ζηλεύει την Παραπονούμενη. Ζήλια η οποία ήταν η αιτία των μεταξύ τους διαφορών αφού ο Κατηγορούμενος απειλούσε το παιδί της, προκαλούσε διάφορες ζημιές στο όχημα της, ενεπλάκησαν μέλη της οικογένειας της, μέχρι του σημείου που ο αδελφός της περί τον Αύγουστο του 2023 επέφερε τον θάνατο του αδελφού του Κατηγορούμενου. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο τους εξακολουθούσαν να έχουν κάποια επικοινωνία ένεκα τύψεων που ένιωθε η Παραπονούμενη λόγω της πρόκλησης του θανάτου του αδελφού του Κατηγορούμενου από τον αδελφό της, αλλά και επειδή ήλπιζε να αποζημιωθεί από τον Κατηγορούμενο για τις ζημιές που της είχε προκαλέσει στο όχημα  της. 

 

Την 28.2.24 το απόγευμα, η Παραπονούμενη συναντήθηκε με τον Μ.Κ.5 (φίλο της), καθώς και δύο φίλες του τελευταίου και έκαναν βόλτες με το όχημα του αφού προηγουμένως η ίδια είχε αφήσει το όχημα της στα Λιβάδια. Τη δεδομένη μέρα και πριν ακόμα συναντηθεί με τον Μ.Κ.5, ο Κατηγορούμενος είχε αρχίσει να αποστέλλει στην Παραπονούμενη ενοχλητικά και απειλητικά μηνύματα στην εφαρμογή Signal, μηνύματα τα οποία συνεχίστηκαν μέχρι και τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 29.02.24 και των οποίων η ρύθμιση στο κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου ήταν τέτοια, ώστε να διαγράφονται αυτόματα σε κάποια δευτερόλεπτα. Δέον να σημειωθεί πως μεταξύ των μηνυμάτων που της απέστελλε, παρεμβάλλονταν και επανειλημμένα και ενοχλητικά τηλεφωνήματα, πλείστα εκ των οποίων παρέμεναν αναπάντητα από πλευράς Παραπονούμενης. Ορισμένα εκ των μηνυμάτων, προτού διαγραφούν αποθηκεύτηκαν από την Παραπονούμενη με λήψη στιγμιότυπων οθόνης και μεταξύ αυτών είναι και τα απειλητικά μηνύματα που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 8 και 9 τις οποίες ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, ήτοι:

  1. «mmixalisaggeli aggeli 22:53

To mono pou exo na supo feie feie osso poio makria ginete feie ra elena piaston je fiete xostite erkoume oplismenos o Satanas o mauros feiete»

  1. «mmixalisaggeli aggeli 23:02

Ra feie

je sou je jinos

8ase kamo komatou8kia ra

Feiete pola makria ra

8ato meta niosis alla einai arga

Klioto til mu je erkoume pano s

Fiete» 

 

Τα επανειλημμένα απειλητικά και ενοχλητικά μηνύματα και οι κλήσεις προκάλεσαν ανησυχία στην Παραπονούμενη ως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας 5 που επίσης παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ενώ επίσης σύμφωνα με τα ευρήματα μας της προκάλεσαν και ισχυρό φόβο.   Εξ ου και η Παραπονούμενη ένεκα ακριβώς αυτού του φόβου που αισθάνθηκε μετέφερε  το αυτοκίνητο της στο σπίτι της περί τη 01:00 π.μ. της 29.02.2024, όπου και το άφησε και απ΄ εκεί συνέχισε τη βόλτα με το όχημα του Μ.Κ.5. Aκολούθησαν άλλες 13 συνολικά αναπάντητες κλήσεις του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη στις 29.2.24, μεταξύ των ωρών 02:01 μέχρι 02:55, μια απορριφθείσα στις 02:55 και μια κλήση η οποία απαντήθηκε στις 02:45, με την Παραπονούμενη να ηχογραφεί τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.5 να ακούει τη συνομιλία. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω κλήσης, ο Κατηγορούμενος ευρισκόμενος στην περιοχή της οικίας της και νομίζοντας πως η Παραπονούμενη βρισκόταν πλέον στο σπίτι της, αφού το όχημα της ήταν πλέον εκεί σταθμευμένο, την ρωτά αν είναι στο δωμάτιο της, την διατάζει να βγει αμέσως έξω, απειλώντας πως αν δεν το κάνει θα ανέβει ο ίδιος πάνω και θα κόψει «τη κκελλέ» του γιου της και θα της την φέρει «όπως το κολοκούι».

 

Η Παραπονούμενη, εξαιτίας της απειλής που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος έναντι του παιδιού της αισθάνθηκε τρόμο (κατηγορία 7) και φοβούμενη έντονα για την ασφάλεια του, αφού το παιδί βρισκόταν στο σπίτι και κοιμόταν, ζήτησε από τον Μ.Κ.5 να την πάρει και να την αφήσει κοντά, αλλά όχι έξω από την οικία της και πάντως στην αντίθετη πλευρά απ’ αυτήν που βρισκόταν το «λαστιχάρικο», μέρος στο οποίο ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι βρισκόταν. Ο Μ.Κ.5 την άφησε στο σημείο αυτό (σημείο 1 επί του χάρτη - Τεκμήριο 6) αφού ούτε ο ίδιος ήθελε να συναντηθεί με τον Κατηγορούμενο, λόγω προηγουμένου συμβάντος για το οποίο βρίσκεται εν εξελίξει, δικαστική διαδικασία.  Στη συνέχεια αναχώρησε για την οικία του.

 

Η δε Παραπονούμενη έχοντας κατεβεί στο σημείο 1, ξεκίνησε περπατητή, από το σημείο που την άφησε ο Μ.Κ.5 να κινείται προς το σπίτι της (σημείο 2 επί του Τεκμηρίου 6), οπόταν σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε μπροστά της ο Κατηγορούμενος αιφνιδιαστικά και αφού την άρπαξε από τα ρούχα, την τραβούσε δια της βίας μέχρι το «λαστιχάρικο» (σημείο 3 επί του Τεκμηρίου 6).  Βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και έκρυβε στο μανίκι του μαχαίρι με λεπίδα, μήκους 15-20 εκατοστών, το οποίο είδε, όταν έφτασαν στο «λαστιχάρικο». Εκεί είδε πως επίσης κρατούσε και μια μεγάλη πλαστική μπουκάλα του νερού την οποία έπιασε προηγουμένως από το πάτωμα. Στο σημείο εκείνο παρέμειναν για λίγο γονατιστοί και μιλούσαν, με την ίδια να προσπαθεί να τον «συνεφέρει» και να τον πείσει να μην της κάνει κακό.   Αυτός τη διαβεβαίωνε πως δεν επρόκειτο να της κάνει κακό και πως ήθελε να μιλήσουν με αποτέλεσμα αυτή να συμφωνήσει στο στάδιο εκείνο να προχωρήσει, μη έχοντας στην πραγματικότητα άλλη ασφαλή επιλογή και σκεπτόμενη πως αν επιχειρούσε να φύγει ενώ αυτός ήθελε να μιλήσουν και ενώ είχε ήδη επιδείξει την προηγηθείσα εμμονική, απειλητική και βίαιη διάθεση έναντι της, θα εξαγριωνόταν και δεν θα την άφηνε να φύγει. 

 

Από το σημείο 3 του Τεκμηρίου 6, την οδήγησε κρατώντας την, προς το σημείο 4 όπου η ίδια του ανέφερε πως δε θα προχωρούσε άλλο και του ζήτησε να της αναφέρει εκεί, τι ήθελε να συζητήσουν.  Τότε αυτός άρχισε να την περιλούζει με το υγρό που βρισκόταν στην μπουκάλα, το οποίο η ίδια εξέλαβε ως βενζίνη λόγω της οσμής του, και το οποίο ως διαφάνηκε ήταν μεν πράγματι ένα εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό, πλην όμως δεν ήταν βενζίνη, αλλά φωτιστικό πετρέλαιο (ή άλλως κηροζίνη).  Και τούτο για να την αναγκάσει να προχωρήσει κι άλλο πράγμα που κατάφερε. Στην πορεία της διαδρομής αυτή προσπαθούσε κατά διαστήματα να τον αποφύγει, αλλά όποτε το επιχειρούσε αυτός την απειλούσε με το μαχαίρι για να προχωρήσει, προτάσσοντας το, αλλά χωρίς να το ακουμπήσει πάνω της (κατηγορίες 10 και 11). Συνέχιζε να την περιλούζει με το υγρό που είχε στην μπουκάλα για αρκετή απόσταση με σκοπό η ίδια να φοβάται και να τον ακολουθεί,  λούζοντας της λίγο στα μαλλιά της και λίγο στα ρούχα της.  Όταν έφτασαν στην οικία που βρίσκεται στο σημείο 5, της έχυσε σχεδόν 1 από το 1.5 λίτρο που είχε η μπουκάλα από το κεφάλι και κάτω, προκαλώντας της σοκ και ισχυρό αίσθημα φόβου.

 

Σε κάποια στιγμή όπως την κρατούσε από τα μανίκια, του ξέφυγε και μπήκε στη βεράντα συγκεκριμένης οικίας που ευρίσκεται στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, όπου για να την κάνει να πιστέψει πως δεν θα της έριχνε άλλο υγρό και να την πείσει να τον προσεγγίσει ξανά, έχυσε το υπόλοιπο υγρό στο έδαφος έχοντας ανεβεί και ο ίδιος πάνω στη βεράντα, από την οποία στη συνέχεια κατέβηκε αναμένοντας την Παραπονούμενη να κατεβεί και αυτή.  Παράλληλα εκείνη τη στιγμή η Παραπονούμενη είχε χτυπήσει την πόρτα της εν λόγω οικίας, πλην όμως δεν ανταποκρίθηκε κανείς. Όταν ο Κατηγορούμενος αντελήφθη ότι η Παραπονούμενη δεν προτίθετο να κατεβεί και ότι κανένας εκ της οικίας δεν ανταποκρινόταν, ανέβηκε ξανά τα σκαλιά, την τράβηξε με τα δύο του χέρια από τα μαλλιά, την κατέβασε από τις σκάλες, όπου χτύπησε το κεφάλι της στα σκαλιά και άρχισε να την «κωλοσύρνει» απ΄ εκεί προς το μπροστινό μέρος της οικίας, στο σημείο που βρισκόταν σταθμευμένο όχημα. Η ίδια φώναζε δυνατά χωρίς ωστόσο να ακουστεί και ο Κατηγορούμενος τότε πήρε ένα μαύρο φλογοβόλο αναπτήρα από την τσέπη του και ανασύροντας τον, της φώναζε ότι θα την «κρούσει». Από τον τρόμο που αισθάνθηκε η Παραπονούμενη έβαλε όση δύναμη της είχε απομείνει και  κατάφερε να του ξεφύγει και να κρυφτεί στο πίσω μέρος του σπιτιού, στου οποίου τη βεράντα είχε πάει προηγουμένως, παραμένοντας εκεί για 3-4 λεπτά. Απ’ εκεί άκουγε τον Κατηγορούμενο που μιλούσε στο τηλέφωνο και την έψαχνε.  Μετά από λίγο, όταν ο ίδιος αντελήφθη πως δεν μπορούσε να την βρει, επιβιβάστηκε σ’ ένα όχημα ασημί σαλούν και έφυγε.

 

Τα παραπάνω επεσυνέβησαν γύρω στις 03:20 και γύρω στις 03:22, η Παραπονούμενη κάλεσε τηλεφωνικώς τον Μ.Κ.5 αναφέροντας του σε γενικές γραμμές το τι συνέβη και δη ότι ο Κατηγορούμενος την χτύπησε και την «έλουσε πεζίνες», οπόταν ο Μ.Κ.5 επέστρεψε πίσω και την πήρε για να την μεταφέρει στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου για τα περαιτέρω. Η Παραπονουμενη μετέβη στον εν λόγω Σταθμό στις 03:50 και ακολούθησαν όσα αποτέλεσαν ευρήματα μας, σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης, τα οποία δεν κρίνουμε σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, να επαναλάβουμε. 

 

Σημειώνουμε μόνο πως κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, περισυνελέχθηκαν ως τεκμήρια, το παντελόνι και σακάκι που φορούσε η Παραπονούμενη, ως επίσης και χώμα και χαλίκια από το σημείο που υπέδειξε η Παραπονούμενη ως το σημείο που ο Κατηγορούμενος έχυσε το υπόλοιπο υγρό της μπουκάλας, τα οποία απεστάλησαν για εξετάσεις στο Γενικό Χημείο του Κράτους όπου διαπιστώθηκε πως όλα τα παραπάνω τεκμήρια ήταν θετικά σε εύφλεκτη ύλη, η οποία ταυτοποιήθηκε ως φωτιστικό πετρέλαιο ή αλλιώς κηροζίνη. Ουσία, που σύμφωνα με τα ευρήματα που εξάχθηκαν από την μαρτυρία της Μ.Κ.6, αποτελεί εξαιρετικά εύφλεκτη ουσία.

 

Η κηροζίνη που χύθηκε στο πρόσωπο και το σώμα της Παραπονούμενης, δεν της προκάλεσε κάποια βλάβη στο δέρμα ωστόσο, λόγω της βιαιότητας των πράξεων του Κατηγορούμενου στο σύνολο, η Παραπονούμενη υπέστη εκδορές στην αριστερή παλάμη, κεφαλαιμάτωμα δεξιά κροταφοβρεγματικά, ως επίσης γδαρσίματα (εκδορές) στα γόνατα και στον δεξί αστράγαλο. Με εξαίρεση τις εκδορές στα γόνατα και στον δεξί αστράγαλο, σημειώνουμε ότι οι λοιπές σωματικές βλάβες αποτελούν τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε.

 

Από το σύνολο των γεγονότων εκείνων, που αποτέλεσαν ευρήματα μας και την περιστατική μαρτυρία που αναδύθηκε από τα παραπάνω γεγονότα, διαφάνηκε πως πρόθεση του Κατηγορούμενου, ήταν η πρόκληση θανάτου στην Παραπονούμενη, σκοπός ο οποίος δεν επετεύχθη, λόγω των γρήγορων αντανακλαστικών της Παραπονούμενης, η οποία κατόρθωσε να διαφύγει, προτού την πυρπολήσει. Οι δε πράξεις του, συνολικά ιδωμένες, ξεπέρασαν το στάδιο των προπαρασκευαστικών πράξεων και ήταν άμεσα συνδεδεμένες με τη διάπραξη του αδικήματος του φόνου, αδίκημα το οποίο συγκυριακά και μόνον δεν συντελέστηκε (κατηγορίες 1 και 4).

Ως επίσης λέχθηκε ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα την καταδίκη στην Ποιν. Υπόθ. υπ’ αριθμό 2340/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, όπου στις 08.02.24 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 26 ημερών στην κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, επί τω ότι στις 15.09.23 απείλησε τον πατέρα της Παραπονούμενης (στην παρούσα) με την φράση «αν βγάλεις την κόρη σου με εγγύηση από την κράτηση, θα σας σκοτώσω ούλλους».

 

 Β. Αγορευση προς Μετριασμό

 

Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη, το ιστορικό των δύο και ιδιαίτερα την πρόκληση του θανάτου του αδελφού του από τον αδελφό της Παραπονούμενης, ενόσω οι δύο διατηρούσαν ερωτικό δεσμό. Το παραπάνω τραγικό γεγονός κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, τον επηρέασε συναισθηματικά και ψυχικά και συνέτεινε στον τρόπο που εξελίχθηκε η μετέπειτα σχέση της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου.

 

Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, υιοθετώντας προς τούτο τις δύο εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, εστιάζοντας στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Τέλος, ανέφερε πως η περίπτωση του Κατηγορούμενου, είναι μια ιδιάζουσα και ιδιόμορφη περίπτωση και το Δικαστήριο, θα πρέπει να λάβει το στοιχείο αυτό υπόψη και να επιδείξει προς το πρόσωπο του, τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.

 

Γ. Νομική Πτυχή

 

Για το αδίκημα της απόπειρας φόνου (κατηγορία 1), κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κεφ. 154, που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος Κατηγορούμενος, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Για το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας κατά γυναίκας (κατηγορία 4), κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.115(Ι)/2021, προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 3), κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη, ποινή η οποία προβλέπεται και για το αδίκημα της απειλής (κατηγορίες 6-9), κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154. Για το δε αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης (κατηγορία 5), κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Ν.114(Ι)/2021, προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και οι δύο αυτές ποινές. Τέλος, ποινή φυλάκισης 2 ετών, προβλέπεται και για το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (κατηγορία 10), κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ. 154, ενώ για το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού εκτός κατοικίας (κατηγορία 11), το άρθρο 82(1) στη βάση του οποίου κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος.

 

Είναι καλώς νομολογημένο ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής και παράλληλα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά τη διεργασία αυτή. (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.248, 250, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Δημοκρατία v. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων, με προεξάρχουσα αυτή του αδικήματος της απόπειρας φόνου, εμφαίνεται κατ’ αρχάς από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές.  Η πρόβλεψη στον νόμο της δυνατότητας να επιβάλλεται για το συγκεκριμένο αδίκημα ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου δεν είναι τυχαία, αλλά διασυνδέεται πρόδηλα με την ίδια τη φύση του αδικήματος το οποίο στρέφεται κατά της ανθρώπινης ζωής, που είναι το υπέρτατο αγαθό.  Και η ίδια η νομολογία όμως υποδεικνύει πως η φύση των αδικημάτων που στρέφονται κατά της ανθρώπινης ζωής, απαιτεί την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, ιδιαιτέρως δε όπου διαπιστώνεται πως διαπράττονται με ηθελημένη παράνομη πράξη (βλ. μεταξύ άλλων Ονησίλλου v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 556, 584). Στην Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 563, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Επισημαίνουμε ότι για το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας έγινε ειδική ρύθμιση από το νομοθέτη, ο οποίος πρόβλεψε την ίδια ποινή που πρόβλεψε και για την περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, δηλαδή η διά βίου φυλάκιση που είναι κατά πολύ αυστηρότερη από την προβλεπόμενη από τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα μέγιστη ποινή για το αδίκημα της απόπειρας, που είναι η φυλάκιση μέχρι επτά χρόνια. Όπως πολύ ορθά το Κακουργιοδικείο επισημαίνει “ο σκοπός είναι προφανής. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό. Η αφαίρεση της είναι το μέγιστο έγκλημα (Ονησίλλου v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 556, 584). Αλλά, και κάθε εκ προθέσεως πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή, το ύψιστο αυτό αγαθό, ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία.”»

 

Αξιοσημείωτη είναι και η έξαρση που δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων αλλά και γενικά αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της.  Πρωτοφανής όμως είναι και η ευκολία με την οποία δυστυχώς πλέον συνάνθρωποί μας για ασήμαντες αιτίες δεν διστάζουν να καταφύγουν στη χρήση βίας ή απειλών, φτάνοντας μάλιστα και στο σημείο να αφαιρέσουν ή να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν τη ζωή άλλου ανθρώπου. Γεγονός για το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας και το οποίο απλώς επιβεβαιώνει την ήδη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, η οποία υφίσταται ένεκα της εγγενούς σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά. (2000) 2 Α.Α.Δ. 304Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ.83, David Piliev ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 854).

 

Ειδικότερα δε εφόσον η όλη συμπεριφορά εκδηλώθηκε έναντι της πρώην συντρόφου του Κατηγορούμενου, σπεύδουμε να σημειώσουμε πως η έξαρση αδικημάτων βίας έναντι πρώην ή νυν, συντρόφων ή συζύγων, οδήγησαν την πολιτεία σε θέσπιση ειδικότερης νομοθεσίας[1], με εξειδικευμένες διατάξεις και πρόνοιες που αποσκοπούν στην καταστολή των όλο και συχνότερων περιστατικών βίας κατά συζύγων ή συντρόφων.

 

Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/2013, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς (ανωτέρω), Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Εν προκειμένω παρατηρούμε πως μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, εντούτοις τα αδικήματα αυτά αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Με αυτό ως δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό.

 

Ανασκόπηση της νομολογίας επιβεβαιώνει τις πιο πάνω αρχές και καταδεικνύει την αυστηρότητα με την οποία κατά κανόνα αντιμετωπίζονται αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας αλλά και αυτό τούτο το αδίκημα της απόπειρας φόνου.  Και τούτο εφόσον η ποινή ειδικότερα εν σχέσει με αδικήματα που στρέφονται κατά της ζωής αντικατοπτρίζει την έκταση στην οποία τα Δικαστήρια εκτιμούν τη ζωή, εκφράζοντας την προσέγγισή τους με το συμβατικό τρόπο που ο Νομοθέτης καθιέρωσε για την επαρκή τιμωρία των εγκλημάτων αυτών.

 

Τονίζουμε βέβαια όμως πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα και δεν αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής που επιβάλλεται, καθ’ ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, είναι αλληλένδετη με τα γεγονότα που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (βλ. Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100).

 

Στην ν. Haynes (1983) 5 Cr  App(S) 58, η ποινή φυλάκισης των 12 ετών που επιβλήθηκε στον 34 ετών εφεσείων, κατόπιν παραδοχής στο αδίκημα της απόπειρας φόνου εναντίον της συμβίας του, επικυρώθηκε από το αγγλικό εφετείο. Το ζεύγος διέμενε μαζί για κάποια χρόνια και είχαν και ένα μικρό παιδί, το οποίο (όπως και τον εφεσείων) η Παραπονούμενη εγκατέλειψε όταν το παιδί ήταν ηλικίας 2 ετών, λόγω της επιθετικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα, εξασφαλίζοντας δικαστική προστασία. Ένα βράδυ, ο εφεσείων είδε την Παραπονούμενη να μιλά με κάποιον άντρα, ζήλεψε και πήγε στο διαμέρισμα της μετά από κάποιο χρόνο, οπλισμένος με κυνηγετικό όπλο. Μπήκε στο διαμέρισμα και την πυροβόλησε στο πρόσωπο από πολύ κοντινή απόσταση, αφήνοντας της κατάλοιπα. Βαρυνόταν με τρεις προηγούμενες καταδίκες για διάφορες επιθέσεις.

 

Στη δε, R v Jones (Kenneth) [1990] 3 All ER 886, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των 12 ετών, κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε 8 έτη, για την κατηγορία της απόπειρας φόνου στην οποία κρίθηκε ένοχος ο εφεσείων, κατόπιν ακρόασης, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων διατηρούσε σχέση με την παραπονούμενη, η οποία διεκόπη, η Παραπονούμενη σύναψε νέα σχέση και ο κατηγορούμενος τελώντας υπό συναισθηματική φόρτιση λόγω της νέας σχέσης της παραπονούμενης, προμηθεύτηκε και τροποποίησε μια καραμπίνα (sawn-off shotgun), αγόρασε φυσίγγια, φόρεσε κράνος και πήγε με μηχανή στο σημείο όπου ήξερε ότι θα βρίσκεται η τελευταία. Ανέβηκε στο αυτοκίνητο της, τη σημάδεψε με έμφορτο το όπλο και της είπε: «You are not going to like this». Ακολούθησε πάλη κατά τη διάρκεια της οποίας η Παραπονούμενη κατόρθωσε να του αποσπάσει το όπλο.  Επρόκειτο για πρόσωπο 49 ετών, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, καλού χαρακτήρα ενώ λήφθηκε υπόψη προς μείωση της ποινής πως κατά τον επίδικο χρόνο ήταν συναισθηματικά επηρεασμένος/ενοχλημένος (disturbed) από ζήλια και απογοήτευση και έπασχε, όπως επιμαρτυρούσε πρόσφατη ψυχιατρική έκθεση που ετοιμάστηκε από ψυχίατρο των φυλακών, από σοβαρή κατάθλιψη, έχοντας κατά καιρούς αυτοκτονικές τάσεις. Λήφθηκε περαιτέρω υπόψη ότι το περιστατικό στο αυτοκίνητο ήταν πολύ σύντομης διάρκειας και δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη στο θύμα με την επισήμανση, όμως πως αν δεν υπήρχε το θάρρος, η ταχύτητα και η επιτυχία της ενέργειας του θύματος να εκτρέψει και να κατασχέσει το όπλο, πιθανότατα θα είχε πεθάνει.

 

Στην R v. Casseeram (1992) 13 Cr App (S) 384, η ποινή φυλάκισης 14 ετών που επιβλήθηκε στον 41 ετών εφεσείοντα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της απόπειρας φόνου εναντίον της συζύγου του, επικυρώθηκε. Ο εφεσείοντας ο οποίος ήταν παντρεμένος με την Παραπονούμενη και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά ηλικίας 5 και 3 ετών, την ζήλευε πολύ και την κατηγορούσε για μοιχεία. Την περιέλουσε με πετρέλαιο και την έκαψε.

 

Στην υπόθεση Αναστασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 ΑΑΔ 492, ο εφεσείων καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, σε ποινή φυλάκισης 13 ετών για το αδίκημα της απόπειρας φόνου του εικοσιτετράχρονου συζύγου της ερωμένης του. Το κακούργημα τελέστηκε χωρίς προσχεδιασμό ή προγραμματισμό, με τον εφεσείοντα ωστόσο να απειλεί τον παραπονούμενο σε δύο περιπτώσεις πριν από το συμβάν πως θα τον σκοτώσει. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών 8 και 10 ετών, με οικονομικές υποχρεώσεις έναντι τους. Είχε επίσης την ευθύνη του ναρκομανούς αδελφού του ηλικίας 30 ετών.  Δεν παρέμεινε οποιαδήποτε σοβαρή μόνιμη αναπηρία στο θύμα από τον πυροβολισμό που δέχθηκε, στοιχείο στο οποίο όμως δόθηκε πολύ μειωμένη σημασία εφόσον ως λέχθηκε η ζωή του παραπονούμενου τέθηκε σε πολύ μεγάλο κίνδυνο και διασώθηκε μόνο χάρις στις σοβαρές και επείγουσες επεμβάσεις στο Νοσοκομείο.

 

Στην υπόθεση Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 563, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών για το αδίκημα της απόπεριας φόνου, έπειτα από ακροαματική διαδικασία σε κατηγορούμενο, ηλικίας 52 ετών, ο οποίος βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη. Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου, τραυματίστηκε σοβαρά δια πυροβολισμών ένα πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο του συμβάντος βρισκόταν μαζί με τον εφεσείοντα, μέσα στο αυτοκίνητο του τελευταίου, ενώ ήταν ακινητοποιημένο στην άκρη του δρόμου. Του τραυματισμού προηγήθηκε έντονη λογομαχία μεταξύ τραυματισθέντος και εφεσείοντα. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείων το βράδυ του επεισοδίου, θεάθηκε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο να φλέγεται, σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από τη σκηνή. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, η φωτιά είχε τεθεί κακόβουλα με τη χρήση βενζίνης και μέσα στο καμένο αυτοκίνητο ανευρέθηκαν δύο καμένοι κάλυκες φυσιγγίου πυροβόλου όπλου. Οι έρευνες της Αστυνομίας και ιδιαίτερα οι πληροφορίες που ο τραυματισθείς έδωσε στην Αστυνομία με τη μορφή σημειώσεων και σχεδιαγραμμάτων, γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει, οδήγησαν στον εφεσείοντα, ο οποίος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Πρωτόδικα, ο εφεσείοντας προωθούσε τη θέση πως  ο τραυματισμός του Παραπονούμενου οφειλόταν σε ατύχημα, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή αφού το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας, οδηγούσε στο μόνο λογικό συμπέρασμα πως από πρόθεση, ο εφεσείοντας είχε πυροβολήσει τον Παραπονούμενο.

 

Στην υπόθεση Σεργίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/2015, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:D108, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών που επιβλήθηκε κατόπιν ακρόασης για απόπειρα φόνου, σε Κατηγορούμενο ηλικίας 44 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, με προβλήματα εξάρτησης στο αλκοόλ, ο οποίος ενήργησε υπό την επήρεια αλκοόλ και υπό συναισθηματική φόρτιση. Ο εφεσείων πέραν από προβλήματα αλκοολισμού επέδειχνε και βίαιη συμπεριφορά έναντι της πρώην συζύγου του-Παραπονούμενης, με αποκορύφωμα τον πυροβολισμό και τραυματισμό της με κυνηγετικό όπλο

 

Στην υπόθεση Q.Av. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 71/2018, ημερομηνίας 11.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:B361,  επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών κατόπιν ακρόασης, για απόπειρα φόνου, σε λευκού ποινικού μητρώου 40χρονο Κατηγορούμενο, ο οποίος τελούσε υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση και ψυχολογική πίεση και ενήργησε υπό το κράτος απώλειας της ψυχραιμίας του. Ο  Παραπονούμενος, ήταν γιος της πρώην συζύγου του Εφεσείων και αντιτίθετο στην επανασύνδεση της μητέρας του και του εφεσείοντος αφού ο τελευταίος κτυπούσε τόσο την ίδια όσο και τις μικρότερες αδελφές του. Στις 6.7.2017, γύρω στις 21:00 ο Παραπονούμενος άκουσε τη μητέρα του να συζητά έντονα με τον εφεσείοντα στο τηλέφωνο ο οποίος την ύβριζε, άρπαξε το τηλέφωνο και έβρισε και ο ίδιος τον εφεσείων.  Γύρω στις 23:00, καθώς επέστρεφε στο σπίτι, μόλις πάτησε το πρώτο σκαλί που οδηγούσε στον όροφο που βρίσκεται η οικία του, ο εφεσείων τον έπιασε από τον λαιμό, τον έριξε στο έδαφος, ξαπλώνοντας από πάνω του και κατόπιν πάλης, κατάφερε  του περάσει ένα σχοινί που κρατούσε γύρω από το λαιμό του, σφίγγοντας το όταν ο παραπονούμενος σηκώθηκε και έκανε μερικά βήματα.  Ο νεαρός δεν μπορούσε να αναπνεύσει και γονάτισε, με τον εφεσείοντα να βάζει το γόνατο του στην πλάτη του και να τον σφίγγει με μεγαλύτερη δύναμη.  Τη σκηνή είδε η μικρή κόρη του εφεσείοντα, ετεροθαλής αδελφή του παραπονούμενου, και φωνάζοντας στον πατέρα της να σταματήσει, ο εφεσείων άφησε τον νεαρό ο οποίος κτύπησε με το πόδι του στο στήθος τον εφεσείοντα και άρχισε να τρέχει. Πρωτόδικα, ο εφεσείων ισχυρίστηκε πως δεν είχε πρόθεση να φονεύσει τον Παραπονούμενο αλλά να τον φοβερίσει και πως ενήργησε κατόπιν πρόκλησης, ισχυρισμοί που δεν έγιναν αποδεκτοί.

 

Στην υπόθεση  Dontharaveni v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 134/2020, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B194, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 10 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για το αδίκημα της απόπειρας φόνου, κατόπιν παραδοχής.  Ο εφεσείων είχε εισέλθει παράνομα σε οικία ηλικιωμένης γυναίκας ετών 79 και προσπάθησε να την πνίξει με τα χέρια  του, καθ' ον χρόνο αυτή κοιμόταν.  Αυτός υπαναχώρησε μόνο όταν το θύμα κατάφερε εν τέλει να αντισταθεί και να τον κτυπήσει. Για τον καθορισμό της ποινής του, λήφθηκε ιδιαιτέρως υπόψη, πως ο εφεσείων είχε ενηργήσει με προσχεδιασμό και όχι στιγμιαία ή αυθόρμητα.

 

Στην υπόθεση Βέρα Σημάν ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/2020, ημερ. 18.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B389, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία της απόπειρας φόνου. Για τον καθορισμό της παραπάνω ποινής, είχαν ληφθεί υπόψη το ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, αυτή αντιμετώπιζε δυσκολίες στην άσκηση αυτοελέγχου και στον έλεγχο των παρορμήσεων της, στοιχεία που συνετέλεσαν στην διάπραξη των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο της, την άμεση ομολογία και παραδοχή της στο Δικαστήριο. Η εφεσείουσα, πρώην σύντροφος του υιού της Παραπονούμενης, μετά την διακοπή του δεσμού τους,  επισκέφθηκε την τελευταία στο σπίτι της, της ζήτησε τσιγάρο και μετέβη προς το σαλόνι, όπου της υποδείχθηκε από την Παραπονούμενη ότι τα τσιγάρα βρίσκονταν εκεί. Ελάχιστο χρόνο αργότερα και αφού η εφεσείουσα καθυστέρησε να επιστρέψει στην κουζίνα, μετέβη και η παραπονούμενη στο σαλόνι, όπου εντόπισε την εφεσείουσα να κλαίει. Κάθισε δίπλα της, ζητώντας να μάθει το λόγο για τον οποίο αυτή έκλαιγε και η εφεσείουσα την άρπαξε με τα χέρια της από την περιοχή του λαιμού, σπρώχνοντας την στο κάθισμα του καναπέ, με την ίδια να προσπαθεί να αντισταθεί και να την απωθήσει χωρίς αποτέλεσμα.  Παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη φώναζε και καλούσε σε βοήθεια, η εφεσείουσα έσφιγγε με ακόμη περισσότερη δύναμη το λαιμό της προσπαθώντας να την στραγγαλίσει μέχρι που  η Παραπονούμενη απώλεσε τις αισθήσεις της. Ο υιός της παραπονούμενης εισήλθε στην οικία της, την ίδια χρονική στιγμή που η εφεσείουσα έβγαινε από αυτήν και παρατήρησε αίμα στα χέρια της.  Ευθύς αμέσως, έτρεξε στο σαλόνι, όπου εντόπισε την παραπονούμενη να κείται ανάσκελα στο πάτωμα και ένα μαξιλάρι να καλύπτει το πρόσωπο της, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα ότι αιμορραγούσε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της.

 

Στρεφόμενοι τώρα στα της παρούσας, σημειώνουμε ότι αυτό που έντονα αναδύεται από τα γεγονότα είναι αφενός πως επί ευτελούς αφορμής ο Κατηγορούμενος, ξεκίνησε μια «εκστρατεία» άκρως απειλητικής και παρενοχλητικής συμπεριφοράς έναντι της Παραπονούμενης από νωρίς το απόγευμα της 28.2.24 μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 29.2.24, με επανειλημμένα τηλεφωνήματα και μηνύματα, επιδιώκοντας εμμονικά να συναντηθεί μαζί της και αφετέρου ο τρόμος που της προκάλεσε καθώς και η βίαιη συμπεριφορά που επέδειξε έναντι της όταν πλέον κατάφερε να συναντηθεί μαζί της. Συμπεριφορά η οποία κορυφώθηκε με την απόπειρα του να την σκοτώσει, με τον πλέον φρικτό τρόπο, ήτοι δια καύσεως, έχοντας ήδη φροντίσει να εφοδιαστεί με την ανάλογη εύφλεκτη ύλη και έχοντας μαζί του και αναπτήρα αλλά και μαχαίρι το οποίο χρησιμοποιούσε για να την εκφοβίζει έτσι ώστε να τον ακολουθεί.

 

Και αναφερόμαστε βέβαια σε ευτελή αφορμή αφού αιτία για τη συμπεριφορά του ήταν το ισχυρό συναίσθημα ζήλιας που έτρεφε έναντι της Παραπονούμενης με την οποία διατηρούσε δεσμό, ο οποίος βέβαια διακόπηκε ένεκα και του μεσολαβήσαντος θανάτου του αδελφού του Κατηγορούμενου από τον αδελφό της Παραπονούμενης. Ζήλια η οποία εντάθηκε τη δεδομένη μέρα ένεκα και της πεποίθησης του πως η Παραπονούμενη βρισκόταν με άλλον άντρα, οδηγώντας τον - αδικαιολόγητα εφόσον είχαν χωρίσει αλλά και δυσανάλογα- να αισθανθεί τέτοιο έντονο θυμό και να επιδείξει την άκρως παρενοχλητική συμπεριφορά προς την Παραπονούμενη για την οποία κάναμε λόγο πιο πάνω, τηλεφωνώντας της κατ’ επανάλειψη και αποστέλλοντας της σωρηδόν μηνύματα, πολλά εκ των οποίων απειλητικά και εκφοβιστικά, προκαλώντας στην Παραπονούμενη όχι μόνο ανησυχία αλλά και έντονο φόβο.

 

Το ότι δε επρόκειτο περί άκρως παρενοχλητικής συμπεριφοράς μαρτυρείται και από το γεγονός πως τα μηνύματα και οι κλήσεις διήρκεσαν περί τις οκτώ και πλέον ώρες κάτι που φανερώνει και την εμμονή του αλλά και την αποφασιστικότητα του να την συναντήσει κατά πρόσωπο. Φανερώνουν όμως και το μένος του, το οποίο αναδύεται και από το ίδιο το περιεχόμενο των μηνυμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων ήταν και τα εξής: «8kiaole ra piasme til tr 17:15», «Eisai mazi ntou ra poutana 17:17», «To mono pou exo na supo feie feie osso poio makria ginete feie ra elena piaston je fiete xostite erkoume oplismenos o Satanas o mauros feiete 22:53», «mmixalisaggeli aggeli 23:02 Ra feie je sou je jinos 8ase  kamo komatou8kia ra, Feiete pola makria ra, 8ato meta niosis alla einai arga, Klioto til mu je erkoume pano s, Fiete», «8ato krouso».

 

Η δε ανησυχία και ο ισχυρός φόβος που της προκάλεσαν τα μηνύματα αυτά, την οδήγησαν στο να αισθανθεί την ανάγκη να πάει να πάρει το όχημα της απ’ εκεί που το άφησε και να το μεταφέρει στο σπίτι της και να συνεχίσει ακολούθως τη βόλτα με τον Μ.Κ.5. Έχοντας κατά νου και το ότι στο παρελθόν της είχε προκαλέσει ζημιές στο όχημα της.

 

Τέτοια ήταν όμως η εμμονή του Κατηγορούμενου, αφού όταν μετά την παρέλευση τόσων πολλών ωρών και κατόπιν των πιο πάνω (και άλλων) μηνυμάτων, δεν κατόρθωσε ούτε να την εντοπίσει αλλά ούτε και να την συναντήσει με τον ένα ή άλλο τρόπο και πιστεύοντας πλέον ότι βρισκόταν στο σπίτι της, αφού είδε σταθμευμένο εκεί το όχημα της[2], δεν δίστασε να στρέψει πλέον τις απειλές του και προς το ίδιο της το παιδί.  Λέγοντας της σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαν περί τις 02:45 της 29.02.24, «Ρα εννα σου κόψω την κελλε του γιου σου να σου την φέρω όπως το  κολοκούι που εννα σου την φέρω ρε πελλέ, έφκα πόξω λαλώ σου ρα Έ., καταλάβεις;» γνωρίζοντας προφανώς ότι κατ’ αυτό τον τρόπο, η Παραπονούμενη θα υπέκυπτε και θα τον συναντούσε.

 

Σκοπό, τον οποίο πέτυχε, αφού έντρομη πλέον η Παραπονούμενη, γνωρίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πλησίον της οικίας της[3], αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι της, φοβούμενη πλέον για τη ζωή του παιδιού της, το οποίο βρισκόταν στο σπίτι και ως αναμένετο λογικά, κοιμόταν. 

 

Ό,τι άλλο αναδύεται εκ των γεγονότων και εντυπωσιάζει αρνητικά είναι, ως ήδη υποδειξαμε, ο τρόμος που της προκάλεσε και η βία που επέδειξε έναντι της όταν εν τέλει συναντήθηκαν, αφού έχοντας εμφανιστεί μπροστά της αιφνιδιαστικά και σε έξαλλη κατάσταση, την τράβηξε βίαια προς το «λαστιχάρικο», όπου πήρε την μπουκάλα με την κηροζίνη και εμφάνισε το μαχαίρι, το οποίο έκρυβε μέχρι εκείνο το σημείο. Με τις προσπάθειες της ίδιας να τον συνεφέρει και να τον πείσει να μην της κάνει κακό να πέφτουν στο κενό και την ίδια να εξαναγκάζεται ουσιαστικά υπό το κράτος τρόμου και κάτω υπό την ως άνω περιγραφείσα πίεση να τον ακολουθήσει για να μιλήσουν, ως αυτός της έλεγε πως ήθελε να πράξουν, φοβούμενη και ευλόγως ένεκα των προηγηθέντων, ότι άλλη πορεία θα έθετε σε περισσότερο κίνδυνο την ασφάλεια της. 

 

Η βία και ο τρόμος για τα οποία κάναμε λόγο συνεχίστηκαν καθ’ όλη την πορεία αφού όταν διένυσαν κάποια απόσταση και του ανέφερε πως δεν προτίθετο να προχωρήσει άλλο, άρχισε να την περιλούζει με το εύφλεκτο υγρό που βρισκόταν στην μπουκάλα, για να την αναγκάσει να προχωρήσει κι άλλο, πράγμα που κατάφερε ένεκα ακριβώς του τρόμου που της προκάλεσε ενώ ακολούθως φρόντιζε να την απειλεί και με το μαχαίρι για να προχωρεί όποτε στην πορεία προσπαθούσε να τον αποφύγει. Ούτε όμως όταν του ξέφυγε σε κάποια στιγμή και ανέβηκε στη βεράντα ενός σπιτιού υπαναχώρησε ο Κατηγορούμενος. Τουναντίον με τρόπο χειριστικό και με σκοπό να την ξεγελάσει, ανέβηκε και ο ίδιος στην βεράντα και έχυσε την υπόλοιπη κηροζίνη στο έδαφος με σκοπό να την κάνει να πιστέψει πως δεν θα της έχυνε άλλη και να την πείσει να τον προσεγγίσει ξανά.

 

Όταν όμως αντελήφθη ότι η Παραπονούμενη δεν θα κατέβαινε καθώς και ότι οι προσπάθειες που η τελευταία κατέβαλε συν τω χρόνω για να αναζητήσει βοήθεια από τους ενοίκους της οικίας δεν καρποφόρησαν, ο Κατηγορούμενος ανέβηκε τα σκαλιά και εξαπέλυσε νέο κύμα βίας έναντι της.

 

Συγκεκριμένα την άρπαξε και την τράβηξε με βία και με τα δύο του χέρια από τα μαλλιά, την κατέβασε από τις σκάλες, όπου χτύπησε το κεφάλι της στα σκαλιά και άρχισε να την «κωλοσύρνει» απ΄ εκεί προς το μπροστινό μέρος της οικίας, στο σημείο που βρισκόταν σταθμευμένο όχημα, εν μέσω φωνών της ίδιας. Τόση μάλιστα ήταν η ένταση της βίας που η ίδια ως υποδείξαμε και στην απόφαση ανέφερε πως αντελήφθη ότι την «κωλόσυρνε» για μεγάλη απόσταση, παρότι η απόσταση δεν ήταν στην πραγματικότητα τόσο πολύ μεγάλη.  Ενώ δε η ίδια ευρισκόμενη σε έντρομη κατάσταση φώναζε, ο ίδιος ανέσυρε αναπτήρα και της φώναξε «θα σε κρούσω», οπόταν η ίδια εκμεταλλευόμενη την κίνηση του αυτή και αντιναλαμβανόμενη πλέον τον άμεσο και επικείμενο κίνδυνο να γίνει παρανάλωμα του πυρός, κατάφερε ευτυχώς να του ξεφύγει και να κρυφτεί, μέχρι που ο ίδιος όταν πλέον αντελήφθη ότι δεν μπορούσε να την εντοπίσει, παρότι την έψαχνε, αναγκάστηκε να φύγει.

 

Είναι βέβαια γεγονός πως οι σωματικές βλάβες που αποτελούν το αντικείμενο της κατηγορίας 3 και επουλώθηκαν χωρίς να αφήσουν οποιοδήποτε σωματικό κατάλοιπο ενώ δεν προκλήθηκαν στην Παραπονούμενη άλλες σωματικές βλάβες από την έκχυση της κηροζίνης ούτε βέβαια από την απόπειρα καύσης της η οποία δεν ολοκληρώθηκε.  Τούτο ωστόσο, δεν αλλοιώνει τη σοβαρότητα της όλης συμπεριφοράς που επέδειξε ο Κατηγορούμενος επί των δικών της όρων. Ιδίως αν συνυπολογιστεί πως η μη ολοκλήρωση της απόπειρας δεν οφειλόταν σε τυχόν δεύτερες σκέψεις του ίδιου αλλά στην αντίδραση της Παραπονούμενης η οποία κατάφερε, έστω και την υστάτη, να διαφύγει, μη μπορώντας ούτε και η ίδια να εξηγήσει που βρήκε τη δύναμη τη δεδομένη στιγμή για να το πράξει.

 

Ο συνδυασμός αλλά και ο αριθμός των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος έναντι της Παραπονούμενης κατά τον επίδικο χρόνο, οπωσδήποτε εντείνει εν γένει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Η δε από μέρους του Κατηγορούμενου προμήθεια ενός εξαιρετικά εύφλεκτου υλικού, η κατοχή και μεταφορά μαχαιριού, το οποίο φρόντισε να έχει κρυμμένο και το οποίο αποκάλυψε και χρησιμοποίησε στην πορεία, καθώς και κατοχή αναπτήρα καταδεικνύουν προσχεδιασμό, στοιχείο που προσμετρά ως επιβαρυντικό για την κατηγορία 1.

 

Επιπλέον το γεγονός πως της διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας 1, προηγήθηκε η βία που περιγράψαμε ανωτέρω όπου μεταξύ άλλων ο Κατηγορούμενος την άρπαξε και την τράβηξε με τα δύο του χέρια από τα μαλλιά, την κατέβασε από τις σκάλες, όπου χτύπησε το κεφάλι της στα σκαλιά και απ΄εκεί άρχισε να την «κωλοσύρνει» μέχρι το μπροστινό μέρος της οικίας, στο σημείο που βρισκόταν σταθμευμένο όχημα, προσμετρά ως επιπρόσθετος επιβαρυντικός παράγοντας. Όπως και το γεγονός πως η μεταφορά της Παραπονούμενης στο σημείο όπου αποπειράθηκε να της θέσει φωτιά, επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού με την πρόταξη του μαχαιριού αλλά και των απειλών που είχαν προηγηθεί. (βλ. και άρθρο 11(στ) του Ν. 115(Ι)/21 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία 1).

 

Επιπλέον επιβαρυντικό παράγοντα σε σχέση με την κατηγορία 1, συνιστά και το γεγονός πως το αδίκημα διαπράχθηκε από πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του πρώην συντρόφου της Παραπονούμενης[4].

 

Πέραν των πιο πάνω, δεν διαλανθάνει την προσοχή μας και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται και με μια προηγούμενη καταδίκη. Είναι βέβαια παγίως νομολογημένο πως η αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα[5], υπό την έννοια ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του και η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων[6]Βέβαια το άρθρο 11 (θ) του Ν. 115(Ι)/2021, καθιστά προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου σε σχέση με ίδιας φύσεως αδίκημα επιβαρυντικό παράγοντα.

 

Εν προκειμένω όμως το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας για το οποίο ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην ποινική υπόθεση με αρ. 2340/23 του Ε.Δ. Αμμοχώστου, δεν θεωρούμε ότι, αυστηρώς ομιλούντες, είναι της ίδιας φύσεως με το αδίκημα της κατηγορίας 1, έτσι που να καθιστά την προηγούμενη αυτή καταδίκη επιβαρυντικό παράγοντα για την εν λόγω κατηγορία.

Ωστόσο η εν λόγω προηγούμενη καταδίκη ενέχει το στοιχείο της επαπειλούμενης χρήσης βίας, στοιχείο το οποίο σίγουρα δεν είναι ασύνδετο με την κατηγορία 1. Ούτε όμως ως θέμα γεγονότων είναι ασύνδετη η προηγούμενη καταδίκη με την παρούσα, αφού αφορούσε απειλή που εκστομίστηκε έναντι του πατέρα της Παραπονούμενης με την οποία τον απειλούσε πως αν βγαλει την Παραπονούμενη με εγγύηση (στο πλαίσιο προφανώς άλλης υπόθεσης) θα τους σκότωνε όλους.  

 

Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τα όσα προκύπτουν από την παρούσα, δεν μπορούν παρά να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως από πλευράς Κατηγορούμενου, προκύπτει κάποιου είδους ροπή σε αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της. Ιδίως αν συνυπολογιστεί και το γεγονός πως παρά το ότι στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης τότε, έστω και μικρής σχετικά διάρκειας, εντούτοις λίγους μόνο μήνες μετά, διέπραξε τα σοβαρότερα αδικήματα της παρούσας, καταδεικνύοντας τοιουτοτρόπως πως η στάση του έναντι των νόμων είναι δυστυχώς περιφρονητική.  Γεγονός το οποίο, με τη σειρά του, οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί, δεν πέτυχε τον σκοπό της αναμόρφωσης του, στοιχεία τα οποία αναπόφευκτα μειώνουν και την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Η προηγηθείσα όμως διαπίστωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω και η οποία καθιστά αναπόφευκτα αναγκαία και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν εξουδετερώνει την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Τ.Μ v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.89/2021, ημερ.9.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B469, αναμφίβολα το δικό μας νομικό σύστημα αναγνωρίζει ελαφρυντικά στοιχεία εκεί και όπου υπάρχουν, ακόμη και στα πιο ειδεχθή εγκλήματα αφού η εξατομίκευση έχει πάντα τη θέση της[7]. Στο πλαίσιο αυτό η εξατομίκευση καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας και τούτο ακόμα και στις περιπτώσεις, όπως η προκειμένη, όπου η σοβαρότητα της, καθιστά την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής επιβεβλημένη.

 

Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής και προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη κατ’ αρχάς, σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 3, 5, 8 και 9, την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία αν και δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και θα αμειφθεί με ανάλογη έκπτωση στην ποινή, αφού ως είναι καλώς νομολογημένο, αυτή η πορεία «ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες που οδηγήθηκαν σε ακρόαση ενόψει της μη παραδοχής του Κατηγορουμένου, σημειώνουμε πως τούτο ήταν αναμφίβολα αναφαίρετο δικαίωμα του και σίγουρα δεν προσμετρά ως επιβαρυντικό στοιχείο, ωστόσο του αποστερεί την περαιτέρω επιείκεια, που άλλως θα μπορούσε να του επιδειχθεί σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες.  

 

Στρεφόμενοι τώρα στις περιστάσεις διάπραξης, προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός πως σε σχέση με την κατηγορία 3, οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στην Παραπονούμενη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας[8], δεν έχουν αφήσει οποιοδήποτε κατάλοιπο στην ίδια.

 

Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη σε ό,τι αφορά τις ενέργειες του που σχετίζονται με την κατηγορία 1, πως η Παραπονούμενη δεν υπέστη οποιοδήποτε τραύμα από την έκχυση της κηροζίνης στο σώμα ή και στο πρόσωπο της, χωρίς ωστόσο τούτο να μεταβάλλει τη σοβαρότητα των ενεργειών του και κυρίως τον βάναυσο χαρακτήρα που περιβάλλει την ενέργεια του, να την περιλούσει με το εν λόγω υλικό, με πρόθεση να την πυρπολήσει ως πιο πάνω έχουμε επεξηγήσει.

Περιπλέον λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ψυχικά και συναισθηματικά επηρεασμένος συνεπεία της πρόκλησης του θανάτου του αδελφού του, από τον αδελφό της Παραπονούμενης, γεγονός που επηρέασε και τη σχέση του με την τελευταία, χωρίς τούτο να μπορεί να αλλοιώσει το εν γένει αδικαιολόγητο της συμπεριφοράς του.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις ως αναφέρονται στις Εκθέσεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ως περαιτέρω αναλύθηκαν ενώπιον μας από το συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 33 ετών, ο οποίος προέρχεται από πολυμελή, διαζευγμένη οικογένεια και από τον χωρισμό των γονέων του και μετά, όταν ο ίδιος ήταν 9 ετών, τη φύλαξη και την φροντίδα του την είχε αναλάβει η μητέρα του, παρότι ως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε στην λειτουργό που του έλαβε την συνέντευξη «ήμουν μόνος μου παραπάνω». Είναι το τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας και έχει άλλα 3 αδέλφια εν ζωή, αφού τέταρτος ο αδελφός του απεβίωσε τον Αύγουστο του 2023 με τον τρόπο που επεξηγήθηκε σε άλλο σημείο ανωτέρω, γεγονός που ως επίσης σημειώθηκε ανωτέρω επηρέασε πολύ την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση του Κατηγορούμενου. Είναι απόφοιτος δημοτικού και απαλλάγηκε της στρατιωτικής θητείας του μετά την παρέλευση 6 μηνών θητείας, λόγω του ότι διεγνώσθη με επιληψία και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, την οποία διέκοψε τα τελευταία 5 έτη, λόγω βελτίωσης της κατάστασης του.

 

Επί τούτου, λαμβάνουμε ειδικότερα υπόψη όσα επιμέρους έχουν λεχθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης του και δη ότι το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, υπό την έννοια ότι ένα επιληπτικό επεισόδιο μπορεί να προκύψει ανά πάσα στιγμή και πως ακριβώς για αυτούς τους λόγους, θα πρέπει να βρίσκεται υπό συστηματική ιατρική επίβλεψη. Ο δε λόγος που δεν λαμβάνει σήμερα φαρμακευτική αγωγή, είναι η απουσία ενεργής συμπτωματολογίας, για την οποία δεν ενδείκνυται η προληπτικής φύσεως λήψη αγωγής.

 

Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για άτομο που από μικρή ηλικία, προβαίνει σε χρήση ουσιών. Συγκεκριμένα, σε ηλικία 11 ετών αναφέρεται χρήση μαριχουάνας και χρήση «κρακ» για 10 έτη. Τα τελευταία 7 χρόνια είναι συστηματικός χρήστης «κρύσταλ», ενώ δηλώνει και εξαρτημένος από τον τζόγο, επίσης από νεαρή ηλικία. Η ενασχόληση του με τον τζόγο του επέφερε έσοδα και ως εκ τούτου βρισκόταν εκτός εργασίας για 3 έτη. Προηγουμένως, απασχολείτο με κηπουρικές εργασίας και ως υπάλληλος σε επιπλοποιείο. Το 2023, διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την Παραπονούμενη ο οποίος διακόπηκε με τις σχέσεις τους να έχουν κλονιστεί λόγω και των γεγονότων που σχετίζονται με την πρόκληση του θανάτου του αδελφού του από τον αδελφό της Παραπονούμενης.

 

Ως περαιτέρω αναφέρθηκε από το συνήγορο του και λαμβάνεται υπόψη, πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων και μετά τον θάνατο του αδελφού του, προσπάθησε να αναδιοργανώσει την ζωή του και εξασφάλισε προς τούτο τον σκοπό εργασία, ως προσωπικός βοηθός και οδηγός, αλλοδαπού επιχειρηματία στην Αγία Νάπα, την οποία απώλεσε, λόγω της σύλληψης και μετέπειτα κράτησης του, για την παρούσα.   

 

Όλα τα πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του Κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη, σημειώνοντας παράλληλα πως δεν υπάρχει μαρτυρία ιατρού η οποία να υποστηρίζει πως η τυχόν φυλάκιση του αυτή καθαυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ.144) ή ότι η όποια αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν θα μπορεί να του παρασχεθεί σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή, όπου εξάλλου κρατείται από 8.3.24.  Ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση από τον δικηγόρο του.

 

Εν πάση περιπτώσει σημειώνουμε πως από τη νομολογία προκύπτει ότι ακόμη και σοβαρά καρδιακά προβλήματα δεν αποτέλεσαν λόγο για ακύρωση της φυλάκισης (βλ. Landau v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 178, Hadavand ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359). Στη Γεωργίου άλλως «Κακής» ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ.162 ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός είχε γνωματεύσει ότι η φυλάκιση του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε όμως διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, ενώ στις φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης, έτσι η έφεση του απορρίφθηκε. Στην El Kara v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 239 οι συνέπειες εγκεφαλικού επεισοδίου, η νεφρική ανεπάρκεια, η υπέρταση και το πρόβλημα όρασης κρίθηκαν ως χρόνιες καταστάσεις ενώ η λοίμωξη αναπνευστικού και η φλεγμονή στομάχου αντιμετωπίζοντο με κατάλληλη θεραπεία στις φυλακές και η έφεση απορρίφθηκε. Αλλά και στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο διαβητικό, ινσουλινοεξαρτώμενο, που έπασχε από βαριάς μορφής στεφανιαία νόσο. 

 

Παραμένοντας στο πλαίσιο των προσωπικών περιστάσεων, λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, στους οικείους του και δη στη μητέρα και τα αδέλφια του, υπό το φως και του προηγηθέντος θανάτου του αδελφού του Κατηγορούμενου. Συνεκτιμούμε επίσης, τον χρόνο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, όπως και την γενικότερη αγωνία του ιδίου και της οικογένειας του, οι οποίοι αναμένουν την έκβαση της παρούσας.

Σημειώνουμε βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες, παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας, όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας (2005) 2 Α.Α.Δ.492, 513).  

 

Καταληκτικά, τονίζουμε πως η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής και της εν γένει αποτελεσματικότητας του Νόμου. Οι δε προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, οι οποίες λαμβάνονται βέβαια υπόψη, απολήγουν σε τέτοιες περιπτώσεις να είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει το στοιχείο της αποτροπής με απώτερο στόχο την προστασία της κοινωνίας.

 

Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και χωρίς να παραβλέπουμε το σύνολο των ελαφρυντικών του Κατηγορούμενου ως ανωτέρω αναλύθηκαν σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης.  

 

Ως προς την αναλογία των ποινών σε σχέση με τις κατηγορίες, θεωρούμε κατάλληλες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

 

Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 7 ετών.

 

Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

 

Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

 

Στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Στις κατηγορίες 6 και 7 ποινή φυλάκισης 1 έτους σε έκαστη κατηγορία.

 

Στις κατηγορίες 8 και 9 ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε έκαστη κατηγορία.

 

Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Στην Κατηγορία 11, δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στην κατηγορία 10, στην οποία επιβλήθηκε ποινή.

 

Οι πιο πάνω ποινές θα συντρέχουν και βάσει του άρθρου 117 του Κεφ.155 μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση (από 8.3.24).

 

 

(Υπ.) …………………………………

Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) …………………………………

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

(Υπ.) ……..…………………………..

Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

                            

 



[1] Βλ. σχετικά Ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2021 (115(I)/2021) ο οποίος θεσπίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή την 13.5.21.

[2] Το οποίο ως τα ευρήματα του δικαστηρίου, μεταφέρθηκε από την Παραπονούμενη και το στάθμευσε έξω από το σπίτι της περί τις 01:00 της 29.02.24 και στην συνέχεια την παρέλαβε ο Μ.Κ.5 για να συνεχίσουν τη βόλτα τους. 

[3] Το σπίτι της (σημείο 2 του τεκμηρίου 6) βρίσκεται με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου, περί τα 35 μέτρα από το «λαστιχάρικο» (σημείο 3 του τεκμηρίου 6), στο οποίο ο Κατηγορούμενος της ανάφερε ότι βρισκόταν.

[4] Άρθρο 11(α) του Ν.115(Ι)/2021.

[5] βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 11/21, ημερ. 4.11.22.

[6] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ.17.

[7] Βλ. και Παναγιώτου v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, 484-485, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 124, 129-130 και Jovanovic v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 635, 638.

[8] Τονίζουμε πως παρά το γεγονός πως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της απόφασης ότι προκλήθηκαν και άλλες σωματικές βλάβες στην Παραπονούμενη πέραν αυτών που καταγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 εντούτοις για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνουμε υπόψη μόνο τις σωματικές βλάβες που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο