ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1280/24
Δημοκρατία
ν.
Μ. Α.
Κατηγορουμένου
Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2025
Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικολάου
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, αντιμετωπίζει συνολικά έντεκα κατηγορίες.
Αρχικά είχε δηλώσει μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, πλην όμως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, προέβη σε παραδοχή σε τέσσερις εξ αυτών και πιο συγκεκριμένα:
· σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου, Ν.115(Ι)/21 (κατηγορία 3),
· σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορίες 8 και 9), και
· σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενόχλησης κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 και του άρθρου 5(α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορία 5).
Οι δε υπόλοιπες κατηγορίες, οι οποίες οδηγήθηκαν σε ακρόαση αφορούν:
- Μια κατηγορία απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορία 1),
- Μια κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 228(ζ) του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορία 2),
- Μια κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορία 4),
- Δύο κατηγορίες απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορίες 6 και 7),
- Μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός οικίας κατά παράβαση του άρθρου 82(2) του Κεφ. 154 (κατηγορία 10), και
- Μια κατηγορία οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ. 154 (κατηγορία 11).
Προς ευχερέστερη κατανόηση όσων θα ακολουθήσουν, σημειώνουμε συνοπτικά πως εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε προηγουμένως ερωτικό δεσμό με την Παραπονούμενη, από το απόγευμα της 28.02.2024 μέχρι και τα ξημερώματα της 29.2.2024, επανειλημμένα προέβη σε απειλητικά και ενοχλητικά τηλεφωνήματα προς την ίδια και ότι επίσης απέστελλε στην τελευταία απειλητικά και ενοχλητικά μηνύματα. Μηνύματα τα οποία της προκάλεσαν ανησυχία και φόβο, ενώ τα ξημερώματα της 29.02.2024 και σε συνέχεια των πιο πάνω μηνυμάτων, την ανέμενε έξω από την οικία της, όπου αιφνιδιαστικά εμφανίστηκε μπροστά της και ασκώντας βία έναντι της, την μετέφερε σε σημείο παρακείμενο της οικίας της, όπου αυτή είδε ότι είχε στην κατοχή του μαχαίρι και υγρό που εκ πρώτης αντελήφθη πως επρόκειτο για εύφλεκτη ύλη, η ίδια προσπάθησε να τον ηρεμήσει, αυτός της ανέφερε ότι ήθελε να μιλήσουν και ότι δεν θα της έκανε κακό, με την Παραπονούμενη να συμφωνεί να τον ακολουθήσει αντιλαμβανόμενη πως δεν είχε, υπό τις περιστάσεις, άλλη πραγματική επιλογή. Στη συνέχεια, όταν διένυσαν αρκετή απόσταση χωρίς αυτός να της λέει αυτό που ήθελε, αυτή του ανέφερε πως δεν ήθελε να προχωρήσει και τότε αυτός άρχισε να την περιλούζει με εύφλεκτο υγρό που είχε στην κατοχή του σε μπουκάλι πλαστικό για να την αναγκάσει να συνεχίσει να προχωρεί, πράγμα που κατάφερε, ενώ όποτε η Παραπονούμενη προσπαθούσε να τον αποφύγει αυτός υπό την απειλή μαχαιριού την ανάγκαζε να συνεχίσει να προχωρά, ενώ συνέχισε να την περιλούζει με το εύφλεκτο υγρό. Εν συνεχεία της επιτέθηκε προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη και εν τέλει έχοντας στην κατοχή του αναπτήρα, τον ανέσυρε λέγοντας της πως θα την «κρούσει», χωρίς ωστόσο να προλάβει να τον ανάψει, επειδή η Παραπονούμενη κατάφερε να του ξεφύγει.
Από την άλλη, θέση της υπεράσπισης καθ’ όσον αφορά τα γεγονότα, ήταν πως η Παραπονούμενη ψεύδεται, πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του μαχαίρι ή εύφλεκτο υλικό, πως η ίδια περιέλουσε τον εαυτό της με εύφλεκτο υλικό και πως εν γένει υπέβαλε την καταγγελία για εκδικητικούς λόγους, έτσι ώστε να επιτύχει να αποκόψει κάθε επικοινωνία μαζί του. Σε κάθε περίπτωση ήταν η θέση της υπεράσπισης, μεταξύ άλλων, πως ακόμα και αν η Παραπονούμενη κρίνετο πιστευτή, ως εκ της μαρτυρίας δεν προκύπτει πρόθεση θανάτωσης της, αφού η ίδια δεν υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος άναψε τον αναπτήρα που κρατούσε και πως εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μαρτυρία πως η ποσότητα με την οποία την περιέλουσε ήταν τέτοια που θα οδηγούσε, χωρίς άλλο, στην ανάφλεξη της Παραπονούμενης. Εν γένει δε ήταν η θέση της υπεράσπισης πως η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν ήταν ικανή να στοιχειοθετήσει ούτε την απαραίτητη πρόθεση εν σχέσει το αδίκημα της κατηγορίας 2, αλλά ούτε και των συστατικών στοιχείων των λοιπών αδικημάτων.
1. Η Διαδικασία
Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Αστ. 935 Τ.Λ. (Μ.Κ.1), την Παραπονούμενη, Ε.Π. (Μ.Κ.2), τον Λοχία 2198 Π.Π. (Μ.Κ.3), την ιατρό Δρ Δ.Μ. (Μ.Κ.4), τον Κ.Χ., φίλο της Παραπονούμενης (Μ.Κ.5) και την Τ.Κ., χημικό στο Κρατικό Χημείο (Μ.Κ.6). Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης.
Κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια, ως επίσης μια έκθεση και διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-Ζ. Περιπλέον, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν και κάποια παραδεκτά γεγονότα, αναφορά στα οποία θα γίνει στην πορεία της απόφασης, προς αποφυγή επαναλήψεων.
2. Σύνοψη Μαρτυρίας
Ο Μ.Κ.1, υιοθέτησε τις καταθέσεις του (Έγγραφα Α και Β), στις οποίες περιγράφει τις ενέργειες του σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, ενέργειες οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την παραλαβή και φύλαξη ορισμένων τεκμηρίων (Τεκμήρια 1.1-1.3), την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του Κατηγορούμενου στις 02.03.24 (Τεκμήριο 3) αλλά και τη διεξαγωγή σωματικής έρευνας στον Κατηγορούμενο και τον εντοπισμό και κατάσχεση ενός μαύρου αναπτήρα-φλογοβόλου (Τεκμήριο 1.5) καθώς και του κινητού του τηλεφώνου (Τεκμήριο 1.6). Περιπλέον στις ενέργειες του συγκαταλέγεται και το ότι ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα δικαιώματα του ως ύποπτο πρόσωπο, έλαβε απ’ αυτόν γραπτή συγκατάθεση για έλεγχο των δεδομένων του κινητού του τηλεφώνου ενώ επίσης κατά την 5.3.24 έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω με το Έγγραφο Β, αναφέρεται στα αποτελέσματα που εξήχθησαν από το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη ο ίδιος από την επιθεώρηση του εν λόγω αρχείου ενώ επίσης αναφέρεται και στο αρχείο ήχου (Tεκμήριο 1.7) που παρέλαβε από την Παραπονούμενη και αφορά ηχογράφηση μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου, το περιεχόμενο του οποίου απομαγνητοφώνησε και κατέγραψε στη δεύτερη σελίδα του Εγγράφου Β.
Αναγνώρισε περαιτέρω, δέσμη με φωτογραφίες (Tεκμήριο 2) τις οποίες έλαβε ο Μ.Κ.3 από τη σκηνή, την αίτηση προφυλάκισης του Κατηγορούμενου (Tεκμήριο 4), καθώς και χάρτη του χωριού Ξυλοτύμπου, ο οποίος ως εξήγησε λήφθηκε από την εφαρμογή «google maps» και στον οποίο σημειώθηκε η πορεία που ακολούθησαν ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, καθ’ υπόδειξιν της τελευταίας (Τεκμήριο 6). Αναγνώρισε επίσης, δέσμη από εκτυπωμένα στιγμιότυπα οθόνης (Τεκμήριο 7) τα οποία του παρέδωσε η Παραπονούμενη και αφορούν συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο καθώς και μήνυμα που είχε λάβει από άγνωστο αριθμό κινητού τηλεφώνου στις 02.03.2024, το έντυπο αποστολής τεκμηρίων για επιστημονική εξέταση (Τεκμήριο 8), το ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 10) που αφορά την από μέρους του διενέργεια εξετάσεων σε οικίες στις οδούς που κατ’ ισχυρισμόν διαπράχθηκαν τα αδικήματα και το τι του λέχθηκε από τους ενοίκους των οικιών που συνάντησε και τέλος ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε (Τεκμήριο 11) και αφορά τις διαπιστώσεις του από την επιθεώρηση των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης της περιοχής.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με το πώς περιήλθαν στην κατοχή του τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και επίσης για το κατά πόσον ήλεγξε, στις 02.03.24, οπόταν κατάσχεσε τον αναπτήρα από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 1.5) εάν αυτός ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση καθώς και εάν ρώτησε τον Κατηγορούμενο για τον λόγο που τον κατείχε. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το τι προηγήθηκε της ετοιμασίας του χάρτη του χωριού (Τεκμήριο 6), ως προς τι ακριβώς του υπέδειξε και τι ακριβώς του ανέφερε η Παραπονούμενη όταν διένυσαν μαζί τη διαδρομή, ως προς το αν εντόπισε σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής, πλην του σημείου για το οποίο υπάρχει αναφορά στον χάρτη, ίχνη εύφλεκτου υλικού, ως προς το πότε ακριβώς λήφθηκαν οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται στο ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε (Τεκμήριο 10) και σε σχέση με το κατά πόσον στους κατοίκους με τους οποίους συνομίλησε, περιλαμβάνονται και οι κάτοικοι της οικίας στην οποία είχε κρυφτεί η Παραπονούμενη. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το κατά πόσον διερεύνησε για ποιο λόγο ο Μ.Κ.5, είχε αφήσει την Παραπονούμενη σε παρακείμενο του σπιτιού της σημείο και όχι έξω από το ίδιο της το σπίτι, εάν η μπουκάλα που κατ’ ισχυρισμόν κρατούσε ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε, εάν τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που επιθεώρησε και σε σχέση με τα οποία ετοίμασε το ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 11), συνδέονται με την διαδρομή που ακολούθησαν ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη ως επίσης και εάν από τα μηνύματα και την ηχογράφηση που τους παρέδωσε η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 7 και 1.7 αντίστοιχα), φαίνεται σε ποια ημερομηνία αυτά έλαβαν χώρα.
Κατά την επανεξέταση του, διευκρίνισε τι του αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.5, ως προς τον λόγο που άφησε την Παραπονούμενη στο συγκεκριμένο σημείο και όχι έξω από το σπίτι της, καθώς και ότι η διαδρομή που ακολούθησαν η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της πρώτης, είναι δρόμος κατασκευασμένος από άσφαλτο.
Η Παραπονούμενη (Μ.Κ.2), υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα Γ και Δ) και με αυτές αλλά και την εν γένει μαρτυρία της αναφέρθηκε στη σχέση που είχε με τον Κατηγορούμενο και στο πώς εξελίχθηκε το περιστατικό της 29.02.24. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι το απόγευμα της 28.02.24, βρισκόταν με τον φίλο της Κ.Χ. (Μ.Κ.5) από τις 17:30-18:00 μέχρι και τα ξημερώματα της 29.02.24, ότι ο Κατηγορούμενος της έστελνε απειλητικά μηνύματα, σε συγκεκριμένη εφαρμογή, την οποία ο Κατηγορούμενος είχε ρυθμισμένη ώστε να διαγράφονται τα μηνύματα μετά από κάποια δευτερόλεπτα, ότι κάποια από αυτά πρόλαβε και τα αποθήκευσε στο κινητό της, φωτογραφίζοντας τα ως στιγμιότυπα οθόνης και ότι ένεκα του φόβου που αισθάνθηκε και επειδή είχε υποψίες ότι ο Κατηγορούμενος τους παρακολουθούσε, παρότι δεν τον είχε δει κάπου, αποφάσισε γύρω στη 01:00 της 29.02.24 να πάρει το αυτοκίνητο της στο σπίτι της και από εκεί και πέρα να συνεχίσει τη βόλτα με το αυτοκίνητο του Μ.Κ.5. Ανέφερε επίσης ότι γύρω στις 02:45 και ενώ βρισκόταν με τον Μ.Κ.5, ο Κατηγορούμενος την κάλεσε τηλεφωνικώς μέσω της ίδιας εφαρμογής και στο πλαίσιο της συνομιλίας τους την απείλησε ότι θα κόψει «την κκελέ» του γιου της όπως το «κολοκούι», ότι τα πιο πάνω άκουσε και ο Μ.Κ.5, εφόσον η κλήση ήταν σε ανοιχτή ακρόαση, ότι συνέχισε να της τηλεφωνεί (χωρίς η ίδια να του απαντά) και να της στέλνει μηνύματα, λέγοντας της ότι βρίσκεται στο «λαστιχάρικο», κοντά στο σπίτι της και την περιμένει και ότι ένεκα του φόβου που αισθάνθηκε για τα όσα της ανέφερε για τον γιο της, ζήτησε από τον Μ.Κ.5 να την πάρει στο σπίτι της, αλλά να την αφήσει σε παρακείμενο δρόμο, ώστε να μην συναντήσει τον Κατηγορούμενο, αφού τον φοβόταν. Θέση της ήταν επίσης ότι ο Μ.Κ.5 την άφησε στο σημείο 1 επί του Τεκμηρίου 6, ότι απ’ εκεί κατευθύνθηκε προς το σπίτι της, ότι σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε μπροστά της ο Κατηγορούμενος, ότι την άρπαξε από τα μαλλιά και την τραβούσε μέχρι το «λαστιχάρικο», λέγοντας της πως ήθελε απλά να μιλήσουν και ότι δεν θα της έκανε κακό. Ανέφερε επίσης ότι είδε ότι ο Κατηγορούμενος έκρυβε κάτι στο μανίκι του, το οποίο ως αντελήφθη όταν έφτασαν στο «λαστιχάρικο», ήταν ένα μαχαίρι μαύρο με λεπίδα περίπου 15-20 εκατοστών, ότι στο ίδιο σημείο είδε ότι κρατούσε μια μεγάλη μπουκάλα του νερού, ότι απ’ εκεί την οδηγούσε κρατώντας την μέχρι που έφτασαν το σημείο 4 του Τεκμηρίου 6, όπου του είπε ότι δεν θέλει να προχωρήσει άλλο, ότι απ’ εκείνο το σημείο ξεκίνησε να την περιλούζει με εύφλεκτο υγρό που μύριζε βενζίνη από το μπουκάλι του νερού που κρατούσε και ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής όποτε προσπαθούσε να τον αποφύγει, αυτός την απειλούσε με το μαχαίρι να προχωρήσει χωρίς ωστόσο να το ακουμπήσει πάνω της, ενώ εξακολουθούσε να την λούζει με το εν λόγω υγρό στα μαλλιά και στα ρούχα, για αρκετή ώρα ώστε να φοβάται και να τον ακολουθεί.
Ως προς τη συνέχεια, ανέφερε πως, παρά το ότι την κρατούσε από τα μανίκια, κατάφερε και του ξέφυγε και μπήκε στην βεράντα του σπιτιού που βρίσκεται στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, ότι αυτός αφού πέταξε το υπόλοιπο υγρό που απέμεινε στην μπουκάλα και όταν είδε ότι άδειασε, ανέβηκε στην βεράντα, την άρπαξε και με τα δύο του χέρια και την τραβούσε από τα μαλλιά για αρκετή απόσταση και παρόλο που η ίδια τσίριζε, δεν είδε κανένα να βγαίνει έξω από το σπίτι του. Επειδή δε, φώναζε πολύ, ο Κατηγορούμενος έβγαλε από την τσέπη του, ένα μαύρο αναπτήρα φλωγοβόλο και την απειλούσε ότι θα την «κρούσει», χωρίς ωστόσο να τον δει να τον ανάβει, αφού τη στιγμή εκείνη κατάφερε να του ξεφύγει και να μπει στην αυλή του ίδιου σπιτιού που ήταν πριν και να κρυφτεί για 3-4 λεπτά. Θέση της ήταν επίσης ότι απ’ εκεί τον άκουγε να μιλά στο τηλέφωνο και να την ψάχνει, ότι μετά από λίγο ήρθε ένα αυτοκίνητο, τα στοιχεία του οποίου δεν συγκράτησε και αφού τον είδε να μπαίνει μέσα, η ίδια κατευθύνθηκε προς το σπίτι της, πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.5 στις 03:22, του είπε τι συνέβη, με αποτέλεσμα ο ίδιος να επιστρέψει και να την πάρει, για να μεταβούν αρχικά στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου και έπειτα στο Νοσοκομείο.
Περαιτέρω κατά τη μαρτυρία της, αναγνώρισε το έντυπο ιατρικής αναφοράς που της δόθηκε για να μεταβεί στο νοσοκομείο προς εξέταση (Τεκμήριο 13), έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για την μεταξύ τους σχέση και τους λόγους που είχε ο Κατηγορούμενος να της στέλνει απειλητικά μηνύματα, αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1.2 και 1.3 ως τα ρούχα που φορούσε την επίδικη ημερομηνία, το Τεκμήριο 1.5 ως αναπτήρα που ομοιάζει με αυτόν που κρατούσε ο Κατηγορούμενος, το Τεκμήριο 6 ως τον χάρτη ο οποίος ετοιμάστηκε από τον Μ.Κ.1 καθ’ υπόδειξιν της καθώς και το Τεκμήριο 7, ως μηνύματα και κλήσεις που έλαβε από τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο και τα οποία παρέδωσε στην Αστυνομία. Εκείνο το βράδυ ως ανέφερε, πονούσε πολύ το κεφάλι της επειδή ο Κατηγορούμενος την τραβούσε από τα μαλλιά όταν προσπάθησε να την κατεβάσει από την βεράντα του σπιτιού στην οποία ανέβηκε και είχε γδαρσίματα στην παλάμη και τα πόδια επειδή την έσερνε στο έδαφος.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον, στις 28.02.24, η ίδια συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο καθώς και για ποιο λόγο, εφόσον ως η θέση της λάμβανε απειλητικά μηνύματα από αυτόν, αποφάσισε να πάει στο σπίτι της και γιατί, εφόσον τα λάμβανε από το απόγευμα της 28.2.24, το έπραξε τα ξημερώματα της 29.02.24 και όχι προηγουμένως. Αμφισβητήθηκε η αναφορά της ότι ένιωσε τρομοκρατημένη από τα μηνύματα που λάμβανε από τον Κατηγορούμενο, για να της υποβληθεί πως ήθελε να συναντηθεί μαζί του, ότι διατηρούσε ακόμη ερωτικό δεσμό μαζί του, ότι οι αναφορές της πως ο Κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ κρατούσε μαχαίρι και την περιέλουσε με βενζίνη είναι γεγονότα που σκηνοθέτησε η ίδια με σκοπό να τον ενοχοποιήσει έτσι ώστε να αποκόψει μαζί του κάθε δεσμό και πως τα όσα περιέγραψε εν σχέσει με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου κατά την διαδρομή τους από το σημείο 1 έως το σημείο 6 του Τεκμηρίου 6, ουδέποτε έγιναν και πως βρισκόταν μαζί του καθ’ όλη τη διαδρομή με την θέλησή της.
Ο Μ.Κ.3, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό λήψης του παραπόνου από την Παραπονούμενη και στις μετέπειτα ενέργειες του. Συνοπτικά, αναφέρει πως στις 29.02.24 και ώρα 08:30 προσήλθε η Παραπονούμενη στον Σταθμό, με σκοπό να της ληφθεί γραπτή κατάθεση, ότι είχε προσέλθει και προηγουμένως και υπέβαλε σχετικό παράπονο προφορικά και της δόθηκε σχετικό έγγραφο για ιατρική εξέταση, ότι με την είσοδο της στο Σταθμό ο ίδιος διαπίστωσε πως μύριζε έντονα εύφλεκτη ύλη, ότι αφότου της λήφθηκε κατάθεση, την μετέφερε για υποδείξεις σκηνών, όπου έλαβε σχετικές φωτογραφίες (βλ. Τεκμήριο 2), ότι μεταξύ των σκηνών που του υποδείχθηκαν ήταν και ένα σημείο καθ’ υπόδειξιν της Παραπονούμενης, όπου σύμφωνα με την τελευταία, ο Κατηγορούμενος την περιέλουσε με όλο το υπόλοιπο εύφλεκτο υλικό, το οποίο ήταν τοποθετημένο σε μπουκάλα. Σημείο από το οποίο, έλαβε χαλίκια και χώμα (Τεκμήριο 1.1), από τα οποία αναδυόταν έντονα μυρωδιά εύφλεκτης ύλης. Περαιτέρω ανέφερε πως τα πιο πάνω τα παρέδωσε στις 11:30 στον Μ.Κ.1, μαζί με τα ρούχα της Παραπονούμενης (Τεκμήρια 1.2. και 1.3), τα οποία η τελευταία του παρέδωσε στις 10:05. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε το Τεκμήριο 13 ως το έντυπο ιατρικής αναφοράς που δόθηκε στην Παραπονούμενη προκειμένου να μεταβεί στο νοσοκομείο προς εξέταση, το Τεκμήριο 6 ως τον χάρτη που ετοιμάστηκε ο οποίος απεικονίζει τη διαδρομή που ακολούθησαν ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, εξηγώντας στο Δικαστήριο τις αποστάσεις μεταξύ των διαφόρων σημείων που καταγράφονται, τις οποίες μέτρησε λίγες μέρες προηγουμένως.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον μπορούσε να προσδιορίσει την έκταση που καταλάμβανε το σημείο από το οποίο έλαβε τα χαλίκια και χώμα, (Τεκμήριο 1.1), κατά πόσον εντόπισαν σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής που τους υπέδειξε η Παραπονούμενη, ίχνη εύφλεκτου υλικού και κατά πόσον ανευρέθηκε η μπουκάλα η οποία κατ’ ισχυρισμόν της Παραπονούμενης, περιείχε το εύφλεκτο υγρό. Επίσης, αντεξετάστηκε ως προς το χρόνο που παρέλαβαν τα ρούχα από την Παραπονούμενη αλλά και εν σχέσει με το τι της ζητήθηκε να παραδώσει.
Η Μ.Κ.4, ιατρός που εργάζεται στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, αναγνώρισε το Τεκμήριο 13, ως την ιατρική αναφορά που ετοίμασε η ίδια κατόπιν εξέτασης της Παραπονούμενης και στην οποία, αναφέρονται ως διαπιστώσεις της η ύπαρξη εκδορών στην αριστερή παλάμη και στα δύο γόνατα, στον δεξί αστράγαλο καθώς και κεφαλαιμάτωμα δεξιά στο κεφάλι κροταφοβρεγματικά, όπως και οσμή βενζίνης. Επεξήγησε τις εν λόγω διαπιστώσεις της και ερωτήθηκε κατά πόσον υπήρχε χρόνος αναμονής πριν τις 05:10, που ως η αναφορά της εξέτασε την Παραπονούμενη, με την ίδια να αναφέρει πως παρότι δεν θυμάται με ακρίβεια, εντούτοις εάν υπήρχε αυτή δεν ξεπερνά συνήθως την μια ώρα.
Αντεξετάστηκε εν σχέσει με το κατά πόσον θυμόταν εάν όντως, η Παραπονούμενη είχε οσμή βενζίνης όταν μετέβη για εξέταση, για το αν ήταν σε θέση ν’ αναφέρει πως προήλθαν οι εκδορές στον αστράγαλο της Παραπονούμενης, αλλά και σε σχέση με το εάν οι γενικότερες εκδορές που διαπίστωσε συνοδεύονταν από αίμα καθώς και ως προς το σημείο στο γόνατο που αυτές εντοπίστηκαν, την έκταση τους καθώς και την έκταση του κεφαλαιματώματος που διαπίστωσε. Περιπλέον αντεξετάστηκε ως προς το εάν οι τρύπες στο παντελόνι Τεκμήριο 1.2, ήταν δυνατόν να προήλθαν από τρίψιμο στο έδαφος, αν οι εκδορές προκαλούνται από τρίψιμο, ενώ επίσης, αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον ένα κεφαλαιμάτωμα, προκαλείται από κτύπημα του κεφαλιού στο σημείο όπου δημιουργείται το κεφαλαιμάτωμα. Κατά την επανεξέταση της, διευκρίνισε πως οι αναφορές της σε οσμή βενζίνης δεν προήλθαν εκ της ειδικότητας της αλλά από την ανθρώπινη εμπειρία, καθώς επίσης και ότι για τον ακριβή μηχανισμό μιας κάκωσης, αρμόδιος ειδικός, είναι ο ιατροδικαστής, ειδικότητα που δεν κατέχει η ίδια.
Ο Μ.Κ.5 είναι το πρόσωπο με το οποίο βρισκόταν η Παραπονούμενη πριν συναντηθεί με τον Κατηγορούμενο κατά την επίδικη ημερομηνία καθώς και αυτός που τη μετέφερε ακολούθως στον Σταθμό για να υποβάλει την καταγγελία και στη συνέχεια στο νοσοκομείο. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Στ), στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο ιστορικό της γνωριμίας του με την Παραπονούμενη ενώ σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας ανέφερε πως στις 28.02.24, γύρω στις 15:00-15:30 είχε συναντηθεί με την Παραπονούμενη και δύο άλλες φίλες του, ότι έκαναν όλοι μαζί βόλτα με το όχημα του, ότι ενώ βρίσκονταν όλοι στο αυτοκίνητο, αντιλήφθηκε ότι η Παραπονούμενη συζητούσε έντονα με τον Κατηγορούμενο, ότι «εξιτημάζουνταν» όταν αυτός την κάλεσε από το κινητό του και ότι ο τελευταίος της απέστελλε και μηνύματα και η Παραπονούμενη δυσανασχετούσε. Περαιτέρω ανέφερε ότι γύρω στη 01:00 τα ξημερώματα, ενώ βρίσκονταν ακόμη μαζί σε βόλτα, η Παραπονούμενη του ζήτησε να την πάρει στο σπίτι της γιατί ο Κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και της είπε πως βρισκόταν στο σπίτι της και θα ανέβαινε στο δωμάτιο της, ότι κατά την εν λόγω συζήτηση την απειλούσε πως θα κόψει «την κκελέ του γιου της σαν το κολοκούι», ότι την εν λόγω συζήτηση την άκουσε, αφού η Παραπονούμενη είχε θέσει σε ανοιχτή ακρόαση το κινητό της, ότι πράγματι την πήρε και ότι παίρνοντας την, την άφησε πλησίον της οικίας της σε σημείο που βρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση από το «λαστιχάρικο», το οποίο επίσης βρίσκεται κοντά στο σπίτι της Παραπονούμενης και στο οποίο ο Κατηγορούμενος είχε πει στην Παραπονούμενη πως βρισκόταν. Και τούτο για να αποφύγει ο ίδιος να συναντηθεί μαζί του ένεκα προηγούμενου συμβάντος που υπήρξε μεταξύ τους κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος, ως η θέση του Μ.Κ.5, τον μαχαίρωσε. Ακολούθως ανέφερε ότι ο ίδιος έφυγε, ότι πριν φτάσει στο σπίτι του, του τηλεφώνησε η Παραπονούμενη, ότι του είπε κλαίγοντας πως ο Κατηγορούμενος την χτύπησε και την «έλουσε» με βενζίνη, ότι πήγε πίσω ξανά, ότι την παρέλαβε, ότι διαπίστωσε πως μύριζε έντονα βενζίνη και ότι στη συνέχεια πήγαν στην Αστυνομία και ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, κλήθηκε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες του περιστατικού, το οποίο κατέληξε στο να τον μαχαιρώσει ο Κατηγορούμενος, πράγμα που έπραξε λέγοντας παράλληλα πως για το περιστατικό εκκρεμεί υπόθεση στο Δικαστήριο.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον κατά το χρονικό διάστημα που ο ίδιος βρισκόταν μαζί με την Παραπονούμενη, η τελευταία είχε και τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Κατηγορούμενο, εάν ο ίδιος είδε τα μηνύματα που ισχυρίζεται η Παραπονούμενη ότι έλαβε από τον τελευταίο, ενώ επίσης του ζητήθηκε να υποδείξει επί του Τεκμηρίου 6, σε ποιο σημείο και ποια ώρα άφησε την Παραπονούμενη και κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο, αφού γνώριζαν ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κάτω από το σπίτι της, δεν την άφησε ακριβώς έξω από αυτό. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το χρόνο που παρήλθε μέχρι να του ξανατηλεφωνήσει η Παραπονούμενη για να επιστρέψει πίσω, ως προς το σημείο που τον περίμενε η ίδια για να την παραλάβει, ενώ ερωτήθηκε επίσης, κατά πόσον ο ίδιος μετά που παρέλαβε την Παραπονούμενη, αντιλήφθηκε την ίδια να έχει οποιαδήποτε τραύματα και κατά πόσον του ανέφερε τι είχε γίνει εκείνο το βράδυ και πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα.
Η Μ.Κ.6, ανέφερε ότι είναι χημικός στο Γενικό Χημείο του Κράτους, αναφέρθηκε στα προσόντα και στην εμπειρία της, υιοθετώντας το βιογραφικό της σημείωμα Έγγραφο Ζ και το Τεκμήριο 15, ενώ σχέση με τα επίδικα ζητήματα, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, αναφέροντας ότι είναι η έκθεση που συνέταξε κατόπιν εξέτασης των Τεκμηρίων 1.1-1.3, τα οποία επίσης αναγνώρισε ως τα αντικείμενα που εξέτασε. Εξήγησε περαιτέρω, την μέθοδο που εφάρμοσε για να εξετάσει τα εν λόγω τεκμήρια εν σχέσει με το ζητούμενο, που ήταν η ανίχνευση και ταυτοποίηση εύφλεκτων υλών σε αυτά, αναφέροντας περαιτέρω πως με βάση τα ευρήματα της και στα τρία πιο πάνω τεκμήρια ανιχνεύθηκε η παρουσία φωτιστικού πετρελαίου ή κηροζίνης, όπως αλλιώς ονομάζεται. Εξήγησε τι είναι η εν λόγω ουσία, τις ιδιότητες της (μεταξύ των οποίων το ότι είναι καύσιμη ύλη), παραπέμποντας σε σχέση με αυτές, σε δελτίο ασφάλειας που ετοιμάστηκε από διεθνή ομάδα εμπειρογνωμόνων προς τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εργασίας και Υγείας (Tεκμήριο 16) και σε δελτίο ασφαλείας της εταιρείας «ΒΡ» (Tεκμήριο 17), επεξηγώντας τις επιμέρους αναφορές, αμφοτέρων των πιο πάνω δελτίων και ειδικά τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη χρήση του εν λόγω υλικού. Ως ανέφερε πρόκειται για εύφλεκτο αλλά και δυνητικά εκρηκτικό υλικό, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις τις οποίες εξήγησε αναλυτικότερα και επί των οποίων αντεξετάστηκε. Αναφέρθηκε επίσης στα προληπτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται εν σχέσει με το υλικό αυτό, λέγοντας πως δεν πρέπει να βρίσκεται κοντά σε φλόγες, φωτιά ή σπινθήρες και δεν πρέπει να καπνίζει κάποιος κοντά από αυτό.
Αντεξετάστηκε επί της μεθόδου που χρησιμοποίησε για την εξέταση των Τεκμηρίων 1.1-1.3, ως προς το αν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της ποσότητας κηροζίνης που εντόπισε στα εν λόγω τεκμήρια και ως προς το κατά πόσον η ουσία αυτή αντιδρά διαφορετικά σε εξωτερικό και εσωτερικό χώρο ως επίσης και εάν η δημιουργία ατμών, εξαρτάται από την ποσότητα έκχυσης του. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το κατά πόσον για να αναφλεγεί το εν λόγω υλικό απαιτείται επαφή της φλόγας με το υλικό ή αν είναι αρκετό να πλησιάσει η φλόγα και κατά πόσον η παρουσία του υλικού σε ρούχα ή η παρέλευση χρόνου με αποτέλεσμα την εξάτμιση του, να διαφοροποιεί την ευφλεξιμότητα του. Ερωτήθηκε επίσης και ανέφερε ποιες είναι οι συνέπειες της επαφής ενός υλικού όπως είναι η κηροζίνη, με το ανθρώπινο δέρμα.
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[1].
A. Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.6)
Αρχίζοντας από τους αστυνομικούς Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, πρέπει να πούμε ότι αυτοί δεν γνώριζαν οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητους μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Εξάλλου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί δεν αμφισβητήθηκε. Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική.
Πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος ήταν υπεύθυνος του Σταθμού Ξυλοτύμπου και ο οποίος ανέφερε ότι στις 29.2.24 ανέλαβε καθήκον στις 07:00 οπόταν και ενημερώθηκε ότι κατά τις πρωϊνές ώρες, προτού αναλάβει ο ίδιος καθήκον, είχε μεταβεί στον Σταθμό η Παραπονούμενη η οποία έκανε προφορικό παράπονο και της δόθηκε ιατρική αναφορά για να μεταβεί στο νοσοκομείο. Την πιο πάνω θέση του την αποδεχόμαστε αφού συνάδει με τα όσα καταγράφονται στο πρώτο μέρος της σχετικής ιατρικής αναφοράς, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 και η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα παρέμεινε αναντίλεκτο ότι το εν λόγω έντυπο συμπληρώθηκε ως αναφέρεται σε αυτό, ήτοι στις 03:50 της 29.2.24 και πως με αυτό ζητείτο από την αστυνομία να εξεταστεί η Παραπονούμενη, η οποία είχε υποβάλει παράπονο ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 03:20 είχε δεχθεί επίθεση.
Περαιτέρω αναντίλεκτη παρέμεινε η θέση του ότι στις 08:30 της ίδιας μέρας, προσήλθε στο Σταθμό η Παραπονούμενη με σκοπό να της ληφθεί κατάθεση για τα συμβάντα που είχε αναφέρει προφορικά προηγουμένως, οπόταν και ο ίδιος της έλαβε την κατάθεση Έγγραφο Γ. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση του ότι σε αυτήν, μεταξύ άλλων, περιγράφει τη διαδρομή που ακολούθησε από τη στιγμή που κατέβηκε από το αυτοκίνητο του φίλου της (Μ.Κ.5), μέχρι τη στιγμή που ξέφυγε από τον Κατηγορούμενο και κρύφτηκε, διαδρομή η οποία, ως ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε, απεικονίζεται στον χάρτη, Τεκμήριο 6, εν σχέσει με τον οποίο, παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη η μαρτυρία του ότι διένυσε αυτές τις αποστάσεις τόσο με την Παραπονούμενη κατά την υποβολή του παραπόνου της όσο και λίγες μέρες πριν καταθέσει στο Δικαστήριο, για να προβεί στις μετρήσεις, καθ’ υπόδειξιν του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα ανέφερε χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, πως η απόσταση μεταξύ των σημείων 1 έως 2 ήταν 90 μέτρα, των σημείων 2 έως 3 ήταν 35 μέτρα, των σημείων 3 έως 4 ήταν 115 μέτρα, των σημείων 4 έως 5 ήταν 60 μέτρα και των σημείων 5 έως 6 ήταν 40 μέτρα.
Ό,τι άλλο πρέπει να σημειωθεί είναι πως ο εν λόγω μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε ούτε επί της διαπίστωσης του ότι η Παραπονούμενη, όταν αυτός την συνάντησε, μύριζε έντονα εύφλεκτη ύλη και ότι πέραν από τα ρούχα που του παρέδωσε αργότερα τα οποία ήταν βρεγμένα και μύριζαν έντονα εύφλεκτη ύλη και τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα και «κολλημένα» και μύριζαν και αυτά έντονα εύφλεκτη ύλη. Και λέγουμε τούτο αφού παρά τη θέση συνηγόρου του Κατηγορούμενου κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο οποίος αμφισβήτησε τα πιο πάνω στοιχεία της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, καμμιά περί του αντιθέτου υποβολή έγινε στον εν λόγω μάρτυρα ενόσω αυτός κατέθετε. Παρεμβάλλουμε εδώ πως η μη αμφισβήτηση των πιο πάνω, ήταν εν πάση περιπτώσει καθ’ όλα εύλογη, αφού θέση της υπεράσπισης δεν ήταν πως δεν είχε αυτή τη μυρωδιά η Παραπονούμενη κατά τον δεδομένο χρόνο, αλλά ότι η ίδια σκηνοθέτησε το συμβάν με το εύφλεκτο υλικό/καύσιμη ύλη για να ενοχοποιήσει ψευδώς τον Κατηγορούμενο.
Περιπλέον δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.3 ότι μετά το πέρας της κατάθεσης και περί ώρα 09:40, την μετέφερε και του υπέδειξε τα διάφορα σημεία στα οποία αναφερόταν στην κατάθεση της και από τα οποία ο ίδιος δεν αμφισβητήθηκε πως έλαβε αριθμό φωτογραφιών (βλ. Τεκμήριο 2).
Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι η Παραπονούμενη του υπέδειξε ένα σημείο δίπλα από κατοικία στην οδό Σ.Π. στην Ξυλοτύμπου (βλ. Τεκμήριο 2 φωτογραφίες 13,14,15,16,17), στο οποίο ως ήταν η θέση του στη βάση αναφορών της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος την περιέλουσε με το υπόλοιπο υγρό που παρέμεινε στη μπουκάλα που κρατούσε. Βέβαια εν σχέσει με το σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε και το εν πολλοίς αυτονόητο, ότι δηλαδή καθ’ όσον αφορά τα ακριβή γεγονότα, ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία. Και δη ν’ αναφέρει θετικά αν στο σημείο εκείνο ο Κατηγορούμενος είχε περιλούσει την Παραπονούμενη με το υγρό ή αν αυτός το έχυσε ή αν κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ ή και αν ακόμα συνέβη, κατά πόσον επρόκειτο για αυτόβουλη ενέργεια της Παραπονούμενης με σκοπό να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο, ως ήταν εν πολλοίς η θέση που προώθησε η υπεράσπιση. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο που τα επίδικα αυτά γεγονότα λάμβαναν χώρα. Το ότι δε ειλικρινώς φαίνεται να αντελήφθη την αναφορά της Παραπονούμενης με τον τρόπο που μας την μετέφερε, δεν θεωρούμε πως είναι παράλογο, ιδίως αν συνεκτιμήσουμε και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια δίδει τη σχετική περιγραφή στην κατάθεση της. Όπου πράγματι η περιγραφή της, καθόλου δεν αποκλείει κάποιο πρόσωπο να αντελήφθη τα γεγονότα με τον τρόπο που φαίνεται να τα αντελήφθη ο Μ.Κ.3. Ο οποίος, πρέπει να πούμε επίσης πως, παρά το ότι ανέφερε και προφορικά πως αυτό ήταν που του είχε λεχθεί (ότι δηλαδή εκεί την περιέλουσε με το υπόλοιπο εύφλεκτο υγρό), εντούτοις δεν ανέφερε ποτέ πως του είχε λεχθεί η φράση αυτή αυτολεξεί. Η ίδια δε η Παραπονούμενη πέραν από την κατάθεση της, έδωσε και προφορικές διευκρινίσεις για το τι έγινε στο σημείο εκείνο, στις οποίες θα επανέλθουμε κατά τη δική της μαρτυρία. Επομένως το τι θα γίνει αποδεκτό από απόψεως γεγονότων για αυτό το σημείο, παραμένει να κριθεί με αναφορά στη μαρτυρία των προσώπων που έχουν πρωτογενή γνώση των γεγονότων, λαμβανομένης υπόψη βέβαια και αυτής της παραμέτρου.
Εξάλλου ό,τι είναι σημαντικό εν σχέσει με αυτό το σημείο, είναι πως ήταν σαφές από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την επανεξέταση, πως η αναφορά του σε σημείο, είχε την έννοια πως η Παραπονούμενη του υπέδειξε τον χώρο που είχε χυθεί το εναπομείναν υγρό. Και ακόμα, πως ο ίδιος ήταν αυτός που επέλεξε κατόπιν εξέτασης του χώρου, το σημείο από το οποίο έλαβε στη συνέχεια χώμα και χαλίκια (βλ. Τεκμήριο 1.1), αφού βρήκε το σημείο που ήταν πιο μουσκεμένο. Επιλογή βέβαια η οποία δεν ήταν αυθαίρετη, αφού ως ανέφερε χωρίς και πάλιν να αμφισβητηθεί, από τα όσα περισυνέλεξε αναδυόταν μυρωδιά εύφλεκτης ύλης. Θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, η θέση του αυτή συνάδει και με τα ευρήματα της Μ.Κ.6, η οποία ανέλυσε επιστημονικά το Τεκμήριο 1.1.
Ό,τι άλλο είναι σημαντικό εκ των ενεργειών του, είναι πως μετά τα πιο πάνω μετέφερε την Παραπονούμενη στην κατοικία της περί ώρα 10:05, όπου της ζήτησε να του παραδώσει τα ρούχα που φορούσε, πράγμα που η ίδια έκανε παραδίδοντας του ένα παντελόνι χρώματος μαύρου (Τεκμήριο 1.2) και ένα τζιν σακάκι (Τεκμήριο 1.3). Βέβαια έγινε πολύς λόγος για το αν ο ίδιος της ζήτησε μόνο το σακάκι και το παντελόνι ή αν της ζήτησε να του δώσει τα ρούχα που φορούσε γενικά και εν τέλει η παράδοση μόνο των δύο πιο πάνω τεμαχίων ένδυσης, αποτέλεσε επιλογή της Παραπονούμενης. Όμως δεν θεωρούμε πως είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο σημαντικό το ζήτημα αυτό, αφού ως και ο ίδιος ο Μ.Κ.3 ανέφερε (και επί τούτου ανάλογη ήταν και η μαρτυρία της Παραπονούμενης), τα δύο κομμάτια ένδυσης που του παραδόθηκαν, ήταν αυτά που ήταν επηρεασμένα σε μεγαλύτερο βαθμό από τις (κατ’ ισχυρισμόν) ενέργειες του Κατηγορούμενου, αφού ήταν βρεγμένα και είχαν έντονη μυρωδιά εύφλεκτης ύλης. Επομένως δεν θεωρούμε πως το ζήτημα αυτό μπορεί να έχει τη σημασία που του αποδίδει η υπεράσπιση ούτε και θεωρούμε πως μπορεί να επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη γενικότερη αξιοπιστία, είτε του Μ.Κ.3 είτε της Παραπονούμενης.
Τώρα όσον αφορά τα τεκμήρια που περισυνελέχθησαν, σχετική ήταν η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι στις 29.2.24 ο Μ.Κ.3 του παρέδωσε τα τρία παραληφθέντα τεκμήρια (Τεκμήρια 1.1-1.3) τα οποία έθεσε υπό τη φύλαξη του και παρουσίασε στο Δικαστήριο μαζί με άλλα τεκμήρια που παραλήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο (παρειακά επιχρίσματα – Τεκμήριο 1.4, φλογοβόλο αναπτήρα – Τεκμήριο 1.5, κινητό τηλέφωνο – Τεκμήριο 1.6) καθώς και ένα ψηφιακό δίσκο που περιέχει αρχείο ηχογράφησης συνομιλίας (Τεκμήριο 1.7), συνομιλία η οποία δεν αμφισβητήθηκε πως αποτυπώνεται ορθά στη δεύτερη κατάθεση του Μ.Κ.1 (Έγγραφο Β). Περαιτέρω κατέθεσε και δέσμη φωτογραφιών της σκηνής, τις οποίες έλαβε ο Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 2).
Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, δορυφορικό χάρτη που εξασφάλισε από την εφαρμογή «Google Maps». Σε σχέση με αυτό επεξήγησε χωρίς και πάλιν να αμφισβητηθεί, ότι ο ίδιος περπάτησε τις οδούς που σημειώνονται με κόκκινο χρώμα μαζί με την Παραπονούμενη, η οποία προέβη σε υπόδειξη σκηνών επί τόπου και αργότερα επί του Τεκμηρίου 6, όπου ο μάρτυρας σημείωσε τα σημεία που του υπέδειξε, με αριθμούς από το 1 - 6.
Περιπλέον δεν αμφισβητήθηκε πως το Τεκμήριο 7 περιλαμβάνει στιγμιότυπα οθόνης από το κινητό της Παραπονούμενης, τα οποία του απέστειλε η τελευταία μέσω της εφαρμογής viber και εκτύπωσε ο ίδιος και αφορούν συνομιλίες που είχε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο στην εφαρμογή «Signal» καθώς και κλήσεις (βλ. σελ. 11 και 12 του Τεκμηρίου 7). Στη δε σελίδα 1 του εν λόγω τεκμηρίου περιλαμβάνεται και το ύποπτο μήνυμα που της είχε σταλεί και για το οποίο, ως ο Μ.Κ.1 ανέφερε, διενήργησε εξετάσεις, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατόν να εντοπιστεί ο κάτοχος του αριθμού «Pay as you go» της εταιρείας Epic, από τον οποίο στάλθηκε το εν λόγω μήνυμα προς το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης (βλ. σελ. 1, Τεκμήριο 7).
Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 12, που αποτελεί το ημερoλόγιο ενεργείας που ετοίμασε ο μάρτυρας αναφορικά με τις ενέργειες του για το εν λόγω μήνυμα, το σχετικό μήνυμα έχει ως ακολούθως:
«Το αυτοκίνητο συ ενοχλεί εκεί πανό στην πλατιά...έχεις μέχρι τις 11:30 να πάης να φκάλις το μιτσί που την κουβέντα ελενα η αρκεπσε ποιο καλά να …..»[2].
Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του είναι το γεγονός πως παραδέχθηκε πως δεν προκύπτουν οι ώρες που απεστάλησαν τα μηνύματα στην εφαρμογή «Signal», ζήτημα σε σχέση με το οποίο παρέπεμψε (και ορθώς) στη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Εξ ου και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε.
Ό,τι άλλο ενδιαφέρει εκ της μαρτυρίας του, είναι η θέση του η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε, ότι δηλαδή στις 2.3.24 και ώρα 23:41 στην Αγία Νάπα συνέλαβε τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 3), ότι του επεξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή και ότι αυτός απάντησε «Εν έκαμα έτσι πράμα». Μη αμφισβητούμενο ήταν και το γεγονός ότι αμέσως μετά σε σωματική έρευνα που του έκανε εντόπισε και κατάσχεσε ένα μαύρο αναπτήρα φλογοβόλο και ένα κινητό τηλέφωνο, τα οποία η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε σε κανένα στάδιο πως του ανήκαν. Στη συνέχεια παρέμεινε αναντίλεκτο πως τον ενημέρωσε για τα δικαιώματα Συλληφθέντων / Kρατουμένων, ότι του τα επέδωσε και γραπτώς και ότι αυτός υπέγραψε την παραλαβή τους στις 3.3.24 και ώρα 00:22. Επίσης αποτέλεσε κοινό τόπο ότι την 5.3.24 και ώρα 11:50, επέδωσε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα Υπόπτων/Κατηγορουμένων και ότι ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να καταγράψει αυτός το όνομα του, την ημερομηνία και την ώρα αφού, ως ο Κατηγορούμενος του ανέφερε, δεν θα τα έγραφε ο ίδιος.
Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του ότι στη συνέχεια έλαβε γραπτή συγκατάθεση για έλεγχο φωτογραφιών, βίντεο, γραπτών μηνυμάτων και δεδομένων σε κινητό τηλέφωνο και πως αργότερα την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 5), αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε γραπτώς την προσοχή. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης πως μετά το τέλος της κατάθεσης του, του την προσέφερε και την διάβασε, ότι τον πληροφόρησε ότι θα μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε προσθήκες, διορθώσεις ή αλλαγές ήθελε, ότι αυτός είπε ότι ήταν ορθή και την υπέγραψε στην παρουσία του αλλά ακολούθως όταν του υπαγόρευσε να γράψει το σχετικό ιδιόχειρο λεκτικό, αρνήθηκε να το γράψει.
Επιπλέον δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι τα Τεκμήρια 1.1-1.3 στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εξετάσεις, θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός[3] ότι τα τεκμήρια αυτά παραδόθηκαν στις 8.3.24 από τον Μ.Κ.1 στην Αστ. 26 Κ. Παρασκευά, η οποία αυθημερόν τα παρέδωσε αναλλοίωτα και χωρίς αυτά να υποστούν οποιαδήποτε επέμβαση στο Γενικό Χημείο του Κράτους για επιστημονικές εξετάσεις. Το γεγονός αυτό, συνάδει βέβαια και με το Τεκμήριο 8 που αποτελεί το έντυπο Αστ. 161, με το οποίο τα εν λόγω αντικείμενα απεστάλησαν για να διακριβωθεί κατά πόσον σε αυτά ανιχνεύετο εύφλεκτη ύλη και σε σχέση με τα οποία επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του μάρτυρα πως ετοιμάστηκε η έκθεση εξέτασης (Τεκμήριο 9). Σημειώνουμε βέβαια πως η ορθότητα του περιεχομένου της, θα μας απασχολήσει κατωτέρω, στο πλαίσιο αξιολόγησης της Μ.Κ.6, που ήταν η χημικός η οποία την ετοίμασε, αφού ο Μ.Κ.1 δεν είχε ανάμειξη στη σύνταξή της.
Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η θέση του πως διεξήγαγε έρευνα από οικία σε οικία στις 4.3.24 και ότι μίλησε με τα άτομα τα οποία αναφέρονται στο ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε για αυτό το σκοπό (Τεκμήριο 10), χωρίς ωστόσο ως ειλικρινώς ανέφερε να καταφέρει να εντοπίσει τους ενοίκους της οικίας που ευρίσκεται στο σημείο 5 επί του Τεκμηρίου 6. Πρέπει όμως στο σημείο αυτό να τονίσουμε πως, το γεγονός ότι τα πρόσωπα με τα οποία μίλησε ο μάρτυρας, δεν φαίνεται να αντελήφθησαν να συνέβη οτιδήποτε ή να άκουσαν φασαρία και φωνές στις 29.2.24, δεν θεωρούμε πως μπορεί βέβαια να κρίνει την υπόθεση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Και τούτο εφόσον η μη αντίληψη των όσων η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι συνέβησαν ή έστω μέρους τους, από κατοίκους παρακείμενων οικιών μπορεί να οφείλεται σε διάφορους άλλους λόγους και δεν εξυπακούει απαραίτητα πως τα όσα ανέφερε δεν έλαβαν χώρα.
Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι από τέσσερα κλειστά κυκλώματα βιντεοπαρακολούθησης σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 11), δεν προκύπτει κάτι που να υποστηρίζει τα γεγονότα που επικαλείται η Παραπονούμενη. Γεγονός το οποίο και πάλιν δεν κρίνουμε πως μπορεί να έχει καθοριστική σημασία, εφόσον δεν υπάρχουν δεδομένα ως προς εάν κατέγραφαν ή τα ακριβή σημεία τα οποία κατέγραφαν ή τις ώρες που κατέγραφαν τα εν λόγω κλειστά κυκλώματα, για να διαφανεί με βεβαιότητα κατά πόσον θα αναμένετο να περιείχαν γεγονότα εξ αυτών που διηγήθηκε η Παραπονούμενη.
Τώρα ως προς το ότι δεν προκύπτει να επιχειρήθηκε άμεσα η επικοινωνία με πρόσωπα της οικίας στο σημείο 4 ή ακόμα και στο σημείο 5 επί του Τεκμηρίου 6, όπου έλαβε χώρα σημαντικό μέρος των ισχυριζόμενων από την Παραπονούμενη γεγονότων, στοιχείο στο οποίο προσέδωσε βαρύνουσα σημασία η υπεράσπιση και πάλιν πρέπει να πούμε πως δεν θεωρούμε πως τούτο συνιστά στοιχείο που δύναται να κρίνει την υπόθεση στο σύνολό της. Και τούτο εφόσον, ως είναι καλώς νομολογημένο, ακόμα και αν θα ήταν προτιμότερο να επιχειρείτο επικοινωνία ενωρίτερα, εντούτοις η ουσία είναι πως επιχειρήθηκε επικοινωνία και ότι παρά ταύτα δεν εντοπίστηκε κάποιο πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία εκ της οικίας αυτής, χωρίς να υπάρχει ένδειξη πως αν επιχειρείτο ενωρίτερη επικοινωνία, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.
Πέραν των ανωτέρω δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.1 πως το κινητό του Κατηγορούμενου το οποίο παραλήφθηκε από τον τελευταίο με τη συγκατάθεση του, στάλθηκε στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων όπου ζητήθηκε να εξαχθούν τα αρχεία με εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις καθώς και εικόνες και βίντεο που ήταν αποθηκευμένα σε αυτό, διαγραμμένα και μη. Από την ανάλυση δε των δεδομένων που εξήχθησαν, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του πως υπήρχαν εξερχόμενες κλήσεις προς την Παραπονούμενη σε συγκεκριμένο αριθμό που της ανήκει και τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει καταχωρημένο με το όνομα «Άτε Πάλε». Πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 28.02.24, από το κινητό του Κατηγορούμενου επιχειρήθηκαν επτά εξερχόμενες κλήσεις προς τον αριθμό της Παραπονούμενης, χωρίς ανταπόκριση, ενώ μια κλήση που επιχειρήθηκε μέσω Whatsapp από τον ίδιο προς την Παραπονούμενη απορρίφθηκε.
Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε η θέση του μάρτυρα πως από το ιστορικό διαδικτύου του Κατηγορούμενου κατά την 1.3.24 και ώρες 14:59, 15:02, 15:19, 17:03 και 19:09, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας και άνοιξε τη σελίδα που αναφέρει «Καταζητούμενο πρόσωπο Μ.Α.», κάτι το οποίο με τη σειρά του υποδηλώνει πως ο Κατηγορούμενος είχε γνώση πως αναζητείτο από την αστυνομία, για όποια σημασία δυνατόν να έχει η παράμετρος αυτή.
Άλλη πτυχή της διερεύνησης αφορούσε την ιατρική εξέταση της Παραπονούμενης. Καθ’ όσον αφορά αυτό το ζήτημα σχετική μαρτυρία έδωσε η Μ.Κ.4, ιατρός και η οποία εργάζεται στο Τμήμα Α’ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, με την εμπειρογνωμοσύνη της να μην έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Έχοντας κατά νου τα προσόντα και εμπειρία της την αποδεχόμαστε και εμείς ως εμπειρογνώμονα στον τομέα της γενικής ιατρικής.
Η μάρτυρας υιοθέτησε το μέρος του Τεκμηρίου 13 που τιτλοφορείται «Ιατρική Εξέταση», το οποίο συμπλήρωσε η ίδια και στο οποίο αναφέρεται πως εξέτασε την Παραπονούμενη στις 29.2.24 και ώρα 05:10 και ως διαπιστώσεις της αναφέρονται το ότι φέρει εκδορές στην αριστερή παλάμη, στα γόνατα άμφω, στον δεξί αστράγαλο και πως έχει κεφαλαιμάτωμα δεξιά κροταφοβρεγματικά. Οι ως άνω διαπιστώσεις της δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε και της υποβλήθηκε πως ήταν εσφαλμένες.
Ως περαιτέρω ανέφερε, χωρίς και πάλιν να αμφισβητηθεί, δεν εντοπίστηκαν άλλες κακώσεις και η νευρολογική εξέταση κρίθηκε φυσιολογική. Η μάρτυρας ήταν ειλικρινής πως δεν θυμόταν την περίπτωση και έτσι πέραν των όσων κατέγραψε και τα οποία ως ήδη αναφέραμε δεν αμφισβητήθηκαν, δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για ζητήματα που δεν καταγράφονταν, όπως ο χρόνος αναμονής της Παραπονούμενης, τα ρούχα που φορούσε, το σημείο απ’ όπου διαπίστωσε την οσμή βενζίνης καθώς και το ακριβές σημείο στον αστράγαλο όπου εντόπισε εκδορά. Ως δε επίσης ξεκάθαρα ανέφερε, δεν μπορούσε να αναφέρει ούτε πως μπορεί να προκλήθηκαν τα πιο πάνω τραύματα αφού δεν έχει την ειδικότητα του ιατροδικαστή. Παρόλο δε που εν σχέσει με το κεφαλαιμάτωμα που εντόπισε δεξιά κροταφοβρεγματικά, συμφώνησε ότι θα πρέπει κάποιος να χτυπήσει κάπου το κεφάλι του για να υποστεί τέτοια βλάβη, εντούτοις στη συνέχεια ειλικρινώς δέχθηκε κατά την επανεξέταση πως ο μηχανισμός πρόκλησης του εν λόγω τραύματος δεν εμπίπτει στην ειδικότητα της. Όμως σημειώνουμε πως καθ’ όσον αφορά τις εκδορές ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά, ότι η εκδορά μπορεί να προκληθεί από τρίψιμο και πως κρίνοντας από τη ζημιά που φαίνεται να υπέστη το παντελόνι, εν προκειμένω οι εκδορές που εντόπισε θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από τρίψιμο στα σημεία εκείνα. Βέβαια θα πρέπει να καταστεί σαφές πως δεν μπορούμε στο στάδιο αυτό να αποφανθούμε θετικά ως προς το πώς αυτές οι εκδορές προκλήθηκαν, εφόσον και η ίδια η μάρτυρας ανέφερε το πιο πάνω ως ένα πιθανό σενάριο και δεν μπορούσε ως εκ της ειδικότητας της να προσδιορίσει τον μηχανισμό πρόκλησης τους με τρόπο απόλυτο. Ούτε βέβαια ήταν παρούσα κατά τον χρόνο που λάμβαναν χώρα τα επίμαχα γεγονότα, για να μπορεί να διασυνδέσει κάποια εξ αυτών με τις συγκεκριμένες σωματικές βλάβες που εντόπισε.
Τώρα ως προς το ότι μίλησε για εκδορές χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει αν εν προκειμένω είχαν ή όχι αίμα, σημειώνουμε πως τούτο δεν αλλοιώνει τη διαπίστωση της πως είχαν πάντως προκληθεί εκδορές, δηλαδή γδαρσίματα τα οποία εξ ορισμού εξυπακούουν λύση του δέρματος στο συγκεκριμένο σημείο. Ως προς την αναφορά της δε πως διαπίστωσε οσμή βενζίνης σημειώνουμε πως, ως και η ίδια ευκρινώς εξήγησε, επρόκειτο περί δικής της αναφοράς με βάση τη δική της ανθρώπινη εμπειρία και όχι με βάση την εμπειρογνωμοσύνη της. Επομένως δεν θα μπορούσαμε να βασιστούμε στη μαρτυρία της για εξαγωγή ευρήματος αναφορικά με το είδος της ουσίας που εξέπεμπε την εν λόγω οσμή, αλλά πάντως αυτό που μπορεί να λεχθεί χωρίς αμφιβολία, είναι πως διαπίστωσε και η μάρτυρας αυτή, όπως και ο Μ.Κ.3 (αλλά και ο Μ.Κ.5) την οσμή ενός εύφλεκτου υλικού, με βάση πάντα την ανθρώπινη εμπειρία.
Ως προς τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκαν τα Τεκμήρια 1.1 – 1.3, σχετική μαρτυρία έδωσε η Μ.Κ.6. Εν σχέσει με τη μάρτυρα αυτή θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί πως κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας στη Δικανική Χημεία και Τοξικολογική ανάλυση τεκμηρίων. Τα προσόντα της εν λόγω μάρτυρος και η εμπειρογνωμοσύνη της ως χημικού, σε ό,τι αφορά την ανίχνευση και ταυτοποίηση εύφλεκτων υλών σε αστυνομικά τεκμήρια με την μέθοδο ΜΕΘ 03020201, δεν έχουν αμφισβητηθεί από το συνήγορο υπεράσπισης και επομένως έχοντας κατά νου και το βιογραφικό της σημείωμα (Έγγραφο Ζ) αλλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, τη θεωρούμε και εμείς εμπειρογνώμονα στον συγκεκριμένο τομέα.
Η εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας που δεν γνώριζε οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση και δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η γενική δε εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι η εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική της άποψη επί των όσων ερωτάτο, δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία της, συμμορφούμενη πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της[4]. Ως επί το πλείστον δε, η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε αφού οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση, ήταν περισσότερο διευκρινιστικής φύσεως.
Κύρια θέση της η οποία δεν αμφισβητήθηκε ήταν πως εξέτασε τα Τεκμήρια 1.1 – 1.3, για να ανιχνεύσει και να ταυτοποιήσει τυχόν εύφλεκτη ύλη σε αυτά. Τεκμήρια τα οποία, θα πρέπει να σημειωθεί πως της παραδόθηκαν με τον τρόπο που καταγράφηκε σε προηγούμενο σημείο της αξιολόγησης (ανωτέρω) και χωρίς να υποστούν αλλοίωση.
Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της πως για την ανίχνευση και ταυτοποίηση εύφλεκτης ύλης επί των ως άνω τεκμηρίων, εφάρμοσε τη μέθοδο ΜΕΘ 03 02 02 01 με την τεχνική της αέριας χρωματογραφίας με ανιχνευτή ιονισμού φλόγας και αέριας χρωματογραφίας, σε συνδυασμό με φασματογράφο μάζας. Αποδεχόμαστε τη συγκεκριμένη θέση, αφού συνάδει με τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 9 και εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε, ενώ η ίδια επεξήγησε με μεγάλη λεπτομέρεια τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέτασή της, τον τρόπο διενέργειας της εν λόγω μεθόδου. Εξίσου σημαντικό είναι όμως να σημειωθεί πως δεν αμφισβητήθηκε, εν τέλει, ούτε το συμπέρασμα της πως και στα τρία τεκμήρια ανιχνεύθηκε και ταυτοποιήθηκε φωτιστικό πετρέλαιο ή άλλως κηροζίνη, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί η ποσότητα τους, ως με ειλικρίνεια δέχθηκε η μάρτυρας.
Όπως επίσης εξήγησε χωρίς και πάλιν να αμφισβητηθεί το φωτιστικό πετρέλαιο είναι προϊόν απόσταξης του αργού πετρελαίου και χρησιμοποιείται ως καύσιμο, π.χ. σε θερμάστρες που έχουμε στο σπίτι μας ή σε λάμπες φωτισμού ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως καύσιμο σε αεροπλάνα με τη διευκρίνιση όμως, πως το είδος εκείνο είναι διαφορετικό απ’ αυτό που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα για τους πιο πάνω σκοπούς.
Κληθείσα δε να επεξηγήσει τις ιδιότητες της ουσίας αυτής καθώς και τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη χρήση της, κατέθεσε δελτία ασφάλειας που δίνουν διάφορες εταιρείες και πιο συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 16 και 17. Υποστήριξε πως πρόκειται για εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό με όριο ανάφλεξης τους 37 βαθμούς, εξηγώντας πιο εξειδικευμένα ότι παράγονται ατμοί από το υλικό αυτό, οι οποίοι είναι ικανοί, όταν αναπτυχθούν και αναμειχθούν με τον αέρα και βρεθεί μπροστά τους φλόγα ή σπινθήρας, που σίγουρα έχει μεγάλη θερμοκρασία (και σίγουρα μεγαλύτερη των 37-38 βαθμών που είναι το όριο ανάφλεξης της κηροζίνης), να προκαλέσουν φωτιά. Αποδεχόμαστε τη θέση αυτή η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και την οποία διευκρίνισε έτι περαιτέρω, λέγοντας πως όταν αυξάνεται η θερμοκρασία παράγονται περισσότεροι ατμοί και όταν φτάσει στους 38 βαθμούς προκαλείται ανάφλεξη.
Το γεγονός δε ότι ανέφερε ότι η ποσότητα των ατμών που χρειάζεται για να μπορέσει να δημιουργήσει ανάφλεξη, έχει σχέση με την ποσότητα του φωτιστικού πετρελαίου που εμποτίζεται σε κάποιο αντικείμενο ή του υγρού που χύνεται και ότι εξαρτάται και από άλλους παράγοντες όπως η θερμοκρασία, η υγρασία και η ξηρασία, δεν διαφοροποιεί το γεγονός πάντως πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό, ως το χαρακτήρισε με αναφορά στα Τεκμήρια 15 και 16. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση της πως όταν περιχυθεί σε ρούχα χρειάζεται να δημιουργηθούν τέτοιοι ατμοί ώστε στη θερμοκρασία των 38 βαθμών και στην παρουσία φλόγας να μπορεί ν’ ανάψει και πως δεν μπορεί να γνωρίζει τις ακριβείς παραμέτρους αντίδρασης των ρούχων ή την ευφλεξιμότητα τους, παρά το ότι ανέφερε κατά την επανεξεταση πως τα βαμβακερά είναι πιο εύφλεκτα από άλλα είδη ρούχων. Θέση η οποία βέβαια και πάλιν δεν αλλάζει το γεγονός πως πρόκειται για εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό το οποίο μπορεί ν’ ανάψει με σπίθα ή φλόγα από αναπτήρα, η φλόγα του οποίου, όπως τόνισε, έχει θερμοκρασία πολύ μεγαλύτερη από 38 βαθμούς που είναι το σημείο ανάφλεξης της κηροζίνης. Και τούτο παρά το ότι θα πρέπει να αγγίξει η φλόγα το εμποτισμένο αντικείμενο αφού για να αυτοαναφλεγεί το υγρό εντός κλειστού κουτιού ή μπουκάλας πρέπει η θερμοκρασία εξωτερικά να είναι πολύ υψηλή, δηλ. 210-230 βαθμοί κελσίου.
Περιπλέον ως προς τις ιδιότητες του εν λόγω υλικού ανέφερε και πάλιν χωρίς να αμφισβητηθεί ότι είναι επίσης δυνητικά εκρηκτική ύλη και ότι περιπλέον προκαλεί ενοχλήσεις / ερεθισμό στο δέρμα, ενώ είναι θανάσιμη αν καταποθεί. Μπορεί επίσης να προκαλέσει ζαλάδα ή λιποθυμία και είναι τοξική για την υδρόβια ζωή, με μακροπρόθεσμες επιδράσεις στο περιβάλλον. Ως προληπτικά μέτρα ανέφερε μεταξύ άλλων το να μην βρίσκεται το υλικό αυτό κοντά σε φωτιά, σε φλόγες, σε σπινθήρες και να μην καπνίζει κάποιος κοντά σε αυτό. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν και αποτελούν επίσης ευρήματα μας. Το ποια σημασία μπορεί να έχουν επί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, είναι ζήτημα που θα μας απασχολήσει στο πλαίσιο της νομικής πτυχής της υπόθεσης.
B. Επίδικα Γεγονότα (Παραπονούμενη, Μ.Κ.5)
Ένορκη μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα έδωσαν ο Μ.Κ.5 και η Παραπονούμενη. Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.5 σημειώνουμε πως παρόλο που η μαρτυρία του δεν μπορεί να διαφωτίσει ως προς το τι συνέβη κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται πως βρισκόταν μόνη της με τον Κατηγορούμενο, εντούτοις η μαρτυρία του είναι σχετική με τα όσα κατ’ ισχυρισμόν επεσυνέβησαν πριν και μετά. Εκ προοιμίου βέβαια ξεκαθαρίζουμε πως προσεγγίζουμε τη μαρτυρία του με ιδιαίτερη προσοχή, αφού ως ειλικρινώς αναφέρθηκε τόσο από τον μάρτυρα αυτόν (στην πρώτη μάλιστα γραμμή της κατάθεσης του Έγγραφο ΙΣΤ), αλλά και από την ίδια την Παραπονούμενη, οι δύο τους διατηρούν φιλικές σχέσεις. Πέραν όμως τούτου, ο Μ.Κ.5 κατά δική του παραδοχή, είχε εμπλακεί σε προγενέστερη ημερομηνία σε αντιπαράθεση με τον Κατηγορούμενο, με τον Μ.Κ.5 μάλιστα να ισχυρίζεται πως ο Κατηγορούμενος τον μαχαίρωσε κατά τη διάρκεια του εν λόγω προηγηθέντος επεισοδίου. Για το επεισόδιο μάλιστα αυτό ως λέχθηκε εκκρεμεί υπόθεση στο Δικαστήριο. Οι θέσεις αυτές, τις οποίες ο ίδιος ο μάρτυρας προώθησε (ανεξαρτήτως του εάν ευσταθούν ή όχι, ζήτημα το οποίο δεν θα αποφασίσουμε στο στάδιο αυτό), θεωρούμε πως είναι τέτοιες που επιβάλλουν την αντιμετώπιση του, ως μάρτυρα που ενδεχομένως να είχε ίδιον σκοπό να εξυπηρετήσει κατ’ αναλογίαν των νομολογηθέντων στην υπόθεση Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.18.[5]
Συνεπώς είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία του να επηρεάζετο ή να κατευθύνετο από τις πιο πάνω καλές προσωπικές σχέσεις που φαίνεται να διατηρεί με την Παραπονούμενη αφενός και τις διαταραγμένες σχέσεις που φαίνεται να έχει πλέον με τον Κατηγορούμενο αφετέρου. Όμως παρά τον εξονυχιστικό έλεγχο στον οποίο υποβάλαμε τη μαρτυρία του, διαπιστώσαμε πως στην πραγματικότητα επρόκειτο περί ενός προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει ανεπιτήδευτα τα όσα ο ίδιος θυμόταν, εκ των όσων περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εν λόγω ημερομηνία, χωρίς πρόθεση να ωραιοποιήσει καταστάσεις και σίγουρα χωρίς να εντοπίζεται προσπάθεια ευθυγράμμισης της μαρτυρίας του μ’ αυτήν της Παραπονούμενης. Κάτι το οποίο βεβαίως ευθέως θα παρέπεμπε σε προσυνεννόηση. Αντιθέτως, διαπιστώσαμε κάποιες διαφοροποιήσεις στη μαρτυρία του εν συγκρίσει με αυτήν της Παραπονούμενης, κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, ως διαφαίνεται και από την ανάλυση που ακολουθεί, τις οποίες όμως θα πρέπει ευθέως να πούμε πως τις θεωρούμε φυσιολογικές, στο πλαίσιο ενός συμβάντος που μαζί με τα όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν διήρκεσε από το απόγευμα της 28.2.24 μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας. Περιπλέον δε, θεωρούμε πως αυτές ακριβώς οι διαφοροποιήσεις, καταδεικνύουν απουσία προσυνεννόησης μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων, ως προς το τι θα κατέθεταν. Η δε μαρτυρία του Μ.Κ.5 ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί συνάδει με τη λοιπή αξιόπιστη ή και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία στην υπόθεση γραπτή και προφορική, ενώ σε σημαντικό βαθμό δεν αμφισβητήθηκε.
Ως προς την Παραπονούμενη πρέπει να πούμε πως πρόκειται για την ουσιωδέστερη μάρτυρα της υπόθεσης, εφόσον η μαρτυρία της σχετίζεται με τις σοβαρότερες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος (κατηγορίες 1 και 2) και τις οποίες δεν παραδέχθηκε. Συνεπώς προσεγγίσαμε τη μαρτυρία της με άκρα σχολαστικότητα, έχοντας πάντα κατά νου και την ιδιόμορφη σχέση που διατηρούσε με τον Κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε ερωτικό δεσμό για κάποιο διάστημα ο οποίος στη συνέχεια διακόπηκε, όμως υπήρχαν διαφορές αφού, ως υποστήριξε, απειλούσε το παιδί της, έβγαλε μαχαίρια και έκανε διάφορες ζημιές στο αυτοκίνητο της, ενεπλάκησαν μέλη της οικογένειας της, μέχρι του σημείου που ως λέχθηκε από την ίδια, ο αδελφός της περί τον Αύγουστο του 2023 επέφερε τον θάνατο του αδελφού του Κατηγορούμενου. Με τους δύο όμως να εξακολουθούν να έχουν κάποια επικοινωνία ακόμα και μετά το ως άνω τραγικό συμβάν. Οι πιο πάνω πτυχές του ιστορικού τους δεν αμφισβητήθηκαν, με τη μόνη διαφορά ότι η υπεράσπιση υποστήριξε πως συνέχιζαν να έχουν ερωτικό δεσμό κατά τον επίδικο χρόνο, θέση την οποία ωστόσο η Παραπονούμενη δεν συμμερίστηκε, παρά το ότι δέχθηκε ότι είχαν επικοινωνίες με τον θάνατο του αδελφού του Κατηγορούμενου για τους λόγους που ανέφερε και δη για να την αποζημιώσει για τις ζημιές που προκάλεσε στο αυτοκίνητο της αλλά και ένεκα τύψεων λόγω της πρόκλησης του θανάτου του αδελφού του Κατηγορούμενου από τον αδελφό της.
Αυτό όμως που παρατηρήσαμε σε σχέση με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης και οφείλουμε να σημειώσουμε εν πρώτοις, είναι πως η μαρτυρία της διαπνέετο από φυσικότητα και χαρακτηριζόταν από αυθόρμητες και άμεσες απαντήσεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς να εντοπίζεται καμμιά πρόθεση υπεκφυγής. Υπέδειξε βέβαια η υπεράσπιση διάφορα σημεία στη μαρτυρία της που κατά την εισήγηση της υποδηλώνουν, είτε ιδωμένα αφ’ εαυτών είτε συγκρινόμενα με τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων, όπως του Μ.Κ.5 ή και του Μ.Κ.3, πως ήταν αναξιόπιστη και πως η ίδια «έστησε» την υπόθεση αυτή, κάνοντας λόγο για μαχαίρι και περιλούζοντας τον εαυτό της με βενζίνη, για να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο, στον οποίο απέδωσε ψευδώς τις ενέργειες αυτές. Αυτή ήταν ουσιαστικά και η υπεράσπιση που προώθησε η πλευρά του Κατηγορούμενου, ο οποίος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κατέθεσε στο πλαίσιο της διαδικασίας, ως ήταν βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του να πράξει και όπως έπραξε και κατά το ανακριτικό στάδιο, όπου είχε αναφέρει πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 5). Το σύνολο βέβαια των σημείων που υπέδειξε η υπεράσπιση και εν γένει όλες οι θέσεις και εισηγήσεις που τέθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας, ήταν υπόψιν μας αδιάλειπτα κατά τη διεργασία της αξιολόγησης της προσφερθείσας μαρτυρίας, μαρτυρία η οποία σε αρκετά σημεία της σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε.
Επί του ζητήματος όμως της διακοπής του δεσμού όπου υπήρξε αμφισβήτηση, οφείλουμε να πούμε πως το ιστορικό που περιέγραψε η Παραπονούμενη χωρίς να αμφισβητηθεί, δεν υποστηρίζει τη θέση της υπεράσπισης περί συνέχισης του δεσμού, ιδίως αν συνοπολογιστεί πως παραδεκτώς ο αδελφός της Παραπονούμενης επέφερε το θάνατο του αδελφού του Κατηγορούμενου τον Αύγουστο του 2023. Εν πάση περιπτώσει η θέση αυτή της υπεράσπισης παρέμεινε σε επίπεδο υποβολής και μόνον προς τη μάρτυρα. Υποβολής η οποία, δεν έγινε αποδεκτή και παρέμεινε ως εκ τούτου μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη, αφού δεν υποστηρίχθηκε από άλλη μαρτυρία.
Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία επί των ουσιαστικών γεγονότων, σημειώνουμε κατ’ αρχάς πως δεν αμφισβητήθηκε πως την 28.2.24 (ημέρα Τετάρτη), ο Μ.Κ.5 συναντήθηκε με την Παραπονούμενη και κάποιες φίλες του, ήτοι μια ξαδέρφη του (την Ε.Χ) και μια φίλης της εξαδέλφης του, την Άντρια. Έγινε βέβαια πολύς λόγος από την υπεράσπιση για το ότι ο μεν Μ.Κ.5 ανέφερε πως συναντήθηκαν στην Πύλα περί τις 15:30-16:00, η δε Παραπονούμενη ανέφερε πως συναντήθηκαν στις 17:30-18:00 στη Λάρνακα, λέγοντας μάλιστα πως το όχημα της το άφησε κάπου στα Λιβάδια και πως στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο όχημα του Μ.Κ.5 με το οποίο έκαναν βόλτες. Η πιο πάνω διαφοροποίηση που παρατηρείται στη μαρτυρία των δύο ως προς την ώρα και το σημείο συνάντησης, δεν θεωρούμε πως είναι τέτοια που να μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία είτε του Μ.Κ.5 είτε της Παραπονούμενης, ιδιαίτερα αφού θέση της Παραπονούμενης ήταν πως ο Μ.Κ.5 μετέβαινε συχνά στην Πύλα, γεγονός το οποίο εξηγεί και το γιατί μπορεί εσφαλμένα να αναφέρθηκε στο χωριό αυτό. Το ουσιώδες εδώ είναι πάντως πως έχοντας συναντηθεί είτε στην Πύλα είτε στη Λάρνακα, επιβιβάστηκαν στο όχημα του Μ.Κ.5 και πως μαζί και με τα δύο άλλα πρόσωπα που αναφέρθηκαν έκαναν βόλτα με το αυτοκίνητο, χωρίς να σταματήσουν σε κάποιο συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής, παρότι η Παραπονούμενη ανέφερε πως σταμάτησαν κάπου χωρίς να κατεβούν και ο Μ.Κ.5 πως αγόρασε σάντουιτς από κάποιο πλανόδιο. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν αφού καμμιά υποβολή τέθηκε είτε στην Παραπονούμενη είτε στον Μ.Κ.5, πως δεν είχαν συναντηθεί ως ήταν η θέση τους. Η δε θέση που τέθηκε στην Παραπονούμενη υπό τύπον υποβολής πως την είχε παραλάβει από το σπίτι της εξ αρχής ο Μ.Κ.5 δεν έγινε δεκτή και παρέμεινε μετέωρη αφού δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Το γιατί βέβαια μπορεί να επέλεξε ο Μ.Κ.5 και η Παραπονούμενη καθώς και η λοιπή παρέα να ενεργήσουν έτσι, δηλαδή να περιφέρονται για ώρες χωρίς ουσιαστικά να επισκεφτούν κάποιο συγκεκριμένο μέρος, σίγουρα δεν αφορά την παρούσα.
Αυτό όμως που είναι σημαντικό είναι πως ο Μ.Κ.5 κατά τη διάρκεια της βόλτας αντιλήφθηκε ότι η Παραπονούμενη συζητούσε έντονα με τον Κατηγορούμενο, τον οποίο δεν αμφισβητήθηκε πως ήδη γνώριζε ο Μ.Κ.5 από προηγουμένως. Ενδεικτικό της αντικειμενικότητας με την οποία κατέθετε ο Μ.Κ.5, ήταν το γεγονός ότι χωρίς περιστροφές ανέφερε τόσο στην κατάθεση του όσο και προφορικά πως «εξιτημάζουνταν μεταξύ τους στο τηλέφωνο όταν την κάλεσε από το κινητό του». Επεξηγώντας ειλικρινώς, πως με αυτό εννοούσε πως εκστόμιζαν υβρισίες εκατέρωθεν και δείχνοντας έτσι ευθέως πως δεν είχε κώλυμα στο να αποδώσει αρνητικές συμπεριφορές και στην Παραπονούμενη, παρά τη φιλική τους σχέση. Αντελήφθη επίσης ως η θέση του, ότι μίλησαν και τηλεφωνικώς αλλά και μέσω μηνυμάτων και ότι η Παραπονούμενη «εδισπήρκαν». Με περισσή δε ειλικρίνεια και χωρίς δεύτερη σκέψη ή ενδοιασμό ανέφερε πως δεν ήξερε τι συζητούσαν στα μηνύματα. Κάτι που ενισχύει την εντύπωση μας πως ο μάρτυρας δεν προσπαθούσε να ευθυγραμμίσει τη μαρτυρία του με αυτή της Παραπονούμενης, αλλά περιοριζόταν καθαρά ν’ αναφέρει, μόνο όσα πράγματι περιήλθαν στην αντίληψη του.
Βέβαια εξίσου σημαντικό είναι πως οι πιο πάνω αναφορές του συνάδουν με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, της οποίας η θέση ήταν πως ενώ βρισκόταν στη Λάρνακα, ο Κατηγορούμενος της απέστελλε απειλητικά μηνύματα στην εφαρμογή Signal, (μηνύματα τα οποία άρχισε να αποστέλλει και πριν ακόμα από τις 17:00 που έφυγε από το σπίτι) και τα οποία συνεχίστηκαν μέχρι και τις πρώτες πρωϊνές ώρες της επόμενης μέρας. Μηνύματα τα οποία ο Κατηγορούμενος είχε ρυθμισμένα να διαγράφονται αυτόματα σε κάποια δευτερόλεπτα και με τα οποία την απειλούσε να φύγει απ’ εκεί που ήταν[6], οδηγώντας την έτσι, ως ήταν ευλόγως αναμενόμενο, να πιστέψει πως την παρακολουθούσε, χωρίς ωστόσο η ίδια να τον έχει δει οπουδήποτε. Σημαντικό είναι πως κάποια από τα μηνύματα πρόλαβε να τα απαθανατίσει με στιγμιότυπα οθόνης («screenshots») και τα αποθήκευσε και είναι τα μηνύματα που ο Μ.Κ.1 ανέφερε πως του παρέδωσε η Παραπονούμενη (βλ. Τεκμήριο 7).
Σε σχέση με αυτά πρέπει να πούμε κατ’ αρχάς πως δεν αμφισβητήθηκε πως ανταλλάγησαν μεταξύ τηλεφωνικών αριθμών που ανήκουν στον Κατηγορούμενο και στην Παραπονούμενη αντίστοιχα. Υπέδειξε η υπεράσπιση όμως πως δεν φαίνεται ο χρόνος ή ημερομηνία αποστολής, εισηγούμενη εμμέσως πλην σαφώς πως δεν δύνανται να διασυνδεθούν με την απαραίτητη βεβαιότητα, με την επίδικη ημερομηνία. Είναι πράγματι γεγονός πως στο Τεκμήριο 7, δεν εντοπίζονται αναφορές που να παραπέμπουν στην ημερομηνία και πως φαίνονται μόνο, σε κάποια εξ αυτών, οι ώρες. Όμως η Παραπονούμενη ήταν ξεκάθαρη ως προς το πότε απεστάλησαν και μάλιστα επεξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα και το γιατί δεν εμφαίνεται η ημερομηνία και η ώρα σε όλα (βλ. πρακτικά 13.3.25, σελ. 45, γρ. 30-31, σελ. 46).
Επί τούτου πρέπει κατ’ αρχάς να πούμε, πως η θέση της πως της απέστελλε μηνύματα τα οποία ενείχαν το στοιχείο του εκφοβισμού, τη δεδομένη ημερομηνία υποστηρίζεται από τις ίδιες τις παραδοχές του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 8 και 9 επί του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα με την κατηγορία 8 παραδέχθηκε πως κατά την 28.2.24 μέσω μηνύματος απείλησε την Παραπονούμενη με τις λέξεις: «Φύε όσο πιο μακριά γίνεται, φύε ρα Ε., πιάστον τζαι φύετε, χωστείτε. Ερκουμαι οπλισμένος ο σατανάς ο μαύρος φύετε», και με την κατηγορία 9 πως την απείλησε και πάλιν μέσω μηνύματος με τις λέξεις: «Ρε φύε τζαι σου, τζαι τζίνος, θα σε κόψω κομματούθκια ρα. Φυετε πολλά μακρυά ρα θα το μετανιώσεις αλλά είναι αργά. Κλείω το τηλ μου τζαι έρκουμαι πάνω σου, φύετε».
Τα εν λόγω μηνύματα περιέχονται στο Τεκμήριο 7, κάτι το οποίο υποστηρίζει έτι περαιτέρω τη θέση της Παραπονούμενης στην οποία παρέμεινε σταθερή μέχρι τέλους, πως τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 7 αφορούσαν μηνύματα και κλήσεις κατά την επίδικη ημερομηνία δηλ. 28.2.24 και τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 29.2.24, προτού συναντηθούν. Εξάλλου δεν τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης πως τα μηνύματα που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος πως απέστειλε στις 28.2.24 μέσω των κατηγοριών 8 και 9, απεστάλησαν υπό άλλες περιστάσεις απ’ αυτές που με ευκρίνεια εξήγησε η Παραπονούμενη.
Το δε περιεχόμενο τους συνάδει με τη θέση του Μ.Κ.5 πως «εξιτμάζουνταν». Συνάδει όμως και με τη θέση της Παραπονούμενης πως αποστέλλονταν επανειλημμένα, εξ ου και η θέση του Μ.Κ.5 πως η Παραπονούμενη «εδισπήρκαν». Περιπλέον το περιεχόμενο τους συνάδει επίσης με τη θέση της πως κάποια εξ αυτών περιείχαν απειλητικό περιεχόμενο. Πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως επιμαρτυρείται και από την παραδοχή του Κατηγορούμενου στην πέμπτη κατηγορία, οι λεπτομέρειες της οποίας του αποδίδουν πως στις 28.2.24 και 29.2.24 προέβη εν γνώσει του σε συμπεριφορά η οποία προκάλεσε παρενόχληση στην Παραπονούμενη, αφού επανειλημμένα απέστειλε στην τελευταία απειλητικά και ενοχλητικά μηνύματα και επανειλημμένα προέβη σε απειλητικά και ενοχλητικά τηλεφωνήματα, προκαλώντας της έτσι ανησυχία.
Το περιεχόμενο όμως των εν λόγω μηνυμάτων συνάδει και με τη θέση της Παραπονούμενης πως αποστέλλονταν και κατά το χρόνο που βρισκόταν στη Λάρνακα, δηλαδή μετά τις 17:00 της επίδικης ημερομηνίας. Ενδεικτικά παραθέτουμε τα κάτωθι:
1. «Pio lako ra 17:01» (σελ. 9 Τεκμήριο 7).
2. «Ra ma en antrepese ra 17:09» (σελ. 9 Τεκμήριο 7).
3. «8kiaole ra piasme til tr 17:15»(σελ. 9 Τεκμήριο 7).
Σημειώνεται εδώ πως του μηνύματος αυτού είχαν προηγηθεί δύο αναπάντητες κλήσεις του Κατηγορούμενου στις 17:09 και στις 17:14.
4. «Eisai mazi ntou ra poutana 17:17»(σελ. 9 Τεκμήριο 7).
5. «Ra tr Ena ton anikso 17:18»(σελ. 9 Τεκμήριο 7).
6. «Gmt mana ntou ra Jilla pou en 8ato kamo 17:18» (σελ. 9 Τεκμήριο 7).
7. «Tr na dis inta ls Ena se stisoun».
8. «mmixalisaggeli aggeli 22:53
To mono pou exo na supo feie feie osso poio makria ginete feie ra elena piaston je fiete xostite erkoume oplismenos o Satanas o mauros feiete» (σελ. 1, Τεκμήριο 7)
9. «mmixalisaggeli aggeli 23:02
Ra feie
je sou je jinos
8ase kamo komatou8kia ra
Feiete pola makria ra
8ato meta niosis alla einai arga
Klioto til mu je erkoume pano s
Fiete» (σελ. 2, Τεκμήριο 7)
Σημειώνεται πως το εν λόγω μήνυμα συνοδεύεται με φωτογραφία από γάντια σκούρου χρώματος, τα οποία η ίδια ανέφερε πως τα εξέλαβε ως απειλή ή ετοιμότητα του για να υλοποιήσει τις πράξεις του.
10. «mmixalisaggeli aggeli 23:06
Fiete ra katalavis fiete
Ra feie makria fiete
Ra feie
Akoume feie
Piasto til je fiete erkoume oplismenos
Fiete
Orkizoume su fiete»
11. «8ato krouso» (χωρίς ώρα - σελ. 8 Τεκμήριο 7)
Σε σχέση με αυτό το τελευταίο μήνυμα μάλιστα πρέπει να σημειωθεί πως η Παραπονούμενη εξήγησε προφορικά κατά τρόπο πειστικό ότι την απείλησε ότι θα της «κρούσει το αυτοκίνητο», αλλά δεν πρόλαβε να λάβει στιγμιότυπο οθόνης γιατί μετά από 4 δευτερόλεπτα διαγράφονταν τα μηνύματα. Θέση η οποία με τη σειρά της υποστηρίζεται και αυτή από τα όσα καταγράφονται στην αρχή των σελίδων 5 και 8, όπου πράγματι αναφέρεται σε καθορισμένο χρόνο εξαφάνισης μηνυμάτων «4 δευτερόλεπτα» και «6 δευτερόλεπτα».
Επομένως αποδεχόμαστε πως τα μηνύματα του Τεκμηρίου 7 απεστάλησαν από τον Κατηγορούμενο προς την Παραπονούμενη και πως αυτά αποστέλλονταν από τις 17:00 της επίδικης ημερομηνίας 28.2.24 μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 29.2.24 ως ήταν η θέση της Παραπονούμενης και πως μεταξύ αυτών παρεμβάλλονταν και κλήσεις, οι πλείστες αναπάντητες. Παραπέμπουμε σχετικά στις σελίδες 11 και 12 του Τεκμηρίου 7 όπου καταγράφονται 13 συνολικά αναπάντητες κλήσεις του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη στις 29.2.24 (μεταξύ των ωρών 02:01 μέχρι 02:55) και μια απορριφθείσα (02:55). Βέβαια τις επίμονες ανεπιτυχείς κλήσεις του επιβεβαιώνουν και τα δεδομένα που εξήχθησαν από το κινητό του ίδιου του Κατηγορούμενου αφού σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των αστυφυλάκων που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση, στις 28.02.24, επιχειρήθηκαν επτά εξερχόμενες κλήσεις προς τον αριθμό της Παραπονούμενης (τον οποίο ο Κατηγορούμενος είχε καταχωρημένο με το όνομα «Ate Pale»), χωρίς ανταπόκριση, ενώ μια κλήση που επιχειρήθηκε μέσω Whatsapp, απορρίφθηκε.
Πέραν των αναπάντητων κλήσεων όμως, αποδεχόμαστε πως υπήρξε μεταξύ τους και συνομιλία ως ήταν η θέση του Μ.Κ.5, η οποία υποστηρίζεται και από την ηχογραφημένη συνομιλία Τεκμήριο 1.7, η οποία ως ήδη λέχθηκε αποηχογραφήθηκε και καταγράφηκε στην κατάθεση του Μ.Κ.1, Έγγραφο Β.
Εξάλλου και η Παραπονούμενη αποδέχθηκε ότι είχαν μιλήσει και τηλεφωνικώς, κάτι που ως διαφάνηκε και από τα λεγόμενα της δεν ήταν ασύνδετο με την αφόρητη πίεση που της εξασκείτο από τον Κατηγορούμενο με τις αλλεπάλληλες κλήσεις και μηνύματα που δεχόταν[7]. Αποδεχόμαστε επίσης πως το Τεκμήριο 7 δεν αποτυπώνει το πλήρες φάσμα των επικοινωνιών τους, αφού ως λέχθηκε τα μηνύματα διαγράφονταν σε κάποια δευτερόλεπτα μετά την αποστολή τους και πως στο Τεκμήριο 7 περιλαμβάνονται κάποια που κατάφερε να απαθανατίσει ως στιγμιότυπα οθόνης από το κινητό της. Τη θέση αυτή την αποδεχόμαστε αφού, ως ήδη υποδείξαμε, υποστηρίζεται και από το ίδιο το Τεκμήριο 7 (βλ. σελ. 5 και 8), από όπου προκύπτει πως υπήρχε καθορισμένος χρόνος εξαφάνισης των μηνυμάτων, ο οποίος προκύπτει να ήταν μάλιστα και μεταβαλλόμενος (4 και ακολούθως 6 δευτερόλεπτα). Επομένως έτσι θεωρούμε πως δικαιολογούνται και οι αναφορές της Παραπονούμενης σε διάφορους χρόνους εξαφάνισης των μηνυμάτων κατά τη μαρτυρία της, επειδή ακριβώς ο χρόνος εξαφάνισης δεν ήταν σταθερός.
Όμως το πιο σημαντικό στοιχείο που αναδύεται από τα εν λόγω μηνύματα του Τεκμηρίου 7, είναι πως καταδεικνύουν πως στο στάδιο εκείνο ο Κατηγορούμενος προφανώς πίστευε ή γνώριζε πως η Παραπονούμενη βρισκόταν μαζί με κάποιον άλλο άντρα και υποδηλώνουν αναμφίβολα και τον πολύ έντονο θυμό του Κατηγορούμενου για το γεγονός αυτό, ο οποίος συμπεριλαμβάνει και το πρόσωπο αυτό στα εκφοβιστικά μηνύματα που απέστελλε (βλ. σελ. 2 Τεκμήριο 7 «…piaston je fiete xostite erkoume oplismenos o Satanas o mauros feiete, σελ. 3-4 και σελ. 9 «Eisai mazi ntou ra poutana»).
Εξ ου και το απόλυτα φυσιολογικό συμπέρασμα και πεποίθηση της Παραπονούμενης πως ο Κατηγορούμενος, παρότι είχαν χωρίσει, εξακολουθούσε να την ζηλεύει, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «τούτο ήταν το κύριο στοιχείο που μαλλώναμε» ενώ σε ερώτηση πόσο τη ζήλευε ανέφερε «Αρκετά πολλά από τη στιγμή που δεν έχουμε σχέση και ζητούσε να με βλέπει και ζήλευε και έγιναν τούτα ούλλα, νομίζω αρκετά». Ζήλια η οποία προκύπτει να ήταν και ο λόγος για τα προβλήματα που είχαν και για τον οποίο απέστελλε τη δεδομένη μέρα τα μηνύματα με το πιο πάνω περιεχόμενο, εφόσον φαίνεται πως πίστευε πως, κατά τον δεδομένο χρόνο, ήταν με κάποιον άλλο άντρα. Μηνύματα με τα οποία την καλεί, μεταξύ άλλων, να φύγει απ’ εκεί που είναι, την απειλεί ότι είναι οπλισμένος και ότι θα την κάνει «κομματούθκια» και ότι θα κρούσει το όχημα της. Το περιεχόμενο των μηνυμάτων αυτών καθιστά απόλυτα φυσιολογικό και το ότι πέραν από ανησυχία[8], η ίδια αισθάνθηκε, ως υποστήριξε και φόβο και σκέφτηκε ότι ήθελε να μεταφέρει το αυτοκίνητο της στο σπίτι της. Φόβος δικαιολογημένος αν αναλογιστεί κάποιος και το ιστορικό της σχέσης τους, ως το ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, όπου ο ίδιος της είχε και στο παρελθόν προκαλέσει ζημιές στο όχημα της, γεγονός που όπως υποδείξαμε παρέμεινε αναντίλεκτο.
Επομένως αποδεχόμαστε τη θέση της, ως εντοπίζεται στην κατάθεση της (Έγγραφο Γ), πως περί τη 1 π.μ. πήγε το όχημα της στο σπίτι της όπου και το άφησε και ότι απ΄ εκεί συνέχισε τη βόλτα με το όχημα του Μ.Κ.5. Ό,τι άλλο είναι σημαντικό να τονιστεί είναι πως τοποθετεί αυτή την ενέργεια περί τη 01:00π.μ. (της 29.2.24) και πως κατά τον δεδομένο χρόνο δεν ήταν πλέον οι φίλες τους μαζί τους. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως κατά την προφορική της μαρτυρία ανέφερε πως η μετάβαση στην οικία της για να αφήσει το αυτοκίνητο της έγινε περί τις 7μ.μ (της 28.2.24). Όμως ήταν προφανές από τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέτασή της επί τούτου, πως ένεκα της παρόδου χρόνου, δεν ενθυμείτο ορθά την ώρα και παρέπεμψε στην κατάθεση της, την οποία έδωσε πιο κοντά στα γεγονότα. Κάτι το οποίο πρέπει να πούμε πως βρίσκουμε απολύτως λογικό και φυσιολογικό.
Επιστρέφοντας τώρα στα γεγονότα, σημειώνουμε πως και ο Μ.Κ.5 υποστήριξε πως περί τη 1 π.μ. (της 29.2.24) άφησαν τις άλλες δύο κοπέλες, με τη θέση του αυτή να μην έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση (σε αντίθεση με τη θέση που τέθηκε στην Παραπονούμενη κατά τη δική της αντεξέταση πως η μια κοπέλα ήταν μαζί τους). Τη θέση αυτή του Μ.Κ.5 την αποδεχόμαστε εφόσον πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, δεν εντοπίζουμε ούτε και κάποιο λόγο για να ψευσθεί επί του προκειμένου ο Μ.Κ.5, η μαρτυρία του οποίου βρισκόταν σε συνοχή με αυτή της Παραπονούμενης. Βέβαια δεν μας διαφεύγει πως ο Μ.Κ.5 ανέφερε πως έχοντας αφήσει τα άλλα δύο πρόσωπα, πήρε την Παραπονούμενη στην οικία της στη 01:00π.μ. και την άφησε και πως απ’ εκεί και πέρα εκτυλίχθηκαν (στην απουσία του) τα επίμαχα γεγονότα οπόταν και η Παραπονούμενη τον κάλεσε στο τηλέφωνο μετά από 15-20 λεπτά για να την πάρει στον Σταθμό, λέγοντας του κλαίγοντας, πως την χτύπησε ο Κατηγορούμενος και την «έλουσε πεζίνα».
Βέβαια η θέση του Μ.Κ.5 ως προς την ώρα που μετέφερε με το όχημα του την Παραπονούμενη στην οικία της, με βάση την οποία εκ των πραγμάτων τοποθετούνται χρονικά και οι λοιπές του αναφορές, δεν συνάδει χρονικά με το Τεκμήριο 13. Τεκμήριο το οποίο, ως ήδη λέχθηκε, δεν αμφισβητήθηκε και από το οποίο προκύπτει πως η Παραπονούμενη μετέβη στον εν λόγω Σταθμό στις 03:50. Και λέγουμε τούτο, εφόσον αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.5 ότι περί τη 01:00π.μ. του ζήτησε να τη μεταφέρει και πως αφού τη μετέφερε, αυτή τον κάλεσε περί τα 15-20 λεπτά μετά και αυτός σε 10 λεπτά περίπου έφτασε εκεί και τη μετέφερε στο Σταθμό, όπου χρειάστηκαν άλλα περίπου 10 λεπτά για να φτάσουν. Αναφορές οι οποίες αθροιστικά ιδωμένες, δεν συνάδουν με τη μετάβαση στον Σταθμό στις 03:50, ως η αναντίλεκτη αναφορά επί του Τεκμηρίου 13.
Το γεγονός όμως ότι φαίνεται πως ο Μ.Κ.5 δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με ακρίβεια στην ώρα, δεν σημαίνει βεβαίως πως εν γένει ψεύδεται. Ό,τι φαίνεται είναι πως ο Μ.Κ.5 προφανώς μπέρδεψε την ώρα που πήγε στην οικία της Παραπονούμενης την πρώτη φορά έτσι ώστε αυτή να αφήσει το αυτοκίνητο της και να την παραλάβει με το δικό του, με τη δεύτερη φορά που ήταν και η πιο σημαντική και η οποία ως ήταν αναμενόμενο εντυπώθηκε στο μυαλό του. Αφού μετά απ’ αυτήν έλαβαν χώρα τα ισχυριζόμενα από την Παραπονούμενη γεγονότα. Το γεγονός αυτό, όχι μόνο δεν κρίνεται ικανό για να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Κ.5, αλλά αντιθέτως ενισχύει την αντίληψη μας πως δεν υπήρξε προσπάθεια προσυνεννόησης με την Παραπονούμενη, η οποία στην κατάθεση της, η οποία δόθηκε ακριβώς μετά τα γεγονότα, ανέφερε ρητώς ότι το συμβάν επεσυνέβη στις 03:20, ότι κάλεσε τηλεφωνικώς τον Μ.Κ.5 στις 03:22 και ότι αυτός ακολούθως επέστρεψε και την πήρε για να την μεταφέρει στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου για τα περαιτέρω. Θέση η οποία, πρέπει να πούμε πως, αν ληφθεί υπόψη και ο χρόνος που χρειάστηκε ο Μ.Κ.5 για να επιστρέψει στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 6 (περί τα 8-10 λεπτά σύμφωνα με μη αμφισβητηθείσα θέση του Μ.Κ.5), καθώς και ο χρόνος μετάβασης απ’ εκεί στο Σταθμό, που ως η αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.5, απείχε και πάλιν περί τα 10 λεπτά, συνάδει χρονικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13. Το οποίο ως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε και από το οποίο προκύπτει πως η Παραπονουμενη μετέβη στον εν λόγω Σταθμό στις 03:50.
Τώρα, ως προς το ότι κατά την αντεξέταση της η Παραπονούμενη, ερωτηθείσα πού την άφησε ο Μ.Κ.5 στη 01:00 η ώρα, αυτή άρχισε να περιγράφει τη δεύτερη φορά που πήγε στην οικία της που αφορούσε τα κυρίως γεγονότα που οδήγησαν στην καταγγελία, θεωρούμε πως επρόκειτο ξεκάθαρα περί προφανούς σύγχυσης της Παραπονούμενης ως προς τη στιγμή για την οποία καλείτο να απαντήσει. Σύγχυση η οποία δεν ξενίζει ιδιαίτερα, αφού θεωρούμε πως δεν ήταν ασύνδετη με τον τρόπο που της υποβλήθηκε η ερώτηση, μέσω της οποίας ερωτάτο πού την άφησε ο Μ.Κ.5 στη 01:00 π.μ.. Και τούτο, εφόσον η ίδια η μάρτυρας ποτέ δεν είχε πει πως στη 1 π.μ. την άφησε ο Μ.Κ.5 στο σπίτι της, αλλά θέση της κατά την κυρίως εξέταση (βλ. και Έγγραφο Γ, σελ. 1, γρ. 10-13) ότι στη 1 π.μ. η ίδια πήγε με το όχημα της εκεί για να το αφήσει και ότι ακολούθως επιβιβάστηκε στο όχημα του Μ.Κ.5[9] με το οποίο συνέχισαν τη βόλτα τους. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε τη σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης της: «Κυρία μάρτυς, φτάσαμε λοιπόν η ώρα 1 το βράδυ στο σπίτι σας. Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ που σας άφησε ο Κωνσταντίνος;[10]» Επομένως θεωρούμε απόλυτα φυσιολογικό το ότι η ίδια αντελήφθη πως ερωτάτο για την περίπτωση που ευρισκόμενη στο όχημα του Μ.Κ.5 αυτός την άφησε στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 6, για να ακολουθήσουν τα κρίσιμα επίδικα γεγονότα. Ευρισκόμενη δε πλέον υπό την πεπλανημένη αντίληψη (ως εκ της ως άνω ερώτησης) πως ήταν στη 01:00 π.μ. που την άφησε ο Μ.Κ.5 στο σπίτι της, αφού ως πολλάκις ανέφερε η ίδια δεν θυμόταν τις ώρες, δεν ξενίζει ούτε το γεγονός πως στη συνέχεια εξακολούθησε να αναφέρεται στα κρίσιμα γεγονότα ως έχοντα επισυμβεί περί τη 1 π.μ. αντί περί τις 3 π.μ., που ήταν και η αρχική της τοποθέτηση στην κατάθεση της. Με την υπεράσπιση να «εκμεταλλεύεται» την αναφορά της αυτή και να της υποβάλλει πως δεν συνάδουν οι χρονικές της αναφορές με το ότι μετέβη στην αστυνομία στις 03.50 π.μ.. Όμως στην πραγματικότητα η μαρτυρία της επί του προκειμένου παρουσίαζε πλήρη συνοχή, απλώς η ίδια δεν μπορούσε, ως εξάλλου και η ίδια παραδέχθηκε ευθαρσώς σε διάφορα σημεία, να ενθυμείται ώρες, εξ ου και καλούσε τον συνήγορο υπεράσπισης να την ερωτά αναφορικά με γεγονότα και όχι ημερομηνίες ή ώρες.
Το ότι όμως πράγματι των επίμαχων γεγονότων είχε προηγηθεί η μετάβαση της Παραπονούμενης στην οικία της και η άφεση του οχήματος της εκεί (περί τη 01:00 π.μ. ως ήταν η θέση της), υποστηρίζεται και από τη συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο αργότερα, περί τις 02:45, ήτοι λίγο πριν κατεβεί για να τον συναντήσει τη δεύτερη φορά που πήγε στο σπίτι της. Και αναφερόμαστε βέβαια στη συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο, η οποία ηχογραφήθηκε και ευρίσκεται στο Τεκμήριο 1.7 αλλά και απομαγνητοφωνημένη στο Έγγραφο Β γραμμές 5-20, όπου ο Κατηγορούμενος την ρωτά αν είναι στο δωμάτιο της, την διατάζει να βγει αμέσως έξω, απειλώντας πως αν δεν το κάνει θα ανέβει ο ίδιος πάνω και θα κόψει «τη κκελλέ» του γιου της «όπως το κολοκούι». Αναφορά η οποία αναμφίβολα καταδεικνύει πως ο Κατηγορούμενος κατά τον εν λόγω χρόνο δεν πίστευε πλέον πως η Παραπονούμενη ήταν με κάποιο άλλο άντρα, όπως καταδείκνυαν τα προγενέστερα μηνύματα, αλλά ότι ήταν στο σπίτι της. Πίστη η οποία δεν θεωρούμε πως ήταν ασύνδετη με το γεγονός ότι ευρισκόμενος κατά τον δεδομένο χρόνο στην περιοχή της οικίας της είχε δει το όχημα της σταθμευμένο εκεί, κάτι που και η ίδια η Παραπονούμενη εύλογα υποστήριξε κατά τη μαρτυρία της[11]. Όχημα το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Παραπονούμενης είχε αφεθεί εκεί περί τη 01:00.π.μ. από την ίδια, υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε και στις οποίες αναφορά έγινε ανωτέρω.
Σημειώνουμε δε πως καταχωρήθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως το ηχογραφημένο μήνυμα Τεκμήριο 1.7 έχει το συγκεκριμένο περιεχόμενο που αναφέρεται στο Έγγραφο Β γραμμές 5-20, ενώ ουδέποτε υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη πως αυτό δεν ηχογραφήθηκε κατά το χρόνο που ανέφερε, δηλαδή λίγο πριν τη στιγμή που την άφησε ο Μ.Κ.5 πλησίον της οικίας της και συνάντησε τον Κατηγορούμενο. Αντίστοιχα, ούτε στον Μ.Κ.5 τέθηκε οποιαδήποτε αντίθετη υποβολή, ο οποίος ανέφερε πως ήταν παρών και άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει τα συγκεκριμένα λόγια στην Παραπονούμενη, πριν αυτή του ζητήσει να την πάρει και να την αφήσει κοντά στην οικία της, φοβούμενη πλέον έντονα για την ασφάλεια του γιου της εξαιτίας των όσων εκστόμισε ο Κατηγορούμενος έναντι του. Θέση η οποία υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο της εν λόγω συνομιλίας το οποίο ομιλεί αφ’ εαυτού:
«Παραπονούμενη: Ε, ναι
Κατηγορούμενος: Είσαι μες την Κάμαρη σου;
Παραπονούμενη: Ρε μπορείς να με αφήκεις ήσυχη ρε κουμπάρε δεν ημπορώ;
Κατηγορούμενος: Ρα είσαι μες την Κάμαρη, είσαι μες την Κάμαρη σου τωρά;
Παραπονούμενη: Ναι ρε, να μπου θέλεις;
Κατηγορούμενος: Να φκω εγιώ πάνω καλό τώρα.
Παραπονούμενη: Έλα να σου πω εννα σταματήσεις να με απειλάς;
Κατηγορούμενος: Εν τζαι απειλώσε.
Παραπονούμενη: Ε μεν με απειλάς ρε κουμπάρε.
Κατηγορούμενος: Ρα εννα σου κόψω την κελλε του γιου σου να σου την φέρω όπως το κολοκούι που εννα σου την φέρω ρε πελλέ, έφκα πόξω λαλώ σου ρα Έλενα, καταλάβεις;
Παραπονούμενη: Ρε μα τωρά σοβαρομιλάς;
Κατηγορούμενος: Ρα έφκα πόξω.
Παραπονούμενη: Απειλάς με για το μωρό μου έτσι πράματα;
Κατηγορούμενος: Ρα έφκα πόξω, εν καλά που σου λαλώ ρε πελλέ.
Παυλήμπεη: Ε κουμπάρε εν έσχεις υπόθεση.».
(έμφαση δοθείσα)
Παρεμβάλλουμε δε εδώ πως η τοποθέτηση της συνομιλίας αυτής περί τις 02:45 συνάδει και με την μετέπειτα χρονική τοποθέτηση των γεγονότων από την Παραπονούμενη[12] ως την καταγράψαμε αμέσως πιο πάνω. Γεγονότα τα οποία, κατέληξαν, ως προείπαμε, στη μετάβαση της στον αστυνομικό σταθμό στις 03:50.
Τώρα ως προς το σημείο που την άφησε o Μ.Κ.5 σημειώνουμε πως θέση της ήταν πως μετά από την τελευταία συνομιλία στις 02:45 στο πλαίσιο της οποίας εξέφρασε πρόθεση χρήσης βίας έναντι του γιου της και επειδή της είχε στείλει και άλλα μηνύματα με τα οποία της έλεγε πως βρισκόταν στο «λαστιχάρικο» (βλ. σημείο 3, Τεκμήριο 6) που είναι κοντά στο σπίτι της (βλ. σημείο 2, Τεκμήριο 6) και επειδή ακριβώς τον φοβόταν αλλά ταυτόχρονα ήθελε να πάει σπίτι της, γιατί εκεί ήταν ο ανήλικος γιος της, εναντίον του οποίου ο Κατηγορούμενος είχε εκφράσει την πρόθεση του να του κάνει κακό, ζήτησε από τον Μ.Κ.5 να την αφήσει από την αντίθετη πλευρά απ’ αυτήν που βρισκόταν το «λαστιχάρικο». Με σκοπό βέβαια να αποφύγει να συναντηθεί μαζί του, αφού αυτός της έλεγε πως βρισκόταν εκεί[13]. Βέβαια ο Μ.Κ.5, ο οποίος, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, επιβεβαίωσε τη μαρτυρία της Παραπονούμενης ως προς το σημείο που την άφησε (σημείο 1), εντούτοις ο ίδιος ανέφερε πως είχε αντιληφθεί πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν κάτω από το σπίτι της Παραπονούμενης και όχι στο λαστιχάρικο. Με την υπεράσπιση να εισηγείται πως εφόσον σύμφωνα με τον Μ.Κ.5 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν κάτω από το σπίτι της, σημαίνει πως η Παραπονούμενη πηγαίνοντας εκεί ήθελε να τον συναντήσει.
Επί τούτου πρέπει κατ’ αρχάς να πούμε πως αντίληψη αυτή του Μ.Κ.5, η οποία αποτέλεσε και τη βάση για την εισήγηση της υπεράσπισης, προέκυψε, ως ο ίδιος ανέφερε, από τη συνομιλία που ηχογραφήθηκε, στο πλαίσιο της οποίας ανέφερε άκουσε τον Κατηγορούμενο να της λέει «είμαι κάτω που το σπίτι σου»[14]. Η συνομιλία βέβαια αυτή έχει μεταφερθεί στο Τεκμήριο 1.7 (και καταγράφεται στο Έγγραφο Β) και από το περιεχόμενο της δεν προκύπτει μια τέτοια αναφορά. Ό,τι συνάγεται επομένως είναι πως η θέση αυτή του Μ.Κ.5 προέκυψε από το τι ο ίδιος αντελήφθη από τη συνομιλία. Ασχέτως του ότι το «λαστιχάρικο» από το σπίτι της απέχει μόλις 35 μέτρα, σύμφωνα με τις μετρήσεις του Μ.Κ.3, πρέπει να πούμε πως αυτή η αντίληψη του Μ.Κ.5, δεν επηρεάζει το τι ξεκάθαρα ανέφερε η Παραπονούμενη πως αντελήφθη. Ήτοι πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο λαστιχάρικο.
Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, το ουσιώδες πάντως εδώ και το οποίο ήταν ξεκάθαρο από τη μαρτυρία και των δύο, είναι πως η Παραπονούμενη δεν ήθελε να πάει στην οικία της τον δεδομένο χρόνο με σκοπό να συναντήσει τον Κατηγορούμενο, αλλά ήθελε να πάει ένεκα του φόβου που αισθάνθηκε για την ασφάλεια του παιδιού της ένεκα των όσων εκστόμισε ο Κατηγορούμενος έναντι του αμέσως πριν. Αυτή ήταν και η θέση του Μ.Κ.5 όταν του τέθηκε πως η Παραπονούμενη πήγε στο συγκεκριμένο σημείο ενώ γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί, επειδή ακριβώς ήθελε να τον συναντήσει.
Η ίδια εξάλλου απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο την υποβολή πως την άφησε εκεί επειδή ήθελε να συναντηθεί μαζί του, διερωτώμενη, και ευλόγως, αν κάποιος θα ήθελε να συναντηθεί με κάποιον που απειλεί το παιδί του πως θα του κόψει το κεφάλι του[15].
Μάλιστα εξήγησε με τρόπο απόλυτα πειστικό πως είχε λάβει σοβαρά υπόψιν εν γένει τις απειλές που εξαπέλυε[16]. Διερωτήθηκε μάλιστα πολύ λογικά πώς μπορούσε να μην τις λάβει σοβαρά υπόψιν εφόσον είχε και ένα παιδί και ήταν κάτω από το σπίτι της (και το απειλούσε) ενώ παράλληλα ευθέως ανέφερε πως ένιωθε πως κινδύνευε, κάτι που ως ορθά υπέδειξε αποδείχθηκε βάσιμο ως εκ της εξέλιξης των ίδιων των γεγονότων. Τοποθετήσεις από τις οποίες εξάγεται αβίαστα το ισχυρό συναίσθημα φόβου που της δημιούργησε.
Θέση της ήταν λοιπόν πως την άφησε στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 6. Θέση η οποία, ακολουθεί λογικά τη μαρτυρία της έχοντας κατά νου και το πού τοποθετείται το «λαστιχάρικο» (σημείο 3 επί του Τεκμηρίου 6) εν σχέσει με την οικία της Παραπονούμενης (σημείο 2 επί του Τεκμηρίου 6) αλλά και εν σχέσει με το σημείο 1 του ίδιου Τεκμηρίου, όπου εν τέλει την άφησε. Με δεδομένο μάλιστα το ότι το σπίτι της Παραπονούμενης (σημείο 2), ευρίσκεται μεταξύ του σημείου 1 και του σημείου 3, αντεξετάστηκε επισταμένα ως προς το γιατί δεν την άφησε στο σπίτι της και την άφησε στο σημείο 1, για να της τεθεί ουσιαστικά πως μεταβαίνοντας από το σημείο 1 στο σημείο 2 (με το αυτοκίνητο του Μ.Κ.5), δεν θα υπήρχε επαφή με το σημείο 3 το οποίο ευρίσκεται στην αντίθετη πλευρά από αυτήν στην οποία βρισκόταν το σημείο 1.
Η Παραπονούμενη με αμεσότητα και περισσή φυσικότητα εξήγησε πειστικά το λόγο που δεν την άφησε στο σπίτι της (σημείο 2), λέγοντας πως από το σημείο 1 προς το σημείο 2 που ήταν το σπίτι της, ο δρόμος είναι μονής κατεύθυνσης και έτσι δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει[17]. Η δε άλλη επιλογή να την έπαιρνε από γύρω, θα είχε ως αποτέλεσμα να περάσουν από το σημείο 3 που ήταν το «λαστιχάρικο», όπου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα μηνύματα που ο ίδιος της απέστελλε. Επομένως η θέση της Παραπονούμενης ως προς το σημείο που την άφησε είχε συνοχή και συνήδε λογικά, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί πως η θέση της ως προς το ότι από το σημείο 1 προς το σημείο 2, ο δρόμος ήταν μονής κατεύθυνσης, υποστηρίχθηκε και από τον Μ.Κ.5.
Το ότι όμως η Παραπονούμενη κατέβηκε σ’ εκείνο το σημείο υποστηρίχθηκε ως ήδη υποδείξαμε, γενικότερα από τον Μ.Κ.5, ο οποίος ανέφερε πως την άφησε στο σημείο 1, αφού λόγω προηγηθέντος επεισοδίου μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου, δεν ήθελε ούτε ο ίδιος να βρεθεί αντιμέτωπος μαζί του. Θέση την οποία θεωρούμε εύλογη, με βάση τα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε, ιδίως αν συνυπολογιστεί πως ο Μ.Κ.5 είχε ήδη αντιληφθεί πως ο Κατηγορούμενος για κάποια ώρα βρισκόταν σε έντονη αντιπαράθεση με την Παραπονούμενη.
Όμως επί αυτού τούτου του προηγηθέντος επεισοδίου που επικαλέστηκε, σπεύδουμε να σημειώσουμε πως παρά το γεγονός πως ο Μ.Κ.5 κληθείς από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις[18], αυθόρμητα έδωσε αρκετές λεπτομέρειες, το Δικαστήριο δεν προτίθεται να καταλήξει σε εύρημα για το τι διημείφθη τότε. Και τούτο διότι το εν λόγω συμβάν αποτελεί αντικείμενο άλλης δικαστικής διαδικασίας, δεν αφορά την παρούσα και εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν οι θέσεις του Μ.Κ.5 κρίνονταν πως ευσταθούσαν, δεν θεωρούμε πως πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί δυνητικά η μαρτυρία αυτή ως στοιχείο καταδεικνύον την ενοχή του Κατηγορούμενου στην παρούσα και ευθέως αναφέρουμε πως δεν το λαμβάνουμε υπόψη ως τέτοιο. Όπου δε στην απόφαση αναφερόμαστε σε ιστορικό της σχέσης, εξυπακούεται πως δεν συμπεριλαμβάνουμε αυτό το ισχυριζόμενο περιστατικό.
Το ουσιώδες όμως σε σχέση με αυτό το συμβάν, είναι αφενός πως αναφορά σ’ αυτό έγινε και από την Παραπονούμενη[19] και αφετέρου πως δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την υπεράσπιση πως υπήρξε ένα τέτοιο προηγούμενο συμβάν και πως σε αυτό εμπλέκετο ο Μ.Κ.5 και πως σε σχέση με αυτό καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, ανεξαρτήτως του τι υποστηρίζει η κάθε πλευρά σε σχέση με αυτό.
Επομένως και στη βάση των ανωτέρω, δεν διατηρούμε αμφιβολία πως ο Μ.Κ.5 ένεκα αυτού του συμβάντος ήθελε πράγματι να τον αποφύγει, εξ ου και άφησε την Παραπονούμενη στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 6. Το ότι βέβαια ο Μ.Κ.5 δεν ήθελε να συναντήσει τον Κατηγορούμενο ένεκα φόβου ενώ η Παραπονούμενη μετέβη στην οικία της γνωρίζοντας πως αυτός ήταν στην περιοχή και παρά τα όσα είχαν κατά τη θέση της προηγηθεί τόσο σε προγενέστερο χρόνο όσο και ενωρίτερα την ίδια μέρα, δεν θεωρούμε πως δεικνύει αντιφατικότητα στη συμπεριφορά της. Και τούτο αφού, ως ήδη εξηγήσαμε, πειστικά επεξηγήθηκε από την Παραπονούμενη, ότι αυτή αν και τον φοβόταν, ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι της ένεκα του μεγάλου φόβου που αισθάνθηκε εξαιτίας των όσων ανέφερε πως είχε πρόθεση να πράξει έναντι του ανήλικου γιου της, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο σπίτι.
Συνεπώς αποδεχόμαστε πως σε κάποια στιγμή αργότερα και δη λίγο μετά τη συνομιλία που έλαβε χώρα στις 02:45 (της 29.2.24), ο Μ.Κ.5 άφησε την Παραπονούμενη στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 6 και έφυγε για να κατευθυνθεί προς το σπίτι του. Τώρα ως προς το τι επακολούθησε, είναι προφανές πως η κατηγορούσα αρχή βασίστηκε αποκλειστικά στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, αφού ο Μ.Κ.5 δεν ήταν πλέον μαζί της από το σημείο αυτό και έπειτα.
Θέση της στην κατάθεση της ήταν πως ξεκίνησε περπατητή να πάει από το σημείο 1 του Τεκμηρίου 6 προς το σημείο 2 του εν λόγω Τεκμηρίου, όπου βρισκόταν η οικία της και πως στα μέσα της διαδρομής εμφανίστηκε μπροστά της ο Κατηγορούμενος και την άρπαξε από τα ρούχα και την τραβούσε μέχρι το «λαστιχάρικο» (σημείο 3 επί του Τεκμηρίου 6). Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά την προφορική της μαρτυρία ανέφερε πως η πρώτη φορά που είδε τον Κατηγορούμενο μπροστά της ήταν στο σπίτι της και πως όταν τον είδε ήταν κρυμμένος πίσω από το αυτοκίνητο της. Τούτο όμως δεν θεωρούμε πως αποτελεί ουσιώδη αντίφαση, ως ήταν εν πολλοίς η θέση της υπεράσπισης. Και τούτο διότι δεν διαφοροποιεί, κατά την κρίση μας, την ουσία του πράγματος, που δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι είτε συναντήθηκαν πλησίον της οικίας της είτε έξω από αυτήν, ο Κατηγορούμενος πάντως εμφανίστηκε μπροστά της κατά τρόπο αιφνιδιαστικό (δεδομένου πως την άφησε να πιστεύει πως ήταν στο «λαστιχάρικο») και ακολούθως την έπιασε και την τραβούσε μέχρι που πήγαν στο «λαστιχάρικο», που βρίσκεται στο σημείο 3 επί του Τεκμηρίου 6.
Επί τούτου μάλιστα πρέπει να πούμε πως ήταν πολύ ζωντανός και παραστατικός ο τρόπος που περιέγραψε τη σχετική χρονική στιγμή που με τη βία την τραβούσε ενώ παρέμεινε πλήρως σταθερή στη θέση της πως, από την αρχή που τον είδε, αυτός έκρυβε κάτι στο μανίκι του, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει εξ αρχής ότι επρόκειτο για μαχαίρι, αφού το έβγαλε όταν έφτασαν στο «λαστιχάρικο», οπόταν και διαπίστωσε πως επρόκειτο για ένα μαύρο μαχαίρι με λεπίδα. Ως προς το μήκος του, ανέφερε στην κατάθεση της πως ήταν περίπου 15-20 εκατοστά, κάτι το οποίο επανέλαβε ουσιαστικά και κατά την προφορική της μαρτυρία με αναφορά και σε χάρακα, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14. Υπό το φως δε των ανωτέρω, είναι προφανές πως η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου στην αγόρευση του πως η Παραπονούμενη δεν περιέγραψε το μαχαίρι, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού στερείται ερείσματος.
Κατά τον ίδιο τρόπο παρέμεινε επίσης σταθερή πως εκεί (δηλαδή στο «λαστιχάρικο») είδε πως κρατούσε και μια μεγάλη πλαστική μπουκάλα του νερού. Επί τούτου όμως έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση ως προς το ότι ενώ στην κατάθεση της ανέφερε πως δεν μπορούσε να πει από πού την έπιασε επειδή δεν την κρατούσε από την αρχή, κατά την αντεξέταση της (βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ.21-22) ανέφερε πως την έπιασε από το πάτωμα στο σημείο 3. Η διαφοροποίηση αυτή, την οποία η υπεράσπιση επιχείρησε ανεπιτυχώς να αναγάγει σε μείζον ζήτημα, δεν θεωρούμε πως στην πραγματικότητα ήταν τέτοιο. Αφού το ουσιώδες, επί του οποίου η μάρτυρας ήταν απόλυτα σταθερή ήταν πως, την μπουκάλα δεν την κρατούσε από την αρχή και πως την είδε για πρώτη φορά όπως και το μαχαίρι στο σημείο 3 του Τεκμηρίου 6, σημείο το οποίο με συνοχή υπέδειξε και στο Τεκμήριο 2 (φωτογραφία 2).
Τώρα ως προς το γεγονός πως στο σημείο εκείνο παρέμειναν για λίγο γονατιστοί και μιλούσαν, τούτο δεν θεωρούμε ότι δεικνύει ότι η Παραπονούμενη βρισκόταν εκεί οικειοθελώς, επειδή δηλαδή ήθελε να συναντήσει τον Κατηγορούμενο. Και τούτο διότι ως η ίδια εξήγησε, στο σημείο εκείνο γονάτισε επειδή ο τρόπος που την τραβούσε προς τα εκεί δεν ήταν φυσιολογικός, αλλά ήταν υπό πίεση και ουσιαστικά σταμάτησαν εκεί για να τον «συνεφέρει» και να τον πείσει να μην της κάνει κακό, δεδομένου και του ότι κρατούσε μαχαίρι. Χαρακτηριστική ήταν η περιγραφή του Κατηγορούμενου ο οποίος, ως ανέφερε, ήταν σε έξαλλη κατάσταση, κάτι που συνάδει με την ανωτέρω διαπίστωση μας ότι ήταν πολύ έντονα θυμωμένος. Η περιγραφή της αυτή όμως, συνάδει πλήρως και με τις προηγηθείσες επαναλαμβανόμενες κλήσεις στις οποίες προέβη αλλά και τα απανωτά μηνύματα που απέστελλε, σύμφωνα με τα ευρήματα μας. Με δίκαιο βέβαια τρόπο παρατηρήσαμε πως η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος δεν μύριζε αλκοόλ. Αναφορά ενδεικτική του ότι με τα λεγόμενα της δεν προσπαθούσε να επιβαρύνει τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, στάση την οποία οφείλουμε να τονίσουμε ότι παρατηρήσαμε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της. Επειδή δε ακριβώς τη διαβεβαίωνε πως δεν επρόκειτο να της κάνει κακό, αυτή συνέχισε να προχωρεί αφού όπως λογικά εξήγησε, είχε σκεφτεί πως αν επιχειρούσε να φύγει ενώ αυτός ήθελε να μιλήσουν, θα εξαγριωνόταν και ως εύλογα υποπτευόταν δεν θα την άφηνε να φύγει. Όπόταν επέλεξε, για να χρησιμοποιήσουμε το λεκτικό της καθομιλούμενης που χρησιμοποίησε, να τον «πάρει με καλό τρόπο». Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της «Μπορούσες να πειστείς ότι θα με άφηνε να φύγω; Αφού με έπιασε από τα μαλλιά και με έφερε από το σημείο 3. Απλά τον έπαιρνα με καλό τρόπο ότι δεν θα μου κάνει κακό, αυτό ήταν και προχώρησα μέχρι το σημείο 4 που αποφάσισα ότι δεν ήθελα να προχωρήσω άλλο και να μου πει εκείνην τη στιγμή τι ήθελε και ξεκίνησε να με λούζει με βενζίνη»[20].
Εν ολίγοις δηλαδή αυτό που γίνεται αντιληπτό δεν είναι πως η Παραπονούμενη ήθελε στην πραγματικότητα να προχωρήσει μαζί του, αλλά ότι ευρισκόμενη σε εκείνη την κατάσταση με τα συγκεκριμένα δεδομένα, ευλόγως εκτίμησε, πως ουσιαστικά δεν είχε, στην πραγματικότητα, άλλη ασφαλή επιλογή. Και για να το θέσουμε αλλιώς, έχοντας κατά νου την προηγηθείσα εκφοβιστική και απειλητική συμπεριφορά του αλλά και την αιφνιδιαστική εμφάνιση του μπροστά της, τη βίαιη συμπεριφορά με την οποία την μετέφερε στο σημείο 3 και το γεγονός πως αντελήφθη πως κρατούσε μαχαίρι καθώς και μπουκάλα με υγρό που εκ πρώτης όψεως αντελήφθη πως έμοιαζε με εύφλεκτη ύλη, έκρινε πως το να συνεχίσει να προχωρά ήταν η ασφαλέστερη επιλογή. Και ευλόγως, προσθέτουμε εμείς, αφού τοιουτοτρόπως θα απέφευγε να τον εξαγριώσει με όλες τις συνέπειες που μια τέτοια εξέλιξη μπορούσε να έχει για την ίδια και τη σωματική της ακεραιότητα.
Το ότι πράγματι δεν επιθυμούσε να τον ακολουθήσει φαίνεται και από το ότι παρά την αναφορά της ότι προχωρούσε για τους πιο πάνω λόγους, στη συνέχεια και αφού διένυσαν αρκετή απόσταση χωρίς να της λέει τι την ήθελε, του ανέφερε πως δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο.
Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι από το σημείο 3 την οδηγούσε κρατώντας την και αφού έστριψαν δεξιά από το αλτ της φωτογραφίας 4 (Τεκμήριο 2) κατευθύνθηκαν προς το περίπτερο που διακρίνεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου στη φωτογραφία 4 και βρίσκεται κάποια μέτρα από το «λαστιχάρικο» προς το κέντρο του χωριού (βλ. φωτογραφίες 6 και 7 Τεκμήριο 2). Παρεμβάλλουμε εδώ πως δεν προσδίδουμε σημασία στην ορθότητα των αναφορών της μάρτυρος εν σχέσει με τις αποστάσεις αφού δεν είναι επί της ικανότητας της να υπολογίζει αποστάσεις που αξιολογείται. Προς τούτο για όποια σημασία έχει, έδωσε μαρτυρία ο Μ.Κ.3 και επί των μετρήσεων του, ως ήδη λέχθηκε, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Αφού δε προχώρησαν ακόμα λίγο πέρασαν το περίπτερο, προχώρησαν στην ευθεία του δρόμου μέχρι που έφτασαν στο στρίψιμο που φαίνεται στη φωτογραφία 8 επί του Τεκμηρίου 2, που ως και η Παραπονούμενη εξήγησε, αντιστοιχεί με το σημείο 4 επί του Τεκμηρίου 6. Φτάνοντας λοιπόν στο σημείο 4 του Τεκμηρίου 6 και έχοντας διανύσει πλέον αρκετή απόσταση (περί τα 200 μέτρα με βάση τις αδιαμφισβήτητες μετρήσεις του Μ.Κ.3) και βλέποντας πως δεν σταματούσε για να μιλήσουν ως της είχε υποσχεθεί, η ίδια του ανέφερε, ως ήταν εύλογα αναμενόμενο, πως δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο.
Θέση της ήταν ότι τότε αυτός άρχισε να την λούζει με υγρό που η ίδια περιγράφει ως βενζίνη, η οποία βρισκόταν στη μπουκάλα νερού που κρατούσε. Και τούτο ως ανέφερε, για να την κάνει να προχωρήσει κι άλλο. Πράγμα που η ίδια έκανε, μη έχοντας, προφανώς, άλλες επιλογές και ένεκα του ισχυρού φόβου που τη διακατείχε εξαιτίας της συμπεριφοράς του. Κατά το χρόνο αυτό ανέφερε πως προσπαθούσε κατά διαστήματα να τον αποφύγει, αλλά όποτε το επιχειρούσε αυτός την απειλούσε με το μαχαίρι για να προχωρήσει. Διευκρινίζοντας ωστόσο με δίκαιο και πάλιν τρόπο προς τον Κατηγορούμενο πως δεν το ακούμπησε πάνω της, χωρίς βέβαια τούτο να αλλοιώνει το γεγονός πως με αυτό τον τρόπο επιχειρούσε και επιτύγχανε η Παραπονούμενη να φοβάται τόσο πολύ, ώστε να τον ακολουθεί. Η ίδια δε τον ρωτούσε τι θέλει να της πει και αυτός της έλεγε «ακολούθα με και θέλω να μιλήσουμε».
Η Παραπονούμενη βέβαια είναι γεγονός πως αντεξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με το πότε αντελήφθη τι ήταν αυτό που περιείχε η μπουκάλα, όπου ανέφερε πως από το σημείο 3 που είδε την μπουκάλα είχε αντιληφθεί τι ήταν αφού τον είχε μάλιστα προειδοποιήσει πως τυχόν χρήση του θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες. Όμως ως ήταν εύλογο, ανέφερε παράλληλα πως δεν μπορούσε να είναι βέβαιη ως προς το τι περιείχε η μπουκάλα, μέχρι που την άνοιξε, οπόταν κατάλαβε πως ήταν εύφλεκτο υλικό και συγκεκριμένα βενζίνη εκ της οσμής.
Τώρα ως προς την αναφορά της σε «βενζίνη», σημειώνουμε πως, όπως και στην περίπτωση της Μ.Κ.4 αλλά και των λοιπών μαρτύρων που αναφέρθηκαν στην οσμή αυτή ως οσμή βενζίνης, η αναφορά τους σε βενζίνη ήταν προφανές πως προέκυπτε από την ανθρώπινη τους εμπειρία και όχι από κάποια εξειδικευμένη γνώση. Έτσι που ήταν εύκολα αντιληπτό πως αυτό που όλοι ήθελαν να πουν, δεν ήταν πως επρόκειτο χωρίς άλλο για βενζίνη, αλλά για μια εύφλεκτη ύλη που είχε παρόμοια με τη βενζίνη μυρωδιά. Συναφώς δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσης της μαρτυρίας τους με τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 η οποία ήταν και η μόνη αρμόδια για να καθορίσει επακριβώς την ύλη αυτή όπως και έπραξε.
Επανερχόμενοι λοιπόν στα γεγονότα, σημειώνουμε πως έχοντας στρίψει από το προαναφερθέν στρίψιμο στο σημείο 4 του Τεκμηρίου 6, εισήλθαν στο δρόμο που φαίνεται στη φωτογραφία 10 επί του Τεκμηρίου 2, όπου η ίδια συνέχισε να τον ακολουθεί εντός του δρόμου που φαίνεται στη φωτογραφία 12 του Τεκμηρίου 2 δια της βίας, με τον τρόπο που καταγράφηκε ανωτέρω. Αυτός, ως ήταν η θέση της, συνέχιζε να την περιλούζει με το υγρό που είχε στην μπουκάλα για αρκετή απόσταση με σκοπό η ίδια να φοβάται και να τον ακολουθεί, λούζοντας της λίγο στα μαλλιά της και λίγο στα ρούχα της. Στα μαλλιά της, ως διευκρίνισε, άρχισε να την περιλούζει όταν έφτασαν στην οικία που βρίσκεται στο σημείο 5, όπου και της έχυσε σχεδόν 1 από το 1.5 λίτρο που είχε η μπουκάλα από το κεφάλι και κάτω.
Παρεμβάλλουμε εδώ πως η περιγραφή της ως προς τα σημεία που την περιέλουσε με εύφλεκτο υγρό, υποστηρίζεται τόσο από τις αναφορές του Μ.Κ.3, (ο οποίος αναφέρεται σε οσμή εύφλεκτου υλικού στα ρούχα αλλά και στα μαλλιά της τα οποία ήταν επίσης βρεγμένα και «κολλημένα» σύμφωνα με την αναντίλεκτη - ως ανωτέρω υποδείξαμε- αναφορά του ίδιου), όσο και από τα ευρήματα της Μ.Κ.6 η οποία εντόπισε στο Τεκμήριο 1.2 και 1.3 φωτιστικό πετρέλαιο.
Υπό το φως των ανωτέρω ουδόλως ξαφνιάζει η αναφορά της πως η ίδια φοβόταν και πως αντιλαμβανόμενη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν αφού με το παραμικρό θα μπορούσε να καεί, από το ισχυρό αίσθημα φόβου που τη διακατείχε έπαθε σοκ και πως σε κάποια στιγμή όπως την κρατούσε από τα μανίκια, του ξέφυγε και μπήκε στη βεράντα της οικίας στο σημείο 5 επί του Τεκμηρίου 6. Εκεί ήταν η θέση της πως για να την κάνει να πιστέψει πως δεν θα της έριχνε άλλο υγρό, αυτός έχυσε το υπόλοιπο υγρό. Κληθείσα να αναφέρει πόση ποσότητα περιέλουσε στο σώμα της, ανέφερε πως της περιέλουσε περί το 1 λίτρο και πως το υπόλοιπο το έχυσε κάτω από τον τοίχο (υποδεικνύοντας το άσπρο μέρος του χαμηλού τοίχου στη δεξιά πλευρά της φωτογραφίας 13) εξ ου και εκεί ως χαρακτηριστικά ανέφερε υπήρχε μια «λάντα»[21], με το υλικό εκείνο κάτω από τον εν λόγω τοίχο. Υποδεικνύοντας παράλληλα με το χάρακα Τεκμήριο 14, πως η ποσότητα που απέμεινε και χύθηκε εν τέλει κάτω ήταν περί τα οκτώ εκατοστά της μπουκάλας.
Έγινε βέβαια πολύς λόγος από την υπεράσπιση πως στην κατάθεση της αναφερόμενη στη στιγμή αυτή, αφήνει σαφέστατα να γίνει αντιληπτό πως είναι στην ίδια και όχι στο έδαφος που πετούσε το υγρό[22]. Όμως η ίδια εξήγησε τι ακριβώς έγινε τη στιγμή εκείνη κατά τρόπο που συνήδε πλήρως λογικά. Και εννοούμε πως αν πράγματι η ίδια βρισκόταν στη βεράντα και ο Κατηγορούμενος πετούσε προς την ίδια το υπόλοιπο περιεχόμενο της μπουκάλας ενώ αυτή βρισκόταν στη βεράντα, δε θα εντοπιζόταν, ως θέμα κοινής λογικής, η εύφλεκτη ύλη που εντοπίστηκε επί του Τεκμηρίου 1.1, ήτοι στο χώμα και χαλίκια που περισυνελέχθηκαν από το σημείο που υπέδειξε η Παραπονούμενη. Ύλη η οποία, σημειωτέον ότι είναι η ίδια εύφλεκτη ύλη με αυτήν που εντοπίστηκε και επί των ρούχων που φορούσε η Παραπονούμενη τη δεδομένη βραδιά και συγκεκριμένα των Τεκμηρίων 1.2. και 1.3, ήτοι κηροζίνη. Αυτή ήταν εξάλλου και η θέση της ίδιας της Παραπονούμενης[23], όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το ζήτημα αυτό κατά την αντεξέταση της.
Βέβαια η υπεράσπιση εντόπισε και ανέδειξε ως προβληματικό και άλλο σημείο στη μαρτυρία της επί του προκειμένου και δη το γεγονός πως κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πάνω στη βεράντα και ότι απ’ εκεί έχυσε το υγρό στο σημείο κάτω από το τοιχαράκι ενώ κατά την κυρίως εξέταση της είχε αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος «ήταν κάτω από τα σκαλιά και εγώ πάνω». Έχουμε ανατρέξει στα σχετικά πρακτικά της κυρίως εξέτασης και στην επίμαχη απάντηση της μάρτυρος την οποία παραθέτουμε αυτούσια[24]:
«Μετά ξεκίνησε που φτάσαμε μέσα στο σπίτι που εγώ μπήκα και με έλουσε τη μισή μπουκάλα από το κεφάλι και κάτω εκεί έπαθα σοκ και εμπήκα στο σπίτι της γειτόνισσας εκεί. Ο Μ. το υπόλοιπο υγρό το έχυσε κάτω στο πάτωμα για να μου δείξει ότι δεν θα μου ρίξει άλλο υγρό και ήταν κάτω από τα σκαλιά και εγώ πάνω και μιλούμε για 2-3 λεπτά δεν μιλούσε ο ένας με τον άλλο γιατί ήμουν παγωμένη και με έπιασε ο Μ. και με κατέβασε από τις σκάλες και εκεί ξεκίνησα και φώναζα πάρα πολλά και δεν βγήκε κανένας από το σπίτι να το κόψει τούτο και ξέρω γω. Όταν φώναζα πολλά πήγε να βγάλει τον αναπτήρα και εκεί κατάφερα και έφυγα».
Η πιο πάνω απάντηση της Παραπονούμενης κατά την κυρίως εξέταση, δεν βρίσκουμε πως αντιφάσκει με τα λεγόμενα της κατά την αντεξέταση της, αφού ό,τι έκανε η Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, ήταν απλώς να διευκρινίσει πως έχοντας η ίδια ανεβεί στη βεράντα της οικίας στο σημείο 5, ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε πάνω στη βεράντα, έχυσε το υγρό κάτω από το τοιχαράκι ευρισκόμενος πάνω στη βεράντα για να της δείξει πως δεν θα της έριχνε άλλο υγρό και να την πείσει να τον ακολουθήσει και στη συνέχεια κατέβηκε κάτω από τα σκαλιά αναμένοντας την να κατεβεί και αυτή. Αφού παράλληλα εκείνη τη στιγμή η Παραπονούμενη είχε χτυπήσει και την πόρτα της οικίας και ο Κατηγορούμενος κατέβηκε φοβούμενος και επί τω ότι κάποιος θα άνοιγε. Εξ ου και η αναφορά της Παραπονούμενης κατά την κυρίως εξέταση πως αυτή ήταν πάνω από τα σκαλιά και αυτός κάτω, μέχρι που εν την τέλει βλέποντας πως δεν θα κατέβαινε και πως κανένας δεν άνοιγε την πόρτα, πήγε και την τράβηξε με τα δύο του χέρια από τα μαλλιά[25], την κατέβασε από τις σκάλες, όπου χτύπησε το κεφάλι της στα σκαλιά και άρχισε να την «κωλοσύρνει» απ΄ εκεί προς τη μπροστινή μεριά του διπλοκάμπινου. Το οποίο όχημα, ως σημείωσε, ήταν σταθμευμένο εκεί κατά τον επίδικο χρόνο, με τον ίδιο τρόπο που φαίνεται σταθμευμένο στη φωτογραφία 13 του Τεκμηρίου 2 (η οποία λήφθηκε κατά το στάδιο της διερεύνησης). Αναφορά η οποία δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία πως το χύσιμο της υπόλοιπης ποσότητας στο έδαφος επρόκειτο για χειριστική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, η οποία αποσκοπούσε σαφέστατα να την χειραγωγήσει περαιτέρω για να την πάρει εκεί που ήθελε και πάντως δεν επρόκειτο για δεύτερες σκέψεις του για να την αφήσει ήσυχη. Πράγμα το οποίο και τα ίδια τα γεγονότα που ακολούθησαν μαρτυρούν.
Επομένως ούτε και το πιο πάνω παράπονο της υπεράσπισης βρίσκουμε βάσιμο και παραπέμπουμε προς τούτο στην παραστατικότατη περιγραφή της μάρτυρος κατά την αντεξέταση της (βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 25, γρ. 20-32). Ό,τι άλλο όμως αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό είναι η βιαιότητα με την οποία η μάρτυρας περιέγραψε πως την άρπαξε με τα δύο του χέρια και την τραβούσε από τα μαλλιά[26] αλλά και η αναφορά της πως την τραβούσε για αρκετή απόσταση. Απόσταση την οποία υπέδειξε στη φωτογραφία 13 του Τεκμηρίου 2[27], λέγοντας πως καθ’ όλον το χρόνο η ίδια τσίριζε και φώναζε πάρα πολύ, αλλά δεν είδε κανένα να βγει έξω από το σπίτι του.
Επί αυτού του σημείου της μαρτυρίας ό,τι άλλο υπέδειξε η υπεράσπιση ήταν την υπερβολή, που κατά την εισήγηση της, αναδυόταν από τις αναφορές της Παραπονούμενης, η οποία χαρακτήρισε την απόσταση «αρκετή» ενώ επρόκειτο για μια μικρή φαινομενικά απόσταση, από τα σκαλιά της εισόδου της οικίας μέχρι το μπροστινό μέρος του διπλοκάμπινου οχήματος (βλ. φωτογραφία 13, Τεκμήριο 2). Όμως η εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους αφού με αφοπλιστικό θα λέγαμε τρόπο, η Παραπονούμενη εξήγησε πειστικά το εν πολλοίς αυτονότητο, ότι δηλαδή για κάποιον που δέχεται βία με τέτοια σφοδρότητα μια μικρή απόσταση μπορεί να φαίνεται μεγάλη. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση της, την οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Μάλιστα. Για εμένα ήταν πολύ το να σε τραβά από τόση απόσταση από τα μαλλιά. Δεν με πήρε από χέρι και με τράβησε μέχρι εκεί. Για εμένα φαντάστηκα ότι ήταν παρά πολύς δρόμος γιατί πονούσα προφανώς και γι’ αυτό»[28].
Περιπλέον δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από την υπεράσπιση, στο ότι δεν είναι δυνατόν να ευσταθεί η θέση της πως φώναζε πολύ δυνατά και παρά ταύτα κανένας να μην άκουσε τίποτε. Η θέση αυτή όμως θεωρούμε πως παραλείπει να λάβει υπόψη πως πολλοί μπορεί να είναι οι λόγοι που περίοικοι μπορεί να μην άκουσαν ή ακόμα και αν άκουσαν να επέλεξαν να μην εμπλακούν. Εξάλλου η ώρα ήταν περί τις 03:00 το πρωί και η εποχή Φεβρουάριος, εποχή που ως θέμα κοινής λογικής δεν θα αναμένετο να κοιμούνται οι περίοικοι με ανοικτά τα παράθυρα τους.
Συνεχίζοντας με τα γεγονότα σημειώνουμε ότι θέση της Παραπονούμενης ήταν πως επειδή ακριβώς φώναζε δυνατά ο Κατηγορούμενος πήρε ένα μαύρο φλογοβόλο αναπτήρα από την τσέπη του και φώναζε ότι θα την «κρούσει». Με ιδιαίτερη ειλικρίνεια όμως ανέφερε πως δεν τον είδε να ανάβει τον αναπτήρα, αφού η ίδια από το φόβο της έβαλε περισσότερη δύναμη και ξέφυγε. Βέβαια είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.5 ανέφερε πως η Παραπονούμενη του ανέφερε πως του ξέφυγε όταν αυτός της είπε ότι έψαχνε αναπτήρα. Όμως δεν θεωρούμε έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 εν σχέσει με τη συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη μετά το συμβάν, (στο πλαίσιο της οποίας τοποθετεί την εν λόγω αναφορά), πως μας μετέφερε επακριβώς και επί λέξει τις αναφορές της Παραπονούμενης. Έτσι ώστε η αναφορά του αυτή να δύναται να προσμετρήσει ως μια πραγματική αντίφαση στο σύνολο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Και τούτο διότι αυτό που χωρίς αμφιβολία αναδυόταν κατά την περιγραφή της εν λόγω συνομιλίας από τον ίδιο, ήταν πως δεν επρόκειτο για μια συζήτηση της οποίας τις λεπτομέρειες απομνημόνευσε επακριβώς, ώστε να είναι σε θέση να τις ανακαλέσει, κατά τη μαρτυρία του - ένα έτος μετά- και μάλιστα αυτολεξεί.
Είναι βέβαια επίσης γεγονός πως η Παραπονούμενη ανέφερε ότι τον αναπτήρα ο Κατηγορούμενος τον έβγαλε την ώρα που η ίδια άρχισε να φωνάζει λέγοντας πως «Εκεί που φώναζα πολλά και για να με εκφοβίσει έφκαλε τον αναπτήρα μάλλον αλλά δεν έμεινα εκεί και κατάφερα και έφυγα. …»[29] (έμφαση δοθείσα). Η πιο πάνω ειλικρινής και αυθόρμητη αναφορά της όμως, με την οποία εν πάση περιπτώσει δεν εκφράζει βεβαιότητα, σίγουρα δεν μπορεί αφ’ εαυτής να δεσμεύσει το Δικαστήριο ως προς τις ακριβείς προθέσεις που είχε ο Κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή. Ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα καταλήξει αφού συνεκτιμήσει το σύνολο των σχετικών δεδομένων. Συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της πιο πάνω αναφοράς αλλά και της αναφοράς της πως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά τον δεδομένο χρόνο βγάζοντας τον αναπτήρα, φώναζε πως θα την «κρούσει» καθώς επίσης και της θέσης της ως προς το που βρήκε τη δύναμη να του ξεφύγει[30]. Εν σχέσει με το τελευταίο σημειώνουμε την αναφορά της στον φόβο που είχε σκεπτόμενη πως μια φλόγα από τον αναπτήρα που τον είδε να βγάζει θα μπορούσε να την ανάψει και ότι δεν ήξερε πόση δύναμη έβαλε, αλλά έφυγε αφού δε θα έμενε εκεί να δει τη συνέχεια. Συνέχεια η οποία ήταν αντιληπτό, εμμέσως πλην σαφώς από τα λεγόμενα της, πως εννοούσε ότι δεν ήταν άλλη από την καύση της.
Η υπεράσπιση έδωσε πολλή έμφαση στο αν η Παραπονούμενη ήταν σε θέση ν’ αναγνωρίσει τον αναπτήρα που είχε μαζί του ο Κατηγορούμενος κατά τη σύλληψη του (Τεκμήριο 1.5). Ως ήταν όμως λογικά αναμενόμενο, η μάρτυρας ανέφερε πως ομοιάζει με αυτόν που είχε στιγμιαία δει, χωρίς όμως να μπορεί να είναι βέβαιη. Θέση την οποία θεωρούμε καθ’ όλα εύλογη δεδομένου και του αστραπιαίου διαστήματος εντός του οποίου είχε την ευχέρεια να τον παρατηρήσει αλλά και του γεγονότος πως ήταν βράδυ. Η θέση αυτή όμως αναδεικνύει για άλλη μια φορά την ειλικρίνεια της και προς τούτο παραπέμπουμε σχετικά στην αναφορά της ίδιας της Παραπονούμενης, όπου ερωτηθείσα για πόση ώρα τον είδε ανέφερε «Δευτερόλεπτο τον έφκαλε από την τσέπη για να τον ανάψει και έφυγα από τη σκηνή, κατάφερα και του έφυγα». Αντίστοιχες αναφορές εντοπίζονται και κατά την αντεξέταση της[31]. Το γεγονός δε πως δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί με την απαραίτητη βεβαιότητα ο αναπτήρας που εντοπίστηκε να έχει ο Κατηγορούμενος στην κατοχή του όταν συνελήφθη, με αυτόν που κατά τη θέση της Παραπονούμενης κρατούσε και ανέσυρε τη δεδομένη μέρα, δεν σημαίνει πως η Παραπονούμενη ψεύδεται. Και τούτο διότι θα μπορούσε κάλλιστα να μην εντοπιζόταν κανένας αναπτήρας, όπως ακριβώς έγινε και με την μπουκάλα και το μαχαίρι, χωρίς ωστόσο τούτο να σημαίνει πως δεν υπήρχε είτε ο αναπτήρας είτε η μπουκάλα ή ότι δεν είδε τα εν λόγω αντικείμενα η Παραπονούμενη στην κατοχή του Κατηγορούμενου.
Εν προκειμένω όμως, το ότι ορθώς αντελήφθη η Παραπονούμενη ότι επρόκειτο για αναπτήρα, υποστηρίζεται και από το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την εν λόγω αναφορά της. Και αναφερόμαστε βέβαια στη λεκτική απειλή που σύμφωνα με την Παραπονούμενη ο Κατηγορούμενος εκστόμισε, ανασύροντας τον αναπτήρα, ήτοι πως θα την «κρούσει». Αναφορά η οποία είναι σημαντικό να τονιστεί ότι έλαβε χώρα ενώ διαδραματίζονταν τα γεγονότα και ενώ είχε μόλις περιλούσει την Παραπονούμενη με εύφλεκτη ύλη.
Εξάλλου εάν η ίδια επιθυμούσε να τον ενοχοποιήσει ψευδώς ως κατά κόρον της αποδόθηκε από την υπεράσπιση ή έστω να επιβαρύνει τη θέση του, θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αναφέρει ότι τον είδε ν’ ανάβει τον αναπτήρα ή και πως την περιέλουσε με όλο το υγρό της μπουκάλας (αντί ν’ αναφέρει πως ένα μέρος το έχυσε στο έδαφος). Κάτι το οποίο βέβαια δεν έπραξε, ενισχύοντας έτσι την εντύπωση μας πως η ίδια περιοριζόταν, με δίκαιο τρόπο, ν’ αναφέρει τα γεγονότα ως τα βίωσε κατά τον δεδομένο χρόνο.
Ως προς το τι επακολούθησε, σημειώνουμε την παραστατικότητα με την οποία η Παραπονούμενη υπέδειξε το πέρασμα από το οποίο διέφυγε, στις φωτογραφίες 14 και 17 του Τεκμηρίου 2. Εξηγώντας παράλληλα ευκρινώς πως πήγε στο πίσω μέρος του σπιτιού στου οποίου τη βεράντα είχε πάει προηγουμένως και κατάφερε να κρυφτεί στο σημείο που υπέδειξε, όπου έμεινε κρυμμένη για 3-4 λεπτά. Απ’ εκεί άκουγε τον Κατηγορούμενο που μιλούσε στο τηλέφωνο και την έψαχνε. Υπέδειξε μάλιστα και το σημείο όπου κρύφτηκε στη φωτογραφία 17, λέγοντας πως δεν μπορούσε να γίνει ορατή απ’ εκεί επειδή ήταν νύχτα, θέση η οποία και πάλιν έχει συνοχή και συνάδει λογικά. Μετά από λίγο δε, ως ήταν η θέση της, ήρθε ένα όχημα ασημί σαλούν επί του οποίου ο Κατηγορούμενος επιβιβάστηκε και έφυγε, χωρίς ωστόσο η ίδια να συγκρατήσει τους αριθμούς εγγραφής ή να μπορεί να προσδιορίσει τη μάρκα του, κάτι το οποίο θεωρούμε εύλογο δεδομένου του ότι επρόκειτο για παρατήρηση υπό δύσκολες συνθήκες και ενώ η ίδια βρισκόταν στην κατάσταση που περιέγραψε.
Παρεμβάλλουμε εδώ πως η υπεράσπιση θέλοντας να πλήξει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης τόνισε πως ο Μ.Κ.5 υποστήριξε πως η Παραπονούμενη του υπέδειξε σε χρόνο μεταγενέστερο τη διαδρομή ή και το σημείο στο οποίο του ξέφυγε με τρόπο που δεν συνάδει με τις αναφορές της Παραπονούμενης. Επί τούτου πρέπει να πούμε πως παρά τη γενικά καλή εντύπωση που άφησε ο Μ.Κ.5, εντούτοις δεν έχουμε πειστεί πως μας μετέφερε επακριβώς και ορθά την πορεία που ακολούθησε η Παραπονούμενη μετά που ξέφυγε από τον Κατηγορούμενο. Και τούτο αφού ως και ο ίδιος ανέφερε η Παραπονούμενη προέβη σε σχετικές αναφορές ενώ ήταν μαζί στο αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν εν κινήσει. Γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να αντελήφθη μέσα στα δυο-τρία αυτά δευτερόλεπτα, το ακριβές σημείο που ως η θέση της Παραπονούμενης «ξέφυγε» του Κατηγορούμενου ενώ και ο ίδιος δέχθηκε πως δεν του έδειξε ακριβώς το σημείο. Εξ ου και δεν μπορούμε να αποδεχθούμε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του, η οποία βέβαια δεν μπορεί επουδενί να επηρεάσει τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε.
Ως προς τη θέση της υπεράσπισης πως εφόσον μπόρεσε και ξέφυγε τη δεδομένη στιγμή που ο Κατηγορούμενος την κρατούσε, τούτο σημαίνει πως είχε την ευχέρεια να διαφύγει (αν πράγματι ήθελε) και κατά το χρόνο που βρισκόταν στη βεράντα, όπου μάλιστα δεν την κρατούσε ο Κατηγορούμενος, και πως το γεγονός πως δεν έφυγε δείχνει πως η ίδια βρισκόταν οικειοθελώς εκεί, σημειώνουμε τα εξής. Κατ’ αρχάς εκ της υποβολής αυτής διαφαίνεται σαφέστατα πως η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί την παρουσία του Κατηγορούμενου στο σημείο εκείνο, χωρίς βέβαια να έχει δοθεί κάποια εξήγηση (από πλευράς υπεράσπισης) ως προς το τι έκαναν στη βεράντα του ξένου σπιτιού τη δεδομένη στιγμή, αν δεν συνέβαιναν αυτά που η Παραπονούμενη εξιστόρησε και αν η τελευταία δεν ανέβηκε στη βεράντα του εν λόγω σπιτιού στην προσπάθεια της να του ξεφύγει. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, για το ζήτημα αυτό, η μάρτυρας εξήγησε πειστικά δείχνοντας και στη σχετική φωτογραφία, πως ο χώρος των σκαλιών της οικίας είναι πολύ μικρός, κάτι που καθιστούσε, εκ των πραγμάτων, αδύνατο για την ίδια να μπορέσει να ξεφύγει ενόσω ο Κατηγορούμενος στεκόταν μπροστά από τα σκαλιά. Και τούτο διότι ο τελευταίος με το σώμα του, κάλυπτε ουσιαστικά την έξοδο.
Από την άλλη το ότι μπόρεσε να διαφύγει τη δεδομένη στιγμή που την κρατούσε, δεν ξενίζει εφόσον με τρόπο λογικό διασυνδέθηκε από τη μάρτυρα με τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος ανέσυρε τον αναπτήρα. Ενέργεια η οποία της έδωσε την ευχέρεια να καταφέρει να διαφύγει. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και η θέση της πως τη στιγμή που βρισκόταν στη βεράντα ήταν σοκαρισμένη και παγωμένη (βλ. σχετική αναφορά στα πρακτικά 13.3.25, σελ. 27 γρ. 7-9) ενώ κατ’ αντίθεση στη συνέχεια έχοντας αντιληφθεί τον αναπτήρα και κατ’ επέκταση τον άμεσο και επικείμενο κίνδυνο που διέτρεχε, εξήγησε πώς κατάφερε να διαφύγει ως εξής:
«Πως θα του απαντήσω τώρα, τη στιγμή που είσαι λουσμένος με βενζίνη από πάνω μέχρι κάτω και έχεις έναν φόβο ότι μια φλόγα μπορεί να σε άψει και να μεν σβήσεις και να βγάζει τον αναπτήρα από την τσέπη, πες μου εσύ πόση δύναμη θα έβαζες για να ξεφύγεις. Δεν ξέρω πόση δύναμη έβαλα, αλλά έφυα του. Δεν θα εμείνισκα τζιαμέ να δω τη συνέχεια. Πώς μπορεί να ξέρει κάποιος άνθρωπος πόση δύναμη μπορεί να βάλει εκείνην την ώρα που φοβάται».[32]
Πρέπει να πούμε πως παρακολουθήσαμε την Παραπονούμενη με ιδιαίτερη προσοχή. Ήταν χαρακτηριστική η παραστατικότητα με την οποία μας διηγείτο τα όσα με μεγάλο φόβο βίωσε τη δεδομένη βραδιά, μη αφήνοντας καμμιά αμφιβολία πως τα όσα αβίαστα εξιστορούσε ήταν γεγονότα που έζησε και όχι εκ των υστέρων δεύτερες σκέψεις της. Παρέμεινε σταθερή κατά την εξιστόρηση των γεγονότων χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις, που να δύνανται να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Η δε μαρτυρία της, συνήδε επί της ουσίας τόσο με τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 όσο και με τη λοιπή αξιόπιστη και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία στην υπόθεση, χωρίς οι οποίες μικρές διαφοροποιήσεις εντοπίζονται μεταξύ της μαρτυρίας της ίδιας και του Μ.Κ.5, να δύνανται, για λόγους που ήδη εξηγήσαμε, να αλλοιώσουν τον κορμό των γεγονότων που διηγείτο αλλά και τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Δεν παρατηρήσαμε να υπερέβαλλε, ως υποδείξαμε σε διάφορα σημεία της αξιολόγησης της μαρτυρίας της, ενώ χαρακτηριστικό ήταν και το γεγονός πως, παρά το ότι παραστατικά μας περιέγραψε πως ένεκα των ενεργειών του Κατηγορούμενου κατέληξε να έχει εύφλεκτη ύλη παντού ακόμα και στο πρόσωπο, εντούτοις ειλικρινώς δέχθηκε πως δεν της προκλήθηκε, ως εκ της ύλης αυτής, κάποια βλάβη.
Παρά ταύτα όμως το γεγονός πως η κηροζίνη δεν της προκάλεσε κάποια βλάβη στο δέρμα, δεν σημαίνει πως η ίδια ψεύδετο όταν ανέφερε πως την περιέλουσε με την ουσία αυτή ακόμα και στο πρόσωπο, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης στο πλαίσιο της αγόρευσης του. Και τούτο διότι η Μ.Κ.6 δεν ανέφερε ότι πάντοτε εντοπίζονται συμπτώματα όταν το δέρμα έρθει σε επαφή με την ουσία αυτή.
Ουσιαστικότερο όμως είναι πως η μαρτυρία της συνήδε με τις σωματικές βλάβες που η ίδια ανέφερε ότι υπέστη και οι οποίες διαπιστώθηκαν από την Μ.Κ.4, σύντομα μετά την υποβολή του παραπόνου. Και αναφερόμαστε στο ότι αισθανόταν πόνο στο κεφάλι, επειδή ως η θέση της την τραβούσε από τα μαλλιά, είχε χτύπημα στο κεφάλι λόγω χτυπήματος της κεφαλής στα σκαλιά και γδάρσιμο στην παλάμη (εκδορές) που επεσυνέβη κατά τον χρόνο που την τραβούσε (έσερνε) στο έδαφος και αυτή προσπαθούσε να αντισταθεί.
Εξάλλου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία 3 με βάση την οποία του αποδίδεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία επιτέθηκε στην Παραπονούμενη και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, η οποία συνίστατο σε εκδορές στην αριστερή παλάμη καθώς και σε κεφαλαιμάτωμα δεξιά κροταφοβρεγματικά. Επομένως το ότι ο ίδιος προκάλεσε τις πιο πάνω σωματικές βλάβες στην Παραπονούμενη τη δεδομένη μέρα δεν αμφισβητείται. Ούτε βέβαια μπορεί να λεχθεί πως τις προκάλεσε υπό άλλες περιστάσεις, αφού καμμιά τέτοια υποβολή έγινε στην Παραπονούμενη, η οποία ξεκάθαρα διασυνέδεσε τις εν λόγω σωματικές βλάβες με το περιστατικό που κατήγγειλε. Περιπλέον θέση της Παραπονούμενης ήταν πως μια φορά τη δεδομένη μέρα υπέστη αυτές τις βλάβες. Επομένως εφόσον δεν της τέθηκε καμμιά άλλη διαζευκτική εκδοχή ως προς το πώς προκλήθηκαν οι σωματικές βλάβες που εντοπίστηκαν, δεν θεωρούμε πως παρέχεται χώρος για οποιαδήποτε άλλα ενδεχόμενα, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά υποθετικά σενάρια και εικασίες.
Δεν μας έχει διαφύγει βέβαια πως η ίδια ισχυρίστηκε πως είχε υποστεί γδαρσίματα (εκδορές) και στα γόνατα, πέραν από την παλάμη, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και η Μ.Κ.4, χωρίς ωστόσο αυτά να περιλαμβάνονται στην κατηγορία 3. Τούτο όμως δεν θεωρούμε πως θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιοπιστία της ίδιας της μάρτυρος καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού δεν είναι η ίδια που επιλέγει τι θα περιληφθεί στο κατηγορητήριο. Επομένως το τι συμπεριέλαβε η κατηγορούσα αρχή στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης, η οποία υποστήριξε σθεναρά πως στο πλαίσιο του ίδιου συμβάντος υπέστη και τις εν λόγω εκδορές. Ιδίως αν ληφθεί υπόψιν και η ουσία της μαρτυρίας της επί του προκειμένου, όπου η θέση της πως είχε γδαρθεί στα γόνατα, συνάδει τόσο με τα ευρήματα της ιατρού (η οποία αναφέρεται σε εκδορές στα γόνατα άμφω) όσο και με τη θέση που επίσης προέβαλε η ίδια (η Παραπονούμενη) πως στα σημεία εκείνα είχε σκιστεί, εκ της τριβής, και το παντελόνι της. Θέση η οποία με τη σειρά της επιβεβαιώνεται από το ίδιο το Τεκμήριο 1.2, το οποίο πράγματι είναι σκισμένο τόσο στη δεξιά μεριά όσο και στην αριστερή στο σημείο λίγο κάτω από τα γόνατα.
Κάτι το οποίο φάνηκε ξεκάθαρα όταν ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε από την Παραπονούμενη να φορέσει το εν λόγω παντελόνι στην αίθουσα κατά την αντεξέταση της, οπόταν και διαφάνηκε πως τα σκισμένα σημεία βρίσκονταν λίγο κάτω από τα γόνατα της Παραπονούμενης. Σημειώνουμε δε πως η συγκεκριμένη διαπίστωση είχε καταγραφεί στα πρακτικά και η υπεράσπιση είχε τη δυνατότητα να θέσει τις θέσεις της στη μάρτυρα σε σχέση με αυτό, χωρίς ωστόσο να έχει επί τούτου κλονιστεί η μαρτυρία της καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Για το πώς δε προκλήθηκε η βλάβη στην ίδια και η αντίστοιχη ζημιά στο παντελόνι της, η ίδια εξήγησε κατά τρόπο σαφή πως τούτο έγινε ένεκα του ότι την έσερνε τραβώντας την, όταν την κατέβασε από τα σκαλιά της οικίας που βρίσκεται στο σημείο 5 και την οδηγούσε προς την μπροστινή πλευρά του διπλοκάμπινου οχήματος, που βρισκόταν σταθμευμένο στην εν λόγω οικία κατά τον ίδιο τρόπο που φαίνεται στη φωτογραφία 13 του Τεκμηρίου 2. Η δε Μ.Κ.4 είχε αναφέρει πως πράγματι εκ της τριβής θα μπορούσε να προκληθεί η βλάβη αυτή.
Το ότι δε ο Μ.Κ.5 όταν την παρέλαβε αναφέρθηκε σε γδάρσιμο ή και σκίσιμο του παντελονιού στο ένα πόδι, δεν εξυπακούει χωρίς άλλο πως η Παραπονούμενη ψεύδετο όταν υποστήριξε πως είχαν όντως προκληθεί και στα δυο πόδια εκδορές κατά τη διάρκεια του επεισοδίου με τον Κατηγορούμενο. Ό,τι υποδηλώνει, είναι ακριβώς τη φιλαλήθεια του μάρτυρα, επειδή ειλικρινώς φαίνεται, ότι υπό τις περιστάσεις, αυτό αντελήφθη. Εξάλλου δεν αμφισβητείται πως το παντελόνι που φορούσε η Παραπονούμενη όταν ο Μ.Κ.5 την μετέφερε στην αστυνομία, είναι το ίδιο με αυτό που περισυνέλεξε η αστυνομία αργότερα ως τεκμήριο. Παντελόνι το οποίο, πράγματι έχει σχισίματα και στα δύο γόνατα, ασχέτως του ότι ο Μ.Κ.5 φαίνεται να τα αντελήφθη στη μια μόνο πλευρά.
Ως προς τη θέση της υπεράσπισης πως με δεδομένο ότι η βεράντα είχε πλακάκια, δεν θα μπορούσε να σκιστεί το παντελόνι της από τρίψιμο, σημειώνουμε πως αυτή παραλείπει να λάβει υπόψιν το ότι, ως ορθώς υπέδειξε και η ίδια η μάρτυρας (βλ. πρακτικά σελ.39, γρ. 17), μετά τη βεράντα ακολουθεί άσφαλτος και ότι είναι εκεί που «τρίφτηκε» το παντελόνι της για όλη την απόσταση που περιγράφει στην ίδια σελίδα γρ. 26-31. Για να καταλήξει μάλιστα να απορρίψει την υποβολή πως προκάλεσε μόνη της τις τρύπες στο παντελόνι, διερωτώμενη πώς θα μπορούσε να το είχε κάνει και επιμένοντας στη θέση της πως «Με κωλόσυρνε ή στα γόνατα ή τραβητή[33]». Αποδεχόμενη βέβαια παράλληλα με την ειλικρίνεια που την διέκρινε, πως δεν ήταν όλη την ώρα στα γόνατα αφού αντιστεκόταν, χωρίς ωστόσο αυτό να αλλοιώνει το ότι για κάποιο χρόνο την τραβούσε ενώ βρισκόταν κάτω είτε στα γόνατα της είτε «τραβητή». Ως προς το καθ’ όλα αυθαίρετο συμπέρασμα που της τέθηκε πως αν τα όσα φαίνονται στο παντελόνι προέρχονταν από τριβή στο έδαφος του παντελονιού, τότε θα πάθαινε μώλωπες και σοβαρούς τραυματισμούς, η ίδια ευλόγως ανέφερε ότι τούτο αφορά σε ιατρικό ζήτημα. Για το οποίο, προσθέτουμε εμείς, καμμιά σχετική μαρτυρία προσκομίστηκε από την υπεράσπιση, που να μπορεί να οδηγήσει σε μια ανάλογη κατάληξη.
Εν τέλει πρέπει να πούμε πως αυτό που εντοπίζουμε είναι πως οι ουσιαστικότερες θέσεις της Παραπονούμενης, αντίθετα με τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, υποστηρίζονται μέσα από μη αμφισβητούμενη μαρτυρία ή και από τις ίδιες τις παραδοχές του Κατηγορούμενου. Και εξηγούμε. Κατ΄ αρχάς η μαρτυρία της υποστηρίζεται εν σχέσει με το ότι την ζήλευε, από το περιεχόμενο των μηνυμάτων Τεκμήριο 7, τεκμήριο το οποίο υποστηρίζει και τη θέση της ότι τη δεδομένη μέρα της απέστελλε μηνύματα με εριστική, εκφοβιστική και εν τέλει απειλητική διάθεση, όπως ακριβώς τα δύο μηνύματα που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι απέστειλε και αφορούν τις κατηγορίες 8 και 9. Το δε Τεκμήριο 7 αλλά και τα εξαχθέντα δεδομένα από το κινητό του Κατηγορούμενου υποστηρίζουν τη θέση της περί αλλεπάλληλων μηνυμάτων και κλήσεων ενώ επιπρόσθετα η Παραπονούμενη επιβεβαιώνεται προς τούτο και από την παραδοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία 5. Κατηγορία από την οποία προκύπτει επίσης πως ο ίδιος αντιλαμβανόταν πως η εν λόγω συμπεριφορά του της προκαλούσε παρενόχληση, ενώ από την παραδοχή στην εν λόγω κατηγορία προκύπτει πως είναι παραδεκτό πως τα απειλητικά και ενοχλητικά μηνύματα της προκαλούσαν ανησυχία όπως και οι επανειλημμένες κλήσεις.
Περιπλέον όμως η Παραπονούμενη επιβεβαιώνεται και ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος πήγε και την ανέμενε στην οικία της έχοντας προηγουμένως μαζί της τη συνομιλία που καταγράφεται στο Έγγραφο Β γραμμές 5-20, της οποίας το περιεχόμενο αλλά και ο χρόνος που έλαβε χώρα δεν αμφισβητήθηκαν. Όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε το γεγονός πως συναντήθηκαν κατά τον δεδομένο χρόνο εκεί, παρά την οικία της. Ακολούθως κατά παραδοχή του και πάλιν, της προκάλεσε σωματικές βλάβες, που δεν θα μπορούσαν αλλά ούτε και της υποβλήθηκε πως προκλήθηκαν σε άλλη στιγμή και υπό άλλες περιστάσεις, απ’ αυτές που εξιστόρησε η ίδια ενώ ως εκ της υποβολής, η οποία τέθηκε στην Παραπονούμενη και στην οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, εξάγεται πως η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε το ότι σε κάποιο στάδιο βρέθηκαν στη βεράντα της οικίας που βρίσκεται στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, χωρίς να δοθεί κάποια άλλη εξήγηση που να αιτιολογεί την παρουσία τους στη βεράντα ενός ξένου σπιτιού στις 03:00.
Υπό το φως των ανωτέρω δεδομένων, αδυνατούμε πραγματικά να δεχθούμε πως η ίδια ψευδώς του απέδωσε πως κρατούσε μαχαίρι, το οποίο μάλιστα αυθόρμητα περιέγραψε, ή ότι κατασκεύασε το συμβάν με το εύφλεκτο υλικό που περιέγραψε, τοποθετώντας μάλιστα μόνη της βενζίνη στα ρούχα της και στα μαλλιά της αλλά και σε συγκεκριμένο σημείο παρά την κατοικία στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, με μόνο σκοπό να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο. Τον οποίο, σημειωτέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας δεν εντοπίσαμε να απεχθάνετο αλλά αντιθέτως μέσα από τη μαρτυρία της ήταν εμφανές πως κατά τον επίδικο χρόνο προσπαθούσε να συγκρατήσει («συνεφέρει»), έτσι ώστε να μην προχωρήσει σε πράξεις που θα έθεταν σε κίνδυνο αφενός την ίδια αλλά και θα έθεταν τον ίδιο προ του Νόμου με σοβαρές επιπτώσεις, προειδοποιώντας τον πως η συμπεριφορά του ήταν σοβαρή[34]. Αφοπλιστική άλλωστε ήταν και η απάντηση της στη θέση πως σκηνοθέτησε την ιστορία με το εύφλεκτο υλικό για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο και να τον αποκόψει από οποιαδήποτε σχέση μαζί της, όπου ανέφερε[35]: «Να σου απαντήσω και σε αυτό. Από τη στιγμή που λέει ότι είχαμε επαφές και μιλούσαμε και μετά το θανατικό που έγινε του αδελφού του, σημαίνει ότι εγώ ένιωθα μια εύνοια για εκείνον και τύψεις που έγινε αυτό το συμβάν. Πώς μπορούσα να του προκαλέσω και άλλο περιστατικό μετά από αυτό που έγινε, να τον φέρω δαμέ που ήρθαμε; Δεν θα μπορούσα να το κάνω. Είναι μες το νου».
Άλλωστε, ως ήδη υποδείξαμε, αν όντως αυτή ήταν η πρόθεση της δηλαδή να τον ενοχοποιήσει ψευδώς, δεν θα αναμένετο ν’ αναφέρει πως την περιέλουσε με μέρος μόνο του υγρού και πως το υπόλοιπο το έχυσε στο έδαφος ή ότι ανέσυρε τον αναπτήρα αλλά δεν τον άναψε. Εν ολίγοις, το σενάριο που εισηγείται η υπεράσπιση, δεν συνάδει με τη λογική. Αφού αυτό που ουσιαστικά υποστηρίζεται, είναι πως παρά το ότι παρέμεινε μαζί του για 15-20 περίπου λεπτά, και παρά το ότι κατά τη διάρκεια τους είχε μεσολαβήσει και η επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη ενώ δεν αμφισβητήθηκε ούτε πως ήταν σε κάποια στιγμή στη βεράντα της οικίας στο σημείο 5, εντούτοις υποστηρίζεται πως μετά απ’ όλα αυτά, η Παραπονούμενη πήγε στην οικία της βρήκε εύφλεκτη ύλη, περιέλουσε τον εαυτό της, επέστρεψε στο σημείο όπου βρέθηκε εύφλεκτη ύλη παρά την οικία στο σημείο 5 όπου έχυσε και εκεί εύφλεκτη ύλη και ακολούθως κάλεσε τον Μ.Κ.5 και επέστρεψε στο σημείο 1 αναμένοντας τον για να την παραλάβει.
Το σενάριο όμως αυτό δεν συνάδει ούτε με τα όσα παραστατικά μας περιέγραψε ο Μ.Κ.5 αναφορικά με τη στιγμή που η Παραπονούμενη επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Περιγραφές οι οποίες σημειώνουμε πως συνήδαν και με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης η οποία ανέφερε πως στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο σπίτι της από συντομότερο δρόμο, τον οποίο περιέγραψε και κάλεσε τον Μ.Κ.5 στις 03:22, στον οποίο εξιστόρησε τι έγινε σε γενικές γραμμές και ο οποίος πήγε και την πήρε και την μετέφερε στον Σταθμό.
Ο δε Μ.Κ.5 καταθέτοντας στην ίδια γραμμή ανέφερε πως η Παραπονούμενη, 15 περίπου λεπτά μετά που την κατέβασε στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 6, τον πήρε τηλέφωνο αναστατωμένη και κλαίγοντας του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος την είχε χτυπήσει και την «έλουσε πεζίνα» και έτσι επέστρεψε μετά από περίπου 8 λεπτά στο σημείο 1 όπου την είχε αφήσει, για να την πιάσει ξανά και να την πάρει στο Σταθμό, όπου έφτασαν μετά από πάροδο άλλων 10 περίπου λεπτών, κάτι που ως ήδη είπαμε, συνάδει με την αδιαμφισβήτητη καταγραφή επί του Τεκμηρίου 13, από το οποίο προκύπτει πως η Παραπονούμενη μετέβη στο Σταθμό στις 03:50.
Τα πιο πάνω δεν αποτελούν βέβαια μαρτυρία αυτοεξυπηρετική της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, αφού αποτελούν άμεσο παράπονο κατ’ αναλογία των νομολογηθέντων στην υπόθεση Σεργίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/15, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:D108, η οποία αφορούσε υπόθεση απόπειρας φόνου όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Η παραπονούμενη κατόρθωσε να διαφύγει τρέχοντας προς το αυτοκίνητο της που εξακολουθούσε να βρίσκεται σε λειτουργία χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Μόλις προχώρησε λίγο, τηλεφώνησε στην Αστυνομία (στο τηλέφωνο με αριθμό 911), όμως τερμάτισε την κλήση αμέσως επειδή δεν γνώριζε εάν τούτος ήταν ο ορθός αριθμός τηλεφώνου και ως εκ τούτου τηλεφώνησε στην Marharyta Bartashevich (MK17) και της είπε να καλέσει την Αστυνομία γιατί, όπως της δήλωσε αυθόρμητα, ο κατηγορούμενος την είχε πυροβολήσει. Η τηλεφωνική αυτή δήλωση συνιστά πρώτο παράπονο σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 και ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονούμενης (βλ. κατ' αναλογίαν, Queen v Votsis (1950-53) 19 CLR 306).»
Κατ’ ανάλογο τρόπο και εδώ η συνομιλία που είχε με τον Μ.Κ.5 και την οποία καταγράψαμε ανωτέρω, συνιστά πρώτο παράπονο σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κεφ. 9.
Εν γένει δε ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην αναστατωμένη κατάσταση που αντίκρισε με την Παραπονούμενη αναμαλλιασμένη, «γεμάτη πεζίνες»[36], τραυματισμένη κάτω από το γόνατό της και το παντελόνι της σχισμένο εκεί που τρίφτηκε, έτσι που ο ίδιος δε δίστασε να την βάλει στο αυτοκίνητο του, παρόλο που αντελήφθη πως ήταν βρεγμένη με εύφλεκτη ύλη. Οι πιο πάνω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε όμως του τέθηκε πως η Παραπονούμενη υποκρινόταν και ότι ο ίδιος δεν το αντελήφθη, ή ότι ενεργούσαν σε συμπαιγνία για να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο ψευδώς. Πράγμα το οποίο καθιστά ακόμα πιο απομακρυσμένο το σενάριο που έθεσε η υπεράσπιση υπό τύπον υποβολών στην Παραπονούμενη. Υποβολές βέβαια οι οποίες δεν έγιναν δεκτές και παρέμειναν μετέωρες, αφού δεν υποστηρίχθηκαν από άλλη μαρτυρία.
Χαρακτηριστική όμως ήταν και η αναφορά του πως όταν είχε αφήσει την Παραπονούμενη στο σημείο 1 δεν μύριζε καύσιμη ύλη, πλην όμως όταν πήγε να την πάρει μετά από 15-20 λεπτά, είχε τέτοια οσμή. Θέση που συνάδει τόσο με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 όσο και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, οι οποίοι σύντομα μετά είχαν ανάλογη διαπίστωση. Επισφραγίζεται όμως και από την επιστημονική μαρτυρία της Μ.Κ.6, η οποία προέβη στην εξέταση των Τεκμηρίων 1.2 και 1.3, που ήταν τα ρούχα που φορούσε η Παραπονούμενη την επίδικη ημερομηνία και η οποία εντόπισε πως σε αυτά υπήρχε φωτιστικό πετρέλαιο ή άλλως κηροζίνη. Ύλη η οποία εντοπίστηκε και στο Τεκμήριο 1.1 που είχε περισυλλεγεί από σημείο παρά την οικία στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, όπου σύμφωνα με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης είχε περιχύσει ο Κατηγορούμενος το εναπομείναν υγρό.
Η ίδια δε η Παραπονούμενη επέμεινε σθεναρά πως η ύπαρξη της εύφλεκτης ύλης στα ρούχα στα μαλλιά και στο πρόσωπο της δεν προερχόταν από δική της ενέργεια για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο, αφού ως πειστικά εξήγησε ποτέ δεν θα έβαζε βενζίνη στον εαυτό της, με την άρνηση της αυτή να αφήνει τη σχετική υποβολή της υπεράσπισης μετέωρη, μη υποστηριζόμενη από άλλη μαρτυρία. Μάλιστα η ίδια απορρίπτοντας τη σχετική υποβολή και απευθυνόμενη προς τον Κατηγορούμενο ανέφερε «Να μας πει ο Κατηγορούμενος πόσες φορές προσπάθησα να τον πείσω να μην μου σύρει εκείνην τη μπουκάλα στο σημείο 3. Να μας πει ο ίδιος πόσος φορές του είπα, να δούμε αν τα φαντάστηκα»[37], δείχοντας πως δεν ήθελε το κακό του ενώ σε άλλο σημείο (που παραθέσαμε ήδη ανωτέρω) υπέδειξε, ότι μετά το θάνατο του αδελφού του Κατηγορούμενου για τον οποίο ευθυνόταν ο αδελφός της, η ίδια ένιωθε τόσες τύψεις που δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει κι άλλο κακό[38].
Συνεκτιμώντας συνολικά τη μαρτυρία της, θεωρούμε πως η Παραπονούμενη είπε την αλήθεια σε όλα τα ουσιαστικά σημεία και πως τα όσα ανέφερε περί του ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε μαχαίρι το οποίο χρησιμοποίησε με τον τρόπο που παραστατικά περιέγραψε και το ότι την περιέλουσε με τον τρόπο που περιέγραψε με εύφλεκτη ύλη που είχε οσμή βενζίνης και πως ακολούθως έβγαλε και έναν αναπτήρα, φωνάζοντας πως θα την «κρούσει», ήταν και αυτά περιγραφή των όσων πράγματι βίωσε. Ύλη η οποία βέβαια με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 ήταν εν τέλει, πράγματι εύφλεκτη ύλη και πιο συγκεκριμένα φωτιστικό πετρέλαιο ή άλλως κηροζίνη.
Η δε αμεσότητα με την οποία μας μετέφερε την αγωνία και ισχυρό φόβο που αισθανόταν για το αν ο Κατηγορούμενος θα την εντόπιζε μετά που κατάφερε να διαφύγει και να κρυφτεί, δεν άφηνε αμφιβολία για το πόσο τραυματικά βίωσε το όλο συμβάν, αναλογιζόμενη πως σε δευτερόλεπτα θα μπορούσε να γίνει παρανάλωμα του πυρός. Εξ ου και δεν ξενίζει το γεγονός πως αισθανόμενη τόσο κοντά τον κίνδυνο, βρήκε τη δύναμη να τον σπρώξει και να ξεφύγει και να κρυφτεί και στη συνέχεια να καλέσει έντρομη τον Μ.Κ.5. Το σχετικό απόσπασμα της μαρτυρίας της, το οποίο μαρτυρεί του λόγου το αληθές παρατέθηκε ήδη ανωτέρω[39].
Έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση εν σχέσει με το πώς γίνεται να επέστρεψε ο Μ.Κ.5 για να την παραλάβει, αφού προηγουμένως φοβόταν τυχόν συναπάντημα με τον Κατηγορούμενο εξ ου και την άφησε στο σημείο 1. Για να του απαντήσει όμως πειστικά η Παραπονούμενη και επί τούτου λέγοντας του, πως όταν πλέον μεσολάβησαν τα επίδικα γεγονότα και ο Μ.Κ.5 κατάλαβε τη σοβαρότητα του πράγματος, έκρινε προφανώς ότι προείχε να πάει να την πάρει και να την μεταφέρει στον Σταθμό έστω και αν αυτό εξυπάκουε το να την βάλει στο αυτοκίνητο του ενώ είχε επάνω της εύφλεκτη ύλη (βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 28, γρ. 10-17, 29 γρ. 21-25).
Το ότι ο Μ.Κ.5 ακολούθως τη μετέφερε στο Σταθμό όπου της δόθηκε το Τεκμήριο 13 (το οποίο είχε συμπληρωθεί εν μέρει) και ότι στη συνέχεια την μετέφερε και στο νοσοκομείο για να εξεταστεί δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε και το ότι εν τέλει η Παραπονούμενη εξετάστηκε από την Μ.Κ.4 και επέστρεψε πίσω στην Αστυνομία περί τις 08:30 της 29.2.24 για να δώσει κατάθεση και εν γένει για την περαιτέρω διερεύνηση, για την οποία έγινε αναφορά στην αρχή του μέρους αυτού.
Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί καταληκτικά είναι πως, το γεγονός πως η Παραπονούμενη δεν ενθυμείτο να προσδιορίσει πότε ακριβώς μετέβη στην οικία της για να παραδώσει τα ρούχα της και εν τέλει ανέφερε πως το έπραξε μετά που πήγε στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση αλλά πριν την ολοκληρώσει, ενώ ο Μ.Κ.1 ανέφερε πως τα παρέδωσε μετά που ολοκλήρωσε την κατάθεση της και την υπόδειξη σκηνών, οπόταν και την μετέφερε στην οικία της προς τούτο και την άφησε εκεί και πάλιν δεν θεωρούμε πως είναι σημαντικό ζήτημα που δύναται να πλήξει τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθετε η Παραπονούμενη. Ό,τι καταδεικνύει είναι ακριβώς πως δεν ενθυμείτο να τοποθετήσει χρονικά με ακρίβεια αυτή την πτυχή και επί τούτου αποδεχόμαστε ως ήδη υποδείξαμε την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος σύντομα μετά κατέγραψε χρονολογικά τις ενέργειες αυτές στην κατάθεση του.
Εν γένει και έχοντας αντικρίσει τη μαρτυρία σφαιρικά και έχοντας υποβάλει ειδικότερα τη μαρτυρία της Παραπονούμενης σε εξονυχιστικό έλεγχο συνεκτιμώντας σε κάθε στάδιο και τις σχετικές θέσεις της υπεράσπισης, δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία πως πρόκειται για μια καθ’ όλα αξιόπιστη μάρτυρα, η οποία είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ως προς τα κρίσιμα γεγονότα και της οποίας η μαρτυρία αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων ως προς τα επίδικα γεγονότα.
- Νομική Πτυχή
Κατηγορία 10 (Μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας)
Με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 10, ο Κατηγορούμενος στις 29.02.24, μετέφερε μαχαίρι που κατέληγε σε μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας του. Η εν λόγω κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 82(2) του Κεφ. 154, από το λεκτικό του οποίου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) πρόσωπο να έχει πάνω του ή να µεταφέρει, (β) μαχαίρι, (γ) που καταλήγει σε μυτερή άκρη (δ) εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της κατοικίας του. Σημειώνουμε δε ότι, με βάση το άρθρο 82(4)[40] του Κεφ. 154, αποτελεί για τον Κατηγορούμενο υπεράσπιση, αν είχε πάνω του ή μετέφερε τέτοιο μαχαίρι, για κάποιο νόμιμο σκοπό για τον οποίο ήταν αναγκαίο το εν λόγω μαχαίρι.
Εν προκειμένω σημειώνουμε πως με βάση τα ευρήματα μας, ο Κατηγορούμενος τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 29.02.24, είχε στην κατοχή του και μετέφερε μαύρο μαχαίρι με λεπίδα, μήκους 15-20 εκατοστών, μήκος το οποίο υπέδειξε η Παραπονούμενη και επί του χάρακα, Τεκμήριο 14, περιγραφή η οποία αναμφίβολα εντάσσει κατ’ αρχάς το επίδικο μαχαίρι στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου[41].
Ως προς την κατοχή και μεταφορά του, σημειώνουμε πως ήταν η θέση της Παραπονούμενης, η οποία κρίθηκε αποδεκτή, πως έχοντας συναντήσει τον Κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις που ανέφερε και αποτέλεσαν και δικό μας εύρημα, πλησίον της οικίας της, αντελήφθη ότι κάτι είχε στο μανίκι του, το οποίο διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μαχαίρι με την πιο πάνω περιγραφή, στη συνέχεια αφού τη μετέφερε δια της βίας στο σημείο 3. Εν συνεχεία και σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα μας, το χρησιμοποίησε με σκοπό να την εκφοβίζει ώστε να προχωρά εκεί που ήθελε, όταν αυτή προσπαθούσε να τον αποφύγει, χωρίς ωστόσο να το ακουμπήσει πάνω της. Επομένως τα συστατικά στοιχεία υπό στοιχεία (α),(β) και (δ) είναι σαφές πως πληρούνται. Ως προς το στοιχείο (γ) που αφορά το να καταλήγει το μαχαίρι σε μυτερή άκρη, είναι γεγονός πως δεν απεδείχθη, εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι το εν λόγω μαχαίρι κατέληγε σε μυτερή άκρη. Το δε μαχαίρι δεν εντοπίστηκε έτσι ώστε να παρουσιαστεί ως τεκμήριο και να μπορεί τοιουτοτρόπως το Δικαστήριο παρατηρώντας το, να προβεί σε ανάλογη διαπίστωση.
Παρά το γεγονός ότι η απουσία του εν λόγω συστατικού στοιχείου δεν επιτρέπει την καταδίκη του Κατηγορούμενου στην εν λόγω κατηγορία, εντούτοις το γεγονός παραμένει ότι μέρος των λεπτομερειών της εν λόγω κατηγορίας έχουν αποδειχθεί και αναφερόμαστε βεβαίως στο ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και μετέφερε ένα μαχαίρι με λεπίδα μήκους 15-20 εκατοστών, εκτός της κατοικίας ή της αυλής του, στοιχεία τα οποία στοιχειοθετούν το αδίκημα του άρθρου 82(1) του Κεφ. 154. Άρθρο το οποίο προβλέπει ότι όποιος έχει πάνω του ή µεταφέρει µαχαίρι που δεν καταλήγει σε µυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της, είναι ένοχος πληµμελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.
Των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας κατά νου και το περιεχόμενο του άρθρου 85(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 το οποίο προβλέπει πως αν µέρος µόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το µέρος που αποδείχθηκε συνιστά ποινικό αδίκηµα, ο κατηγορούµενος δύναται, χωρίς µεταβολή του κατηγορητηρίου να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκηµα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε, κρίνουμε πως ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω δύναται να κριθεί ένοχος στο αδίκημα του άρθρου 82(1) χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου. Αδίκημα το οποίο σημειώνουμε πως είναι πανομοιότυπο με αυτό που αρχικά αντιμετώπιζε (με εξαίρεση το συστατικό στοιχείο που αφορά τη μυτερή άκρη) και δεν επισύρει μεγαλύτερη ποινή σε σχέση με το αδίκημα που αντιμετώπιζε δυνάμει του άρθρου 82(2).
Ως προς την ειδική υπεράσπιση που προβλέπει ο νόμος, σημειώνουμε πως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε γενικώς ότι κατείχε και μετέφερε καθ’ οιονδήποτε χρόνο μαχαίρι, αφού αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης, πως ο συναφής ισχυρισμός της Παραπονούμενης (όπως και άλλοι), ήτο αναληθής και προωθήθηκε με σκοπό να τον ενοχοποιήσει. Εξ ου και ως ήταν αναμενόμενο δεν προώθησε την ως άνω ειδική υπεράσπιση για να τίθεται θέμα απόδειξης της.
Κατηγορία 11 (οπλοφορία προς διέγερση τρόμου)
Η κατηγορία 11, αφορά το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, το οποίο προνοείται στο άρθρο 80 του Ποινικού Κώδικα. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 80, προκύπτει πως τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι: (α) Ο Κατηγορούμενος δημόσια, (β) χωρίς νόμιμη αιτία, (γ) να μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο, (δ) με τέτοιο τρόπο που να διεγείρει τρόμο σε άλλο.
Το ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε μαχαίρι και πιο συγκεκριμένα μαχαίρι με λεπίδα μήκους 15-20 εκατοστών, έχει ήδη συζητηθεί στα πλαίσια της κατηγορίας 10 πιο πάνω και επομένως δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο επί τούτου. Το κατά πόσον δε, το μαχαίρι που κρατούσε αποτελεί επιθετικό όπλο σημειώνουμε πως, το πότε ένα αντικείμενο αποτελεί επιθετικό όπλο ή όργανο, απαντάται στο άρθρο 2 του Περί Επιθετικών Όπλων Νόμου, Κεφ. 159, το οποίο ορίζει ως «επιθετικό όπλο», οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό.
Έχοντας κατά νου τον ορισμό που δίδεται στον νόμο, ως προς το τι αποτελεί «επιθετικό όπλο», έχουμε την άποψη πως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά εν σχέσει με το αν το μαχαίρι συνιστά τέτοιο. Και τούτο διότι το μαχαίρι αποτελεί ένα όργανο το οποίο εξ ορισμού προορίζεται για να κόβει, έτσι ώστε αναμφίβολα όταν χρησιμοποιείται έναντι προσώπου μπορεί δυνητικά να προκαλέσει σοβαρότατη βλάβη.
Ως προς το ότι το μετέφερε δημόσια σημειώνουμε επίσης πως αποτέλεσε εύρημα μας πως το είχε στην κατοχή του και το μετέφερε ενόσω κινείτο σε δημόσιο χώρο/δρόμο και προς τούτο παραπέμπουμε στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία εξήγησε πως αντελήφθη πως επρόκειτο για μαχαίρι ενόσω βρισκόταν στο σημείο 3 και πως το κρατούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής τους από το εν λόγω σημείο μέχρι το σημείο 5 επί του Τεκμηρίου 6, που αποτελεί δημόσιο δρόμο. Από το σημείο 4 μάλιστα και μετά ο ίδιος το ανέσυρε και το πρόταξε έναντι της με σκοπό να την εκφοβίσει και να επιτύχει αυτή να τον ακολουθεί προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε.
Στρεφόμενοι τώρα στο κατά πόσον ο τρόπος με τον οποίο το χρησιμοποίησε προκάλεσε τρόμο στην Παραπονούμενη σημειώνουμε τα εξής. Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, η λέξη τρόμος έχει την έννοια του ισχυρού και αιφνίδιου συναισθήματος φόβου. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η ανάσυρση του μαχαιριού από τον Κατηγορούμενο και η πρόταξη του προς την Παραπονούμενη, χωρίς ωστόσο να την ακουμπά με αυτό, είχε ως σκοπό τον εκφοβισμό της τελευταίας, προκειμένου να τον προχωρά, πράγμα το οποίο η ίδια δεν επιθυμούσε να πράξει στην πραγματικότητα, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα μας στα οποία οδηγηθήκαμε για τους λόγους που επεξηγήσαμε ανωτέρω. Παρότι δε συμφώνησε αρχικά να το πράξει (διαισθανόμενη αφενός πως δεν θα ήταν ασφαλές να του εναντιωθεί και αφετέρου πως δεν θα μπορούσε να το πράξει με επιτυχία), εντούτοις στην πορεία και αφού διένυσαν μια απόσταση της τάξεως των 200 περίπου μέτρων και έχοντας φτάσει στο σημείο 4 του Τεκμηρίου 6, του ανέφερε πως δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο, οπόταν αυτός άρχισε να την περιλούζει με το εύφλεκτο υγρό για να την αναγκάσει να τον ακολουθεί, πράγμα το οποίο η ίδια σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα μας έκανε ένεκα του ισχυρού αισθήματος φόβου που η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου της προκάλεσε. Παρά ταύτα όμως και επειδή πράγματι δεν επιθυμούσε να τον ακολουθεί, σε τακτά διαστήματα προσπαθούσε να τον αποφύγει. Όποτε όμως επιχειρούσε να το πράξει, αυτός προτάσσοντας το μαχαίρι (χωρίς να την ακουμπά), την απειλούσε μέσω αυτού ουσιαστικά για τη χρήση βίας, με σκοπό να την κάνει να προχωρήσει. Σκοπός ο οποίος επετεύχθη αφού με τον τρόπο αυτό προκάλεσε τόσο μεγάλο και ισχυρό φόβο στην Παραπονούμενη ώστε αυτή να συνεχίσει να προχωρεί και με αυτό τον τρόπο να φτάσουν στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, όπου εκτυλίχθηκαν τα περαιτέρω γεγονότα που καταγράψαμε στα ευρήματα μας. Επομένως θεωρούμε πως αναμφίβολα και αυτό το συστατικό στοιχείο πληρούται.
Σε σχέση με το κατά πόσον, είχε νόμιμη αιτία για την μεταφορά του, ουδεμία εξήγηση δόθηκε από μέρους του, εφόσον ως επισημάνθηκε και πιο πάνω, αρνείτο μέχρι τέλους ότι το μετέφερε. Επομένως αποτελεί κατάληξη μας πως καμμιά νόμιμη αιτία καταδείχθηκε για τη μεταφορά του.
Στη βάση των ανωτέρω κρίνουμε πως έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό και η κατηγορία 11.
Κατηγορίες 6 και 7 (Απειλή)
Οι κατηγορίες 6 και 7 εδράζονται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».
Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος λοιπόν θα πρέπει να αποδειχθεί: (α) η απειλή χρήσης βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης και (β) η εξ αυτής, πρόκληση στον παραπονούμενο τρόμου ή ανησυχίας. Για να αποδειχθεί το αδίκημα λοιπόν θα πρέπει να αποδειχθεί όχι μόνο η απειλή με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, αλλά και ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο.
Στην απόφαση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 119/2021, ημερομηνίας 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του».
Αυτό που επομένως καθίσταται αντιληπτό, με βάση τα προαναφερόμενα στην Κούσουλος (ανωτέρω), είναι πως οι περιστάσεις υπό τις οποίες ειπώθηκαν λόγια ή διατυπώθηκαν συμπεριφορές που ανάγονται σε πράξη ή παράλειψη, είναι αυτές που αξιολογούμενες θα καθορίσουν, εάν τα λόγια ή η πράξη ή η παράλειψη τα οποία αποδίδονται ως «απειλή», έχουν εν τέλει την απαιτούμενη αντικειμενική υπόσταση για να θεωρηθούν ως τέτοια.
Στρεφόμενοι τώρα στις επίμαχες κατηγορίες, σημειώνουμε πως ό,τι καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 6 και 7 (αντίστοιχα), είναι ότι στις 29.2.24 στην Ξυλότυμπου προκάλεσε τρόμο στην Παραπονούμενη απειλώντας την (α) με τη χρήση μαχαιριού (κατηγορία 6) και (β) μέσω μηνύματος με τις λέξεις «Εννά κόψω την κκελέ του γιου σου όπως το κολοκούι» (κατηγορία 7).
Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 6, επαναλαμβάνουμε όσα έχουμε αναφέρει στο πλαίσιο εξέτασης των κατηγοριών 10 και 11, αφού πρόκειται για το ίδιο μαχαίρι, το οποίο ως έχουμε αποδεχθεί κατείχε και μετέφερε ο Κατηγορούμενος και το οποίο πρότασσε προς την Παραπονούμενη χωρίς να την ακουμπά με αυτό, με σκοπό να την εκφοβίζει έτσι ώστε να προχωρά μαζί του, όταν αυτή προσπαθούσε να τον αποφύγει. Η όλη αυτή δράση του συνιστούσε απειλή χρήσης βίας κατά τρόπο που αναμφίβολα πληρούται το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος.
Το γεγονός δε πως δεν την ακούμπησε με το μαχαίρι ή ότι δεν εξέφρασε με λόγια την απειλή στην περίπτωση της κατηγορίας 6, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, ούτε καθιστά την απειλή κενή περιεχομένου, αφού εξ αντικειμένου η πράξη του αυτή καθ’ αυτή συνιστούσε ωμή απειλή για χρήση βίας και έγινε ακριβώς με σκοπό η Παραπονούμενη να την εκλάβει ως τέτοια και να φοβηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον ακολουθήσει, παρότι δεν ήθελε.
Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 7, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τα ευρήματα μας ο Κατηγορούμενος εκστόμισε τα λόγια αυτά σε συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη, απειλώντας την ευθέως με τη χρήση βίας έναντι του υιού της, κατά τρόπο που και εδώ κρίνουμε πως πληρούται το συστατικό στοιχείο της απειλής χρήσης βίας. Το γεγονός πως ο υιός της βρισκόταν εντός της οικίας, δεν αφαιρούσε τη δυνατότητα εκφοβισμού της ούτε μπορεί βέβαια να οδηγήσει στην κατάληξη πως η απειλή δεν είχε πραγματικό έρεισμα. Αφού όντας κάτω από την οικία της, την απειλούσε
Όσον αφορά την αναγκαία ένοχη διάνοια σημειώνουμε πως η πρόθεση πρόκλησης τρόμου συνάγεται για την μεν κατηγορία 6 από την ίδια την πράξη του Κατηγορούμενου ο οποίος προτάσσοντας το μαχαίρι σκοπό είχε να της προκαλέσει τέτοιο ισχυρό αίσθημα φόβου ώστε να συνεχίζει να προχωρά όταν αυτή προσπαθούσε να τον αποφύγει και για την κατηγορία 7 από τα ίδια τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος (κατ’ αναλογίαν Βοσκού ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ.510).
Ό,τι απομένει επομένως να εξεταστεί είναι το κατά πόσον οι πράξεις του αυτές, προκάλεσαν τρόμο στην Παραπονούμενη, ερώτημα στο οποίο η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική και για τις δύο κατηγορίες. Και τούτο διότι για την μεν κατηγορία 6 ήταν σαφής η Παραπονούμενη και αποτέλεσε και δικό μας εύρημα ότι δεν ήθελε στην πραγματικότητα να προχωρήσει μαζί του και πως το έπραξε ένεκα του μεγάλου φόβου που αισθανόταν, λόγω των όσων είχαν προηγηθεί ενωρίτερα αλλά και της αντίληψης της πως αν αντιστεκόταν αυτός δεν θα το δεχόταν και η ίδια δεν θα μπορούσε να ξεφύγει. Παρά δε το ότι προχώρησε υπό αυτές τις συνθήκες, εντούτοις ως ήδη υποδείξαμε φτάνοντας στο σημείο 4 του Τεκμηρίου 6 του ανέφερε πως δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο, οπόταν αυτός άρχισε να την περιλούζει με την κηροζίνη για να την αναγκάσει να προχωρήσει, πράγμα το οποίο πέτυχε. Καθ’ οδόν όμως η ίδια προσπαθούσε να τον αποφύγει, οπόταν αυτός προτάσσοντας το μαχαίρι επιτύγχανε να της δημιουργεί τέτοιο φόβο, ώστε να συνεχίζει να προχωρά. Σκοπό τον οποίο πέτυχε αφού η Παραπονούμενη, σύμφωνα με τα ευρήματα μας συνέχισε να προχωρά μέχρι που έφτασαν στην οικία που βρίσκεται στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6.
Ως προς την κατηγορία 7 αποτέλεσε εύρημα μας πως κατόπιν της συνομιλίας στο πλαίσιο της οποίας της εκστόμισε την πιο πάνω απειλή, η ίδια ζήτησε από τον Μ.Κ.5 να την μεταφέρει στο σπίτι της, ένεκα ακριβώς του ισχυρού φόβου που αισθάνθηκε ως εκ της εκφρασθείσας απειλής χρήσης βίας κατά του υιού της. Ο οποίος εκείνη την ώρα βρισκόταν στο σπίτι της, μαζί με τους γονείς της. Φόβος ο οποίος ήταν εμφανής και από το ότι ζήτησε από τον Μ.Κ.5 να την αφήσει στο σημείο 1 (επί του Τεκμηρίου 6) το οποίο βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά από το σημείο 3 (λαστιχάρικο) όπου ο Κατηγορούμενος της είχε αναφέρει πως βρισκόταν, έτσι ώστε να αποφύγει να τον συναντήσει. Αφού όπως χαρακτηριστικά ανέφερε απαντώντας σε σχετική υποβολή, ουδείς θα ήθελε να συναντήθεί με κάποιον που απειλεί πως θα κόψει την κεφαλή του παιδιού του όπως το «κολοκούι». Ένεκα ακριβώς της έντασης του φόβου που δημιουργεί μια τέτοια απειλή, τον οποίο υπό τις περιστάσεις έχουμε αποδεχθεί πως και η ίδια αισθάνθηκε.
Εξάλλου η ίδια ερωτηθείσα κατά πόσον λάμβανε υπόψιν σοβαρά τις απειλές αυτές ανέφερε ευθέως «Τις λάμβανα υπόψιν μου γιατί έχω ένα μωρό και ήταν κάτω από το σπίτι μου όντως. Πώς να μην τις λάβω σοβαρά;»[42], για να συνεχίσει λέγοντας πως ένιωθε πως κινδύνευε, αίσθημα που ως εύστοχα υπέδειξε, αποδείχθηκε δικαιολογημένο με βάση την εξέλιξη των γεγονότων. Ο δε Μ.Κ.5 κατέθεσε πως η Παραπονούμενη ανέφερε πως είχε κοινοποιήσει τα μηνύματα και τις κλήσεις στην αστυνομία μέσω του Τεκμηρίου 7, για να δείξει ακριβώς πως απειλείτο η ζωή της.
Επομένως καταλήγουμε πως και αυτές οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί εναντίον του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατηγορία 1 (Απόπειρα Φόνου) – Κατηγορία 2 (Πράξεις με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης )
Η κατηγορία 1, στηρίζεται στο άρθρο 214(α) του Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:
«214. Όποιος, (α) αποπειράται παράνομα να επιφέρει το θάνατο άλλου ….
είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.»
Στην προκειμένη, αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με βάση την κατηγορία 1, είναι ότι στις 29.02.24, αποπειράθηκε παράνομα να επιφέρει τον θάνατο της Παραπονούμενης, περιλούζοντας την με εύφλεκτη ύλη, ώστε να της βάλει φωτιά με συσκευή αναπτήρα, τον οποίο κρατούσε.
Η κατηγορία 2 εδράζεται στο άρθρο 228(ζ) του Κεφ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Όποιος, με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ή με σκοπό αντίστασης εναντίον της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης οποιουδήποτε προσώπου ή αποτροπής αυτής-
…….
(στ) τοποθετεί καυστικό υγρό ή καταστρεπτική ή εκρηκτική ύλη σε οποιοδήποτε χώρο ή
(ζ) χύνει παράνομα ή ρίχνει τέτοιο υγρό ή τέτοια ύλη εναντίον ή σε άλλο, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τοποθετεί τέτοιο υγρό ή τέτοια ύλη στο σώμα οποιουδήποτε προσώπου,
είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.»
(έμφαση δοθείσα)
Η πράξη που στην προκειμένη αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, είναι πως στις 29.02.24, με σκοπό να προκαλέσει στην Παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη, της έχυσε παράνομα εύφλεκτο υλικό στο σώμα, τα μαλλιά και τα ρούχα της.
Οι πρόνοιες του εδαφίου (ζ) του άρθρου 228, ως συνάγεται από απλή ανάγνωση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις πρόνοιες του αμέσως προηγούμενου εδαφίου -(στ)-, (των οποίων αποτελούν συνέχεια) αφού και η αναφορά σε «τέτοιο υγρό» και «τέτοια ύλη», εξυπακούει φρονούμε, τις αναφορές σε καυστικό υγρό ή καταστρεπτική ή εκρηκτική ύλη, που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο του άρθρου. Αυτό που επομένως θα πρέπει να αποδειχθεί, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος του άρθρου 228(ζ) είναι ότι ο Κατηγορούμενος, (i) Με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, (iii) έχυσε ή έριξε στο σώμα άλλου, (iv) καυστικό υγρό ή καταστρεπτική ή εκρηκτική ύλη.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνουμε πως ό,τι απαιτείται για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος του άρθρου 228(ζ), είναι η πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης με τις πράξεις που αναφέρονται πιο πάνω, ανεξαρτήτως του εάν εν τέλει επετεύχθη η πρόκληση της ή όχι.
Ως προς τη σχέση των δύο κατηγοριών κρίνουμε χρήσιμο να παραπέμψουμε στην υπόθεση Παρούτη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 446, όπου το Κακουργιοδικείο βρήκε ένοχη την εφεσείουσα και για τα δυο πιο πάνω αδικήματα διαπιστώνοντας ότι «η πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης εμπεριέχεται στην ήδη διαπιστωθείσα πρόθεση θανάτωσης της παραπονούμενης. Η ενέργεια του καρφώματος εξ επαφής του βέλους στην πλάτη της παραπονούμενης δεν ήταν τυχαία. Η πράξη ήταν ηθελημένη όπως και το αποτέλεσμα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης επιδιωκόμενο ως μέσο προώθησης του απώτερου σκοπού της θανάτωσης της παραπονούμενης.» Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι η εφεσείουσα είχε συγχρόνως πρόθεση θανάτωσης του θύματος αλλά και πρόθεση να προκαλέσει σ' αυτό βαριά σωματική βλάβη. Ως συγκεκριμένα λέχθηκε:
«Πρόκειται για δύο χωριστά αδικήματα για τη θεμελίωση των οποίων, μεταξύ άλλων, αντιστοίχως απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης συγκεκριμένης (ειδικής) πρόθεσης. Το στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) των εν λόγω αδικημάτων είναι διαφορετικό. Η διαπίστωση ύπαρξης της απαιτούμενης συγκεκριμένης πρόθεσης (specific intent) που αφορά στο ένα αδίκημα, σαφώς αποκλείει την ύπαρξη ταυτοχρόνως της απαιτούμενης συγκεκριμένης πρόθεσης που αφορά και στο άλλο αδίκημα και αντιστρόφως. [..] η απόδειξη ειδικής πρόθεσης διάπραξης του ενός, αποκλείει την ταυτόχρονη ύπαρξη ειδικής πρόθεσης για τη διάπραξη του άλλου. Βλ. Panayiotis Chr. Andreou v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 81».
Η θέση αυτή επαναλήφθηκε και στην πιο πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Dejan v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 205/2017 (σχ. με 210/2017), ημερ. 11.05.2022, εφαρμοζομένων των όσων λέχθηκαν στην Παρούτη (ανωτέρω).
Επί τη βάσει της ως άνω νομολογίας αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, πως με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, προκύπτει μεν πως η ύλη που κατείχε ο Κατηγορούμενος, αποτελούσε φωτιστικό πετρέλαιο, ουσία η οποία αποτελεί, ως η θέση του, εκ της φύσεως της, ύλη καταστρεπτική για τους λόγους που εξήγησε, εντούτοις όμως σε σχέση με την απαιτούμενη πρόθεση, αυτό που εν προκειμένω αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι πρόθεση θανάτωσης και όχι πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Συνεπώς και λαμβανομένης υπόψιν της σχετικής με το θέμα νομολογίας, εισηγήθηκε πως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στο αδίκημα της απόπειρας φόνου και να αθωωθεί στο αδίκημα της κατηγορίας 2. Εισήγηση την οποία εμπεριστατωμένα υποστήριξε με λεπτομερέστατη αναφορά στην προσκομισθείσα μαρτυρία.
Των πιο πάνω δεδομένων θα αρχίσουμε από την εξέταση της πρώτης κατηγορίας. Ως λέχθηκε στην υπόθεση R v Litholetovs [2002] EWCA Crim 1154, αφού υιοθετήθηκαν ως ορθές οι υποδείξεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς τους ενόρκους:
«Before you can convict the defendant you must be sure of two things in relation to the alleged attempt. I call them (a) and (b) – (a) that he intended to commit the full offence and (b) that with that intention he did something which was more than mere preparation for committing that offence».
Αυτά είναι εν πολλοίς και τα συστατικά στοιχεία που οφείλει να αποδείξει εν προκειμένω εν σχέσει με το αδίκημα της απόπειρας φόνου. Το ότι ο Κατηγορούμενος τη δεδομένη ημερομηνία (29.2.24), περιέλουσε την Παραπονούμενη με εύφλεκτη ύλη και συγκεκριμένα κηροζίνη/φωτιστικό πετρέλαιο, στο σώμα, στα μαλλιά, στα ρούχα της αλλά και στο πρόσωπο της, με τον τρόπο που αναφέρεται στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και ότι εν συνεχεία ανέσυρε αναπτήρα τον οποίο είχε στην κατοχή του φωνάζοντας της πως θα την «κρούσει», αποτέλεσε εύρημα μας. Η δε θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη μόνη της περιέλουσε τον εαυτό της με την εν λόγω ύλη για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο παρέμεινε μετέωρη και απερρίφθη από το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας.
Αυτό επομένως που θα απασχολήσει είναι εάν από το σύνολο της συμπεριφοράς που το Δικαστήριο απεδέχθη ότι επέδειξε, καταδεικνύεται ότι (α) είχε την πρόθεση θανάτωσης της Παραπονούμενης που του αποδίδει η κατηγορούσα αρχή και (α) αν οι πράξεις του πράγματι συνιστούσαν απόπειρα υπό τις περιστάσεις.
Ι. Mens Rea – Πρόθεση πρόκλησης θανάτου
Στην υπόθεση Pefkos and Others v. The Republic (1961) C.L.R. 340 λέχθηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόπειρας φόνου (κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Κεφ. 154) είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης θανάτωσης του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται. Στην έννοια της απόπειρας, ενυπάρχει το στοιχείο της πρόθεσης για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του φόνου. Στη δε Panayiotis Chr. Andreou v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 81, λέχθηκε πως:
"In order to prove the offence of attempt to commit a crime the Crown had to prove a specific intent, i.e. a decision by the accused to bring about, so far as it lay within his power, the commission of the offence which it was alleged that he had attempted to commit. It was not sufficient to establish that the accused knew or foresaw that the consequences of his act would, unless interrupted, be likely to be the commission of the complete offence; nor was a reckless state of mind sufficient to constitute the necessary mens rea."
Με άλλα λόγια η αρχή που υιοθετήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση είναι πως, για να αποδειχθεί το αδίκημα της απόπειρας πρέπει να αποδειχθεί ειδική πρόθεση, δηλαδή η λήψη απόφασης από τον κατηγορούμενο να ολοκληρώσει, στο βαθμό που αυτό είναι εντός του πλαισίου των δυνατοτήτων του, τη διάπραξη του αδικήματος το οποίο φέρεται να αποπειράθηκε να διαπράξει. Δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή προέβλεψε ότι οι συνέπειες της πράξης του δυνητικά και εφόσον δεν μεσολαβούσε κάτι, θα οδηγούσαν στην ολοκλήρωση της διάπραξης του αδικήματος. Ούτε επίσης μια απερίσκεπτη κατάσταση του μυαλού θα συνιστούσε το απαραίτητο "mens rea ". Περαιτέρω και καθ’ όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του αδικήματος της απόπειρας φόνου και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στην ίδια υπόθεση λέχθηκε με αναφορά στην υπόθεση R. v. Whybrow [1951] 35 Cr. App. R. 141, ότι για την κατηγορία της απόπειρας φόνου πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να σκοτώσει και πως είναι εσφαλμένο να κατευθύνονται οι ένορκοι
προς το ότι η κατηγορία μπορεί να στηριχθεί στη βάση στοιχείων που καταδεικνύουν πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. [43]
Ως προς τη διεργασία που απαιτείται στο πλαίσιο αυτό, αυτή επεξηγήθηκε με ευκρίνεια στην Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 563, όπου λέχθηκε πως:
«Η φύση της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή, θα προσκομίσει για να αποδείξει την ύπαρξη της πρόθεσης, θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποκλείει τα οποιαδήποτε άλλα συμπεράσματα τα οποία είναι αντίθετα με την ύπαρξη τέτοιας πρόθεσης ― Στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη ύπαρξης του εν λόγω στοιχείου μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία».
Τα πιο πάνω συνοψίστηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Σεργίου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 172/2015 ημερ. 13.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:D108, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης (specific) πρόθεσης θανάτωσης του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται (Pefkos and others v. The Republic (1961) CLR 340, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 560). Στην πραγματικότητα η πρόθεση να προκληθεί ο θάνατος του θύματος συνιστά το κύριο συστατικό του συγκεκριμένου αδικήματος, όπως ελέχθη στη Τσέκουρας ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 563. Στην ίδια απόφαση επαναλήφθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου η πρόθεση δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη της μπορεί να γίνει με περιστατική μαρτυρία. Επαναλήφθηκε επίσης η αρχή ότι όπου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41, 55).
Ειδικότερα, σε υποθέσεις απόπειρας φόνου, λαμβάνονται κατά την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης ή μη πρόθεσης θανάτωσης, παράγοντες όπως «το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, η επιμονή στην επίθεση, η φύση των τραυμάτων που προκλήθηκαν και το μέρος του σώματος στο οποίο τα τραύματα εντοπίστηκαν» (Μενελάου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 407, 413).».
Στρεφόμενοι στα της παρούσας και με δεδομένο ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει ομολογία και επομένως τυχόν πρόθεση θα αναζητηθεί μέσα από περιστατική μαρτυρία, επαναλαμβάνουμε εδώ τη βασικότατη νομολογιακή αρχή, ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του Κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το υπό εξέταση αδίκημα[44]. Ως προς τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της περιστατικής μαρτυρίας, σωρεία νομολογίας[45] υποδεικνύει, αφενός ότι δεν έχει υποδεέστερη αξία, εφόσον μάλιστα τείνει να αποκλείσει το ανθρώπινο λάθος που μπορεί να παρεισφρήσει σε μια άμεση μαρτυρία, και αφετέρου την ανάγκη διαπίστωσης άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ περιστατικής μαρτυρίας και ενοχής. Εν ολίγοις δηλαδή, η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια, ώστε στο σύνολο της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης.
Είναι υπό το φως των παραπάνω αρχών και έχοντας κατά νου και τα όσα περί τούτου εισηγήθηκε η υπεράσπιση που θα εξετάσουμε τις αντικειμενικές περιστάσεις της υπόθεσης, ως εξήχθησαν από τα ευρήματα μας και τα στοιχεία εκείνα της περιστατικής μαρτυρίας που εντοπίσαμε, για να διακριβώσουμε εάν το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να επιφέρει το θάνατο της Παραπονούμενης, ως ήταν η εισήγηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής.
1. Κίνητρο
Αρχίζοντας από το κίνητρο σημειώνουμε πως στην Μενελάου (ανωτέρω) λέχθηκε πως «το ελατήριο μολονότι δεν αποτελεί παράγοντα στοιχειοθετικό οποιουδήποτε εγκλήματος εντούτοις, γίνεται δεκτή μαρτυρία που τείνει να αποκαλύψει την τέλεση του εγκλήματος, λόγω του συσχετισμού της με τα κίνητρα του δράστη να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, και είναι ικανή να διαφωτίσει ως προς τον επιδιωκόμενο με αυτές σκοπό.»
Εν προκειμένω ό,τι παρατηρούμε είναι πως, σύμφωνα με τα ευρήματα μας, παρά το ότι ο ερωτικός δεσμός που ο Κατηγορούμενος είχε με την Παραπονούμενη είχε διακοπεί, εντούτοις αυτός συνέχιζε να ζηλεύει την Παραπονούμενη, πράγμα το οποίο αποτέλεσε και την κύρια αιτία των μεταξύ τους προβλημάτων. Προς τούτο παραπέμπουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, όπου κρίθηκε αποδεκτή η θέση της πως, παρά τη διακοπή της σχέσης, υπήρχαν προβλήματα ένεκα της ζήλιας που εκδήλωνε ο Κατηγορούμενος, αφού μεταξύ άλλων ο τελευταίος έκανε διάφορες ζημιές στο αυτοκίνητο της, ενεπλάκησαν μέλη της οικογένειας της, μέχρι του σημείου που ο αδελφός της επέφερε τον θάνατο του αδελφού του Κατηγορούμενου τον Αύγουστο του 2023.
Το γεγονός βέβαια αυτό, ότι δηλαδή την ζήλευε, επισημαίνουμε πως δεν προέκυψε μόνο από τις σχετικές αναφορές της ίδιας τις οποίες καταγράψαμε αναλυτικά στο πλαίσιο αξιολόγησης, αλλά και από τα ίδια τα μηνύματα του Τεκμηρίου 7. Μηνύματα τα οποία αποδεχθήκαμε πως αποστάληκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον Κατηγορούμενο προς την Παραπονούμενη και προτού αυτοί συναντηθούν. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα μας, φαίνεται είτε να γνωρίζει είτε να υποψιάζεται πως η Παραπονούμενη είναι με κάποιον εξ ου και στις 17:17 της 28.02.24 της αποστέλλει μήνυμα λέγοντας της «Eisai mazi ntou ra poutana», ενώ στις 22:53 της αποστέλλει άλλο μήνυμα στο οποίο της αναφέρει «To mono pou exo na supo feie feie osso poio makria ginete feie ra elena piaston je fiete xostite erkoume oplismenos o Satanas o mauros feiete» (σελ. 1, Τεκμήριο 7). Λίγο αργότερα και δη στις 23:02 της αναφέρει «Ra feie je sou je jinos 8ase kamo komatou8kia ra Feiete pola makria ra 8ato meta niosis alla einai arga Klioto til mu je erkoume pano s Fiete» (σελ. 2, Τεκμήριο 7). Σημειώνεται δε πως το εν λόγω μήνυμα συνοδεύεται με φωτογραφία από γάντια σκούρου χρώματος, τα οποία η ίδια ανέφερε πως τα εξέλαβε ως απειλή ή ετοιμότητα του για να υλοποιήσει τις πράξεις του. Στις δε 23:06 της αποστέλλει το μήνυμα «Fiete ra katalavis fiete Ra feie makria fiete Ra feie Akoume feie Piasto til je fiete erkoume oplismenos Fiete Orkizoume su fiete».
Αξιοσημείωτο είναι πως τα μηνύματα που αποστέλλονταν σωρηδόν είχαν αρχίσει και πριν τις 17:00 που η Παραπονούμενη συναντήθηκε με τον Μ.Κ.5 και συνεχίστηκαν μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 29.2.24 και πως ενδιάμεσα παρεμβάλλονταν και επανειλημμένες κλήσεις προς την ίδια, οι πλείστες εκ των οποίων αναπάντητες.
Αυτό δε που αβίαστα προκύπτει εκ των μηνυμάτων αυτών αλλά και από τις αλλεπάλληλες κλήσεις, είναι μια εμμονική συμπεριφορά για την οποία προκύπτει να ευθύνεται η παθολογική ζήλια που έτρεφε ο Κατηγορούμενος, η οποία προκύπτει ότι εντάθηκε τη δεδομένη μέρα ένεκα της πίστης του ότι η Παραπονούμενη βρισκόταν με άλλον άντρα. Ζήλια η οποία, προφανώς πυροδότησε και την μαζική αποστολή μηνυμάτων για ένα διάστημα περίπου οκτώ ωρών, με τα οποία ευθέως απειλεί τη σωματική ακεραιότητα της Παραπονούμενης και αφήνει μάλιστα να νοηθεί εμμέσως πλην σαφώς πως κινδυνεύει από αυτόν και η ίδια της η ζωή. Και τούτο αφού πέραν των άλλων απειλών, ότι δηλαδή είναι οπλισμένος και θα το μετανιώσει, την απειλεί ότι θα την κόψει «κομματούθκια». Επί των πιο πάνω αναφορών, ουδέποτε ο Κατηγορούμενος προέβαλε οποιαδήποτε εκδοχή και ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το λόγο που απεστάλησαν τα μηνύματα αυτά. Ό,τι επομένως εύλογα προκύπτει είναι πως ο Κατηγορούμενος υποκινούμενος από την παθολογική ζήλια του και πιστεύοντας πως η Παραπονούμενη τη δεδομένη μέρα ήταν με κάποιο άλλο άντρα, είχε από νωρίς απειλήσει όχι μόνο τη σωματική ακεραιότητα της Παραπονούμενης αλλά και την ίδια της τη ζωή.
2. Οργάνωση – Προσχεδιασμός
Από την ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα μας προκύπτει ακόμα πως ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία πριν μεταβεί πλησίον της οικίας της Παραπονούμενης προμηθεύτηκε ένα μπουκάλι 1.5 λίτρου γεμάτο με κηροζίνη, ένα δηλαδή εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, και το οποίο τοποθέτησε σε σημείο πλησίον του σπιτιού της ήτοι στο σημείο 3 επί του Τεκμηρίου 6. Και τούτο διότι δεν εξηγείται αλλιώς πώς γνώριζε πως ένα τέτοιο υγρό ήταν εκεί για να το παραλάβει στις 03:00 τα χαράματα, όταν δια της βίας μετέφερε την Παραπονούμενη στο συγκεκριμένο σημείο. Στην κατοχή του είχε επίσης μαχαίρι, το οποίο φρόντισε να έχει κρυμμένο και το οποίο επίσης αποκάλυψε στο σημείο 3 καθώς και αναπτήρα.
Έχοντας δε δει το όχημα της σταθμευμένο στο σπίτι, ο ίδιος φαίνεται να πίστευε πως αυτή βρισκόταν πλέον στο σπίτι και έτσι της ανέφερε ότι την αναμένει στο «λαστιχάρικο», ενώ στην πραγματικότητα βρισκόταν πολύ κοντά στην οικία της και επανειλημμένα και φορτικά την καλούσε να τον συναντήσει. Φτάνοντας μάλιστα μέχρι του σημείου κατά την τελευταία τηλεφωνική τους επικοινωνία στις 02:45, να της λέει πως θα ανέβει πάνω και «εν να κόψω την κκελλέ του γιου σου όπως το κολοκούι» για να επιτύχει αυτή να κατεβεί κάτω. Αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα πως ουδόλως τον ενδιέφερε το όχημα της, το οποίο αν πρόθεση του ήταν να το κάψει ή να του προκαλέσει ζημιά, θα το είχε κάνει αφού αυτό βρισκόταν σταθμευμένο στο εν λόγω σημείο από τις 1 π.μ. σύμφωνα και πάλιν με τα ευρήματα μας. Αποκλείοντας τοιουτρόπως πλήρως και το ενδεχόμενο η εύφλεκτη ύλη να προοριζόταν για το όχημα της. Τουναντίον αυτό που τον ενδιέφερε, έχοντας ήδη μαζί του τα αντικείμενα που προαναφέραμε, ήταν η κατά πρόσωπο συνάντηση με την Παραπονούμενη την οποία εν τέλει πράγματι πέτυχε.
3. Επίμονη, στοχευμένη και συστηματική χρήση κηροζίνης επί της Παραπονούμενης
Αντιλαμβανόμενος δε ότι η Παραπονούμενη περπατούσε στο δρόμο επιστρέφοντας προς το σπίτι της, την αιφνιδιάζει αρπάζοντας την από τα ρούχα, της υπόσχεται πως δεν θα της κάνει κακό, προφασιζόμενος πως ήθελε να μιλήσουν και την τραβά δια της βίας προς το «λαστιχάρικο», σημείο από το οποίο παίρνει την μπουκάλα με την εύφλεκτη ύλη. Επειδή τη διαβεβαίωνε πως δεν επρόκειτο να της κάνει κακό, αυτή συνέχισε να προχωρεί αφού όπως λογικά εξήγησε, είχε σκεφτεί πως αν επιχειρούσε να φύγει ενώ αυτός ήθελε να μιλήσουν, θα εξαγριωνόταν και ως εύλογα υποπτευόταν δεν θα την άφηνε να φύγει[46].
Η πιθανότητα όντως ο Κατηγορούμενος να ήθελε να μιλήσουν έχει ήδη αρχίσει να εξανεμίζεται από αυτό το στάδιο, αφού αν ο Κατηγορούμενος είχε ως απώτερο σκοπό πράγματι να μιλήσουν, καμμιά λογική εξήγηση δόθηκε ως προς το γιατί δεν το έπραξε αμέσως μόλις τη συνάντησε πλησίον της οικίας της ή στο σημείο 3 ή ακόμα και στο σημείο 4, όταν του είπε πως δεν θα συνέχιζε. Τουναντίον μόλις του αναφέρει πως δεν θέλει να προχωρήσει άλλο, ο ίδιος αρχίζει να την περιλούζει με την κηροζίνη για να την αναγκάσει να συνεχίσει να προχωρεί παρά τη θέληση της και μάλιστα όταν αυτή προσπαθεί να τον αποφύγει επιστρατεύει και προτάσσει το μαχαίρι που κρατούσε για να την εκφοβίσει ώστε να συνεχίσει να προχωρά σε ακόμη μακρινότερο σημείο. Κάτι το οποίο επιτυγχάνει, συνεχίζοντας επίμονα και στοχευμένα κατά την πορεία τους να την περιλούζει με το εύφλεκτο υλικό στα ρούχα και στα μαλλιά της μέχρι που φτάνουν στο σημείο 5.
Ενέργεια η οποία εξανεμίζει έτι περαιτέρω την πιθανότητα η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό να μιλήσουν, ως ο ίδιος της έλεγε συνεχώς. Κάτι το οποίο επισφραγίζεται από το ότι όταν φτάνοντας στο σημείο 5 του τεκμηρίου 6, σε απόσταση δηλαδή πέραν των 200 μέτρων από το σπίτι της (σημείο 2 τεκμηρίου 6), την περιλούζει με την μισή ποσότητα της εύφλεκτης ύλης που είχε το μπουκάλι, χωρίς και πάλιν να δοθεί κάποια εξήγηση ως προς το γιατί τούτο ήταν αναγκαίο ως μέρος της υποτιθέμενης πρόθεσης του να μιλήσουν αλλά ούτε και γιατί εν τέλει δεν κάθισαν να μιλήσουν ούτε στο σημείο εκείνο. Καταρρίπτοντας έτσι ολοκληρωτικά την πιθανότητα οι ενέργειες του να στόχευαν στο να έχει μια συζήτηση με την Παραπονούμενη.
Τουναντίον αυτό που προκύπτει και καταδεικνύεται ως λογικό συμπέρασμα από τα πιο πάνω, είναι πως η μεταφορά της Παραπονούμενης από το σημείο αιφνιδιασμού της μέχρι και το σημείο 5 του τεκμηρίου 6 σίγουρα δεν αποσκοπούσε στο να μιλήσουν και πως εντάσσετο σε ένα ξεκάθαρα προσχεδιασμένο πλάνο να την απομακρύνει από την οικία της. Η δε ρίψη της κηροζίνης στα ρούχα στα μαλλιά και στο πρόσωπο δεν ήταν, ως ορθά υποδεικνύει και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αυθόρμητη, στιγμιαία ή απερίσκεπτη. Αντίθετα ως τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν ήταν επίμονη, στοχευμένη και συστηματική. Η δε ποσότητα του ενός λίτρου που της έριξε συνολικά, μούσκεψε τόσο τα ρούχα της όσο και τα μαλλιά της ενώ το μισό περίπου λίτρο που της έριξε στο τελικό σημείο, επέλεξε να της το περιλούσει σε ευαίσθητα σημεία όπως το πρόσωπο και τα μαλλιά. Δεν επρόκειτο για «ψεκασμό», ως ορθά το θέτει ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, αλλά για μια εκτεταμένη εφαρμογή της ύλης σε μέρη που μπορούσαν να αναφλεγούν πολύ εύκολα με την έκθεση τους σε φλόγα ή σπινθήρα, όπως ήταν τα μαλλιά και τα ρούχα.
Ό,τι άλλο αναδεικνύεται είναι μια αδιάλειπτη εχθρική διάθεση εκ μέρους του Κατηγορούμενου, από τη στιγμή του αιφνιδιασμού της, μέχρι και τη στιγμή που έφτασαν στο σημείο 5 του τεκμηρίου 6, η οποία ούτε και αυτή συνάδει λογικά με την πρόφαση του, ότι ήθελε απλά να μιλήσουν.
4. Ανάσυρση αναπτήρα
Εν συνεχεία η Παραπονούμενη κατορθώνει σε πρώτη φάση να ξεφύγει από τον Κατηγορούμενο και ν’ ανεβεί στη βεράντα του σπιτιού που βρίσκεται στο σημείο 5 του Τεκμηρίου 6, ο Κατηγορούμενος την ακολουθεί και προκειμένου να την πείσει να κατέβει, απορρίπτει το υπόλοιπο περιεχόμενο της εύφλεκτης ύλης κάτω από το τοιχαράκι της οικίας στο σημείο 5. Πρόκειται, ως ήδη είπαμε, για χειριστική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου για να πείσει την Παραπονούμενη που του είχε διαφύγει να τον προσεγγίσει ξανά. Παράλληλα αποχωρεί στιγμιαία από την βεράντα, όχι για να την αφήσει ήσυχη αλλά διότι αντιλαμβάνεται ότι η Παραπονούμενη κτυπά την πόρτα της οικίας. Όταν όμως αντιλαμβάνεται ότι δεν ανταποκρίθηκε κανείς και ότι η Παραπονούμενη παρά την ενέργεια του να πετάξει στο έδαφος το υπόλοιπο υγρό, δεν πείστηκε για να κατεβεί και να πάει κοντά του, ανεβαίνει ξανά, την αρπάζει από τα μαλλιά και την σέρνει από τα σκαλιά της βεράντας μέχρι το επίπεδο της ασφάλτου, και ακολούθως για όλη την απόσταση μέχρι να φτάσουν στο μπροστινό μέρος του διπλοκάμπινου οχήματος που εντοπίζεται και στη φωτογραφία 13. Εκεί ανασύρει τον αναπτήρα από την τσέπη του και της φωνάζει «θα σε κρούσω», εν μέσω των κραυγών της, οπόταν η ίδια αντιλαμβανόμενη τον άμεσο και επικείμενο κίνδυνο καύσης της βάζει τέτοια δύναμη που του ξεφεύγει και κρύβεται.
Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω δεδομένα, βρίσκουμε πως:
- η παθολογική ζήλια του Κατηγορούμενου η οποία εντάθηκε τη δεδομένη μέρα όταν, αντελήφθη ή υποψιαζόταν ότι η Παραπονούμενη τη δεδομένη ημερομηνία βρισκόταν με άλλον άντρα,
- η όλη απειλητική συμπεριφορά του η οποία διήρκεσε για 8 τουλάχιστον συνεχόμενες ώρες και η οποία μαρτυρείται μεταξύ άλλων από τις αλλεπάλληλες κλήσεις και μηνύματα που της απέστελλε, με τα οποία έφτασε να απειλεί την ίδια της τη ζωή (θα σε κόψω κομματούθκια),
- η εμμονική προσπάθεια του να τη συναντήσει κατά πρόσωπο που κορυφώθηκε στις 02:45 με τη συνομιλία που εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 1.7.,
- η αιφνιδιαστική εμφάνιση του μπροστά της και η μεθοδική απομάκρυνση της από την οικία της, υπό την ψευδή δικαιολογία ότι ήθελε να μιλήσουν (δικαιολογία η οποία κατέρρευσε για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω),
- η όλη επιθετική και βίαιη συμπεριφορά του προς το πρόσωπο της από τη στιγμή που τη συνάντησε,
- η οργάνωση που προηγήθηκε με τη μεταφορά μαχαιριού καθώς και ενός εξαιρετικά εύφλεκτου υλικού στο μέρος ενώ είχε στην κατοχή του και αναπτήρα,
- η συστηματική, στοχευμένη και επίμονη χρήση σημαντικής ποσότητας κηροζίνης επί της Παραπονούμενης κατά τρόπο που να καλύπτονται πολλά και σημαντικά σημεία του σώματος της, μεταξύ αυτών τα μαλλιά και τα ρούχα της που θα ήταν εύκολο να αναφλεγούν και εν τέλει,
- η ανάσυρση αναπτήρα φωνάζοντας της ευθέως πως θα την «κρούσει», αφού την είχε αμέσως πριν εμποτίσει με τη σημαντική ποσότητα κηροζίνης που αναφέραμε,
οδηγούν κατά την κρίση μας στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η πρόθεση του Κατηγορούμενου κατά τη δεδομένη ημερομηνία δεν ήταν άλλη από του να επιφέρει τον θάνατο της Παραπονούμενης, δια της καύσης, θέτοντας δηλαδή φωτιά στο άτομο της. Αυτό είναι και το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο οδηγούν σωρευτικά ιδωμένοι οι ως άνω κρίκοι της περιστατικής μαρτυρίας εν προκειμένω.
Προτού βέβαια καταλήξουμε στο πιο πάνω συμπέρασμα μας και στο πλαίσιο της προσπάθειας μας να αποκλείσουμε κάθε άλλη λογικά πιθανή εκδοχή, μας προβλημάτισε βέβαια και η θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε την πρόθεση αυτή, αφού αν όντως την είχε, θα μπορούσε να είχε υλοποιήσει την πρόθεση του ενωρίτερα, δεδομένου του ότι είχε στην κατοχή του την κηροζίνη από το σημείο 3. Όμως το γεγονός πως δεν υλοποίησε την πρόθεση του από το σημείο εκείνο, ουδόλως αναιρεί την πρόθεση για θανάτωση που διαπιστώσαμε. Επί τούτου αρκούμαστε να επισημάνουμε πως η όλη του συμπεριφορά καταδείκνυε πως είχε πρόθεση να την απομακρύνει από την οικία της προτού δράσει. Εξ ου και δεν έδρασε εκεί αλλά προέβαλλε συνεχώς την ψευδή, ως αποδείχθηκε δικαιολογία, ότι ήθελε να μιλήσουν, για να την απομακρύνει όλο και περισσότερο από την οικία της, όπου ως θέμα λογικής, θα μπορούσε ν’ αναζητήσει καταφύγιο και βοήθεια. Παράλληλα την περιέλουζε προοδευτικά με την εύφλεκτη ύλη επικαλύπτοντας πολλά σημεία του σώματος της (ρούχα, μαλλιά, πρόσωπο) και την ανάγκαζε δια της βίας να τον ακολουθεί εξουθενώνοντας την ψυχικά και σωματικά. Ενέργειες οι οποίες, όχι μόνο δεν αδυνατίζουν το ως άνω συμπέρασμα μας αλλά αντίθετα ενισχύουν την κατάληξη μας ότι αυτός ήταν ο σκοπός του απομακρύνοντας την από την οικία της.
Παρεμβάλλουμε εδώ πως το γεγονός ότι ανέσυρε τον αναπτήρα στο συγκεκριμένο σημείο δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκη πως εκεί σκόπευε εξ αρχής να τη μεταφέρει απομακρύνοντας την, ούτε και είναι αυτή η κατάληξη μας. Αυτό που προκύπτει είναι πως ο Κατηγορούμενος βλέποντας πως τα περιθώρια στένευαν, αφού η Παραπονούμενη φώναζε και του είχε ήδη ξεφύγει μια φορά, επέλεξε να υλοποιήσει την πρόθεση του εκεί.
Το γεγονός δε ότι εν τέλει έφυγε από τη σκηνή, επίσης δεν δημιουργεί οποιαδήποτε λογική αμφιβολία ούτε αποδυναμώνει το συμπέρασμα ως προς τη διαπιστωθείσα πρόθεση του. Επί τούτου κατ’ αρχάς επισημαίνουμε πως δεν έφυγε αμέσως αλλά συνέχισε να την ψάχνει για κάποια λεπτά αφότου την έχασε από το οπτικό του πεδίο. Εγκατέλειψε δε τελικά τη σκηνή, μόνο όταν αντελήφθη πως δεν θα την εύρισκε, ενόψει προφανώς και των συνθηκών σκότους που επικρατούσαν.
Ως προς το ότι δεν χρησιμοποίησε το μαχαίρι για να επιφέρει το θάνατο της ενώ θα μπορούσε, δεν αντιμάχεται ούτε και αυτό του ευρήματος περί πρόθεσης θανάτωσης, αφού ως τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν, η χρήση του στο πλαίσιο των γεγονότων είχε διαφορετικό σκοπό και δη να την ελέγξει, να την απομακρύνει και εν τέλει να την οδηγήσει εκεί που επιθυμούσε προς εκπλήρωση του σκοπού του, που ήταν να της επιφέρει το θάνατο δια καύσεως.
Ο λόγος δε που δεν προχώρησε στην μετουσίωση της απειλής του προς την Παραπονούμενη ότι θα την κάψει, ήταν τα γρήγορα αντανακλαστικά της τελευταίας, η οποία κυριευμένη υπό τον φόβο ότι θα γινόταν «παρανάλωμα του πυρός», κατέβαλε κάθε δύναμη που της απέμεινε και κατάφερε να διαφύγει και να κρυφτεί.
Η δε αναφορά της Παραπονούμενης πως ίσως ανέσυρε τον αναπτήρα με σκοπό να την εκφοβίσει, όπως ήδη υποδείξαμε σίγουρα δε δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού αποτελεί μια αυθόρμητη δική της τοποθέτηση. Τοποθέτηση η οποία πέραν του ότι δεν εκφράστηκε με βεβαιότητα και δεν στηρίζεται σε νομικό συλλογισμό, δε συνάδει ούτε με την όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στη βάση όλων των στοιχείων που παραθέσαμε ανωτέρω. Και τούτο διότι ο εμποτισμός της ως υποδείξαμε δεν ήταν συμβολικός ή σποραδικός, αλλά συστηματικός, επίμονος και εκτεταμένος σε καίρια σημεία του σώματος της καθώς και στα ρούχα της. Αν δε πρόθεση του ήταν να την εκφοβίσει απλά, δεν θα χρειαζόταν καν να ανασύρει τον αναπτήρα και να της αναφέρει ότι θα την «κρούσει». Όταν δε τον ανέσυρε δεν υπαναχώρησε λόγω δεύτερων σκέψεων του ιδίου, ως ήδη υποδείξαμε, αλλά λόγω της διαφυγής της Παραπονούμενης.
Εν τέλει το γεγονός πως δεν επρόκειτο για απλή πρόθεση εκφοβισμού επιμαρτυρείται και από τις ίδιες τις ενέργειες της Παραπονούμενης, αφού παρά την πιο πάνω αναφορά της πως ίσως τον έβγαλε για να την εκφοβίσει, όταν είδε τον αναπτήρα και διαισθανόμενη τον άμεσο και επικείμενο που διέτρεχε να γίνει παρανάλωμα του πυρός, έβαλε τέτοια υπερβολική δύναμη, που ούτε η ίδια μπορούσε να εξηγήσει που την βρήκε, έτσι ώστε να καταφέρει να του ξεφύγει. Κάτι που ευτυχώς κατάφερε να πράξει.
Η δε ενέργεια του να χύσει μέρος του υγρού στο έδαφος έχουμε ήδη επεξηγήσει πως ήταν χειριστική και όχι σημάδι αλλαγής προθέσεων.
Ως προς τη θέση της υπεράσπισης πως η ποσότητα με την οποία εμποτίστηκε η Παραπονούμενη δεν ήταν επαρκής για να μπορεί να αναφλεγεί, αρκούμαστε να παραπέμψουμε απλά στις πρόνοιες του άρθρου 366 το οποίο απαντά στο εν λόγω επιχείρημα χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Το εν λόγω άρθρο προνοοεί πως:
«Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του.
Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.»
(έμφαση δοθείσα)
Εν προκειμένω καμμιά μαρτυρία υπάρχει πως ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως η εν λόγω ποσότητα κηροζίνης δεν ήταν επαρκής για ανάφλεξη και πως επέλεξε αυτή την ποσότητα ώστε να μην υπάρξει ανάφλεξη της Παραπονούμενης, κάτι που δυνητικά θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν στο πλαίσιο εξέτασης της πρόθεσης του.
Εν τέλει και υπό το φως των ανωτέρω καμμιά λογική εξήγηση δόθηκε από τον Κατηγορούμενο εν σχέσει με τα αδιάσειστα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που καταγράψαμε πιο πάνω και τα οποία οδηγούν, ως υποδείξαμε, στο μόνο λογικό συμπέρασμα πως η πρόθεση του ήταν πράγματι αυτή της πρόκλησης θανάτου της Παραπονούμενης, δια της καύσεως της. Τουναντίον, αρνείτο γενικώς, ως οι θέσεις που υποβλήθηκαν στην Παραπονούμενη, πως είχε στην κατοχή του τέτοιο υγρό ή της το περιέλουσε και απέδωσε τα πιο πάνω, σε κατασκεύασμα της ίδιας της Παραπονούμενης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Χάρπα, Ποινική Έφεση 71/12, ημερομηνίας 21.2.14:
«Στην ουσία ο Εφεσίβλητος δεν πρόβαλε οποιαδήποτε λογική εξήγηση […]. Στις πλείστες περιπτώσεις που σύμφωνα με τη νομολογία η περιστατική μαρτυρία δεν ήταν αρκετή να οδηγήσει σε καταδίκη, ήταν περιπτώσεις που η υπεράσπιση έθετε ενώπιον του δικαστηρίου κάποια λογική εξήγηση η οποία δεν μπορούσε ευλόγως να αποκλειστεί (βλ. σχετικά Παφίτης και Άλλος ν. Δημοκρατίας (1990) 2 CLR 102)».
Αυτό βεβαίως δεν απαλλάσσει την Κατηγορούσα Αρχή από του να αποδείξει την πρόθεση την οποία βρίσκουμε, υπό το φως των πιο πάνω, ότι απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όμως ως εύστοχα υποδεικνύεται στη Φανιέρος v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ 104 παρά την υποχρέωση του Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ’ ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, να αποφασίσει σαν θέμα νομικό, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Πόσω δε μάλλον εν προκειμένω, που δεν δόθηκε καμμιά, έστω λογικοφανής, εξήγηση.
ΙΙ. Actus Reus - απόπειρα
Στρεφόμενοι τώρα στο ερώτημα, είναι εάν οι πράξεις του Κατηγορουμενου, ο εμποτισμός δηλαδή του σώματος της Παραπονουμενης με την κηροζίνη και η ανάσυρση αναπτήρα, όταν πλέον την είχε θέσει υπό περιορισμό, συνιστούν το απαιτούμενο actus reus της απόπειρα φόνου σημειώνουμε τα εξής. Το τι συνιστά απόπειρα καθορίζεται στο άρθρο 366 του Κεφ. 154, το οποίο παραθέσαμε πιο πάνω.
Απόλυτα σχετικό, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 35η έκδοση, σελ. 1583, παρ. 4104:
«To constitute an attempt the act done must be immediately, and not remotely, connected with the commission of the offence. In other words it must be more than mere preparation for the commission of the offence: .
It is submitted that the actus reus necessary to constitute an attempt is complete if the prisoner does an act which is a step towards the commission of the specific crime, which immediately and not merely remotely connected with the commission of it, and the doing of which cannot reasonably be regarded as having any other purpose than the commission of the specific crime.»
Εν ολίγοις, για να συνιστούν απόπειρα, οι πράξεις θα πρέπει να είναι άμεσα και όχι απλώς απομακρυσμένα συνδεδεμένες με τη διάπραξη του ολοκληρωμένου αδικήματος του φόνου και η τέλεση τους δεν θα πρέπει να μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι είχε άλλο σκοπό, από τον σκοπό της διάπραξης του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258 και Kyprianou v. Reynolds (1969) Crim. L.R. 656, προπαρασκευαστικές μόνο πράξεις δεν δύνανται να στηρίξουν κατηγορία για απόπειρα.
Ως προς τον διαχωρισμό μεταξύ προπαρασκευαστικών πράξεων και πράξεων που συνιστούν απόπειρα κρίνουμε χρήσιμο να παραπέμψουμε στην αγγλική υπόθεση R v Parsram (1962) 5 WIR 1, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο της (τότε αγγλικής αποικίας) της Γουιάνα, επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, δυνάμει της οποίας ο Κατηγορούμενος, καταδικάστηκε για το αδίκημα της απόπειρας εμπρησμού. Στην παραπάνω υπόθεση, ο Παραπονούμενος κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, είχε ακούσει θόρυβο στην πόρτα του ο οποίος έμοιαζε σαν κάποιος να είχε πετάξει υγρό στην πόρτα του. Βγήκε έξω και διαπίστωσε πως μεταξύ της πόρτας εξωτερικά και του εδάφους, υπήρχε υγρό που μύριζε βενζίνη ενώ είδε τον Κατηγορούμενο σκυφτό, κάτω από τις σκάλες του. Τον ρώτησε για ποιο λόγο ήθελε να θέσει φωτιά στον χώρο και εκείνος του αρνήθηκε πως έριξε το υγρό και ξεκίνησε να φεύγει. Θεάθηκε να ρίχνει ένα τενεκεδάκι, το οποίο όταν αργότερα κατασχέθηκε, διαπιστώθηκε πως μύριζε βενζίνη. Επίσης, στην κατοχή του βρέθηκαν ένα μπουκάλι το οποίο έκρυβε στο στήθος του και το οποίο επίσης μύριζε βενζίνη καθώς και ένα κουτί σπίρτα. Κατόπιν εξετάσεων που ακολούθησαν, προέκυψε πως τόσο η μπουκάλα όσο και το τενεκεδάκι, περιείχαν λάδι κηροζίνης και λάδι βαφής, ο συνδυασμός των οποίων επιτείνει την καύση. Επιπρόσθετα, είχε ανευρεθεί κάτω από την πόρτα του σπιτιού, ένα κομμάτι ρούχο από πλαστικό, το οποίο περιείχε μείγμα των παραπάνω ουσιών που εντοπίστηκαν στο μπουκάλι και το τενεκεδάκι. Κρίθηκε ότι, οι πιο πάνω περιστάσεις, συνιστούσαν επαρκείς αποδείξεις της πρόθεσης του Κατηγορούμενου, να διαπράξει το ολοκληρωμένο αδίκημα του εμπρησμού καθώς και ότι βρισκόταν, πολύ κοντά στην ολοκλήρωση του, επομένως η καταδίκη για το αδίκημα της απόπειρας εμπρησμού, επικυρώθηκε.
Στη δε, R v Jones (Kenneth) [1990] 3 All ER 886, κρίθηκε ότι η στόχευση με έμφορτο όπλο και η ταυτόχρονη διατύπωση απειλής, συνιστούσε απόπειρα φόνου, καθώς υπερέβαινε το όριο της προπαρασκευής. Ο Κατηγορούμενος, διατηρούσε σχέση με την Παραπονούμενη, η οποία διεκόπη, με αποτέλεσμα η Παραπονούμενη να συνάψει νέα σχέση. Ο Κατηγορούμενος τελώντας υπό συναισθηματική φόρτιση λόγω της νέας σχέσης της Παραπονούμενης, προμηθεύτηκε και τροποποίησε μια καραμπίνα (sawn-off shotgun), αγόρασε φυσίγγια, φόρεσε κράνος και πήγε με μηχανή στο σημείο όπου ήξερε ότι θα βρίσκεται η τελευταία. Ανέβηκε στο αυτοκίνητο της, τη σημάδεψε με έμφορτο το όπλο και της είπε: «You are not going to like this». Ακολούθησε πάλη κατά τη διάρκεια της οποίας η Παραπονούμενη κατόρθωσε να του αποσπάσει το όπλο. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν έκανε το «τελευταίο καθοριστικό βήμα», καθώς δεν πίεσε τη σκανδάλη, ούτε ήταν ξεκάθαρο αν είχε το δάκτυλο στη σκανδάλη και άρα οι πράξεις του δεν ήταν επαρκείς για να στοιχειοθετήσουν απόπειρα φόνου μιας και επρόκειτο για προπαρασκευαστικές πράξεις. Το Εφετείο απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό, κρίνοντας ότι η υπόθεση σωστά τέθηκε ενώπιον ενόρκων και ότι υπήρχε επαρκής αποδεικτική βάση για καταδίκη στο αδίκημα της απόπειρας φόνου. Ως λέχθηκε, η κρίσιμη στιγμή κατά την οποία η προπαρασκευή μετατρέπεται σε απόπειρα είναι όταν ο Κατηγορούμενος έχει προβεί σε πράξεις που συνιστούν κάτι περισσότερο από απλές προπαρασκευαστικές πράξεις, δηλαδή ενέργειες ενσωματωμένες στη διαδικασία της τέλεσης του εγκλήματος.
Στην επίσης αγγλική υπόθεση, R v Litholetovs [2002] EWCA Crim 1154, το Αγγλικό Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, η οποία συνίστατο στο ότι οι πράξεις του Κατηγορούμενου, συνιστούσαν ενέργειες εμπίπτουσες στην ζώνη πραγματοποίησης της εγκληματικής πρόθεσης και όχι απλώς στον σχεδιασμό της. Αυτές αφορούσαν τη ρίψη εύφλεκτου υγρού και συγκεκριμένα βενζίνης, στην είσοδο της πόρτας του σπιτιού του Παραπονούμενου, την απομάκρυνση του από τον χώρο και τη μετέπειτα επιστροφή του στον τόπο του εγκλήματος, έχοντας στην κατοχή του αναπτήρα και σύνεργα καπνίσματος. Κρίθηκε πως, όλα τα πιο πάνω συνιστούσαν ενέργειες που υπερέβαιναν το στάδιο της προπαρασκευής, έτσι που συνιστούσαν απόπειρα εμπρησμού, ακόμη κι αν ο Κατηγορούμενος, δεν προκάλεσε ανάφλεξη, με δεδομένο το ότι ο ισχυρισμός του ότι ήθελε να κάνει φάρσα σε άτομο το οποίο διέμενε σε παρακείμενη διεύθυνση πλην όμως σύγχυσε τις διευθύνσεις, δεν έγινε δεκτός από τους ενόρκους. Η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε ότι οι πιο πάνω πράξεις του, απεδείκνυαν την απαιτούμενη πρόθεση εμπρησμού, σύμφωνα με το Criminal Attempts Act 1981, s.1, θέση η οποία έγινε δεκτή, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση.
Κατ’ αναλογίαν των πιο πάνω κρίνουμε πως ο Κατηγορούμενος με τις πράξεις του είχε ξεπεράσει το προπαρασκευαστικό στάδιο και πως οι πράξεις του ήταν άμεσα και όχι απομακρυσμένα συνδεδεμένες με τη διάπραξη του ολοκληρωμένου αδικήματος του φόνου. Στην προκειμένη, έχουμε ήδη καταλήξει πως ο Κατηγορούμενος, είχε πρόθεση να επιφέρει το θάνατο της Παραπονουμενης, θέτοντας της φωτιά στο σώμα της. Για να το επιτύχει θα έπρεπε να έχει στην κατοχή του το ανάλογο εύφλεκτο υλικό, να καταφέρει να εμποτίσει το σώμα ή και τα ρούχα της με αυτό και τέλος να έχει στην κατοχή του το ανάλογο μέσο έτσι ώστε να μπορέσει ανάβοντας το να την πυρπολήσει θέτοντας στο σώμα της φωτιά. Εκ των πιο πάνω, ό,τι δεν πραγματώθηκε, είναι η πυρπόληση της Παραπονουμενης και τούτο όχι συνεπεία δεύτερων σκέψεων του ιδίου, αλλά επειδή η Παραπονούμενη κατόρθωσε να διαφύγει.
Με άλλα λόγια αυτό που ουσιαστικά απέμενε προς πραγμάτωση του σκοπού, δεδομένου του ότι είχε στην κατοχή του και ανέσυρε τον αναπτήρα, ήταν το άναμμα του κοντά ή πάνω στα εμποτισμένα σημεία της Παραπονούμενης, πράξη η οποία δεν συντελέστηκε λόγω της διαφυγής της Παραπονουμενης. Όμως τα όσα είχε ήδη πράξει μέχρι του σημείου εκείνου, κατ’ αναλογίαν των αποφασισθέντων στην Litholetovs (ανωτέρω), ήταν επαρκή για να στοιχειοθετήσουν το απαιτούμενο actus reus της απόπειρας φόνου. Και τούτο διότι δεν αποτελούσαν προπαρασκευαστικές πράξεις αλλά πράξεις άμεσα συνδεδεμένες με τη διάπραξη του αδικήματος του φόνου, αδίκημα το οποίο συγκυριακά και μόνον δεν συντελέστηκε.
Στην βάση επομένως όλων των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη μας ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία 1, σε αντίθεση με την κατηγορία 2, της οποίας η ειδική πρόθεση δεν μπορεί να ενυπάρχει ταυτόχρονα με την ειδική πρόθεση της κατηγορίας 1, η οποία έχουμε ήδη καταλήξει πως έχει αποδειχθεί. Επομένως κρίνουμε πως ένεκα αυτού του λόγου η κατηγορία 2 θα πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.
Κατηγορία 4 (άρθρο 6, Ν. 115(Ι)/21)
Η πιο πάνω κατηγορία, εδράζεται επί του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας Κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«6. Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Από το λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι:
1. Ο κατηγορούμενος, επιδεικνύει συμπεριφορά που εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές,
2. Η συμπεριφορά επιδεικνύεται προς γυναίκα και
3. Έχει ως αποτέλεσμα να πληγεί σοβαρά η ψυχολογική της ακεραιότητα ή να της προκληθεί πραγματικός φόβος.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, εν προκειμένω αποδίδεται στον Κατηγορούμενο πως με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράστηκε με απειλή προκάλεσε στην Παραπονούμενη πραγματικό φόβο με τη χρήση μαχαιριού ώστε να την αναγκάσει να τον ακολουθήσει στο δρόμο όπου εν συνεχεία την περιέλουσε με εύφλεκτο υγρό κρατώντας αναπτήρα στο χέρι και απειλώντας την ότι θα της βάλει φωτιά.
Το άρθρο 2 του Νόμου, ερμηνεύει τον όρο «γυναίκα» και εν προκειμένω δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία πως η Παραπονούμενη περιλαμβάνεται στον εν λόγω ορισμό. Ως προς τα λοιπά υιοθετούμε τα όσα αναφέρθηκαν στο πλαίσιο των κατηγοριών που αναλύθηκαν ανωτέρω εκ των οποίων προκύπτει πως πράγματι, ο Κατηγορούμενος επέδειξε τη συμπεριφορά που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4, απειλώντας ουσιαστικά την Παραπονούμενη υπό τη χρήση μαχαιριού και περιλούζοντας την με εύφλεκτο υγρό και δη κηροζίνη ενώ στη συνέχεια έβγαλε και πρόταξε αναπτήρα απειλώντας την πως θα την «κρούσει». Ενέργειες οι οποίες πράγματι της προκάλεσαν πραγματικό φόβο, τον οποίο η ίδια παραστατικά μας μετέφερε κατά τη μαρτυρία της και παραπέμπουμε προς τούτο στα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο ανάλυσης των κατηγοριών 1, 6, 10 και 11 αλλά και στα σχετικά αποσπάσματα της μαρτυρίας της τα οποία παρατέθηκαν στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της.
Υπό το φως επομένως των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη μας πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και την κατηγορία 4 που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
- Κατάληξη
Εν κατακλείδι και στη βάση των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1, 4, 6, 7, 10 και 11 και αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 2.
(Υπ.) …………………………………
Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..…………………………..
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.
[2] Υιοθετείται αυτολεξεί η σύνταξη και ορθογραφία του μηνύματος ως εντοπίζεται στο Τεκμήριο 12.
[3] βλ. πρακτικά ημερ. 10.4.25, σελ. 1-2.
[4] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation (2013) 1Α Α.Α.Δ. 438.
[5] «Το καθήκον του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που διαπιστώνει ίδιο συμφέρον, όφελος ή κίνητρο, ενεργοποιείται όχι μόνο σε περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας συνεργού και συναυτουργού, εν τη στενή έννοια, όπου και ενυπάρχει ειδικό καθήκον πλήρους και ειδικής προειδοποίησης, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, οι οποίες, αναλόγως βεβαίως του μαρτυρικού υλικού και των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μάρτυρες ενδεχομένως να διακατέχονται από ιδιοτελή ή αλλότρια κίνητρα, ώστε η μαρτυρία τους χρήζει να αντικριστεί με ιδιαίτερη προσοχή (Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας (1993) 1 Α.Α.Δ. 1778, Petrosyan ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 90 και Ali Abdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/16, 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B447). Όσο μεγαλύτερο το συμφέρον, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται (Papachrysostomou v. The Police (1988) 2 C.L.R. 55, Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 482 και Λαζάρου κ.α ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633).
Μάρτυρας που σκοπεύει να εξυπηρετήσει δικό του συμφέρον, θεωρείται πρόσωπο, που παρόλο που δεν χαρακτηρίζεται ως συνεργός τοποθετείται στο μεταίχμιο (Zisimides ν. The Republic (1978) 2 C.L.R. 382, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 14, R. v. Prater [1960] 1 All E.R. 298). Για το ποιος μάρτυρας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ύποπτος έχων αλλότρια κίνητρα, παρά το γεγονός ότι δεν εντάσσονται αυστηρώς στην κατηγορία του συνεργού ή συναυτουργού, ποικίλει αναλόγως των γεγονότων της υπόθεσης (Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2012 ed., p. 519 και τις R. v. Beck, 24 Cr.App.R. 221[1] και R. v. Spencer (1987) A.C. 128).»
[6] Αναφερόμαστε εδώ σε μηνύματα που απεστάλησαν από τις 17:00 και έπειτα που είχε φύγει από το σπίτι.
[7] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.3.25 σελ. 4 γρ. 25
[8] Βλ. τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 5 την οποία παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος.
[9] Βλ. και πρακτικά 13.3.25, σελ. 9, γρ.26-30.
[10] Βλ. και πρακτικά 13.3.25, σελ. 10, γρ.22-23.
[11] Βλ. πρακτικά 13.3.25 σελ. 10, γρ.2-4.
[12] Θυμίζουμε ότι λίγο μετά τη συνομιλία αυτή ζήτησε από τον Μ.Κ.5 να τη μεταφέρει στην οικία της (ενέργεια για την οποία εξυπακούεται πως χρειάστηκε κάποιος χρόνος), ότι μετά από περίπου 20 λεπτά από τη στιγμή που την άφησε ο Μ.Κ.5 τον κάλεσε για να του αναφέρει τα γεγονότα που επεσυνέβησαν με τον Κατηγορούμενο, ότι ο Μ.Κ.5 ήταν καθ΄ οδόν προς το σπίτι του αλλά δεν είχε φτάσει και ότι χρειάστηκε περί τα 10 λεπτά περίπου για να φτάσει ξανά στο σημείο όπου την άφησε και άλλα 10 λεπτά για να μεταβούν απ΄ εκεί στην αστυνομία.
[13] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 12 γρ. 27-28.
[14] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.4.25,σελ. 34, γρ. 10-15., σελ. 35, γρ. 23-28.
[15] Βλ. πρακτικά 13.3.25, σελ. 30 γρ. 1-3.
[16] Βλ. πρακτικά 10.3.25, σελ. 44, γρ. 20-29.
[17] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 13, γρ. 16-26.
[18] Κάτι το οποίο του επετράπη να πράξει έτσι ώστε να υποστηρίξει τη θέση του ως προς το πού την άφησε.
[19] Πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 12, γρ. 24-26.
[20] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 30, γρ. 22-26.
[21] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.3.25, σελ. 40, γρ. 19-20.
[22] Σχετική αναφορά στη σελίδα 2 της κατάθεσης Έγγραφο Γ, γραμμές 20-23: «Εκεί μου πετούσε και πάλι το υγρό της μπουκάλας και όταν είδα ότι έλειψε το υγρό από την μπουκάλα, πέταξε την μπουκάλα μπήκε στη βεράντα του σπιτιού και με άρπαξε και με τα δύο του χέρια και με τραβούσε από τα μαλλιά για αρκετή απόσταση και εγώ τσίριζα πάρα πολύ δυνατά αλλά δεν είδα κανένα να βγει έξω από το σπίτι του».
[23] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 24, γρ. 18-21 όπου ανέφερε «Για να έχει φωτογραφίες δαμέ το σημείο όπου χύθηκε το υγρό, σημαίνει ότι τους το είπα ότι έσυρε το υπόλοιπο εδώ. Δεν είναι έτσι; Γι’ αυτό έχει φωτογραφίες. Μπορεί να μην το έγραψαν εδώ, αλλά οι αστυνομικοί το γνώριζαν, γι’ αυτό έβγαλαν φωτογραφία εκείνο το σημείο».
[24] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.3.25, σελ. 35, γρ. 9-16.
[25] Η ίδια αναφορά εντοπίζεται τόσο στην κυρίως εξέταση της πρακτικά 10.3.25, σελ. 35 γρ. 24 και κατά την αντεξέταση της, πρακτικά 13.3.25, σελ.24, γρ. 31 (βλ. επίσης και Έγγραφο Γ σελ. 2 γρ. 22).
[26] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.24, σελ. 23, γρ. 16.
[27] Βλ. και σχετική αναφορά στα πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 39 γρ. 26-30.
[28] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 41, γρ.6-8.
[29] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.3.25, σελ. 35, γρ. 25.
[30] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25 σελ. 52 γρ. 12-17: «Πως θα του απαντήσω τώρα, τη στιγμή που είσαι λουσμένος με βενζίνη από πάνω μέχρι κάτω και έχεις έναν φόβο ότι μια φλόγα μπορεί να σε άψει και να μεν σβήσεις και να βγάζει τον αναπτήρα από την τσέπη, πες μου εσύ ποση δύναμη θα έβαζες για να ξεφύγεις. Δεν ξέρω πόση δύναμη έβαλα, αλλά έφυα του. Δεν θα εμείνισκα τζιαμέ να δω τη συνέχεια. Πώς μπορεί να ξέρει κάποιος άνθρωπος πόση δύναμη μπορεί να βάλει εκείνην την ώρα που φοβάται».
[31]Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 35, γρ. 22-32.
[32] Bλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25 σελ. 52 γρ. 12-17.
[33] βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25 σελ. 40, γρ. 22.
[34] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25 σελ 46, γρ. 31-32 και σελ. 47 γρ. 1. «Να μας πει ο Κατηγορούμενος πόσες φορές προσπάθησα να τον πείσω να μην μου σύρει εκείνην τη μπουκάλα στο σημείο 3. Να μας πει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος πόσες φορές του είπα, να δούμε αν τα φαντάστηκα».
[35] βλ. πρακτικά 13.3.25, σελ. 52, γρ. 21-25.
[36] Βλ. πρακτικά ημερ. 2.4.25, σελ. 30 γρ. 10-11.
[37] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ.46 γρ. 31-32 και σελ. 47 γρ.1.
[38] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 52, γρ.21-25.
[39] Bλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25 σελ. 52 γρ. 12-17.
[40] Το εν λόγω εδάφιο προνοεί τα εξής: (4) Κανένας δεν θεωρείται ότι διέπραξε ποινικό αδίκηµα δυνάµει του παρόντος άρθρου, αν αποδείξει µε τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το ∆ικαστήριο ότι είχε πάνω του ή µετέφερε εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της το µαχαίρι, αναφορικά για το οποίο προσάχθηκε η κατηγορία, για κάποιο νόµιµο σκοπό, για τον οποίο ήταν αναγκαίο τέτοιο µαχαίρι.
[41] Βλ. άρθρο 86, Κεφ. 154.
[42] Βλ. πρακτικά ημερ. 10.3.25, σελ. 44, γρ. 22-26
[43] "….on a charge of attempted murder, it must be proved that the defendant intended to kill; it is a misdirection to direct the jury that the charge may be supported by evidence of an intent to cause grievous harm".
[44] Βλ. μεταξύ άλλων, Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ.41, 55
[45] Παφίτης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 102, Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258, Χριστάκης Χαραλάμπους Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 331, Παλάσκα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/13, ημ. 20.1.17), ECLI:CY:AD:2017:B12
[46] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.3.25, σελ. 30, γρ. 22-26.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο