ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2207/24
Δημοκρατία
ν.
A.K.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2026
Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα.
Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μ. Παυλίδου.
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.)
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει πέντε συνολικά κατηγορίες ως ακολούθως:
· Mια κατηγορία απόπειρας βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 146 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1),
· Δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2 και 3),
· Μία κατηγορία εξαναγκασμού σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, κατά παράβαση του άρθρου 146Ε του Κεφ. 154 (κατηγορία 4), και
· Μία κατηγορία, πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ. 154 (κατηγορία 5).
Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες, στηρίζονται επίσης και επί των άρθρων 2, 3, 5(α) και 11(α) του Περί της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, 115(Ι)/2021.
Ό,τι του αποδίδεται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών είναι ότι στις 30.04.2024, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, αποπειράθηκε να έρθει σε παράνομη συνουσία με την S.A.B. δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της, έβαλε τα δάκτυλα του στον κόλπο της σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, σε μια εκ των οποίων έπραξε το ίδιο και στον πρωκτό της, την έγλειψε στα γεννητικά της όργανα, χωρίς τη συναίνεση της και της προκάλεσε κάταγμα στην βάση του 5ου μετακάρπιου οστού της.
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
1. H Διαδικασία:
Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 21 μάρτυρες και συγκεκριμένα την Α/Αστ. 622 Σ.Π. (Μ.Κ.1), την S.A.B. Παραπονούμενη (Μ.Κ.2), τον τεχνικό συστημάτων συναγερμού Α.Α. (Μ.Κ.3), τον υπάλληλο υποδοχής Ε.Σ. (Μ.Κ.4), τον φύλακα του ξενοδοχείου Κ.Μ. (Μ.Κ.5), τη χημικό του Γενικού Χημείου Φ.Χ. (Μ.Κ.6), τον Α/Αστ. 2633 Δ.Λ. (Μ.Κ.7), τον παραλήπτη/φύλακα αστυνομικών τεκμηρίων στο Γενικό Χημείο, Χ.Κ. (Μ.Κ.8), την ακτινολόγο Δρ Ο.Α. (Μ.Κ.9), τον Λοχία 2589 Γ.Α. (Μ.Κ.10), τον ιατροδικαστή Ν.Χ. (Μ.Κ.11), τον ιατρό Δρ Ε.Π. (Μ.Κ.12), τον διευθυντή του ξενοδοχείου Α.Π. (Μ.Κ.13), την Αστ. 1694 Γ.Γ. (Μ.Κ.14), τον νοσηλευτικό λειτουργό Α.Κ. (Μ.Κ.15), τον οδηγό ταξί Μ.Γ. (Μ.Κ.16), τη δικαστική γενετίστρια Σ.Ξ. (Μ.Κ.17), τον Αστ. 2688 Π.Σ. (Μ.Κ.18), τον ένοικο του δωματίου 559 Ε.S. (Μ.Κ.19), τον Α/Αστ. 3328 Ν.Σ. (Μ.Κ.20) και τον ιατροδικαστή Δρ Α.Μ. (Μ.Κ.21). Περαιτέρω κατατέθηκαν 36 Τεκμήρια, καθώς και διάφορες καταθέσεις, εκθέσεις ή έγγραφα ως Έγγραφα Α-ΚΓ.
Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σ’ αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.
Προς ευχερέστερη κατανόηση όσων έπονται, σημειώνουμε πως εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν πως ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, οι οποίοι παλαιότερα είχαν δεσμό, τον οποίον διέκοψαν, έχοντας αποφασίσει να παραμείνουν μόνο φίλοι, ήρθαν στην Κύπρο στις 28.4.24 για διακοπές, κάτι που είχαν κάνει και περί το τέλος Δεκεμβρίου 2023 - αρχές Ιανουαρίου του 2024, οπόταν είχαν πάει ως φίλοι για διακοπές στην Πορτογαλία και έμεναν μαζί στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Αφού λοιπόν ήρθαν στην Κύπρο, διέμειναν στο ίδιο δωμάτιο για δύο βράδια στη Λάρνακα, για να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Αγ. Νάπα, όπου θα διέμεναν για τέσσερα βράδια και πάλιν στο ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου. Κατά την πρώτη όμως ήμερα που μετέβησαν εκεί, μετά από νυχτερινή έξοδο που είχαν και αφού ο Κατηγορούμενος είπε στην Παραπονούμενη ότι την αγαπά και αυτή του απάντησε ότι αγαπά τον M.S.[1] και ακόμα ότι μπορεί να είναι έγκυος με το παιδί του, ο Κατηγορούμενος έχοντας ζηλέψει της επιτέθηκε και χωρίς τη συναίνεση της, προέβη στις πράξεις που περιγράφηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο παράθεσης των λεπτομερειών των αδικημάτων. Θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ακόμα πως, ένεκα των φωνών της Παραπονούμενης η οποία προσπαθούσε να αντισταθεί, ξύπνησε ζευγάρι ενοίκων που έμεναν σε κοντινό δωμάτιο, οπόταν και ο άντρας πήγε και χτύπησε την πόρτα, με την Παραπονούμενη να του ζητά βοήθεια λέγοντας του πως ο Κατηγορούμενος δεν είναι καλός και πως προσπάθησε να τη βιάσει και τον άντρα να παροτρύνει τον Κατηγορούμενο να φύγει από το δωμάτιο, πράγμα που ο τελευταίος έπραξε, πηγαίνοντας στον χώρο υποδοχής, όπου στη συνέχεια πήγε και η Παραπονούμενη με το ζευγάρι που προαναφέρθηκε, με σκοπό την κλήση της αστυνομίας, η οποία πράγματι έφτασε στο μέρος λίγο αργότερα.
Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι θυμάται τον εαυτό του με την Παραπονούμενη να βγαίνουν από ένα μπαρ, ακολούθως θυμάται αμυδρά την ώρα που εισήλθε στο δωμάτιο ενώ στη συνέχεια δεν θυμάται οτιδήποτε, παρά μόνο να ξυπνά σε δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο στη συνέχεια αντελήφθη πως βρισκόταν στη Λάρνακα, χωρίς να γνωρίζει τι έγινε. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως κατά την ακροαματική διαδικασία μια εκ των βασικών θέσεων που προωθήθηκαν από την υπεράσπιση ήταν πως, ό,τι έγινε μεταξύ τους ήταν μια διαμάχη/καβγάς, εξ αιτίας του ότι η Παραπονούμενη φλέρταρε ή είχε σεξουαλική επαφή με άλλο άντρα στο νυχτερινό κέντρο όπου διασκέδαζαν. Ακόμα προωθήθηκε η θέση πως κατά τη διάρκεια του εν λόγω καβγά, αμφότεροι τραυματίστηκαν και πως τα όσα αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, είναι ψεύδη της Παραπονούμενης, η οποία υπέβαλε την καταγγελία επειδή ήθελε να τον εκδικηθεί για τον καβγά που είχαν ή και για να εξασφαλίσει οικονομικό όφελος.
2. Σύνοψη Μαρτυρίας
H M.K.1, ήταν αστυφύλακας που κλήθηκε και έλαβε μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης και στην κατάθεση της (Έγγραφο Α), περιγράφει τις ενέργειες της από τη στιγμή που μετέβη στο ΤΑΕ, όπου συνάντησε την Παραπονούμενη, την οποία επίσης περιγράφει. Οι ενέργειες της περιλάμβαναν μεταξύ άλλων, την έρευνα του δωματίου, τη λήψη φωτογραφιών και παραλαβή διαφόρων τεκμηρίων από αυτό, την παρουσία της κατά την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης και τη λήψη φωτογραφιών αλλά και την παραλαβή των δειγματοληψιών που λήφθηκαν από αυτήν καθώς και άλλων τεκμηρίων της υπόθεσης. Επίσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7)[2] καθώς και κάποιες συγκαταθέσεις για τη διενέργεια διαφόρων εξετάσεων και κατά την προφορική της μαρτυρία κατέθεσε τόσο τον κατάλογο τεκμηρίων που ετοίμασε (Τεκμήριο 1) όσο και τα επιμέρους τεκμήρια που περιλαμβάνονται στον κατάλογο (πλην κάποιων που αφορούν βιολογικά δείγματα), ως Τεκμήρια 1.1-1.23. Πέραν των πιο πάνω, κατά την κυρίως εξέταση της κατέθεσε φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν στιγμιότυπα οθόνης από το κινητό της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 9), τα οποία της απέστειλε η Παραπονούμενη και αφορούν μηνύματα τα οποία είχε αποστείλει ο Κατηγορούμενος στην τελευταία και τα οποία μεταφράστηκαν από διερμηνέα (Τεκμήριο 10), σε σχέση με τα οποία ανέφερε ότι από τα δεδομένα που εξήχθησαν από το κινητό του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 12), φαίνεται να επιβεβαιώνεται το ότι αυτός απέστειλε τα μηνύματα που περιέχονται στο Τεκμήριο 9. Προέβαλε αρχεία από το Τεκμήριο 1.18 (το οποίο περιέχει πλάνα από τον εσωτερικό χώρο του ξενοδοχείου Nissi Blu και τον χώρο έξω από το δωμάτιο που διέμενε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο), τα οποία απεικονίζουν σε διάφορες στιγμές, την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο, παραπέμποντας στις περιγραφές της στο Έγγραφο Β που αποτελεί τις σημειώσεις που η ίδια ετοίμασε σε σχέση με το Τεκμήριο 1.18 ενώ αναφορά έκανε και στο Τεκμήριο 1.19, που περιέχει πλάνα του εξωτερικού χώρου του ξενοδοχείου.
Αντεξετάστηκε ως προς το εάν από τα βίντεο που περιέχονται στο Τεκμήριο 1.18 είναι διακριτή η ενδυμασία της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου και αν ο τελευταίος φορά το εσώρουχο, το οποίο παραλήφθηκε κατά τη διερεύνηση (Τεκμήριο 1.17), εάν όταν συνάντησε την Παραπονούμενη την ρώτησε από που προέκυψαν τα τραύματα που ήταν ορατά στην Μ.Κ.1 αλλά και εάν κατά τον χρόνο που λάμβανε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος μύριζε αλκοόλ και ζητούσε σε αρκετά σημεία να πιει νερό.
Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Παραπονούμενη, η οποία υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 30.04.24 (Έγγραφο Γ[3]) και 01.05.24 (Έγγραφο Δ). Στο Έγγραφο Γ ουσιαστικά περιγράφει το ιστορικό τις σχέσης της με τον Κατηγορούμενο, για να καταλήξει ότι παρά την προηγούμενη ερωτική φύση της, κατέληξαν να είναι απλά φίλοι και ότι ως φίλοι ήρθαν στην Κύπρο για διακοπές. Εξηγεί για ποιο λόγο διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο και πώς εξελίχθηκαν οι διακοπές τους, για να καταλήξει στο επίδικο συμβάν το οποίο τοποθετεί τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 30.4.24 και το οποίο περιγράφει, αποδίδοντας στον Κατηγορούμενο τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Στο Έγγραφο Δ, ξεκαθαρίζει πως το χέρι της ήταν σπασμένο και τοποθετημένο σε γύψο από πριν να έρθει στην Κύπρο ωστόσο είχε επουλωθεί και αφαιρεθεί ο γύψος 20 ημέρες πριν από την άφιξη της, ότι μετά το συμβάν ένιωθε έντονο πόνο, οπόταν της διενήργησαν ακτινογραφία χεριού και επανατοποθετήθηκε ο γύψος ενώ επίσης αναφέρεται και σε κάποια σημάδια που είχε στον λαιμό, τα οποία ως ανέφερε ήταν επίσης από πριν και της προκλήθηκαν από τον σύντροφο της.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε σε ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε μετά το συμβάν ενώ περιπλέον ανέφερε πως όταν επέστρεψε στην Ολλανδία, επισκέφθηκε γυναικολόγο, λόγω παρατεταμένης αιμορραγίας που είχε, ο οποίος διαπίστωσε κατόπιν εξετάσεων πως ήταν έγκυος και είχε αποβάλει, δίδοντας της προς τούτο ιατρική αναφορά (Τεκμήριο 14), με την ίδια να αποδίδει ουσιαστικά την αποβολή στις πράξεις του Κατηγορούμενου.
Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις διορθώσεις και προσθήκες στις οποίες προέβη κατά την κυρίως εξέταση της στην κατάθεση της, για να της υποβληθεί πως αυτές αποτελούν ύστερες σκέψεις της, για τη θέση της πως ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για το σπάσιμο του χεριού της αλλά και για την αποβολή στην οποία αναφέρθηκε, για να της υποβληθεί πως ο τελευταίος ουδόλως ευθύνεται για τα πιο πάνω. Αντεξετάστηκε επίσης επιστάμενα σε σχέση με το επίδικο περιστατικό και της υπεβλήθη πως τα όσα περιέγραψε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πως ο Κατηγορούμενος ουδέποτε προσπάθησε να τη βιάσει και πως το ότι όσα ανέφερε είναι ψεύδη, φαίνεται μεταξύ άλλων από το γεγονός ότι η περιγραφή του εσωρούχου που έδωσε στην Αστυνομία, δεν συνάδει με το εσώρουχο που κατασχέθηκε από τον Κατηγορούμενο και που φορούσε εκείνο το βράδυ. Της υπεβλήθη επίσης πως ακόμη και το πώς περιέγραψε τη στάση σώματος της ίδιας και του Κατηγορούμενου όταν συνέβαιναν όσα κατά τους ισχυρισμούς της κατήγγειλε, δεν συνάδουν λογικά, αφού εάν έτσι διαδραματίζονταν τα γεγονότα, ούτε τα δάκτυλα του αλλά ούτε και το πέος του θα ήταν σε θέση ο Κατηγορούμενος, να τοποθετήσει στον κόλπο της και πως τα όποια σημάδια στο σώμα της, προκλήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο, από τον σύντροφο της στην χώρα της ή και λόγω πτώσης της από τη σκάλα.
Αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς το εάν τελικά φώναζε στο δωμάτιο κατά την διάρκεια που τσακώνονταν, για ποιο λόγο δεν έφυγε ενωρίτερα από το δωμάτιο όταν σύμφωνα με τον ισχυρισμό της τον είδε που έβγαλε το εσώρουχο του και ήταν γυμνός, για να της υποβληθεί πως ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ είναι ότι οι δύο τους λογομάχησαν και καβγάδισαν, πιάστηκαν στα χέρια και τσακώθηκαν.
Αποτέλεσε περαιτέρω θέση της υπεράσπισης πως ο λόγος του τσακωμού τους, δεν ήταν τα όσα ανέφερε η ίδια αλλά το ότι ο Κατηγορούμενος αντελήφθη πως, όταν προηγουμένως βρίσκονταν σε μπυραρία στην Αγία Νάπα, η ίδια ήρθε σε σεξουαλική επαφή με άλλο άνδρα, με τον οποίο συνομιλούσε και έπινε ποτά, εξ ου και ο Κατηγορούμενος ζήλεψε και λογομάχησαν όταν πήγαν στο δωμάτιο, αλλά ουδέποτε προέβη σε όσα του καταλογίζει και ότι η ίδια υπέβαλε την καταγγελία εκδικητικά λόγω του καβγά που είχαν. Της υποβλήθηκε επίσης πως υπέβαλε την καταγγελία για να εξασφαλίσει οικονομικό όφελος και ακόμα πως ο Κατηγορούμενος ήταν τόσο μεθυσμένος, που δεν θυμόταν τίποτα από όσα συνέβησαν στο δωμάτιο εξ ου και την επόμενη ημέρα της απέστελλε μηνύματα, ρωτώντας την γιατί ήταν χτυπημένο το κεφάλι του.
Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως τεχνικός συστημάτων συναγερμού και παρακολούθησης στο ξενοδοχείο Nissi Blu και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων πως στις 30.04.24 και 02-03.05.2024 κλήθηκε από τον Μ.Κ.18 να καταγράψει δεδομένα από τον σκληρό δίσκο του κλειστού κυκλώματος του ξενοδοχείου για διάφορες ώρες της 30.04.24 κατόπιν υπόδειξης του τελευταίου, πράγμα το οποίο έπραξε και τα τοποθέτησε σε USB (βλ. Τεκμήριο 1.18). Αυτά αφορούσαν διάφορα πλάνα της 30.04.24 από δύο κάμερες της υποδοχής και μια του διαδρόμου του 5ου ορόφου καθώς και τριών εξωτερικών καμερών του ξενοδοχείου, ενώ στο εν λόγω usb επίσης συμπεριέλαβε και 14 φωτογραφίες που απομόνωσε καθ’ υπόδειξη του Μ.Κ.18. Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον, τα πλάνα που δείχνουν τον διάδρομο του 5ου ορόφου είναι ευκρινή ή όχι και κατά πόσον στον διάδρομο υπήρχαν και άλλες κάμερες, τα πλάνα των οποίων δεν συμπεριέλαβε στο USB που παρέδωσε στην Αστυνομία και κατά πόσον η Αστυνομία είδε όλα τα πλάνα των καμερών του ξενοδοχείου και επέλεξε και του υπέδειξε ποια να της παραδώσει.
Οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, είναι υπάλληλοι του ξενοδοχείου ο μεν πρώτος εργαζόμενος ως υπάλληλος υποδοχής και ο δεύτερος ως φύλακας και υιοθέτησαν τις καταθέσεις τους (Έγγραφα ΣΤ και Ζ αντίστοιχα), όπου ουσιαστικά περιγράφουν το τι διαμείφθηκε αφότου η Παραπονούμενη κατέβηκε στον χώρο υποδοχής, μέχρι που ο Μ.Κ.4 κάλεσε την αστυνομία, η οποία κατέφθασε μετά από λίγο στο ξενοδοχείο οπόταν και συνόδευσε την Παραπονούμενη στο ΤΑΕ για τα περαιτέρω.
Η Μ.Κ.6, χημικός στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με τα δείγματα που εξέτασε (βλ. Τεκμήριο 19), που αφορούσαν αίμα και ούρα του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης. Η μάρτυρας πέραν από τα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενήργησε στα εν λόγω δείγματα για σκοπούς ανίχνευσης αιθυλικής αλκοόλης, ελεγχόμενων ουσιών και φαρμάκων και τα οποία ήταν αρνητικά και για τα δύο πρόσωπα, αναφέρθηκε και στη διαδικασία που ακολουθείται για την παραλαβή και φύλαξη των τεκμηρίων μέχρι την εξέταση τους, για να καταλήξει ότι τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες κατά την παραλαβή, φύλαξη και χειρισμό τους. Παρότι δεν μπορούσε επιστημονικά να καταλήξει ως προς το ποια ήταν η ποσότητα αλκοόλης στον οργανισμό του Κατηγορούμενου κάποιες ώρες προηγουμένως εφόσον η ένδειξη ήταν μηδενική, εντούτοις για τους λόγους που εξήγησε και λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα του, που είναι το τελευταίο στάδιο αποβολής, τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν είχε καταναλώσει αλκοόλ, η συγκέντρωση του στον οργανισμό του Κατηγορούμενου, 13 ώρες πριν τη λήψη του δείγματος, δεν θα ήταν τόσο υψηλή.
Αντεξετάστηκε, τόσο εν σχέσει με το πιο πάνω συμπέρασμα της και τις παραμέτρους που χρησιμοποίησε για να οδηγηθεί σε αυτό όσο και ως προς τις διαδικασίες παραλαβής και φύλαξης των δειγμάτων αλλά και ως προς τον λόγο που, ενώ τα δείγματα παραδόθηκαν στο Γενικό Χημείο στις 02.05.24, η εξέταση τους έλαβε χώρα στις 31.05.24-14.06.2024, και εάν λόγω της παρέλευσης τόσων ημερών είναι δυνατόν να υπέστησαν αλλοίωση. Για να της υποβληθεί εν τέλει πως λόγω της παρέλευσης τόσων ημερών, τα αποτελέσματα της εξέτασης της δεν ήταν έγκυρα, θέση την οποία απέρριψε.
Ο Μ.Κ.7, ήταν ο αστυφύλακας ο οποίος μετέφερε διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης για διενέργεια των αναγκαίων εξετάσεων. Υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Η) όπου αναφέρει ότι μεταξύ άλλων αντικειμένων που παρέλαβε ήταν και τα δείγματα αίματος και ούρων του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης και προς τούτο εξήγησε το πώς περιήλθαν στην κατοχή του τα αντικείμενα 14 και 15 του Τεκμηρίου 3, πότε ακριβώς τα παρέδωσε στον Μ.Κ.8 και ποια διαδικασία ακολούθησε κατά την μεταφορά τους. Προς τούτο, παρέπεμψε σε πρωτόκολλο που ακολουθείται σε σχέση με τη συσκευασία και μεταφορά βιολογικών υγρών (Τεκμήριο 25), το οποίο ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση κατά τη θέση του. Αντεξετάστηκε ως προς το πώς μετέφερε τα δείγματα, πού φυλάσσονταν προηγουμένως και σε ποια θερμοκρασία, για ποιο λόγο δεν αναφέρθηκε στην κατάθεση του στη διαδικασία που ανέφερε ότι ακολουθήθηκε με βάση το πρωτόκολλο που κατέθεσε, για να του υποβληθεί πως ο λόγος ήταν γιατί ουδέποτε ο ίδιος από τη στιγμή της παραλαβής τους, τα τοποθέτησε σε παγοθήκη ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και ότι στο Τεκμήριο 23, που αφορά φωτογραφία της συσκευασίας δεν φαίνεται να έχουν τοποθετηθεί σε παγωνιέρα με παγοκύστες και περαιτέρω πως ούτε και προηγουμένως φυλάγονταν υπό κατάλληλες συνθήκες.
Ως Μ.Κ.8, κατέθεσε ο φύλακας και παραλήπτης τεκμηρίων του Γενικού Χημείου του Κράτους, ο οποίος αναφέρθηκε στην παραλαβή των δειγμάτων του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης στις 2.5.24 από τον Μ.Κ.7 καθώς και στις περαιτέρω ενέργειες που προέβη για τη φύλαξη τους μέχρι να παραδοθούν για εξετάσεις. Εξήγησε τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τη μεταφορά τους, διευκρινίζοντας πως εάν ένα τεκμήριο που τους αποστέλλεται, διαπιστωθεί πως δεν πληροί τις προδιαγραφές ορθής μεταφοράς του, δεν παραλαμβάνεται από το Γενικό Χημείο και πως τα συγκεκριμένα δείγματα, παραλήφθηκαν αφού φάνηκε πως μεταφέρθηκαν υπό κατάλληλες συνθήκες και δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία μεταφοράς τους. Περαιτέρω εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται από το Γενικό Χημείο όταν παραληφθεί ένα τεκμήριο μέχρι να παραδοθεί για εξέταση, για να καταλήξει ότι εν προκειμένω ακολουθήθηκε.
Αντεξετάστηκε ως προς το γιατί πουθενά στα Τεκμήρια 3, 19 και 23 δεν αναφέρεται πως παρέλαβε τα δείγματα που περιέχονται σε αυτά μέσα σε παγοθήκη με παγοκύστες, για να του υποβληθεί πως ο λόγος που δεν αναγράφεται η ακριβής κατάσταση που ο ίδιος περιέγραψε πως τα παρέλαβε, είναι γιατί παραλήφθηκαν σε χάρτινο κουτί και όχι σε παγοθήκη, με τον ίδιο να αναφέρει πως είναι 100% βέβαιος ως προς το πώς τα παρέλαβε και εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που θα έπρεπε, δεν θα τα παραλάμβανε και θα κατέγραφε τον λόγο.
Η Μ.Κ.9, ιατρός-ακτινολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο Θ), όπου ουσιαστικά αναφέρει ότι από έλεγχο της ακτινογραφίας της Παραπονούμενης, διαπίστωσε ρωγμώδες κάταγμα στην βάση του 5ου μετακάρπιου οστού, χωρίς ωστόσο, ως επίσης ανέφερε, να μπορεί με βάση την ακτινογραφία να προσδιορίσει τον χρόνο πρόκλησης του.
Ο Μ.Κ.10, Λοχίας, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΙΑ), όπου αναφέρει πως κλήθηκε να μεταβεί στο επίδικο ξενοδοχείο μετά από πληροφορία ότι μια κοπέλα ένοικος του ξενοδοχείου διαπληκτίστηκε με τον φίλο της και χρειαζόταν τη βοήθεια της Αστυνομίας, πράγμα που έπραξε γύρω στις 03:05 οπόταν και μετέβη εκεί μαζί με την Ε/Αστ. 5098 όπου εντόπισε στον χώρο υποδοχής του εν λόγω ξενοδοχείου την Παραπονούμενη με την οποία συνομίλησε, ότι δεν παρατήρησε να έχει στο σώμα της εξωτερικές κακώσεις και ότι στη συνέχεια, μετά από συνεννόηση με την Μ.Κ.14 του ΤΑΕ Αμμοχώστου και την Ε/Αστ. 5098, μετέφεραν την πιο πάνω στα γραφεία του ΤΑΕ για συνέχιση των εξετάσεων. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του ανέφερε πως δεν έλαβε ο ίδιος το παράπονο, ότι τα περί διαπληκτισμού τους τα πληροφορήθηκε από άλλο συνάδελφο του, ότι δεν γνωρίζει αυτούσιο το περιεχόμενο του παραπόνου και ότι όταν μετέβη εκεί, δεν ρώτησε λεπτομέρειες την εν λόγω γυναίκα διότι φαινόταν από την πρώτη στιγμή ότι δεν ήταν υπόθεση που θα διερευνούσε ο ίδιος, αλλά το ΤΑΕ και για τον ίδιο λόγο δεν την εξέτασε, εξ ου και η αναφορά του ότι δεν εντόπισε κακώσεις.
Αντεξετάστηκε ως προς την πληροφορία που έλαβε αλλά και τη διάρκεια της συνομιλίας που είχε με την εν λόγω γυναίκα, εάν την διέκοψε ενόσω του μιλούσε και εάν του είπε όσα ήθελε να πει και καταγράφει ο ίδιος στην κατάθεση του.
Ο Μ.Κ.11, ιατροδικαστής, αναφέρθηκε στην ιατροδικαστική εξέταση που διενήργησε στις 30.4.2024, τόσο επί της Παραπονούμενης όσο και επί του Κατηγορούμενου, υιοθετώντας το περιεχόμενο των ιατροδικαστικών εκθέσεων που ετοίμασε (Τεκμήρια ΙΒ και ΙΓ αντίστοιχα). Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις κακώσεις που διαπίστωσε στα σώματα αμφοτέρων, κατατάσσοντας τες ως πρόσφατες (εντός εικοσιτετραώρου) ή ως παλαιές (πέραν του εικοσιτετραώρου). Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε στις κακώσεις που εντοπίστηκαν στο σώμα της Παραπονούμενης, στην κατάταξη τους από άποψη χρόνου, καθώς και στον μηχανισμό πρόκλησης τους.
Ο Μ.Κ.12, ιατρός παθολόγος, υιοθέτησε την ιατρική έκθεση που ετοίμασε κατόπιν εξέτασης της Παραπονούμενης τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 30.4.24 (Έγγραφο ΙΔ), στην οποία καταγράφει όσα εντόπισε. Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσον η Παραπονούμενη προτού μεταβεί στις πρώτες βοήθειες έφερε γυψονάρθηκα, ως προς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν την εξέταση και εάν πέραν των τραυμάτων που κατέγραψε στην έκθεση του, υπάρχει πιθανότητα η Παραπονούμενη να έφερε κι άλλα.
Ο Μ.Κ.13, διευθυντής του ξενοδοχείου Nissi Blu, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΙΕ), στην οποία αναφέρει ότι ενημερώθηκε για το συμβάν της 30.4.24, ότι σύμφωνα με πρωτόκολλο που εφαρμόζεται το δωμάτιο είχε σφραγιστεί και το άνοιξε ο ίδιος για να διενεργήσει έρευνα η αστυνομία αλλά και ότι όταν ο Κατηγορούμενος επέστρεψε γύρω στις 10:30 της ίδιας ημέρας ήταν ξυπόλυτος, μύριζε αλκοόλ, πλην όμως η συμπεριφορά του ήταν φυσιολογική και μιλούσε και περπατούσε μια χαρά. Ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος ενημέρωσε την αστυνομία για την παρουσία του Κατηγορούμενου, μέλη της οποίας προσήλθαν και τον συνέλαβαν. Αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με τα πλάνα του Τεκμηρίου 1.18 ενώ επίσης ερωτήθηκε εάν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος αντιστάθηκε όταν ήρθε η Αστυνομία ή εάν σε οποιοδήποτε στάδιο τους είχε ζητήσει να μην την καλέσουν.
Η Μ.Κ.14, αστυφύλακας, υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο ΙΣΤ), στην οποία αναφέρεται στη δική της ανάμειξη στην υπόθεση. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι την 30.04.2024 και περί ώρα 03:40 είχε ειδοποιηθεί ώστε να μεταβεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, διότι μεταφερόταν εκεί μια γυναίκα η οποία είχε προβεί σε καταγγελία για απόπειρα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, οπόταν μετέβη και συνάντησε εκεί την Παραπονούμενη, την οποία περιγράφει, μεταφέροντας και το τι η τελευταία της ανέφερε. Ανέφερε ακόμα ότι κατά τη διάρκεια που της εξιστορούσε τι συνέβη, η Παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και σε αρκετά σημεία έκλαιγε, λέγοντας της πως είχε ανάγκη να το κάνει γιατί δεν ήταν καλά. Ακολούθως, την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου για εξετάσεις και μετά πίσω στο ΤΑΕ.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον γνωρίζει εάν τα σημάδια που είχε προσέξει στην Παραπονούμενη, ήταν σημάδια που προκλήθηκαν πρόσφατα ή παλαιότερα, εάν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσον τα όσα η Παραπονούμενη της είπε είναι αληθή ή όχι και εάν η Παραπονούμενη της ανέφερε κατά πόσον είχαν καταναλώσει αλκοόλ με τον Κατηγορούμενο πριν το ισχυριζόμενο περιστατικό.
Ο Μ.Κ.15, Νοσηλευτικός Λειτουργός Α’, στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΙΖ), στην οποία αναφέρει πως στις 30.04.2024, έλαβε από τον Κατηγορούμενο, δύο μπουκαλάκια αίμα, κατόπιν παραπεμπτικού του Μ.Κ.11, επεξηγώντας λεπτομερώς κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι αυτά να παραδοθούν στον Μ.Κ.20.
Αντεξετάστηκε ως προς το πού ακριβώς βρίσκονταν κατά τη στιγμή της αιμοληψίας, εάν τοποθέτησε το αίμα ευθύς αμέσως σε μπουκαλάκια από τη στιγμή που το έλαβε, πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος όταν ο ίδιος παρέδωσε τα πιο πάνω στον Αστυνομικό και σε πόση απόσταση βρισκόταν από τον ίδιο και εάν είχε ο Κατηγορούμενος οπτική επαφή μαζί του. Ερωτήθηκε επίσης, από ποιον λήφθηκαν τα ούρα του Κατηγορούμενου, ως επίσης εάν θυμάται σε ποιες ενέργειες προέβη ο Αστυνομικός, όταν του παραδόθηκαν τα μπουκαλάκια με το αίμα.
Ο Μ.Κ.16, οδηγός ταξί, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Έγγραφο ΙΗ), στην οποία αναφέρεται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μετέφερε τον Κατηγορούμενο από τη Λάρνακα στην Αγία Νάπα στις 30.04.2024. Ο εν λόγω μάρτυρας, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι συζητώντας μαζί του για το κόμιστρο που θα πλήρωνε, αυτός του ανέφερε ότι το ίδιο βράδυ όταν μεταφέρθηκε με ταξί από την Αγία Νάπα στη Λάρνακα πλήρωσε 50 ευρώ και ότι ο ίδιος είχε παρατηρήσει πως στο αριστερό μέρος του κεφαλιού του, ο άντρας αυτός είχε χτύπημα και φαινόταν αγουροξυπνημένος, η δε συμπεριφορά του ήταν φυσιολογική αλλά του είχε πει πως δεν ήξερε πώς έφτασε στην Λαρνακα και δεν αντιλήφθηκε να μύριζε αλκοόλ.
Η Μ.Κ.17, δικανική γενετίστρια, υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε (Έγγραφο ΙΘ), αναφορικά με τις εξετάσεις στις οποίες προέβη επί των αντικειμένων που παραδόθηκαν στο Εργαστήριο τους από την Αστυνομία με σκοπό την ταυτοποίηση γενετικού υλικού και επεξήγησε τα συμπεράσματα της. Αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων συμπερασμάτων της έκθεσης της και κλήθηκε να τοποθετηθεί επί διαφόρων σεναρίων που της τέθηκαν, κυρίως δε επί των βασικών θέσεων της υπεράσπισης ότι δεν είναι δυνατή η ταυτοποίηση ενός ατόμου μέσω του χρωμοσώματος Υ και ότι το γενετικό υλικό της Παραπονούμενης ή του Κατηγορούμενου αντίστοιχα, το οποίο εντοπίστηκε σε συγκεκριμένα τεκμήρια, δύναται να οφείλεται σε έμμεση μεταφορά.
Ο Μ.Κ.18, αστυφύλακας, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Κ), στην οποία αναφέρεται στη δική του εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης που αφορούσε μεταξύ άλλων την παραλαβή διαφόρων τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων ήταν και το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, η ακτινογραφία της Παραπονούμενης, ένα usb από τον M.K.3 το οποίο περιείχε πλάνα των κλειστών κυκλωμάτων του ξενοδοχείου και ένα άλλο, με πλάνα από παρακείμενα υποστατικά, τεκμήρια τα οποία παρέδωσε στη Μ.Κ.1. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του κατέθεσε επίσης στιγμιότυπα του Τεκμηρίου 1.18 σε μεγέθυνση (βλ. Τεκμήρια 16 και 17), εξήγησε πως ο λόγος που λήφθηκαν τα πλάνα που περιέχονται στο Τεκμήριο 1.19 ήταν για να φανεί ποια ήταν η κατάσταση του Κατηγορουμένου, ο οποίος, ως υποστήριξε, φαίνεται να ήταν νηφάλιος, ως επίσης και για να βοηθηθούν στη διερεύνηση του πού αυτός είχε διανυκτερεύσει μετά το συμβάν, παρόλο που τούτο δεν κατέστη εφικτό εν τέλει (βλ. και Τεκμήρια 31-34). Αναγνώρισε τέλος, το Τεκμήριο 9, ως τα μηνύματα που τους παρέδωσε η Παραπονούμενη, αναφέροντας ότι της απεστάλησαν από τον Κατηγορούμενο, τα οποία μετέφρασαν στα ελληνικά, μέσω διερμηνέα.
Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την ευκρίνεια των καμερών, ως προς το γιατί είχαν ληφθεί μόνο συγκεκριμένα πλάνα από το ξενοδοχείο και δεν λήφθηκαν και άλλα από παρακείμενα υποστατικά ή και πλάνα πριν το επίδικο περιστατικό ή και πλάνα από δεύτερη κάμερα που υπήρχε στον 5ο όροφο. Για να του υποβληθεί ότι διερεύνησαν επιλεκτικά την υπόθεση και έλαβαν επιλεκτικά τα πλάνα που τους ενδιέφεραν εξ ου και δεν υπάρχουν πλάνα που να δείχνουν την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο, όταν εισέρχονταν εντός του ξενοδοχείου, πριν από το επίδικο περιστατικό. Του υποδείχθηκαν πλάνα από το Τεκμήριο 1.18 στα οποία φαίνεται ο Κατηγορούμενος να περπατά στον διάδρομο του 5ου ορόφου και του υποβλήθηκε πως εκεί, φαίνεται ο Κατηγορούμενος να περπατά «ζικ ζακ» και τούτο λόγω μέθης ενώ τέλος, ερωτήθηκε για ποιο λόγο μεσολάβησαν 13,5 ώρες για να λάβουν δείγμα αίματος και ούρων από τον Κατηγορούμενο, εάν διερεύνησαν τι ώρα είχε ο τελευταίος καταναλώσει το τελευταίο του ποτό, ως επίσης και τι πληροφόρηση είχαν από την Παραπονούμενη, ως προς τα μηνύματα που είχε λάβει η τελευταία από τον Κατηγορούμενο.
Ο Μ.Κ.19, ένοικος του ξενοδοχείου Nissi Blu, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΚΑ), στην οποία αναφέρει τι αντελήφθη γύρω στις 02:30 με 03:00 της 30.04.2024. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ενώ κοιμόταν με την γυναίκα του στο κρεβάτι του δωματίου τους, ξύπνησαν από τις δυνατές φωνές που άκουσαν, ότι διερωτούνταν από πού έρχονταν οι φωνές, ότι ο ίδιος έχοντας αντιληφθεί τις φωνές να προέρχονται από τον διάδρομο βγήκε έξω, οπόταν και αντελήφθη ότι προέρχονταν από το δωμάτιο με αρ. 560, ότι χτύπησε την πόρτα του εν λόγω δωματίου, ότι του άνοιξε μια γυναίκα λέγοντας του «He try to rape me», ότι ζήτησε από τον άντρα που βρισκόταν στο δωμάτιο να βγει έξω και ότι μαζί με τη γυναίκα του, συνόδευσαν τη συγκεκριμένη γυναίκα στον χώρο υποδοχής ώστε να καλέσουν την Αστυνομία, οπόταν και η γυναίκα του, παρέμεινε μαζί της μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας, ενώ ο ίδιος επέστρεψε στο δωμάτιο.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του περιέγραψε με περισσότερη λεπτομέρεια την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο και αντεξετάστηκε σε σχέση με πλάνα του Τεκμηρίου 1.18 από τον 5ο όροφο και τον χώρο υποδοχής, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε πως ο τρόπος που στα συγκεκριμένα πλάνα κινείτο ο Κατηγορούμενος στον χώρο υποδοχής, δεν ήταν ο ίδιος με τον τρόπο που κινείτο λίγα λεπτά προηγουμένως, στον 5ο όροφο. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με την ευκρίνεια των όσων αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 1.18, την αναφορά του «He try to rape me», αλλά και το αν η Παραπονούμενη του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος προσπάθησε ή έβαλε τα δάχτυλα του στο αιδοίο της, ως προς το εάν φαινόταν ή όχι μεθυσμένος ο Κατηγορούμενος, για να του υποβληθεί εν τέλει ότι δίνοντας την κατάθεση του ήθελε να υποστηρίξει την Παραπονούμενη, αφού της συμπαραστάθηκαν (μαζί με τη σύζυγο του) το επίδικο βράδυ και την πίστεψαν.
Ο Μ.Κ.20, αρχιαστυφύλακας, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΚΒ), στην οποία αναφέρεται στις ενέργειες του στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, που αφορούσαν μεταξύ άλλων την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου στις 30.04.2024, την πληροφόρηση του για τα δικαιώματα του, την παρουσία του κατά την ιατροδικαστική εξέταση του Κατηγορούμενου, τη λήψη του εσωρούχου του ως τεκμηρίου καθώς και βιολογικών δειγμάτων, τα οποία μετέφερε και παρέδωσε την ίδια μέρα στη Μ.Κ.1. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του εξήγησε μεταξύ άλλων και τον λόγο για τον οποίο η περιγραφή του Τεκμηρίου 1.17 στο χάρτινο φάκελο δεν συνάδει με το τεκμήριο που παραλήφθηκε. Κατά την αντεξέταση του, του υπεβλήθη πως ο λόγος που προέβη στην συγκεκριμένη περιγραφή του Τεκμηρίου 1.17 ήταν διότι, το εσώρουχο που τους παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο, ήταν αυτό που περιγράφεται και ότι όταν ο ίδιος αργότερα πληροφορήθηκε για το πλάνο που έδειχνε τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, ζήτησε από τον πρώτο, να του παραδώσει άλλο εσώρουχο οι χρωματισμοί του οποίου να μοιάζουν με αυτούς που φαίνονται στο βίντεο. Ακόμα του τέθηκε ότι το Τεκμήριο 1.17 είναι εσώρουχο που δεν φορούσε εν πάση περιπτώσει ο Κατηγορούμενος στις 29-30.04.2024 και ότι αυτό που φορούσε, είναι αυτό που είχε περιγράψει και ο ίδιος και αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το εάν ο ίδιος αντελήφθη τον Κατηγορούμενο να είναι ζαλισμένος όταν τον συνέλαβε και για όσο χρόνο ήταν μαζί του, ως προς το γιατί δεν συμπεριέλαβε στην κατάθεση του διάφορες ενέργειες του που αφορούν την παραλαβή των τεκμηρίων από τον Μ.Κ.15, για να του υποβληθεί πως δεν τις συμπεριέλαβε επειδή δεν έγιναν. Ακόμα του υπεβλήθη ότι όταν λήφθηκαν τα δείγματα αίματος και ούρων του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος δεν είχε οπτική επαφή με τον Μ.Κ.15, ο οποίος δεν τοποθέτησε τα δικά του Κατηγορούμενου στο χάρτινο κουτί που τα τοποθέτησε, αλλά τα δείγματα ενδεχομένως άλλου προσώπου ενώ εν τέλει του υπεβλήθη πως δεν είναι ο ίδιος που παρέλαβε ως τεκμήριο, το εσώρουχο του Κατηγορούμενου.
Ο Μ.Κ.21, ιατροδικαστής, κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή προς υποστήριξη της θέσης ότι η γνώμη του Μ.Κ.11 ως προς τη χρονολόγηση συγκεκριμένων κακώσεων της Παραπονούμενης ήταν εσφαλμένη. Ως προς την προσέγγιση αυτή της κατηγορούσας αρχής, θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατωτέρω. Στο παρόν στάδιο αρκεί να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε (Έγγραφο ΚΓ), στην οποία κατέγραψε τη γνώμη του ως προς το κατά πόσο οι κακώσεις της Παραπονούμενης, όπως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση από τον Μ.Κ.11 και τις οποίες μελέτησε (Τεκμήριο 2), συνάδουν χρονικά με το επίδικο περιστατικό. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε, κυρίως, στο ζήτημα αυτό.
3. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[4].
Α. Διερεύνηση
Αρχίζοντας από τους αστυφύλακες Μ.Κ.1, Μ.Κ.7, Μ.Κ.10, Μ.Κ.14 και Μ.Κ.18 και Μ.Κ.20, πρέπει να πούμε ότι αυτοί δεν γνώριζαν οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Εξάλλου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν αμφισβητήθηκε. Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν, επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική.
Καλή εντύπωση άφησαν και οι Μ.Κ.9 (ιατρός), Μ.Κ.12 (ακτινολόγος) και Μ.Κ.6 (χημικός), αλλά και η Μ.Κ.17 (δικανική γενετίστρια), οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, επεξηγώντας τη διαδικασία που ακολούθησαν, ο καθένας στον τομέα του και απαντώντας με ευθύτητα και αμεσότητα επί των όσων ερωτήθηκαν κατά τρόπο τεκμηριωμένο και με αναφορά εκεί όπου άρμοζε σε συγγράμματα και χωρίς πάντως να διαφαίνεται η ύπαρξη οιουδήποτε κινήτρου για να βοηθήσουν τη μια ή την άλλη πλευρά. Μάλιστα έδωσαν έντονα την εντύπωση πως αντιλαμβάνονταν πλήρως την υποχρέωση τους να καταθέτουν μόνο για ζητήματα για τα οποία είχαν θετική γνώση, εξ ου και ο Μ.Κ.12 ευθέως δέχθηκε πως δεν ενθυμείτο το περιστατικό όπως ούτε την πηγή για κάποιες από τις αναφορές του, τις οποίες ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί δεν μπορούμε να αποδεχθούμε, δεδομένου και του ότι δεν συνάδουν ούτε με άλλη αξιόπιστη ή και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία.
Οι ιατροδικαστές Μ.Κ.11 και Μ.Κ.21 επίσης κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες και ήταν σαφές ότι δεν είχαν οποιοδήποτε κίνητρο για να βοηθήσουν οποιαδήποτε πλευρά. Κατέθεσαν δε ειλικρινώς τη γνώμη τους, με βάση τις γνώσεις και την εμπειρία τους, με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν το Δικαστήριο. Ως προς το γεγονός ότι ο Μ.Κ.21 κλήθηκε ως επιπρόσθετος μάρτυρας στον ίδιο τομέα πραγματογνωμοσύνης με τον Μ.Κ.11, σημειώνουμε πως όπως και η ίδια κατηγορούσα αρχή ανέφερε, η κλήση του δεν αποσκοπούσε στο να καταδειχθεί ότι ο Μ.Κ.11 είναι αναξιόπιστος ή ψεύσθηκε ενόρκως, αλλά απώτερο σκοπό είχε να καταδείξει ότι η γνώμη του ως προς συγκεκριμένη πτυχή ή πτυχές της εμπειρογνωμοσύνης του ήταν εσφαλμένη. Πράγμα το οποίο ακόμα και αν ήθελε διαφανεί ότι ευσταθεί από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν διαφοροποιεί πάντως το γεγονός πως επρόκειτο για δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ειλικρινώς και δεν είχαν κίνητρο να ψευσθούν.
Θετική και απόλυτα συγκροτημένη μαρτυρία έδωσαν τόσο ο τεχνικός συστημάτων συναγερμού (Μ.Κ.3), όσο και ο νοσηλευτικός λειτουργός (Μ.Κ.15), όπως και ο φύλακας/παραλήπτης τεκμηρίων του Γενικού Χημείου (Μ.Κ.8), επεξηγώντας τις διαδικασίες που ακολουθούν και που ακολούθησαν στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να υπάρχει ένδειξη προσυνεσυννόησης με οποιοδήποτε πρόσωπο ως προς το τι θα κατέθεταν, αλλά ούτε και ένδειξη κακοπιστίας ή εσκεμμένης, ούτε όμως και καλόπιστα εσφαλμένης παράκαμψης των διαδικασιών ή παρουσίασης μαρτυρίας κατά μεροληπτικό προς την υπεράσπιση τρόπο.
Οι δε Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.13, Μ.Κ.16 και Μ.Κ.19, ήταν πρόσωπα που έδωσαν μαρτυρία αναφορικά με γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά το συμβάν για το οποίο υπέβαλε παράπονο η Παραπονούμενη, εξ ου και στη μαρτυρία τους θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση των ουσιαστικών γεγονότων. Όμως οφείλουμε να σημειώσουμε εκ προοιμίου πως δεν γνώριζαν κανένα εκ των εμπλεκομένων και δεν εντοπίσαμε ούτε μας υποδείχθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε βάσιμου λόγου για να υποστηρίξουν με τη μαρτυρία τους είτε τη μια είτε την άλλη πλευρά. Η δε μαρτυρία τους συνήδε λογικά, είχε συνοχή ενώ σε σχέση με κάποιους η δοθείσα από αυτούς μαρτυρία, υποστηρίζεται και από πραγματική μαρτυρία. Επίσης, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και μάλιστα τέτοιες που να μπορούν να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεταν, οι δε μικρές διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία τους, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν άπτονται ουσιαστικών ζητημάτων, ούτε διαφοροποιούν την ουσία αλλά αντίθετα θεωρούμε πως αποτελούν ένδειξη του ότι δεν υπήρξε προσπάθεια προσυνεννόησης των μαρτύρων αυτών, είτε μεταξύ τους είτε με άλλα πρόσωπα, ως προς το τι θα κατέθεταν.
H κλήση της αστυνομίας στο ξενοδοχείο και η υποβολή παραπόνου
Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση των επί μέρους γεγονότων και δη αυτών που αφορούν τη διερεύνηση, έχουμε ήδη σημειώσει ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.10, Λοχία της Αστυνομίας ότι κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 30.04.2024, ζητήθηκε από υπάλληλο του ξενοδοχείου Nissi Blu στην Αγία Νάπα, η συνδρομή της αστυνομίας ένεκα συγκεκριμένου περιστατικού. Πιο συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεση του (Έγγραφο ΙΑ), πως κατά την εν λόγω ημερομηνία και ώρα 02:50, έλαβε πληροφορία από υπάλληλο του εν λόγω ξενοδοχείου ότι μια κοπέλα, ένοικος, διαπληκτίστηκε με τον φίλο της και χρειαζόταν τη βοήθεια της Αστυνομίας. Το ζήτημα αυτό, δηλαδή της πληροφόρησης που είχε δοθεί/ληφθεί από την αστυνομία, αποτέλεσε στοιχείο στο οποίο η υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, με προφανή σκοπό να υποστηρίξει ότι η εκδοχή της Παραπονούμενης περί βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης είναι αναξιόπιστη. Εξ ου και επί τούτου αντεξετάστηκαν έντονα και οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 που ήταν οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου που είχαν εμπλοκή στο ζήτημα αυτό, αφού ο Μ.Κ.5 ήταν ο φύλακας τον οποίο συνάντησε πρώτα στο χώρο υποδοχής η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.4 ο υπεύθυνος του χώρου υποδοχής που ήρθε λίγο αργότερα και το πρόσωπο που δεν αμφισβητήθηκε πως εν τέλει κάλεσε την αστυνομία, αφότου μίλησε σύντομα με τον Μ.Κ.5 και την Παραπονούμενη.
Ωστόσο αυτό που είναι ουσιαστικό να σημειωθεί στο σημείο αυτό είναι ότι, αφενός την πληροφόρηση στην αστυνομία δεν την έδωσε η ίδια η Παραπονούμενη αλλά ο Μ.Κ.4 και αφετέρου ότι όπως ο Μ.Κ10 διευκρίνισε με την προφορική του μαρτυρία, χωρίς να αμφισβητηθεί, το παράπονο στην πραγματικότητα δεν το έλαβε απευθείας ο ίδιος, αλλά κάποιος άλλος συνάδελφος του στον Αστ. Σταθμό Αγίας Νάπας. Εκ της θέσης του αυτής απορρέει λογικά και η έτερη θέση του, ότι δηλαδή ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να θυμάται ακριβώς πώς ήταν η πληροφορία, παρά μόνο ότι ζητείτο η βοήθεια της αστυνομίας και ότι από τον ίδιο ζητήθηκε να μεταβεί εκεί, επειδή ακριβώς είχε ζητηθεί η συνδρομή της αστυνομίας.
Το αν βέβαια υπάρχει διάσταση μεταξύ της εκδοχής γεγονότων που προώθησε η Παραπονούμενη εν σχέσει με την πληροφόρηση που δόθηκε στην αστυνομία από τον Μ.Κ.4, για την οποία να «ευθύνεται» η ίδια, με την έννοια ότι τροφοδότησε τον Μ.Κ.4 και τον Μ.Κ.5 με διαφορετικά γεγονότα από αυτά που εν τέλει κατήγγειλε, είναι κάτι που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια. Όμως στο στάδιο τουλάχιστον αυτό και με βάση τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, κανένα συμπέρασμα αναξιοπιστίας της εκδοχής της Παραπονούμενης μπορεί να εξαχθεί από το εν λόγω ζήτημα, στο οποίο, ως είπαμε, θα επανέλθουμε.
Πάντως αποτέλεσε κοινό τόπο η θέση του Μ.Κ.10 ότι πράγματι, γύρω στις 03:05 μετέβη εκεί μαζί με την Ε/Αστ.5098, όπου εντόπισε στον χώρο υποδοχής του εν λόγω ξενοδοχείου την Παραπονούμενη, τουρίστρια από την Ολλανδία, ηλικίας 31 ετών, η οποία του ανέφερε πως βρισκόταν στο δωμάτιο της μαζί με τον φίλο της, τον Κατηγορούμενο, ηλικίας 35 ετών και ότι αυτός της επιτέθηκε και την κακοποίησε σεξουαλικά και συγκεκριμένα ότι έβαλε τα δάκτυλα του στον κόλπο της χωρίς τη συγκατάθεση της και ότι αυτή αντιστάθηκε φωνάζοντας, ενώ ο τελευταίος έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ως ο Μ.Κ.10 λογικά ανέφερε, έχοντας αντιληφθεί από το περιεχόμενο του παραπόνου της πως δεν θα διερευνούσε ο ίδιος την υπόθεση αλλά το ΤΑΕ Αμμοχώστου (λόγω αρμοδιότητας), δεν την ρώτησε οποιαδήποτε περαιτέρω πράγματα ενώ στην ίδια γραμμή με τα πιο πάνω και για τον ίδιο ουσιαστικά λόγο, δεν παρατήρησε ο ίδιος το σώμα της με λεπτομέρεια, εξ ου και στην κατάθεση του αναφέρει πως δεν παρατήρησε να είχε στο σώμα της εξωτερικές κακώσεις.
Βέβαια αντεξετάστηκε ως το προς ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας που είχε με την Παραπονούμενη και δη ως προς την διάρκεια της συνομιλίας που είχε μαζί της, εάν την διέκοψε ενόσω του μιλούσε και εάν του είπε όσα ήθελε να πει και τα οποία καταγράφει ο ίδιος στην κατάθεση του, στην προσπάθεια να καταδείξει προφανώς η υπεράσπιση πως η Παραπονούμενη δεν του μίλησε για την απόπειρα βιασμού για την οποία στη συνέχεια κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ενέμεινε στη θέση του ότι πράγματι η Παραπονούμενη του είπε τα πράγματα που καταγράφει στην κατάθεση του, χωρίς ωστόσο, ως ειλικρινώς ανέφερε, να αποκλείει να την διέκοψε έχοντας αντιληφθεί πως δεν θα διερευνούσε ο ίδιος την υπόθεση και χωρίς ως ήταν λογικό, να μπορεί να αποκλείσει να του είπε και άλλα πράγματα.
Πάντως με ένα καθ’ όλα πειστικό τρόπο δήλωσε βεβαιότητα εν σχέσει με την αναφορά της Παραπονούμενης «για δάκτυλα» και επέμεινε πως δεν ζήτησε πολλές λεπτομέρειες αφού μόλις του είπε για τα δάχτυλα κατάλαβε πως δεν ήταν της δικής του αρμοδιότητας και δεν ήθελε να δώσει περαιτέρω συνέχεια. Επομένως ούτε στη βάση αυτή θεωρούμε πως μπορεί να στοιχειοθετηθεί εκ προοιμίου ανακολουθία στην εκδοχή της Παραπονούμενης, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης.
Προτού αφήσουμε τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού όμως, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε τη θέση που του τέθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης, πως δεν παρατήρησε καμμιά κάκωση στο σώμα της επειδή δεν υπήρχε. Και τούτο εφόσον η θέση αυτή, διασυνδέεται με το έντονα αμφισβητούμενο ζήτημα του πότε και πώς προκλήθηκαν οι σωματικές κακώσεις που εντοπίστηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης, η οποία ακολούθησε. Στο ζήτημα αυτό ως είναι αντιληπτό ένεκα και της σημαντικότητας του θα επανέλθουμε στο κατάλληλο στάδιο, ωστόσο εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε πως κατά τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αυτό που προκύπτει είναι πως η θέση της υπεράσπισης ήταν πως αμέσως μετά το συμβάν οι κακώσεις δεν υπήρχαν, αφού του υπεβλήθη πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν τις είδε. Αφήνοντας σαφέστατα να γίνει αντιληπτό ότι η θέση της υπεράσπισης ήταν πως οι κακώσεις αυτές, προκλήθηκαν μετά την κλήση της αστυνομίας στο μέρος και πριν την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης η οποία έλαβε χώρα στις 30.4.24, μεταξύ των ωρών 13:35-14:05 (αφού δεν αμφισβητήθηκε πως κατά την ιατροδικαστική εξέταση της η Παραπονούμενη είχε τις συγκεκριμένες κακώσεις, οι οποίες και περιγράφονται στην ιατροδικαστική έκθεση του Μ.Κ.11 - Έγγραφο ΙΒ). Το εύλογο ερώτημα βέβαια του πώς θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί στο διάστημα αυτό οι κακώσεις, τη στιγμή κατά την οποία αναντίλεκτα η Παραπονούμενη βρισκόταν με την αστυνομία, δεν απαντήθηκε. Όμως πέραν τούτου η θέση που τέθηκε στον Μ.Κ.10 ότι δεν υπήρχαν οι κακώσεις κατά την έλευση της αστυνομίας στο μέρος, δεν συνάδει ούτε με τη θέση που τέθηκε στους προηγούμενους μάρτυρες κατηγορίας (συμπεριλαμβανομένης και της Παραπονούμενης), ότι οι κακώσεις προϋπήρχαν του συμβάντος, ούτε όμως με τη θέση που τέθηκε στον Μ.Κ.4 στον οποίο υποβλήθηκε ότι το μοναδικό χτύπημα που έφερε η Παραπονούμενη όταν την είδε στον χώρο υποδοχής μετά το ισχυριζόμενο συμβάν, ήταν αυτό στον αγκώνα (στο οποίο ο Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στην κατάθεση του) και ότι «δεν είχε άλλα χτυπήματα εκείνη την ώρα μετά το ισχυριζόμενο περιστατικό»[5].
Η θέση βέβαια που τέθηκε στον Μ.Κ.10 ότι κατά τον χρόνο κλήσης της αστυνομίας η Παραπονούμενη δεν είχε κακώσεις και ότι αυτές προκλήθηκαν μετά, πέραν της εγγενούς αντιφατικότητας της σε σχέση με άλλες θέσεις που προωθήθηκαν σε άλλα σημεία, καταρρίπτεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.14 που ήταν η αστυφύλακας που συνάντησε την Παραπονούμενη στο ΤΑΕ, όταν ο Μ.Κ.10 μετά από συνεννόηση μαζί της αλλά και με την Ε/Αστ. 5098, μετέφεραν την Παραπονούμενη στα γραφεία του ΤΑΕ για συνέχιση των εξετάσεων. Το γεγονός δε ότι στον Μ.Κ.10 υποβλήθηκε η θέση ότι δεν είδε κακώσεις επειδή δεν υπήρχαν, ενώ η Μ.Κ.14 κλήθηκε να συμφωνήσει με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν οι κακώσεις προϋπήρχαν, επιβεβαιώνει τη διάσταση των θέσεων της υπεράσπισης επί του προκείμενου ζητήματος, για την οποία κάναμε λόγο και πιο πάνω.
Έχοντας αναφερθεί στην Μ.Κ.14 κρίνουμε ορθό να παρεμβάλουμε εδώ πως παρέμεινε αναντίλεκτο πως η Μ.Κ.14, είχε ειδοποιηθεί (περί ώρα 03:40) για να μεταβεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου διότι, ως είχε ενημερωθεί, συν τω χρόνω μεταφερόταν εκεί μια γυναίκα η οποία είχε προβεί σε καταγγελία για απόπειρα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης.
Η εν λόγω μάρτυρας λοιπόν δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τη θέση της ότι, κατά την έλευση της στο ΤΑΕ η Παραπονούμενη, φορούσε νυχτικό χρώματος πράσινου και από πάνω ένα μπουρνούζι χρώματος άσπρου. Η ίδια δε περιέγραψε με πειστικό τρόπο πως βλέποντας την, είχε εμφανή σημάδια στον λαιμό και τα πόδια της, τα οποία ως η ίδια της ανάφερε, προκλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, με τον οποίο διέμενε στο δωμάτιο 560 του ξενοδοχείου Nissi Blue. Με ειλικρίνεια βέβαια παραδέχθηκε πως η ίδια δεν μπορούσε να γνωρίζει αν τα σημάδια στο σώμα της προϋπήρχαν, αφού δεν είναι γιατρός και πως η ίδια μετέφερε απλά το τι της λέχθηκε από την Παραπονούμενη, χωρίς να προσπαθεί να πείσει πως ό,τι της ανέφερε η Παραπονούμενη είναι η αλήθεια και τονίζοντας ότι η ίδια μετέφερε στο Δικαστήριο ό,τι περιήλθε στην αντίληψη της, χωρίς να γνωρίζει τι ενημέρωσης έτυχαν άλλοι συνάδελφοι της. Στάση ενδεικτική της αντικειμενικότητας της και της προσπάθειας της να παρουσιάσει τα γεγονότα με δίκαιο τρόπο. Εξ ου και αποδεχόμαστε τα όσα μας μετέφερε, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να αποδεχθούμε στο στάδιο αυτό την αλήθεια της εκδοχής που η Παραπονούμενη της εξιστόρησε. Κατά τον ίδιο τρόπο αποδεχόμαστε τη συνομιλία που πειστικά μας μετέφερε ότι είχε με την Παραπονούμενη, κατά τη διάρκεια της οποίας η τελευταία της ανέφερε προφορικά πως ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε, αποπειράθηκε να την βιάσει και έβαλε τα δάκτυλα του στον κόλπο και τον πρωκτό της. Χωρίς ωστόσο και πάλιν να μπορούμε να αποδεχθούμε τις αναφορές αυτές ως αληθείς επί της ουσίας στο στάδιο αυτό και τονίζοντας πως ούτε η μάρτυρας υποστήριξε ότι τα όσα της αναφέρθηκαν ήταν δίχως άλλο αληθή, αφού το εάν ευσταθούν απαιτεί τον εξονυχιστικό έλεγχο και αξιολόγηση όλης της σχετικής μαρτυρίας.
Περαιτέρω, ήταν η θέση της μάρτυρος ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της, η Παραπονούμενη παραπονέθηκε για πόνο στο δεξί της χέρι, αναφέροντας της ότι λόγω πρόσφατου κατάγματος το αφαίρεσε από τον γύψο δύο εβδομάδες προηγουμένως και ότι υποψιαζόταν πως είχε δημιουργηθεί και πάλι πρόβλημα, με τη μάρτυρα να αποδέχεται αντεξετασθείσα σχετικά, με τη χαρακτηριστική ειλικρίνεια της, πως η ίδια δεν μπορούσε βέβαια να γνωρίζει αν έτσι είχαν τα πράγματα. Με παραστατικότητα δε μας μετέφερε πως κατά τη διάρκεια που η Παραπονούμενη της αφηγείτο τα γεγονότα, ήταν αναστατωμένη και σε αρκετά σημεία έκλαιγε, λέγοντας της πως είχε ανάγκη να το κάνει γιατί δεν ήταν καλά. Τα πιο πάνω αποδεχόμαστε πως ήταν τα όσα αντελήφθη, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να αποδεχθούμε στο στάδιο αυτό, όπως δεν μπορούσε να πράξει ούτε η μάρτυρας, ότι η αιτία των τραυματισμών ή της αναστάτωσης της ήταν τα όσα κατ’ ισχυρισμόν έπραξε ο Κατηγορούμενος.
Μεταφορά της Παραπονούμενης στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου - Εξέταση από τους Μ.Κ.12 και Μ.Κ.9
Εκ της μαρτυρίας της εν λόγω Μ.Κ.14 πάντως, παρέμεινε αναντίλεκτο το ότι η ίδια ακολούθως την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου για εξετάσεις, όπου την εξέτασε ο Μ.Κ.12, ο οποίος είναι ιατρός παθολόγος και εργάζεται στο εν λόγω νοσοκομείο από το 2017. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ιατρική έκθεση που συνέταξε ο ίδιος (Έγγραφο ΙΔ), αφότου εξέτασε την Παραπονούμενη στις 30.4.24 και ώρα 05:08 π.μ. όπου αναφέρει τα εξής:
«Εκδορές στα γόνατα (ιδίως ΔΕ), εκδορές μικρές στο ΔΕ αγκώνα, εκδορές και στον ΑΡ αγκώνα, λίγες εκδορές στην πλάτη και στην ΔΕ περιοχή της κλείδας και άλγος στο 5ο μετακάρπιο ΔΕ. Αναφέρει ότι προκλήθηκαν από άλλο άτομο, το οποίο την κακοποίησε σεξουαλικώς. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος που έδειξε κάταγμα στη βάση του 5ου μετακαρπίου οστού ΔΕ, το οποίο κάταγμα είχε προκληθεί προ 2 εβδομάδων κατόπιν πτώσης (έφερε γυψονάρθηκα που έσπασε κατά τη διάρκεια της κακοποίησης από το άλλο άτομο). Τέθηκε εκ νέου γυψονάρθηκας από ορθοπεδικό στο ΤΑΕΠ.».
Η ειλικρίνεια του ήταν εμφανής, αφού δεν δίστασε να παραδεχθεί πως δεν θυμόταν το περιστατικό, πράγμα λογικό, αφενός λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου και αφετέρου λόγω του ότι το περιστατικό δεν είχε κάτι το τόσο ιδιαίτερο που να δικαιολογούσε την ανάμνηση του από τον μάρτυρα. Τούτο βέβαια συνάδει και με τη θέση που επίσης προώθησε πως δεν θυμόταν εάν η αναφορά του ότι «έφερε γυψονάρθηκα που έσπασε κατά την διάρκεια της κακοποίησης από το άλλο άτομο», είναι αναφορά που του μεταφέρθηκε από την Παραπονούμενη. Αναφορά την οποία δεν αποδεχόμαστε βέβαια, αφού δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ούτε και υποστηρίχθηκε αυτή η εκδοχή από οποιαδήποτε πλευρά. Σημειώνουμε δε πως επί τούτου, θέση της ίδιας της υπεράσπισης ήταν πως δεν είναι εύκολο να σπάσει ένας γυψονάρθηκας και ότι χρειάζεται ειδικός τρόπος αφαίρεσης του, υπονοώντας έτσι σαφέστατα πως δε θα μπορούσε να είχε σπάσει κατά τη διάρκεια του συμβάντος, ενώ και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 8 - απάντηση 7) αναφέρει ότι «νομίζω το δεξί της χέρι το είχε ήδη σπάσει και ήταν σε γάζα αλλά όταν ήρθαμε Κύπρο δεν το είχε τυλιγμένο». Περαιτέρω και κατά την αντεξέταση του ιατροδικαστή Μ.Κ.11 από τη συνήγορο υπεράσπισης, προωθήθηκε η θέση, κατά την υπόδειξη σχετικού βίντεο, πως δεν έφερε γυψονάρθηκα κατά τον χρόνο που κατέβηκε στο χώρο υποδοχής για να ζητήσει τη συνδρομή της αστυνομίας, ενώ ούτε η ίδια η Παραπονούμενη αμφισβητήθηκε όταν έλεγε ενόρκως πως το δεξί της χέρι είχε σπάσει όταν έπεσε από τις σκάλες στην Ολλανδία και γι’ αυτό της το τοποθέτησαν σε γύψο τον οποίο της αφαίρεσαν 17 μέρες πριν έρθει στην Κύπρο.
Ανακρίβεια που δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, συνιστά και η αναφορά του Μ.Κ.12 για κάταγμα που προκλήθηκε προ δύο εβδομάδων, αφού ούτε ο μάρτυρας μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι η πηγή προέλευσης της εν λόγω αναφοράς ήταν η Παραπονούμενη.
Βέβαια είναι γεγονός πως ο μάρτυρας ερωτηθείς αν εντόπισε εκχυμώσεις στον δεξί μηρό και στο δεξί γόνατο της Παραπονούμενης απάντησε αντίστοιχα «Για να μην το γράφω» και «Δεν το γράφω», αφήνοντας να νοηθεί πως δεν εντόπισε. Είναι επίσης γεγονός όμως, πως κατά την ιατροδικαστική εντοπίστηκαν τέτοιες κακώσεις. Ωστόσο τούτο δεν θεωρούμε ότι σημαίνει απαραίτητα πως οι εν λόγω κακώσεις προκλήθηκαν μεταγενέστερα, αφού ως και ο ίδιος ο Μ.Κ.12 ευθέως δέχθηκε κατά την επανεξέταση του, η εξέταση που εν προκειμένω έγινε δεν είναι σε τέτοιο βαθμό ενδελεχής ως συμβαίνει με την ιατροδικαστική εξέταση και ότι ως εκ τούτου είναι πολύ πιθανόν πολύ μικρές κακώσεις ήσσονος σημασίας να μην σημειώθηκαν[6]. Κάτι που εξηγεί τη μη αναφορά του στις εκχυμώσεις στο δεξί μηρό και στο δεξί της γόνατο.
Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι μεταξύ του χρόνου που την εξέτασε ο Μ.Κ.12 και ο Μ.Κ.11 (ιατροδικαστής), χρόνο κατά τον οποίο η Παραπονούμενη βρισκόταν εν πάση περιπτώσει υπό τη συνοδεία της αστυνομίας, προκλήθηκαν άλλες κακώσεις. Ό,τι άλλο σημειώνουμε εκ της μαρτυρίας του, ήταν η σαφής και αναντίλεκτη θέση του ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο που προκλήθηκαν τα τραύματα τα οποία κατέγραψε στην έκθεση του, ούτε όμως αν προκλήθηκαν από κακοποίηση ή άλλως πως, αφού όπως πειστικά εξήγησε, τούτο δεν είναι ζήτημα που εμπίπτει στην ειδικότητα του.
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης της από τον Μ.Κ.12, παρέμεινε αναντίλεκτο πως η Παραπονούμενη, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης εξετάστηκε και από την Μ.Κ.9, ιατρό – ακτινολόγο, η οποία εργάζεται και αυτή στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου από το 2008. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε (βλ. Έγγραφο Θ), ότι από έλεγχο που διενήργησε στην ακτινογραφία της Παραπονούμενης, η οποία λήφθηκε στις 05:47 στις 30.4.26, διαπίστωσε ρωγμώδες κάταγμα στη βάση του 5ου μετακάρπιου οστού και ετοίμασε προς τούτο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. Έγγραφο Ι). Την ίδια στιγμή όμως ήταν εξίσου σαφής ότι από την ακτινογραφία, δεν μπορούσε να πει πότε ακριβώς προκλήθηκε αυτό το κάταγμα, ούτε βέβαια να διαπιστώσει αν είχε επουλωθεί παλαιότερα και αν αυτό που έβλεπε ήταν ένα νέο κάταγμα προκληθέν από το επεισόδιο ή επιδείνωση του προηγούμενου τραυματισμού. Η ακτινογραφία που της έλαβε, δεν αμφισβητήθηκε πάντως πως παραλήφθηκε την 1.5.24 από τον Μ.Κ.18, ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στην Μ.Κ.1 (βλ. Τεκμήριο 1.23).
Ό,τι άλλο θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ είναι πως η Παραπονούμενη εξετάστηκε και ιατροδικαστικά όπως και ο Κατηγορούμενος ο οποίος συνελήφθη αργότερα. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε πιο κάτω στο κατάλληλο στάδιο.
Η επιστροφή του Κατηγορούμενου στο ξενοδοχείο – Σύλληψη
Επιστρέφοντας τώρα πίσω στα γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκε πως ενώ λάμβαναν χώρα οι πιο πάνω ενέργειες στο πλαίσιο διερεύνησης, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αποχωρήσει από το ξενοδοχείο πριν την άφιξη της αστυνομίας, επέστρεψε με ταξί στο ξενοδοχείο όπου και συνελήφθη λίγο αργότερα από τον Μ.Κ.20. Σχετική προς τούτο είναι η μαρτυρία του οδηγού ταξί (Μ.Κ.16), ο οποίος προέβη στη μεταφορά του Κατηγορούμενου στην Αγία Νάπα από τη Λάρνακα, όπου φαίνεται πως διανυκτέρευσε ο Κατηγορούμενος το επίμαχο βράδυ. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι στις 30.4.24 το πρωί, ενώ οδηγούσε το ταξί του σε κεντρικό δρόμο της Λάρνακας και πήγαινε να πάρει καφέ, είδε ένα άντρα με κοντό παντελόνι, κοντομάνικη φανέλα και ξυπόλυτο, κρατώντας μια μακρόστενη τσάντα ταξιδιού να του κάνει σήμα να σταματήσει. Ο ίδιος όμως προχώρησε για να πάει να πάρει καφέ και στην επιστροφή του γύρω στις 9:00 – 09:15 τον συνάντησε ξανά οπόταν σταμάτησε, ο άντρας μπήκε στο αυτοκίνητο και του ζήτησε να τον μεταφέρει στην Αγία Νάπα, στο ξενοδοχείο Nissi Blu, όπως και έπραξε.
Από τη μαρτυρία του ακόμα δεν αμφισβητήθηκε πως στο αριστερό μέρος του κεφαλιού του, ο άντρας αυτός είχε χτύπημα και φαινόταν αγουροξυπνημένος, ενώ ακόμα δεν αμφισβητήθηκε ούτε η θέση του ότι η συμπεριφορά του ήταν φυσιολογική. Βέβαια ο μάρτυρας ανέφερε πως το πρόσωπο αυτό, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε πως ήταν ο Κατηγορούμενος, τον οποίο και αναγνώρισε στο Δικαστήριο, του είχε πει πως δεν ήξερε πώς έφτασε στην Λάρνακα. Αποδεχόμαστε πως αυτό του ανέφερε, χωρίς ωστόσο να μπορεί να κριθεί ακόμα αν έτσι είχαν τα πράγματα στην πραγματικότητα, αφού το ζήτημα αυτό άπτεται της βασικής θέσης του Κατηγορούμενου πως, από κάποια στιγμή της βραδιάς και έπειτα, ένεκα της μεγάλης κατανάλωσης αλκοόλ δεν ήταν σε θέση να θυμάται τι έγινε. Ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί μετά από τη συνεκτίμηση όλης της σχετικής μαρτυρίας. Ως προς το γεγονός ότι ο Μ.Κ.16 δεν αντιλήφθηκε να μύριζε αλκοόλ και ότι είχε προσέξει πως προσπάθησε 2-3 φορές να πάρει τηλέφωνο αλλά στο τέλος δεν μίλησε, αποδεχόμαστε και πάλιν πως αυτά ήταν τα όσα ειλικρινά αντιλήφθηκε. Ό,τι άλλο είναι σημαντικό να σημειωθεί είναι πως ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε πόσα κοστίζει η «κούρσα» για Αγία Νάπα, με τον μάρτυρα να του απαντά ότι είναι 50 ευρώ και ότι θα έπρεπε να επιβεβαιώσει το ποσό αυτό με τον εργοδότη του, οπόταν ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι όταν τον έφεραν τα ξημερώματα από την Αγία Νάπα με ταξί, πλήρωσε 50 ευρώ. Ειλικρινώς δε ανέφερε πως δεν θυμόταν να είχε ρωτήσει τον Κατηγορούμενο γιατί ήταν ξυπόλητος, ούτε αν κατά την διαδρομή ο τελευταίος του είχε ζητήσει νερό γιατί ο λαιμός του ήταν στεγνός από το αλκοόλ.
Δεν διέλαθε την προσοχή μας βέβαια ότι ο Μ.Κ.13, διευθυντής του ξενοδοχείου όπου διέμεναν οι εμπλεκόμενοι, ανέφερε ότι κατά την επιστροφή του ο Κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ, παρόλο που και αυτός ανέφερε πως συμπεριφερόταν και περπατούσε φυσιολογικά. Τούτη η διαφοροποίηση που παρατηρείται στη μαρτυρία του Μ.Κ.16 σε σχέση με αυτήν του Μ.Κ.13, δεν θεωρούμε ότι είναι αφύσικη, αφού η όσφρηση είναι μια αίσθηση, η οποία όπως και οι υπόλοιπες, δεν εξυπακούει ότι όλοι αντιλαμβάνονται τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Η δε αντίληψη του καθενός εξαρτάται από διάφορους παράγοντες ή και από τις περιστάσεις της επαφής του με το ίδιο άτομο. Κατά τη δική μας κρίση πάντως, η διαφοροποίηση αυτή ό,τι καταδεικνύει είναι εμφανώς πως δεν υπήρξε προσπάθεια προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Η δε ουσία του πράγματος πάντως, που δεν είναι άλλη από το ότι είτε μύριζε αλκοόλ είτε όχι, και οι δύο είχαν αντιληφθεί πως κατά την επιστροφή του συμπεριφερόταν και περπατούσε φυσιολογικά, ουδόλως διαφοροποιείται.
Εξάλλου το γεγονός που κυρίως ενδιαφέρει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.16 είναι πως ο ίδιος με επιβάτη τον Κατηγορούμενο, έφτασαν στο ξενοδοχείο Nissi Blue, όπου ο Μ.Κ.16 τον άφησε και πως τούτο έγινε στις 09:49 της 30.4.24, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1.18 (οπτικό υλικό από ΚΚΒΠ του ξενοδοχείου, στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω), οπόταν και ο τελευταίος εισήλθε ξυπόλυτος στο ξενοδοχείο όπου και συνελήφθη λίγο αργότερα, αφού ο Μ.Κ.13 (διευθυντής του ξενοδοχείου), ειδοποίησε την αστυνομία ότι είχε επιστρέψει (βλ. Έγγραφο ΙΕ, σελ. 1 γρ.14-16).
Πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι συνελήφθη στις 10:57 από τον Μ.Κ.20 (βλ. Τεκμήριο 5), αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και ο ίδιος ανέφερε «I don’t remember trying to rape her». Τα πιο πάνω παρέμειναν αναντίλεκτα εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.20 όπως και το γεγονός ότι αμέσως μετά τον ενημέρωσε προφορικά για τα δικαιώματα του ως συλληφθέντα, τα οποία του επέδωσε γραπτώς στις 11:26 στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, όπου τον πληροφόρησε εκ νέου για τα δικαιώματα του με τη βοήθεια διερμηνέα. Αφού, δε, του επέδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του στη μητρική του γλώσσα, αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι ο ίδιος αφού τα παρέλαβε, υπέγραψε τη σχετική απόδειξη παραλαβής. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών ήταν και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, το οποίο δεν επιθυμούσε να εξασκήσει και υπέγραψε προς τούτο σχετικό έντυπο στη μητρική του γλώσσα, με το οποίο δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα. Αναντίλεκτο παρέμεινε επίσης και το ότι ο Μ.Κ.20 στις 13:13 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο πως μπορούσε, εάν επιθυμούσε, να εξεταστεί από ιατροδικαστή και να του ληφθούν φωτογραφίες κατά την εξέταση, αναφέροντας του παράλληλα ότι δεν ήταν υπόχρεος να δώσει τέτοια συγκατάθεση και ότι αυτός ανέφερε γραπτώς ότι ελεύθερα δίνει τη συγκατάθεση του προς τούτο (βλ. Έγγραφο ΚΒ). Κατά τον ίδιο τρόπο στις 14:50 τον πληροφόρησε ότι θα μπορούσε, εάν το επιθυμούσε, να του ληφθούν φωτογραφίες, μετρήσεις, αποτυπώματα, δείγματα αίματος κ.α., οπόταν και πάλιν ανέφερε γραπτώς ότι ελεύθερα έδιδε τη συγκατάθεση του προς τούτο. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι αργότερα την ίδια μέρα η Μ.Κ.1 παρέλαβε από τον Λοχ. 2541 στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου, δύο παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο, τα οποία έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη της.
Συνέχιση Διερεύνησης - Έρευνα στο Δωμάτιο / Περισυλλογή Τεκμηρίων –Λήψη Ανακριτικής Κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι εν τέλει υποβλήθηκε σε ιατροδικαστική εξέταση ο Κατηγορούμενος. Προτού όμως προχωρήσουμε στα της ιατροδικαστικής εξέτασης του ίδιου αλλά και της Παραπονούμενης, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μετά τη σύλληψη και μεταφορά του Κατηγορούμενου από το ξενοδοχείο στο ΤΑΕ, διενεργήθηκε έρευνα στο δωμάτιο 560 από άλλα μέλη της αστυνομίας. Επί τούτου σημειώνουμε πως αποτέλεσε κοινό τόπο η θέση του Μ.Κ.13 (διευθυντή του ξενοδοχείου - βλ. Έγγραφο ΙΕ) ότι αμέσως μετά το περιστατικό και την ενημέρωση του προσωπικού, και αφότου η Παραπονούμενη έφυγε από το ξενοδοχείο με τη συνοδεία της αστυνομίας, κατ’ εφαρμογή του πρωτοκόλλου που ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις, το δωμάτιο σφραγίστηκε, δηλαδή κλειδώθηκε, οι κάρτες των ενοίκων ακυρώθηκαν και το δωμάτιο μπορούσε να ανοίξει μόνο με security card και ειδικό κωδικό που έχει ο ίδιος, ενώ έξω από το δωμάτιο τοποθετήθηκαν σχετικές σημάνσεις ώστε να μην εισέλθει κανένας. Κάτι που πράγματι επιτεύχθηκε, μέχρι που ο ίδιος άνοιξε στην αστυνομία για να διενεργήσει εξετάσεις. Προς τούτο μετέβησαν στο μέρος οι Αστ. 4974 και Αστ. 3007 μαζί με την Μ.Κ.1, η οποία έχοντας κληθεί να λάβει μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης, δεν αμφισβητήθηκε πως συνάντησε περί τις 11:00 π.μ. την Παραπονούμενη στο ΤΑΕ, έχοντας, ως περιέγραψε, εμφανή σημάδια στον λαιμό και στα πόδια ενώ το δεξί της χέρι βρισκόταν τοποθετημένο σε γύψο. Περιγραφή η οποία συνάδει λογικά, αφού είχε μεσολαβήσει, ως ήδη είπαμε, η μεταφορά της στο ΤΑΕΠ, όπου εξετάστηκε και τοποθετήθηκε στο γύψο το χέρι της (βλ. Έγγραφο ΙΔ).
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι γύρω στις 11:40, μετέβη μαζί με την Παραπονούμενη και τους ως άνω αστυφύλακες στο ξενοδοχείο Nissi Blu, προκειμένου να διενεργήσουν έρευνα στο δωμάτιο με αρ. 560 στο οποίο διέμενε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο, κατόπιν συγκατάθεσης της πρώτης, όπως και έγινε. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, δεν αμφισβητήθηκε ακόμα ότι η μάρτυρας έλαβε αριθμό φωτογραφιών (βλ. Τεκμήριο 2, φωτογραφίες 1-25) και παρέλαβε διάφορα τεκμήρια μεταξύ των οποίων το νυχτικό που φορούσε η Παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 1.15) καθώς και το εσώρουχο της (Τεκμήριο 1.16).
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι την ίδια ημέρα, διεξήχθη ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης (μεταξύ των ωρών 13:40-14:55) κατόπιν συγκατάθεσης της τελευταίας, καθώς και ότι κατά τη διάρκεια της, η Μ.Κ.1 ήταν παρούσα και λάμβανε αριθμό φωτογραφιών (βλ. Τεκμήριο 2, φωτογραφίες 26-67) ενώ παρέλαβε από τον Μ.Κ.11 που διεξήγαγε την εξέταση, τις διάφορες δειγματοληψίες που λήφθηκαν από το σώμα της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήρια 1.1-1.9), τα οποία σφράγισε κατάλληλα και έθεσε υπό τη φύλαξη της.
Δεν αμφισβητήθηκε ακόμα ότι η Μ.Κ.1 την 01.05.24, με τη βοήθεια του διερμηνέα Μ.Ι., έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7[7]) με τον τρόπο που περιγράφει στην κατάθεση της (Έγγραφο Α), στην παρουσία του τότε δικηγόρου του, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κατηγορούμενος έδωσε τη συγκατάθεση του όπως το κινητό του τηλέφωνο (Τεκμήριο 1.14), το οποίο παρέδωσε στον Μ.Κ.18, αποσταλεί για επιστημονικές εξετάσεις, αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο. Το εν λόγω αντικείμενο το οποίο ως είπαμε παρέλαβε ο Μ.Κ.18, της παραδόθηκε από τον τελευταίο και το έθεσε υπό τη φύλαξη της και το κατέθεσε μαζί με άλλα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά τη διερεύνηση (βλ. Τεκμήρια 1.1-1.23) καθώς και τον σχετικό κατάλογο (βλ. Τεκμήριο 1), που περιλαμβάνει το σύνολο των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν από την αστυνομία.
Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας κατέθεσε φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν στιγμιότυπα οθόνης από το κινητό της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήριο 9), τα οποία της απέστειλε η Παραπονούμενη και αφορούν μηνύματα τα οποία της είχε αποστείλει ο Κατηγορούμενος, τα οποία μεταφράστηκαν από διερμηνέα αφού ήταν γραμμένα στην αραβική γλώσσα (βλ. Τεκμήριο 10). Ό,τι άλλο ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ήταν πως από τις εξετάσεις που έγιναν στο κινητό του Κατηγορούμενου και τα δεδομένα που εξήχθησαν (βλ. Τεκμήριο 12) επιβεβαιώνεται το ότι αυτός απέστειλε τα μηνύματα που περιέχονται στο Τεκμήριο 9.
Ό,τι άλλο αξίζει να σημειώσουμε είναι πως, μεταξύ των τεκμηρίων που κατέθεσε η Μ.Κ.1, ήταν και οπτικό υλικό από τον όροφο που βρισκόταν το δωμάτιο 560, όπου διέμενε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο, καθώς και από τον χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου (βλ. Τεκμήριο 1.18), αλλά και από γειτνιάζοντα υποστατικά (βλ. Τεκμήριο 1.19).
Οπτικό υλικό από το ξενοδοχείο - Το Τεκμήριο 1.18
Εν σχέσει με το Τεκμήριο 1.18, σχετική ήταν βέβαια η εμπλοκή του Μ.Κ.3, ο οποίος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο τεχνικός συστημάτων συναγερμού του ξενοδοχείου όπου διέμεναν οι εμπλεκόμενοι και αυτός ο οποίος, στις 30.04.24 και 02-03.05.2024 κλήθηκε από τον Μ.Κ.18 να καταγράψει δεδομένα από τον σκληρό δίσκο του ξενοδοχείου για διάφορες ώρες της 30.04.24 κατόπιν υπόδειξης του τελευταίου, πράγμα το οποίο έπραξε, τοποθετώντας τα σχετικά δεδομένα σε USB, το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 1.18. Αυτά αφορούσαν διάφορα πλάνα από δύο κάμερες της υποδοχής και μια του διαδρόμου του 5ου ορόφου καθώς και τριών εξωτερικών καμερών του ξενοδοχείου. Επίσης, απομόνωσε και 14 φωτογραφίες καθ’ υπόδειξη και πάλι του Μ.Κ.18, τις οποίες επίσης αποθήκευσε στο εν λόγω USB. Ως ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, η ώρα που απεικονίζεται στα πλάνα που πάρθηκαν από τον 5ο όροφο είναι λανθασμένη, αφού η ώρα που δείχνουν είναι μια ώρα μπροστά από την πραγματική ώρα, ωστόσο η ώρα των εξωτερικών καμερών είναι ορθή.
Αντεξετάστηκε βέβαια σε σχέση με τις κάμερες που επιλέγηκαν και από τις οποίες εξήχθησαν τα πλάνα που παρουσιάστηκαν, με τον μάρτυρα να διαφωνεί ότι παρέλειψε να παραλάβει πλάνα που θα προσέφεραν κοντινότερες λήψεις. Όπως με ευκρίνεια εξήγησε επί τούτου ο μάρτυρας, στον διάδρομο (του 5ου ορόφου) είναι εγκατεστημένη η κάμερα που κατέγραψε τα εν λόγω στιγμιότυπα, ενώ υπάρχει και ακόμη μια, που καταγράφει το ασανσέρ (άλλη από εκείνη που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 1.18[8]), χωρίς όμως να καλύπτει τον διάδρομο. Αυτός είναι ο λόγος που δεν απομόνωσε οπτικό υλικό από τη συγκεκριμένη κάμερα[9], επειδή ακριβώς δεν κατέγραφε απολύτως τίποτα, και όχι επειδή η Αστυνομία επέλεξε σκόπιμα να πάρει στιγμιότυπα μόνο από την κάμερα που κατέγραψε το επεισόδιο από μακρινή απόσταση[10]. Ως προς το γιατί δεν παρουσίασε δεδομένα από την κάμερα που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 1.18, ο μάρτυρας και πάλιν με αμεσότητα και φυσικότητα εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά το επίδικο επεισόδιο δεν χρησιμοποίησε το ασανσέρ που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 1.18 για να κατέβει στον χώρο υποδοχής, αλλά κατέβηκε από τα πανοραμικά ασανσέρ[11] όπου υπάρχει η κάμερα η οποία εστιάζει μόνο στον χώρο μπροστά από τον ανελκυστήρα, κάτι το οποίο, είπε, θα μπορούσε να αποδείξει με την παρουσίαση σχετικής λήψης στο Δικαστήριο από την εν λόγω κάμερα. Η συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ευθέως ότι δεν θα επιμείνει στο εν λόγω ζήτημα[12], εγκαταλείποντας ουσιαστικά τη θέση αυτή, η οποία εξυπακούεται πως δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω.
Ό,τι άλλο αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης του μάρτυρα αυτού, ήταν η ευκρίνεια και οι χρωματισμοί των στιγμιότυπων που απομονώθηκαν, με έμφαση στα βίντεο που τελειώνουν με τα ψηφία …311135 και …757036. Από το σύνολο όμως της αντεξέτασης του, αυτό που κατά κρίση μας προκύπτει είναι ότι η κάμερα του 5ου ορόφου, ως ήταν άλλωστε και η εισήγηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, δεν αλλοιώνει τη βάση των χρωμάτων παρά μόνο ίσως τον τόνο/ένταση τους υπό συγκεκριμένο φωτισμό, αφού τα επιμέρους αντικείμενα διατηρούν την ίδια χρωματική βάση, έστω και αν εμφανίζονται υπό ελαφρώς διαφορετική ένταση ή φωτεινότητα. Αυτή ήταν εν πολλοίς και η θέση του Μ.Κ.3 ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στο βίντεο ο χρωματισμός του χαλιού του διαδρόμου «έχει μια διαφορά από το πραγματικό». Και τούτο, λόγω του φωτισμού που «αλλάζει τα χρώματα». Έτσι ήταν η θέση του ότι το χαλί στην πραγματικότητα δεν είναι «έτσι μπεζ» αλλά «ας πούμε προς το καφέ», «όχι καφέ-καφέ, πως να σας πω; Δεν είναι ακριβώς αυτό που βλέπετε τζιαμέ». Στην ίδια γραμμή ανέφερε ότι το χρώμα της πόρτας είναι «πάνω κάτω» το ίδιο, ενώ το χαλί αριστερά δεν είναι μαύρο στην πραγματικότητα αλλά μπλε σκούρο[13].
Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία του διευθυντή του ξενοδοχείου (Μ.Κ.13) επί του προκειμένου. Η ορθότητα της τοποθέτησης αυτής επιβεβαιώνεται και από μια απλή σύγκριση των χρωματισμών του νυχτικού που φορά η Παραπονούμενη στα επίδικα πλάνα, με τον χρωματισμό του εν λόγω νυχτικού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.15. Είναι επίσης σαφές από μια απλή παρατήρηση των Τεκμηρίων 16 και 17, ότι η ευκρίνεια δεν επηρεάζει καθόλου τη δυνατότητα να αντιληφθεί κάποιος ότι ο Κατηγορούμενος φοράει σαφώς διαφορετική ενδυμασία κατά τον χρόνο που φαίνεται να τραβά την Παραπονούμενη τόσο στο Τεκμήριο 1.18 (αρχείο που τελειώνει με τα διακριτικά …757036, ώρα 03:28:39 – πραγματική ώρα 02:28:39) όσο και στη φωτογραφία Τεκμήριο 16, σε σχέση με τα ρούχα που φορά στο πλάνο όπου ευρίσκεται μαζί με τον Μ.Κ.19 όπως αυτά εμφαίνονται τόσο στο Τεκμήριο 1.18 (ίδιο αρχείο, ώρα 03:30:10, πραγματική ώρα 02:30:10) αλλά και στη φωτογραφία Τεκμήριο 17.
Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνουμε να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική διάσταση μεταξύ της οπτικής αποτύπωσης των πλάνων και της πραγματικής κατάστασης του χώρου. Αυτή εξάλλου ήταν και η θέση του Μ.Κ.18, ο οποίος πράγματι επιβεβαίωσε πως ήταν αυτός που έδωσε τις οδηγίες στον Μ.Κ.3 για τη λήψη των σχετικών πλάνων, τα οποία και παρέλαβε και επιθεώρησε μαζί με το οπτικό υλικό που παραλήφθηκε από τα υποστατικά «Odyssos» και «Eustathiou Souvenir Shop» (βλ. Τεκμήριο 1.19). Η δε αντεξέταση του ως προς το τι βλέπει και τι αντιλαμβάνεται εκ των πλάνων δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική αξία αφού πρόκειται για σχόλια επί πραγματικής μαρτυρίας, την οποία το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα[14]. Τα ίδια ισχύουν και για τις αντίστοιχες αναφορές της Μ.Κ.1 καθώς και όλων των άλλων μαρτύρων που κλήθηκαν να τοποθετηθούν επί των Τεκμηρίων 1.18 και 1.19.
Αυτό όμως το οποίο αξίζει να σημειωθεί εκ της μαρτυρίας του είναι πως ορθώς ζήτησε τη μεγέθυνση συγκεκριμένων στιγμιότυπων εκ των πλάνων, ως τα Τεκμήρια 16 και 17, ακριβώς για να βοηθήσει το Δικαστήριο να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα επί της πραγματικής αυτής μαρτυρίας, ενώ ενδεικτικές του δίκαιου τρόπου με τον οποίο προσπάθησε να διερευνήσει την υπόθεση ήταν και οι προσπάθειες που αποδεδειγμένα κατέβαλε για να εξακριβώσει ποιο ταξί μετέφερε τον Κατηγορούμενο από την Αγία Νάπα στη Λάρνακα και πού διανυκτέρευσε, χωρίς ωστόσο να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα (βλ. Τεκμήρια 31 – 34). Ωστόσο δεν αμφισβητήθηκε πως στα πλάνα του Τεκμηρίου 1.19 (channel 3), η ώρα 02:43[15] διακρίνεται ο Κατηγορούμενος να εξέρχεται από τον χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου και να κινείται με κατεύθυνση προς το Ξυλοφάγου, ενώ στις 02:43:34 φαίνεται να καλεί ταξί[16], κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε πως έγινε. Ο ίδιος δε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του δέχεται ότι διανυκτέρευσε στη Λάρνακα ενώ σημειώνεται και η θέση του οδηγού ταξί (Μ.Κ.16) ότι στο πλαίσιο συζήτησης του κομίστρου που θα του κατέβαλλε για να τον μεταφέρει από τη Λάρνακα (όπου τον συνάντησε) στην Αγία Νάπα, ανέφερε στον εν λόγω μάρτυρα ότι κατέβαλε στο ταξί που τον μετέφερε το προηγούμενο βράδυ από την Αγία Νάπα στη Λάρνακα το ποσό των €50. Δήλωση εκ της οποίας, αβίαστα εξάγεται πως φεύγοντας από το ξενοδοχείο μετά το επίδικο συμβάν, μετέβη με ταξί στη Λάρνακα.
Προτού αφήσουμε το ζήτημα του οπτικού υλικού και για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε εδώ πως τα USB με το οπτικό υλικό από το ξενοδοχείο και τα παρακείμενα υποστατικά, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.18 τα παρέδωσε στην Μ.Κ.1 στις 03.05.24, σε δύο σφραγισμένα σακουλάκια τα οποία η μάρτυρας είχε στην ασφαλή φύλαξη της μέχρι που τα κατέθεσε στο Δικαστήριο.
Η ιατροδικαστική εξέταση και η παραλαβή εσωρούχου από τον Κατηγορούμενο
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι κατά την 30.4.24 και ώρα 14:52 - 15:08 διενεργήθηκε από τον Μ.Κ.11 ιατροδικαστική εξέταση του Κατηγορούμενου στη βάση της δικής του συγκατάθεσης, αναφορά στην οποία έγινε ανωτέρω. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι ο Μ.Κ.20 ήταν παρών (βλ. Έγγραφο ΙΓ), κάτι που και ο ίδιος επιβεβαίωσε. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκαν τα εξής, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν:
1. Πολλαπλές εκδορές διαστάσεων 7 Χ 4 εκ. στην αριστερή μετωπιαία χώρα.
2. Εκδορές διαστάσεων 3 Χ 2 εκ., στη δεξιά τραχηλική χώρα.
- Εκδορές διαστάσεων 3,5 Χ 2 εκ. στη δεξιά τραχηλική χώρα.
- Εκδορές διαστάσεων 7 Χ 8 εκ. στον αριστερό αγκώνα.
5. Εκδορές διαστάσεων 4 Χ 1,5 εκ. στο δεξιό αγκώνα.
Ο Μ.Κ.20 όντας παρών κατά την ιατροδικαστική εξέταση παρέλαβε ως τεκμήριο ένα εσώρουχο του Κατηγορούμενου για το οποίο ομολογουμένως υπήρξε έντονη αντιπαράθεση. Πρόκειται για το αντικείμενο 19 στον κατάλογο τεκμηρίων της υπόθεσης (Τεκμήριο 1), όπου στη στήλη «ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ», το αντικείμενο περιγράφεται ως «ένα ανδρικό εσώρουχο, χρώματος μαύρου με ρίγες», το οποίο, σύμφωνα με τις λοιπές λεπτομέρειες που καταγράφονται, φαίνεται ότι κατάσχεσε ο Μ.Κ.20 από τον Κατηγορούμενο, στις 30.04.2025 και ώρα 15:15, λίγα λεπτά δηλαδή μετά το πέρας της ιατροδικαστικής εξέτασης[17]. Το εν λόγω τεκμήριο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.17, όμως καίτοι είναι τοποθετημένο σε χάρτινο φάκελο με την περιγραφή που προαναφέρθηκε, εντούτοις στην πραγματικότητα είναι ένα ανδρικό εσώρουχο τύπου παραλλαγής σε γκρι αποχρώσεις.
Το ζήτημα αυτό επιχείρησε, ανεπιτυχώς κατά την κρίση μας, να αναγάγει σε μείζον η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του. Κληθείς να δώσει εξήγηση επί τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε πως η περιγραφή του εν λόγω τεκμηρίου δεν συνάδει με το ίδιο το τεκμήριο (εσώρουχο) που κατασχέθηκε, διότι ο ίδιος είχε ξεκινήσει να καταγράφει την περιγραφή στο χάρτινο φάκελο εντός του οποίου θα τοποθετείτο το εν λόγω αντικείμενο, όταν ακόμη ο Κατηγορούμενος εξεταζόταν από τον Μ.Κ.11 και φορούσε το μαύρο εσώρουχο με τις κόκκινες ρίγες που φαίνεται στο Τεκμήριο 11 (φωτογραφίες ληφθείσες κατά την ιατροδικαστική εξέταση), το οποίο και ο ίδιος περιέγραψε επί του χάρτινου φακέλου. Προτού όμως το κατασχέσει, επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στο Νόμο, οπόταν και ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν επρόκειτο για το εσώρουχο που φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέροντας του ότι εκείνο το οποίο φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, το είχε στην τσάντα του και αφού το έβγαλε από μέσα, του το παρέδωσε. Αναγνώρισε δε το Τεκμήριο 1.17 ως το εσώρουχο που του παρέδωσε ο Κατηγορούμενος ως επίσης και εκ του Τεκμηρίου 11 (δέσμη φωτογραφιών), το εσώρουχο που φορούσε ο Κατηγορούμενος όταν εξεταζόταν, το οποίο συνάδει με την περιγραφή που είχε καταγράψει στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο 1), δηλαδή μαύρο με κόκκινες ρίγες και την οποία περιγραφή, εκ παραδρομής δεν είχε στη συνέχεια διορθώσει.
Αντεξετάστηκε βέβαια ως προς την ορθότητα της επιλογής του να γράψει πρώτα την περιγραφή του τεκμηρίου και μετά να το παραλάβει, για να του υποβληθεί πως θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, δηλαδή πρώτα να το παραλάβει και μετά να καταγράψει την περιγραφή του. Ο μάρτυρας όμως, χωρίς επί της ουσίας να διαφωνεί πως αυτή είναι η ορθή σειρά, πειστικά εξήγησε πως ο λόγος που το έπραξε στη δεδομένη περίπτωση, ήταν επειδή εάν το τοποθετούσε στο φάκελο και επιχειρούσε μετά να γράψει στον χάρτινο φάκελο την περιγραφή του, πρακτικά δε θα ήταν ευχερές να γράψει σε ένα γεμάτο χάρτινο φάκελο. Εξ ου και κατέγραψε την περιγραφή εκ των προτέρων και ενώ ακόμα ο Κατηγορούμενος εξεταζόταν[18], με αποτέλεσμα αντί να περιγράψει το εσώρουχο που πράγματι παρέλαβε, να περιγράψει το εσώρουχο που ο Κατηγορούμενος φορούσε (και το οποίο είδε και αναγνώρισε στη φωτογραφία 29 του Τεκμηρίου 11, η οποία λήφθηκε κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής του εξέτασης). Ειλικρινώς δε παραδέχθηκε ότι εκ λάθους παρέλειψε να κάνει ακολούθως τη σχετική διόρθωση στην περιγραφή, επιμένοντας ότι αυτός είναι και ο μόνος λόγος που αυτή δεν συνάδει με το εσώρουχο το οποίο εν τέλει παρέλαβε ως τεκμήριο.
Του υποβλήθηκε βέβαια κατά την αντεξέταση ότι αρχικά τοποθέτησε το μαύρο με κόκκινες ρίγες εσώρουχο μέσα στον φάκελο, ενώ αργότερα, όταν πληροφορήθηκε ότι στο επίδικο βίντεο (αναφέρεται στο Τεκμήριο 1.18 ώρα 03:28:39-πραγματική ώρα 02:28:39) ο Κατηγορούμενος δεν φαίνεται να φορά ένα τέτοιο εσώρουχο «τότε είναι που ζήτησες εσύ από τον κατηγορούμενο να σου παραδώσει άλλο εσώρουχο που να μοιάζει ενδεχομένως με χρωματισμούς που φαίνονται στο εν λόγω video»[19].
Η θέση όμως αυτή είναι προβληματική για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, η ημερομηνία που καταγράφεται στον χάρτινο φάκελο του Τεκμηρίου 1.17 είναι 30.04.24 και ώρα 15:15, δηλαδή πολύ λίγα λεπτά μετά που ολοκληρώθηκε η ιατροδικαστική εξέταση. Το δε παραληφθέν εσώρουχο τοποθετήθηκε στον φάκελο, σφραγίστηκε και υπογράφηκε τόσο από τον ίδιο τον Μ.Κ.20 όσο και από τον Κατηγορούμενο[20]. Επομένως το «σενάριο» αυτό της υπεράσπισης, δεν εξηγείται λογικά πώς μπορεί να έλαβε χώρα, αφού δεν επεξηγήθηκε πώς είναι δυνατόν να παραβιάστηκε η σφράγιση του φακέλου και να αντικαταστάθηκε το τεκμήριο χωρίς οποιαδήποτε εμφανή σημεία παραβίασης της ειδικής σφραγιστικής ταινίας. Πρέπει δε να πούμε ότι ο Μ.Κ.20, ήταν πολύ σαφής όταν ανέφερε ότι μόλις του παραδόθηκε το τεκμήριο, σφραγίστηκε με ταινία στην παρουσία του Κατηγορούμενου, πάνω στην οποία μάλιστα υπέγραψαν και οι δύο. Προς τούτο ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε τον φάκελο μέσα στον οποίο τοποθέτησε το εν λόγω τεκμήριο. Αναγνώρισε επίσης το περιεχόμενο του φακέλου, δηλαδή το Τεκμήριο 1.17, το οποίο παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο. Αναγνώρισε περαιτέρω την υπογραφή του στο χώρο περιγραφής τεκμηρίου, καθώς και την ημερομηνία και ώρα ως αυτές καταγράφονται. Τέλος, αναγνώρισε δεύτερη δική του υπογραφή την οποία έθεσε επάνω στην ταινία σφράγισης του φακέλου, όπου συνυπογράφει και ο Κατηγορούμενος. Είναι για αυτό τον λόγο που θεωρούμε ότι το σενάριο της υπεράσπισης, στερείται παντελώς οποιουδήποτε ερείσματος ή και πραγματικού υποβάθρου.
Αφήνοντας τώρα κατά μέρος το ότι πρακτικά δε θα μπορούσαν τα πράγματα να είχαν γίνει με τον τρόπο που εισηγείται η υπεράσπιση, δεδομένης ακριβώς της σφράγισης και υπογραφής του Τεκμηρίου 1.17 στην παρουσία του Κατηγορούμενου, το όλο παράλογο της εισήγησης της υπεράσπισης αναδεικνύεται παραστατικά, κατά την κρίση μας, μέσα από την αγόρευση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εύστοχα σημειώνει πως :
«…θα αποτελούσε το άκρον άωτο των συμπτώσεων, ο μάρτυρας να περιέγραφε στον Κατηγορούμενο ότι στο βίντεο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, φαίνεται να φορά ένα εσώρουχο με πολύ συγκεκριμένους χρωματισμούς και ο Κατηγορούμενος όλως τυχαίως να αντιλαμβανόταν περί τίνος επρόκειτο και να παρέδιδε στο Μάρτυρα ένα πολύ παρόμοιο εσώρουχο, το οποίο κατά διαβολική σύμπτωση έτυχε να έχει εκείνη τη στιγμή μέσα στην βαλίτσα του».
Για να καταλήξει να εισηγηθεί πως ορθώς ο Μ.Κ.20 παρέλαβε το συγκεκριμένο εσώρουχο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.17, αφού αυτό φορούσε ο Κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 1.18. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό σημειώνουμε τα εξής.
Ως προς το ότι πρόκειται για εσώρουχο όμοιο με το τι ο Κατηγορούμενος φοράει στο επίδικο στιγμιότυπο του κλειστού κυκλώματος, προκύπτει κατ’ αρχάς θα λέγαμε από την ίδια την υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης προς τον Μ.Κ.20, η οποία του υπέβαλε πως προέβη στην ενέργεια αυτή έτσι ώστε να φέρει στο Δικαστήριο ένα εσώρουχο που να «μοιάζει ενδεχομένως με χρωματισμούς που φαίνονται στο εν λόγω βίντεο». Θέση από την οποία αβίαστα εξάγεται ότι η συνήγορος υπεράσπισης αναγνωρίζει εν τέλει, ότι οι χρωματισμοί του εσωρούχου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.17, «ενδεχομένως να μοιάζουν» με εκείνους που φαίνονται στο επίδικο βίντεο, κατ’ αντίθεση προς την αρχική της θέση ότι εκείνο που ο Κατηγορούμενος φαίνεται να φορά κατά το επίδικο στιγμιότυπο είναι μια βερμούδα χρώματος άσπρου.
Βέβαια ανεξαρτήτως της διάστασης που παρατηρείται και σε αυτό το σημείο στις τοποθετήσεις της υπεράσπισης, είναι γεγονός πως αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 1.17 είναι εσώρουχο που δεν φορούσε εν πάση περιπτώσει ο Κατηγορούμενος στις 29-30.4.24 και ότι αυτό που φορούσε, είναι αυτό που είχε περιγράψει ο Μ.Κ.20 επί του χάρτινου φακέλου και φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 11. Όμως η θέση αυτή διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία που προκύπτει από το κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης Τεκμήριο 1.18, καθώς και τις αντίστοιχες φωτογραφίες του επίμαχου στιγμιότυπου σε μεγέθυνση (Τεκμήριο 16), τα οποία είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε και να εξετάσουμε επιστάμενα.
Ως ήδη δε επεξηγήσαμε εφόσον πρόκειται περί πραγματικής μαρτυρίας, το ίδιο το Δικαστήριο δύναται να παρατηρήσει και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με αυτήν. Πράττοντας τούτο, σημειώνουμε ότι από το στιγμιότυπο που αρχίζει στις 03:28:39 του Τεκμηρίου 1.18 σε μεγέθυνση, το οποίο είχαμε την ευκαιρία να δούμε τόσο κατά τη διάρκεια της δίκης όσο και κατά τη μελέτη της υπόθεσης, όπως επίσης και από το Τεκμήριο 16, δε χωρεί κατά την κρίση μας καμμιά αμφιβολία πως κατά το επίδικο βράδυ, τουλάχιστον σε εκείνη τη χρονική στιγμή ο Κατηγορούμενος φορούσε το εσώρουχο που είναι κατατεθειμένο ως Τεκμήριο 1.17. Χωρίς να αποκλείεται βέβαια, σε κάποια άλλη χρονική στιγμή της νύχτας, να φορούσε το μαύρο εσώρουχο με τις κόκκινες ρίγες. Αυτή ήταν εξάλλου και η θέση του Μ.Κ.20 όταν αργότερα είδε το στιγμιότυπο που κατέγραψε το ΚΚΒΠ, κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος αρπάζει την Παραπονούμενη και την τραβά στο δωμάτιο, οπόταν ως ανέφερε διαπίστωσε ότι όντως το εσώρουχο που του παρέδωσε ο Κατηγορούμενος ήταν εκείνο το οποίο φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο[21]. Βέβαια τονίζουμε πως ουδόλως μας επηρεάζει η θέση του μάρτυρα αυτού ή οποιουδήποτε άλλου επί του ζητήματος, αφού το Δικαστήριο έχει παρατηρήσει το ίδιο την πραγματική μαρτυρία που είναι το βίντεο από το κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης και έχει εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα για το ζήτημα αυτό, τα οποία καταγράψαμε πιο πάνω. Επί τούτου σημειώνουμε πως στην κατάληξη μας δεν παραλείψαμε να λάβουμε υπόψη και τις θέσεις που τέθηκαν στους πλείστους μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ των οποίων ήταν και η Μ.Κ.1, αλλά και οι Μ.Κ.13, Μ.Κ.16, Μ.Κ.18, Μ.Κ.19 και Μ.Κ.20, περί αλλοίωσης των χρωμάτων στο κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης, κάτι το οποίο στο βαθμό που φαίνεται να υποστηρίχθηκε από κάποιους εξ αυτών ότι ευσταθεί, εντούτοις δεν διαφοροποιεί καθόλου το ξεκάθαρο γεγονός πως, το τι απεικονίζεται να φοράει ο Κατηγορούμενος στο εν λόγω βίντεο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι το συγκεκριμένο εσώρουχο που είναι κατατεθειμένο ως Τεκμήριο 1.17 και ότι κατά τη δεύτερη φορά που θεάται στον όροφο, φορά πλέον την άσπρη βερμούδα με τη γαλάζια φανέλα που φαίνεται να φορά και στη συνέχεια στον χώρο υποδοχής.
Ως προς την έτερη θέση που προώθησε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή το εσώρουχο εν τέλει δεν είναι ο ίδιος ο Μ.Κ.20 που το παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο αλλά ο Μ.Κ.18[22], σημειώνουμε πως πέραν της εγγενούς αντιφατικότητας της προς την προηγούμενη θέση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα αυτό, με την οποία ουσιαστικά του υπέβαλε ότι ο ίδιος παρέλαβε και τα δύο τεκμήρια ανταλλάσσοντας το ένα με το άλλο, τέτοια θέση ουδέποτε τέθηκε στον Μ.Κ.18 για να έχει την ευκαιρία να την σχολιάσει. Τονίζουμε δε ότι, ως ορθώς υπέδειξε και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, η υπεράσπιση μέσω του καταλόγου τεκμηρίων (βλ. Τεκμήριο 1, Αντικείμενο 19), γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι το μοναδικό εσώρουχο που παραλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο, ήταν αυτό που κατάσχεσε ο Μ.Κ.20 και επομένως αν είχε διαφορετική θέση θα έπρεπε, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία[23], να την είχε θέσει πρωτίστως στη Μ.Κ.1 που κατέθεσε τα τεκμήρια και ακολούθως στον Μ.Κ.18, για να τους δοθεί η ευκαιρία να τη σχολιάσουν. Πράγμα που δεν έγινε, χωρίς μάλιστα να δοθεί κάποια εξήγηση για τούτο, με αποτέλεσμα και εμείς να αδυνατούμε να προσδώσουμε βαρύτητα σε αυτή τη θέση, ένεκα και του μονόπλευρου τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε.
Παραλαβή Δειγματοληψιών από τον Κατηγορούμενο κατά την ιατροδικαστική εξέταση - Φύλαξη, Μεταφορά και Εξέταση των δειγμάτων
Συνεχίζοντας τώρα με τις περαιτέρω ενέργειες του Μ.Κ.20 στο πλαίσιο αυτό, ό,τι οφείλουμε να σημειώσουμε, είναι ότι πέραν των ανωτέρω, ήταν η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι μετά το πέρας της ιατροδικαστικής εξέτασης ο Μ.Κ.11 του παρέδωσε δειγματοληψία από τα νύχια του δεξιού και αριστερού χεριού του Κατηγορούμενου (περί τις 15:00), ενώ την ίδια μέρα και περί ώρα 16:00, ο Μ.Κ.15 στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, του παρέδωσε δύο φιαλίδια με αίμα και ένα μπουκαλάκι με ούρα του Κατηγορούμενου τα οποία παρέδωσε την ίδια μέρα και ώρα 18:30 στη Μ.Κ.1 του ΤΑΕ Αμμοχώστου[24]. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι ο ιατροδικαστής Μ.Κ.11 είχε αναφέρει, καταθέτοντας ενόρκως, ότι είναι κατά την ιατροδικαστική εξέταση που λήφθηκαν τα ούρα για τη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων, τα οποία αφού τοποθετήθηκαν στο προβλεπόμενο δοχείο, αυτό παραδόθηκε στην Αστυνομία και τοποθετήθηκε σε παγωνιέρα[25]. Ο δε νοσηλευτής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Μ.Κ.15), επιβεβαίωσε και αυτός με τη σειρά του ότι μόνο σε αιμοληψία προέβη από τον Κατηγορούμενο και ότι ο Μ.Κ.20 είχε ήδη στην κατοχή του μπουκαλάκι (πιθανότατα με ούρα, ως ανέφερε) το οποίο ήταν τοποθετημένο μέσα σε ειδικό κιτ (κασονάκι). Το γεγονός λοιπόν ότι ο Μ.Κ.20 αναφέρει ότι είναι από τον Μ.Κ.15 που παρέλαβε τα ούρα, ενώ στην πραγματικότητα φαίνεται να τα παρέλαβε από τον Μ.Κ.11 (βλ. και Τεκμήριο 1 στοιχείο 15), δεν θεωρούμε πως αλλάζει την ουσία του πράγματος η οποία έγκειται στο ότι ο ίδιος ο μάρτυρας Μ.Κ.20, αφού τα παρέλαβε τα τοποθέτησε σε φορητό ψυγειάκι/παγωνιέρα που είχε μαζί του. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι μόλις πήρε στην κατοχή του τα μπουκαλάκια με τα δείγματα, «την ίδια ώρα, ταυτόχρονα»[26] τα τοποθέτησε στο φορητό ψυγείο που είχε μαζί του[27], κάτι το οποίο συνάδει τόσο με την αναφορά του Μ.Κ.11, όσο και με την αναφορά του Μ.Κ.15.
Η δε θέση της Υπεράσπισης ότι τα φιαλίδια δεν περιείχαν τα βιολογικά δείγματα του Κατηγορουμένου αλλά ενδεχομένως άλλου προσώπου[28], θεωρούμε πως τέθηκε κατά τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο και εν τέλει παρέμεινε σε επίπεδο υποβολής που δεν έγινε δεκτή από τον μάρτυρα που τα περισυνέλεξε (Μ.Κ.15), χωρίς να υποστηριχθεί στη συνέχεια από οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία. Ο εν λόγω Μ.Κ.15, Νοσηλευτικός Λειτουργός Α’, στο ΤΑΕΠ του Γ. Ν. Λευκωσίας, ανέφερε (βλ. Έγγραφο ΙΖ) πως στις 30.4.24, έλαβε από τον Κατηγορούμενο, δύο μπουκαλάκια αίμα, κατόπιν παραπεμπτικού του Μ.Κ.11, τα οποία αναγνώρισε στη φωτογραφία Τεκμήριο 23, λέγοντας πως πρόκειται για τα μπουκαλάκια που χρησιμοποίησε κατά την αιμοληψία του Κατηγορούμενου και τα οποία, ως εξήγησε, είναι αυτά που χρησιμοποιούνται όταν τα δείγματα θα πρέπει να μεταφερθούν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εξετάσεις. Διευκρίνισε μάλιστα κατά την αντεξέταση του, πως το αίμα που λαμβάνεται τοποθετείται απευθείας στα μπουκαλάκια αυτά, όπως συνέβη και εν προκειμένω και πως ακολούθως προέβη στις απαραίτητες ενέργειες παραμένοντας στον ίδιο χώρο με τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως δε τα συγκεκριμένα μπουκαλάκια, τα παρέδωσε σε Αστυνομικό, ο οποίος τα τοποθέτησε σε ειδικό «κιτ», στο οποίο υπήρχε ακόμη ένα μπουκάλι, -πιθανόν ούρων- ως ανέφερε, τα οποία τοποθέτησε στη συνέχεια σε άλλη θήκη, πιθανόν παγωνιέρα, κάτι το οποίο ως είπαμε επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.20.
Παρά την αμφισβήτηση της οποίας έτυχε η μαρτυρία του ως προς το πού βρισκόταν κατά τη στιγμή της αιμοληψίας και εάν τοποθέτησε το αίμα ευθύς αμέσως σε μπουκαλάκια από την στιγμή που το έλαβε, πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος όταν ο ίδιος παρέδωσε τα πιο πάνω στον Αστυνομικό και σε πόση απόσταση βρισκόταν από τον ίδιο και εάν είχε ο Κατηγορούμενος οπτική επαφή μαζί του, δεν θεωρούμε πως πλήγηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η μαρτυρία του. Ούτε θεωρούμε πως υπάρχουν οποιεσδήποτε αμφιβολίες περί του ότι πρόκειται για τα δείγματα που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Και τούτο αφού ο Μ.Κ.15 ήταν σαφής και απόλυτα σταθερός πως το αίμα λήφθηκε και τοποθετήθηκε αμέσως σε μπουκαλάκια, ακολούθως μετέβη σε ανοικτό πάγκο στο ίδιο δωμάτιο όπου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος όπου κατέγραψε τα στοιχεία του στα μπουκαλάκια αυτά (κάτι που πράγματι εμφαίνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 23) και αμέσως μετά τα παρέδωσε στον Μ.Κ.20 ως και πιο πάνω αναφέρθηκε.
Ως δε ήδη υποδείξαμε και πιο πάνω, παρά το γεγονός ότι εκ παραδρομής φαίνεται πως ο Μ.Κ.20 ανέφερε πως παρέλαβε και τα ούρα από τον Μ.Κ.15 εντούτοις δεν θεωρούμε πως τούτο είναι ζήτημα ουσιώδες που δύναται να πλήξει την εν γένει αξιοπιστία του Μ.Κ.20, αφού ό,τι προκύπτει από τη συνδυασμένη θεώρηση της μαρτυρίας των τριών αυτών μαρτύρων (Μ.Κ.11, Μ.Κ.15 και Μ.Κ.20), είναι ότι αφότου τα δείγματα αυτά παραλήφθηκαν, τοποθετήθηκαν αμέσως στα προβλεπόμενα δοχεία και τέθηκαν τα στοιχεία του Κατηγορούμενου επί αυτών και ακολούθως παραδόθηκαν στον Μ.Κ.20 ο οποίος τα έθεσε στο σχετικό κιτ και εν συνεχεία σε παγωνιέρα για να τα μεταφέρει και εν τέλει να τα παραδώσει στη Μ.Κ.1.
Το αν τώρα ο Κατηγορούμενος υπέγραψε ή όχι το κουτί δεν θεωρούμε ότι είναι ουσιώδες, αφού το ουσιώδες εδώ είναι πως αμέσως μετά που λήφθηκαν, τέθηκαν επί αυτών τα στοιχεία του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να μην τίθεται κανένα ζήτημα σύγχυσης των δειγμάτων του με άλλα, πόσω δε μάλλον να επένεβη ο Μ.Κ.20 στο κουτί αλλοιώνοντας το περιεχόμενο του, τοποθετώντας τα μπουκαλάκια άλλου προσώπου, ως ήταν η θέση που εμμέσως πλην σαφώς προώθησε η υπεράσπιση σε διαζευκτική βάση. Εξάλλου καμμιά θετική μαρτυρία δόθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι για παράδειγμα ο Κατηγορούμενος ή κάποιο άλλο πρόσωπο είδαν να γίνεται κάποιο λάθος ή παρέμβαση στα δείγματα είτε καλόπιστα είτε εσκεμμένα[29].
Βέβαια δεν διέλαθε την προσοχή μας πως αμφισβητήθηκε έντονα η ενέργεια του Μ.Κ.20 ότι τα τοποθέτησε σε ψυγειάκι/παγωνιέρα και τούτο επειδή δεν αναφέρει μια τέτοια ενέργεια στην κατάθεση του. Ο ίδιος όμως με αμεσότητα και περισσή φυσικότητα ανέφερε ότι τούτο δεν συνηθίζει να το καταγράφει επειδή είναι οι συνήθεις διαδικασίες της αστυνομίας, τις οποίες επέμεινε πως εκείνη τη μέρα ακολούθησε. Και τον πιστεύουμε αφού και ο Μ.Κ.11 αλλά και ο Μ.Κ.15 έδωσαν μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Ακολούθως δε ανέφερε πως τα μετέφερε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου για να τα παραδώσει στη Μ.Κ.1, στην οποία και τα παρέδωσε, πλην όμως επειδή εκείνη την ώρα λάμβανε κατάθεση της τα υπέδειξε και εκείνη του ζήτησε να τα τοποθετήσει στο ψυγείο Τεκμηρίων του ΤΑΕ, πράγμα το οποίο ο ίδιος έπραξε, απ’ όπου και τα παρέλαβε ο Μ.Κ.7 στις 2.5.24 και ώρα 08:00 για να τα μεταφέρει στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Τούτο καθιστά άνευ ουσιαστικής σημασίας τη θέση που ειλικρινώς ανέφερε ο Μ.Κ.7, ότι δηλαδή δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει πώς φυλάσσονταν τα τεκμήρια καθ’ όλον τον χρόνο πριν την παραλαβή τους από τον ίδιο[30].
Εξάλλου κατά τον χρόνο που τα παρέλαβε, ο Μ.Κ.7 ήταν σαφής πως τα συγκεκριμένα αντικείμενα φυλάσσονταν σε ψυγείο (που λειτουργούσε σε κατάλληλη θερμοκρασία[31]) της αποθήκης τεκμηρίων του ΤΑΕ Αμμοχώστου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Γενικού Χημείου (βλ. Τεκμήριο 25), το οποίο προβλέπει ότι τα δείγματα φυλάσσονται σε ψυγείο με θερμοκρασία 4-8ºc μέχρι και τη μεταφορά τους στο Γενικό Χημείο, το δε κιβώτιο δειγματοληψίας, μεταφέρεται σφραγισμένο, σε παγωνιέρα-θέρμο με παγοκύστες, τα οποία προμηθεύονται από την Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών[32]. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι το πρωτόκολλο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25, φέρει ημερομηνία 13.3.23 και ότι η διαδικασία που ακολουθείτο στις 2.5.24 ήταν διαφορετική[33], ο μάρτυρας με αμεσότητα και πειστικότητα απάντησε ότι πρόκειται για τις τελευταίες οδηγίες και ότι δεν έχουν εκδοθεί νεότερες[34], αφήνοντας έτσι τη θέση της υπεράσπισης μετέωρη, αφού καμμιά μαρτυρία ή άλλο πρωτόκολλο το οποίο να προνοεί διαφορετική διαδικασία χειρισμού, παρουσιάστηκε.
Αφότου δε τα παρέλαβε (θυμίζουμε ότι πρόκειται για τα δύο φιαλίδια με το αίμα και τα ούρα που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο - βλ. αντικείμενο 15 στο Τεκμήριο 3), τα μετέφερε, με τον ενδεδειγμένο τρόπο που περιέγραψε, στο Γενικό Χημείο του Κράτους, όπου τα παρέδωσε η ώρα 10:15 στον Μ.Κ.8. Του υποβλήθηκε βέβαια πως ουδέποτε τα έβαλε σε παγοθήκη με παγοκύστες[35], θέση την οποία αρνήθηκε εμμένοντας στη θέση του ότι τα μετέφερε μέσα σε παγοκύστες, θέση η οποία επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.8, ο οποίος ανάφερε ενόρκως ότι σύμφωνα με τις οδηγίες της προϊσταμένης του Τμήματος τις οποίες εφαρμόζουν, όταν τα τεκμήρια δεν παραδίδονται στις ορθές συνθήκες δεν τα παραλαμβάνουν και πως τα επίμαχα τα παρέλαβε, αφού έλεγξε ότι είχαν παραδοθεί σύμφωνα με τα όσα προνοούνται.
Πιο συγκεκριμένα ο Μ.Κ.8, που έχει καθήκοντα φύλακα και παραλήπτη τεκμηρίων στο Γενικό Χημείο του Κράτους, αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 3, επεξηγώντας ότι υπέγραψε ότι παρέλαβε από τον Μ.Κ.7 τα αντικείμενα με αριθμούς 14 και 15 στις 2.5.24 και ώρα 10:15, εκ των οποίων το αντικείμενο με αρ. 14 αφορούσε την Παραπονούμενη και το αντικείμενο 15 αφορούσε βιολογικά δείγματα (αίμα και ούρα) του Κατηγορούμενου. Επέμεινε δε πως εάν ένα τεκμήριο που τους αποστέλλεται, διαπιστωθεί πως δεν πληροί τις προδιαγραφές ορθής μεταφοράς του, δεν παραλαμβάνεται από το Γενικό Χημείο ακόμη και εάν υπάρχει ο παραμικρός ενδοιασμός ενώ εν σχέσει με τα συγκεκριμένα δείγματα, ήταν κάθετος και πάρα πολύ πειστικός όταν επέμεινε ότι παραλήφθηκαν αφού βεβαιώθηκε πως μεταφέρθηκαν υπό κατάλληλες συνθήκες και δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε σφάλμα στη μεταφορά τους. Χαρακτηριστική ήταν η θέση του ότι βεβαιώθηκε 100% ως προς τις συνθήκες μεταφοράς των δειγμάτων και αφού είδε ότι όλα ήταν εντάξει και αφού δεν είχε καμμιά αμφιβολία για την ορθή τήρηση των πάγιων οδηγιών της προϊσταμένης του, τα παρέλαβε[36].
Ως προς τον χειρισμό των τεκμηρίων μετά που παραλήφθηκαν από το εργαστήριο, ο μάρτυρας εξήγησε ενδελεχώς τη διαδικασία που ακολουθείται από το Γενικό Χημείο όταν παραληφθεί ένα τεκμήριο, για να καταλήξει πως αφού ακολουθηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία καταγραφής του, φυλάσσεται σε ψυγείο (στο οποίο μόνο ο ίδιος έχει πρόσβαση), για 15-20 λεπτά μέχρι να μεταφερθεί στην αρμόδια λειτουργό για να καταχωρηθεί στο σύστημα ενώ ακολούθως τοποθετείται σε καταψύκτη μέχρι την εξέταση του. Στην προκειμένη περίπτωση ανέφερε πως, από την στιγμή που τα παρέλαβε από τον Μ.Κ.7, πέρασαν 10 δευτερόλεπτα για να τα βάλει στο ψυγείο δίπλα από το γραφείο του, όπου η θερμοκρασία είναι κάτω των 10 ºc (περί τους 3-4ºc), όπου παρέμειναν για 10-15 λεπτά και αμέσως μετά (μέσα σε 1 λεπτό) τα τοποθέτησε στον καταψύκτη με τον κωδικό 03Κ13[37] σε θερμοκρασία χαμηλότερη των -15 ºC[38]. Όπως ο ίδιος πιστοποιεί στην τρίτη σελίδα του Tεκμηρίου 19, τα εν λόγω δείγματα παραδόθηκαν στη χημικό, Μ.Κ.6, στις 31.5.24 χωρίς να παραβιαστεί η σφράγισή τους ή να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτά. Αναγνώρισε δε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 19, ως προς την διακίνηση των τεκμηρίων, όπως και την μονογραφή του επί του Τεκμηρίου 24, εξηγώντας το περιεχόμενο του.
Η όλη μαρτυρία του Μ.Κ.8 συνήδε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 ως προς τον τρόπο που του παραδόθηκαν τα δείγματα ενώ ως προς τη θέση που του τέθηκε αναφορικά με το γιατί πουθενά στα Τεκμήρια 3, 19 και 23 δεν αναφέρεται πως παρέλαβε τα δείγματα που περιέχονται σε αυτά, μέσα σε παγοθήκη με παγοκύστες, ο ίδιος με πειστικότητα εξήγησε πως ακολουθείται πιστά η συγκεκριμένη διαδικασία που περιέγραψε εν σχέσει με την παραλαβή τους και ότι δεν παραλαμβάνονται τεκμήρια εάν δεν βρίσκονται σε παγωνιέρα και πως η διαδικασία αυτή, που πάντοτε ακολουθείται, δεν είθισται να καταγράφεται. Κληθείς να εξηγήσει γιατί η πιο πάνω λεπτομέρεια δεν καταγράφεται ούτε στην έκθεση της Μ.Κ.6 (χημικού) που τα εξέτασε, παρά μόνο υπάρχει αναφορά για σφραγισμένο πακέτο, ανέφερε, και ορθώς, πως επί τούτου, ο ίδιος δεν μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε, αφού η πλέον αρμόδια να τοποθετηθεί, είναι η ίδια η Μ.Κ.6.
Του υπεβλήθη πως ο λόγος που δεν αναγράφεται η ακριβής κατάσταση που ο ίδιος περιέγραψε πως τα παρέλαβε, είναι γιατί παραλήφθηκαν σε χάρτινο κουτί και όχι σε παγοθήκη, με τον ίδιο να απορρίπτει τη χωρίς έρεισμα θέση που του τέθηκε, εξηγώντας με πειστικότητα, ως ήδη αναφέραμε, πως είναι 100% βέβαιος ως προς το πώς τα παρέλαβε και πως εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που εφαρμόζονται, δεν θα τα παραλάμβανε και θα κατέγραφε και τον λόγο. Το γεγονός δε πως, ως ήταν φυσικό, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πού και πώς τα εν λόγω δείγματα φυλάσσονταν από την Αστυνομία, από την ώρα λήψης τους, δεν θεωρούμε πως πλήττει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Τουναντίον επιβεβαιώνει ότι αντιλαμβανόταν το καθήκον του να μαρτυρήσει μόνο για όσα ενέπιπταν στη σφαίρα της γνώσης του. Εξάλλου για το ζήτημα αυτό, ως ήδη υποδείξαμε, δόθηκε επαρκής μαρτυρία τόσο από τον Μ.Κ.11, όσο και από τον Μ.Κ.15 αλλά και τον Μ.Κ.20 και τον Μ.Κ.7 που ήταν και οι μόνοι αρμόδιοι να τοποθετηθούν επί των εν λόγω ζητημάτων.
Τη μαρτυρία του Μ.Κ.8 ως προς τις οδηγίες που ισχύουν για την παραλαβή τεκμηρίων, επιβεβαίωσε ουσιαστικά και η Μ.Κ.6 χημικός στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου, η οποία αναφέρθηκε και στις συνθήκες φύλαξης των δειγμάτων καθ’ ον χρόνο παρέμειναν στο Χημείο. Η μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας και ήταν η χημικός που εξέτασε τα δείγματα που λήφθηκαν από την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο με σκοπό τον εντοπισμό αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών. Τα προσόντα της ως χημικού δεν αμφισβητήθηκαν (βλ. πρακτικά ημερ. 13.6.25, σελ. 4, γρ. 1-10) και δεδομένων των όσων τέθηκαν ενώπιον μας την αποδεχόμαστε και εμείς ως τέτοια. Προτού όμως υπεισέλθουμε στην ουσία της μαρτυρία της, θα επικεντρωθούμε στις συνθήκες φύλαξης των δειγμάτων αφότου παραλήφθηκαν αλλά και στις οδηγίες που ίσχυαν.
Επί τούτου και η μάρτυρας αυτή επιβεβαίωσε χωρίς δυσκολία ότι στις 2.5.24 παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ.8, επίσημο παραλήπτη τεκμηρίων και φύλακα του Γενικού Χημείου, δύο ξεχωριστά πακέτα δειγματοληψίας βιολογικών υλικών. Σε πλήρη δε συνοχή με τον Μ.Κ.7 ανέφερε και αυτή ότι στις 31.5.24, τα δείγματα της παραδόθηκαν και ξεκίνησε η ανάλυση για ανίχνευση αιθυλικής αλκοόλης, ελεγχόμενων ουσιών και φαρμάκων στα ούρα και στο αίμα ενός ανδρός (Κατηγορούμενου) και μιας κοπέλας (Παραπονούμενης) και ότι και στα δύο δείγματα τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά[39]. Από τη στιγμή παραλαβής των δειγμάτων στο Γενικό Χημείο του Κράτους και εντεύθεν, η μάρτυρας κατέθεσε σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 24) στο οποίο φαίνεται ο χώρος φύλαξης των δειγμάτων πριν την ανάλυση, η διακίνηση τους εντός του Γενικού Χημείου και ο χώρος φύλαξης τους μετά την ανάλυση.[40]
Αναφορικά με την προσκόμιση των δειγμάτων στο Γενικό Χημείο του Κράτους, η μάρτυρας επιβεβαίωσε και το ότι κομιστής τους στο εργαστήριο ήταν, σύμφωνα με το έντυπο Αστ.161 (Τεκμήριο 3), ο Μ.Κ.7 και ότι οι οδηγίες που έχει ο Μ.Κ.8, είναι όπως όλα τα δείγματα παραλαμβάνονται παγωμένα (μεταφέρονται πάντα με παγοκύστες) και σφραγισμένα με ενδείξεις[41]. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι «δεν τηρήθηκαν οι ορθές προδιαγραφές συλλογής και συντήρησης τόσο των ούρων, όσο και του αίματος, ώστε να έχουμε έγκυρα αποτελέσματα»[42]. Θεωρούμε πως η θέση αυτή στερείται ερείσματος αφού ως και η Μ.Κ.6 εξήγησε, τα φιαλίδια μέσα στα οποία τοποθετήθηκε το αίμα (βλ. τεκμήριο 23, σελ. 2) ήταν τα σωστά, αφού περιείχαν συντηρητικό και αντιπηκτικό κάτι που σύμφωνα με την εμπειρία της, επιτρέπει να ανιχνευθούν οι ουσίες αν υπάρχουν[43]. Με ειλικρίνεια και χωρίς ενδοιασμό μάλιστα συμφώνησε ότι τα δείγματα παραλήφθηκαν στις 2.5.24 και ότι η ίδια προέβη σε εργαστηριακές εξετάσεις μεταξύ 31.5.24-14.6.24, ωστόσο εξήγησε με πειστικότητα ότι κατά το μεσοδιάστημα, αυτά ήταν φυλαγμένα σε συνθήκες κατάψυξης[44], ως δηλαδή ήταν και η θέση του Μ.Κ.8, τονίζοντας ότι η θερμοκρασία του καταψύκτη εντός του οποίου τοποθετούνται ελέγχεται καθημερινά[45]. Της υποβλήθηκε βέβαια ότι η πάροδος τόσο μεγάλου χρόνου, ακόμα και σε συνθήκες κατάψυξης, επηρεάζει την ποιότητα τόσο των ούρων, όσο και του αίματος, ώστε να μην παρέχονται έγκυρα αποτελέσματα[46], με την μάρτυρα να εξηγεί πειστικά ότι και οι δύο μέθοδοι που εφαρμόστηκαν στις συγκεκριμένες αναλύσεις είναι διαπιστευμένες μέθοδοι του εργαστηρίου και είναι αποδεδειγμένο μέσω διεργαστηριακών ελέγχων που γίνονται από εξωτερικό φορέα, ότι η σταθερότητα των ουσιών σε συνθήκες κατάψυξης δίδει αλάνθαστα αποτελέσματα μέχρι και οκτώ εβδομάδες μετά[47]. Επί τούτου σημειώνουμε πως καμμιά μαρτυρία προσκομίστηκε που να θέτει εν αμφιβόλω την τεκμηριωμένη επιστημονική αυτή άποψη της μάρτυρος, στην οποία παρέμεινε σταθερή και την οποία και αποδεχόμαστε.
Αναφορικά δε με τις συνθήκες λήψης και μεταφοράς τους, παρέπεμψε και αυτή ως ήταν φυσικό, στα άτομα που τα έλαβαν και τα χειρίστηκαν (ιατροδικαστή και αστυνομικούς και νοσηλευτικό λειτουργό), αναφορά στη μαρτυρία των οποίων έγινε ανωτέρω χωρίς να προκύπτει εξ αυτών οποιοδήποτε κενό.
Επομένως και υπό το φως της ανάλυσης που προηγήθηκε είναι σαφές πως δεν προέκυψε οτιδήποτε ως εκ της αντεξέτασης των μαρτύρων που ενεπλάκησαν στη συλλογή, φύλαξη, μεταφορά και συντήρηση των δειγμάτων, που να καταδεικνύει απόκλιση από τις προβλεπόμενες διαδικασίες ή πλημμέλεια στον χειρισμό των δειγμάτων που να μπορούσε να οδηγήσει στην αλλοίωση των δειγμάτων και κατ’ επέκταση να επηρεάσει την εγκυρότητα των εξετάσεων. Οι δε ισχυρισμοί της υπεράσπισης, ως ορθά εισηγήθηκε και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής περιορίστηκαν σε θεωρητικές ή και υποθετικές αναφορές, χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση και χωρίς στήριξη σε αποδεικτικό υλικό, ικανό να αναιρέσει ή έστω να αποδυναμώσει τη συνεκτική και επιστημονικά τεκμηριωμένη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή επί του ζητήματος της τυχόν αλλοίωσης των δειγμάτων ή της τυχόν ύπαρξης κενού στην αλυσίδα διακίνησης τους.
Επομένως από το σύνολο της μαρτυρίας που αναλύθηκε ανωτέρω προκύπτει ότι η λήψη, μεταφορά και φύλαξη των δειγμάτων αίματος και ούρων του Κατηγορούμενου (αλλά και της Παραπονούμενης) διενεργήθηκαν κατά τον ενδεδειγμένο και επιστημονικά ορθό τρόπο και ότι όλα τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στη διαδικασία χειρισμού των δειγμάτων, τήρησαν τις προβλεπόμενες διαδικασίες συλλογής, σφράγισης, μεταφοράς και συντήρησης.
Τώρα ως προς την επιστημονική εξέταση των δειγμάτων αίματος και ούρων του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε κατ’ αρχάς πως από τη χρονική στιγμή που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα του επίδικου συμβάντος (02:30), είχαν παρέλθει μέχρι και τη λήψη τους, περί τις 13 ώρες[48], γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης μη αμφισβητούμενο ήταν και το γεγονός ότι η ένδειξη των δειγμάτων που εξέτασε η Μ.Κ.6 ήταν αρνητική τόσο σε αιθυλική αλκοόλη όσο και σε ελεγχόμενες ουσίες και φάρμακα[49]. Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι οι εργαστηριακές μέθοδοι που εφαρμόστηκαν ήταν, σύμφωνα με την Μ.Κ.6, διαπιστευμένες και επιστημονικά αξιόπιστες και πως δεν παρέμεινε οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ως προς το αναλλοίωτο των δειγμάτων, αποδεχόμαστε και εμείς την εγκυρότητα και αξιοπιστία των αρνητικών αποτελεσμάτων που προέκυψαν από τις τοξικολογικές εξετάσεις, αποτελέσματα τα οποία σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας.
Αυτό που αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας της, ήταν το συμπέρασμα που εξήγαγε. Πιο συγκεκριμένα, ήταν η θέση της Μ.Κ.6 ότι λαμβάνοντας υπόψη πως:
(α) Το αποτέλεσμα της ανάλυσης για ανίχνευση αιθυλικής αλκοόλης τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα του Κατηγορούμενου ήταν αρνητικό κατά την ώρα της δειγματοληψίας, ήτοι περί τις 13,5 ώρες μετά το συμβάν (αφού το συμβάν τοποθετείται περί 02:30 και το δείγμα λήφθηκε στις 16:00 της ίδιας μέρας),
(β) Η συγκέντρωση αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα του ατόμου που καταναλώνει ποτό, αυξάνεται συνεχώς στον οργανισμό του μέχρι και για μια ώρα μετά από τη στιγμή που σταματά να πίνει και μετά μειώνεται με ένα ρυθμό 15 milligram ανά δεκατόλιτρο αίματος κάθε ώρα (βλ. σύγγραμμα Τεκμήριο 21[50] ),
(γ) Χρειάζονται 24 ώρες μετά τη λήψη του ποτού για να αποβληθεί τελείως από τον οργανισμό η αιθυλική αλκοόλη (βλ. σύγγραμμα Τεκμήριο 22[51]),
(δ) Το αποτέλεσμα της εξέτασης τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα του Κατηγορούμενου ήταν αρνητικό,
κατέληξε ότι «αν υπήρχε συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα του Κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή στις 02:30 δεν θα ήταν τόσο υψηλής συγκέντρωσης ώστε να έχει μηδενικό αποτέλεσμα 13 ώρες μετά και στο αίμα και στα ούρα[52]». Μάλιστα διευκρίνισε ότι αυτό το οποίο εννοεί είναι ότι ακόμη και αν ο Κατηγορούμενος κατανάλωσε κάποια ποσότητα αλκοόλης, αυτή η ποσότητα δεν ήταν τόσο μεγάλη, καθότι το αποτέλεσμα εξέτασης εντοπισμού αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα του 13 ώρες μετά, ήταν μηδενικό[53].
Βέβαια αντεξετάστηκε επί της ορθότητας του συμπεράσματος της, στη βάση του ότι και άλλες μεταβλητές δυνατόν να επηρεάζουν το ρυθμό της αποβολής αλκοόλης. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη επί τούτου, εξήγησε ότι ο ρυθμός αποβολής της αλκοόλης από τον οργανισμό ενός ατόμου - 15 milligram ανά δεκατόλιτρο αίματος κάθε ώρα- είναι ο μέσος όρος, αφού υπάρχει ένα εύρος τιμών που κυμαίνεται μεταξύ 11 και 22 milligrams, ανάλογα με κάποιους παράγοντες που πράγματι επηρεάζουν την αποβολή της αλκοόλης από τον οργανισμό ενός ατόμου, όπως το φύλο, η ιδιοσυγκρασία του ατόμου, η αντοχή του στο ποτό, το είδος και η ποσότητα της τροφής που έλαβε προηγουμένως κ.α.[54]. Όπως όμως με ευκρίνεια εξήγησε οι μεταβλητές αυτές, δεν διαφοροποιούν εν προκειμένω το συμπέρασμά της ότι ο Κατηγορούμενος, σε περίπτωση που κατανάλωσε αλκοόλ, τότε η ποσότητα που κατανάλωσε δεν θα ήταν μεγάλη, αφού όπως πειστικά εξήγησε η χρήση της τιμής 15 μιλιγραμμάρια ανα δεκατόλιτρο, αφορά ακριβώς τον μέσο όρο, ο οποίος λαμβάνεται από το εύρος των τιμών που κυμαίνεται μεταξύ 11 και 22 μιλιγραμμάρια, ακριβώς επειδή όλοι οι παράγοντες που προανάφερε και οι οποίοι επηρεάζουν τον ρυθμό αποβολής της αλκοόλης λαμβάνονται υπόψη, εξ ου και λαμβάνεται υπόψη ως ρυθμός αποβολής της αιθυλικής αλκοόλης το 15, ως ο μέσος όρος.
Αναφορικά με την πιο πάνω θέση, της υποβλήθηκε ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη ως προς το πόσες ώρες χρειαζόταν για να το αποβάλει από τον οργανισμό του, επειδή δεν γνωρίζει την ώρα που ο Κατηγορούμενος κατανάλωσε το τελευταίο του αλκοολούχο ποτό[55]. Επί τούτου, αυτό που πρέπει να πούμε πριν από οτιδήποτε άλλο, είναι πως το δεδομένο αυτό ήταν κάτι που η υπεράσπιση γνώριζε και θα μπορούσε να της θέσει, πράγμα που για λόγους που μόνο η υπερασπιση γνωρίζει δεν το έπραξε. Εν πάση περιπτώσει η μάρτυρας επανέλαβε τη θέση της ότι «γνωρίζω το αρνητικό αποτέλεσμα στο αίμα και στα ούρα»[56], κάτι το οποίο, ως ενωρίτερα εξήγησε, οδηγεί στο συμπέρασμα, για τους λόγους που εξήγησε, ότι «μπορεί να είχε αιθυλική αλκοόλη στο αίμα του, αλλά όχι πολύ ψηλής συγκέντρωσης ώστε να μην μπορεί να ανιχνευθεί»[57].
Δεν εντοπίζουμε λόγο για να μην αποδεχθούμε το καθ’ όλα εύλογο και λογικό συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκε η μάρτυρας, η οποία οδηγήθηκε σε αυτό μέσα από μια συλλογιστική η οποία είχε συνοχή και προπαντός στηριζόταν σε επιστημονικά συγγράμματα, η εγκυρότητα των οποίων ουδόλως αμφισβητήθηκε ενώ είχε υπόψη της και τα μη αμφισβητούμενα δεδομένα που προαναφέρθηκαν. Εξ ου και το αποδεχόμαστε.
Εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού
Συνεχίζοντας με τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της διερεύνησης, σημειώνουμε πως αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι ο Μ.Κ.7 στις 2.5.24 μετέφερε και τα αντικείμενα 1-13 του Τεκμηρίου 3 καθώς και τα αντικείμενα 1-3 του Τεκμηρίου 4 προς εξέταση, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Τις εξετάσεις παραδεκτώς διενήργησε η Μ.Κ.17, δικανική γενετίστρια, η οποία κατέθεσε ενώπιον μας ως εμπειρογνώμονας στον εν λόγω τομέα. Η εμπειρογνωμοσύνη της και τα προσόντα της στον τομέα που κατέθεσε, δηλώθηκαν ως παραδεκτό γεγονός. Σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνουμε πως έχοντας υπόψη την εμπειρία της και τα όσα ανέφερε, αποδεχόμαστε ότι πράγματι πρόκειται για εμπειρογνώμονα στον τομέα αυτό.
Ως προς το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, οφείλουμε να πούμε πως η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική της άποψη επί των ερωτημάτων που της τέθηκαν, παραθέτοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία της, συμμορφούμενη πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της[58].
Κατά τη μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα αντικείμενα που τους παραδόθηκαν από την Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 3, Αντικείμενα 1-13 και Τεκμήριο 4, Αντικείμενα 1-3) και τα οποία εξετάστηκαν από το εργαστήριο τους, είναι αυτά που αναφέρονται στη σελίδα 7 της Έκθεσης της (Έγγραφο ΙΘ)[59], ούτε ότι μαζί με την αίτηση της Αστυνομίας τους παραδόθηκε το έντυπο Τεκμήριο 29. Ως προς το τελευταίο έντυπο, ανέφερε ότι πρόκειται για έγγραφο που αφορά «το ιστορικό της δειγματοληψίας που γίνεται από την κοπέλα ‑ το θύμα με βάση την περιγραφή των γεγονότων και εάν υπήρχε προηγουμένως άλλη σεξουαλική επαφή το οποίο έντυπο αυτό βοήθα το εργαστήριο να κατατοπίσει καλύτερα τη δειγματοληπτική διαδικασία σε συγκεκριμένα τεκμήρια.» Εν ολίγοις, δηλαδή, ήταν η θέση της ότι το εν λόγω έντυπο της Αστυνομίας βασίζεται σε διεθνή πρότυπα και χρησιμοποιείται ως ένα υποβοηθητικό εργαλείο για ευχερέστερη διεκπεραίωση του έργου τους και για έλεγχο των αποτελεσμάτων τους. Επί τούτου, σημειώνουμε πως η μάρτυρας παράλληλα με την επεξήγηση και τεκμηρίωση των συμπερασμάτων στην έκθεση της (βλ. σελ.9 -13), προέβη σε συσχέτιση με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 29. Μάλιστα, ήταν η θέση της πως στην προκειμένη περίπτωση, τα αποτελέσματα «υποστηρίζουν κάπως τις δηλώσεις που βλέπουμε στο έντυπο αυτό».
Βεβαίως, στο σημείο αυτό, πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την αντεξέταση, η υπεράσπιση φάνηκε να αμφισβητεί ότι οι πληροφορίες/αναφορές που υπάρχουν στο Τεκμήριο 29 προέρχονται από την Παραπονούμενη. Η μάρτυρας, ερωτώμενη σχετικά, απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια ότι δεν γνωρίζει αν οι αναφορές έγιναν από την Παραπονούμενη. Στην αγόρευση της, δε, η συνήγορος της υπεράσπισης εισηγείται ότι το Τεκμήριο 29 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό[60], για τους λόγους που εξηγεί.
Ευθέως αναφέρουμε πως, ανεξαρτήτως του ποιος ακριβώς προέβη στις σχετικές καταχωρίσεις στο Τεκμήριο 29, από τη μαρτυρία της Μ.Κ.17 προκύπτει με σαφήνεια ότι το εν λόγω έντυπο παραδόθηκε στο εργαστήριο από την Αστυνομία, μαζί με την αίτηση για επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης, και χρησιμοποιήθηκε ως πληροφοριακό εργαλείο για τον προσανατολισμό της δειγματοληπτικής και εξεταστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου παρουσιάζει αντιστοιχία με την εκδοχή της Παραπονούμενης, όπως αυτή εκτέθηκε στην κατάθεσή της και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αντιστοιχία αυτή, όμως, δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του Τεκμηρίου 29, αλλά συνεκτιμάται μόνο στο πλαίσιο της επεξήγησης που έδωσε η μάρτυρας για την αξιολόγηση των εργαστηριακών ευρημάτων.
Παρά ταύτα, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο εγείρει ζήτημα ως προς την πηγή των πληροφοριών του ή ως προς τον χαρακτήρα του ως εξ ακοής μαρτυρία, τούτο δεν είναι καθοριστικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.17. Και τούτο διότι η σημασία του Τεκμηρίου 29, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, έγκειται πρωτίστως στο ότι αποτέλεσε μέρος του πληροφοριακού υποβάθρου με βάση το οποίο το εργαστήριο προσανατόλισε την εξέτασή του, ενώ η τελική αξιολόγηση των ευρημάτων γίνεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία και, ιδίως, με την εκδοχή της Παραπονούμενης όπως αυτή τέθηκε ενόρκως ενώπιόν του. Εκδοχή η οποία πάντως δεν βρίσκουμε να απάδει καθ’ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο από τα όσα περιλαμβάνει το εν λόγω έντυπο. Το γεγονός δε ότι στο έντυπο (Τεκμήριο 29) αναφέρεται ότι η τελευταία συναινετική συνουσία που είχε ήταν στις 27.4.24 ενώ η ίδια κατά την προφορική της μαρτυρία - ένα και πλέον έτος μετά - καίτοι επέμεινε ότι πράγματι είχε τέτοια επαφή πριν έρθει στην Κύπρο, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς την ημερομηνία, δεν θεωρούμε ότι έχει τη βαρύτητα που επιχείρησε ανεπιτυχώς η υπεράσπιση να του προσδώσει, στο πλαίσιο της προσπάθειας να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο έντυπο δεν προέρχονται από την Παραπονούμενη.
Ως προς τα συμπεράσματα στην έκθεση της, αποτελεί διαπίστωση μας ότι η μάρτυρας προέβη σε επεξήγηση τους με απόλυτη σαφήνεια και τεκμηρίωση, καθώς και ότι η μαρτυρία της σε σχέση με όσα ανέφερε παρέμεινε μετά και την αντεξέταση της αλώβητη. Στο σημείο αυτό όμως θεωρούμε πως έχει σημασία να επισημάνουμε τα όσα ανέφερε σε σχέση με συγκεκριμένα συμπεράσματα της, προκειμένου να υπάρχει και συνοχή με κάποιες θέσεις της υπεράσπισης που εξετάζονται παράλληλα ή στη συνέχεια.
Σε σχέση με το δεύτερο συμπέρασμα (περιαιδοικό επίχρισμα), προέκυψε ότι ήταν θετικό και στην εξέταση για εντοπισμό αμυλάσης, δηλαδή μια ένδειξη ότι υπήρχε σάλιο στην περιοχή, από το οποίο απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά από άγνωστο άντρα[61]. Κατά τον έλεγχο του αντρικού χρωμοσώματος Υ, βρέθηκε γενετικό υλικό άγνωστου άντρα. Ως ανέφερε δε, τούτα υποστηρίζουν την αναφορά στο Τεκμήριο 29 ότι είχε συναινετική σεξουαλική επαφή προηγουμένως και δη στις 27.4.2024, χωρίς προφυλακτικό, διότι μπορούν να εντοπίσουν γενετικό υλικό ενδοκολπικά εντός 7 ημερών.
Για το συμπέρασμα 3 (ενδοκολπικό επίχρισμα), ανέφερε ότι πέραν από τον εντοπισμό γενετικού υλικού της Παραπονούμενης, κάτι που είναι αναμενόμενο, από την εξέταση του χρωμοσώματος Υ παρατηρήθηκε ότι ο κύριος δότης ήταν ο άγνωστος άντρας που αναφέρθηκε ανωτέρω και επίσης παρατηρήθηκαν κάποια αλλήλια του χρωμοσώματος Υ του Κατηγορούμενου. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η επαφή με τον άγνωστο άντρα που αναφέρθηκε χωρίς προφύλαξη ήταν πιο ισχυρή, ενώ από τον Κατηγορούμενο υπήρχε πιο λίγη συνεισφορά, στοιχείο το οποίο, κατά τη μάρτυρα, είναι συμβατό με το ενδεχόμενο να μην υπήρξε διείσδυση πέους αλλά διείσδυση δακτύλου, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 29 και όπως ήταν η εκδοχή της Παραπονούμενης ενώπιον μας.
Το σενάριο, βεβαίως, που τέθηκε στη μάρτυρα περί πιθανότητας ύπαρξης γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου στο πιο πάνω επίχρισμα από παλαιότερη σεξουαλική επαφή της Παραπονούμενης μαζί του, δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ουσιαστικού προβληματισμού. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, αυτό θα έπρεπε να είχε συμβεί εντός 7 ημερών, διότι όπως προανέφερε, υπάρχει αυτό το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εντοπιστεί γενετικό υλικό από σεξουαλική επαφή. Ένζυμα και μικροοργανισμοί καταστρέφουν το γενετικό υλικό από προηγούμενες σεξουαλικές επαφές. Με αυτά υπόψη λοιπόν και ελλείψει συγκεκριμένης θέσης από μέρους του Κατηγορούμενου ότι είχε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη μέσα στο εν λόγω χρονικό πλαίσιο, πέραν βεβαίως της γενικής και αόριστης θέσης που τέθηκε στο πλαίσιο του σεναρίου, η οποία παρέμεινε μετέωρη, αλλά και της μη υποβολής τέτοιας θέσης στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί, είναι σαφές πως το εν λόγω σενάριο παρέμεινε ατεκμηρίωτο και μετέωρο, και δεν γίνεται αποδεκτό.
Από την άλλη, το σενάριο της προηγούμενης σεξουαλικής επαφής που αναφέρθηκε με άλλο άντρα, σύμφωνα με τη μάρτυρα υποστηρίζεται και από τα συμπεράσματα 4 (επίχρισμα περιπρωκτική περιοχή) και 5 (πρωκτικό επίχρισμα), όπου ο άγνωστος άντρας είναι ο κύριος δότης του γενετικού υλικού που απομονώθηκε. Επίσης, υποστηρίζεται το εν λόγω σενάριο από το συμπέρασμα 10 (εσώρουχο χρώματος ροζ - κομμάτι από σημείο με λεκέ στο κάτω μέρος του εσωρούχου εσωτερικά), όπου διαπιστώνεται ταύτιση του γενετικού προφίλ του αντρικού χρωμοσώματος με το γενετικό προφίλ του χρωμοσώματος Υ του άγνωστου άντρα.
Αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι εάν ο Κατηγορούμενος τοποθετούσε δάκτυλο στον κόλπο και στον πρωκτό της Παραπονούμενης, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι θα έπρεπε να εντοπιστεί γενετικό υλικό στα συμπεράσματα 4 και 5, εξηγώντας ότι δεν αφήνουμε πάντοτε το γενετικό μας υλικό όταν αγγίζουμε το σώμα ή μια επιφάνεια και ότι για το μη εντοπισμό υλικού μπορεί να υπάρχουν πολλές εξηγήσεις. Όπως ανέφερε, μπορεί κάποιος να είναι κακός δότης και να μην αφήνει με το άγγιγμα γενετικό υλικό και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που δεν εντοπίστηκε υλικό σε αυτές τις δειγματοληψίες, ειδικά κάτω από το σενάριο της περίπτωσης αυτής, και διότι υπήρχε πρόσφατη σεξουαλική επαφή με άλλο άντρα με κανονική ίσως εκσπερμάτιση και χωρίς προφύλαξη, οπότε ήταν πιο ισχυρή η εναπόθεση γενετικού υλικού που παρέμεινε αυτές τις μέρες.
Παρενθετικά, επισημαίνεται ότι η αντεξέταση της μάρτυρος στη βάση του ότι ο Κατηγορούμενος ενδέχεται να είναι «κακός δότης» και ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν ανιχνεύεται γενετικό υλικό του ιδίου στα επιχρίσματα των συμπερασμάτων 4 και 5, καθώς και ότι δεν αποκλείεται, για τον ίδιο λόγο, να μην υπήρξε μεταφορά γενετικού υλικού στο ενδοκολπικό επίχρισμα μέσω χρήσης δακτύλου, κατά την κρίση μας αντιφάσκει με τη γραμμή πλήρους άρνησης που υιοθετήθηκε εκ μέρους της υπεράσπισης ως προς τις αποδιδόμενες πράξεις και μάλλον συγκλίνει με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Σε κάθε περίπτωση, η μάρτυρας διευκρίνισε ότι η ιδιότητα του «κακού δότη» δεν αποκλείει την ανίχνευση γενετικού υλικού, ενώ ως προς το ενδεχόμενο μη μεταφοράς δεν το απέκλεισε.
Ως προς τη θέση τώρα που της τέθηκε με αναφορά στο συμπέρασμα 10, ότι δηλαδή η σεξουαλική επαφή της Παραπονούμενης με τον άγνωστο άντρα έλαβε χώρα μέχρι και 36 ώρες προηγουμένως και όχι περισσότερο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μάρτυρας, βεβαίως, ανέφερε ότι δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος, διευκρινίζοντας ότι εκείνο που μπορεί να λεχθεί επιστημονικά είναι ότι το γενετικό υλικό δύναται να εντοπιστεί εντός επταημέρου. Πέραν τούτου, ουδεμία θετική μαρτυρία προσκομίστηκε εκ μέρους της υπεράσπισης που να στηρίζει το συγκεκριμένο ενδεχόμενο. Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι τέθηκε σχετική θέση στην Παραπονούμενη περί σεξουαλικής επαφής της με άλλο άντρα, το επίδικο βράδυ, σε club που είχαν επισκεφθεί με τον Κατηγορούμενο, η οποία όμως διαψεύσθηκε από την Παραπονούμενη και το θέμα ακριβώς παρέμεινε στη σφαίρα της απλής υποβολής σε αυτήν, χωρίς την ύπαρξη ίχνους θετικής μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση.
Όσον αφορά τα συμπεράσματα 7, 8 και 9 (διαφορετικές δειγματοληψίες από νυχτικό χρώματος πράσινου), προέκυψε ότι δότες του μικτού γενετικού υλικού που εντοπίστηκε ήταν η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος.
Οι δειγματοληψίες που αφορούν τα συμπεράσματα 11 και 12 έγιναν από το εσώρουχο της Παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, η πρώτη αφορούσε το κάτω μέρος και μπροστά εσωτερικά, δηλαδή, όπως επεξήγησε η μάρτυρας, σε σημείο που είναι σε στενή επαφή με το αιδοίο μιας γυναίκας, ενώ η δεύτερη αφορούσε δύο δειγματοληψίες, ήτοι την πίσω πλευρά εσωτερικά, δηλαδή, όπως και πάλιν εξήγησε η ίδια, κοντά στον πρωκτό και από την εξωτερική πλευρά αντίστοιχα. Στις δειγματοληψίες πιο πάνω υπήρξε ταύτιση του γενετικού προφίλ του χρωματοσώματος Υ του Κατηγορούμενου.
Σε σχέση με το συμπέρασμα 11, η μάρτυρας πολύ πειστικά εξήγησε ότι «… για να μπορούμε να ταυτοποιήσουμε όλο το γενετικό προφίλ του για το Υ σημαίνει ότι υπήρχε αρκετό γενετικό υλικό και συνήθως για να μπορεί κάποιος να παράξει σε ένα δείγμα πλήρες γενετικό προφίλ αυτό αποδεικνύει άμεση επαφή, υποστηρίζει το σενάριο της άμεσης επαφής και ίσως της πρόσφατης επαφής, διότι σε ένα εσώρουχο που μπορεί να έχει διάφορα υγρά μπορεί το γενετικό υλικό να κατατεμαχιστεί πιο σύντομα λόγω διάφορων ενζύμων, βακτηριδίων κτλ. Άρα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι υποστηρίζει άμεση επαφή.» Για τον ίδιο ουσιαστικά λόγο υποστήριξε ότι υπήρξε άμεση επαφή και κατά την επεξήγηση του συμπεράσματος 12. Όπως ανέφερε επίσης, αμφότερα τα συμπεράσματα υποστηρίζουν τις αναφορές στο Τεκμήριο 29 περί επαφής «του στόματος του άντρα με τα εξωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας» καθώς και για διείσδυση δακτύλου στον κόλπο και στον πρωκτό, ως δηλαδή ήταν και η εκδοχή που προώθησε στην κατάθεση της αλλά και ενόρκως η Παραπονούμενη.
Απαντώντας σε ερωτήσεις, αντεξεταζόμενη, για τη δειγματοληψία του συμπεράσματος 11, η μάρτυρας εξήγησε με πολύ παραστατικό τρόπο, υποδεικνύοντας παράλληλα τα σχετικά σημεία επί του Τεκμηρίου 1.16 (εσώρουχο Παραπονούμενης), ότι πήραν δειγματοληψία από όλη την επιφάνεια στο σημείο όπου υπήρχε και λεκές και εντοπίστηκε το Υ χρωμόσωμα του Κατηγορούμενου, ενώ στη θέση που της τέθηκε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου προερχόταν από υγρά ή αν είχε μεταφερθεί εκεί, με αφοπλιστικό και ξεκάθαρο τρόπο εξήγησε ότι (το εσώρουχο) «είναι ένα αντικείμενο που είναι ας πούμε ιδιωτικό, το φορά ένα άτομο δεν θα το έχει πετάμενο όπως μια πένα, ένα τηλέφωνο, ένα άλλο αντικείμενο σε ένα περιβάλλον κοινόχρηστο, είναι πολύ προσωπικό, άρα θεωρώ απομονώσαμε με την κολλητική ταινία ό,τι προέρχεται από την επιφάνεια αυτή που υπήρχε και όπως μας δείχνει το DNA η πηγή είναι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος αυτά είναι τα αποτελέσματά μας.» Τονίζοντας, σε άλλο σημείο, ότι είναι «πολύ – πολύ απομακρυσμένη πιθανότητα» η μεταφορά του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου, κυρίως στο εσωτερικό μέρος του εσωρούχου, από το γεγονός απλά της συγκατοίκησης και ο εντοπισμός έστω μικρής συνεισφοράς που να δίνει πλήρες προφίλ και «να πούμε ότι κάποιος είναι δότης εσωτερικά, είναι πολύ δύσκολο, είναι ένα προσωπικό αντικείμενο που τέλος πάντων και το είχε φορέσει, ήταν φορεμένο με λεκέδες κτλ, άρα για να εντοπιστεί και αυτό πάνω μας δείχνει ότι υπήρχε κάποιας μορφής άμεσης επαφής.» Ξεκαθαρίζοντας αμέσως μετά ότι από την εμπειρία της, εν προκειμένω, δεν τίθεται θέμα έμμεσης μεταφοράς.
Αποτέλεσε βεβαίως μια βασική θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ταυτοποίηση ενός ατόμου μέσα από το χρωμόσωμα Υ. Σημειωτέον ότι έγινε αποδεκτό από μέρους της τελευταίας ότι το χρωμόσωμα Υ αντιπροσωπεύει το 1% του συνολικού DNA ενός αντρικού κυττάρου, ότι αυτό εντοπίζεται αποκλειστικά στα αρσενικά άτομα, ότι μεταφέρεται από πατέρα σε γιό, κάτι που σημαίνει ότι τα αρσενικά άτομα μιας οικογένειας με κοινό αρσενικό πρόγονο φέρουν πανομοιότυπο Υ απλότυπο και ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξακρίβωση συγγενικής σχέσης και συγκεκριμένα κοινή πατρική μεριά, καθώς και για μελέτη γενετικού υλικού που προέρχεται από συνύπαρξη αρσενικού ατόμου με θηλυκό.
Από την άλλη όμως, η μάρτυρας δεν άφησε καμία αμφιβολία με τη μαρτυρία της και τις τεκμηριωμένες απαντήσεις της ότι το χρωμόσωμα Υ μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα δεδομένα προκειμένου να γίνει ταυτοποίηση. Όπως ανέφερε δε, εν προκειμένω, ο Υ απλότυπος του Κατηγορούμενου διακρίνεται από εκείνον του άγνωστου άντρα και από τα σχετικά ευρήματα προκύπτει ότι ταυτίζεται με το γενετικό του προφίλ, το οποίο είχε ληφθεί ως δείγμα αναφοράς.
Όπως επίσης επεσήμανε, τα συστήματα πλέον που χρησιμοποιούνται για ταυτοποίηση είναι πολύ αξιόπιστα για το διαχωρισμό ατόμων, εξηγώντας ότι οι Y-χρωμοσωμικοί απλότυποι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό πολυμορφισμού και, κατά κανόνα, εμφανίζονται με πολύ χαμηλή συχνότητα στους πληθυσμούς, γεγονός που τους καθιστά αξιόπιστο μέσο διάκρισης μεταξύ ατόμων, πλην συγγενών από την πατρική γραμμή. Παρότι η πληροφορία αυτή δεν είναι απόλυτη όταν εξετάζεται αυτοτελώς, μπορεί, σε συνδυασμό με άλλα γενετικά ή εξωγενή δεδομένα, να συμβάλει ουσιωδώς στη διερεύνηση και στην ταυτοποίηση. Συναφώς, υπογράμμισε ότι ο απλότυπος του Υ δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται, ιδίως όταν αξιολογείται στο πλαίσιο συνολικής γενετικής ανάλυσης.
Επισημαίνεται πάντως εδώ ότι κατά την αντεξέταση της αναφορικά με το συμπέρασμα 12, η μάρτυρας αναφέρθηκε στην στατιστική εκτίμηση στην οποία προέβη για τα συμπεράσματα της (Τεκμήριο 30), τονίζοντας όμως ότι είναι σημαντικό ειδικά για το συγκεκριμένο συμπέρασμα ότι «εκτός από το Υ χρωμόσωμα βλέπουμε και το υπόλοιπο γενετικό υλικό από όλα τα άλλα χρωμοσώματα αυτόσωμα δηλαδή, δηλαδή το χρωμόσωμα 1, 2, 3 – 22». Εξηγώντας στη συνέχεια και το λόγο που δεν συνηθίζουν να κάνουν στατιστική εκτίμηση για το χρωμόσωμα Υ από μόνο του.
Ως προς την αναφορά στο συμπέρασμα 3 ότι «τα επιπλέον αλλήλια που παρατηρούνται στο μικτό γενετικό προφίλ του χρωμοσώματος Υ, πέραν των αλληλίων του αγνώστου άνδρα (Βλέπετε Συμπερασμα 2), παρατηρούνται και στο γενετικό προφίλ του Α…[62], στις αντίστοιχες χρωμοσωμικές θέσεις», η μάρτυρας ανέφερε ότι η χρήση της λέξης «παρατηρούνται» δεν έγινε επειδή δεν υπήρχε βεβαιότητα αναφορικά με την ταύτιση του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου (εάν ληφθεί υπόψη και ότι δεν υπήρχε στατιστική των απλοτύπων). Και εξήγησε ότι ο λόγος που αναφέρουν ότι παρατηρούνται τα επιπλέον αλλήλια, είναι επειδή υπήρχε μικρή συνεισφορά του Κατηγορούμενου στο δείγμα και εντόπισαν μόνον μερικά από τα αλλήλια του «παρόλο που κάποια από αυτά τα αλλήλια ήταν τα ίδια, δηλαδή ταυτίζονταν με το δείγμα του άγνωστου άντρα, όμως για να είμαι συντηρητική δεν τα λάβαμε υπόψη ως αλλήλια και του A…, διότι ήταν η κύρια συνεισφορά από τον άγνωστο άντρα γι' αυτό λέμε παρατηρούνται τα επιπρόσθετα αλλήλια και στο γενετικό προφίλ του A…., γι' αυτόν τον λόγο. » Αναφέροντας στη συνέχεια, ότι ναι μεν υπήρχε ομοιότητα αλληλίων μεταξύ των δύο αντρών και αυτό δεν καθιστά βέβαιο ότι πρόκειται για το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου, όμως ταυτόχρονα δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε διότι «αυτά τα επιπρόσθετα αλλήλια που δεν προέρχονται στο γενετικό προφίλ στο Υ χρωμόσωμα του άγνωστου άντρα ταυτίζονται βασικά στο γενετικό υλικό, με το γενετικό στο Υ χρωμόσωμα του A… αλλά για να είμαστε συντηρητικοί δεν λάβαμε υπόψη ότι μοιράζονται κάποια αλλήλια ότι θα είχε παραπάνω συνεισφορά ο A…. Κάναμε αναφορά στα επιπρόσθετα αλλήλια που δεν ταυτίζονταν με τον άγνωστο άντρα, άρα σε σύγκριση με το γενετικό προφίλ του A… θεωρούμε ότι παρατηρούνται και το γενετικό προφίλ αυτού και το περιγράφουμε. »
Επί τούτου, η ουσία της θέσης της ήταν όχι ότι υπήρχε βέβαιη εξατομίκευση ως προς το συγκεκριμένο δείγμα, αλλά ότι τα επιπρόσθετα αλλήλια δεν απέκλειαν τον Κατηγορούμενο και, αντιθέτως, παρείχαν ένδειξη συμβατή με τη σύνδεσή του με το σχετικό εύρημα, πλην όμως η ίδια, για λόγους επιστημονικής συντηρητικότητας, απέφυγε ισχυρότερη διατύπωση[63]. Με άλλα λόγια, η μάρτυρας δεν απέδωσε στο εύρημα μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που επιστημονικά δικαιολογείται, ενώ ταυτόχρονα κατέδειξε ότι αυτό συνιστά στοιχείο συμβατό με τη σύνδεση του Κατηγορούμενου με το επίδικο γενετικό εύρημα.
Ένα άλλο ζήτημα με το οποίο ασχολήθηκε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση, αφορούσε το κατά πόσο υπήρχε δυνατότητα μεταφοράς του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου σε ενδύματα της Παραπονούμενης και στο εσώρουχο της, από τη στιγμή που έχουμε δύο άτομα που συγκατοικούν και χρησιμοποιούν μαζί διάφορους χώρους, όπως είναι η τουαλέτα και διάφορα αντικείμενα. Η μάρτυρας δεν απέκλεισε θεωρητικώς το ενδεχόμενο έμμεσης μεταφοράς, πλην όμως ήταν σαφής ότι είναι δύσκολο έως αδύνατο να βρεθεί ένα πλήρες γενετικό προφίλ, ακόμα και ως προς το χρωμόσωμα Υ, με έμμεση μεταφορά. Όπως βλέπουμε στις δειγματοληψίες εν προκειμένω, υπάρχει πλήρες γενετικό προφίλ, στοιχείο που υποστηρίζει ένα σενάριο άμεσης παρά έμμεσης μεταφοράς. Όμως, ακόμη και εκεί που γίνεται αναφορά σε μερικό γενετικό προφίλ, δεν αποκλείεται η άμεση μεταφορά αφού, κατά τη μάρτυρα, παράγοντες όπως η φύση της επαφής, η ένταση αυτής και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα (π.χ. αντίσταση και μη συναινετική επαφή) δύνανται να επηρεάσουν την έκταση της μεταφοράς γενετικού υλικού[64].
Περαιτέρω, πάνω στην ίδια βάση, η υπεράσπιση ζήτησε από τη μάρτυρα να τοποθετηθεί επί του ενδεχομένου να τοποθέτησε τα δάκτυλα της η Παραπονούμενη στον κόλπο της και να μεταφέρθηκε μέρος του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου, με τη μάρτυρα να κρίνει το σενάριο ως «πολύ – πολύ απίθανο», εξηγώντας ότι το σενάριο αυτό θέλει πολλαπλά στάδια μεταφοράς[65] και όχι απλά δευτερεύουσα μεταφορά και από την εμπειρία της και με βάση όσα γνωρίζει από πειράματα και τη βιβλιογραφία, πολλαπλές μεταφορές είναι πολύ δύσκολες. Όταν υπάρχουν πολλαπλά στάδια μεταφοράς, μειώνεται η ποσότητα και η ποιότητα.
Τέλος, ως προς τα συμπεράσματα 13 και 14 που αφορούν δύο δειγματοληψίες από το εσώρουχο του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από την εσωτερική πλευρά (περιοχή του πέους) και την εξωτερική πλευρά (παρόμοια περιοχή-πέους) αντίστοιχα, αναφέρουμε τα εξής. Κατ’ αρχάς, είναι γεγονός και συμφωνούμε επί τούτου με σχετική αναφορά του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευση του, πως όταν η υπεράσπιση καταπιάστηκε με το εσώρουχο του Κατηγορούμενου επέμεινε ιδιαίτερα στην περιγραφή του στην έκθεση (χρωματισμούς), σε συνάρτηση με την πραγματική του εικόνα. Για το λάθος που έγινε στην περιγραφή από την Αστυνομία κατά την τοποθέτηση του στο φάκελο έχει γίνει αναφορά ανωτέρω και όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.17 προφανώς το Εργαστήριο τους διατήρησε την ίδια περιγραφή που έδωσε η Αστυνομία.
Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε πως το ζήτημα αυτό δεν έχει, κατά την κρίση μας, ουσιώδη σημασία για την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.17, εφόσον η ουσία έγκειται στο ότι οι εξετάσεις διενεργήθηκαν επί του Τεκμηρίου 1.17, δηλαδή επί του εσωρούχου του Κατηγορούμενου, και τα σχετικά ευρήματα αφορούν το συγκεκριμένο τεκμήριο.
Ερχόμενοι στα εν λόγω συμπεράσματα αυτά καθεαυτά, η μάρτυρας ανέφερε ότι από τη δειγματοληψία στην εσωτερική πλευρά του εσωρούχου (συμπέρασμα 13) απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό με κύρια συνεισφορά, η οποία ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του Κατηγορούμενου και επίσης η Παραπονούμενη είναι δότρια της μικρής συνεισφοράς σ' αυτή τη δειγματοληψία. Όπως ανέφερε, από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος φορά το εσώρουχο θα είναι αυτός που έχει την κύρια συνεισφορά «και επίσης κάποια επαφή θα είχε κάνει και η παραπονούμενη στο εσώρουχο», «στην εσωτερική πλευρά». Περαιτέρω, ανέφερε ότι μια άλλη πιθανότητα είναι να μεταφέρθηκε εσωτερικά από κάποια επαφή «σώμα με σώμα» των δύο ατόμων. Ως προς τις αναφορές δε στο Τεκμήριο 29, ήταν η θέση της ότι «από τη στιγμή που υπήρχε η απάντηση θετική σε όλα τα άλλα είναι τρόπος, υπάρχουν τρόποι να μεταφερθεί το γενετικό υλικό σ' αυτό το σημείο και στην προσπάθεια ίσως να γίνει η πράξη της σεξουαλικής επαφής να μεταφέρθηκε το γενετικό υλικό της κοπέλας στο σημείο αυτό ή ο κατηγορούμενος να το μετέφερε με τα χέρια του στο σημείο αυτό μετά, διότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες εδώ να μεταφερθεί το γενετικό υλικό στο σημείο αυτό, από τη στιγμή που δεν υπήρχε διείσδυση του πέους τότε είναι σε όλη την προσπάθεια με τα χέρια κτλ να μεταφερθεί το γενετικό υλικό. »
Αναφορικά με το συμπέρασμα 14 (δειγματοληψία από την εξωτερική πλευρά του εσωρούχου), όπου πάλι απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό με δότες την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι στο πλαίσιο των απαντήσεων (της Παραπονούμενης) υπάρχει μια οδός για να μεταφερθεί το γενετικό υλικό της στο εσώρουχο του Κατηγορούμενου εξωτερικά.
Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στη μάρτυρα ότι το γενετικό υλικό της Παραπονούμενης θα μπορούσε να είχε μεταφερθεί στο εσώρουχο του Κατηγορούμενου από τη χρήση της ίδιας τουαλέτας, όπου καθόταν χωρίς εσώρουχο, με τη μάρτυρα να επαναλαμβάνει ουσιαστικά ό,τι ανέφερε και σε άλλο σημείο ανωτέρω. Ότι δηλαδή το σενάριο αφορά τρία στάδια μεταφοράς (επιτυχή εναπόθεση γενετικού υλικού από Παραπονούμενη, επιτυχή μεταφορά στο σώμα του Κατηγορούμενου και μεταφορά στο εσώρουχο) και για το λόγο αυτό είναι «πολύ – πολύ απίθανο» να εντοπίζεται ένα πλήρες γενετικό προφίλ. Εξηγώντας στη συνέχεια τεκμηριωμένα ότι παρά το ότι η Παραπονούμενη από τα συμπεράσματα 13 και 14 προκύπτει ότι είναι δότρια μικτού γενετικού υλικού και δεν υπάρχει κύρια συνεισφορά «…αλλά είναι το αντικείμενο του κατηγορούμενου άρα αναμένεις να είναι ο κύριος δότης, τα δικά του ρούχα πρώτο και δεύτερο είναι μικρή συνεισφορά αλλά είναι πλήρης γι' αυτό λέμε ότι είναι δότρια, παρατηρούνται όλα τα αλλήλια της, οπότε εδώ θεωρούμε ότι έχουμε κάνει και τη στατιστική και εδώ άρα συμπερασματικά είναι δύσκολο να έγινε η μεταφορά από την τουαλέτα, μάλλον υπήρχε κάποια επαφή και επειδή είναι πάνω σε ρούχο πάλι στο δικό του ρούχο ήταν ίσως αυτή η επαφή με πιο, όχι τόσο ισχυρή και γι' αυτό τον λόγο εναπόθεσε πιο μικρή ποσότητα παρά τη δική του συνεισφορά που θεωρούμε ως δικό του ρούχο να είχε συσσωρεύσει παραπάνω γενετικό υλικό απλά.»
Ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να βρεθεί το γενετικό υλικό της Παραπονούμενης εσωτερικά αν δεν αφαιρούσε το εσώρουχο ο Κατηγορούμενος, η μάρτυρας ήταν και πάλιν απολύτως σαφής και επεξήγησε με καθαρότητα ότι εν προκειμένω υπήρχε ένα πλήρες γενετικό προφίλ της Παραπονούμενης στο μείγμα, στο οποίο κύριος δότης είναι ο Κατηγορούμενος και δεν υπάρχει λογική διαδρομή στο σενάριο. Με τον ίδιο τρόπο, επεξήγησε ότι με το απλό άγγιγμα του εσωρούχου το οποίο θα βρισκόταν σε μια τσάντα, δεν θα παρατηρείτο αυτή η ποιότητα, πλήρους γενετικού υλικού και μάλιστα σε «πολλά – πολλά σημεία», ενώ στο τέλος έκλεισε και την «πόρτα» στο ενδεχόμενο που της τέθηκε για μεταφορά ενώ ξάπλωναν στο ίδιο κρεβάτι, αφού όπως εξήγησε το εσώρουχο είναι κάτι προσωπικό και ειδικά σε εσωτερικές επιφάνειες δεν είναι εύκολο «να μεταφερθεί γενετικό υλικό καλής ποιότητας όπου να μπορούμε μετά να ταυτοποιήσουμε όλα τα αλλήλια όλες τις θέσεις.» Εν τέλει, η μάρτυρας εξέφρασε την κάθετη διαφωνία της για μεταφορά γενετικού υλικού της Παραπονούμενης στο εσώρουχο του Κατηγορούμενου με έμμεσο τρόπο, όπως είχε πράξει δηλαδή προηγουμένως όταν της τέθηκε παρόμοια θέση για μεταφορά στο εσώρουχο της Παραπονούμενης και υποστήριξε με θετικό τρόπο την εκδοχή της άμεσης επαφής για τους λόγους που εξήγησε.
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τόσο την επιστημονική επάρκεια της Μ.Κ.17 όσο και τον σαφή και τεκμηριωμένο τρόπο με τον οποίο επεξήγησε τα ευρήματά της και αντιμετώπισε τα εναλλακτικά σενάρια που της τέθηκαν, το Δικαστήριο αποδέχεται τα συμπεράσματα της έκθεσής της, τις διευκρινίσεις που έδωσε κατά τη μαρτυρία της και τη μαρτυρία της εν γένει, στο μέτρο και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί.
Η ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης
Όπως προαναφέραμε τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η Παραπονούμενη εξετάστηκαν ιατροδικαστικά. Στην ιατροδικαστική εξέταση του Κατηγορούμενου έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, χωρίς η μαρτυρία να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία, αφού εν πολλοίς τα ευρήματα του Μ.Κ.11 που τη διενήργησε δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε όμως αμφισβητήθηκε το ότι τα όσα εντόπισε είχαν προκληθεί κατά το επίδικο συμβάν. Στρεφόμενοι τώρα στα της ιατροδικαστικής εξετάσης της Παραπονούμενης, σημειώνουμε ότι και σε αυτή την περίπτωση διενεργήθηκε από τον Μ.Κ.11, ο οποίος την εξέτασε κατά την 30.4.24 και ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκμήριο ΙΒ).
Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε βεβαίως ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας. Η εμπειρογνωμοσύνη του στον τομέα που κατέθεσε δηλαδή της ιατροδικαστικής επιστήμης και τα προσόντα του, δηλώθηκαν ως παραδεκτό γεγονός. Σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνουμε πως έχοντας υπόψη την εμπειρία του και τα όσα ανέφερε, τον αποδεχόμαστε ως τέτοιο.
Ως προκύπτει από την έκθεση Τεκμήριο ΙΒ, τα ιατροδικαστικά ευρήματα του μάρτυρα σε σχέση με την Παραπονούμενη ήταν τα ακόλουθα.
« 1. Εκχυμώσεις διαστάσεων 7Χ4 εκ. στην αριστερή τραχηλική περιοχή.
2. Εκδορά διαστάσεων 3.5Χ0.5 εκ. στην αριστερή υπωμοπλατιαία χώρα.
3. Εκδορές και εκχυμώσεις στον αριστερό αγκώνα.
4. Εκδορές και εκχυμώσεις συνολικών διαστάσεων 10Χ7 εκ. στον δεξιό αγκώνα.
5. Παλαιά εκχύμωση διαστάσεων 2.5Χ2.5 εκ. κάτω από τον δεξιό αγκώνα.
6. Εκχύμωση διαστάσεων 13Χ7 εκ. στον δεξιό βραχίονα στο ύψος της μασχαλιαίας χώρας.
7. Εκδορές διαστάσεων 3.5Χ2 εκ. στην δεξιά υπερκλείδια χώρα.
8. Εκχυμώσεις διαστάσεων 2Χ2.5 εκ. και 1Χ1 εκ. στην έσω πλαγία χώρα του δεξιού μηρού.
9. Φέρει γύψινο νάρθηκα στον δεξιό αντιβράχιο. Αναφέρει ότι προϋπήρχε το κάταγμα.
10. Εκχύμωση διαστάσεων 2Χ1 εκ. στο δεξιό γόνατο.
11. Εκδορές διαστάσεων 7Χ6 εκ. στο αριστερό γόνατο.
12. Εκδορές διαστάσεων 7Χ8 εκ. στο δεξιό γόνατο.
13. Κατά την εξέταση των γεννητικών οργάνων διαπιστώθηκε εκδορά διαστάσεων 1.5Χ0.1 εκ. στο αριστερό χείλος του αιδίου[66].
14. Εκδορά στην ραχιαία χώρα του δεξιού ποδιού. Αναφέρει ότι προϋπήρχε η κάκωση και προσκλήθηκε[67] από παπούτσι.»
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας προέβη σε ταύτιση των πιο πάνω ευρημάτων μαζί με τις φωτογραφίες 26-67 του Τεκμηρίου 2 και τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 27, οι οποίες, όπως ανέφερε, λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης. Ειδικότερα, αντιστοίχισε τα ευρήματα του με τις εν λόγω φωτογραφίες ως ακολούθως (η αναφορά σε «σημείο 1», «σημείο 2» κ.ο.κ. αφορά την αρίθμηση των ευρημάτων στην πιο πάνω έκθεση).
- Σημείο 1 – Φωτογραφίες 30-32.
- Σημείο 2 – Φωτογραφίες 46-47.
- Σημείο 3 – Φωτογραφίες 33-34.
- Σημείο 4 – Φωτογραφίες 35-41.
- Σημείο 5 – Φωτογραφίες 36-38. Με δεδομένο ότι στις φωτογραφίες αυτές φαίνονται και κακώσεις του σημείου 4, απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση ο μάρτυρας ανέφερε ότι η κυκλική (εκχύμωση) που φαίνεται να μετρά με την μετροταινία στη Φωτογραφία 36, αφορά την εκχύμωση του σημείου 5 και οι υπόλοιπες αφορούν το σημείο 4.
- Σημείο 6 – Φωτογραφίες 41-43.
- Σημείο 7 – Φωτογραφίες 27-28.
- Σημείο 8 – Φωτογραφίες 63-67.
- Σημείο 9 – Φωτογραφία 48.
- Σημείο 10 – Φωτογραφία 50.
- Σημείο 11 – Φωτογραφίες 51-53.
- Σημείο 12 – Φωτογραφίες 54-57.
- Σημείο 13 – Τεκμήριο 27.
- Σημείο 14 – Φωτογραφία 58.
Όπως προκύπτει από την πιο πάνω παράθεση των ευρημάτων του μάρτυρα, πέραν της ρητής αναφοράς σε παλαιά εκχύμωση στο σημείο 5, σε κανένα από τα λοιπά ευρήματα δεν χρησιμοποιείται ο όρος «παλαιά». Το γεγονός αυτό εύλογα οδηγεί, κατ’ αρχήν, στο συμπέρασμα ότι τα υπόλοιπα ευρήματα αφορούν πρόσφατες κακώσεις.
Εντούτοις, κατά την προφορική του μαρτυρία και εξετάζοντας τις σχετικές φωτογραφίες, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι και άλλες εκ των κακώσεων, πέραν από αυτήν του σημείου 5, ήταν παλαιές (πρόκειται για τις κακώσεις των σημείων 1, 3, 4, 6, 7 και 11). Ερωτώμενος δε για το λόγο που κατέγραψε μόνον στο σημείο 5 ότι επρόκειτο για παλαιά εκχύμωση και δεν έπραξε το ίδιο σε σχέση με τις λοιπές κακώσεις που χαρακτήρισε παλαιές, απάντησε «Έτσι το έγραψα στη σημείωση, έτσι το σημείωσα. Απλά θα αναφέρουμε δεν έγινε κάτι επί σκοπού ή για να παραπλανήσω κάποιον..». Και αμέσως μετά, όταν ερωτήθηκε σε τι διέφερε το σημείο 5 και το χαρακτήρισε παλαιό, είπε «Δεν διέφερε κάτι, απλώς την ώρα που το έγραψα έτσι το σημείωμα εκείνη την ώρα έτσι το μετέφερα στην έκθεσή μου. Δεν έκανα κάτι εννοώ.»
Σημειώνεται παρενθετικά ότι, κατά τον ίδιο, ως «πρόσφατη» χαρακτηρίζεται κάκωση που προκλήθηκε εντός εικοσιτετραώρου, ενώ «παλαιά» είναι εκείνη που ανάγεται σε χρόνο πέραν του εν λόγω διαστήματος.
Ενόψει και της ως άνω διευκρίνισης, προκύπτει ότι οι περαιτέρω κακώσεις που χρονολόγησε ως παλαιές εκφεύγουν του χρονικού πλαισίου του επίδικου συμβάντος. Η Παραπονούμενη όμως σε σχέση με αυτές (εξαιρουμένης της πρώτης και της 14ης) ισχυρίστηκε ότι προκλήθηκαν κατά το συμβάν. Επομένως κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί ειδικότερα τι ανέφερε στη μαρτυρία του σε σχέση με τις κακώσεις που κατέγραψε στην έκθεσή του, για να αξιολογηθεί η ορθότητα των τοποθετήσεων του. Πορεία αναγκαία, ιδιαίτερα υπό το φως και του ότι στην έκθεση του δεν είχε χρονολογήσει ως παλαιά, παρά μόνο την κάκωση του σημείου 5 αλλά και του ότι ως διαφάνηκε και από τις πιο πάνω απαντήσεις που έδωσε ευρισκόμενος αντιμέτωπος με το ζήτημα, δεν έδωσε κάποια σαφή εξήγηση, ως προς το γιατί στην έκθεση του δεν χαρακτήρισε ως παλαιές και αυτές που με τη μαρτυρία του χαρακτήρισε ως τέτοιες. Πορεία αναγκαία όμως και για να διαφανεί εν τέλει επί ποιου υποβάθρου είναι που θεμελιώνει τη θέση του αυτή για τη χρονολόγηση των κακώσεων 3-7 και 11 ως παλαιές. Βέβαια θα πρέπει να τονιστεί πως, ως θα διαφανεί και από τα όσα ακολουθούν, κάποιες από τις υπόλοιπες του θέσεις ήταν κοινώς αποδεκτές.
Τέτοια ήταν η θέση του αναφορικά με το σημείο 1 των ευρημάτων του (εκχυμώσεις διαστάσεων 7Χ4 εκ. στην αριστερή τραχηλική περιοχή), όπου ανέφερε ότι «αν δούμε από τες φωτογραφίες, η συγκεκριμένη κάκωση, είναι παλαιότερη του εικοσιτετράωρου. Άρα σίγουρα δεν έχει σχέση με το συμβάν.» Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι θα μπορούσε να προκληθεί εκχύμωση στη συγκεκριμένη περιοχή όταν υπάρξει άγγιγμα με έντονο τρόπο, όπως έντονα φιλιά.
Ως προς τη συγκεκριμένη θέση του, επισημαίνουμε βεβαίως ότι σύμφωνα με την Παραπονούμενη τα σημάδια στο λαιμό της προκλήθηκαν με φιλιά από το φίλο της στην Ολλανδία[68], πριν έρθει στην Κύπρο όπου σημειώνουμε πως έφτασε στις 28.4.24. Την ίδια θέση εκφράζει και ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8, Απάντηση 11). Επομένως και εφόσον το συμπεράσμα του Μ.Κ.11 ότι πρόκειται για εκχυμώσεις πέραν του εικοσιτετραώρου, συνάδει με την πιο πάνω μη αμφισβητηθείσα θέση της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, δεν έχουμε λόγο να μην το αποδεχθούμε.
Άλλη μια θέση του που δεν αμφισβητήθηκε αφορούσε την κάκωση στο σημείο 2 (εκδορά διαστάσεων 3.5Χ0.5 εκ. στην αριστερή υπωμοπλατιαία χώρα), σε σχέση με την οποία ανέφερε ότι «μιλούμε για μια κάκωση η οποία είναι πρόσφατη, είναι στο στάδιο της δημιουργίας των εφελκίδων που αυτό είναι κάτω από το εικοσιτετράωρο. Άρα είναι κάκωση η οποία μπορεί να προκλήθηκε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. » και επίσης ότι πρόκειται για κάκωση που μπορεί να προκληθεί με πολλούς τρόπους ήτοι «με επαφή με αιχμηρό όργανο, μπορεί να είναι τοίχος, μπορεί πόρτα, οτιδήποτε μη λεία επιφάνεια.». Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι δεν είναι σε θέση να πει αν έχει σχέση με το συμβάν, αλλά ούτε να αποκλείσει ότι έχει σχέση με αυτό.
Σε σχέση με την εν λόγω εκδορά, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πρόκειται για εκδορά στην ωμοπλατιαία περιοχή, σε σημείο κάτω από το σουτιέν και ότι θα μπορούσε να προκληθεί από το σουτιέν, από μη λεία επιφάνεια, από κάποιο τοίχο ή έπιπλο, αλλά θεωρεί ότι δεν είναι με το χέρι ή με τα νύχια που προκλήθηκε η συγκεκριμένη κάκωση, εξηγώντας ότι η συγκεκριμένη κάκωση είναι ένα χιλιοστό πλάτος ενώ με τα νύχια είναι πιο πλατιές οι κακώσεις που δημιουργούνται. Επισημαίνεται πάντως εδώ ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι πρόκειται για πρόσφατη κάκωση και συνεπώς αποδεχόμαστε ότι πρόκειται για τέτοια, αφού αυτή ήταν ούτως ή άλλως και η θέση ουσιαστικά της Παραπονούμενης και κατ’ επέκταση της κατηγορούσας αρχής.
Άλλη τέτοια θέση αφορούσε την κάκωση του σημείου 10 (εκχύμωση στο δεξιό γόνατο), η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι προκλήθηκε εντός του χρονικού διαστήματος που καθόρισε ο μάρτυρας ήτοι εντός εικοσιτετραώρου ενώ και η Παραπονούμενη την ενέταξε εντός της πιο πάνω περιόδου.
Άλλη μη αμφισβητηθείσα ήταν και η θέση του αναφορικά τις εκδορές διαστάσεων 7Χ8 εκ. στο δεξί γόνατο (εύρημα 12), σε σχέση με τις οποίες ανέφερε ότι είναι πρόσφατες και ότι θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί εντός του χρονικού πλαισίου που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβήτησε ότι οι εκδορές του ευρήματος 12 είναι πρόσφατες, όπως το καθόρισε ο μάρτυρας, ενώ και η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι προκλήθηκαν κατά το επεισόδιο όταν έπεσε από το κρεβάτι πάνω στα γόνατα της, εξ ου δεν εντοπίζουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη θέση του Μ.Κ.11 περί του ότι οι εν λόγω εκδορές ήταν πρόσφατες, αφήνοντας πάντα βέβαια ανοικτό το ζήτημα του πώς αυτές προκλήθηκαν για να αποφασιστεί αφού αξιολογηθούν επί της ουσίας οι θέσεις των δύο πλευρών.
Περαιτέρω μη αμφισβητηθείσα ήταν και η θέση του σε σχέση με την εκδορά στο αιδοίο (σημείο 13), σε σχέση με την οποία ανέφερε ότι θα μπορούσε να προκληθεί από νύχι ή από οποιοδήποτε άλλο αιχμηρό αντικείμενο. Ανέφερε δε ότι η συγκεκριμένη κάκωση συνάδει με την αναφορά της Παραπονούμενης ότι το άτομο με το οποίο διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο και στο ίδιο κρεβάτι της έβαλε δάκτυλο στον πρωκτό και στον κόλπο, ήτοι να προκλήθηκε με το νύχι κατά τη διάρκεια της εισόδου δακτύλου στον κόλπο. Ως ανέφερε επίσης, υποδεικνύοντας τη συγκεκριμένη κάκωση επί του Τεκμηρίου 27 (βλ. την πρώτη φωτογραφία του Τεκμηρίου 27), πρόκειται για πρόσφατη κάκωση, εντός δηλαδή του χρονικού πλαισίου που διαδραματίστηκαν τα επίδικα γεγονότα.
Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη θέση του Μ.Κ.11 ότι η συγκεκριμένη κάκωση θα μπορούσε να προκληθεί με τον τρόπο που αυτός ανέφερε αλλά τον αντεξέτασε για να του υποβληθεί πως ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να την προκαλέσει επειδή τα νύχια του ήταν κοντά.
Επί τούτου ερωτηθείς σχετικά στην αντεξέταση, ανέφερε ότι δεν έχει κάποια φωτογραφία στο Τεκμήριο 11 που να φαίνονται τα νύχια του Κατηγορούμενου, ούτε μπορεί να θυμηθεί αν ο τελευταίος είχε πολύ κοντά νύχια. Επιθεωρώντας τα νύχια του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου συμφώνησε ότι αυτός έχει κοντά νύχια, όμως επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει πως ήταν τη συγκεκριμένη μέρα που τον εξέτασε. Αποτέλεσε θέση του όμως ότι ακόμη και με κοντά νύχια, πάλι μπορεί να προκληθεί γδάρσιμο αλλά δεν μπορεί να απαντήσει στη θέση ότι «..είναι πολύ κοντά τα νύχια του. Δηλαδή είναι σε σημείο που δεν υπάρχει νύχι για να γδάρει». Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι η συγκεκριμένη κάκωση μπορεί να προκληθεί και με οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο (π.χ. φερμουάρ παντελονιού, καρφίτσα).
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία όμως να επισημανθεί εδώ είναι πως δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι η κάκωση εν προκειμένω στο αιδοίο της Παραπονούμενης, ήταν πρόσφατη αφού θέση της υπεράσπισης ήταν ότι πρόκλήθηκε από τρίτο πρόσωπο στις 30.4.2024 και ώρα 01:00, δηλαδή εντός εικοσιτετρασώρου, όπως ήταν η θέση του μάρτυρα. Συνεπώς, η θέση του μάρτυρα ανωτέρω, ότι δηλαδή πρόκειται για κάκωση που προκλήθηκε εντός εικοσιτετραώρου γίνεται αποδεκτή, αφού είναι προφανές ότι η εν λόγω τοποθέτηση του αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών, όσο και αν διαφωνούν ως προς τον τρόπο πρόκλησης της, ζήτημα βεβαίως που θα αποφασιστεί στο πλαίσιο αξιολόγησης των ουσιαστικών γεγονότων.
Στρεφόμενοι τώρα στην εξέταση των επιμέρους κακώσεων που χρονολογήθηκαν ως παλαιές, κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι, από τη μαρτυρία του, προκύπτει πως ο καθορισμός του χρόνου πρόκλησης των κακώσεων έγινε αποκλειστικά βάσει της επιθεώρησης των φωτογραφιών και των χρωματισμών που αποτυπώνονται σε αυτές, και όχι βάσει οποιωνδήποτε καταγεγραμμένων σημειώσεων που να διαχωρίζουν τις παλαιές από τις πρόσφατες κακώσεις. Τονίζουμε επίσης ότι στις σημειώσεις του επί του «σκίτσου» (Τεκμήριο 28), όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, τις οποίες λάμβανε κατά την εξέταση, σημείωσε μόνον μία κάκωση ως «παλαιά» ήτοι την εκχύμωση του ευρήματος 5 και επίσης μόνον μια προϋπάρχουσα ήτοι την εκδορά στη ραχιαία χώρα του δεξιού ποδιού (βλ. εύρημα 14). Επί του θέματος αυτού και τη σημασία του, θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω.
Αρχίζοντας με το σημείο 3 (εκδορές και εκχυμώσεις στον αριστερό αγκώνα), ο μάρτυρας ανέφερε ότι βλέπουμε κακώσεις διαφόρων ηλικιών. Επίσης, το χέρι της βρίσκεται σε γύψινο νάρθηκα, άρα υπήρχαν κακώσεις από προηγουμένως που δεν είχαν σχέση με το συμβάν. Οι κακώσεις είναι πέραν του εικοσιτετραώρου και ως εκ τούτου θεωρεί πως δεν έχουν σχέση με το συμβάν.
Η μαρτυρία του όμως επί του συγκεκριμένου σημείου κρίνεται προβληματική, καθόσον στηρίζεται σε λανθασμένο υπόβαθρο. Και τούτο για δύο βασικούς λόγους. Κατ’ αρχάς επειδή παρατηρούμε ότι την ίδια στιγμή που στο συγκεκριμένο σημείο της έκθεσης γίνεται αναφορά σε κακώσεις στον αριστερό αγκώνα, ο μάρτυρας προβαίνει σε σχολιασμό κακώσεων του δεξιού χεριού, αφού ακριβώς σε γύψινο νάρθηκα βρισκόταν το δεξί της χέρι. Επίσης, επειδή προκύπτει ότι ο μάρτυρας τελούσε σε πλάνη θεωρώντας πως το χέρι της (δεξί) βρισκόταν σε γύψινο νάρθηκα καθ’ ον χρόνον διαδραματιζόταν το επεισόδιο. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, του αναφέρθηκε ότι το κάταγμα προϋπήρχε και ο ίδιος εξέλαβε ως δεδομένο ότι ο γύψινος νάρθηκας προϋπήρχε επίσης, κάτι που όμως δεν ισχύει. Τα πιο πάνω βεβαίως, είναι στοιχεία που σαφώς προκύπτει να επηρέασαν τη γνώμη του αναφορικά με την χρονολόγηση των κακώσεων.
Επισημαίνεται εδώ ότι από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης προκύπτει ότι είχε υποστεί κάταγμα στο χέρι όταν έπεσε από σκάλες στην Ολλανδία και της τοποθετήθηκε γύψος, τον οποίο αφαίρεσε πριν έρθει στην Κύπρο επειδή το κάταγμα, ως ήταν η θέση της, θεραπεύτηκε. Ο δε Κατηγορούμενος αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση ότι η Παραπονούμενη είχε αφαιρέσει τη «γάζα» πριν έρθουν στην Κύπρο[69]. Το αν το κάταγμα προϋπήρχε ή όχι θα μας απασχολήσει στο κατάλληλο στάδιο, αλλά αυτό που εδώ επισημαίνουμε είναι πως και οι δύο πλευρές συμφωνούν πως η Παραπονούμενη δεν είχε δεμένο το χέρι της κατά το χρόνο του περιστατικού, στοιχείο όμως που ο Μ.Κ.11 φαίνεται να έλαβε, εσφαλμένα, ως δεδομένο.
Ερχόμενοι στο σημείο 4 της έκθεσης του (εκδορές και εκχυμώσεις συνολικών διαστάσεων 10Χ7 εκ. στον δεξιό αγκώνα), ο μάρτυρας ανέφερε ότι «Βλέπουμε ότι υπάρχουν χρωματισμοί στις κακώσεις, οι οποίες κακώσεις οι συγκεκριμένες τοποθετούνται πέραν του εικοσιτετράωρου. Οι εκδορές είναι με εφελκίδες, χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα πέραν των 15 ‑ 16 ωρών για να δημιουργηθούν οι εφελκίδες.» Με βάση δε τους χρωματισμούς και τα χαρακτηριστικά των κακώσεων που έβλεπε στις φωτογραφίες (π.χ. «ξεφλούδισε το δέρμα», «οι εκχυμώσεις και οι εκδορές είναι στο στάδιο της επούλωσης», «σκουρόχρωμο», «κιτρινωπή εκχύμωση»), προέβαλε τη θέση ότι πρόκειται για κακώσεις διαφόρων ηλικιών.
Στο σημείο αυτό, παρενθετικά, σημειώνεται ότι, επεξηγώντας τη θέση του ως προς τον χρόνο πρόκλησης των κακώσεων του σημείου 4, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην κάκωση του σημείου 5. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τον μάρτυρα, στις φωτογραφίες 36-38 απεικονίζονται τόσο οι κακώσεις του σημείου 4 όσο και η κάκωση του σημείου 5.
Εντούτοις, από τη μαρτυρία του προκύπτει σύγχυση. Ειδικότερα, επεξηγώντας τι απεικονίζεται στη φωτογραφία 35, ανέφερε ότι διακρίνεται ο γύψινος νάρθηκας και, εν συνεχεία, η κάκωση του σημείου 5 (κυκλική 2,5 x 2,5). Πρόκειται, ωστόσο, για την ίδια κυκλική κάκωση την οποία προηγουμένως υπέδειξε ότι μετρά στη φωτογραφία 36. Σε κάθε περίπτωση, το επίμαχο σημείο εκχύμωσης, όπως φαίνεται στη φωτογραφία 35 και αποτυπώνεται στη φωτογραφία 36, δεν εντοπίζεται κάτω από τον αγκώνα, αλλά στην έξω επιφάνεια του πήχυ (κερκιδική πλευρά), μεταξύ αγκώνα και καρπού.
Είναι γεγονός πως το εν λόγω ζήτημα δεν διευκρινίστηκε περαιτέρω κατά τη μαρτυρία του. Εν πάση περιπτώσει, να επισημάνουμε ότι ορθώς εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.21 ότι η εν λόγω εκχύμωση παρατηρείται «στην εγγύς περιοχή του πήχη, πάνω από εγγύς όριο του νάρθηκα»[70].
Μένοντας στην κάκωση που καταγράφει στο σημείο 5 και για να είμαστε ακριβείς ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, στην κάκωση που φαίνεται να μετρά στις φωτογραφίες 36 και 37, αυτό που βεβαίως θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι ο μάρτυρας παρά την αναφορά του στο «σκίτσο» (Τεκμήριο 28) και εν συνεχεία στην έκθεση του (Έγγραφο ΙΒ) ότι πρόκειται περί παλαιάς κάκωσης, εντούτοις δεν αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κάκωσης που διαπίστωσε κατά την φυσική εξέταση της Παραπονούμενης. Τέτοια χαρακτηριστικά πάντως δεν καταγράφονται στο Τεκμήριο 28 και ο ίδιος δεν ανέφερε ποτέ ότι θυμάται κάτι συγκεκριμένο προκειμένου να χαρακτηρίσει την κάκωση ως παλαιά. Αυτό που εμείς παρατηρήσαμε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, είναι ότι για την εκφορά άποψης αναφορικά με τον χρόνο και σε σχέση με τη συγκεκριμένη κάκωση, λειτούργησε ουσιαστικά κατά τον ίδιο τρόπο όπως και με τις υπόλοιπες, βλέποντας δηλαδή τις σχετικές φωτογραφίες και επαναξιολογώντας ουσιαστικά εξ αρχής τις κακώσεις ή εκδορές.
Επανερχόμενοι στα όσα ανέφερε για τις κακώσεις του σημείου 4, σημειώνουμε τη θέση του ότι στη φωτογραφία 35, πιο αριστερά από την κυκλική κάκωση που υπέδειξε ως σημείο 5, «βλέπουμε τις εκδορές, αυτά τα πιο έντονα χρώματα, είναι εφελκίδες», «την κάκωση, την πιο χρωματιστή που είναι εκδορές βασικά». Σε σχέση με αυτήν ανέφερε δε ότι «Βλέπουμε ότι δεν είναι μια κάκωση η οποία είναι πάρα πολύ παλιά, αλλά θεωρώ ότι είναι γύρω στο εικοσιτετράωρο και πέραν του εικοσιτετραώρου». Γενικότερα, ως ήδη αναφέρθηκε, υποστήριξε, βλέποντας και τις φωτογραφίες 36-39, ότι πρόκειται για εκχυμώσεις και εκδορές διαφόρων ηλικιών οι οποίες είναι στο στάδιο της επούλωσης, δεν είναι πρόσφατες και δεν εμπίπτουν στο χρονικό πλαίσιο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα.
Ακόμη, ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του ότι «σίγουρα είχε έναν τραυματισμό για να είναι το χέρι μέσα στον γύψο, σημαίνει ότι είχε κάποιον τραυματισμό» και επίσης υποστήριξε ότι σίγουρα (η Παραπονούμενη) είχε δύο ατυχήματα, καθώς και ότι η κυκλική εκχύμωση 2,5 Χ 2,5 την οποία στην έκθεση του χαρακτηρίζει ως παλαιά (βλ. σημείο 5), είναι πιο πρόσφατη σε σχέση με τις κακώσεις του σημείου 4.
Σε σχέση με το σημείο 6 (εκχύμωση διαστάσεων 13Χ7 εκ. στον δεξιό βραχίονα στο ύψος της μασχαλιαίας χώρας), ήταν η θέση του μάρτυρα ότι «και αυτή είναι μια κάκωση η οποία είναι παλιά και αν δούμε γύρω από το τραύμα, υπάρχει το κίτρινο χρώμα το οποίο κίτρινο χρώμα, ο μώλωπας ο συγκεκριμένος ήταν μεγαλύτερος και είναι στο στάδιο της επούλωσης. Το στάδιο της επούλωσης αρχίζει από την περιφέρεια του τραύματος και προχωρά προς το κέντρο. Άρα είναι μια κάκωση η οποία προϋπήρχε, που μπορεί, δεν ξέρω ηλικιακά πότε ήταν το τραύμα εις τον αντιβραχίονα που φαίνεται ο γύψινος νάρθηκας, θα μπορούσε για παράδειγμα αν ήταν παλιό, να είχε προκληθεί. Μιλούμε για το ίδιο χέρι. Χωρίς να μπορώ να απαντήσω αν σχετίζεται το ένα με το άλλο, πιθανολογώ.» Για το κίτρινο χρώμα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στη φωτογραφία 42 βλέπουμε το μέγεθος του κίτρινου χρώματος γύρω από τη συγκεκριμένη κάκωση και ότι ο μηχανισμός επούλωσης μεταφέρεται προς το κέντρο.
Ερωτώμενος για το μαύρο χρώμα που βλέπουμε στη φωτογραφία 44, στον πυρήνα του μώλωπα αλλά και πως θα έμοιαζε αν συνέβαινε την ώρα του επεισοδίου, ανέφερε ότι «..μια πρόσφατη κάκωση, έχει τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το χρώμα της σύμφωνα και με τη βιβλιογραφία, είναι προς το μελανό. Είναι καθαρή κάκωση»[71], όμως εν προκειμένω «βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του κίτρινου χρώματος.» Σε άλλο σημείο δε, ανέφερε ότι δεν μπορούμε να βλέπουμε συγκεκριμένο σημείο σε μια κάκωση αλλά πρέπει να δούμε την κάκωση ως κάκωση, επαναλαμβάνοντας ότι ο χρωματισμός αλλάζει από την περιφέρεια προς το κέντρο και δεν μπορεί να πάρει μόνο το κέντρο για να καθορίσει τον χρόνο, κάτι που θα ήταν λάθος. Όπως επίσης ανέφερε, όταν ρωτήθηκε τι χρώμα βλέπει προς το κέντρο, «εν διάφορα χρώματα, δεν είναι ένα συγκεκριμένο χρώμα και πράσινο υπάρχει μέσα ακόμα και πράσινο.» και ότι «υπάρχουν και τα 4 χρώματα»[72].
Τα πιο πάνω βέβαια επιβεβαιώνουν την αντίληψη μας ότι για τη χρονολόγηση, ο μάρτυρας ανέτρεχε στις φωτογραφίες. Σημειωτέον δε πως όταν του ζητήθηκε να παραπέμψει στη βιβλιογραφία για να καταδειχθεί πού αναφέρεται η συνύπαρξη της διχρωμίας κίτρινου και μελανού, ο μάρτυρας παρέπεμψε στη σελ.167 του συγγράμματος «Ιατροδικαστική», Ε’ Έκδοση, του Αντ. Σ. Κουτσελίνη[73] (Τεκμήριο 26), όπου καταγράφεται ότι το κίτρινο προσδιορίζει κάκωση ηλικίας 13-20 ημερών και η βαθυερυθρή (προς το μελανό) προσδιορίζει κάκωση 24 ωρών. Παραπομπή, η οποία, ωστόσο, δεν απαντά στο ερώτημα πώς δύνανται να συνυπάρχουν δύο διαφορετικοί χρωματισμοί στην ίδια εκχύμωση, εφόσον έκαστος εξ αυτών παραπέμπει σε ουσιωδώς διαφορετικό χρόνο πρόκλησης.
Έχει σημασία πάντως να επισημανθεί εδώ, ότι την ίδια στιγμή που η Παραπονούμενη του ανέφερε ότι κακοποιήθηκε με τα χέρια «από άλλο άτομο που βρισκόταν για διακοπές μαζί του» και «διέμεναν στο ίδιο ξενοδοχείο, στο ίδιο δωμάτιο και στο ίδιο κρεβάτι», εντούτοις όπως ανέφερε δεν τη ρώτησε κατά την εξέταση να του πει πως προκλήθηκαν οι κακώσεις στο σώμα της.
Σε κάθε περίπτωση, ως προς την μεγάλη εκχύμωση που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 43 και 44 (σημείο 6 στο Έγγραφο ΙΒ), ήταν η θέση του ότι «..ότι είναι πέραν του εικοσιτετραώρου ακριβώς να σας πω δεν μπορώ να σας πω διότι εν μεγάλου μεγέθους, δεν μπορώ να σας πω ακριβώς το πώς δεν έχω άλλες πληροφορίες σε σχέση με το συγκεκριμένο τραύμα. Είναι παλιά, πέραν του εικοσιτετραώρου.»
Ως προς τις εκδορές που καταγράφονται στο σημείο 7 (εκδορές διαστάσεων 3.5Χ2 εκ. στην δεξιά υπερκλείδια χώρα), ανέφερε «..ότι είναι πέραν του εικοσιτετραώρου, όχι με μεγάλη διαφορά. Δηλαδή 1 ‑ 2 ημερών σε σχέση με τον χρωματισμό της κάκωσης.» Προέβη μάλιστα σε σύγκριση με την κάκωση του σημείου 10 (εκχύμωση στο δεξιό γόνατο), η οποία όπως ανέφερε είναι πιο πρόσφατη, λέγοντας χαρακτηριστικά «Θεωρώ είναι πέραν του εικοσιτετραώρου και σας είπα 1 ‑ 2 ημερών και σας αντιπαραθέτω τη φωτογραφία 50 για να δούμε τη διαφορά για τον χρωματισμό.»
Αναφορικά με τις εκδορές διαστάσεων 7Χ6 εκ. στο αριστερό γόνατο (εύρημα 11) ανέφερε ότι είναι πιο παλιές συγκρίνοντας τες με τις εκδορές διαστάσεων 7Χ8 εκ. στο δεξί γόνατο (εύρημα 12 – στο οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω όπου κατέταξε τις εν λόγω εκδορές ως πιο πρόσφατες έτσι που θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί εντός του επίδικου χρονικού πλαισίου). Διευκρίνισε δε περαιτέρω ότι η διαφορά μεταξύ τους δεν είναι μεγάλη και ότι θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί την προηγούμενη μέρα.
Τέλος, όσον αφορά τις εκχυμώσεις που καταγράφονται στο σημείο 8 (εκχυμώσεις διαστάσεων 2Χ2.5 εκ. και 1Χ1 εκ. στην έσω πλαγία χώρα του δεξιού μηρού), σημειώνουμε πως τις κατέταξε ως πρόσφατες. Η θέση του αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του, διαφώνησε ότι στη φωτογραφία 63 οι εκχυμώσεις στο δεξιό μηρό είναι χρώματος καθαρού μπλε και ενέμεινε ότι το χρώμα που παρουσιάζει το συγκεκριμένο σημείο είναι μελανό και ότι πρόκειται για κάκωση που προκλήθηκε εντός εικοσιτετραώρου. Ο λόγος δε για τον οποίο συζητείται η συγκεκριμένη κάκωση στο συγκεκριμένο σημείο, είναι επειδή προέβη και σε αυτή του την τοποθέτηση, βλέποντας το φωτογραφικό υλικό.
Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και πέραν του μέρους της μαρτυρίας που έχουμε ρητώς αναφέρει ότι αποδεχόμαστε ως μη αμφισβητούμενο, επισημαίνουμε τον προβληματισμό μας αναφορικά με τη χρονολόγηση των κακώσεων και δη τον χαρακτηρισμό ως παλαιών συγκεκριμένων κακώσεων που δεν χαρακτήρισε ως τέτοιες στην έκθεση του, αλλά και για τον χαρακτηρισμό ως τέτοιας της μοναδικής κάκωσης για την οποία χρησιμοποίησε τον όρο παλαιά για τους λόγους που επεξηγήθηκαν.
Επαναλαμβάνουμε και εδώ τη διαπίστωση μας ότι ο μάρτυρας στην ουσία προέβη σε επαναξιολόγηση του χρόνου πρόκλησης των κακώσεων με βάση τα χαρακτηριστικά και τους χρωματισμούς που έβλεπε στις φωτογραφίες. Δεν ανέφερε ποτέ ότι όσα ανέφερε ήταν από μνήμης, ούτε παρουσίασε σημειώσεις που έλαβε κατά την ημέρα της εξέτασης πέραν του Τεκμηρίου 28. Επί του οποίου, οι σημειώσεις που κατέγραψε μεταφέρθηκαν επακριβώς στη συνέχεια στην έκθεση του υπό τον τίτλο ιατροδικαστικά ευρήματα. Όπως και στο Τεκμήριο 28, έτσι και στο Έγγραφο ΙΒ, ο όρος «παλαιά» χρησιμοποιείται μόνον στην κάκωση του σημείου 5, χωρίς οιανδήποτε άλλη συνοδευτική αναφορά και επίσης γίνεται αναφορά σε προϋπάρχουσα κάκωση στο σημείο 14.
Εν πάση περιπτώσει, όπως διεφάνη στην πορεία της μαρτυρίας του, η θέση του μάρτυρα περί παλαιότητας και άλλων κακώσεων πέραν της εν λόγω κάκωσης του σημείου 5 φάνηκε να καταλαμβάνει εξ απίνης την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία από τη μελέτη της έκθεσης φαίνεται πως εξήγαγε το συμπέρασμα που, ως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω, θα μπορούσε εύλογα να εξάξει ένας λογικός αναγνώστης της έκθεσης. Αυτό οδήγησε εν τέλει την κατηγορούσα αρχή στο να ζητήσει να παρουσιάσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.21, προκειμένου να καταδείξει ότι η γνώμη του Μ.Κ.11 ήταν εσφαλμένη και σχετική άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο στις 4.9.2025. Επισημαίνεται εδώ η σαφής θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, κατά την υποβολή του αιτήματος για να δοθεί άδεια προσθήκης του Μ.Κ.21 ως μάρτυρα στο κατηγορητήριο, την οποία επανέλαβε και στην τελική του αγόρευση, ότι δεν αμφισβητείται η φιλαλήθεια του Μ.Κ.11 και ότι εκείνο που επιδιώκεται με τη μαρτυρία του Μ.Κ.21 είναι να καταδειχθεί ότι ο τελευταίος έσφαλλε όταν εξέφραζε γνώμη βλέποντας τις φωτογραφίες και σχολιάζοντας χρωματισμούς κακώσεων.
Παρενθετικά, να επισημανθεί εδώ ότι η εν λόγω πορεία που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή δεν είναι ούτε περίεργη, ούτε αθέμιτη. Αντίθετα, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β’ Έκδοση, σελ. 602, είναι επιτρεπτό διάδικος που καλεί πραγματογνώμονα για να δώσει σχετική μαρτυρία στο Δικαστήριο, να τον αντικρούσει καλώντας για το σκοπό αυτό άλλη μαρτυρία σε περίπτωση που ο μάρτυς δεν είναι ευνοϊκός για την υπόθεση του. Όπως λέχθηκε στην Ewer ν. Ambrose (1825) 3 Β & C 746, αν ένας μάρτυς προβαίνει σε ισχυρισμό εναντίον του διαδίκου που τον παρουσιάζει, ο τελευταίος μπορεί να αποδείξει την αλήθεια με άλλους μάρτυρες. Δεν μπορεί όμως όταν διαπιστώνει ότι ο μάρτυς αυτός στηρίζει το αντίθετο, να προσφέρει γενική μαρτυρία για να δείξει ότι ο μάρτυς δεν πρέπει να γίνει πιστευτός επί του όρκου του. Μπορεί όμως να δείξει με άλλη μαρτυρία ότι ο μάρτυς σφάλλει αναφορικά με το γεγονός που καλείται να αποδείξει. Στις ποινικές υποθέσεις, αντίθετη προσέγγιση ίσως και να αποθάρρυνε την Κατηγορούσα Αρχή από του να ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια με τρόπο ακριβοδίκαιο για την Υπεράσπιση και προωθητικό των σκοπών της δικαιοσύνης, δηλαδή στο να γίνονται πιστευτοί και οι μάρτυρες που δεν υποστηρίζουν την υπόθεση που η Κατηγορούσα Αρχή επιζητεί να τεκμηριώσει (Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 142/14, ημερ. 17.12.15, Parris ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 186).
Στην Parris v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), όπου η κατηγορούσα αρχή έκανε ξεκάθαρη εξ αρχής τη θέση της ότι θα βασιζόταν στην εκδοχή συγκεκριμένου ιατροδικαστή (Ματσάκη), σε μια επίδειξη ακριβοδίκαιης προσέγγισης, όπως διαπίστωσε το Εφετείο, κάλεσε και τον ιατροδικαστή Ψαρούλη, έστω και αν η μαρτυρία του δεν ήταν σύμφωνη με την υπόθεση που επεδίωκε ν’ αποδείξει και γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν θα ήταν ευνοικός μάρτυρας. Αφού αναφέρθηκε ότι ο τρόπος που ενήργησε η κατηγορούσα αρχή συνάδει πλήρως με τα νομολογηθέντα στην Ewer ν. Ambrose (ανωτέρω), λέχθηκε ότι:
« Με τη μαρτυρία του Δρ. Ματσάκη η Κατηγορούσα Αρχή δεν επεδίωξε να αποδείξει ότι ο Καθηγητής Ψαρούλης δεν έπρεπε να γίνει πιστευτός επί του όρκου του αλλά επεδίωξε να αποδείξει ότι έκαμνε λάθος. Σε τέτοια περίπτωση το θέμα είναι θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το δικαστήριο μπορεί μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας να επιλέξει ποιά από τις δύο μαρτυρίες να δεχθεί. Αντίθετη προσέγγιση θα στερούσε από το δικαστήριο την ευχέρεια να επιλύσει απουσία σύμπτωσης ("conflict of evidence") στη μαρτυρία. Καθώς έχει νομολογηθεί η επίλυση θεμάτων που έχουν σχέση με την απουσία σύμπτωσης στη μαρτυρία αποτελεί καθήκο[74] του δικαστηρίου (Dallison v. Caffery [1964] 2 All E.R. 610, 622) - Βλ. και Blackstone's (πιο πάνω), σελ. 1313:
"Traditionally, questions such as whether a crucial prosecution witness should be believed in the light of his performance in cross-examination or whether inconsistencies between a number of prosecution witnesses meant that none of them could be relied upon were regarded as matters for the jury, not the judge."
Σε ελληνική μετάφραση:
"Παραδοσιακά, ερωτήματα όπως το κατά πόσο βασικός μάρτυρας κατηγορίας πρέπει να γίνει πιστευτός υπό το φως της απόδοσης του στην αντεξέταση ή κατά πόσο απουσία σύμπτωσης ανάμεσα σε αριθμό μαρτύρων κατηγορίας εσήμαινε ότι κανένας δεν μπορεί να γίνει πιστευτός θεωρούνται ως ζητήματα για τους ενόρκους."
Περαιτέρω: Αντίθετη προσέγγιση θα απεθάρρυνε την Κατηγορούσα Αρχή από του να ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια με τρόπο που είναι ακριβοδίκαιος για την υπεράσπιση και που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια από του να γίνουν πιστευτοί και μάρτυρες οι οποίοι δεν υποστηρίζουν την υπόθεση που επιδιώκει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή. Η υπόθεση R. v. Shippey [1988] Crim. L. R. 767, την οποία έχει επικαλεσθεί η υπεράσπιση, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Αφορούσε στην προσέγγιση του Δικαστηρίου σε περίπτωση εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.
Ορθά λοιπόν το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη στην αποδοχή της μαρτυρίας του Δρ. Ματσάκη αφού πρώτα αξιολόγησε με τον δέοντα τρόπο το σύνολο της ενώπιον του σχετικής μαρτυρίας και έδωσε επαρκείς και πειστικούς λόγους για την αποδοχή της. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πετύχει.»
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται αναγκαία η εξέταση της μαρτυρίας του Μ.Κ.21, προκειμένου να αξιολογηθεί η ορθότητα των πιο πάνω εκτιμήσεων του Μ.Κ.11 ως προς την παλαιότητα των κακώσεων.
Πριν υπεισέλθουμε όμως στα της μαρτυρίας του, επισημαίνουμε ότι και ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας στον τομέα της ιατροδικαστικής επιστήμης. Τα προσόντα και η εμπειρία του μάρτυρα, ως αυτά καταγράφονται στις σελίδες 14-15 της έκθεσης του (Έγγραφο ΚΓ), δηλώθηκαν ως παραδεκτό γεγονός. Σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνουμε ότι έχοντας κατά νου τα εν λόγω προσόντα και την εμπειρία του, καθώς και τα όσα ανέφερε, αποδεχόμαστε ότι πρόκειται πράγματι για εμπειρογνώμονα στον τομέα του.
Από εκεί και πέρα, επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από σαφήνεια, πληρότητα και επιστημονική τεκμηρίωση, ενώ οι θέσεις του παρέμειναν ουσιωδώς αλώβητες κατά την αντεξέταση. Οφείλουμε ακόμη να τονίσουμε ότι η εντύπωση που αποκομίσαμε γενικότερα ήταν ότι προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική του άποψη επί των ερωτημάτων που του τέθηκαν, δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία του, συμμορφούμενος πλήρως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του[75].
Ο συγκεκριμένος μάρτυρας ετοίμασε την έκθεση του (Έγγραφο ΚΓ), κατόπιν που του ζητήθηκε από το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής με σχετική επιστολή του ημερ.4/8/2025 (Τεκμήριο 36):
1. Να εξετάσει τις φωτογραφίες των κακώσεων (Τεκμήριο 2) και να εκφέρει τη γνώμη του αναφορικά με το κατά πόσον οι κακώσεις αυτές συνάδουν χρονικά με το επίδικο περιστατικό[76].
2. Να σχολιάσει εάν στη σύγχρονη Ιατροδικαστική Επιστήμη υιοθετούνται τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα «Ιατροδικαστική», Αντ. Σ. Κουτσελίνη, Ε ’ Έκδοση, σελ. 164-167[77], αναφορικά με τη μεταβολή της χροιάς μιας κάκωσης σε σχέση με τον χρόνο που πέρασε από την πρόκληση της ή εάν πλέον υπάρχει οποιαδήποτε εξέλιξη η οποία επιτάσσει διαφορετική ιατροδικαστική προσέγγιση.
3. Να αξιολογήσει την ακτινολογική εξέταση της δεξιάς άκρας χειρός της Παραπονούμενης και να απαντήσει σε σχέση με τα συγκεκριμένα ερωτήματα που του τίθενται.
Ευθύς εξ αρχής σημειώνουμε ότι σε σχέση με το τελευταίο αυτό ερώτημα, ο μάρτυρας αναφέρει στην έκθεση του ότι η γνωμοδότηση επί ακτινογραφιών δεν εμπίπτει στο πεδίο της εμπειρογνωμοσύνης του και συνίσταται η αναζήτηση γνώμης ειδικού ακτινολόγου (βλ. σελ.11).
Ως προς το πρώτο ερώτημα, από την έκθεση του προκύπτει ότι σε σχέση με τις διάφορες κακώσεις ο μάρτυρας καταλήγει ότι η χροιά τους ως την περιγράφει λεπτομερώς (βλ. την υποσημείωση)[78], και η οποία εν πολλοίς εμπεριείχε ερυθρωπό χρώμα, τις καθιστά συμβατές με πρόσφατες κακώσεις, επελθούσες εντός χρονικού διαστήματος που μπορεί κατά τη γνώμη του καλύτερα να προσδιοριστεί ως διάστημα περίπου 0-24 ωρών από την ώρα λήψης των φωτογραφιών. Επομένως, σύμφωνα πάντα με την εν λόγω έκθεση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να τις καθιστά ως γενόμενες χρονικά εκτός του επίδικου περιστατικού, πριν δηλαδή ή και μετά το επίδικο περιστατικό, αλλά εντός του περίπου 0-24 ωρών διαστήματος, οι υπό συζήτηση κακώσεις, συνάδουν κατά τη γνώμη του με κακώσεις επελθούσες κατά το επίδικο περιστατικό.
Τέλος, προς σχολιασμό των όσων αναφέρονται στις σελίδες 164-167 του συγγράμματος «Ιατροδικαστική» ανωτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια):
« 1. Τα όσα αναφέρονται στις υπό συζήτηση σελίδες αναφορικά με τη μεταβολή χροιάς μιας κάκωσης σε σχέση με τον χρόνο που πέρασε από την πρόκληση της είναι σε γενικές γραμμές συμβατά με τα όσα υιοθετούνται στην σύγχρονη Ιατροδικαστική Επιστήμη.
2. Υπάρχουν ασφαλώς πιο σύγχρονα συγγράμματα και επιστημονικές δημοσιεύσεις που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει, τα οποία όμως δεν παρέχουν δεδομένα που να μεταβάλλουν ουσιαστικά το εύρος των χρονικών διαστημάτων που παρατηρούνται σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε από την πρόκληση της κάκωσης ή/και την δυνατότητα ακριβούς χρονολόγησης τέτοιων κακώσεων με την δια γυμνού οφθαλμού (μακροσκοπική) εξέταση. »
Κατά την κυρίως εξέταση του βεβαίως, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι αυτό που αντιλήφθηκε ότι του ζητήθηκε να πράξει στην προκειμένη περίπτωση ήταν να μελετήσει τις φωτογραφίες και να εκφράσει τη γνώμη του κατά πόσο συνάδουν οι κακώσεις που βλέπει να έχουν επισυμβεί κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού, εξηγώντας ότι είναι διαφορετικό το να εκφράσει γνώμη χρονολογώντας την κάκωση. Κάτι που γίνεται «..όταν βλέπω μια κάκωση την ώρα που εξετάζω, που κάνω τη φυσική εξέταση κάποιου και του λέω ότι με βάση τους χαρακτήρες της κάκωσης τάσσεται χρονικά από αυτήν ως αυτήν την ώρα πριν από την ώρα που εγώ βλέπω την κάκωση, αυτό είναι η χρονολόγηση..».
Παρεμβάλλουμε εδώ τη θέση του ότι, βάσει βιβλιογραφίας, όταν χρησιμοποιείται ο όρος «παλαιά» για μία κάκωση, πρόκειται για την κάκωση που με βάση τα ευρήματα της φυσικής εξέτασης κατατάσσεται στο χρονικό όριο πέραν των 48 με 72 ωρών. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι σαν γενική αρχή, πρόσφατη θεωρείται η κάκωση εντός 48ωρου. Τα συγγράμματα μιλούν για εύρος αλλά η «σύμβαση» που έχουν μεταξύ τους σαν ειδικοί, η συναντίληψη δηλαδή που έχουν, είναι ότι όταν αναφέρονται σε πρόσφατες κακώσεις εννοούν κάτω από 48 ώρες και αντίστοιχα όταν μιλούν για παλαιές εννοούν πάνω από 48 ώρες. Με αυτά υπόψη, παρενθετικά, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι δύο ιατροδικαστές δεν απέδιδαν τον ίδιο χαρακτηρισμό στις έννοιες πρόσφατη και παλαιά κάκωση. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Μ.Κ.11 χαρακτήριζε πρόσφατες τις κακώσεις εντός 24ωρου και παλαιές αυτές πέραν του 24ωρου, διαφοροποίηση η οποία έχει βεβαίως τη σημασία της, καθότι επηρεάζει το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται μια κάκωση.
Σε σχέση με το ζήτημα της ορθής διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθείται στο πλαίσιο μιας ιατροδικαστικής εξέτασης, ζήτημα το οποίο άπτεται ουσιαστικά της ορθότητας των συμπερασμάτων του Μ.Κ.11 ως προς τη χρονολόγηση των κακώσεων, ο μάρτυρας με απόλυτα πειστικό τρόπο ανέφερε, ότι όταν γίνεται φυσική εξέταση, ο ιατροδικαστής έχει υποχρέωση είτε να λαμβάνει ιδιόχειρες σημειώσεις είτε να υπαγορεύει και να γίνεται καταγραφή των διαπιστώσεων του και αυτό το αρχείο θα πρέπει να είναι διαθέσιμο, για να μπορεί κάποιος να αντιπαραβάλει ότι αυτό που γράφει στην έκθεση αποτελεί πιστή καταγραφή αυτών που είδε εκείνην την ώρα. Επί τούτου δε, ανέφερε πιο συγκεκριμένα τα εξής:
« A. Προκειμένου, επειδή μιλούμε για κακώσεις, πρέπει να καταγράφεται η ανατομική θέση της κάκωσης, ο τράχηλος, η κεφαλή, το τριχωτό της κεφαλής, πού ακριβώς είναι, πρέπει να καταγράφεται το χρώμα που εκείνην την ώρα παρατηρούμε, οι διαστάσεις που μετριούνται, πρέπει να καταγράφονται τα ψηλαφητικά ευρήματα, δηλαδή αν είναι επώδυνο ή ανώδυνο ας πούμε στην ψηλάφηση, αν υπάρχει εκροή ή όχι υγρού στην ψηλάφηση, αν υπάρχει εσχάρα, κρούστα, κακατούδι στην ψηλάφηση, και ο λόγος που πρέπει να καταγράφονται είναι γιατί αυτά τα πράγματα δεν φαίνονται σε φωτογραφίες. Δεν μπορεί να συμπεράνει κάποιος από μια φωτογραφία αν την ώρα που πιέζω τον μώλωπα είναι επώδυνος ή ανώδυνος. Είναι good practice, δεν είναι υποχρεωτικό να υπάρχει καταγραφή στην έκθεση ποια φωτογραφία αντιστοιχεί στην κάκωση που περιγράφεται, δηλαδή περιγράφω ας πούμε αιμάτωμα στην περιοχή δεξιάς τραχηλικής χώρας διαστάσεων τόσο, χρώματος τάδε, επώδυνο ή ανώδυνο, με εκροή ή όχι, το καταγράφω ''παρένθεση shot τάδε'' ή αν δεν κάνεις αυτό, γράφεις σε μια λευκή κόλλα χαρτί και γράφεις ''φωτογραφία 1'' και τη βάζεις δίπλα από την κάκωση και βγαίνει η φωτογραφία. Όταν τελειώσει η καταγραφή, στην έκθεση παίρνεις θέση όσον αφορά τη χρονολόγηση της κάκωσης, αν είναι πρόσφατη, αν είναι παλαιά και πόσες ώρες, με βάση τους χαρακτήρες και τη βιβλιογραφική εμπειρία, τη θέτεις. Δεν μπορεί να γίνει ακριβής καταγραφή, δηλαδή να πω ότι τούτη η κάκωση είναι 8 ωρών και 3 λεπτών, δεν γίνεται. Θα πεις τα δεδομένα είναι αυτά, είναι μεταξύ των τάδε ωρών. Και ο λόγος που υπάρχει αυτό, παρόλο που έγιναν πολλές μελέτες να είμαστε πιο ακριβείς, υπάρχουν μελέτες με image analysis, υπάρχουν μελέτες με προεκτυπωμένες χρωματικές διαβαθμίσεις που μπαίνουν δίπλα από την κάκωση και λέει ότι είναι τούτη η διαβάθμιση που βλέπω τζιαμέ, ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να το αξιολογήσουμε με απόλυτη ακρίβεια. Οπόταν στο τέλος της έκθεσης πρέπει να πάρεις θέση, να πεις ''κατά τη γνώμη μου από την εξέταση τοποθετείται χρονικά εκεί''. »
Διευκρινίζοντας, αμέσως μετά, ότι ουσιαστικά η επιστημονική γνώμη του ιατροδικαστή στηρίζεται κατά κύριο λόγο στα ευρήματα της άμεσης φυσικής εξέτασης και η καταγραφή αποτελεί το σημείο αναφοράς του. Σημείο αναφοράς, ως πειστικά εξήγησε, δεν αποτελεί η μεταγενέστερη αξιολόγηση φωτογραφιών, η οποία έχει παραπάνω περιορισμούς και γίνεται στην ουσία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να αντιληφθεί πού βρίσκεται ένα σημείο του σώματος και ποια η έκταση του, καθώς και για να ξέρει ότι για παράδειγμα ο αριθμός 1 στην έκθεση αντιστοιχεί σε αυτή τη φωτογραφία.
Όπως επίσης ανέφερε με απόλυτη σαφήνεια και πειστικότητα, αν δεν γίνει εκτίμηση της χροιάς μιας κάκωσης την ώρα που έγινε η εξέταση, «..οποιοσδήποτε έρθει μετά να κάνει review, είτε Δικαστήριο είτε ιατροδικαστής, δεν έχει στοιχεία με ακρίβεια. Η ακρίβειά του περιορίζεται στο τι μπορεί να δει στη φωτογραφία και η φωτογραφία έχει περιορισμούς διότι έχει να κάνει με τη γωνιά με την οποία λήφθηκε η φωτογραφία, τον φωτισμό του χώρου, που δεν είναι πάντα καλός ο φωτισμός. Υπάρχουν πολλές μελέτες που είναι δημοσιευμένες που λένε ότι μελέτησαν ας πούμε τον ίδιο άνθρωπο, τον ίδιο εξεταστή ο οποίος αξιολόγησε ένα θύμα ας πούμε ή έναν παραπονούμενο και έγραψε ''το χρώμα που βλέπω είναι κόκκινο, κίτρινο και πράσινο''. Και μετά που τον έβαλαν τον ίδιο άνθρωπο να δει τη φωτογραφία εκείνου του πράγματος και του λένε ''τι χρώμα βλέπεις;'', δεν έβλεπε τα ίδια χρώματα που έβλεπε στη φυσική εξέταση. Ή ήταν κόκκινη την ώρα που την εξέτασε και στη φωτογραφία έλεγε ''βλέπω και κίτρινο, βλέπω και μωβ και άλλα χρώματα'', το οποίο βιβλιογραφικά ξέρουμε ότι συμβαίνει και δεν έχει να κάνει με το κατά πόσο λέει αλήθεια ή όχι, αλλά έχει να κάνει με τη φύση του αντικειμένου που εξετάζει. »
Αναφερόμενος στο ζήτημα της ετοιμασίας μιας ιατροδικαστικής έκθεσης, ήταν απόλυτα σαφής ότι ναι μεν δεν υπάρχει πρωτόκολλο στην Κύπρο για τον τρόπο σύνταξης μιας τέτοιας έκθεσης, όμως ο ιατροδικαστής είναι δεσμευμένος από το τι επιτάσσει η βιβλιογραφία καθώς και η πρακτική και τα πρωτόκολλα που ισχύουν στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.
Επίσης, ως ανέφερε, εάν σε μια έκθεση δεν υπάρχει γνωμοδότηση αν είναι παλαιά ή πρόσφατη η κάκωση, τότε υπάρχουν τρεις τρόποι θεραπείας. Ο πρώτος είναι να πάμε στις σημειώσεις αυτού που έκανε την εξέταση, να δούμε αν εκείνην την ώρα το είπε και απλά δεν το έγραψε. Ο δεύτερος τρόπος είναι να δούμε τι περιγράφει (περιγράφει χρώμα, περιγράφει πως είναι στην αφή;), οπότε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα από τα περιγραφόμενα. Εάν δεν περιγράφει τίποτε, η προσωπική του άποψη και όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται, είναι ότι εφόσον για ένα ή περισσότερα είπε ότι είναι παλαιά, προφανώς οι υπόλοιπες είναι πρόσφατες.
Η πιο πάνω καθ’ όλα τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη του Μ.Κ.21, συνάδει κατά την κρίση μας απόλυτα και με τη λογική. Εν προκειμένω φαίνεται πως ο Μ.Κ.11 δεν ακολούθησε αυτή την πρακτική αφού δεν κατέγραψε τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις του καθ’ ον χρόνο εξέταζε την Παραπονούμενη. Ενώ, δε, κατέταξε μόνο μια κάκωση ως παλαιά, και τούτη χωρίς πάντως να δώσει οποιαδήποτε περιγραφή των στοιχείων που είδε για να πράξει τούτο, στη συνέχεια προχώρησε κατά τη προφορική του μαρτυρία και χρονολόγησε και άλλες ως παλαιές βλέποντας απλά τις φωτογραφίες. Αφού, ως είπαμε, λεπτομερείς σημειώσεις δεν είχε τηρήσει και ήταν φανερό από τον τρόπο που κατέθετε πως δεν θυμόταν από μνήμης τι είχε δει και ότι οι τοποθετήσεις συναρτώνταν πάντα προς τις φωτογραφίες. Εξάλλου ουδέποτε ο ίδιος ανέφερε πως θυμόταν από μνήμης ειδικά τη συγκεκριμένη περίπτωση και όλες αυτές τις κακώσεις και τους χρωματισμούς τους, μετά μάλιστα και από την πάροδο ενός και πλέον χρόνου από την εξέταση. Κάτι που ούτως ή άλλως δεν θεωρούμε ότι είναι λογικά αναμενόμενο. Οι δε αρνητικές συνέπειες της παράλειψης του Μ.Κ.11 ήταν πρόδηλες στην προκειμένη περίπτωση, όπου στην απουσία λεπτομερούς καταγραφής των διαπιστώσεων του, ο τελευταίος προέβη στη συνέχεια στη χρονολόγηση τους ως κακώσεων που επεσυνέβησαν σε χρόνο πέραν του εικοσιτετραώρου, ο δε Μ.Κ.21 ως κακώσεις που ήταν δυνατόν να προκλήθηκαν εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος.
Επί τούτου, επισημαίνουμε εδώ ότι η συγκεκριμένη θέση του τελευταίου βασίστηκε στο κόκκινο χρώμα των κακώσεων που όπως ανέφερε βλέπει στις φωτογραφίες, οι οποίες τις καθιστούν συμβατές με κακώσεις γενόμενες εντός εικοσιτετραώρου. Τούτο ανέφερε για παράδειγμα όταν ερωτήθηκε για τις εκχυμώσεις στη δεξιά υπερκλείδια περιοχή (βλ. φωτογραφίες 27-29), αλλά και για τις κακώσεις στην περιοχή του δεξιού βραχίονα, του αγκώνα και του πήχη (φωτογραφίες 35-44). Αξίζει πάντως να σημειωθεί εδώ πως όταν του ζητήθηκε να προβεί σε σύγκριση της χροιάς της κάκωσης που φαίνεται στις φωτογραφίες 27-29, με τη χροιά των κακώσεων που φαίνονται στις φωτογραφίες 35-44, ήταν σαφής ότι δεν μπορεί από τη φωτογραφία να αξιολογήσει τη διαβάθμιση, οπότε τις λέει όλες κόκκινες. Για τις τελευταίες μάλιστα ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται για κακώσεις 20 ημερών, διότι σε τέτοια περίπτωση θα ανέμενε να βλέπει μόνο κίτρινο και όχι κόκκινο ή την αποκόλληση της επιδερμίδας όπως φαίνεται στη φωτογραφία 37, αλλά και ότι θα μπορούσε να πει αν πρόκειται για κακώσεις διαφόρων ηλικιών μόνον κατόπιν φυσικής εξέτασης και όχι από τις φωτογραφίες, όπου βλέπει διαβαθμίσεις του ίδιου χρώματος.
Σε κάθε περίπτωση ο μάρτυρας με απόλυτα ξεκάθαρο και πειστικό τρόπο, τόνισε ότι η αξιοπιστία του διαχωρισμού του πρόσφατου ή παλαιού της κάκωσης εδράζεται στην αξιολόγηση που έγινε την ώρα της φυσικής εξέτασης, νοουμένου ότι καταγραφούν όλες οι λεπτομέρειες. Αν (ο ιατροδικαστής) προέβη σε λεπτομερή καταγραφή και χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες για να ανακαλέσει στη μνήμη του το τι είδε, αυτό είναι σωστό. Αν όμως δεν το έκανε και αναζητά τη λεπτομέρεια στη φωτογραφία, αυτό δεν είναι σωστό.
Λέγοντας αυτά, δεν θα επαναλάβουμε όσα ανέφερε ως προς τους περιορισμούς που ενυπάρχουν κατά την χρονολόγηση κακώσεων από φωτογραφίες. Ούτως ή άλλως μέσα και από παραδείγματα κατά τη μαρτυρία του, κατέδειξε με ξεκάθαρο τρόπο ότι οι περιορισμοί είναι υπαρκτοί.
Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξή μας ότι η γνώμη του Μ.Κ.11 ως προς τη χρονολόγηση των επίμαχων κακώσεων της έκθεσης του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή με την απαιτούμενη ασφάλεια. Η εκτίμησή του δεν στηρίζεται σε επαρκή καταγραφή των χαρακτηριστικών των κακώσεων κατά τη φυσική εξέταση, ούτε συνοδεύεται από συγκεκριμένα ευρήματα που να δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως παλαιών. Αντίθετα, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, ο χαρακτηρισμός αυτός προέκυψε κατ’ ουσίαν από μεταγενέστερη αξιολόγηση των φωτογραφιών και των χρωματισμών που εμφανίζονται σε αυτές, μεθοδολογία η οποία δεν αποτελεί επιστημονικά ασφαλή βάση για χρονολόγηση κακώσεων.
Από την άλλη όμως, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ούτε τη θέση του Μ.Κ.21 ως προς τη χρονολόγηση των επίμαχων κακώσεων. Διότι όσο λογική και αν ήταν τούτη, εντούτοις δεν παύει να αφορά χρονολόγηση των κακώσεων επί της ίδιας βάσης που προέβη και ο Μ.Κ.11. Εξάλλου και η αναφορά στην έκθεση του ότι είναι συμβατές με πρόσφατες κακώσεις επελθούσες εντός του περιστατικού, εκτός και αν υπάρχει μαρτυρία που να τις καθορίζει ως επελθούσες εκτός του περιστατικού, θεωρούμε πως εμπεριέχει εγγενώς μια αβεβαιότητα και δεν μας επιτρέπει να αποδεχτούμε τη θέση του με την απαιτούμενη βεβαιότητα και ασφάλεια. Συνεπώς, το κατά πόσο και σε ποιο βαθμό οι κακώσεις αυτές συνδέονται πράγματι με το επίδικο περιστατικό, παραμένει ανοικτό για να εξεταστεί στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση τη λοιπής μαρτυρίας.
Β. Ουσιώδη Γεγονότα (Παραπονούμενη, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.19, Κατηγορούμενος)
Στρεφόμενοι τώρα στα ουσιώδη γεγονότα, αναμφίβολα τα μόνα άτομα που βρίσκονταν εντός του δωματίου 560 κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη.
Καθ’ όσον αφορά τη μαρτυρία της Παραπονούμενης οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον σε σχέση με αυτήν, ισχύει ο κανόνας πρακτικής ή άλλη διάταξη, που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[79].
Το αδίκημα της απόπειρας βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στα άρθρα 144 και 146 του Κεφ. 154, το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης στο άρθρο 146Α του ίδιου Νόμου ενώ το αδίκημα του εξαναγκασμού σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα στο άρθρο 146Ε επίσης του ίδιου Νόμου.
Είναι δε γεγονός ότι με το άρθρο 21 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/14, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία. Εντούτοις όμως σε σχέση με αδικήματα που θεμελιώνονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, φαίνεται να είχε διατηρηθεί ο κανόνας πρακτικής αφού, όπως εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «… παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα …».
Παρά ταύτα όμως δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορίες εδράζονται και στον Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 115(Ι)/21), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά την ως άνω απόφαση Σ.Σ. κ.α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ήτοι στις 13.5.21. Στο άρθρο 29 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται πως:
«29. Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρίας γυναίκας».
Εν προκειμένω, τα αδικήματα κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 154 που προαναφέρθηκαν, εμπίπτουν ρητώς στον ορισμό του «αδικήματος βίας», δυνάμει του άρθρου 5 του Νόμου 115(Ι)/21 και του σχετικού πίνακα του εν λόγω νόμου. Τούτου δεδομένου, φαίνεται ότι πλέον το εν λόγω άρθρο 29 έχει καταργήσει την όποια πρόνοια, συμπεριλαμβανομένου και του κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται.
Ανεξαρτήτως όμως τούτου και έχοντας υπόψη κυρίως το ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος ήταν τα μόνα πρόσωπα που βρίσκονταν στο δωμάτιο, εννοείται ότι έχουμε παρακολουθήσει την τελευταία που έδωσε ένορκη μαρτυρία, με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία της. Όσον δε αφορά στον Κατηγορούμενο, αυτός ως ήδη λέχθηκε, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, όμως η ανακριτική του κατάθεση μαζί με τη μετάφραση της κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Ως προς την αξιολόγηση των όσων αναφέρονται σε αυτή, σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ.109, η οποία υιοθετήθηκε στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ.693. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R.359, όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε, ότι όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία, η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή (1996) 2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ.10).
Επανερχόμενοι στη μαρτυρία της Παραπονούμενης και πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να σημειώσουμε πως ένα μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε ότι γεννήθηκε στο Ιράκ κατά το έτος 1991, ότι από το έτος 1992 διαμένει μόνιμα στην Ολλανδία, ότι γνωρίζει να μιλά, να γράφει και να διαβάζει αραβικά, ολλανδικά και αγγλικά, ότι είναι διαζευγμένη με τον πρώην σύζυγο της με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά, τα οποία κατά τον χρόνο που έδιδε κατάθεση ήταν ηλικίας 12, 10 και 8 ετών, ενώ επίσης αδιαμφισβήτητο ήταν και το ότι, κατά τον τελευταίο χρόνο πριν τα συμβάντα, διατηρούσε σχέση με συγκεκριμένο πρόσωπο συριακής καταγωγής (τον Μ.S.), με τον οποίο ωστόσο δεν διέμεναν μαζί, αφού η ίδια έμενε μόνη με τα τρία της παιδιά. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι εργάζεται ως Λειτουργός σε Δήμο συγκεκριμένης πόλης, απασχολούμενη συγκεκριμένα με τους πρόσφυγες και την εύρεση χώρου διαμονής τους καθώς και το ότι μέσω της δουλειάς της γνώρισε τον Κατηγορούμενο περί τις αρχές του 2022, ο οποίος ήταν πρόσφυγας, που είχε αποταθεί στο Δήμο όπου η ίδια εργαζόταν για βοήθεια.
Η γνωριμία με τον Κατηγορούμενο και η δημιουργία σχέσης
Έχοντας λοιπόν γνωρίσει τον Κατηγορούμενο μέσω της δουλειάς της, δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι ξεκίνησαν αρχικά να βγαίνουν ραντεβού[80], ότι στη συνέχεια, μετά από 4-5 μήνες[81] συνήψαν μεταξύ τους ερωτική σχέση, μέχρι που κατά τον Απρίλιο του 2023, ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να παντρευτούν οπόταν και ταξίδεψαν μαζί στο Ιράκ (βλ. Τεκμήριο 15)[82] προκειμένου, ως η Παραπονούμενη εξήγησε, να δει αν ταιριάζουν και αν πράγματι μπορούσε να είναι μαζί του. Αποτέλεσε δε κοινό τόπο ότι εκεί είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή[83], όπως κοινώς αποδεκτό ήταν και το ότι κατά την παραμονή τους εκεί η Παραπονούμενη δέχθηκε μήνυμα από την πρώην σύζυγο του Κατηγορούμενου, η οποία της είπε ότι ζήλεψε επειδή είχε σχέση με τον πρώην σύζυγο της, οπόταν και αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε επαφές μαζί της ενώ στην ίδια είχε αναφέρει ότι είχαν διακόψει[84]. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η Παραπονούμενη να αντιδράσει και να λογομαχήσει μαζί του, καθιστώντας πλέον σαφές ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να έχουν πια καμμιά επαφή. Και πράγματι κατά τους επόμενους επτά μήνες δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή, κάτι που επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο, όπως δεν αμφισβητήθηκε (αφού καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε) ούτε και το ότι στη συνέχεια περί τον Νοέμβριο – Δεκέμβριο του 2023, ο Κατηγορούμενος της απέστειλε μήνυμα μέσω της εφαρμογής «Τik-Τok», οπόταν και άρχισαν να έχουν ξανά επικοινωνία, με την ίδια όμως να του έχει ξεκαθαρίσει, ότι η σχέση τους θα ήταν πλέον φιλική, πράγμα το οποίο εκείνος αρχικά αποδέχτηκε, όμως εντός μικρού χρονικού διαστήματος ξεκίνησε και πάλι να της δείχνει το ερωτικό του ενδιαφέρον και να της λέει ότι την αγαπά.
Το ταξίδι στην Πορτογαλία τέλη Δεκεμβρίου 2023 - αρχές Ιανουαρίου 2024
Παρά την πιο πάνω στάση του, η ίδια ήταν ξεκάθαρη και συνέχισε να του λέει ότι η σχέση τους είναι μόνο φιλική, κάτι που ο Κατηγορούμενος φαίνεται να αποδέχθηκε, αφού περί τα τέλη του Δεκεμβρίου 2023 - αρχές Ιανουαρίου 2024, ταξίδεψαν για διακοπές στην Πορτογαλία για μια εβδομάδα, ως φίλοι.
Στο μεταξύ αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι η Παραπονούμενη είχε αρχίσει να έχει σχέση με τον M.S. με καταγωγή από τη Συρία, τον οποίο ενημέρωσε για το ταξίδι που θα πήγαινε με τον Κατηγορούμενο στην Πορτογαλία, κατά τη διάρκεια του οποίου, ειλικρινώς ανέφερε ότι πέρασαν όμορφα με τον Κατηγορούμενο.
Ό,τι δε είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ, αφού έχει τη σημασία του για τα όσα έπονται, είναι πως κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στην Πορτογαλία διέμειναν στο ίδιο δωμάτιο ως φίλοι και χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους, θέση η οποία επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη και την οποία αποδέχεται και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8), όπου αναφέρει ότι έμειναν μαζί για πέντε μέρες στο ίδιο δωμάτιο χωρίς να συμβεί οτιδήποτε σεξουαλικό μεταξύ τους. Παρά ταύτα όμως με το τέλος των διακοπών τους, ο Κατηγορούμενος, ως η Παραπονούμενη ανέφερε, άρχισε και πάλι να γίνεται πιεστικός για να προχωρήσουν ερωτικά και ως εκ τούτου, για να μην έχουν επαφή, η Παραπονούμενη τον μπλόκαρε. Το γεγονός πως πράγματι διακόπηκε η επικοινωνία τους κατά το διάστημα που ακολούθησε το ταξίδι τους στην Πορτογαλία, το αποδέχεται και ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του, χωρίς ωστόσο να δίδει περισσότερες εξηγήσεις και χωρίς πάντως στην Παραπονούμενη να έχει τεθεί οποιαδήποτε αντίθετη θέση σε σχέση με τα όσα η ίδια κατέθεσε. Ό,τι άλλο προκύπτει εκ της καταθέσεως του είναι πως αποδέχεται πως η επικοινωνία τους επανάρχισε ακολούθως, ως δηλαδή ήταν και η θέση της Παραπονούμενης, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει με ποιου την πρωτοβουλία τούτο έγινε. Επί τούτου διαφωτιστική ήταν η μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε, με βάση την οποία η επικοινωνία τους επανάρχισε όταν, περί τον Φεβρουάριο του 2024, της απέστειλε μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ την πήρε και τηλέφωνο από απόκρυψη αριθμού, με σκοπό να μιλήσουν ξανά. Αφού το έπραξαν, αποφάσισαν και πάλι να αρχίσουν να κάνουν παρέα σε φιλικό επίπεδο, μέχρι που τον Απρίλιο του 2024 αποφάσισαν να έρθουν στην Κύπρο για διακοπές, κάτι που επίσης αποδέχεται ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του.
Η απόφαση να ταξιδέψουν μαζί για διακοπές στην Κύπρο
Ως προς την απόφαση τώρα να ταξιδέψουν μαζί στην Κύπρο, η Παραπονούμενη, εύλογα και πειστικά ανέφερε πως για να την λάβει, είχε λάβει υπόψη ότι, όταν προηγουμένως ταξίδεψαν στην Πορτογαλία, όλα μεταξύ τους ήταν εντάξει[85], ενώ είχε φροντίσει να του ξεκαθαρίσει ξανά ότι η σχέση τους θα ήταν φιλική, κάτι που εκείνος αποδέχτηκε[86]. Παρόλο που δεν βλέπουμε να έχει ιδιαίτερη σημασία σημειώνουμε ότι αυτή τη φορά, ως παρέμεινε αναντίλεκτο, δεν αποκάλυψε τα σχέδιά της στον σύντροφό της Μ.S., ο οποίος, ως ήδη υποδείξαμε, γνώριζε για το προηγηθέν ταξίδι στην Πορτογαλία[87]. Και τούτο επειδή, ως ειλικρινώς παραδέχθηκε, ενοχλούσε τον τελευταίο η συναναστροφή της με τον Κατηγορούμενο.
27.4.24 - 29.4.24 - Διαμονή στη Λάρνακα
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι έφθασαν στην Κύπρο τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 28.4.24 και κοιμήθηκαν για δύο βραδιές στο ίδιο κρεβάτι σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα[88]. Είναι βέβαια γεγονός ότι η Παραπονούμενη ανέφερε στην κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 13, σελ. 2, γρ. 14-16) πως είχε ζητήσει στην υποδοχή να της εξασφαλίσουν δωμάτιο με χωριστά κρεβάτια, κάτι το οποίο της είπαν ότι δεν ήταν εφικτό λόγω έλλειψης διαθεσιμότητας και λόγω του προχωρημένου της ώρας δεν μπορούσαν να το διευθετήσουν[89]. Αντεξετάστηκε βέβαια από την υπεράσπιση ως προς την προφορική αναφορά της κατά την κυρίως εξέταση (βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 16, γρ. 23-25), όπου ερωτηθείσα γιατί επέλεξαν ένα δωμάτιο για να μείνουν μαζί, ανέφερε ότι δεν το αποφάσισε η ίδια αλλά όταν έφτασαν, δεν υπήρχαν χωριστά δωμάτια. Αφήνοντας δηλαδή να νοηθεί ότι η ίδια είχε ζητήσει χωριστά δωμάτια και όχι απλά χωριστά κρεβάτια, ως ανέφερε στην κατάθεση της.
Επί τούτου κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε πως η μάρτυρας φαίνεται γνήσια να μη θυμόταν, κατά τον χρόνο που έδιδε μαρτυρία - ένα και πλέον έτος μετά - αν αυτό που ζήτησε ήταν χωριστά δωμάτια ή κρεβάτια και προς τούτο παραπέμπουμε στην απάντηση της κατά την αντεξέταση όπου αυθόρμητα ανέφερε: «Στο πρώτο ξενοδοχείο στη Λάρνακα είχα ζητήσει ξεχωριστά δωμάτια ή κρεβάτια τουλάχιστον αλλά εκεί μας είπε ότι λόγω της καθυστερημένης άφιξης μας το βράδυ, δεν υπήρχαν διαθέσιμα κρεβάτια»[90].
Το ότι σίγουρα δεν επρόκειτο για απάντηση της μάρτυρος μέσω της οποίας αποσκοπούσε να αποκρύψει ότι είχε εξ αρχής συμφωνήσει να μείνει στο ίδιο δωμάτιο μαζί του, προκύπτει αβίαστα θα λέγαμε από το γεγονός ότι σε σχέση με τη διαμονή τους στην Αγία Νάπα, δέχθηκε εξ αρχής πως έκλεισαν ένα δωμάτιο, αφού ως ευθέως ανέφερε θα ήταν πολύ ακριβό να κλείσουν δύο δωμάτια[91]. Αυτό δε που είναι ακόμα πιο ουσιώδες και το οποίο παραγνωρίζει η υπεράσπιση, είναι ότι η μάρτυρας εξήγησε πειστικά και τον λόγο που δεν είχε πρόβλημα να διαμείνει στο ίδιο δωμάτιο μαζί του, αφού ως ανέφερε, του είχε εμπιστοσύνη να κοιμηθούν μαζί στο ίδιο κρεβάτι λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε στην Πορτογαλία[92].
Η παραμονή τους στη Λάρνακα παραδεκτώς κύλησε ομαλά με τη μάρτυρα να περιγράφει ειλικρινώς ότι πέρασαν όμορφα, ότι επισκέφθηκαν αξιοθέατα στη Λευκωσία και στη Λάρνακα, με τη σχέση τους να διατηρείται πάντα σε φιλικό επίπεδο. Τα πιο πάνω ουδόλως αμφισβητήθηκαν. Αξιοσημείωτη όμως είναι η θέση της, η οποία επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού καμμιά αντίθετη υποβολή της έγινε, πως κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Λάρνακα είχαν δει στο δρόμο αρκετούς άντρες από τη Συρία, η οποία σημειώνουμε πως είναι η χώρα καταγωγής του συντρόφου της Παραπονούμενης (M.S.), οπόταν και επί τη ευκαιρία αυτή, ο Κατηγορούμενος της ανέφερε ότι δεν της άρεσε να βλέπει Σύριους και ήταν γενικά αρνητικά διακείμενος προς αυτούς. Τούτο το σημειώνουμε διότι ως θα διαφανεί έχει τη δική του σημασία στα όσα έπονται.
29.4.24 - Μετάβαση στην Αγία Νάπα – Εγκατάσταση στο ξενοδοχείο – Νυχτερινή Έξοδος
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι στις 29.4.24 έφτασαν στην Αγία Νάπα στο ξενοδοχείο Nissi Blue, όπου είχαν κράτηση για τέσσερις ημέρες σε δωμάτιο με ένα ''king size'' κρεβάτι[93], αφού ως ήδη υποδείξαμε η τιμή του δωματίου στην Αγία Νάπα ήταν απαγορευτική για να κλείσουν δύο ξεχωριστά δωμάτια[94]. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της ότι τους παραχώρησαν το δωμάτιο 560 και ότι αφού πήγαν στην παραλία για μπάνιο και ακολούθως στα μαγαζιά, κατέληξαν σε εστιατόριο όπου έφαγαν ενώ στη συνέχεια επέστρεψαν στο ξενοδοχείο όπου ξεκουράστηκαν και το βράδυ, γύρω στις 21:30, βγήκαν για νυχτερινή έξοδο σε διάφορα pubs της περιοχής. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση της ότι αρχικά πήγαν και έκαναν ναργιλέ σε ένα καφέ-μπαρ όπου έμειναν μέχρι τις 23:00 και ότι ακολούθως πήγαν σε διάφορα μπαρ όπου η ίδια κατανάλωσε κάποια ποτά, χωρίς όμως να μεθύσει αφού είχε πλήρη επίγνωση.
Θέση της ήταν ότι τα ίδια ίσχυαν και για τον Κατηγορούμενο ο οποίος δεν ήταν μεθυσμένος. Η θέση αυτή βέβαια αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση, της οποίας η θέση ήταν ότι τα ποτά που κατανάλωσε ο Κατηγορούμενος «ήταν αμέτρητα» και ότι ήπιε «πάρα πολύ» (βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 22), θέσεις τις οποίες απέρριψε η Παραπονούμενη. Παρόλο που δεν αποφαινόμαστε τελειωτικά επί του ζητήματος τούτου, αυτό που οφείλουμε να σημειώσουμε πάντως, είναι πως η Παραπονούμενη δεν υποστήριξε αυθαίρετα τη θέση της αυτή. Τουναντίον ανέφερε πως ήταν φανερό πως δεν ήταν μεθυσμένος από το γεγονός ότι περπατούσε σε μια ευθεία γραμμή[95] αλλά και από τον τρόπο που της μιλούσε και εν γένει από τον τρόπο που επικοινωνούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια[96]. Η θέση της αυτή συνάδει ακόμα και με το ότι δεν κατανάλωσαν μεγάλο αριθμό ποτών, αφού ως ανέφερε κατανάλωσε περί τα 3-4 ποτά η ίδια και ένα περισσότερο απ’ αυτήν, ο Κατηγορούμενος[97]. Βέβαια αντεξετάστηκε επί τω ότι δεν είχε αναφέρει τους αριθμούς των ποτών στην κατάθεση της. Παρόλο δε που πράγματι δεν εντοπίζεται στην κατάθεση της σχετική αναφορά, εντούτοις θεωρούμε ότι πρόκειται για μια λεπτομέρεια που δεν επηρεάζει τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της, όπου εμπεριέχεται η ουσιαστική της θέση ότι, αφενός κατανάλωσαν κάποια ποτά και αφετέρου ότι ουδείς εξ αυτών ήταν μεθυσμένος.
Βέβαια με ειλικρίνεια παραδέχθηκε ότι σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος όταν κάπνισε ένα τσιγάρο βγαίνοντας από τη μπυραρία[98], αισθάνθηκε ζάλη, την οποία ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος) απέδωσε[99] στο τσιγάρο που κάπνισε, το οποίο ήταν με γεύση ''μέντα''. Της τέθηκε κατά την αντεξέταση ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση της ότι το τσιγάρο που κάπνισε είχε γεύση μέντα, όπως δεν ανέφερε ούτε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που της είπε ότι ζαλίστηκε.
Επί τούτου αρκούμαστε πολύ σύντομα να πούμε πως δεν θεωρούμε πως αξίζει να αναλώσουμε χρόνο για υποδείξουμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν έχει ιδιαίτερη σημασία τι γεύση ή οσμή είχε το τσιγάρο. Το ουσιώδες εδώ βέβαια είναι τι τον έκανε να αισθανθεί, που ήταν η ζάλη στην οποία η μάρτυρας έκανε ρητή αναφορά. Απαντώντας δε στη σχετική υποβολή πως δεν κατέγραψε ότι η ζάλη ήταν αναφορά προερχόμενη από τον Κατηγορούμενο, εύλογα διερωτήθηκε πώς αλλιώς θα μπορούσε να το γνωρίζει αν δεν της το έλεγε ο Κατηγορούμενος («Πώς αλλιώς να ήξερα ότι ζαλιζόταν;»[100]). Πάντως η ίδια δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τη θέση της πως, μετά που ένιωσε ζάλη ο Κατηγορούμενος κάθισαν έξω από την μπυραρία όπου άρχισε να της λέει ότι είναι όμορφη, με την ίδια να τον αγνοεί και τον ίδιο να αναγκάζεται να το σταματήσει.
Ήταν πάντως σαφές εκ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης πως η ζάλη αυτή, δεν επηρέασε τη δυνατότητα του να αντιλαμβάνεται πλήρως πού βρισκόταν και τι συνέβαινε γύρω του και εν γένει να έχει επίγνωση του χρόνου και του τόπου, αφού ως πειστικά ανέφερε, κατά την επιστροφή τους στο ξενοδοχείο, έδινε οδηγίες στον οδηγό ταξί[101], ενθυμούμενος καλά πού ήταν το ξενοδοχείο[102]. Κάτι που θεωρούμε και εμείς πως σίγουρα δε θα αναμένετο από κάποιον ο οποίος, ήπιε «αμέτρητα ποτά» εκείνο το βράδυ, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, την οποία εν περιπτώσει απέρριψε η Παραπονούμενη[103]. Ανεξαρτήτως δε αν η ζάλη του στο στάδιο εκείνο προερχόταν από το αλκοόλ ή το τσιγάρο ή ένα συνδυασμό των δύο, πάντως το ουσιώδες εδώ εκ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος επικοινωνούσε χωρίς πρόβλημα μαζί της [104].
Η θέση αυτή της Παραπονούμενης περί του ότι ήταν σε θέση να δίδει οδηγίες και να θυμάται πού βρισκόταν το ξενοδοχείο, συνάδει βέβαια και με το συμπέρασμα της Μ.Κ.6 το οποίο αποδεχθήκαμε ως ορθό και η οποία ανέφερε ότι ακόμα και αν ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει αλκοόλη, η ποσότητα δεν ήταν μεγάλη για τους λόγους που λεπτομερώς επεξήγησε και καταγράψαμε ανωτέρω. Το δε συμπέρασμα της Μ.Κ.6, μαζί με τα όσα άλλα η Παραπονούμενη ανέφερε, πρέπει να πούμε πως αποδομούν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον και τη θέση του Κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση, πως ένεκα της κατανάλωσης τόσο μεγάλης ποσότητας αλκοόλης είχε απώλεια μνήμης/αντίληψης. Θυμίζουμε ότι θέση του ήταν ότι το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι να βγαίνουν χέρι-χέρι με την Παραπονούμενη από ένα κλαμπ, να κάθονται σ' ένα πεζοδρόμιο και να σταματάει ένα ταξί. Ακολούθως θυμάται αμυδρά ότι μπήκε στο δωμάτιο, έκλεισε τα μάτια γιατί ζαλιζόταν από το αλκοόλ και το επόμενο που θυμάται είναι ότι ξύπνησε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου χωρίς παπούτσια (βλ. Τεκμήριο 8, σελ. 3, γρ. 3-8).
Το αν έτσι είχαν τα πράγματα βέβαια, είναι ζήτημα στο οποίο θα καταλήξουμε αφού συνεκτιμήσουμε το σύνολο των γεγονότων. Τονίζουμε όμως πως μια σχετική παράμετρος κατά την κρίση της αξιοπιστίας της εκδοχής του Κατηγορούμενου είναι και η τυχόν προώθηση θέσεων, με θετικό τρόπο, ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το επίμαχο διάστημα. Και τούτο αφού αν η ως άνω θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του ευσταθεί, αναπόφευκτα εξυπακούει ότι ο ίδιος εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ούτε και κατ’ επέκταση να προωθήσει θετική εκδοχή ως προς τα όσα διημείφθησαν εντός του επίδικου δωματίου κατά τον επίδικο χρόνο. Επισήμανση ουσιαστική εν σχέσει με τα όσα έπονται.
Η επιστροφή στο ξενοδοχείο – Το επίδικο συμβάν
Επιστρέφοντας στα γεγονότα λοιπόν, παρέμεινε αναντίλεκτο ότι γύρω στις 02:00 επιβιβάστηκαν στο ταξί και γύρισαν στο ξενοδοχείο τους. Θέση της Παραπονούμενης ήταν πως φτάνοντας εκεί και έχοντας εισέλθει στο δωμάτιο όπου διέμεναν, εκείνος έβγαλε τη μπλε κοντομάνικη φανέλα του και το μπεζ κοντό παντελόνι που φορούσε και έμεινε με το εσώρουχο/μποξεράκι του. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι θυμάται αμυδρά την είσοδο τους στο δωμάτιο και ακολούθως να κλείνει τα μάτια του επειδή ζαλιζόταν και ακολούθως το επόμενο που θυμάται είναι ξυπνά ευρισκόμενος σε δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο στη συνέχεια ανακάλυψε πως βρισκόταν στη Λάρνακα.
Παρά ταύτα το πότε και ποια ρούχα έβγαλε ή έβαλε ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν στο δωμάτιο αποτέλεσε παραδόξως αντικείμενο έντονης αντεξέτασης, στο πλαίσιο της οποίας μάλιστα τέθηκαν προς την Παραπονούμενη συγκεκριμένες θέσεις, κάτι που, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ξενίζει με δεδομένη την ως άνω καταγραφείσα θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του.
Αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα αυτό για την ώρα, σημειώνουμε πως ό,τι άλλο αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης αντεξέτασης, ήταν ο χρωματισμός του εσώρουχου που φορούσε ο Κατηγορούμενος.
Επί του τελευταίου σημειώνουμε ότι η μάρτυρας, στην κατάθεση της Τεκμήριο 13, το περιέγραψε ως χρώματος μαύρου με κόκκινες γραμμές, όμως κατά την κυρίως της εξέταση, αναγνώρισε το ανδρικό εσώρουχο, Τεκμήριο 1.17, ως αυτό που φορούσε ο Κατηγορούμενος κατά το επίδικο βράδυ, λέγοντας ότι το περιέγραψε ως κόκκινο με μαύρες γραμμές επειδή νομίζει ότι, μέσα στο σκοτάδι, αυτό είδε[105].
Βέβαια, ως ήδη υποδείξαμε αντεξετάστηκε επιστάμενα για το χρώμα του εσωρούχου του Κατηγορούμενου, οπόταν και ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αρχικά φορούσε το μαύρο με τις κόκκινες γραμμές το οποίο και αφαίρεσε παραμένοντας γυμνός. Όταν ακολούθως η Παραπονούμενη του είπε να φορέσει ρούχα και να πάει για ντους, φόρεσε αυτό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.17[106], το οποίο συνέχισε να φορά και κατά τη διάρκεια της επίθεσης[107] και το οποίο αργότερα, όταν δηλαδή μετά την λήξη του επεισοδίου έφυγε από το ξενοδοχείο, ενδεχομένως να αντικατέστησε και πάλι, όπως είπε η Παραπονούμενη, με το μαύρο με κόκκινες ρίγες, ως φαίνεται στις φωτογραφίες 28 και 29 του Τεκμηρίου 11[108], που λήφθηκαν κατά τον χρόνο που διεξαγόταν η ιατροδικαστική εξέταση του.
Βέβαια η συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε με ένταση ότι κατά την κυρίως εξέτασή της, είχε ερωτηθεί και είχε απορρίψει το ενδεχόμενο αλλαγής εσωρούχου μέσα στο δωμάτιο προτού εξελιχθεί το επεισόδιο, όπου η μάρτυρας είχε αναφέρει «όχι αυτό φορούσε», εννοώντας το Τεκμήριο 1.17[109]. Για να εισηγηθεί εν τέλει η συνήγορος υπεράσπισης πως το γεγονός ότι η Παραπονούμενη αντεξεταζόμενη διαφοροποίησε τη θέση της, φανερώνει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευασμένα γεγονότα[110].
Όμως η πιο πάνω συλλογιστική παραλείπει να συνεκτιμήσει δύο σοβαρές παραμέτρους, που δεν είναι άλλες από το ότι πρώτον όταν κατέθετε κατά την κυρίως της εξέταση δεν ήταν κάθετη ότι αυτό φορούσε αλλά απαντώντας με εμφανή αβεβαιότητα ανέφερε «δεν νομίζω, φορούσε το ίδιο»[111] (έμφαση δοθείσα). Κατά δεύτερον και εν πάση περιπτώσει δεν θεωρούμε πως είναι ουσιώδες το χρώμα του εσωρούχου που φορούσε ο Κατηγορούμενος αλλά το κατά πόσον η ουσία της μαρτυρίας της Παραπονούμενης ως προς την εξέλιξη των γεγονότων είναι συμπαγής, έχει συνοχή και συνάδει λογικά. Εξάλλου και η ίδια απαντώντας σε σχετική υποβολή περί κατασκευασμένων γεγονότων, εύλογα ανέφερε ότι «εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόμουν το εσώρουχο του αλλά το γεγονός ότι προσπαθούσε να με βιάσει»[112]. Απάντηση η οποία θεωρούμε ότι εντάσσεται λογικά στην πραγματικότητα που η ίδια περιέγραφε ότι βίωνε και επεξηγεί, ως ορθά εισηγήθηκε και ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και την όποια σύγχυση μπορεί να υπήρξε στο μυαλό της ως προς το χρώμα του εσώρουχου. Την οποία και εμείς με τη σειρά μας θεωρούμε υπό τις περιστάσεις που η ίδια περιέγραψε, εύλογη και αναμενόμενη.
Ως προς τη θέση τώρα που της υποβλήθηκε ότι δηλαδή «ο λόγος που εσύ ήσουν σε σύγχυση στην κατάθεση σου και μίλησες για μαύρο με κόκκινες γραμμές και ουδέποτε αναφέρθηκες στο γκρι μποξεράκι που τελικά κατατέθηκε είναι γιατί ουδέποτε ο Κατηγορούμενος έβγαλε το παντελονάκι του»[113], αυτή πέραν του ότι δεν δικαιολογείται δεδομένης της ως άνω καταγραφείσας θέσης του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του, καταρρίπτεται και από την πραγματική μαρτυρία, που περιέχεται στο Τεκμήριο 1.18 αλλά και τις φωτογραφίες οι οποίες εξήχθησαν από αυτό και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16.
Επί τούτου έχουμε ήδη αναφέρει πως έχοντας παρατηρήσει ενδελεχώς τα πιο πάνω διαπιστώσαμε ότι κατ’ αρχάς διαφέρει η ενδυμασία του Κατηγορούμενου μεταξύ της πρώτης εμφάνισης του με το εσώρουχο (Τεκμήριο 16) και της δεύτερης εμφάνισής του με βερμούδα χρώματος μπεζ μέχρι το γόνατο (Τεκμήριο 17). Τα πιο πάνω τεκμήρια καταρρίπτουν επίσης τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος φορούσε το μαύρο με κόκκινες γραμμές εσώρουχο καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας μέχρι και τη σύλληψή του από την Αστυνομία, χωρίς ποτέ να το αλλάξει[114]. Και τούτο αφού ήδη έχουμε πει πως το εσώρουχο Τεκμήριο 1.17, είναι το εσώρουχο που φαίνεται να φορά ο Κατηγορούμενος στα πιο πάνω στιγμιότυπα του Τεκμηρίου 1.18 και φωτογραφίες του Τεκμηρίου 16. Παρόλο δε που πρόκειται για πραγματική μαρτυρία την οποία ως ήδη υποδείξαμε το Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να παρατηρήσει και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα χωρίς να δεσμεύεται από το τι οι μάρτυρες αναφέρουν, όσο καλή εντύπωση και αν αυτοί άφησαν, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε και εμείς την απάντηση της Παραπονούμενης στη σχετική υποβολή που της τέθηκε ότι προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, όπου αναφερόμενη στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 16, είπε ότι αυτές μιλούν από μόνες τους[115]. Θέση με την οποία και εμείς συμφωνούμε, όχι βέβαια επειδή την ανέφερε η Παραπονούμενη, αλλά επειδή συμπίπτει με το τι το Δικαστήριο αντελήφθη παρατηρώντας το εν λόγω τεκμήριο, κάτι που εν πάση περιπτώσει σημειώσαμε ενωρίτερα στην απόφαση μας.
Το ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος φορούσε το εσώρουχο Τεκμήριο 1.17 υποστηρίζεται άλλωστε και από τα συμπεράσματα 12, 13 και 14 της έκθεσης της Μ.Κ.17, ως αυτά αναλύθηκαν πιο πάνω, σύμφωνα με τα οποία το γενετικό υλικό της Παραπονούμενης εντοπίστηκε στο Τεκμήριο 1.17 τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πλευρά κάτι που ως η εν λόγω μάρτυρας συνάδει με την εκδοχή γεγονότων που περιγράφεται στο Τεκμήριο 29, η οποία ως υποδείξαμε συμπίπτει στην ουσία με την εκδοχή της Παραπονούμενης, με την Μ.Κ.17 να απορρίπτει πειστικά, ως αποδεχθήκαμε τα σενάρια έμμεσης μεταφοράς του γενετικού υλικού που της τέθηκαν ιδίως στην εσωτερική πλευρά του εσωρούχου του.
Επανερχόμενοι στα γεγονότα πρέπει να πούμε βέβαια πως παρά τα πιο πάνω η θέση της Παραπονούμενης ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος φαίνεται να φοράει εσωτερική άσπρη φανέλα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού καίτοι αποτελεί την ειλικρινή εντύπωση της μάρτυρος εντούτοις δεν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία. Εξ ου και δεν αποδεχόμαστε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της, τονίζοντας όμως ότι δεν επηρεάζει την εν γένει αξιοπιστία της, η εσφαλμένη πεποίθηση της για ένα, εν πολλοίς, επουσιώδες ζήτημα. Ιδίως εφόσον δεν εντοπίζεται ούτε και μας υποδείχθηκε οποιαδήποτε σκοπιμότητα, την οποία τυχόν θα εξυπηρετούσε μια τέτοια τοποθέτηση από πλευράς της.
Επανερχόμενοι τώρα στην εξέλιξη των γεγονότων, ό,τι ακολούθησε σύμφωνα πάντα με την Παραπονούμενη, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος κάθισε στο κρεβάτι και είπε ότι ζαλίστηκε με την ίδια να του προτείνει να κάνει μπάνιο για να νιώσει καλύτερα και τον ίδιο να το αποδέχεται. Αντίλογος στα λεγόμενα της εδώ δεν υπήρξε, πράγμα αναμενόμενο δεδομένης ως ήδη είπαμε της θέσης του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του. Πάντως η Παραπονούμενη με ειλικρίνεια ανέφερε πως συν τω χρόνω ο Κατηγορούμενος άρχισε να γίνεται πολύ παράξενος, να έχει απλανές βλέμμα και ενώ της είπε πως θα πήγαινε για μπάνιο, έβγαλε το εσώρουχο που φορούσε και παρέμεινε να στέκεται γυμνός. Η πιο πάνω περιγραφή όμως, ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι συνέβαινε πού βρισκόταν και τι έκανε, αφού φαίνεται πως από τις συζητήσεις που έκαναν, αυτός συνέχιζε να αντιλαμβάνεται το αντικείμενο της συζήτησης και να απαντά, κάτι που επιβεβαιώνεται έτι περαιτέρω και από τα όσα ακολουθούν.
Αυτή ήταν εξάλλου και η θέση της Παραπονούμενης η οποία δε δέχθηκε πως ο Κατηγορούμενος δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν ως της τέθηκε κατά την αντεξέταση και εξήγησε πως αντελήφθη χωρίς πρόβλημα όταν του είπε να πάει να κάνει μπάνιο, εξηγώντας μάλιστα πειστικά πως το γεγονός ότι δεν ανταποκρίθηκε, οφειλόταν στο γεγονός πως απλά την αγνόησε[116].
Θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι στη συνέχεια η ίδια μπήκε και έκανε μπάνιο και ότι όταν βγήκε φορούσε το νυχτικό της χρώματος μπλε/πετρόλ, το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 1.15[117], χωρίς σουτιέν, ενώ για εσώρουχο, φορούσε ένα ροζ στρινγκ το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 1.16[118]. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν, όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε η θέση της ότι βγαίνοντας τον βρήκε να κάθεται στο κρεβάτι και να κοιτάζει τον τοίχο, ενώ όταν η ίδια πήγε στον καθρέφτη για να χτενιστεί, παρατήρησε ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος καθόταν στο κρεβάτι άρχισε να την κοιτάζει επίμονα, οπόταν ως ήταν λογικό τον ρώτησε τι συμβαίνει κι εκείνος της απάντησε ότι συνεχίζει να ζαλίζεται. Ούτε οι θέσεις αυτές αμφισβητήθηκαν καθ’ οιονδήποτε θετικό τρόπο. Μετά από τα πιο πάνω θέση της Παραπονούμενης, η οποία και πάλιν δεν αμφισβητήθηκε, ήταν ότι έσβησε το φως με σκοπό να κοιμηθεί, όμως, κατά παράκληση του ιδίου, το άναψε και πάλι αφού όπως της είπε, ζαλιζόταν. Επειδή είδε όμως ότι ήταν ακόμη γυμνός, το έκλεισε και πάλι και του είπε είτε να φορέσει ρούχα, είτε να πάει για ντους[119] με τον ίδιο να ανταποκρίνεται και να φορά το μποξεράκι του. Ενέργεια που συνεχίζει να υποστηρίζει τη θέση της Παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη αντίληψη των όσων συνέβαιναν γύρω του.
Ό,τι ακολούθησε ήταν, σύμφωνα πάντα με την Παραπονούμενη, ότι ενώ η ίδια βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κάτω από τα σεντόνια, ήρθε και εκείνος και ξάπλωσε πολύ κοντά της, πάνω από τα σεντόνια, έτσι που το κεφάλι του ακουμπούσε των ώμο της, με την ίδια να του επαναλαμβάνει ούτε μια, ούτε δυο αλλά τρεις φορές, να πάει στη δική του μεριά χωρίς όμως να συμμορφώνεται. Γι' αυτό σηκώθηκε ενοχλημένη και πήγε στο μπάνιο όπου ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε, για να επιστρέψει ακολούθως στο κρεβάτι όπου επέστρεψε και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ξάπλωσε κάτω από τα σεντόνια, αυτή τη φορά αγγίζοντας με το χέρι του το χέρι της, το οποίο η ίδια απομάκρυνε δύο φορές από το δικό του, μ' εκείνον να επιμένει να το ξαναβάζει μέχρις ότου τον αγνόησε[120] και εν τέλει το απομάκρυνε από μόνος του.
Ό,τι βέβαια γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω αναντίλεκτα γεγονότα, δεν είναι οποιαδήποτε αδυναμία του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί τη συζήτηση, αλλά τουναντίον αυτό που ξεκάθαρα αναδύεται, είναι η επιθυμία του να βρίσκεται κοντά στην Παραπονούμενη και να την αγγίζει, αγνοώντας τις πράξεις και τα λόγια της τελευταίας, με τα οποία κατά τρόπο σαφή του έδειχνε πως δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Σε συνέχεια των πιο πάνω και βλέποντας προφανώς πως έτσι δεν λάμβανε ανταπόκριση, της είπε ότι την αγαπά, με την ίδια να του απαντά ευθέως ότι αγαπάει τον Μ.S., αυτόν να την ρωτά «Και εμένα;» και αυτή να συνεχίζει λέγοντας του πως ίσως και να είναι έγκυος με το παιδί του M.S.. Ακολούθως ήταν η θέση της πως αντιλαμβανόμενος ο Κατηγορούμενος πολύ καλά τι του είπε και έχοντας θορυβηθεί ως εκ των λεγομένων της, την ρώτησε αν είναι αλήθεια. Επιβεβαιώνοντας έτσι έτι περαιτέρω τη θέση της Παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν και παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς πρόβλημα. Όταν δε η ίδια του επιβεβαίωσε ότι έτσι έχουν τα πράγματα λέγοντας του ''ναι'', την ξαναρώτησε με πιο δυνατή φωνή, εμφανώς αναστατωμένος πλέον, για να ξαπλώσει στη συνέχεια αμέσως πάνω της και να αρχίσει να την φιλά βίαια στο στόμα και στο λαιμό, κατά τρόπο που η ίδια δυσκολευόταν να αναπνεύσει.
Η δε θέση της ότι η προσπάθεια της στο στάδιο αυτό να φωνάξει απέβη άκαρπη, ακολουθεί λογικά τα γεγονότα που περιέγραψε, λόγω ακριβώς του ότι, ως περιέγραψε, τη φιλούσε βίαια στο στόμα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα, ως εύλογα ανέφερε, να μη μπορεί να βγει η φωνή της.
Κατά τον ίδιο τρόπο ακολουθεί λογικά και το γεγονός ότι, ως περιέγραψε, παρά το ότι προσπαθούσε με τα χέρια της να τον σπρώξει για να φύγει από πάνω της, εντούτοις δεν μπορούσε να το πετύχει αφού αυτός συνέχιζε να την φιλά στο πρόσωπο πιέζοντας την κάτω στο μαξιλάρι. Η δε θέση της ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο βίας ο Κατηγορούμενος της έβγαλε δια της βίας το εσώρουχο της, συνάδει με την φυσική κατάσταση του εν λόγω εσώρουχου, το οποίο κατασχέθηκε ως τεκμήριο και το οποίο ως λέχθηκε αναγνώρισε η Παραπονούμενη ως το Τεκμήριο 1.16. Το εν λόγω εσώρουχο λοιπόν, Τεκμήριο 1.16, είναι εμφανώς σχισμένο, με την ίδια να εξηγεί πειστικά κατά την προφορική της μαρτυρία, σε πλήρη συνοχή με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της, ότι αυτό σχίστηκε στην προσπάθειά του να της το βγάλει δια της βίας[121].
Αλλά και η θέση της ότι παράλληλα και ο ίδιος κατέβασε το εσώρουχό του με την ίδια να αντιστέκεται τραβώντας του το προς τα επάνω[122] συνάδει με τα συμπεράσματα 13 και 14 του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής τα οποία αποδεχθήκαμε για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήσαμε. Η δε θέση της ότι εν συνεχεία αντί να σταματήσει έβαλε τα δυο του δάχτυλα στον κόλπο της συνάδει με τις εκδορές στο αιδοίο της, (βλ. φωτογραφίες Τεκμήριο 27), οι οποίες δεν αμφισβητήθηκε ότι αποτελούν εκδορές προκληθείσες εντός του εικοσιτετραώρου (ως εξηγήσαμε στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ιατροδικαστικής μαρτυρίας). Ο δε μηχανισμός πρόκλησης τους, ήτοι από τα νύχια κατά τη διείσδυση δαχτύλου, ήταν αποδεκτός τρόπος πρόκλησης τους με βάση την αναντίλεκτη επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.11. Η δε θέση του Κατηγορούμενου πως αποκλείεται να τις προκάλεσε αυτός επειδή τα νύχια του ήταν και είναι κοντά, απαντήθηκε από τον Μ.Κ.11, ο οποίος ευθέως ανέφερε ότι ακόμα και με κοντά νύχια θα μπορούσαν να προκληθούν οι συγκεκριμένες εκδορές. Η θέση όμως αυτή της Παραπονούμενης περί διείσδυσης των δαχτύλων του Κατηγορούμενου στον κόλπο της, υποστηρίζεται και από τα συμπεράσματα 3, 11 και 12 της Μ.Κ.17 του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής.
Υπενθυμίζουμε εδώ ότι η Μ.Κ.17 ανέφερε συγκεκριμένα εν σχέσει με το συμπέρασμα 3, που ήταν ενδοκολπικό επίχρισμα ληφθέν από την Παραπονούμενη, ότι πέραν από τον εντοπισμό γενετικού υλικού της Παραπονούμενης, κάτι που ήταν εν πολλοίς αναμενόμενο, από την εξέταση του χρωμοσώματος Υ παρατηρήθηκε ότι ο κύριος δότης ήταν άγνωστος άντρας και ότι επίσης παρατηρήθηκαν κάποια αλλήλια του χρωμοσώματος Υ του Κατηγορούμενου. Κάτι που ως εξήγησε σημαίνει πρακτικά ότι η επαφή με τον άγνωστο άντρα που αναφέρθηκε χωρίς προφύλαξη ήταν πιο ισχυρή, ενώ από τον Κατηγορούμενο υπήρχε πιο λίγη συνεισφορά, στοιχείο το οποίο, κατά την Μ.Κ.17, ήταν συμβατό με το ενδεχόμενο να μην υπήρξε διείσδυση πέους αλλά διείσδυση δακτύλου του Κατηγορούμενου, ως δηλαδή ήταν η θέση της Παραπονούμενης ότι συνέβη. Η οποία επίσης υποστήριξε ότι είχε σεξουαλική επαφή με τον M.S. πριν έρθει για διακοπές με τον Κατηγορούμενο, πράγμα το οποίο συνάδει με τον εντοπισμό γενετικού υλικού τρίτου προσώπου. Αφού, ως η Μ.Κ.17 εξήγησε, τέτοιο γενετικό υλικό μπορεί να εντοπιστεί μέχρι και επτά μέρες μετά την επαφή.
Εν σχέσει δε με τα συμπεράσματα 11 και 12, αυτά αφορούσαν δειγματοληψίες που έγιναν από το εσώρουχο της Παραπονούμενης (κάτω μέρος μπροστά και εσωτερικά σε σημείο που είναι σε στενή επαφή με το αιδοίο μιας γυναίκας, ενώ η δεύτερη αφορούσε δύο δειγματοληψίες, από την πίσω πλευρά εσωτερικά και από την εξωτερική πλευρά αντίστοιχα). Σε σχέση αυτές υπήρξε ταύτιση του γενετικού προφίλ του χρωμοσώματος Υ του Κατηγορούμενου, κάτι που για τους λόγους που εξήγησε και αποδεχθήκαμε, είναι συμβατό με άμεση εναπόθεση του γενετικού υλικού και όχι με έμμεση μεταφορά του, αφού τα σενάρια έμμεσης μεταφοράς και μάλιστα πολλαπλής μειώνουν την ποσότητα του γενετικού υλικού, με αποτέλεσμα σε τέτοιες περιπτώσεις να μην εντοπίζεται πλήρες γενετικό αποτύπωμα που να οδηγεί σε πλήρη ταύτιση ως εν προκειμένω έγινε. Εξάλλου ως ανέφερε τα συμπεράσματα 11 και 12 υποστηρίζουν τις αναφορές στο Τεκμήριο 29 μεταξύ των οποίων και τις αναφορές περί διείσδυσης δακτύλου στον κόλπο, που ήταν ακριβώς και η εκδοχή της Παραπονούμενης ενώπιον μας. Υποστηρίζουν όμως σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα και τις αναφορές περί διείσδυσης δακτύλου στον πρωκτό και επαφής του στόματος του άντρα με τα γεννητικά όργανα της γυναίκας, αναφορές σχετικές δεδομένων των όσων κατά την Παραπονούμενη ακολούθησαν και στα οποία θα επανέλθουμε.
Επιστρέφοντας και πάλι στην εξέλιξη των γεγονότων σημειώνουμε πως, οι αναφορές της σε προσπάθειες που κατέβαλλε για να τον αποτρέψει χτυπώντας τον με το δεξί της χέρι στην πλάτη, στο κεφάλι και οπουδήποτε αλλού μπορούσε, συνάδουν και αυτές με τις κακώσεις που εντοπίστηκαν στον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 11), με την υπεράσπιση να μην έχει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αμφισβητήσει ότι οι κακώσεις προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια του περιστατικού αυτού. Αν βέβαια είναι αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι ως εκ του περιστατικού αυτού ο Κατηγορούμενος υπέστη κακώσεις, δεν είναι αντιληπτό γιατί την ίδια στιγμή απέκλεισε, μέσω των θέσεων που προώθησε κατά την αντεξέταση διαφόρων μαρτύρων κατηγορίας, την πιθανότητα, ως εκ του περιστατικού να υπέστη και η Παραπονούμενη κακώσεις. Θυμίζουμε ότι στον Μ.Κ.10 υποβλήθηκε ότι δεν υπήρχαν κακώσεις κατά την έλευση της αστυνομίας εξ ου και δεν τις είδε, στον Μ.Κ.4 ότι μόνο ένα χτύπημα στον αγκώνα είχε μετά το περιστατικό, ενώ στην Παραπονούμενη τέθηκε η θέση πως προϋπήρχαν, αποκλείοντας πάντως με όλες τις υποβολές αυτές, το να υπέστη η Παραπονούμενη κάποιες εξ αυτών ή και όλες, κατά τη διάρκεια του επίδικου συμβάντος. Κατά το οποίο επαναλαμβάνουμε πως ήταν αποδεκτό πως ο Κατηγορούμενος υπέστη κακώσεις.
Ήταν βέβαια η θέση της Υπεράσπισης ότι αν τα πράγματα είχαν ως η Παραπονούμενη τα περιέγραψε, τότε ο Κατηγορούμενος θα είχε καταφέρει να βγάλει εντελώς το εσώρουχό του (όχι απλώς να το κατεβάσει λίγο) και η ίδια θα είχε καταφέρει να του ξεφύγει. Πρόκειται όμως για μια καθ’ όλα υποθετική συλλογιστική η οποία, ως ορθώς εισηγείται και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, στερείται υποβάθρου και ως τέτοια κρίνεται ανάξια περαιτέρω σχολιασμού.
Συνεχίζοντας με τα γεγονότα, σημειώνουμε πως το γεγονός ότι, παρά τη δύναμη που έβαλε, δεν μπορούσε να τον απωθήσει συνάδει με τη θέση της ότι το σώμα του βρισκόταν από επάνω της. Κατά τη συνέχεια δε της δραματικής αφήγησης της, η Παραπονούμενη περιγράφει την πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να διεισδύσει με το γεννητικό του όργανο στον κόλπο της, λέγοντας τα εξής:
«Καθ’ όλη την διάρκεια που εγώ αντιστεκόμουν και μετά που έβγαλε τα δάχτυλα του από μέσα μου, ο Α. έπιασε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο και προσπάθησε να το βάλει μέσα στον κόλπο μου χωρίς να το καταφέρει γιατί αντιστεκόμουν. Εγώ συνέχεια, έκλαιγα και φώναζα να φύγει από πάνω μου. Για να μπορέσω να φωνάξω, με το αριστερό μου χέρι τον έπιασα από τα μαλλιά και τον τράβηξα προς τα πίσω για να φύγει από το πρόσωπο μου. Ενώ αντιστεκόμουν και πάλευα μαζί του, πέσαμε μαζί κάτω δίπλα από το κρεβάτι, στο πάτωμα. Όπως πέσαμε, εγώ βρέθηκα από πάνω και αυτός από κάτω. Αλλά αυτός συνέχισε να με κρατάει με βία και δεν μπορούσα να φύγω.»
Παρόλο που το μαρτύριο που περιγράφει δεν τελειώνει εδώ, διακόπτουμε την εξιστόρηση των γεγονότων για να σημειώσουμε πως η Παραπονούμενη παρέμεινε απόλυτα σταθερή στην αφήγηση των πιο πάνω γεγονότων και κατά την προφορική της μαρτυρία[123], όπου με πειστικότητα εξήγησε ότι πήρε το πέος του με το δεξί του χέρι και παραστατικά έδειξε πως την κρατούσε με το αριστερό του χέρι και ότι έβαλε το δεξί του χέρι μέσα στο μποξεράκι του, για να καταλήξει ότι κατάφερε να βγάλει μόνο την κορυφή του πέους του έξω, ακριβώς επειδή η ίδια δεν το επέτρεψε παρά το ότι βρισκόταν σε πανικό.
Ό,τι άλλο αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι ότι πράγματι ο πανικός που περιέγραψε ότι βίωσε, αναδύεται έντονα μέσα από τις περιγραφές της ότι τον έπιασε από τα μαλλιά τραβώντας τον πίσω για να φύγει από το πρόσωπο της, ότι αντιστεκόταν και πάλευαν εξ ου και εν τέλει κατέληξαν στο πάτωμα, με την ίδια να υποδεικνύει στη φωτογραφία 19 του Τεκμηρίου 2, το σημείο δίπλα από το κρεβάτι όπου έπεσαν καθώς και το μαξιλάρι δίπλα από το κομοδίνο το οποίο ως ανέφερε έπεσε και αυτό στο πάτωμα όταν έπεσαν αυτοί[124], με εκείνον από κάτω και την ίδια από πάνω.
Επί αυτού του σημείου, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι το εν λόγω μαξιλάρι βρέθηκε εκεί, όχι εξαιτίας του «καβγά»[125], αλλά επειδή η ίδια ηθελημένα το τοποθέτησε εκεί[126]. Πέραν του ότι η ίδια διαφώνησε, είναι αξιοσημείωτο πως η ίδια η θέση που της τέθηκε αμέσως μετά αναιρεί την προηγούμενη, αφού παραδόξως, κλήθηκε να συμφωνήσει ότι το μαξιλάρι έπεσε από τον μεταξύ τους καβγά («Συμφωνείς ότι, έπεσε το μαξιλάρι από τον μεταξύ σας καβγά;» [127]).
Η έτερη σημασία που έχουν όμως οι θέσεις αυτές και οι αναφορές της υπεράσπισης σε «καβγά» είναι πως αποδομούν έτι περαιτέρω τη θέση του Κατηγορούμενου ότι είχε κενό στη μνήμη του από τη στιγμή που εισήλθαν στο δωμάτιο μέχρι το επόμενο πρωί, λόγω κατανάλωσης ποτών. Και τούτο αφού παρά το ότι με βάση τη θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του (αναφορά στην οποία έγινε προηγουμένως), δεν αναμένετο λογικά να μπορεί να προωθηθεί από την υπεράσπιση θετική θέση περί των διαμειφθέντων στο δωμάτιο, η υπεράσπιση μέσω της ερώτησης αυτής, αφενός αποδέχεται ότι υπήρξε κάποιο συμβάν μεταξύ των δύο και αφετέρου το αποκαλεί «καβγά». Και τούτο ενώ τονίζουμε πως η θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του ήταν ότι δεν θυμόταν τι έγινε αφότου μπήκαν στο δωμάτιο.
Η Παραπονούμενη βέβαια διαφώνησε και ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο για καβγά αλλά για απόπειρα βιασμού[128]. Είναι δε το κατάλληλο σημείο να πούμε πως το γεγονός ότι η Παραπονούμενη αποκαλεί σε κάποιες περιπτώσεις το όλο συμβάν ως επίθεση, ζήτημα στο οποίο η συνήγορος υπεράσπισης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, δεν θεωρούμε ότι αποτελεί ένδειξη αναξιοπιστίας της, ως ήταν η εισήγηση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να περιγράψει συνοπτικά το όλο συμβάν. Ένα συμβάν το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, περιλάμβανε επιθέσεις με την έννοια της φυσικής βίας προς το πρόσωπο της αλλά και σεξουαλικές επιθέσεις όπως ήταν οι διεισδύσεις δαχτύλων του στο σώμα της αλλά και απόπειρα βιασμού, η οποία δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από μια σεξουαλικής φύσης επίθεση.
Επιστρέφοντας και πάλιν στα όσα κατά την ίδια ακολούθησαν, θέση της ήταν ότι ενώ ευρίσκοντο στο πάτωμα με την ίδια από πάνω και τον Κατηγορούμενο από κάτω, ο Κατηγορούμενος:
«Τότε έβαλε ξανά τα δάχτυλα του στο κόλπο μου και στον πρωκτό μου ταυτόχρονα. Εγώ πόνεσα πάρα πολύ και φώναζα. Επίσης εκείνη την ώρα συγκεκριμένα όταν έβγαλε τα δάκτυλα του προσπάθησε γρήγορα να βάλει το πέος του μέσα στον κόλπο μου χωρίς και πάλι να τον αφήσω».
Και σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της παρέμεινε σταθερή αναφέροντας, χωρίς ωστόσο να δηλώνει βέβαιη, ότι νομίζει πως ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τρία από τα δάχτυλα του[129] και εμμένοντας πάντως κατηγορηματικά στη θέση της πως η ίδια φώναζε από τον πόνο[130]. Βέβαια η υπεράσπιση προσπάθησε να πλήξει την αξιοπιστία της λέγοντας της πως ενώ στην κυρίως εξέταση υποστήριξε πως πέφτοντας η ίδια ήταν από κάτω και ο Κατηγορούμενος από πάνω, στην αντεξέταση διαφοροποίησε τη θέση της. Επί τούτου σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι κατά την κυρίως εξέταση της, βλέποντας τη φωτογραφία 16 του Τεκμηρίου 2, ανέφερε ότι δείχνει την πλευρά που έπεσε και βρέθηκε από πάνω του, αναφορά πλήρως συνάδουσα με τις θέσεις της κατά την αντεξέταση. Σχετικά προς τούτο είναι τα πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ.26, γρ. 19-20. Το σημείο της κυρίως εξέτασης της, στο οποίο φαίνεται να αναφέρεται η συνήγορος του Κατηγορούμενου, ευρίσκεται στη σελίδα 20 των πρακτικών ημερ.5.5.25, όπου διημείφθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:
«E. Συνεχίζεις και λες ότι εκείνη την ώρα που έβαλε τα 2 του δάχτυλα στον κόλπο σου και ένα στον πρωκτό σου, σε κάποια στιγμή τα έβγαλε και προσπάθησε γρήγορα λες να βάλει το πέος του μέσα στον κόλπο σου, ήταν η δεύτερη προσπάθεια;
Α. Ναι.
Ε. Με ποιο τρόπο; Μπορείς να μας εξηγήσεις και πάλι πως έπιασε το πέος του και σε ποια στάση βρισκόσουν εσύ; Αν σε βολεύει να σηκωθείς και να μας δείχνεις μπορείς να το κάνεις.
Α. Πρώτα ξαπλώναμε με αυτό τον τρόπο (και βάζει τις παλάμες της τη μια πάνω από την άλλη), πέσαμε από το κρεβάτι και βρέθηκα εγώ από πάνω (και αντιστρέφει τις παλάμες της και κάνει την κίνηση ότι έπεσαν στο πάτωμα. Έπεσα πάνω στα γόνατα μου και στα χέρια μου και εκείνος βρισκόταν από πάνω μου και εκείνος με κρατούσε με αυτόν τον τρόπο και έβαλε τα δάχτυλα του στον κόλπο μου και στον πρωκτό μου (προτάσσει το αριστερό της χέρι με γωνιά 90 μοιρών).
Ε. Και έβγαλε ακολούθως τα δάχτυλα του λες και προσπάθησε γρήγορα να βάλει το πέος του μέσα σου;
Α. Ναι.
Ε. Δηλαδή; Πώς προσπάθησε να βάλει το πέος του μέσα σου;
A. Με πήρε με αυτόν τον τρόπο και προσπαθούσε να με σπρώξει προς τα κάτω προς το πέος του (και ξαναπροτάσσει το αριστερό της χέρι με γωνία 90 μοιρών για να δείξει πώς την κρατούσε και ταυτόχρονα περιγράφει ότι την έσπρωχνε προς τα κάτω). »
Η αναφορά στην οποία προφανώς αναφέρεται η υπεράσπιση είναι αυτή στην οποία δόθηκε έμφαση με πιο έντονο μαύρο χρώμα πιο πάνω. Είναι όμως προφανές πως πρόκειται περί λάθους αφού στην ίδια απάντηση λίγο πιο πάνω (βλέπε το υπογραμμισμένο μέρος), αναφέρει ξεκάθαρα ότι αυτός ήταν από κάτω και η ίδια από πάνω, ως δηλαδή ανέφερε βλέποντας τη φωτογραφία 16 και ως ανέφερε και κατά την αντεξέταση της. Όμως αυτό που εντυπωσιάζει θετικά ήταν η ηρεμία της μάρτυρος όταν της τέθηκε η φαινομενική αυτή διάσταση στη μαρτυρία της, όπου χωρίς να χάσει τη ψυχραιμία της, ανέφερε με σιγουριά και αυτοπεποίθηση πως αν καταγράφηκε κάτι τέτοιο είναι λάθος, επειδή τα γεγονότα ήταν πως πέφτοντας η ίδια ήταν από πάνω και ο Κατηγορούμενος από κάτω. Παραθέτουμε αυτούσια τα πρακτικά ημερ. 4.06.25, σελ. 41, γρ. 2-23 :
«Ε. Άρα τα δάχτυλα του ο Κατηγορούμενος όταν πέσατε από το κρεβάτι ισχυρίζεσαι ότι τα έβαλε ενόσω εσύ βρισκόσουν από πάνω του;
Α. Ναι πράγματι ήμουν από πάνω του και έβαλε τα δάχτυλα του.
Ε. Τότε γιατί στην κυρίως εξέταση σου ανέφερες ότι εκείνος βρισκόταν από πάνω μου και εκείνος με κρατούσε με αυτόν τον τρόπο και έβαλε τα δάχτυλα του στον κόλπο μου και στον πρωκτό μου;
Α. Πού είναι αυτό;
Ε. Την προηγούμενη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτό είχες αναφέρει.
Α. Ίσως καταγράφηκε λάθος αυτό, γιατί δεν έγινε έτσι.
Ε. Εσύ το ανάφερες όμως.
Α. Όχι.»
Εξ ου και δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία ότι εν λόγω αναφορά πρόκειται περί λάθους, το οποίο προφανώς προσπάθησε να εκμεταλλευτεί η υπεράσπιση για να εισηγηθεί, εκ του μη όντος, αναξιοπιστία της Παραπονούμενης. Πράγμα το οποίο πάντως αναφέρουμε ευθέως πως δεν είμαστε επουδενί διατεθειμένοι να αποδεχθούμε πως έχει τέτοια δυναμική, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας ως την αναλύσαμε ανωτέρω.
Η δε θέση της ως προς τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να διεισδύσει το πέος του στον κόλπο της αυτή τη δεύτερη φορά, την οποία πολύ παραστατικά περιέγραψε κατά την κυρίως εξέταση της, ως φαίνεται και από το απόσπασμα που παρατέθηκε πιο πάνω, παρέμεινε και πάλιν σταθερή κατά την αντεξέταση της, όπου στην ίδια γραμμή με τη μαρτυρία της κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε «Με έσπρωχνε προς τα κάτω προς το πέος του, για να φτάσω το πέος του» [131].
Τα όσα άλλα ακολούθησαν περιγράφονται με γλαφυρότητα στη σελίδα 5 της κατάθεσης της, Τεκμήριο 13. Παρά την προθυμία μας θεωρούμε πως δε θα μπορούσαμε να περιγράψουμε παραστατικότερα ό,τι ακολούθησε, απ’ ότι η ίδια στην κατάθεση της, εξ ου και παραθέτουμε αυτούσια τα λεγόμενα της:
«Μετά από αυτό ο Α. σηκώθηκε επάνω ενώ εγώ βρισκόμουν κάτω στο πάτωμα γονατιστή. Εγώ γύρισα προς το μέρος του με σκοπό να τον αποτρέψω και αυτός ήρθε προς εμένα και πάλι προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρουχο του πιάνοντας το πέος του για να το βάλει στον κόλπο μου. Εγώ επειδή και πάλι τραβούσα το εσώρουχο του προς τα πάνω, έβαλε τα δάχτυλα του στον κόλπο μου και ήμουν ξαπλωμένη με το κεφάλι προς τα πάνω. Έβαλα τους αγκώνες μου με δύναμη για να προσπαθήσω να σηκωθώ και αυτός τότε με άρπαξε από τα πόδια και μου άνοιξε με βία τα πόδια μου και άρχισε να με γλύφει στα γεννητικά όργανα. Επειδή αυτό το έκανε με βία με πόνεσε πάρα πολύ. Εγώ τραβιόμουν προς τα πίσω για να φύγω από κάτω του[132], γύρισα στα γόνατα μου και τότε είδα το τηλέφωνο του δωματίου. Γονατιστή όπως ήμουν, έπιασα το τηλέφωνο αλλά δεν ήξερα τι αριθμό να καλέσω για βοήθεια. Τότε αυτός με έπιασε από τη μέση και με πέταξε στο κρεβάτι. Εγώ κρατούσα ακόμα στο χέρι μου το ακουστικό του τηλεφώνου. Αυτός προσπάθησε ξανά να βάλει το κεφάλι του κάτω στα γεννητικά μου όργανα. Με το ακουστικό που κρατούσα, τον χτύπησα στο κεφάλι αλλά δεν σταματούσε και προσπαθούσα να τον απομακρύνω με τα χέρια μου. Έβαλε ξανά όλο του το κορμί του επάνω μου και με τραβούσε δυνατά από τα μαλλιά και με φιλούσε, νιώθοντας και πάλι ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω. Σε κάποια στιγμή ο Α. με έπιασε με το αριστερό του χέρι από τον λαιμό και με το δεξί του χέρι προσπαθούσε να βγάλει το μποξεράκι του. Πάλι έβαλα δύναμη να τον σπρώξω και πέσαμε ξανά από το κρεβάτι, έχοντας τον Α. από κάτω μου. Αυτός με έσφιγγε με τα χέρια του σε όλο μου το σώμα και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Πέρασα το κεφάλι μου κάτω από τα χέρια του και ο Α. με έσπρωξε πάνω στο κρεβάτι ξανά. Προσπάθησε να ξαπλώσει επάνω μου πάλι αλλά εγώ τον κλώτσησα στα γεννητικά του όργανα.»
Ό, τι οφείλουμε να παρατηρήσουμε εν σχέσει και με αυτό το μέρος της μαρτυρίας της ήταν πως και αυτό είχε συνοχή αλλά κυρίως πως η ίδια παρέμεινε σταθερή στα όσα ανέφερε στην κατάθεση της και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Σχετικά είναι τα πρακτικά ημερ. 4.6.25, (Α’ Μέρος), σελ. 40, γρ. 19-32. Ως προς το χτύπημα με το ακουστικό, η ίδια χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία αναγνώρισε το ακουστικό στη φωτογραφία 23 του Τεκμηρίου 2 (βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 27, γρ. 25-30) ενώ επίσης σημείωσε επί των φωτογραφιών 1-4 του Τεκμηρίου 11 (με την άδεια του Δικαστηρίου), το τραύμα που του προκάλεσε όταν τον χτύπησε με αυτό στην προσπάθεια της να τον απομακρύνει[133].
Σε πλήρη συνοχή ήταν βέβαια και η συνέχεια της μαρτυρίας της όταν ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος έχοντας δεχθεί την κλωτσιά στα γεννητικά του όργανα πόνεσε και της παραπονέθηκε επειδή τον κλώτσησε. Κάτι που υποστηρίζει περαιτέρω τη θέση της περί της αντίληψης που είχε ο Κατηγορούμενος. Η δε αντίδραση της να του απολογηθεί για την κλωτσιά που του κατάφερε στα γεννητικά του όργανα, ενώ η ίδια είχε δεχθεί όλη την προηγηθείσα βία που περιέγραψε, κρινόμενη στο όλο πλέγμα γεγονότων που βίωνε, ουδόλως θεωρούμε πως ήταν άτοπη. Και τούτο αφού όπως και η ίδια πειστικά εξήγησε, βλέποντας πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, του απολογήθηκε σκεπτόμενη ότι με τον τρόπο αυτό θα τον ηρεμούσε και θα σταματούσε. Αφού, ως εξήγησε, κατά τον χρόνο εκείνο του μιλούσε και δεν άκουγε. Στην ίδια γραμμή εξήγησε πως κατά τη διάρκεια όλων αυτών των γρήγορα εναλασσόμενων γεγονότων, προσπάθησε με καλό τρόπο να τον συνεφέρει, ρωτώντας τον γιατί τα κάνει όλα αυτά εφόσον την αγαπά και καλώντας τον επανειλημμένα να σταματήσει πλην όμως αυτός δεν απαντούσε, μόνο κάποιες φορές της έλεγε «Ξέρεις ότι σε αγαπώ».
Είναι γεγονός πως κατά την προφορική της μαρτυρία ανέφερε πως πέραν της πιο πάνω φράσης της ανέφερε και ότι είναι μεθυσμένος και ότι η αστυνομία δεν θα κάνει κάτι. Εξήγησε μάλιστα ότι σίγουρα ήξερε τι έκανε και πως η αναφορά του αυτή έγινε επειδή ακριβώς είχε σκοπό να της κάνει κακό και να την βιάσει[134]. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι εφόσον δεν το ανέφερε στην κατάθεση της πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις της. Η εισήγηση αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη και πεπλανημένη αντίληψη της υπεράσπισης, πως θα έπρεπε κάθε τι να περιλαμβάνεται στην κατάθεση της και πως οτιδήποτε αναφέρθηκε προφορικά εκ των υστέρων, χωρίς να εμπεριέχεται στην κατάθεση της, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις της και κατ’ επέκταση ψεύδος. Όμως παρά το ότι πράγματι αναμένεται οι βασικοί και ουσιώδεις ισχυρισμοί να περιέχονται σε μια κατάθεση, εντούτοις δεν θεωρούμε πως σε μια κατάθεση τόσο ενδελεχή, όπως πράγματι είναι αυτή της Παραπονούμενης, η παράλειψη αναφοράς κάποιων επί μέρους γεγονότων σημαίνει οπωσδήποτε ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευασμένη μαρτυρία. Ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί πως επρόκειτο για συνθήκες όπου, ως ήδη υποδείξαμε, τα γεγονότα ήταν πολλά, έντονα και γρήγορα εναλλασσόμενα, έτσι που ήταν όχι μόνο εύλογο αλλά και αναμενόμενο θα λέγαμε, κάποια επί μέρους ζητήματα να διαφύγουν κατά την αφήγηση των γεγονότων από την Παραπονούμενη, η οποία ως επανειλημμένα ανέφερε ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη και έδωσε την κατάθεση της ενώ δεν είχε κοιμηθεί καθόλου και για τη λήψη της αναλώθηκαν επτά ώρες[135].
Ως προς τη θέση που της υποβλήθηκε ότι δηλαδή δεν υπάρχει λογική συνάφεια μεταξύ των δύο πιο πάνω φράσεων («Ξέρεις ότι σε αγαπώ» και ότι «Είμαι μεθυσμένος και η αστυνομία δε θα κάνει κάτι»), οι οποίες είναι μεταξύ τους ασυνάρτητες, σημειώνουμε ότι η ίδια ουδέποτε ανέφερε ότι η μια φράση ειπώθηκε μετά την άλλη, έτσι ώστε να συνδέονται χρονικά. Ακόμα όμως και να συνδέονταν, πρέπει να πούμε πως, όπως και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ορθώς υπέδειξε, δεν θα μπορούσε η ίδια να ευθύνεται για τυχόν ασυναρτησίες του Κατηγορούμενου, ούτε -προσθέτουμε εμείς- σημαίνει πως ψεύδεται ένα άτομο όταν περιγράφει τον παραλογισμό τον οποίο βιώνει.
Αφού λοιπόν ο Κατηγορούμενος δέχτηκε την κλωτσιά της στα γεννητικά του όργανα, κάθισε στο κρεβάτι και είπε πως πονάει ενώ παραπονέθηκε και για πόνο στο κεφάλι από το χτύπημα με το τηλέφωνο. Της ζήτησε να του πει τον λόγο που τον κτύπησε κι εκείνη στην προσπάθεια της να ανάψει το φως για να δει το κεφάλι του, δέχτηκε και πάλι την επίθεση του, αφού την άρπαξε από τα μπράτσα και την πέταξε στο κρεβάτι εξυβρίζοντάς την με τη φράση ''είσαι πουτάνα''. Του απάντησε ότι το μόνο που ήθελε ήταν να δει το πρόσωπό του, ενώ του έκανε τα μαλλιά προς τα πίσω λέγοντάς του ότι ήθελε να ανάψει το φως για να τον δει κι έτσι βρήκε την ευκαιρία και έτρεξε προς την πόρτα, την οποία άνοιξε για να του ξεφύγει. Η προσπάθεια της όμως δε στέφθηκε με επιτυχία, αφού την άρπαξε με βία από τα μαλλιά ενώ η ίδια φώναζε κρατώντας με τα χέρια της τον ''παραστατό'' της πόρτας. Ενώ η ίδια λοιπόν άρχισε να φωνάζει αυτός με τη βία την τράβηξε προς τα μέσα και έκλεισε την πόρτα.
Η επί του προκειμένου μαρτυρία της ως προς την ανεπιτυχή προσπάθεια της να φύγει αλλά και την βία που ο Κατηγορούμενος εξάσκησε για να την βάλει πίσω στο δωμάτιο, υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από το Τεκμήριο 1.18, όπου η μάρτυρας αναγνώρισε τη σχετική στιγμή στο 4ο δευτερόλεπτο του βίντεο που τελειώνει με τα ψηφία …311135 [136], όπως και στο 7ο δευτερόλεπτο του βίντεο που τελειώνει με τα ψηφία …757036[137]. Πιο συγκεκριμένα στο αρχείο …757036 καταγράφεται η Παραπονούμενη να εξέρχεται τρέχοντας από το δωμάτιο 560, ο Κατηγορούμενος να την ακολουθεί τρέχοντας και αφού την προλαβαίνει αρπάζει με το ένα του χέρι τον καρπό της και με το άλλο τα μαλλιά της και την τραβά δια της βίας προς το δωμάτιο τους. Η Παραπονούμενη φαίνεται να προβάλλει έντονη αντίσταση αλλά ο Κατηγορούμενος καταφέρνει να την τραβήξει μέχρι το δωμάτιο όπου η Παραπονούμενη προσπαθεί να αντισταθεί κρατώντας στο πλαίσιο της πόρτας αλλά χωρίς να το καταφέρνει και τον Κατηγορούμενο να επιτυγχάνει τελικά να την τραβήξει μέσα στο δωμάτιο στις 03:28:46 (πραγματική ώρα 2:28:46). Η δε θέση της ότι την τραβούσε από τα μαλλιά υποστηρίζεται από τις τρίχες των μαλλιών της, τις οποίες αναγνώρισε[138] στο βιβλιάριο φωτογραφιών (Τεκμήριο 2), να φαίνονται στο πάτωμα (βλ. φωτογραφίες 9, 10 και 25) και οι οποίες, ως ανέφερε, αφαιρέθηκαν κατά τον χρόνο που την τραβούσε από τα μαλλιά.
Είναι σε αυτό το σημείο που η ίδια περιέγραψε πως ο Κατηγορούμενος φορούσε το μποξεράκι Τεκμήριο 1.17[139] και την άσπρη εσωτερική φανέλα[140] για τα οποία κάναμε λόγο ενωρίτερα. Βέβαια το τι φορά στο στιγμιότυπο που καταγράφεται από τις κάμερες του διαδρόμου και περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1.18 που, ως ήδη είπαμε, αποτελεί πραγματική μαρτυρία, την οποία το ίδιο το Δικαστήριο αφού αξιολόγησε, κατέληξε ότι εκεί ο Κατηγορούμενος καίτοι φαίνεται να φορά το εσώρουχο Τεκμήριο 1.17, ως και η Παραπονούμενη υποστήριξε κατά τη μαρτυρία της εντούτοις δεν φαίνεται να φορά άσπρη εσωτερική φανέλα όπως η ίδια επίσης υποστήριξε. Το ζήτημα επιχείρησε ανεπιτυχώς να αναγάγει σε μείζον η υπεράσπιση, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι τέτοιο, αφού ως ήδη υποδείξαμε δεν πρόκειται περί ουσιαστικού ζητήματος το οποίο δύναται να πλήξει την εν γένει αξιοπιστία της, αλλά απλώς μια λανθασμένη πεποίθηση της για την οποία μάλιστα δεν καταδείχθηκε να υπήρχε κάποια σκοπιμότητα. Το δε Δικαστήριο εφόσον πρόκειται περί πραγματικής μαρτυρίας είναι ελεύθερο να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, όπως και πράξαμε, χωρίς να δεσμευόμαστε από τη θέση της μάρτυρος ακόμα και αν μαρτυρία της ήταν εν γένει θετική.
Εξάλλου το ουσιώδες εδώ είναι ότι αφού έκλεισε την πόρτα, φόρεσε τα ρούχα του και της είπε ''εντάξει θα φύγω εγώ'', καταλαβαίνοντας προφανώς ότι από τις φωνές της θα μαζευόταν κόσμος[141] (βλ. Τεκμήριο 13, σελ. 6 γρ. 11-12). Κάτι που όντως έγινε, ως εξέλιξη των γεγονότων καταδεικνύει. Η δε συνέχεια της αφήγησης της και πάλιν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία αλλά και τη μαρτυρία του Μ.Κ.19. Ως η θέση της εντός πολύ λίγου χρονικού διαστήματος αφότου ο Κατηγορούμενος της ανέφερε τα πιο πάνω, χτύπησε η πόρτα και ο ίδιος, φορώντας πλέον παντελόνι μπεζ/λευκό και μπλούζα, την άνοιξε. Σχετικό είναι το βίντεο με ψηφία …757036, του Τεκμηρίου 1.18 στη χρονική στιγμή 01:36 όπου ο Kατηγορούμενος εξέρχεται του δωματίου, φορώντας ανοικτόχρωμη βερμούδα και μπλούζα[142]. Δεν αμφισβητείται ότι το πρόσωπο που χτύπησε την πόρτα ήταν ο Μ.Κ.19. Βέβαια δεν μας διαφεύγει ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι όταν κτύπησε την πόρτα του δωματίου του άνοιξε μια γυναίκα, πλην όμως λαμβάνοντας υπόψη τα όσα είπε η Παραπονούμενη σε συνάρτηση με το γεγονός ότι στο βίντεο φαίνεται 20 δευτερόλεπτα μετά το κτύπημα, να εξέρχεται πρώτος ο Κατηγορούμενος[143], δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα πράγματι να την άνοιξε ο τελευταίος. Εν πάση περιπτώσει ευθέως αναφέρουμε πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το ποιος άνοιξε την πόρτα, αφού τούτο δεν διαφοροποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ουσία του πράγματος.
Ως η Παραπονούμενη ανέφερε ο άνδρας που στεκόταν έξω (Μ.Κ.19), ρώτησε στα αγγλικά αν όλα ήταν καλά με την ίδια να του απαντά «Δεν είμαι καλά, τηλεφώνησε στην Αστυνομία σε παρακαλώ», και ακόμα «Αυτός ο άνδρας δεν είναι καλός, βοηθήστε με». Ό,τι αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής αντιπαράθεσης κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης, ήταν η θέση της ότι πέραν των πιο πάνω, στον εν λόγω Μ.Κ.19 ανέφερε και ότι «Αυτός ο άνθρωπος προσπαθεί να με βιάσει»[144]. Για την τελευταία αυτή φράση, την οποία προσέθεσε κατά την διάρκεια της κυρίως της εξέτασης, ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι επρόκειτο για εκ των υστέρων σκέψεις της[145].
Το ότι όμως την είπε, επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον Μ.Κ.19, ο οποίος ήταν ένας τυχαίος ένοικος, ο οποίος διέμενε σε κοντινό δωμάτιο και συγκεκριμένα στο 559 και ο οποίος έχοντας γνήσια ανησυχήσει από τα ουρλιαχτά που άκουσε και ακολουθώντας τον ήχο που άκουσε και τον οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως «απαίσιο ουρλιαχτό», οδηγήθηκε έξω από το επίδικο δωμάτιο. Χωρίς ως παρέμεινε αναντίλεκτο να γνωρίζει οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων και χωρίς προφανώς να έχει οποιοδήποτε κίνητρο για να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά, αφού φαίνεται πως πήγε καθαρά έχοντας ανησυχήσει από τις φωνές που άκουγε, ως ήδη υποδείξαμε. Το εν λόγω πρόσωπο λοιπόν δεν θεωρούμε πως είχε οποιοδήποτε λόγο να μας μεταφέρει την πιο πάνω φράση αν πράγματι δεν είχε λεχθεί στον ίδιο από την Παραπονούμενη, την οποία ουδόλως γνώριζε και στον οποίο, σχεδόν ταυτόχρονα με την εξέλιξη των γεγονότων ως προκύπτει, έκανε το παράπονό της για πρώτη φορά[146].
Σύμφωνα πάντα με την Παραπονούμενη ο εν λόγω άντρας είπε στον Κατηγορούμενο «Νομίζω είναι καλά να φύγεις», με την Παραπονούμενη να παίρνει το τηλέφωνο της και να πηγαίνει κοντά στη σύντροφο του Μ.Κ.19. Ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.19 αν μπορεί να πάει να πάρει τα προσωπικά του πράγματα και αφού το έπραξε, βγήκε από το δωμάτιο και έφυγε κάτι που επιβεβαιώνεται και πάλιν από το Τεκμήριο 1.18.
Τα πιο πάνω πράγματι επιβεβαίωσε ουσιαστικά με τη μαρτυρία του και ο Μ.Κ.19, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε πως δεν γνώριζε καθόλου ούτε την Παραπονούμενη ούτε τον Κατηγορούμενο, αφού κατάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο και βρισκόταν για διακοπές στην Κύπρο με την οικογένεια του και διέμενε στο εν λόγω ξενοδοχείο, στα δωμάτια με αριθμούς 557 και 559. Ως ο ίδιος περιγράφει, γύρω στις 02:30 με 0300 της 30.04.2024 ενώ κοιμόταν με τη γυναίκα του στο κρεβάτι του δωματίου τους, ξύπνησαν από τις δυνατές φωνές που άκουσαν, διερωτώμενοι από που ακούγονταν οι κραυγές. Τόσο δυνατές ήταν οι φωνές που, ως παραστατικά περιέγραψε, η γυναίκα του, νομιζόμενη ότι κάποιος έπεσε από το μπαλκόνι, βγήκε έξω από το δωμάτιο να δει τι συμβαίνει. Ο ίδιος όμως αντελήφθη τις φωνές («απαίσιο ουρλιαχτό»), να προέρχονται από τον διάδρομο εξ ου και βγήκε στο διάδρομο, οπόταν αντιλήφθηκε πως οι φωνές προέρχονταν από το δωμάτιο με αρ. 560. Μάλιστα υποστήριξε ότι η ένταση τους υποδήλωνε πως κάποιος ήταν πολύ φοβισμένος. Θέσεις οι οποίες συνάδουν πλήρως και υποστηρίζουν την Παραπονούμενη στο ότι, λίγο πριν τη στιγμή που χτύπησε η πόρτα και ήρθε ο άνδρας (Μ.Κ.19), η ίδια ήταν πολύ φοβισμένη και φώναζε.
Ό,τι άλλο είναι ουσιαστικό εκ της μαρτυρίας του είναι η περιγραφή της Παραπονούμενης την οποία έδωσε, η οποία εντάσσεται κατά τρόπο απόλυτα φυσικό στο όλο πλαίσιο γεγονότων που η τελευταία εξιστόρησε. Ως ανέφερε όταν άνοιξε η πόρτα είδε την κοπέλα να είναι αναστατωμένη και φοβισμένη, σε κατάσταση σοκ, με τα μαλλιά της ανακατεμένα και πιο πίσω έναν άντρα, ο οποίος «προσάρμοζε» τα ρούχα του, τραβώντας το παντελόνι του και φορώντας τη φανέλα του. Αναφορά που επίσης συνάδει με τα όσα ανέφερε η Παραπονούμενη περί του ότι κατά τον δεδομένο χρόνο ο Κατηγορούμενος της είπε πως θα έφευγε και προς τούτο έβαζε τα ρούχα του. Συνάδει όμως και με την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 1.18), αφού λίγο πριν φορούσε μόνο το εσώρουχο του ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται ενδεδυμένος.
Όμως το πιο ουσιαστικό ίσως απ’ όλα είναι η θέση του πως του είπε αμέσως, ότι ο εν λόγω άντρας προσπαθούσε να την βιάσει[147]. Και λέγουμε πως τούτο είναι πολύ σημαντικό, αφού προέρχεται από ένα μάρτυρα ο οποίος, ως ήδη είπαμε ουδόλως γνώριζε την Παραπονούμενη και ο οποίος πολύ λίγες ώρες μετά, όταν έδωσε την κατάθεση του (Έγγραφο ΚΑ), ανέφερε ότι η γυναίκα αυτή, η οποία δεν αμφισβητείται πως ήταν η Παραπονούμενη, του ανέφερε «He try to rape me» ενώ σε πλήρη συνοχή με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε, εξήγησε πως ο ίδιος ζήτησε από τον άντρα (Κατηγορούμενο) να φύγει από το δωμάτιο και ότι ακολούθως ο ίδιος με τη σύζυγο του και την ένοικο του δωματίου 560 κατευθύνθηκαν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου για να κληθεί η αστυνομία, με την σύζυγο του να παραμένει με την Παραπονούμενη μέχρι που ήρθε η αστυνομία και τον ίδιο να επιστρέφει στο δωμάτιο για να είναι μαζί με τα παιδιά του που κοιμούνταν.
Το ότι δε ο Μ.Κ.19 δεν φαίνεται να θυμόταν τα όσα άλλα παρεμφερή υποστήριξε η Παραπονούμενη ότι του ανέφερε («Δεν είμαι καλά, τηλεφώνησε στην Αστυνομία σε παρακαλώ» και ότι «Ο άντρας αυτός δεν είναι καλός. Βοηθήστε με.»), σίγουρα δεν αποτελεί ζήτημα που δύναται να πλήξει την αξιοπιστία οιουδήποτε εκ των δύο, αλλά τουναντίον καταδεικνύει τη γνησιότητα της μαρτυρίας τους και την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα κατέθεταν. Εξάλλου δε θεωρούμε καθόλου αφύσικο ο μάρτυρας να συγκράτησε την αναφορά περί προσπάθειας βιασμού που ήταν και η σοβαρότερη εκ των αναφορών της.
Οι δε θέσεις της υπεράσπισης προς τον Μ.Κ.19 πως δεν μπορεί να ξέρει αν τα ουρλιαχτά προέρχονταν από τη «διαμάχη» των δύο, ή ότι η Παραπονούμενη δεν του προσδιόρισε ποιος προσπαθούσε να τη βιάσει θεωρούμε με όλο το σεβασμό, πως πρόκειται για εκτός πραγματικότητας εισηγήσεις, αφού αφενός δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συνέβη οτιδήποτε άλλο εκείνη τη στιγμή στο ξενοδοχείο, ούτε και αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο ίδιος ο Μ.Κ.19 ανέφερε ότι βγαίνοντας συνέχισε να ακούει κάποιο ουρλιαχτό, το οποίο και τον οδήγησε στο εν λόγω δωμάτιο. Ως προς το ότι η Παραπονούμενη δεν του ανέφερε ποιος προσπαθούσε να τη βιάσει, ο μάρτυρας φυσικά ανέφερε το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν χρειαζόταν, αφού δεν υπήρχε κάποιος άλλος εκεί.
Η δε θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη του είπε μόνο τις φράσεις «Δεν είμαι καλά, τηλεφώνησε στην Αστυνομία σε παρακαλώ» και ότι «Ο άντρας αυτός δεν είναι καλός. Βοηθήστε με.» και ότι δεν του είπε ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να τη βιάσει, τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος διατείνεται πως δεν ήταν σε θέση να ενθυμείται οτιδήποτε, εντείνει έτι περαιτέρω τις σοβαρότατες αμφιβολίες που ήδη δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο ως εκ της όλης ανάλυσης που προηγήθηκε, ότι δήθεν δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε από την ώρα που μπήκαν στο δωμάτιο μέχρι το άλλο πρωί που ξύπνησε σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα.
Προερχόμενη δε η μαρτυρία αυτή για την αναφορά της Παραπονούμενης περί προσπάθειας βιασμού, από ένα άγνωστο στην ουσία πρόσωπο για την Παραπονούμενη, που δεν είχε κανένα ίδιον όφελος να εξυπηρετήσει, δεν διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία πως αποτελεί την πραγματικότητα του τι η Παραπονούμενη του ανέφερε. Εξ ου και την περιέλαβε στην κατάθεση του η οποία δόθηκε κάποιες ώρες μετά το συμβάν. Εξάλλου και ο ίδιος απαντώντας σε υποβολή πως τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του δεν είναι αληθή, με αμεσότητα αλλά και περισσή φυσικότητα ανέφερε πως «Δεν είχα λόγο να πω ψέματα». Σε υποβολή δε ότι ο ίδιος και η σύζυγος του πίστεψαν την Παραπονούμενη και γι’ αυτό δεν ανέφεραν την πραγματικότητα στην αστυνομία, με αφοπλιστικό θα λέγαμε τρόπο και εμμένοντας στη θέση του ανέφερε «Δεν μπορούσα να μαρτυρήσω τι συνέβαινε μέσα στο δωμάτιο, μπορούσα μόνο να ακούσω τι είχα ακούσει, να δω τι είχα δει και να ακούσω την κοπέλα» ενώ προηγουμένως με τον ίδιο πειστικό τρόπο ξεκαθάρισε πως δεν είχε λόγο να υποστηρίξει την κοπέλα λέγοντας «Όχι δεν είναι αλήθεια. Δε γνώριζα καθόλου εκείνη την κοπέλα, ποτέ δεν την είχα γνωρίσει και μπορώ να πω μόνο τι είχα βιώσει». Και αυτό πιστεύουμε ότι έπραξε.
Μάλιστα ενδεικτικό της ειλικρίνειας του και της προσπάθειας του να παρουσιάσει τα πράγματα με δίκαιο τρόπο είναι το γεγονός πως συμφώνησε πως ο Κατηγορούμενος είχε αστάθεια όταν τον είδε να φεύγει από το δωμάτιο και ακόμα πως η αναφορά του ότι ο τελευταίος δεν μύριζε αλκοόλ, μπορεί να οφειλόταν στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν άνοιξε το στόμα του για να του μιλήσει. Από την άλλη όμως, χωρίς να αποκλείει εντελώς το ενδεχόμενο να ήταν μεθυσμένος, επέμεινε ότι τη στιγμή που έβγαινε από το δωμάτιο, του έδωσε την εντύπωση ότι παρίστανε τον μεθυσμένο (χωρίς στην πραγματικότητα να είναι) αφού ως υποστήριξε είχε κάτι παράξενο πάνω του, σχεδόν σαν να ήταν μεθυσμένος αλλά δεν ήταν και πάντως ανέφερε πως παρόλο που ο ίδιος δεν τον είδε στον χώρο υποδοχής, εντούτοις στο βίντεο που τον δείχνει στον χώρο υποδοχής (το οποίο του υποδείχθηκε), δεν δείχνει καθόλου μεθυσμένος, θέση στην οποία επέμεινε και κατά την αντεξέταση λέγοντας πως ο τρόπος που στα συγκεκριμένα πλάνα κινείτο, δεν ήταν ο ίδιος με τον τρόπο που κινείτο λίγα λεπτά προηγουμένως, στον 5ο όροφο, το οποίο ως επίσης ανέφερε δεν του φαινόταν αληθινό[148].
Βέβαια τα πιο πάνω αποτελούν την προσωπική αντίληψη του μάρτυρα την οποία, όσο και αν ειλικρινώς πιστεύουμε πως μας μετέφερε, εντούτοις αυτή σίγουρα δε δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο θα αποφασίσει το ζήτημα συνεκτιμώντας όλη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε.
Το δε γεγονός πως η Παραπονούμενη δεν φαίνεται σε εκείνο το πρώιμο στάδιο, να περιέγραψε λεπτομερώς το περιστατικό στον Μ.Κ.19 ή να προέβη σε περιγραφή (αισχρότερων) λεπτομερειών όπως ήταν η διείσδυση των δαχτύλων του στο αιδοίο της ή στον πρωκτό της, το οποίο αναδείχθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του, δεν θεωρούμε πως ήταν κάτι αναμενόμενο στο στάδιο εκείνο. Δεδομένου κυρίως του ότι η Παραπονούμενη είχε μπροστά της, στην ουσία, έναν άγνωστο. Ούτε βέβαια αποδεχόμαστε πως τούτο δύναται να πλήξει την αξιοπιστία της ή να μειώσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την πειστική αξία της μαρτυρίας της. Τουναντίον θεωρούμε πως ήταν μάλλον αναμενόμενη η πιο λακωνική, ωστόσο περιεκτική αναφορά της, με δεδομένο ότι ο Μ.Κ.19 της ήταν παντελώς άγνωστος και το περιστατικό βρισκόταν ακόμα ουσιαστικά σε εξέλιξη.
Η δε θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος πάντως δεν άκουσε ποτέ την Παραπονούμενη να λέει την επίμαχη φράση στον Μ.Κ.19, δεν πείθει εφόσον οι τρεις τους βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση, έτσι που εφόσον η Παραπονούμενη εκστόμισε την εν λόγω φράση και ο Μ.Κ.19 την άκουσε, δεν είναι αντιληπτό πώς ο Κατηγορούμενος δήθεν δεν την άκουσε. Εξάλλου η βεβαιότητα με την οποία προωθήθηκε η θέση αυτή από την υπεράσπιση δεν συνάδει αλλά μάλλον αποδομεί έτι περαιτέρω τη θέση που προέβαλε στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος, ότι δηλαδή δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει τι συνέβη σε εκείνο το διάστημα. Αφού αν όντως δεν ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται ή να θυμάται τι έγινε, δεν εξηγείται πως καλεί το Δικαστήριο να στηριχθεί στη θέση του ότι δεν λέχθηκε ή δεν άκουσε τη φράση αυτή.
Ως προς τη συνέχεια, αποτέλεσε κοινό τόπο πως ό,τι ακολούθησε τη φυγή του Κατηγορούμενου από το δωμάτιο, ήταν ότι η Παραπονούμενη με τον Μ.Κ.19 και τη γυναίκα του τελευταίου, πήγαν στην υποδοχή με σκοπό την κλήση της αστυνομίας. Θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι πηγαίνοντας κάτω ο Κατηγορούμενος της ανέφερε «Δεν θα σου κάμω τίποτε δεν θα σου κάμω τίποτε θα φύγω εγώ», ενώ ένας άλλος άντρας της είπε ότι θα είναι εντάξει και ότι ο Κατηγορούμενος θα φύγει και να μην καλέσουν την αστυνομία όμως η ίδια επέμεινε λέγοντας του «Όχι εγώ θα καλέσω την Αστυνομία». Επιθυμία που όντως εκπληρώθηκε από ένα εκ των δύο υπαλλήλων του ξενοδοχείου που εργάζονταν κατά τον χρόνο εκείνο στον χώρο υποδοχής, ο ένας ως υπεύθυνος του χώρου υποδοχής και ο άλλος ως φύλακας. Πρόκειται για τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αντίστοιχα των οποίων η μαρτυρία ως θα διαφανεί και από τα όσα έπονται βρισκόταν σε πλήρη συνοχή με μαρτυρία της Παραπονούμενης.
Πιο συγκεκριμένα ο Μ.Κ.5 (φύλακας) ανέφερε ότι στις 02:20 της 30.04.24 και ενώ βρισκόταν στην εργασία του και συγκεκριμένα στον χώρο υποδοχής, αναμένοντας τον υπεύθυνο υποδοχής να επιστρέψει από την τουαλέτα, προσήλθε η ένοικος του δωματίου με αρ. 560, μαζί με το ζευγάρι που έμενε στο δωμάτιο με αρ. 559, φορώντας μόνο το νυχτικό της, χωρίς σουτιέν, ζητώντας βοήθεια. Η δε περιγραφή της συνήδε τόσο με την περιγραφή του Μ.Κ.19 αλλά και τα όσα η Παραπονούμενη εξιστόρησε, αφού ως ανέφερε η εν λόγω κοπέλα ήταν φανερά αναστατωμένη και φοβισμένη και είχε χτυπήματα στα χέρια και στα γόνατα της ενώ όταν τη ρώτησε στα αγγλικά τι έγινε του είπε πως αυτός που έμενε μαζί της, την χτύπησε και προσπάθησε να τη βιάσει.
Συγκεκριμένα ανέφερε πως του είπε «rape rape» «Help me, help me, rape» και αναγνώρισε τη σκηνή αυτή στο Τεκμήριο 1.18 και πιο συγκεκριμένα στο αρχείο που τελειώνει με τα ψηφία -831160, στο 38ο δευτερόλεπτο. Ήταν η θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη δεν του ανέφερε τη λέξη rape επειδή αν αυτό του είχε αναφέρει δεν θα ανέφερε στην κατάθεση του «προσπάθησε να με βιάσει», με τον Μ.Κ.5 να απαντά με αμεσότητα λέγοντας «Το ίδιο πράγμα δεν είναι;» και την υπεράσπιση να διαφωνεί και τον ίδιο να απαντά με απόλυτη βεβαιότητα λέγοντας «Όχι. Εγώ ξέρω και θυμάμαι καλά ότι φώναζε “Help me, help me, rape”. Αυτό φώναζε συνέχεια “call police”, αυτό φώναζε συνέχεια, σε αυτό είμαι 100% σίγουρος». Υποστηρίζοντας έτσι πλήρως και τα λεγόμενα της Παραπονούμενης, η οποία αντεξετασθείσα σχετικά επέμεινε πως είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη «βιασμός», τονίζοντας παράλληλα ότι το γεγονός ότι έβαλε τα δάχτυλα του στον κόλπο της το ανέφερε μόνο στη γυναίκα που διέμενε στο διπλανό δωμάτιο (εννοώντας προφανώς τη σύζυγο του Μ.Κ.19)[149] και στην αστυνομία.
Ενόσω δε προσπαθούσαν να την ηρεμήσουν μαζί με την ένοικο του δωματίου 559, έφτασε στον χώρο ο Κατηγορούμενος, χωρίς να φορά παπούτσια, προσπάθησε να πλησιάσει την Παραπονούμενη να της μιλήσει, με την ίδια να αρνείται, οπόταν ο ίδιος μπήκε μπροστά και του ζήτησε να φύγει αφού η κοπέλα του ζητούσε να καλέσει την Αστυνομία. Ως ο ίδιος ανέφερε μύριζε ποτό αλλά δεν ήταν τόσο μεθυσμένος.
Η θέση του αυτή, ως ήταν αναμενόμενο, αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση, όμως πρέπει να πούμε πως ο εν λόγω μάρτυρας δεν περιορίστηκε να εκφράσει μια γενικόλογη προσωπική άποψη, αλλά τεκμηρίωσε τη θέση του λέγοντας ότι στον ίδιο φάνηκε πως γνώριζε τι έκανε μιας και του είχε ζητήσει να του επιτρέψει να πάει στο δωμάτιο να πάρει τα παπούτσια του, κάτι το οποίο ωστόσο ο Μ.Κ.5 δεν του επέτρεψε να πράξει. Αναφορά η οποία καταρρίπτει έτι περαιτέρω τη θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε αντίληψη και ότι αυτός μάλιστα ήταν και ο λόγος που έφυγε από το ξενοδοχείο χωρίς παπούτσια. Και τούτο αφού ως προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ο Κατηγορούμενος δεν έφυγε χωρίς παπούτσια λόγω έλλειψης αντίληψης αλλά λόγω του ότι δεν του επέτρεψε ο εν λόγω Μ.Κ.5 να πάει να τα πάρει. Πέραν τούτου φεύγοντας πήρε και τη τσάντα του αλλά και το πορτοφόλι του, ως και η Παραπονούμενη επεσήμανε, δεδομένα που επίσης δεν συνάδουν με τη θέση που τέθηκε στην Παραπονούμενη πως «είχε πιει αρκετό ποτό που είχε φτάσει σε σημείο που δεν καταλάβαινε»[150]. Μέσω της μαρτυρίας του εν λόγω Μ.Κ.5 όμως, καταρρίπτεται και η έτερη θέση της υπεράσπισης η οποία τέθηκε στην Μ.Κ.1 ότι δηλαδή δεν υπήρχε καμμιά μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος έφυγε όταν αντελήφθη πως καλείτο η αστυνομία, αφού αυτό ακριβώς ανέφερε ο Μ.Κ.5 κατά τη μαρτυρία του. Πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση του ήταν πως όταν του ζήτησε να φύγει γιατί θα καλούσε την αστυνομία, φοβήθηκε και έφυγε πεζός, φωνάζοντας πως δεν ήθελε να έρθει η αστυνομία και ότι ήθελε να πάει στο αεροδρόμιο.
Ενώ τα όσα πιο πάνω προκύπτουν εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.5, φαίνεται να αποδομούν περαιτέρω την εκδοχή της υπεράσπισης, την ίδια στιγμή η μαρτυρία του Μ.Κ.5, κατά τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο, θα λέγαμε, υποστηρίζει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία ανέφερε ότι επέμεινε να κληθεί η αστυνομία, πράγμα που έγινε από τον Μ.Κ.4 αφού συν το χρόνω κατέφθασε και ανέλαβε ο τελευταίος, ως υπεύθυνος του χώρου υποδοχής που ήταν. Το ότι αυτός ήταν που κάλεσε την αστυνομία αποτέλεσε κοινό τόπο όπως και το γεγονός πως όταν ο Μ.Κ.4 επέστρεψε, ο Μ.Κ.5 πήγε και έφερε μπουρνούζι στην Παραπονούμενη και στη συνέχεια επέστρεψε στα καθήκοντα του.
Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία του Μ.Κ.4 σημειώνουμε πως στην ίδια γραμμή με τον Μ.Κ.5 ανέφερε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ενώ εργαζόταν στο ξενοδοχείο κατά τη νυχτερινή βάρδια ως υπεύθυνος υποδοχής, πήγε γύρω στις 02:20 στην τουαλέτα που βρίσκεται στο -2 του ξενοδοχείου, αφήνοντας στον χώρο υποδοχής τον Μ.Κ.5, για να επιστρέψει γύρω στις 02:40 και να συναντήσει στον χώρο υποδοχής την ένοικο του δωματίου με αρ. 560 μαζί με τους ένοικους του δωματίου 559, ανδρόγυνο από την Αγγλία.
Ο ίδιος σε πλήρη συνοχή με τα όσα ανέφερε τόσο ο Μ.Κ.19 αλλά και ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι παρατήρησε πως η Παραπονούμενη ήταν πραγματικά αναστατωμένη, προσπαθούσε να μην κλάψει και ότι στον δεξί της αγκώνα είχε χτύπημα, το οποίο αναγνώρισε στις φωτογραφίες 20, 23 και 35 του Τεκμηρίου 2, λέγοντας ειλικρινώς ότι δεν την παρατήρησε ενδελεχώς για να μπορεί να εκφέρει άποψη για άλλες σωματικές βλάβες που τυχόν είχε[151]. Ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος με την ένοικο του δωματίου 559 προσπάθησαν να καθησυχάσουν την Παραπονούμενη, ότι αυτή επέμεινε όπως ενημερωθεί η αστυνομία και ότι εν συνεχεία ο ίδιος κάλεσε πράγματι την αστυνομία.
Έγινε πολύς λόγος βέβαια για το ποια ακριβώς πληροφόρηση έλαβε ο Μ.Κ.4 από τον Μ.Κ.5 και ποια από την Παραπονούμενη και τι ακριβώς μετέφερε στην αστυνομία όταν την κάλεσε και αν αυτό που ανέφερε στην αστυνομία ήταν απλώς ότι η Παραπονούμενη διαπληκτίστηκε με τον Κατηγορούμενο ή αν ανέφερε πως αυτός προσπάθησε να την βιάσει.
Ο Μ.Κ.4 ξεκαθάρισε πως έχοντας έρθει από το αποχωρητήριο, μίλησε για λίγο με τον Μ.Κ.5, ότι ακολούθως προσπάθησαν με την ένοικο του 559 να καθησυχάσουν την Παραπονούμενη και ότι στη συνέχεια κάλεσε την αστυνομία, για να επιστρέψει πίσω στα καθήκοντα του στη συνέχεια, οπόταν και ήταν η θέση του πως άκουσε κάποια συνομιλία της Παραπονούμενης με την ένοικο του δωματίου 559. Πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι κατά τη συνομιλία των δύο, άκουσε ότι η Παραπονούμενη ανέφερε στην ένοικο του 559 ότι αυτός που διέμενε μαζί της την χτύπησε και προσπάθησε να τη βιάσει αλλά δεν τα κατάφερε εφόσον αυτή αντιστάθηκε, τονίζοντας πως αυτή ήταν συνομιλία που άκουσε μετά που κάλεσε την αστυνομία.
Δέχθηκε ωστόσο ότι την αστυνομία την κάλεσε στη βάση του τι είχε συζητήσει με τον Μ.Κ.5 αλλά και την ίδια την Παραπονούμενη (όταν την καθησύχαζαν) η οποία του εξήγησε περιληπτικά τι είχε γίνει, όμως ήταν σαφής πως ένεκα του ότι η ίδια ήταν «εκπληκτικά αναστατωμένη», δεν ήθελε να της κάνει ερωτήσεις και έτσι κάλεσε την αστυνομία σχετικά γρήγορα και δεν θυμόταν τι ακριβώς του είπε η ίδια πριν καλέσει την αστυνομία. Ως προς το τι συζήτησε με τον Μ.Κ.5, είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.4 συμφώνησε κατά την αντεξέταση ότι του είπε ο Μ.Κ.5 πως διαπληκτίστηκαν (όχι όμως αυτολεξεί) και ότι χρειαζόταν η συνδρομή της αστυνομίας, χωρίς να επιβεβαιώνει ότι ο Μ.Κ.5 του ανέφερε περί βιασμού από εκείνο το αρχικό στάδιο. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μας ότι ο Μ.Κ.5 υποστήριξε πως η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει περί βιασμού ευθύς εξ αρχής, ενώ αποτέλεσε επίσης θέση του Μ.Κ.5 πως ό,τι είπε δίδοντας κατάθεση στην αστυνομία, τα είπε και του Μ.Κ.4 όταν ήρθε πίσω από την τουαλέτα.
Παρά το ότι η μαρτυρία στο σημείο αυτό δεν είναι ιδιαίτερα σαφής, στην πραγματικότητα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία τι ο Μ.Κ.4 αντελήφθη από τη σύντομη συζήτηση που φαίνεται να είχε με τον Μ.Κ.5 ή και την Παραπονούμενη προτού καλέσει την αστυνομία, ούτε και το τι ο ίδιος εν τέλει μετέφερε στην αστυνομία, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία είχε να διαχειριστεί την έκρυθμη κατάσταση που προέκυψε και ένα άτομο ευρισκόμενο στην αναστατωμένη κατάσταση που περιέγραψε πως βρισκόταν η Παραπονούμενη, αλλά και άλλους ενοίκους που έχοντας ακούσει τις φωνές καλούσαν για να μάθουν τι είχε συμβεί.
Και λέγουμε πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το σημείο αυτό αφού το ουσιώδες ήταν πως η Παραπονούμενη ανέφερε τόσο στον Μ.Κ.19 όσο και στον Μ.Κ.5[152] ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να την βιάσει κάτι το οποίο και ο Μ.Κ.4 επιβεβαίωσε πως την άκουσε να το αναφέρει επίσης κατά τη συζήτηση της με την ένοικο του δωματίου 559, η οποία δεν αμφισβητήθηκε πως παρέμεινε μαζί της μέχρι την έλευση της αστυνομίας. Βέβαια αντεξετάστηκε έντονα και ως προς το γιατί δεν κατέγραψε στην κατάθεση του τα περί διείσδυσης δαχτύλων του Κατηγορούμενου στο αιδοίο της Παραπονούμενης, αφού ως στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, ήταν και αυτά μέρος της συζήτησης μεταξύ της Παραπονούμενης και της συζύγου του Μ.Κ.19, την οποία άκουσε. Ωστόσο ο ίδιος πειστικά ανέφερε πως θεώρησε ανούσιο να δώσει πλήρη περιγραφή μιας συζήτησης που η Παραπονούμενη είχε με την ένοικο του δωματίου 559, αφού ως λογικά ανέφερε αν ήθελαν μπορούσαν οι ίδιες να αναφέρουν τα όσα συζητούσαν. Του τέθηκε εν τέλει ότι αναφέρθηκε στη συζήτηση χωρίς να τα αναφέρει όλα, με τον ίδιο να διερωτάται ουσιαστικά αν κατακρίνεται γιατί δεν υπεισήλθε σε λεπτομέρειες. Και έχει δίκαιο αφού όπως πειστικά εξήγησε, δεν τίθεται θέμα αντίφασης επειδή ανέφερε μέρος της συζήτησης ούτε βέβαια σημαίνει ότι δεν τα θεωρούσε σημαντικά, αφού ως εξήγησε ανέφερε αυτά που ανέφερε, θεωρώντας πως ήταν αρκετά. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια μάλιστα και χωρίς ενδοιασμό ανέφερε ότι ο αστυνομικός δεν του είπε να μην τα αναφέρει αλλά του είπε να πει «όσες πληροφορίες αρμόζουν» και πάντως επέμεινε ότι τη λέξη βιασμός την άκουσε και την θυμάται όπως και το ότι την άκουσε να λέει πως ο Κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες της αναφοράς αυτής. Εξ ου και ως είναι αντιληπτό δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του χωρίς να έχει τεθεί το πλήρες πλαίσιο εντός του οποίου φέρεται να άκουσε την εν λόγω αναφορά. Το ουσιώδες πάντως είναι πως και σε αυτό το σημείο υποστηρίζεται η μαρτυρία της Παραπονούμενης η οποία ειλικρινώς ανέφερε ότι το γεγονός της διείσδυσης των δακτύλων στο αιδοίο της το ανέφερε στη σύζυγο του Μ.Κ.19 κατά τη συζήτηση που είχε μαζί της στον χώρο υποδοχής.
Ό,τι άλλο είναι σημαντικό εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο, αφού καμμιά αντίθετη υποβολή του τέθηκε, είναι πως κατά τον ίδιο χρόνο που η Παραπονούμενη βρισκόταν στον χώρο υποδοχής και άλλοι ένοικοι του 5ου ορόφου καλούσαν στον χώρο υποδοχής για να αναφέρουν ότι προηγήθηκε φασαρία στον όροφο τους διερωτώμενοι τι είχε γίνει. Επιβεβαιώνοντας έτσι τόσο τις αναφορές του Μ.Κ.19 αλλά και της ίδιας της Παραπονούμενης, ότι και άλλα άτομα είχαν θορυβηθεί εκ των δυνατών φωνών της. Το γεγονός ότι πράγματι υπήρξαν οι αναφορές αυτές μαρτυρείται και από τα όσα ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι κατέγραψε κατά τον εν λόγω χρόνο στο «log book» του ξενοδοχείου (βλ. Τεκμήριο 18), όπου καταχωρούνται περιστατικά που επεσυνέβησαν κατά τη βάρδια κάποιου υπαλλήλου και τα οποία χρήζουν περαιτέρω διαχείρισης, χωρίς επί της θέσης του αυτής να αμφισβητηθεί.
Παραμένοντας στο ζήτημα των φωνών, είναι γεγονός πως η Παραπονούμενη επικρίθηκε έντονα ως προς γιατί δεν φώναξε δυνατά ενωρίτερα έτσι ώστε να ακουστεί κι ακόμα ως προς το γιατί δεν έφυγε από το δωμάτιο όταν είδε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν στο κάλεσμα της για να πάει να μπει στο μπάνιο και παρέμενε να στέκεται γυμνός. Για να της υποβληθεί τελικώς πως δεν έφυγε επειδή ουδέποτε αφαίρεσε το εσώρουχο του ο Κατηγορούμενος. Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι παραμένει άγνωστον επί ποιου πραγματικού υποβάθρου τέθηκε η πιο πάνω θέση πως ουδέποτε έβγαλε το εσώρουχο του ο Κατηγορούμενος, αφού ο ίδιος επικαλείται αδυναμία ενθύμησης του τι έγινε στον επίδικο χρόνο στο εν λόγω δωμάτιο. Ανεξαρτήτως όμως της θέσης αυτής, η οποία πλήττει περαιτέρω την εκδοχή του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη με αμεσότητα και χωρίς ενδοιασμό ή δεύτερες σκέψεις ανέφερε πως δεν φοβόταν στο στάδιο εκείνο, ούτε είχε υποψιαστεί πως θα χρειαζόταν βοήθεια. Απάντηση καθ’ όλα εύλογη ιδίως αν συνεκτιμηθεί και το γεγονός πως λίγους μόνο μήνες πριν είχαν περάσει πέντε μέρες μαζί στην Πορτογαλία, όπου μοιράστηκαν το ίδιο δωμάτιο, χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Ως προς το γεγονός πως ευρισκόμενη εντός του δωματίου φώναζε αλλά δεν ούρλιαζε, όπως έπραξε όταν για λίγο κατάφερε να βγει στο διάδρομο, η ίδια με τρόπο αφοπλιστικό εξήγησε πως «Προσπάθησα να είμαι ήρεμη για να μην μου κάνει κάτι άλλο»[153]. Αναφορά ενδεικτική και του μεγέθους του φόβου που αισθάνθηκε. Φόβος ο οποίος πράγματι αρχίζει να γίνεται αντιληπτός όταν κάποιος παρακολουθήσει με προσοχή το σχετικό στιγμιότυπο του Τεκμηρίου 1.18, όπου φαίνεται η βαρβαρότητα και η βιαιότητα με την οποία την τραβά ο Κατηγορούμενος ενόσω βρίσκονται στο διάδρομο του 5ου ορόφου έξω από το δωμάτιο τους. Έτσι αποκτούν και περισσότερο νόημα τα λεγόμενα της, ότι «Δεν έπιασα το τηλέφωνο γιατί πάλευα για τη ζωή μου σε εκείνο το δωμάτιο. Ακόμη και τις σκηνές που είδατε σε βίντεο, βλέπετε ότι δεν με άφηνε να φύγω»[154] και λίγο πιο μετά όταν απαντώντας σε υποβολή πως λέει ψέματα επέμεινε λέγοντας «Αυτή είναι αλήθεια, πάλευα για τη ζωή μου. Ήθελα να φύγω και δεν με άφηνε»[155].
Επιστρέφοντας τώρα στην περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων, αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι όταν έφτασε η αστυνομία η Παραπονούμενη μεταφέρθηκε υπό τη συνοδεία τους στα γραφεία τους και ότι ακολούθως άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης με την προσαγωγή της Παραπονούμενης στο Νοσοκομείο για να υποβληθεί στις αναγκαίες εξετάσεις, όπως επεξηγήθηκε στο αρχικό μέρος της αξιολόγησης που αφορά στη διερεύνηση. Ό,τι άλλο είναι σημαντικό να τονιστεί στο σημείο αυτό είναι η αναντίλεκτη θέση της Παραπονούμενης πως ενόσω βρισκόταν στην αστυνομία ο Κατηγορούμενος την κάλεσε στο κινητό της 125 φορές χωρίς αυτή να απαντήσει, κλήσεις τις οποίες η ίδια δεν είδε κατά τον χρόνο που έγιναν αλλά μεταγενέστερα αφού τον είχε μπλοκάρει εξ ου και δεν είδε ούτε τα μηνύματα που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 9 και τα οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι όντως απεστάλησαν από το κινητό του Κατηγορούμενου[156].
Έχουμε παρακολουθήσει την Παραπονούμενη με ιδιαίτερη προσοχή. Μας έδωσε την εικόνα γενικά ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Προς τούτο επισημαίνουμε κατ’ αρχάς ότι δεν επιχείρησε να σπιλώσει με τρόπο προκατειλημμένο και μηδενιστικό την όλη εικόνα του Κατηγορούμενου. Αντίθετα με δίκαιο τρόπο περιέγραψε το ιστορικό της σχέσης από την αρχή, μη διστάζοντας να αναφερθεί και στις όμορφες στιγμές που πέρασαν μαζί με τον Κατηγορούμενο, όπως ήταν η αρχή της σχέσης τους, ο χρόνος που πέρασαν μαζί στην Πορτογαλία αλλά και οι δύο πρώτες μέρες στην Κύπρο, όπου περιέγραψε πως πέρασαν όμορφα βλέποντας διάφορα αξιοθέατα και απολαμβάνοντας τις διακοπές τους.
Πέραν τούτου σημειώνουμε πως, ως φανερώνει και η ανάλυση που προηγήθηκε, ένα σημαντικό μέρος εκ των όσων εξ αρχής ανέφερε, παρέμειναν μη αμφισβητούμενα ή και υποστηρίχθηκαν από πραγματική ή άλλη ανεξάρτητη και αξιόπιστη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε. Εν πάση δε περιπτώσει, η πειστικότητα και η σταθερότητα της στην ουσία των όσων προέβαλε, ιδιαίτερα από τη στιγμή που εισήλθαν στο δωμάτιο μέχρι και το σημείο της καταγγελίας ήταν χαρακτηριστική, χωρίς να έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση της. Αντιθέτως μάλιστα, θα πρέπει να πούμε, πως προφορικά υπήρξε πολύ πειστικός ο τρόπος με τον οποίο εξήγησε παραστατικά λεπτό προς λεπτό το τι διημείφθη σε εκείνο το δωμάτιο, με απαράμιλλη συνοχή και συνέπεια, δίδοντας ξεκάθαρα την εντύπωση πως ήταν πρόσωπο που βίωσε και μάλιστα τραυματικά τα γεγονότα που περιέγραφε.
Εξ ου και δεν αμφιβάλλουμε ποσώς πως όντως αναζήτησε και έλαβε ψυχολογική βοήθεια έχοντας επιστρέψει στη χώρα της. Το γεγονός δε που της τέθηκε και απέρριψε, ότι δηλαδή της προσφέρθηκε ψυχολογική βοήθεια στην Κύπρο και δεν την αποδέχθηκε, ακόμα και αν ευσταθούσε, δεν είναι αντιληπτό πως θα μπορούσε να σημαίνει πως η ίδια δεν επιθυμούσε να λάβει τέτοια βοήθεια ή πως δεν έχρηζε τέτοιας. Και λέγουμε τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι τέτοια βοήθεια, λόγω και της φύσης της, που απαιτεί επανειλημμένες συνεδριάσεις, είναι πιο λογικό να επιθυμεί κάποιος να την λάβει στη χώρα όπου διαμένει. Εξ ου και δεν θεωρούμε πως ακόμα αν αποδεχόμασταν πως της την πρότειναν στην Κύπρο και δεν δέχθηκε να τη λάβει, θα σήμαινε οπωσδήποτε πως δεν επιθυμούσε τέτοια βοήθεια ή δεν την χρειαζόταν. Εν πάση περιπτώσει τονίζουμε πως η θέση περί απόρριψης ψυχολογικής βοήθειας στην Κύπρο, αποτέλεσε άλλη μια θέση που παρέμεινε παντελώς μετέωρη αφού καμμιά μαρτυρία προσκομίστηκε προς αυτή την κατεύθυνση και ουδείς άλλος μάρτυρας κατηγορίας αντεξετάστηκε επί τούτου. Εξ ου και καμμιά βαρύτητα προσδίδουμε σε τούτη.
Το εάν τώρα λόγω των διαδικασιών που περιέγραψε ότι ισχύουν στη χώρα της, δεν μπορούσε να λάβει πιο έγκαιρα τη βοήθεια αυτή και πάλιν δεν σημαίνει βέβαια πως δεν την είχε ανάγκη. Ούτε βέβαια σημαίνει πως δεν την έλαβε επειδή δεν είχε προς τούτο να παρουσιάσει κάποιο πιστοποιητικό.
Εξάλλου συνιστά σαφώς απόρροια της κοινής λογικής και πείρας ότι οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσης επίθεση αποτελεί τραυματική εμπειρία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19), ECLI:CY:AD:2019:B473 και τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε σε αυτό ακριβώς κατατείνουν. Και λέγουμε τούτο αφού έκανε λόγο για θυμό, λύπη, άγχος, απώλεια συγκέντρωσης, χωρίς ωστόσο ως ειλικρινώς ανέφερε να χρειαστεί να λάβει φαρμακευτική αγωγή. Στο τελευταίο αυτό γεγονός εστίασε ιδιαίτερα η υπεράσπιση, για να εισηγηθεί πως κανένα ψυχολογικό πρόβλημα είχε ως εκ του συμβάντος με τον Κατηγορούμενο. Όμως δεν θεωρούμε πως η απουσία μαρτυρίας ότι έλαβε φαρμακευτική αγωγή, μπορεί ασφαλώς να οδηγήσει στο ότι ψεύδεται εν σχέσει με τα όσα ανέφερε ότι βίωσε μετά το συμβάν και τα οποία απορρέουν ευθέως από και συνάδουν με το γεγονός της σεξουαλικής βίας που δέχθηκε και του εγγενούς τραυματισμού που, ως ήδη λέχθηκε, το γεγονός αυτό επιφέρει στον ψυχισμό ενός ατόμου.
Το ότι δε παρέμεινε εκτός εργασίας αρχικά και ότι ακολούθως παρά το ότι επέστρεψε για λίγο στη δουλειά της, εν τέλει σταμάτησε οριστικά, η ίδια με ειλικρίνεια απέφυγε να το αποδώσει εξ ολοκλήρου στο επίδικο συμβάν και εντίμως δεν προσπάθησε να επιρρίψει την ευθύνη για την εν λόγω εξέλιξη, εξ ολοκλήρου στα όσα συνέβησαν με τον Κατηγορούμενο. Αντίθετα με ευθύτητα ανέφερε χωρίς δεύτερες σκέψεις ότι σε τούτο συνέτεινε και η ανάγκη να φροντίσει τα τρία ανήλικα παιδιά της. Η δε θέση που της τέθηκε ότι τα ψυχολογικά προβλήματα της τα προκάλεσε ο M.S. ή προηγηθείσα πτώση από τη σκάλα ήταν υποβολές που δεν έγιναν δεκτές από την ίδια και παρέμειναν μετέωρες αφού δεν υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Εξάλλου το ότι η ίδια δεν προσπάθησε να παρουσιάσει με υπερβολή τα πράγματα, προκύπτει αβίαστα και από το ότι ως ανέφερε τώρα φαίνεται να διανύει μια φάση όπου σκοπεύει να αρχίσει και πάλι να ψάχνει για εργασία για να δουλεύει και να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωής αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα πίσω της, ενώ συντηρείται επί του παρόντος από επίδομα που λαμβάνει από την ολλανδική κυβέρνηση[157].
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω σίγουρα δεν μας διαφεύγει η θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη επιχείρησε ανεπιτυχώς να διασυνδέσει το όλο συμβάν με τη διακοπή της εγκυμοσύνης που, ως η θέση της, διένυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κάτι που η υπεράσπιση εισηγήθηκε πως όχι μόνο δεν στοιχειοθετείται, αλλά τουναντίον αποτελεί και ένδειξη της αναξιοπιστία της. Επί τούτου θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι προτού έρθει στη Κύπρο προσπαθούσε με τον σύντροφο της (Μ.S.) να κάνουν παιδί και πως μετά που επέστρεψε στην Ολλανδία[158], έκανε τεστ εγκυμοσύνης (περί τα μέσα Ιουλίου), το οποίο κατέδειξε ότι πράγματι πέρασε από εγκυμοσύνη αλλά φάνηκε ότι είχε ήδη αποβάλει. Προς τούτο η μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 14. Βέβαια εξήγησε ότι τεστ εγκυμοσύνης, έγινε και στην Κύπρο και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, αλλά εξέφρασε την άποψη ότι ήταν αρνητικό επειδή ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να δείξει κάτι και ότι ήταν παρά ταύτα ήδη έγκυος από τον M.S. όταν βρισκόταν στην Κύπρο και ότι μάλλον απέβαλε εξ αιτίας του επεισοδίου. Και τούτο γιατί την Τετάρτη δυο μέρες μετά το συμβάν (το οποίο επεσυνέβη Δευτέρα) και προτού αναχωρήσει για τη χώρα της είχε μεγάλη κολπική αιμορραγία (βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 34, γρ. 19-32 και σελ. 35-39), η οποία συνεχίστηκε και όταν επέστρεψε στη χώρα της, εξ ου και μετά την επιστροφή της στην Ολλανδία δεν είχε αμέσως σεξουαλική επαφή με τον M.S. (Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 9, γρ. 6-32 και σελ. 10-14).
Η υπεράσπιση από την άλλη, παρ’ ότι αυτήν καθ’ αυτήν την αποβολή ως γεγονός δεν φαίνεται να την αμφισβήτησε[159], εντούτοις αμφισβήτησε έντονα πως η Παραπονούμενη ήταν έγκυος κατά τον χρόνο που ήταν στην Κύπρο και ότι εν πάση περιπτώσει την αποβολή της την προκάλεσε ο Κατηγορούμενος, αφού, ως της τέθηκε, αν όντως είχε μια τέτοια παρατεταμένη αιμορραγία από τις αρχές Μαΐου, δεν θα πήγαινε τόσο καθυστερημένα (ήτοι τον Ιούλιο) στον γιατρό. Η ίδια έδωσε τις θέσεις της για το ζήτημα αυτό, επί των οποίων δεν κρίνουμε πως θα πρέπει να επεκταθούμε, αφού η ουσία του πράγματος είναι πως υπό οποιαδήποτε σκοπιά και αν ιδωθεί το θέμα, δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα στο συμπέρασμα που εισηγείται η Παραπονούμενη. Και τούτο διότι κατ’ αρχάς δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια ο χρόνος της σύλληψης, αφού η Παραπονούμενη δέχθηκε πως είχε σεξουαλική επαφή με τον M.S. τόσο πριν τις διακοπές στην Κύπρο όσο και μετά που επέστρεψε στη χώρα της ενώ η ένδειξη περί αποτυχημένης εγκυμοσύνης προέκυψε μέσα Ιουλίου του 2024, δηλαδή αρκετό καιρό μετά το συμβάν. Τούτων δοθέντων κρίνουμε πως δεν δικαιολογείται η εξαγωγή συμπεράσματος, στο βαθμό μάλιστα που απαιτείται στο πλαίσιο αυτό, ότι την αποβολή, της την προκάλεσαν οι πράξεις βίας τις οποίες καταλόγισε στον Κατηγορούμενο.
Το γεγονός τώρα πως η ίδια επιχείρησε να διασυνδέσει το επίδικο συμβάν με την αποτυχημένη εγκυμοσύνη που ως η θέση της είχε, χωρίς την απαραίτητη επιστημονική μαρτυρία που θα υποστήριζε κάτι τέτοιο, δεν σημαίνει βέβαια πως κατά τα λοιπά πλήττεται η εν γένει αξιοπιστία της ή η καλή γενικά εντύπωση που άφησε σε εμάς. Ό,τι συνεπάγεται είναι πως το Δικαστήριο δεν δύναται να βασιστεί σε εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της για να καταλήξει σε ανάλογα ευρήματα στο πλαίσιο μιας ποινικής υπόθεσης, χωρίς οι θέσεις αυτές να υποστηρίζονται από την ανάλογη ιατρική μαρτυρία. Εξάλλου βλέποντας την να μαρτυρεί, ό,τι αποκομίσαμε ήταν πως επρόκειτο για μια γνήσια έκφραση της προσωπικής πεποίθησης που είχε για το ζήτημα αυτό και χωρίς καμμιά απολύτως ένδειξη κακοπιστίας. Άλλωστε το ότι πράγματι η ίδια πίστευε πως ήταν έγκυος μαρτυρείται και από τα όσα ανέφερε στον Κατηγορούμενο αμέσως πριν αυτός αρχίσει να επιδεικνύει έναντι της τη βία που περιέγραψε. Επί τούτου θυμίζουμε ότι, απαντώντας στον Κατηγορούμενο ο οποίος της ανέφερε ότι την αγαπά, αυτή του ανέφερε ότι αγαπά τον Μ.S. και ότι ίσως να είναι έγκυος από αυτόν.
Από την άλλη πρέπει να πούμε βέβαια πως ούτε η θέση της υπεράσπισης ότι την αποβολή, της την προκάλεσε ο M.S.[160], μπορεί να γίνει δεκτή αφού παρέμεινε σε επίπεδο υποβολής που δεν έγινε δεκτή και δεν υποστηρίχθηκε από άλλη μαρτυρία.
Στρεφόμενοι τώρα στα των τραυματισμών της διαπιστώνουμε πως διασυνέδεσε κατά τρόπο λογικό τα όσα εξιστόρησε με τα διάφορα τραύματα που υπέστη χωρίς να διακρίνεται οποιαδήποτε προσπάθεια να μεγαλοποιήσει τα πράγματα ή να του αποδώσει τραυματισμούς που δεν πίστευε πραγματικά πως της προκάλεσε αυτός.
Απόδειξη τούτου είναι κατ’ αρχάς το ότι ειλικρινώς δέχθηκε πως η πληγή που φαίνεται στο πόδι της στη φωτογραφία 58 του Τεκμηρίου 2 προκλήθηκε από το παπούτσι της και όχι από τον Κατηγορούμενο[161]. Ως προς την γρατσουνιά στην πλάτη, κάτω από τον στηθόδεσμο, που φαίνεται στις φωτογραφίες 45-47 του Τεκμηρίου 2, η ίδια ειλικρινώς ανέφερε ότι δεν την είχε προσέξει μέχρι που, κατά την ιατροδικαστική της εξέταση, της επεσήμαναν όταν θα την έβγαζαν φωτογραφία. Σε σχέση δε με αυτή φάνηκε να μην είναι βέβαιη πως προκλήθηκε και ειλικρινώς περιορίστηκε να αναφέρει πως πιθανόν να προκλήθηκε όταν την πήρε από το έδαφος για να την βάλει στο κρεβάτι[162] χωρίς πάντως να της έχει τεθεί κάτι συγκεκριμένο σε σχέση με τη θέση της αυτή. Τα όσα ανέφερε πάντως ο Μ.Κ.11 σε σχέση με τον τρόπο πρόκλησης της εν λόγω κάκωσης, δεν συγκρούονται με τη θέση της ότι η κάκωση προκλήθηκε όταν την πήρε από το έδαφος για να την βάλει στο κρεβάτι ούτε και αμφισβητήθηκε πως επρόκειτο περί πρόσφατης κάκωσης από ιατροδικαστικής άποψης (βλ. σημείο 2, Έγγραφο ΙΒ).
Πέραν των πιο πάνω με την ίδια ειλικρίνεια και χωρίς δισταγμό ανέφερε ευθέως και εξ αρχής στην κατάθεση της Έγγραφο Δ, πως τα σημάδια στο πάνω μέρος του λαιμού της αριστέρα, τα οποία υπέδειξε κατά τη μαρτυρία της στη φωτογραφία 30 του Τεκμηρίου 2[163], δημιουργήθηκαν από τον Μ.S. προτού έρθει στην Κύπρο. Τούτη τη θέση της Παραπονούμενης φαίνεται εξάλλου να την επιβεβαιώνει και ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 8, Απ. 11). Ό,τι άλλο προκύπτει πως είναι παραδεκτό σε σχέση με τα σημάδια αυτά είναι πως δεν πρόκειται για σημάδια από βία που εξασκήθηκε εναντίον της, αφού όπως και οι δύο αναφέρουν πρόκειται για σημάδια από τα φιλιά του του Μ.S.[164]. Στην ίδια δε, δεν τέθηκε ποτέ η θέση που αργότερα τέθηκε στον Μ.Κ.11[165]ότι δηλαδή γενικά οι κακώσεις που εντοπίστηκαν στο σώμα της θα μπορούσαν να οφείλονται σε βιασμό που υπέστη σε προγενέστερο χρόνο από άλλο πρόσωπο. Τέτοια θέση βέβαια δεν αναφέρεται καν στην κατάθεση του Κατηγορούμενου, ο οποίος το μόνο που αναφέρει είναι πως του ανέφεραν ότι είχε ξανακάνει καταγγελία για βιασμό, χωρίς να διασυνδέει οποιεσδήποτε κακώσεις με ένα τέτοιο συμβάν. Η ίδια πάντως ήταν σαφέστατη εξ αρχής στην κατάθεση της (βλ. Έγγραφο Δ) ως προς το ότι ουδέποτε κατήγγειλε ξανά περιστατικό βιασμού εναντίον της, αφού ποτέ προηγουμένως δεν υπέστη κάτι τέτοιο και πως ούτε στον Κατηγορούμενο είχε ποτέ αναφέρει κάτι τέτοιο. Επί των ξεκάθαρων αυτών θέσεων της καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε κατά την αντεξέταση της. Aφήνοντας έτσι την πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του (πως η Παραπονούμενη δήθεν κατήγγειλε προηγουμένως περιστατικό βιασμού), μετέωρη και συνεπώς απορριπτέα.
Περιπλέον, ενδεικτικό της ειλικρίνειας της, θεωρούμε και το ότι δεν τήρησε σιγή για τον προηγηθέντα τραυματισμό που είχε στο δεξί της χέρι ενόσω βρισκόταν στην Ολλανδία. Και τούτο παρά το ότι το ίδιο αυτό χέρι, μετά το περιστατικό, τοποθετήθηκε σε γύψο και θέση της ίδιας ήταν πως τούτο είχε σπάσει (εκ νέου) στο πλαίσιο του επίδικου περιστατικού. Παρά τις εγγενείς περιπλοκές που η παραδοχή της αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει, εντούτοις η ίδια το ανέφερε εξ αρχής στην Μ.Κ.14 αλλά και στην κατάθεση της (Έγγραφο Δ). Εκεί περιγράφει ότι όταν ήταν στην Ολλανδία, το δεξί της χέρι είχε σπάσει επειδή έπεσε από τις σκάλες[166] και γι’ αυτό της το τοποθέτησαν για ένα μήνα σε γύψο, τον οποίο αφαίρεσε περί τις 20 ημέρες προτού αφιχθεί στην Κύπρο καθ’ ότι το κάταγμα θεραπεύτηκε. Ωστόσο στην προσπάθεια της να σπρώξει και να απωθήσει τον Κατηγορούμενο από πάνω της και να αντισταθεί στα όσα της έκανε, το χέρι της έσπασε αφού αισθάνθηκε έντονο πόνο αμέσως μετά.
Το ότι πράγματι φαίνεται πως αισθάνθηκε έντονο πόνο στο δεξί της χέρι μετά το συμβάν, υποστηρίζεται από το ότι πράγματι παραπονέθηκε για έντονο πόνο τόσο στην Μ.Κ.14 όσο και στον ιατρό Μ.Κ.12, που ακολούθως την εξέτασε, ενώ εν συνεχεία η ύπαρξη κατάγματος επιβεβαιώθηκε από τις ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε[167]. Το αν τώρα υπό το φως των ως άνω δεδομένων είναι δυνατόν να διασυνδεθεί το διαπιστωθέν κάταγμα με τις πράξεις του Κατηγορούμενου ή όχι, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής, πλην όμως ακόμα και αν, για νομικούς λόγους, δεν μπορεί να διασυνδεθεί, δεν εντοπίζουμε κάποια κακοπιστία από πλευράς της Παραπονούμενης. Και τούτο αφού θεωρούμε πως ό,τι έπραξε, ήταν να πει την αλήθεια για ό,τι είχε υποστεί τόσο όταν βρισκόταν στην Ολλανδία όσο και κατά το επίδικο περιστατικό και να εκφράσει την ειλικρινή πεποίθηση της με βάση τα όσα είχε βιώσει.
Στρεφόμενοι τώρα στις λοιπές κακώσεις που έφερε στο σώμα της και τις οποίες η ίδια διασυνέδεσε με το επίδικο συμβάν, ό,τι διαπιστώσαμε ήταν πως η επί του προκειμένου μαρτυρία της συνήδε με τα όσα εξιστόρησε και είχε συνοχή καθώς και συνάφεια με τη λογική. Και εξηγούμε.
Πέραν από τη θέση της πως ένεκα της προσπάθειας της να σπρώξει τον Κατηγορούμενο και να τον απωθήσει αλλά και ένεκα της πτώσης της, έσπασε το χέρι της, ήταν η θέση της πως προκλήθηκαν και άλλες κακώσεις στην ίδια περιοχή, τις οποίες αναγνώρισε στη φωτογραφία 35[168]. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, οι μώλωπες από την πτώση και οι γρατσουνιές από το τρίψιμο, φαίνονται καλύτερα, στη φωτογραφία 38[169]. Της υποβλήθηκε βέβαια ότι τα οποιαδήποτε σημάδια στο χέρι της προκλήθηκαν από την πτώση της (από τις σκάλες) στην Ολλανδία, κάτι το οποίο απέρριψε[170]. Η θέση αυτή ήταν προβληματική επί των δικών της όρων και εξηγούμε πιο κάτω το γιατί.
Κατ’ αρχάς η θέση αυτή της υπεράσπισης δεν συνάδει, με τη θέση που τέθηκε στην ίδια ότι ευρισκόμενη στον χώρο υποδοχής αμέσως μετά το συμβάν ήταν μια χαρά χωρίς να έχει οποιαδήποτε γδαρσίματα, σημάδια ή χτυπήματα αλλά ούτε καν ερεθισμό στο δέρμα της[171]. Πιο συγκεκριμένα μάλιστα της υποβλήθηκε ότι στο χρονικό σημείο 1:56 του αρχείου 11 του Τεκμηρίου 1.18 που τελειώνει με τα ψηφία 831160 «το αριστερό σου χέρι δεν φαίνεται να έχει οποιανδήποτε κάκωση, εκδορά ή ερεθισμό»[172], ενώ για το χρονικό σημείο 1:29 του ίδιου αρχείου της τέθηκε πως «δεν υπάρχει κάκωση, ερεθισμός, γδάρσιμο ή οτιδήποτε άλλο»[173].
Περαιτέρω σε σχέση με το 13ο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18 (….5419), της τέθηκε σε σχέση με τα όσα φαίνονται στο 4ο δευτερόλεπτο ότι δεν φαίνεται στο σώμα της, από τα χέρια μέχρι τα πόδια οποιαδήποτε κάκωση ή κάποιος ερεθισμός[174]. Θέση από την οποία ήταν αντιληπτό πως της αποδίδετο πως τα όσα εντοπίστηκαν ακολούθως κατά την ιατροδικαστική εξέταση στο σώμα της, ήταν κακώσεις που προκλήθηκαν μετά το επίδικο επεισόδιο. Χωρίς όμως, ως ήδη εξηγήσαμε και σε άλλο σημείο ανωτέρω, να δοθεί απάντηση στο καίριο ερώτημα του πώς μπορεί να προκλήθηκαν μεταγενέστερα του επεισοδίου και πριν την ιατροδικαστική εξέταση, ενώ η Παραπονούμενη βρισκόταν, κατά τον χρόνο αυτό, υπό τη συνοδεία της αστυνομίας.
Πέραν των πιο πάνω και σε πλήρη αντίφαση με τη θέση που της τέθηκε πως οι κακώσεις προϋπήρχαν λόγω της πτώσης από τη σκάλα, στον Μ.Κ.10 αργότερα τέθηκε ότι δεν είδε κανένα τραυματισμό στο σώμα της επειδή δεν υπήρχε. Η θέση αυτή δεν συνάδει όμως ούτε με τη θέση που τέθηκε από την υπεράσπιση όταν αντεξεταζόταν ο ιατροδικαστής Ν. Χαραλάμπους ο οποίος ερωτήθηκε κατά πόσον «οι εκδορές και οι εκχυμώσεις, σημεία 1 της ιατροδικαστικής έκθεσης και 3 έως 7,9,11 και 14…. θα μπορούσαν να συνάδουν με ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι αυτά προκλήθηκαν από βιασμό από άλλο πρόσωπο σε παλαιότερο χρόνο από τον ουσιώδη;»[175]. Καθιστώντας σαφές πως θέση του Κατηγορούμενου και κατ’ επέκταση της υπεράσπισης ήταν πως υπέστη βιασμό από άλλο πρόσωπο και πως οι συγκεκριμένες κακώσεις οφείλονταν στο συμβάν αυτό. Ζήτημα σε σχέση με το οποίο όμως, ως ήδη είπαμε, στην Παραπονούμενη, η οποία ρητώς απέρριψε στην κατάθεση της Έγγραφο Δ το να βιάστηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο, δεν τέθηκε καμμιά σχετική υποβολή.
Πέραν τούτου ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του ερωτηθείς στην ερώτηση 11 αν θέλει να αναφέρει οτιδήποτε άλλο, αυτόβουλα - και το τονίζουμε αυτό-, ανέφερε τα εξής: «Απ. 11: Όταν ήρθαμε στην Κύπρο η S. είχε ήδη δύο σημάδια στο λαιμό και μου είπε ότι ήταν από φιλιά από τον φίλο της στην Ολλανδία όπως μου είπε η ίδια. Αυτό σας το λέω γιατί τα σημάδια αυτά τα είχε ήδη και δεν τα προκάλεσα εγώ. Επίσης μου είπαν ότι η ίδια στο παρελθόν είχε ξανακάνει καταγγελία στην Ολλανδία εναντίον κάποιου άλλου προσώπου». Εν ολίγοις δηλαδή ενώ αναφέρεται σε προϋπάρχουσες κακώσεις, περιορίζεται ουσιαστικά σε δύο, που είναι ουσιαστικά αυτές που και η ίδια η Παραπονούμενη ειλικρινώς παραδέχθηκε πως είχαν προκληθεί από τα φιλιά του φίλου της και σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται σε οποιεσδήποτε άλλες κακώσεις που να είχαν προέλθει μάλιστα από προηγούμενο βιασμό. Εξυπακούεται βέβαια πως κάποιος λογικά θα ανέμενε πως, αφού αναφέρθηκε σε αυτές τις πολύ μικρές και σίγουρα λιγότερο σοβαρές κακώσεις στο λαιμό της, θα είχε αναφερθεί,- εάν όντως υπήρχαν- και στις πολύ εμφανέστερες και σοβαρότερες που είχε στο υπόλοιπο της σώμα (σε μέρη που δεν καλύπτονται από ρούχα όπως είναι τα χέρια και τα γόνατα) και οι οποίες είναι πέρα από ευδιάκριτες στο Τεκμήριο 2. Και τούτο εφόσον σκοπός της προαναφερθείσας αναφοράς στην κατάθεση του ήταν να καταδείξει ακριβώς, πως κάποιες κακώσεις προϋπήρχαν και πως δεν ετίθετο θέμα πρόκλησης τους από τον ίδιο. Εντούτοις περιορίζεται μόνο σε εκείνες τις δύο.
Η θέση όμως της υπεράσπισης ότι οι κακώσεις στο χέρι της οφείλονταν στην πτώση της από τις σκάλες είναι προβληματική και από μια άλλη οπτική. Συγκεκριμένα θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι από την πτώση υπέστη κάταγμα και τοποθέτησε το χέρι της σε γυψονάρθηκα για ένα μήνα, τον οποίο αφαίρεσε 17 με 20 ημέρες πριν έρθει στην Κύπρο. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν αφού καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε. Τούτου δοθέντος και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του δεύτερου ιατροδικαστή Μ.Κ.21 τον κάλεσε να συμφωνήσει ότι οι οποιεσδήποτε εκδορές ή εκχυμώσεις στο σώμα ενός ανθρώπου επουλώνονται μέσα σε 2 εβδομάδες[176], δεν είναι αντιληπτό πως είναι δυνατόν να αποδίδει (η υπεράσπιση) τις κακώσεις στο χέρι της στην πτώση από τη σκάλα που επεσυνέβη, σύμφωνα με τα όσα παρέμειναν αναντίλεκτα, πολύ προηγουμένως.
Όμως η θέση αυτή περί προϋπαρχουσών κακώσεων που τέθηκε στην Παραπονούμενη αντιφάσκει και με την έτερη θέση που επίσης της τέθηκε όταν αρνήθηκε την υποβολή πως το τι συνέβη μεταξύ τους ήταν ένας «καβγάς» λέγοντας πως δεν ήταν καβγάς, αλλά απόπειρα βιασμού, υποδεικνύοντας τους μώλωπες και τη ζημιά στο σώμα της. Οπόταν και η υπεράσπιση τοποθετήθηκε ως εξής: «Όταν δυο άνθρωποι καβγαδίζουν και χτυπιούνται, δεν θα προκληθούν μώλωπες, εκδορές και οτιδήποτε άλλο;»[177]. Δείχνοντας εν ολίγοις έτσι να αποδέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, πως θα μπορούσαν πράγματι να προκληθούν εκδορές ή μώλωπες στο πλαίσιο ενός καβγά ως αυτόν που ήταν η θέση της υπεράσπισης πως είχαν μεταξύ τους ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη.
Βέβαια στον Μ.Κ.4 τέθηκε μια εντελώς διαφορετική θέση και δη πως μόνο ένα χτύπημα έφερε, αυτό στον αγκώνα της και πως δεν είχε άλλα χτυπήματα μετά το επίδικο περιστατικό, θέση η οποία διαφοροποιήθηκε ξανά κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.10 που ήταν ο πρώτος αστυφύλακας που μετέβη στο ξενοδοχείο και στον οποίο υποβλήθηκε, ως ήδη υποδείξαμε, πως δεν παρατήρησε οποιαδήποτε κάκωση επειδή δεν υπήρχε.
Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως ο Μ.Κ.11 έχει χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη κάκωση (σημείο 4 και 5 του Εγγράφου ΙΒ), ως παλαιά δηλαδή ως έχουσα προκληθεί σε διάστημα πέραν των 24 ωρών καθιστώντας την έτσι ως μη δυνάμενη να διασυνδεθεί με το επίδικο συμβάν. Όμως έχουμε επεξηγήσει ανωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του για ποιο λόγο το συμπέρασμα του αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, έτσι που δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης εξ αυτού.
Τα πιο πάνω ισχύουν και για τα σημάδια στον αριστερό της αγκώνα που φαίνονται στη φωτογραφία 33, του Τεκμηρίου 2 (σημείο 3 του Εγγράφου ΙΒ), για τα οποία η άποψη του Μ.Κ.11 ήταν πως επίσης προκλήθηκαν σε χρόνο πέραν των 24 ωρών. Η δε Παραπονούμενη σε συνοχή με τα όσα εξιστόρησε ανέφερε ότι προκλήθηκαν μετά από πτώση της κατά τη διάρκεια της πάλης με τον Κατηγορούμενο[178], χωρίς να της υποβληθεί κάποια άλλη θέση. Στο βαθμό δε που μπορεί να θεωρηθεί πως η θέση περί πρόκλησης κακώσεων από την πτώση στη σκάλα αφορά και αυτές τις κακώσεις ισχύουν βέβαια τα όσα πιο πάνω αναφέραμε για το θέμα αυτό.
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τον μώλωπα στο κάτω μέρος του μπράτσου της, κάτω από τον αγκώνα που φαίνεται στις φωτογραφίες 42 και 43 του Τεκμηρίου 2 (σημείο 6 της Έκθεσης του Μ.Κ.11 και για τον οποίο επίσης ανέφερε πως προκλήθηκε σε χρόνο πέραν των 24 ωρών), ο οποίος ως η Παραπονούμενη ανέφερε προκλήθηκε, απ' ότι νομίζει, από το τράβηγμα και σπρώξιμο του χεριού της[179], θέση σε σχέση με την οποία δεν της τέθηκε κάτι πιο συγκεκριμένο πέραν από τη γενικότερη προηγούμενη θέση για κακώσεις που προκλήθηκαν λόγω της πτώσης της από τις σκάλες. Για την οποία βεβαίως ισχύουν τα όσα πιο πάνω αναφέραμε.
Εν σχέσει τώρα με τις κακώσεις στο λαιμό της που φαίνονται στη φωτογραφία 27 του Τεκμηρίου 2 (σημείο 7 της Ιατροδικαστικής Έκθεσης Έγγραφο ΙΒ), η ίδια ανέφερε πως προκλήθηκαν όταν την άρπαξε από τον λαιμό και την έσπρωχνε προς το κρεβάτι[180], ενώ επειδή την τραβούσε από τον λαιμό, κόπηκε και το κολιέ της[181]. Της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος την άρπαξε από τον λαιμό και ότι όλα τα σημάδια στην περιοχή του λαιμού προκλήθηκαν από τον φίλο της όταν ακόμα βρίσκονταν στην Ολλανδία, κάτι το οποίο η μάρτυρας απέρριψε[182]. Και την πιστεύουμε αφού είδαμε πως δεν είχε κανένα ενδοιασμό να δηλώσει ευθαρσώς πως κάποια σημάδια οφείλονταν στα φιλιά του φίλου της και επομένως αν και αυτά της φωτογραφίας 27 είχαν προκληθεί από τον φίλο της, δεν θεωρούμε πως θα δίσταζε να το παραδεχθεί. Πέραν τούτου υπενθυμίζουμε πως ο Κατηγορούμενος κάνει λόγο για δύο μόνο σημάδια στο λαιμό της κάτι που εκ των πραγμάτων ενισχύει την εντύπωση μας πως η προώθηση των θέσεων αυτών από την υπεράσπιση ήταν τυχαία και ευκαιριακή. Το ότι δε το κολιέ της κόπηκε λόγω των όσων επεσυνέβησαν στο δωμάτιο η υπεράσπιση πάντως δεν το αμφισβήτησε όσο και αν επέλεξε να ονομάσει το τι συνέβαινε μεταξύ τους μια «διαμάχη» [183]. Ως προς το ότι και για αυτές τις σωματικές βλάβες ο Μ.Κ.11 ανέφερε ότι προκλήθηκαν σε διάστημα πέραν των 24 ωρών, επαναλαμβάνουμε τα όσα πιο πάνω αναφέραμε, σε σχέση με το ότι η κρίση του επί του προκειμένου για λόγους που επεξηγήθηκαν δεν έγινε αποδεκτή.
Σε πλήρη συνοχή με τα όσα αφηγήθηκε ήταν και η αναφορά της πως οι κακώσεις που φαίνονται στις φωτογραφίες 50 και 51 του Τεκμηρίου 2 προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της πάλης, από την πτώση της «πάνω στα γόνατά της», λέγοντας πως είναι εμφανές το αποτέλεσμα στις φωτογραφίες 50 και 51[184]. Πρόκειται για τα σημεία 10, 11 και 12 της ιατροδικαστικής έκθεσης Έγγραφο ΙΒ εκ των οποίων, ως ήδη εξηγήσαμε τα σημεία 10 και 12 δεν αμφισβητήθηκε πως προκλήθηκαν εντός του εικοσιτετραώρου. Για το δε σημείο 11 που ο Μ.Κ.11 χρονολόγησε ως πέραν του εν λόγω διαστήματος έχουμε επεξηγήσει πιο πάνω τους λόγους για τους οποίους η θέση του αυτή δεν έγινε αποδεκτή.
Με τον ίδιο συνεκτικό τρόπο εξήγησε και τα όσα διακρίνονται στο πόδι της στη φωτογραφία 63, λέγοντας πως πρόκειται για «δαχτυλιές» του Κατηγορούμενου[185], οι οποίες δημιουργήθηκαν όταν βίαια της άνοιξε τα πόδια κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Της υποβλήθηκε ότι η κάκωση δεν προκλήθηκε από τον Κατηγορούμενο αλλά από πτώση ή από χτύπημα σε αντικείμενο»[186], «από τον μεταξύ σας καυγά»[187] και ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε της άνοιξε με βία τα πόδια της[188]. Η Παραπονούμενη διαφώνησε δείχνοντας και πάλι την κάκωση στη φωτογραφία 63 που προκλήθηκε από το βίαιο άνοιγμα των ποδιών της[189] τονίζοντας ότι δεν επρόκειτο για «καυγά» αλλά για απόπειρα βιασμού[190].
Ως προς την εκδορά στο αιδοίο της (βλ. Τεκμήριο 27), της υποβλήθηκε ότι την προκάλεσε ο άνδρας που γνώρισε προηγουμένως στο club ή διαζευκτικά ότι η ίδια την προκάλεσε με τα μεγάλα της νύχια, θέσεις τις οποίες η Παραπονούμενη απέρριψε και παρέμειναν μετέωρες ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας που να τις υποστηρίζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο[191]. Ασχέτως του ότι η θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ένεκα και της εγγενούς αξιοπιστίας που διαπιστώθηκε στην όλη εκδοχή που προωθήθηκε, ό,τι καταδεικνύει πάντως είναι πως δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι αποτελεί εκδορά που προκλήθηκε εντός 24 ωρών.
Ότι αναδύεται έντονα από τα πιο πάνω είναι οι πολλές και εν πολλοίς αντιφατικές θέσεις που προώθησε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της ίδιας της Παραπονούμενης αλλά και άλλων μαρτύρων υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου πρόκλησης των επίδικων τραυμάτων. Από την άλλη η Παραπονούμενη με συνοχή και συνέπεια αναφέρθηκε στα όσα υπέστη χωρίς οποιεσδήποτε ανακολουθίες στα όσα εξιστόρησε εν σχέσει με τα όσα διαδραματίστηκαν.
Με την ίδια μάλιστα συνοχή εξήγησε και το πώς προκλήθηκαν οι κακώσεις που εντοπίστηκαν στο σώμα του Κατηγορούμενου, ένεκα της αντίστασης που η ίδια προέβαλλε κατά τη διάρκεια του περιστατικού. Έχουμε ήδη αναφερθεί στην κάκωση που του προκάλεσε με το ακουστικό του τηλεφώνου στο κεφάλι του, ενώ η ίδια εξήγησε επιπλέον πως τις εκδορές στις φωτογραφίες 9-12 του Τεκμηρίου 11, τις προκάλεσε η ίδια με τη νύχια της, στην όλη προσπάθεια της να αντισταθεί. Πέραν τούτων και σε πλήρη συνοχή με τα όσα εξιστόρησε, ανέφερε ότι από την πτώση του στο έδαφος πιθανόν να προκλήθηκε και η κάκωση στον αγκώνα του που απεικονίζεται στη φωτογραφία 16 του Τεκμηρίου 11. Όπως δε ήδη υποδείξαμε, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε πως εκ των όσων διαμείφθηκαν ο Κατηγορούμενος υπέστη τις κακώσεις που εντοπίστηκαν, δεν είναι αντιληπτό γιατί η υπεράσπιση απέκλειε (κατά την αντεξέταση κάποιων μαρτύρων) το να προκλήθηκαν κακώσεις και στην ίδια την Παραπονούμενη εκ του περιστατικού και επέμεινε να της υποβάλλει πως ήταν προϋπάρχουσες.
Πέραν όλων των ανωτέρω πτυχών που αναλύσαμε, σημειώνουμε πως μας προβλημάτισε ακόμα και το κατά πόσον υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταγγελία, που να δημιουργεί υπόνοιες περί κατασκευασμένης μαρτυρίας, χωρίς ωστόσο να εντοπίσουμε κάτι που να ενισχύει μια τέτοια συλλογιστική. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι ενώ ακόμα βρισκόταν σε εξέλιξη ουσιαστικά το περιστατικό, προέβη στην αναφορά περί προσπάθειας βιασμού προς τον Μ.Κ.19 και αργότερα προς τον Μ.Κ.5 στον χώρο υποδοχής, ενώ στη συνέχεια ανέφερε κάπως περισσότερα γεγονότα στη σύζυγο του Μ.Κ.19, με την οποία συζήτησε αναμένοντας την άφιξη της αστυνομίας στον χώρο υποδοχής, πράγμα που επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.4. Εν τέλει δε, έδωσε εντός πολύ λίγου χρόνου την κατάθεση της, όπου εξιστορεί με περισσότερη λεπτομέρεια το τι διημείφθη. Το γεγονός δε ότι κάποια επουσιώδη ζητήματα, αναφορά στα οποία έγινε κατά την προφορική της μαρτυρία και τα οποία συζητήθηκαν ανωτέρω στην πορεία της αξιολόγησης, δεν περιλαμβάνονταν στην κατάθεση της, έχουμε επεξηγήσει γιατί δεν θεωρούμε πως είναι στοιχείο ικανό να πλήξει την αξιοπιστία της ή να θεωρηθεί πως αποτελεί ένδειξη περί κατασκευασμένης μαρτυρίας. Ως προς την αναφορά της ότι είχε προβεί σε παράπονο προς τον Μ.Κ.19 κατά τον χρόνο που αυτός χτύπησε την πόρτα του δωματίου τους, η οποία είναι ουσιαστικότερης φύσεως και επίσης δεν περιέχεται στην κατάθεση της, έχουμε επίσης ήδη εξηγήσει πως δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να την αποδεχθούμε, δεδομένου του ότι υποστηρίζεται πλήρως από τα όσα ο Μ.Κ.19, ένας άγνωστος για την Παραπονούμενη, ανέφερε στην κατάθεση του λίγες μόνο ώρες μετά τα συμβάντα.
Ούτε και θεωρούμε ότι είχε οτιδήποτε να κερδίσει υποβάλλοντας μια ψευδή καταγγελία εν μέσω των διακοπών της, καταστρέφοντας τες και αναλώνοντας τον χρόνο της στο νοσοκομείο αντί σε χώρους αναψυχής και ξεκούρασης. Τουναντίον, εξετάζοντας το τυχόν κίνητρο που θα είχε να υποβάλει μια ψευδή καταγγελία, καταλήγουμε πως είναι η ίδια που υφίσταται το κόστος και μάλιστα ποικιλοτρόπως. Αφού πέραν του χρόνου που ανάλωσε ευρισκόμενη στην Κύπρο για να προβεί στις εξετάσεις και να δώσει καταθέσεις, αναγκάστηκε να επανέλθει στην Κύπρο όχι μια άλλα δύο φορές για την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της (δεδομένου του ότι εν μέσω της μαρτυρίας της ο Κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή δικηγόρου), καλούμενη να ανακαλέσει τραυματικά αλλά και εξευτελιστικά για την προσωπικότητα της γεγονότα ενώπιον αγνώστων, σε ένα ουσιαστικά, παντελώς ξένο περιβάλλον. Και ενώ η ίδια είναι μητέρα τριών παιδιών τα οποία διαμένουν μαζί της μετά τον χωρισμό της από τον πατέρα τους, με όλα τα εγγενή πρακτικά προβλήματα που η απουσία της συνεπάγεται, δοθέντος του γεγονότος αυτού.
Οι δε θέσεις που της τέθηκαν ως προς το κίνητρο που είχε ήταν, ως θα διαφανεί και από τα όσα ακολουθούν, αντιφατικές και δυσνόητες και ενώ απερρίφθησαν κάθετα από την ίδια, εντούτοις δεν υποστηρίχθηκαν από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία.
Πάντως από πλευράς της εξήγησε με απόλυτη συνοχή τον λόγο για τον οποίο, κατά τη θέση της επέδειξε την επίδικη συμπεριφορά ο Κατηγορούμενος. Λόγος ο οποίος, πρέπει να πούμε πως μας απασχόλησε και εμάς έντονα, δεδομένου του ότι ομολογουμένως μέχρι και την προηγούμενη μέρα, κατά παραδοχήν της ίδιας της Παραπονούμενης, περνούσαν ωραία απολαμβάνοντας τις διακοπές τους. Θέση της Παραπονούμενης επί τούτου ήταν ότι ο Κατηγορούμενος ζήλεψε, όταν η ίδια δεν ανταποκρίθηκε στα διαδοχικά κομπλιμέντα, αγγίγματα και εν τέλει στην «εξομολόγηση» του ότι την αγαπά αλλά του ανέφερε πως αγαπά τον φίλο της τον Μ.S., με τον οποίο του αποκάλυψε ακόμα ότι πιθανόν να ήταν και έγκυος. Οπόταν ο ίδιος σε μια έκρηξη ζήλιας αντέδρασε με τον μανιώδη και κτηνώδη τρόπο που περιέγραψε. Η θέση της αυτή περί ζήλιας, εντάσσεται με απόλυτη φυσικότητα θα λέγαμε, στο ιστορικό των δύο ως το καταγράψαμε ανωτέρω, από το οποίο προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος καίτοι έδειχνε να αντιλαμβάνεται την απόφαση και επιθυμία που διαχρονικά του εξέφραζε η Παραπονούμενη να διατηρήσουν τη σχέση τους σε φιλικό επίπεδο, εντούτοις κάθε φορά που έρχονταν πιο κοντά, κατέληγε να της ζητά να είναι ξανά μαζί ερωτικά και η ίδια να το απορρίπτει. Οδηγώντας την μέχρι του σημείου να τον μπλοκάρει για να μπορέσει να εξασφαλίσει τον σεβασμό της επιλογής της. Φαίνεται εν ολίγοις δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος δυσκολευόταν να αποδεχθεί μέσα του την πραγματικότητα του ότι δεν θα ήταν ξανά μαζί ερωτικά, εξ ου και όταν κατάλαβε ότι πλέον η σχέση της με τον M.S. ήταν σοβαρή, αφού πιθανόν να όδευαν και προς την απόκτηση παιδιού μαζί, αντέδρασε με τον τρόπο που περιέγραψε, επιδιώκοντας κατά τρόπο παντελώς παράλογο να την κάνει «δική του», έστω και για λίγο και έστω και αν η ίδια δεν ήθελε. Εξάλλου ο ίδιος είχε ήδη εκφράσει από την αρχή του ταξιδιού εμμέσως πλην σαφώς την αρνητικότητα του προς τους Σύριους, λέγοντας της πως δεν του αρέσει να τους βλέπει. Αρνητικότητα η οποία, η όλη εξέλιξη των πραγμάτων καταδεικνύει πως δεν φαίνεται να ήταν ασύνδετη με τη ζήλια που φαίνεται πως του προκαλούσε η σχέση της Παραπονούμενης με τον M.S., που καταγόταν από τη Συρία.
Βέβαια η Υπεράσπιση της υπέβαλε ότι άλλος ήταν ο λόγος της μεταξύ τους λογομαχίας και διένεξης, χωρίς ωστόσο αρχικά να της τεθεί με ευκρίνεια ο λόγος αυτός[192]. Στη συνέχεια βέβαια της τέθηκε η θέση ότι ενόσω διασκέδαζαν προηγουμένως στο club γνώρισε έναν άνδρα με τον οποίο είχε σεξουαλική επαφή σε χώρο του club, ενδεχομένως στην τουαλέτα[193], γι' αυτό το λόγο εντοπίστηκε, ως της τέθηκε, γενετικό υλικό αγνώστου ανδρός στο εσώρουχό της[194]. Επειδή συνεχίζει η συλλογιστική της υπεράσπισης ο Κατηγορούμενος το αντιλήφθηκε, τούτος ήταν ο λόγος της μετέπειτα «διαμάχης» τους στο ξενοδοχείο[195]. Σε άλλο βέβαια σημείο της τέθηκε πως ο λόγος της διαμάχης ήταν επειδή χόρευε και διασκέδαζε με άλλον άντρα (και όχι ότι είχε σεξουαλική επαφή μαζί του). Μάλιστα της τέθηκε η θέση ότι ο σκοπός της καλώντας την Αστυνομία ήταν να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο για τον καβγά που έγινε μεταξύ τους[196], θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν συνάδει με την έτερη θέση που επίσης προωθήθηκε, ότι του πρόσαψε τέτοιες κατηγορίες για να πάρει χρήματα[197]. Επί αυτού του τελευταίου ζητήματος πάντως πρέπει να πούμε πως δεν έχουμε εντοπίσει ούτε και μας υποδείχθηκε κάποιο χρηματικό όφελος που η ίδια θα είχε υποβάλλοντας μια ψευδή καταγγελία. Η ίδια δε, σε σχετική υποβολή ότι η καταγγελία της αποσκοπεί στην εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, με αμεσότητα ανέφερε πως αυτό που επιθυμεί είναι την τιμωρία του Κατηγορούμενου για τα όσα της έκανε.
Επιστρέφοντας τώρα στο άλλο σενάριο που αφορούσε τη συνουσία της με άλλο άντρα, η Παραπονούμενη απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αυτό λέγοντας ότι με τον μόνο άνδρα που είχε σεξουαλική επαφή ήταν με τον σύντροφο της Μ.S., πριν τις διακοπές της[198]. Η δε μαρτυρία της Μ.Κ.17 κατέστησε σαφές πως είναι δυνατόν γενετικό υλικό του άνδρα να εντοπιστεί ακόμα και επτά μέρες μετά την επαφή στον κόλπο γυναίκας με την οποία ο εν λόγω άντρας είχε σεξουαλική επαφή. Μη αποκλείοντας έτσι το γενετικό υλικό του άγνωστου άντρα που εντοπίστηκε ενδοκολπικά αλλά και σε πρωκτικό επίχρισμα αλλά και σε επίχρισμα από την περιπρωκτική περιοχή καθώς σε επίχρισμα ληφθέν από λεκέ του εσωρούχου της[199], να ανήκε πράγματι στον σύντροφο της. Ό,τι είναι βέβαιο πάντως είναι πως με δεδομένη τη μαρτυρία της Μ.Κ.17 και την απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να παρέχει έστω κάποια ένδειξη ότι πράγματι είχε τέτοια σεξουαλική επαφή με άλλο άτομο στο club όπου διασκέδαζαν προηγουμένως, σίγουρα δεν μπορεί να πληγεί η αξιοπιστία της Παραπονούμενης ούτε βέβαια η γενικά καλή εικόνα που άφησε σε εμάς, με βάση τις θεωρητικές τοποθετήσεις της υπεράσπισης, τις οποίες η ίδια μάλιστα η Παραπονούμενη απέρριψε επανειλημμένα και κατηγορηματικά.
Πέραν όμως και ανεξαρτήτως τούτου η θέση αυτή περί συνουσίας με άγνωστο άντρα στο νυχτερινό κέντρο, είναι προβληματική επί των δικών της όρων, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά την αντεξέταση τέθηκε στην Παραπονούμενη πως «βγαίνοντας από το κλαμπ με τον Κατηγορούμενο ήσασταν χέρι-χέρι»[200], συμπεριφορά η οποία, ως ορθώς εισηγείται και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, ως θέμα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας, δεν παραπέμπει σε άνδρα που μόλις αντιλήφθηκε ότι η συνοδός του είχε σεξ στις τουαλέτες με άλλον άνδρα.
Πέραν τούτου η θέση αυτή περί συνουσίας με άλλο άντρα, η οποία μάλιστα προωθήθηκε ως η αιτία του μεταξύ τους καυγά, καίτοι ουσιωδέστατη δεν αναφέρεται πουθενά στην κατάθεση του Κατηγορούμενου. Στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω δηλώνει, πως μετά τη μετάβαση τους στο δωμάτιο την οποία θυμάται αμυδρά, δεν ενθυμείται τίποτε άλλο μέχρι το επόμενο πρωί που ξύπνησε στη Λάρνακα. Εν ολίγοις δεν αναφέρει δηλαδή οτιδήποτε περί δυσαρέσκειας του ένεκα της επαφής της Παραπονούμενης, είτε σεξουαλικά είτε άλλως πως, με άλλον άντρα στο νυχτερινό κέντρο όπου διασκέδαζαν, ούτε βέβαια αναφέρεται σε δήθεν καβγά που είχαν εξ αιτίας τούτου.
Είναι για αυτό τον λόγο που θεωρούμε πως η θέση που επίσης τέθηκε στην Παραπονούμενη ότι «ο Κατηγορούμενος ξύπνησε μέσα σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα, χωρίς τα παπούτσια του, δεν ήξερε τι του γινόταν και η πρώτη του κίνηση ήταν να πιάσει το κινητό και να στείλει μηνύματα, διότι δεν ήξερε τι συνέβηκε»[201](έμφαση δοθείσα), δεν συνάδει με τη θέση που επίσης της τέθηκε ότι «είχατε καυγά, ο Κατηγορούμενος δεν το αρνείται, λογομαχήσατε, πιαστήκατε χέρι με χέρι ναι, δεν τον αρνείται ο Κατηγορούμενος»[202].
Εν ολίγοις δηλαδή, οι θέσεις αυτές προερχόμενες όλες από την υπεράσπιση δημιουργούν εύλογα και καίρια ερωτηματικά ως προς το πώς είναι δυνατόν από την μια ο Κατηγορούμενος να θυμάται την έξοδο, χέρι με χέρι, από το κλαμπ, τον δήθεν μεταξύ τους καβγά (και την αιτία του[203]) και από την άλλη να είναι η θέση του ότι μόλις έφτασαν στο ξενοδοχείο ο Κατηγορούμενος ζαλίστηκε και έκλεισε τα μάτια του[204] και ότι δεν θυμάται τι συνέβη επειδή «είχε πιει αρκετό ποτό που είχε φτάσει σε σημείο που δεν καταλάβαινε»[205], ενώ την ίδια στιγμή ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι λογομάχησαν για συγκεκριμένο λόγο και πιάστηκαν στα χέρια.
Θα πρέπει να είναι ήδη σαφές πως, τα πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα οι ίδιες οι αντιφατικές θέσεις που προώθησε η υπεράσπιση, μέσα από τις οποίες μάλιστα διαφάνηκε να προωθείται και θετική θέση ως προς το τι έγινε στο δωμάτιο (καβγάς εξ αιτίας επαφής της Παραπονούμενης με τρίτο πρόσωπο στο club όπου διασκέδαζαν), πλήττουν καίρια και εν τέλει καταβαραθρώνουν τη θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του, ότι δεν είχε καθόλου αντίληψη/ενθύμηση του τι συνέβαινε από τη στιγμή που εισήλθε στο δωμάτιο μέχρι και το επόμενο πρωί. Και εν τέλει επισφραγίζουν ότι τα στοιχεία που προοδευτικά αναδείχθηκαν μέσα από την αξιολόγηση που προηγήθηκε, ως στοιχεία που αποδομούσαν την εκδοχή του Κατηγορούμενου είναι πράγματι τέτοια. Και αναφερόμαστε βέβαια στο γεγονός ότι η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος περπατούσε ευθεία, ότι γνώριζε που βρισκόταν και τι έπραττε, ότι μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους σε όλους τους χρόνους και πως ήταν σε θέση να δώσει και έδωσε οδηγίες στον ταξιτζή κατά την επιστροφή τους στο ξενοδοχείο, ενθυμούμενος πού αυτό βρισκόταν. Επιπλέον ανταποκρίθηκε και αντελήφθη τη συζήτηση που αφορούσε τον M.S., εξ ου και την ρωτούσε αν ήταν αλήθεια ενώ στη συνέχεια κληθείς από τον Μ.Κ.19 να φύγει από το δωμάτιο ζήτησε να πάρει τα πράγματα του, πράγμα που έπραξε και αργότερα όταν ο Μ.Κ.5 του ζητούσε να φύγει, οπόταν του ζήτησε να πάει να πάρει τα παπούτσια του. Εν τέλει δε φεύγοντας, πήρε την τσάντα, το τηλέφωνο και το πορτοφόλι του, δείχνοντας και πάλι πως είχε συναίσθηση του τι συνέβαινε καθώς και των προσωπικών του αντικειμένων και της ανάγκης να τα έχει μαζί του. Ο δε λόγος για τον οποίο δεν πήρε τα παπούτσια του ήταν επειδή ο Μ.Κ.5 δεν του επέτρεψε να επιστρέψει στο δωμάτιο για να τα πάρει και όχι επειδή ο ίδιος δεν αντελήφθη το γεγονός ότι δεν τα φορούσε ένεκα της κατάστασης του.
Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται άλλωστε και από το οπτικό υλικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, στο οποίο ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αμέσως μετά το επίδικο επεισόδιο στον χώρο υποδοχής να βαδίζει σταθερά, χωρίς ενδείξεις αποπροσανατολισμού ή απώλειας ελέγχου, και να συμπεριφέρεται κατά τρόπο που παραπέμπει σε νηφάλιο άτομο και πάντως όχι σε άτομο που δεν ήξερε τι του γινόταν. Αποκορύφωμα όλων όμως είναι το γεγονός ότι ο Μ.Κ.16 ανέφερε πως ήταν σε θέση να θυμάται όχι μόνο πως κατά το προηγούμενο βράδυ είχε πάει με ταξί από την Αγία Νάπα στη Λάρνακα αλλά και ότι το κόμιστρο που κατέβαλε ήταν 50 ευρώ.
Συνεπώς τα στοιχεία αυτά από μόνα τους (ακόμη και χωρίς τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων) είναι, ως ορθώς εισηγείται ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, ασυμβίβαστα με κατάσταση σοβαρής μέθης ή μειωμένης νοητικής διαύγειας και καταδεικνύουν ότι είχε και μνήμη και αντίληψη. Τα δε αρνητικά αποτελέσματα ανίχνευσης αιθυλικής αλκοόλης τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα του Κατηγορούμενου καθώς και το συμπέρασμα που εξήγαγε η Μ.Κ.6, έρχονται εν τέλει απλά να υποστηρίξουν έτι περαιτέρω τη θέσης της Παραπονούμενης, (η οποία κατά τα λοιπά τεκμηριώνεται από όλα τα λοιπά στοιχεία που προαναφέραμε), ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, γνώριζε απολύτως τι έπραττε και ενεργούσε με πλήρη αντίληψη του τόπου και του χρόνου, έχοντας πλήρη αντίληψη και έλεγχο των πράξεων του. Επομένως καίτοι κατανάλωσε αλκοόλ εντούτοις επουδενί αποδεχόμαστε πως βρισκόταν στην κατάσταση που επιχείρησε να μας πείσει η υπεράσπιση πως βρισκόταν.
Τουναντίον όλα τα πιο πάνω στοιχεία συνολικά συνεκτιμούμενα αναπόδραστα οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόμενος ακριβώς το τι έπραττε καθώς και ότι η συμπεριφορά του ήταν έκνομη, είπε τη φράση «Είμαι μεθυσμένος και η Αστυνομία δεν θα κάνει κάτι», προοιωνίζοντας έτσι και τον τρόπο με τον οποίο σκόπευε να δράσει – υπό τον μανδύα δηλαδή της μέθης- πιστεύοντας αφελώς, πως έτσι θα μπορούσε να αποφύγει τις σοβαρές συνέπειες των πράξεων του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσουμε και το περπάτημα τύπου ζικ-ζακ όταν εξήλθε του δωματίου, το οποίο αισθανόμαστε βέβαιοι πως, ασφαλώς δεν οφείλεται στη σοβαρή κατάσταση μέθης που, ως θέση του, περιήλθε, αφού η λογική του πράγματος υπαγορεύει πως αν όντως ήταν αυτή η αιτία του, δεν θα «εξαφανιζόταν» όταν λίγα λεπτά αργότερα κατέβηκε στον χώρο υποδοχής, όπου καμμιά αστάθεια παρατηρείται πλέον στη βάδιση του. Είναι για αυτό τον λόγο που έχουμε πει πως η βάδιση ζικ-ζακ, αμέσως μάλιστα μετά που οι πράξεις του έγιναν αντιληπτές από τον Μ.Κ.19, δεν ήταν καθόλου γνήσια αλλά ούτε και τυχαία. Τουναντίον ήταν μια καθ’ όλα προσποιητή ενέργεια, μέσω της οποίας άρχισε να θέτει σε εφαρμογή το πλάνο του να πείσει περί της δήθεν σοβαρής κατάστασης μέθης και απουσίας αντίληψης ή μνήμης, πιστεύοντας πως έτσι η αστυνομία δεν θα του έκανε τίποτε. Προσπάθεια η οποία, συνεχίστηκε και αργότερα με τον καταιγισμό μηνυμάτων (βλ. Τεκμήρια 9 και 10) αλλά και κλήσεων (125 στο σύνολο) προς την Παραπονούμενη, προσποιούμενος ότι δήθεν δεν γνώριζε τι έγινε, όταν ξύπνησε στη Λάρνακα.
Έχοντας αναφερθεί στα μηνύματα αυτά (Τεκμήρια 9 και 10), τα οποία ως ήδη είπαμε δεν αμφισβητείται πως απεστάλησαν από τον Κατηγορούμενο προς την Παραπονούμενη, σπεύδουμε να σημειώσουμε πως αυτά εμπεριέχουν δηλώσεις του Κατηγορούμενου που υποβοηθούν την εκδοχή του ότι δήθεν από κάποια στιγμή και έπειτα δεν ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται ή να θυμάται τι γινόταν. Πρόκειται εν ολίγοις για αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις του Κατηγορούμενου, στις οποίες σύμφωνα με τη σχετική νομολογία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να δοθεί βαρύτητα (βλ. Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β' έκδοση, Τ. Ηλιάδη & Ν. Γ. Σάντη, σελ. 687-688). Ανεξαρτήτως του ότι η όλη αξιολόγηση που προηγήθηκε, οδήγησε ήδη στο Δικαστήριο στο ότι δεν ήταν γνήσια η δήθεν άγνοια περί του τι συνέβη, η οποία εκφράζεται σε αυτά.
Είναι επομένως σαφές πως τα όσα αναφέρει ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του καθ’ όσον αφορά την κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τη θέση του πως δεν θυμόταν τίποτα από όσα του αποδίδονται επειδή ήταν μεθυσμένος, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, όπως μη αποδεκτές κρίθηκαν και οι διάφορες εκδοχές που προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και οι οποίες για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω απορρίφθηκαν.
4. Ενισχυτική Μαρτυρία
Ως ήδη υποδείξαμε, το άρθρο 29 του Ν. 115(Ι)/21 έχει καταργήσει πλέον τον κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται, στην περίπτωση σεξουαλικών αδικημάτων που εδράζονται στο Κεφ. 154. Κανόνας πρακτικής ο οποίος, ως προκύπτει και από τα λεχθέντα στη Σ.Σ. (ανωτέρω) είχε παραμείνει σε ισχύ σε σχέση με σεξουαλικής φύσεως αδικήματα που εδράζονταν στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, ακόμα και μετά τις καταργήσεις που επήλθαν σε άλλα νομοθετήματα.
Βέβαια πρέπει να σημειωθεί πως στην υπόθεση A.R.R. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 20/22, ημερ. 30.4.24, το Εφετείο, υπέδειξε πως ακόμα και εκεί όπου δεν εφαρμόζεται ο κανόνας πρακτικής, το Δικαστήριο δύναται να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας, βάσει των αποφασισθέντων στην Makanjuola (1995) 2 Cr. App. R. 469, η οποία ακολουθείται από την Κυπριακή νομολογία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), και Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023). Έγινε συγκεκριμένα επίκληση του κάτωθι αποσπάσματος από την απόφαση του Λόρδου Αρχιδικαστή Taylor, στη Makanjuola:
«The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case, if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints, or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all, of the factors which the judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury.»
(βλ. και Blackstone’s Criminal Practice 2023, F5.8, Archbold 2021, παρ. 4-474).
Αξίζει δε να σημειωθεί πως στην Ε. Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως παράδειγμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας μετά την κατάργηση του κανόνα πρακτικής, αναφέρεται η περίπτωση υποβολής καθυστερημένου παραπόνου σε σεξουαλικής φύσης υποθέσεις, ή προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση και στη βάση των όσων έχουμε αναφέρει στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, ουδόλως θεωρούμε πως η παρούσα είναι περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας στη βάση των νομολογηθέντων στην υπόθεση Makanjuola ή και άλλως πως. Κατ’ αρχάς δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου ούτε προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις. Περαιτέρω σημειώνουμε πως έχουμε στρέψει την προσοχή μας στο ενδεχόμενο η καταγγελία της να υποκινήθηκε από αλλότρια ή εκδικητικά κίνητρα, ενδεχόμενο το οποίο όμως έχουμε αποκλείσει για τους λόγους που επεξηγήθηκαν με λεπτομέρεια ανωτέρω. Ακόμα δεν έχουμε εντοπίσει να έχει υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ή να έχει μεταβάλει την εκδοχή της επί οιουδήποτε ουσιαστικού μέρους, αλλά αντίθετα ως υποδείξαμε και ανωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της παρέμεινε απόλυτα σταθερή στα όσα εξ αρχής προέβαλε. Εν τέλει και έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της αισθανόμαστε έντονα πως η παρούσα δεν είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο περίπτωση που το Δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει και να αναζητήσει εξ ίδιας πρωτοβουλίας ενισχυτική μαρτυρία, αφού η μαρτυρία της Παραπονούμενης συνιστά κατά την κρίση μας ένα συμπαγές σύνολο, το οποίο, χωρίς το παραμικρό ίχνος ενδοιασμού, θεωρούμε πως αποτελεί ασφαλέστατο υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων επί όλων των αμφισβητούμενων ζητημάτων.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως και ίσως εκ του περισσού, σημειώνουμε πως σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ήθελε επικρατήσει αντίθετη άποψη ως προς το ζήτημα της ενισχυτικής μαρτυρίας, εν προκειμένω εντοπίζεται ενισχυτική μαρτυρία, υπό τη μορφή του άμεσου παραπόνου. Και αναφερόμαστε βέβαια στο παράπονο στο οποίο προέβη προς τον Μ.Κ.19, ενώ ακόμα το όλο συμβάν βρισκόταν σε εξέλιξη, και ο οποίος (Μ.Κ.19) ήταν το πρώτο πρόσωπο που συνάντησε η Παραπονούμενη μετά τα όσα υπέστη και στον οποίο ανέφερε άμεσα πως ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να τη βιάσει.
5. Νομική Πτυχή
Κατηγορία 1 - Απόπειρα Βιασμού
Ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, είναι ότι στις 30.04.2024, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου αποπειράθηκε να έρθει σε παράνομη συνουσία με την Παραπονούμενη, δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της.
Σύμφωνα με το άρθρο 146 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όποιος αποπειράται βιασμό, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.
Το αδίκημα του βιασμού συντελείται, με βάση το άρθρο 144, όταν πρόσωπο έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου.
Η δε έννοια του όρου «απόπειρα», ερμηνεύεται στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«366. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.
Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του.
Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος».
Το τι πρέπει να αποδειχθεί σε περίπτωση απόπειρας υποδείχθηκε με ευκρίνεια στην υπόθεση R v Litholetovs [2002] EWCA Crim 1154, όπου υιοθετήθηκαν ως ορθές οι υποδείξεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς τους ενόρκους:
«Before you can convict the defendant you must be sure of two things in relation to the alleged attempt. I call them (a) and (b) – (a) that he intended to commit the full offence and (b) that with that intention he did something which was more than mere preparation for committing that offence».
Αυτά είναι και τα συστατικά αδικήματα που θα πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή εν σχέσει με το αδίκημα της απόπειρας βιασμού. Στην πράξη και με βάση τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας τούτο σημαίνει πως η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να διαπράξει το αδίκημα του βιασμού, δηλαδή είχε την πρόθεση να έρθει σε παράνομη συνουσία με την Παραπονούμενη, δια της διείσδυσης του πέους του στον κόλπο της, χωρίς τη συναίνεση της. Και ακολούθως πως έχοντας την πρόθεση αυτή, προέβη σε πράξη η οποία συνιστά κάτι περισσότερο από απλή προετοιμασία για τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού.
Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς το ποιες πράξεις θεωρούνται αρκετές για τη στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου actus reus, μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Attorney-General's Ref. (No. 1 of 1992) [1993] 1 W.L.R. 274, όπου το νομικό ερώτημα που είχε υποβληθεί στο Αγγλικό Εφετείο ήταν κατά πόσο σε κατηγορία απόπειρας βιασμού, ήταν απαραίτητο για την Κατηγορούσα Αρχή, να αποδείξει πως ο κατηγορούμενος σωματικά αποπειράθηκε να εισχωρήσει το πέος του στον κόλπο της γυναίκας έτσι ώστε να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απάντηση ήταν αρνητική, με το Αγγλικό Εφετείο να γνωματεύει πως εγείρετο εκ πρώτης όψεως υπόθεση απόπειρας βιασμού, εφόσον υφίστατο μαρτυρία από την οποία συνάγετο η πρόθεση και αποδεικνύονταν ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν από τους ενόρκους περισσότερο από απλά προπαρασκευαστικές για τη διάπραξη του αδικήματος, ανεξάρτητα αν δεν υπήρχε μαρτυρία διείσδυσης.
Στην περίπτωση εκείνη η μαρτυρία σε σχέση με την κακή κατάσταση στην οποία το θύμα είχε εντοπιστεί από περαστικό, καθώς και από την Αστυνομία, η κατάσταση των ενδυμάτων της, η θέση που μάρτυρας την είχε δει σε συνδυασμό με τις ενέργειες του κατηγορούμενου να την σέρνει στα σκαλιά κατεβάζοντας το παντελόνι του μέχρι τα γόνατα και επεμβαίνοντας στα απόκρυφα της μέρη και οι απαντήσεις του κατηγορούμενου στην αστυνομία (σε ερώτηση εάν η κοπέλα είχε συμφωνήσει να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του απάντησε “δεν ξέρω, δεν την ρώτησα”) άφηναν ανοικτό στους ενόρκους να συμπεράνουν πως ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη πρόθεση και είχε κάνει πράξεις που ήταν περισσότερο από προπαρασκευαστικές.
Εν προκειμένω σε σχέση με την αναγκαία πρόθεση του αδικήματος, ό,τι προκύπτει από τα ευρήματα μας, είναι αναμφίβολα πως ο Κατηγορούμενος ήθελε και επιδίωκε μανιωδώς, θα λέγαμε, να έρθει σε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη δια διείσδυσης του πέους στον κόλπο της. Εξ ου και κατ’ επανάληψη προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρουχο του και να πιάσει το πέος του με σκοπό να το βάλει στον κόλπο της Παραπονούμενης. Το ότι, δε, δεν πέτυχε τον σκοπό του, ως και τα ίδια τα ευρήματα μας εκ της αξιολόγησης υποδηλώνουν, δεν οφείλεται στο ότι ο ίδιος επέλεξε να υπαναχωρήσει επειδή έκανε δεύτερες ενδεχομένως σκέψεις, αλλά επειδή η Παραπονούμενη αντιστεκόταν σθεναρά, υποδηλώνοντας εξ αρχής και σε κάθε στάδιο τη μη συναίνεση της στις πράξεις στις οποίες προέβαινε και σ΄ αυτές που αντιλαμβανόταν ότι επιχειρούσε να πράξει. Πράγμα που ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν πολύ καλά, όχι μόνο εκ των εξ αρχής αντιδράσεων της (δεν ήθελε καν να την αγγίζει) αλλά και διότι στη συνέχεια πάλευε μαζί του, τον χτυπούσε και εν γένει προσπαθούσε να του ξεφύγει. Η αντίληψη του περί της μη συναίνεσης της Παραπονούμενης, προκύπτει και από την φράση που της ανέφερε όταν της είπε πως η αστυνομία δεν θα έκανε τίποτε επειδή ήταν μεθυσμένος, προοιωνίζοντας έτσι και την υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθούσε για να συγκαλύψει τις έκνομες πράξεις του.
Το ότι δε οι πράξεις του δεν ήταν απλά πράξεις προπαρασκευαστικές, είναι κατά την κρίση μας αυτόδηλο μέσα από τα γεγονότα που αποδεχθήκαμε, τα οποία καταδεικνύουν ότι έφτασε πραγματικά πάρα πολύ κοντά στη διάπραξη του ολοκληρωμένου αδικήματος, αφού πέραν του ότι κατέβασε το δικό της εσώρουχο, κατέβασε και το δικό του πέραν της μιας φοράς και έπαιρνε το πέος του με σκοπό να διεισδύσει μέσα της, ενώ όταν η ίδια βρέθηκε από πάνω του συνέχισε να την κρατά έτσι ώστε να μην μπορεί να φύγει και την πίεζε έτσι ώστε να κινηθεί προς τα κάτω και να επιτευχθεί η διείσδυση του πέους του στον κόλπο της. Οι επανειλημμένες δε προσπάθειες του επιβεβαιώνουν ακριβώς πως αυτός ήταν ο σκοπός του, ο οποίος δεν συντελέστηκε για μόνο τον λόγο ότι η ίδια αντιστάθηκε καθ’ όλο τον χρόνο που διήρκεσε το επεισόδιο και εν τέλει αφού κατάφερε για λίγο να βγει στο διάδρομο εν μέσω φωνών, έγινε αντιληπτή από τον Μ.Κ.19, ο οποίος προσήλθε θέτοντας τέρμα στο μαρτύριο που βίωνε.
Συνεπώς δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία πως υπό τις περιστάσεις ο Κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη πρόθεση για τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού και έχοντας αυτήν ακριβώς την πρόθεση, προέβη σε επανειλημμένες πράξεις με τις οποίες επιχειρούσε να επιτύχει τη διείσδυση του πέους του στον κόλπο της, ξεπερνώντας κατά πολύ το στάδιο της απλής προετοιμασίας για τη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού και ενώ αντιλαμβανόταν πάρα πολύ καλά πως η ίδια δεν συναινούσε σε κανένα στάδιο. Ως δε ήδη υποδείχθηκε με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν είναι απαραίτητη η επίτευξη διείσδυσης για να μπορεί να θεωρηθεί πως οι πράξεις έχουν ξεπεράσει το επίπεδο της απλής προετοιμασίας.
Ως προς τη θέση δε του Κατηγορούμενου ότι τελούσε υπό τέτοια κατάσταση μέθης, ώστε να μην μπορούσε να αντιλαμβάνεται ή να θυμάται τι έκανε, σημειώνουμε πως τούτη δεν έχει κριθεί αποδεκτή για τους λόγους που λεπτομερώς έχουμε εξηγήσει ανωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Όπως μη αποδεκτή κρίθηκε και η θέση της υπεράσπισης πως ότι διημείφθη μεταξύ τους ήταν απλώς ένας καυγάς, λόγω της επαφής της Παραπονούμενης με άλλο άντρα στο clup όπου διασκέδαζαν προηγουμένως.
Ως εκ των ανωτέρω καταλήγουμε πως έχει αποδειχθεί η σχετική κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατηγορίες 2 και 3 - Σεξουαλική κακοποίηση δια διείσδυσης
Το πιο πάνω αδίκημα εδράζεται στο άρθρο 146Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 που προνοεί ότι:
«146Α. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε κολπική, πρωκτική ή στοµατική διείσδυσης σεξουαλικής φύσεως στο σώµα άλλου προσώπου µε οποιοδήποτε µέρος του σώµατος ή αντικείµενο, χωρίς τη συναίνεσή του ή µε συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης δια βίου.»
Προκύπτει, από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, είναι (α) η κολπική ή πρωκτική ή στοματική διείσδυση στο σώμα άλλου προσώπου, (β) που να είναι σεξουαλικής φύσεως, (γ) με οποιοδήποτε μέρος του σώματος του ή με οποιοδήποτε αντικείμενο, (δ) χωρίς την συναίνεση του άλλου προσώπου ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου.
Σύμφωνα με τις σχετικές λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 αυτό που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο είναι ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία προέβη σε σεξουαλικής φύσεως διείσδυση, βάζοντας τα δάχτυλα του χεριού του στον κόλπο της Παραπονούμενης. Με τις δε λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 του αποδίδεται και πάλι ότι προέβη σε σεξουαλικής φύσεως διείσδυση, αυτή τη φορά βάζοντας τα δάχτυλα του χεριού του στον κόλπο της αλλά και στον πρωκτό της.
Εν προκειμένω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της Παραπονούμενης πως ο Κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή διείσδυσε τα δάχτυλα του στον κόλπο της και σε δεύτερο στάδιο έπραξε το ίδιο στον κόλπο και τον πρωκτό της. Έχουμε ήδη επεξηγήσει γιατί θεωρούμε πως η Παραπονούμενη δεν συναινούσε σε κανένα στάδιο και γιατί τούτο ήταν πέραν από αντιληπτό στον Κατηγορούμενο.
Επομένως καταλήγουμε πως και οι κατηγορίες 2 και 3 έχουν στοιχειοθετηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατηγορία 4 - Εξαναγκασμός σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα
Σύμφωνα με το άρθρο 146Ε του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154:
«Όποιος εξαναγκάζει άλλον με τη χρήση βίας, απειλής ή φόβου σε διάπραξη συνουσίας ή άλλων πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη».
Tο τι πρέπει να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω για τη διάπραξη του υπό αναφορά αδικήματος είναι ότι ο Κατηγορούμενος:
(α) εξανάγκασε άλλο πρόσωπο,
(β) με έναν από τους τρεις τρόπους που περιγράφει το άρθρο, ήτοι με βία, απειλή ή φόβο,
(γ) σε διάπραξη συνουσίας ή άλλων πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της σχετικής κατηγορίας, είναι ότι χωρίς τη συναίνεση της Παραπονούμενης και με τη χρήση βίας, εξανάγκασε την τελευταία σε διάπραξη πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα, δηλαδή, της έγλειψε τα γεννητικά της όργανα.
Από τα ευρήματα μας ως προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όπως παρατέθηκαν ανωτέρω, είναι σαφές πως ο Κατηγορούμενος έγλειψε τα γεννητικά της όργανα, αφού μέσα στο όλο πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορήσαμε ανωτέρω, σε κάποιο σημείο την κρατούσε δια της βίας χωρίς να την αφήνει να φύγει, εξαναγκάζοντας την με αυτόν τον τρόπο να καταστεί μέρος μιας πράξης με σαφέστατο σεξουαλικό χαρακτήρα, ως αναμφίβολα είναι το γλύψιμο των γεννητικών της οργάνων, χωρίς η ίδια να συναινεί.
Συνεπώς και η κατηγορία αυτή θεωρούμε πως στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατηγορία 5 - Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης
Ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, με βάση την πιο πάνω κατηγορία είναι ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αφορούν οι υπόλοιπες κατηγορίες, προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στην Παραπονούμενη, δηλαδή της προκάλεσε κάταγμα στη βάση του 5ου μετακάρπιου οστού.
Η πιο πάνω κατηγορία, στηρίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές».
Η φράση «παράνομα» στο άρθρο 231, σημαίνει πράξη που γίνεται χωρίς έρεισμα στο Νόμο. Αυτό σημαίνει ότι δεν εισάγει τίποτα περισσότερο από το ότι αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων προσώπων και περιουσίας ή με σκοπό την αποτροπή διάπραξης εγκλήματος, μπορούν να αποτελέσουν πιθανές υπερασπίσεις (Βλ. Archbold, 2015 παρ. 19-261).
Το τι συνιστά δε, «βαριά σωματική βλάβη», απαντάται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου ορίζεται ως:
«..σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης»
Η δε έννοια της «σωματικής βλάβης», επίσης ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, ως «σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε αυτή είναι μόνιμη είτε είναι προσωρινή».
Στην υπόθεση Evripides Christou v. The Police (1972) 2 C.L.R. 38 αποφασίστηκε ότι το κάταγμα πλευράς για το οποίο νοσηλεύτηκε ο παραπονούμενος στο νοσοκομείο, συνιστούσε βαριά σωματική βλάβη εντός της έννοιας του άρθρου 4 του Κεφ.154. Παρομοίως, στις υποθέσεις Αντρέας Αεροπόρος v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 275 και Γεώργιος Χαραλάμπους v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 463, κρίθηκε ότι τραύματα στο πρόσωπο, μεταξύ των οποίων και κάταγμα ρινικού οστού που προκλήθηκε από δυνατές γροθιές συνιστούσε επίσης βαριά σωματική βλάβη.
Μέσα από τα ευρήματα που έχουν εξαχθεί, διαφαίνεται ότι όντως διαπιστώθηκε κάταγμα 5ου μετακάρπιου οστού στο χέρι της Παραπονούμενης. Τούτο με βάση και την πιο πάνω νομολογία είναι σαφές πως εμπίπτει στον ορισμό της βαριάς σωματικής βλάβης. Απομένει να διαφανεί κατά πόσον τούτο προκλήθηκε από παράνομη πράξη του Κατηγορούμενου.
Από τη μαρτυρία των ιατροδικαστών (Μ.Κ.11 και Μ.Κ.21), της ακτινολόγου (Μ.Κ.9) αλλά και του ιατρού (Μ.Κ.12), δεν μπορούσε να προσδιοριστεί ο χρόνος πρόκλησης του κατάγματος ούτε αν ήταν νέο κάταγμα ή κάταγμα επί εδάφους παλαιού. Η δε Παραπονούμενη δήλωσε ότι είχε υποστεί στο σημείο εκείνο κάταγμα ενόσω βρισκόταν στη χώρα της για το οποίο χρειάστηκε η τοποθέτηση γύψου τον οποίο αφαίρεσε 17 μέρες πριν έρθει στην Κύπρο (20 μέρες πριν το περιστατικό), υποστηρίζοντας πως επειδή αφαιρέθηκε επειδή είχε αποθεραπευθεί πλήρως. Η ίδια βέβαια δεν είναι εμπειρογνώμονας ενώ η θέση της αυτή, δεν υποστηρίχθηκε από την ανάλογη επιστημονική μαρτυρία όπως θα ήταν για παράδειγμα η μαρτυρία του θεράποντος ιατρού της.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει αν το κάταγμα είχε αποθεραπευθεί πλήρως ή μερικώς ή και καθόλου για να μπορεί να αποδώσει στον Κατηγορούμενο με την απαιτούμενη βεβαιότητα είτε την πρόκληση του είτε έστω την επιδείνωση του. Όσο δε λογική και αν ακούγεται η τοποθέτηση της εν λόγω μάρτυρος, ότι της το προκάλεσε ο Κατηγορούμενος επειδή ο γύψος είχε αφαιρεθεί 20 μέρες προηγουμένως αλλά και επειδή αισθάνθηκε πόνο στο σημείο μετά το συμβάν, εντούτοις στην απουσία μαρτυρίας που να χρονολογεί το κάταγμα ή και που να καταδεικνύει εάν το προϋπάρχον κάταγμα είχε αποθεραπευθεί (μερικώς ή ολικώς) ή όχι, δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί με ασφάλεια το ανάλογο συμπέρασμα στο πλαίσιο αυτό και στον βαθμό που απαιτείται.
Συνεπώς δεν θεωρούμε πως έχει στοιχειοθετηθεί η εν λόγω κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
5. Κατάληξη
Επομένως και στη βάση όλων των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1-4 ενώ απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία 5.
(Υπ.) …………………………………
Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..…………………………..
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Με τον οποίο διατηρούσε δεσμό το τελευταίο έτος, γεγονός που ο Κατηγορούμενος ήδη γνώριζε.
[2] Μετάφραση της οποία στα ελληνικά κατατέθηκε ως Tεκμήριο 8.
[3] Μετάφραση του εγγράφου Γ, κατατέθηκε ως τεκμήριο 13.
[4] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.
[5] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.6.25, σελ. 38, γρ, 8-10.
[6] Βλ. πρακτικά ημερ. 20.6.25, σελ. 6, γρ. 22-26.
[7] Μετάφραση της οποίας στα ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8.
[8] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.6.25, σελ. 21, γρ. 18-21.
[9] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.6.25, σελ. 6, γρ. 16-24.
[10] Βλ. πρακτικά ημ. 5.6.25, σελ. 7, γρ. 8-21.
[11] Βλ. πρακτικά ημ. 5.6.25, σελ. 21, γρ. 10-11.
[12] Βλ. πρακτικά ημ. 5.6.25, σελ. 22, γρ. 16.
[13] Βλ. πρακτικά ημ. 5.6.25, σελ. 16, γρ. 1-32, σελ. 17 γρ. 1-2.
[14] Υπενθυμίζουμε εδώ ότι πραγματική μαρτυρία ορίζεται ως μαρτυρία τέτοιας φύσης που από μόνη της δίνει πληροφορίες ευκόλως παρατηρούμενες από το Δικαστήριο (βλ. Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης – Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», κ.κ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, (2014), σελ. 333 και τις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις Δημοκρατία v. Αβρααμίδου και Άλλων (2004) 2 Α.Α.Δ. 51 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευσταθίου κ.α. (2010) 2 Α.Α.Δ 94).
[15] Η ημερομηνία και η ώρα είναι ορθές, διευκρίνισε ο μάρτυρας, και προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήριο 35 την κατάθεση που έλαβε από τον τεχνικό Γιάννη Περικλέους που του παρέδωσε τα πλάνα.
[16] Βλ. πρακτικά ημ. 7.7.25, σελ. 5 , γρ.5-13.
[17] βλ. Έγγραφο ΙΓ όπου ως ώρα εξέτασης καταγράφεται 14:52-15:08.
[18] Βλ. πρακτικά ημ. 28/07/2025, σελ. 33, γρ.15-18.
[19] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 33, γρ.1-5.
[20] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 32, γρ.16-19.
[21] Βλ. πρακτικά ημ. 28.07.2025, σελ. 30, γρ.15-32 και σελ. 31 καθώς και σελ. 32, γρ.1-8.
[22] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 41, γρ.11-17.
[23] Βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ 551.
[24] Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι επειδή εκείνη τη στιγμή η Μ.Κ.1 λάμβανε κατάθεση από την Παραπονούμενη, της τα έδειξε και αμέσως τα τοποθέτησε ο ίδιος μέσα στο ψυγείο (Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 36, γρ.1-21).
[25] Βλ. πρακτικά ημ. 18.6.25, σελ.40, γρ.7-32, σελ. 41, γρ. 1-18.
[26] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 30, γρ.9-10.
[27] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 38, γρ.32.
[28] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 39, γρ. 29-30.
[29] Βλ. πρακτικά ημ. 28.7.25, σελ. 40, γρ.4-5.
[30] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.8, γρ.8-19.
[31] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.7, γρ.14-21.
[32] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.4, γρ.28-32, σελ. 5 γρ. 1-7.
[33] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.8, γρ.29-31.
[34] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.8, γρ.32, σελ. 9, γρ. 1.
[35] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.9, γρ.19.
[36] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.23, γρ.6-7.
[37] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.16, γρ.20-32, σελ. 17, γρ. 1-11.
[38] Βλ. πρακτικά ημ. 17.6.25, σελ.18, γρ.5.
[39] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 5, γρ.6-15.
[40] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 25, γρ.1-15.
[41] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 15, γρ.7-17.
[42] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 23, γρ.19-20.
[43] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 18, γρ.19-27.
[44] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 17, γρ.21-30.
[45] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 23, γρ.22-23.
[46] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 18, γρ.6-8.
[47] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 18, γρ.1-10.
[48] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 7, γρ.13-19.
[49] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 5, γρ.6-15.
[50] Βλ. Σύγγραμμα σελ. 66 δεύτερη παράγραφος του Τεκμηρίου 21 (Σύγγραμμα «Medicolegal Aspects of Alcohol Determination in Biological Specimens», James C. Garriot).
[51] Βλ. σελ. 654 του Τεκμηρίου 22 (Σύγγραμμα «Τοξικολογία», Τόμος Β’ (1997), Αντ. Κουτσελίνη) όπου στη δεύτερη παράγραφο αναφέρεται ότι « …Η απομάκρυνση της ολικής ποσότητος της αλκοόλης που έχει καταναλωθεί συντελείται τελείως σε 24 ώρες, πρέπει όμως να γραφεί ότι μέσα στις πρώτες 12 ώρες, τα 70% περίπου της ληφθείσης δόσης έχουν πλέον μεταβολισθεί.»
Βλ. επίσης πρακτικά ημερ. 13.06.2025, σελ. 12, γρ.5-9.
[52] Βλ. πρακτικά ημερ. 13.6.25, σελ. 13, γρ. 13-15.
[53] Βλ. πρακτικά ημερ.13.6.25, σελ. 13, γρ.16-19.
[54] Βλ. πρακτικά ημερ, 13.06.25, σελ. 20, γρ. 1-15 και σελ. 21.
[55] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 23, γρ. 13-16.
[56] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 23, γρ. 17-18.
[57] Βλ. πρακτικά ημ. 13.6.25, σελ. 23, γρ. 5-7.
[58] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation (2013) 1Α Α.Α.Δ. 438.
[59] - Επιχρίσματα από την Παραπονούμενη : τραχηλική περιοχή, δεξιό μαστό, αριστερό μαστό, περιαιδοικό, ενδοκολπικό, περιπρωκτική περιοχή, πρωκτικό, νύχια δεξιού χεριού, νύχια αριστερού χεριού και δύο παρειακά.
- Επιχρίσματα από Κατηγορούμενο: δύο παρειακά, νύχια δεξιού χεριού και νύχια αριστερού χεριού.
- Νυχτικό χρώματος πράσινου με τιράντα της Παραπονούμενης (5 δειγματοληψίες από διαφορετικά σημεία), εσώρουχο ροζ της Παραπονούμενης (4 δειγματοληψίες από διαφορετικά σημεία) και ανδρικό εσώρουχο μαύρο με ρίγες του Κατηγορούμενου (2 δειγματοληψίες από διαφορετικά σημεία).
[60] Βλ. σελ. 53-55 της αγόρευσης της υπεράσπισης.
[61] «..δηλαδή τα αλλήλια, τα γενετικά χαρακτηριστικά είναι όρος που δίνουμε, ήταν πιο ψηλές οι κορυφές στο ηλεκτροφερόγραμμα που παρατηρούμε από τον άγνωστο άντρα και να εξηγήσω τι είναι οι κορυφές ακριβώς. Οι κορυφές αντιπροσωπεύουν τα αλλήλια, δηλαδή τα γενετικά χαρακτηριστικά σε ένα ηλεκτροφερόγραμμα το οποίο αποτελεί το γενετικό αποτύπωμα ενός δείγματος γενετικού υλικού.»
[62] Όνομα Κατηγορούμενου.
[63] Βλ. και τη σχετική θέση του στην επανεξέταση του.
[64] Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «όταν υπάρχει μια αντίσταση κάποτε μπορεί να μειωθεί ή να αυξηθεί.»
[65] Όπως ανέφερε πρέπει να εναποθέσει ο Κατηγορούμενος με πρωτεύουσα μεταφορά το γενετικό του υλικό σε μια επιφάνεια (και θα πρέπει να υποθέσουμε ότι σίγουρα έχει αφήσει το γενετικό του υλικό στην επιφάνεια, διότι όπως ανέφερε δεν αφήνουμε πάντα γενετικό υλικό), μετά η κοπέλα θα πρέπει να έχει άμεση επαφή με την επιφάνεια και να πάρει το γενετικό υλικό (δεύτερη μεταφορά) και με βάση το σενάριο να μεταφερθεί ξανά στον κόλπο της με τρίτη ενέργεια.
[66] Sic.
[67] Sic.
[68] «..before I come in Cyprus» (βλ. γρ.9-10).
[69] Βλ. Τεκμήριο 8, απάντηση 7.
[70] Βλ. τα ευρήματα του σε σχέση με τα shots 35-44, στη σελίδα 6 του Εγγράφου ΚΓ.
[71] Και αμέσως μετά είπε «Ναι, μελανό είναι βαθύ ερυθρό προς το μελανό, βάσει και της βιβλιογραφίας.»
[72] Δηλαδή αυτά που καταγράφονται στον πιο πάνω πίνακα του συγγράμματος.
[73] Και δη στον πίνακα ΣΤ1 «Μεταβολή της χροιάς μιας εκχύμωσης σε σχέση με το χρόνο που πέρασε από την κάκωση».
[74] Sic.
[75] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation (2013) 1Α Α.Α.Δ. 438.
[76] Ό,τι του τέθηκε σε σχέση με το περιστατικό είναι ότι σε υπόθεση απόπειρας βιασμού που βρίσκεται σε εξέλιξη, η Παραπονούμενη αντιστάθηκε σθεναρά κατά τη διάρκεια της απόπειρας και από το όλο επεισόδιο τόσο η ίδια όσο και ο Κατηγορούμενος υπέστησαν διάφορες κακώσεις, οι δύο εξετάστηκαν αυθημερόν από τον Μ.Κ.11 ο οποίος περιέγραψε τις κακώσεις σε σχετικές εκθέσεις που ετοίμασε και ότι οι κακώσεις εμφαίνονται στο φωτογραφικό υλικό που του κοινοποιείται, με επισήμανση ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση, 13 ώρες περίπου μετά το επίδικο συμβάν.
[77] Επισυνάπτονται στην επιστολή.
[78] 1. Shots 27, 28 & 29 (δεξιά υπερκλείδια χώρα) – «Η ερυθρωπή χροιά των εκχυμωτικού τύπου αυτών εκδορών».
2. Shots 30, 31 & 32 (αριστερή τραχηλική χώρα) – «Η ερυθρωπή χροιά της περιοχής εκχύμωσης».
3. Shots 33 & 34 (περιοχή αριστερού αγκώνα) – «Η ερυθρωπή χροιά της εκχυμωτικού τύπου εκδοράς και της περιοχής εκχύμωσης».
4. Shots 35 – 44 (περιοχή δεξιού βραχίονα, αγκώνα και πήχη) – «Η ερυθρωπή / βαθυέρυθρη / κυανέρυθρη χροιά των προαναφερθέντων κακώσεων».
5. Shots 45, 46 & 47 (αριστερή ραχιαία χώρα, κάτω από την ωμοπλάτη) – «Η ερυθρωπή χροιά της εκχυμωτικού τύπου αυτής εκδοράς».
6. Shots 50, 54-57 (δεξιό γόνατο) _ «Η ερυθρωπή χροιά των εκχυμώσεων».
7. Shots 51, 52 & 53 (αριστερό γόνατο) – «Η ερυθρωπή χροιά των εκχυμωτικού τύπου αυτών εκδορών».
8. Shots 63-67 (περιοχή έσω επιφάνειας δεξιού μηρού, κοντά στο γόνατο) – «Η κυανέρυθρη χροιά των εκχυμώσεων».
[79] Βλ. την υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.147/16 κ.α., ημερ.20.11.19, ECLI:CY:AD:2019:B477 :
«Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ’ αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 512).
Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»»
[80] Βλ. σχετική διευκρίνιση στη σελ. 10 (γρ. 31-32) των πρακτικών, ημ. 5.5.25.
[81] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 16, γρ.13-17.
[82] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 19, γρ.1-7.
[83] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 20, γρ.5-8.
[84] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 20, γρ. 25-27.
[85] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 16, γρ.29.
[86] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 16, γρ.18-20.
[87] Βλ. σχετική διευκρίνιση στη σελ. 11 (γρ. 1-3) των πρακτικών, ημ. 5.5.25.
[88] Προφανώς ένεκα της ώρας άφιξης τους κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 28.4.24, η κράτηση ήταν από τις 27.4.24-29.4.24, κάτι που αποδέχεται και ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 8, σελ. 2, γραμμή 24, εξ ου και η αναφορά και των δύο ότι έμειναν για δύο βράδια στη Λάρνακα.
[89] Βλ. επίσης πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 16, γρ.23-25 και πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 18,
γρ.10-12.
[90] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 18, γρ. 10-12.
[91] Βλ. πρακτικά 4.6.24, σελ.18, γρ. 15.
[92] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 16, γρ.26-29 και πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 18, γρ.18-19.
[93] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 17, γρ.15-17.
[94] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 18, γρ.13-15.
[95] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 25, γρ.29.
[96] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 17, γρ.25-32.
[97] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 17, γρ. 10 και 22, και πρακτικά ημερ. 4.6.25, (Α’ μέρος), σελ. 22, γρ. 15-20).
[98] Βλ. σχετική επισήμανση σελ. 11 (γρ. 11-12) πρακτικών, ημ. 05/05/2025.
[99] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 25, γρ.6-27.
[100] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 25, γρ. 19.
[101] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 17, γρ.25-32, σελ.18, γρ. 1-5.
[102]Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 23, γρ.10-11.
[103] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 22, γρ.29-30.
[104] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 26, γρ. 4-8.
[105] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 22, γρ.15-29.
[106] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 26, γρ.27-29.
[107] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 27, γρ.2-3.
[108] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 4, γρ.11-12.
[109] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 26, γρ.20-32, σελ.27.
[110] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 28, γρ. 5-9.
[111]Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 22, γρ.26-29.
[112] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 28, γρ. 10-11.
[113] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 37, γρ. 1-2.
[114] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 4, γρ. 19-21.
[115] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 29, γρ. 10-11.
[116] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 24, γρ. 19, 29, σελ. 25 γρ. 26 και σελ. 26, γρ. 7-8.
[117] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 21, γρ.13-18.
[118] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 21, γρ.26-32, σελ. 22, γρ. 1-6.
[119] Βλ. σχετική επισήμανση, σελ. 12 (γρ. 8-13) των πρακτικών ημ. 5.5.25.
[120] Βλ. σχετική επισήμανση στη σελ. 12 (γρ. 25-26), των πρακτικών ημ. 5.5.25.
[121] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 21, γρ.26-32, σελ. 22, γρ. 1-6.
[122] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 37, γρ.19-30.
[123] βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 19, γρ. 19-32.
[124] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25 σελ. 27, γρ.2-4.
[125] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 10, γρ.14-15, εν σχέσει με τη θέση της υπεράσπισης πως το όλο επεισόδιο ήταν ένας μεταξύ τους καβγάς.
[126] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 13, γρ.27-29.
[127] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 14, γρ.7-8.
[128] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 10, γρ.16.
[129] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 20, γρ.20.
[130] Τα ίδια επανέλαβε αντεξεταζόμενη - Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 38, γρ.2-10.
[131] Βλ. πρακτικά ημ. 04.06.2025, σελ. 38, γρ.11-32.
[132] Προέβη σε διόρθωση της σχετικής αναφοράς.
[133] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 39-40.
[134] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σε. 18, γρ. 15-19.
[135] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ Μέρος, σελ. 8, γρ. 20 -32.
[136] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 31, γρ.4-18.
[137] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 31, γρ. 31-32, σελ. 32, γρ. 1.
[138] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 25, γρ.6-12 και σελ. 28, γρ.4.
[139] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 31, γρ.24-28.
[140] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 30, γρ.20-27, σελ. 31, γρ. 20-28.
[141] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 34, γρ.31- 32, σελ.35, γρ.1-2.
[142] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 32, γρ.4-8.
[143] Βλ. Tεκμήριο 1.18 (αρχείο …7036 – χρονική διάρκεια 01:15-01:35 ).
[144] Βλ. σχετική επισήμανση στη σελ. 14, γρ. 10-12 των πρακτικών ημ. 5.5.25.
[145] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 5 και 6.
[146] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 32, γρ. 12-13.
[147] Βλ. πρακτικά ημερ. 28.7.25, σελ. 16-17, όπου ο μάρτυρας αναφέρει ότι του είπε «αυτός προσπαθούσε να με βιάσει».
[148] Βλ. πρακτικά ημερ. 28.7.25, σελ. 20, γρ. 15.
[149] Σχετικά είναι πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ Μέρος, σελ. 20-21.
[150] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ μέρος, σελ. 23, γρ. 10-12.
[151] Έχουμε ήδη σημειώσει πως η θέση της υπεράσπισης πως μόνο την κάκωση στον αγκώνα είχε η Παραπονούμενη και καμία άλλη, δεν συνάδει με άλλες θέσεις που τέθηκαν στον Μ.Κ.10 ή και την Παραπονούμενη αναφορικά με τον χρόνο πρόκλησης των κακώσεων που διαπιστώθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης.
[152] Επί τούτου ο Μ.Κ.5 ήταν σαφής (βλ. πρακτικά ημερ. 11.6.25, σελ. 11).
[153] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ Μέρος, σελ. 10, γρ. 11.
[154] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ Μέρος, σελ. 10, γρ. 6-7.
[155] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ Μέρος, σελ. 10, γρ. 13.
[156] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ Μέρος, σελ. 5, γρ. 20-22.
[157] Βλ. πρακτικά ημερ.5.5.25, σελ. 15, γρ. 13-32, σελ. 16 γρ. 1-12.
[158] Σημειώνεται ότι επέστρεψε στις 5.5.24.
[159] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 13, γρ. 3-20.
[160] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, σελ. 16, γρ. 30-31.
[161] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 30, γρ.4-5.
[162] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 29, γρ.25-28.
[163] Βλ. πρακτικά ημερ. 5.5.25, σελ. 28, γρ.25-32. σελ.29, γρ.1.
[164] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 43, γρ.31-32. σελ.44, γρ.1.
[165] Βλ. πρακτικά ημ. 18.6.25, σελ.43, γρ.9-11.
[166] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 27, γρ.15-16.
[167] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 7, γρ. 10-32, σελ. 8, γρ.1-10.
[168] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 29, γρ.9-14.
[169] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 29, γρ.15-16.
[170] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 44, γρ.16-18.
[171] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 16, γρ.16-21.
[172] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 18, γρ. 16-17.
[173] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 18, γρ. 20-22.
[174] Βλ. πρακτικά ημ. 04/06/2025 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 18, γρ. 24-27
[175] Βλ. πρακτικά ημ. 18/06/2025, σελ. 43, γρ.5-11.
[176] Βλ. πρακτικά ημ. 10/10/2025, σελ. 30, γρ.17-32, σελ. 31, γρ. 1-3.
[177] Βλ. πρακτικά ημερ. 4.6.25, Β’ μέρος, σελ. 10, γρ. 14-19.
[178] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 29, γρ.3-8.
[179] Βλ. πρακτικά ημ. 05/05/2025, σελ. 29, γρ.17-24.
[180] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 28, γρ.21-24.
[181] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 15, γρ. 25-27
[182] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 44, γρ.1-15.
[183] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ), σελ. 15, γρ. 25.
[184] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 29, γρ.29-32, σελ. 30 γρ. 1-2, βλ. επίσης πρακτικά ημ. 4.6.25 σελ. 38, γρ. 17-32.
[185] Βλ. πρακτικά ημ. 5.5.25, σελ. 30, γρ.7-10.
[186] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 44, γρ.20-21.
[187] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 46, γρ.31-32.
[188] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 45, γρ.13-15.
[189] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 46, γρ.6-29.
[190] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 47.
[191] Βλ. πρακτικά ημ. 04/06/2025 (Β'ΜΕΡΟΣ), σελ. 22, γρ. 26-32, σελ.23, γρ.1-9.
[192] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25, σελ. 21, γρ.21-32, σελ. 22, γρ. 3-4.
[193] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 22, γρ. 2-3.
[194] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 30, γρ. 17-18.
[195] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 22, γρ. 5-6.
[196] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 19, γρ. 1-2.
[197] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 31, γρ. 16-17.
[198] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 30, γρ. 19-20.
[199]Βλ. Συμπεράσματα 3, 4, 5 και 10 Έγγραφο ΙΘ.
[200] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 23, γρ. 13-14.
[201] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 5, γρ. 20-23.
[202] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 10, γρ. 14-15.
[203] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 22, γρ. 11-13.
[204] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 24, γρ. 11-14.
[205] Βλ. πρακτικά ημ. 4.6.25 (Β' ΜΕΡΟΣ) , σελ. 23, γρ. 10-11.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο