ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2207/24
Δημοκρατία
ν.
A.K.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 22 Mαΐου 2026
Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα.
Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μ. Παυλίδου.
Κατηγορούμενος παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος σε 4 συνολικά κατηγορίες, ως ακολούθως:
· Mια κατηγορία απόπειρας βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 146 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1),
· Δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2 και 3),
· Μία κατηγορία εξαναγκασμού σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, κατά παράβαση του άρθρου 146Ε του Κεφ. 154 (κατηγορία 4).
Α. Γεγονότα
Τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην τελική απόφαση ημερομηνίας 07.04.2026 και δεν προτιθέμεθα να τα επαναλάβουμε στο σύνολο τους.
Αρκούμαστε να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη, οι οποίοι παλαιότερα είχαν δεσμό τον οποίον διέκοψαν, έχοντας αποφασίσει να παραμείνουν μόνο φίλοι, ήρθαν στην Κύπρο στις 28.4.24 για διακοπές, κάτι που είχαν κάνει και περί το τέλος Δεκεμβρίου 2023 - αρχές Ιανουαρίου του 2024, οπόταν είχαν πάει ως φίλοι για διακοπές στην Πορτογαλία όπου και διέμειναν μαζί στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Αφού λοιπόν ήρθαν στην Κύπρο ως φίλοι διέμειναν στο ίδιο δωμάτιο για δύο βράδια στη Λάρνακα, για να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Αγ. Νάπα, όπου θα διέμεναν για τέσσερα βράδια και πάλιν στο ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου. Κατά το πρώτο βράδυ της διαμονής τους στην Αγία Νάπα επισκέφθηκαν διάφορες μπυραρίες στην Αγία Νάπα, όπου κατανάλωσαν και οι δύο αλκοόλ, χωρίς ωστόσο να επηρεαστεί η ικανότητα τους να αντιλαμβάνονται και να επικοινωνούν αφού μάλιστα ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να δώσει και έδωσε οδηγίες στον οδηγό ταξί που τους μετέφερε πίσω στο ξενοδοχείο, τις πρώτες πρωινές ώρες της 30.04.2026.
Φτάνοντας στο ξενοδοχείο και εισερχόμενος ο Κατηγορούμενος στο δωμάτιο μαζί με την Παραπονούμενη, έβγαλε τα ρούχα του μένοντας με το εσώρουχο το οποίο και εκείνο στην πορεία αφαίρεσε και παρέμεινε να στέκεται γυμνός. Η Παραπονούμενη που τον είχε δει, του εισηγήθηκε να πάει να κάνει μπάνιο, πλην όμως ο ίδιος την αγνόησε. Ακολούθως και αφού η ίδια έκανε μπάνιο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη για να χτενίσει τα μαλλιά της, αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να κάθεται στο κρεβάτι και να κοιτάζει τον τοίχο. Ενόσω βρισκόταν μπροστά στον καθρέφτη, παρατήρησε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος εξακολουθούσε να κάθεται στο κρεβάτι, να την κοιτάζει επίμονα. Τον ρώτησε τι συμβαίνει με τον ίδιο να απαντά πως συνεχίζει να ζαλίζεται. Ακολούθως, η ίδια έσβησε το φως για να κοιμηθεί, το οποίο στη συνέχεια άναψε κατά παράκληση του Κατηγορούμενου, επειδή ζαλιζόταν ως της είχε πει. Επειδή είδε ότι ήταν ακόμη γυμνός, το έκλεισε ξανά και του είπε, είτε να φορέσει ρούχα, είτε να πάει για ντους με τον ίδιο να ανταποκρίνεται και να φορά το εσώρουχο του.
Ενόσω η ίδια βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κάτω από τα σεντόνια, ο Κατηγορούμενος την προσέγγισε, ξαπλώνοντας πολύ κοντά της, πάνω από τα σεντόνια, με το κεφάλι του να ακουμπά τον ώμο της. Του ζήτησε τρεις φορές, χωρίς αποτέλεσμα, να πάει στη δική του μεριά, δείχνοντας του ξεκάθαρα πως δεν επιθυμούσε να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί του και ακολούθως σηκώθηκε ενοχλημένη και πήγε αρχικά στο μπάνιο και έπειτα ξανά στο κρεβάτι, με τον Κατηγορούμενο να την ακολουθεί και να ξαπλώνει εν τέλει κάτω από τα σεντόνια και ο ίδιος, αγγίζοντας με το χέρι του το χέρι της. Αρχικά απομάκρυνε το χέρι του από το δικό της δύο φορές, συνεχίζοντας να του δείχνει πως δεν επιθυμούσε την οποιαδήποτε σωματική επαφή μαζί του.
Ακολούθως αυτός της είπε πως την αγαπά, με την ίδια να του απαντά πως αγαπά τον σύντροφο της, και τον Κατηγορούμενο να την ρωτά «Και εμένα;» και την Παραπονούμενη να του αναφέρει πως ίσως και να είναι έγκυος με το παιδί του συντρόφου της. Ο Κατηγορούμενος ακολούθως την ρώτησε εάν τα όσα του είπε είναι αλήθεια, με την ίδια να του επιβεβαιώνει πως έτσι έχουν τα πράγματα λέγοντας του «ναι». Εμφανώς αναστατωμένος, τη ρώτησε ξανά, με πιο δυνατή φωνή, αν αληθεύουν τα όσα του είπε προηγουμένως και σχεδόν ταυτόχρονα ξάπλωσε πάνω της, φιλώντας την βίαια στο στόμα και στο λαιμό κατά τρόπο που η ίδια δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Προσπαθούσε με τα χέρια της να τον σπρώξει για να φύγει από πάνω της, συνεχίζοντας να καθιστά σαφές ότι δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε επαφή μαζί του και παρ’ όλα αυτά, δεν τα κατάφερε, αφού συνέχιζε να την φιλά στο πρόσωπο πιέζοντας την κάτω στο μαξιλάρι. Της αφαίρεσε δια της βίας το εσώρουχο της, κατεβάζοντας παράλληλα και το δικό του με την ίδια να αντιστέκεται τραβώντας του το προς τα επάνω, δείχνοντας του και πάλιν πως δεν επιθυμεί σεξουαλική επαφή μαζί του. Αυτός όμως αντί να σταματήσει, έβαλε τα δυο του δάχτυλα στον κόλπο της (κατηγορία 2). Κατά την διάρκεια των πιο πάνω, τον χτυπούσε με το δεξί της χέρι στην πλάτη, στο κεφάλι και οπουδήποτε αλλού μπορούσε, με τον ίδιο να μην σταματά, παρόλο που ως εκ των ως άνω ενεργειών της ήταν πέραν από αντιληπτό στον Κατηγορούμενο πως η ίδια συνέχιζε να μην συναινεί σε αυτό που έπραττε, κάτι που του είχε εξάλλου καταστήσει σαφές εξ αρχής. Σε κάποια στιγμή, έπιασε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο και προσπάθησε να το βάλει μέσα στον κόλπο της χωρίς να το καταφέρει, λόγω της αντίστασης της ιδίας. Συγκεκριμένα, ενώ την κρατούσε με το αριστερό του χέρι, έβαλε το δεξί του χέρι στο εσώρουχο του, καταφέρνοντας να βγάλει μόνο την κορυφή του πέους του έξω, επειδή η ίδια δεν το επέτρεψε, παρά το ότι βρισκόταν σε πανικό. Η ίδια έκλαιγε ενώ για να μπορέσει να φωνάξει, τον άρπαξε με το αριστερό της χέρι από τα μαλλιά και τον τράβηξε προς τα πίσω για να φύγει από το πρόσωπο της. Ενώ αντιστεκόταν και πάλευε μαζί του, έπεσαν στο πάτωμα με την ίδια να βρίσκεται από πάνω και αυτόν από κάτω, συνεχίζοντας να την κρατά με βία έτσι που δεν μπορούσε να φύγει. Τότε εν μέσω των φωνών της, έβαλε ξανά τα δάχτυλα του στον κόλπο της και στον πρωκτό της ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας τρία από τα δάκτυλα του, προκαλώντας της πόνο (κατηγορία 3). Όταν έβγαλε τα δάκτυλα του προσπάθησε γρήγορα να βάλει και πάλι το πέος του στον κόλπο της χωρίς και πάλι να τον αφήσει, παρά το ότι την έσπρωχνε προς τα κάτω δηλαδή προς το πέος του, με σκοπό να το φτάσει για να επιτύχει τη διείσδυση, παρότι δεν τα κατάφερε διότι η Παραπονούμενη εξακολουθούσε να αντιστέκεται.
Ενόσω βρισκόταν στο πάτωμα γονατιστή, ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε πάνω με την ίδια να γυρνά προς το μέρος του με σκοπό να τον αποτρέψει. Τότε, την προσέγγισε και προσπάθησε εκ νέου να κατεβάσει το εσώρουχο του πιάνοντας το πέος του και πάλι για να το βάλει στον κόλπο της, με την ίδια να τραβά το εσώρουχο του προς τα πάνω δείχνοντας με συνοχή για μια ακόμη φορά, πως συνέχιζε να μην επιθυμεί την οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Τότε ο Κατηγορούμενος, έβαλε ξανά τα δάχτυλα του στον κόλπο της ενώ η ίδια ήταν ξαπλωμένη με το κεφάλι πλέον προς τα τα πάνω. Σε κάποια στιγμή έβαλε τους αγκώνες της με δύναμη για να προσπαθήσει να σηκωθεί και τότε, ο Κατηγορούμενος την άρπαξε από τα πόδια και της τα άνοιξε με βία και άρχισε να την γλείφει στα γεννητικά όργανα, προκαλώντας της έντονο πόνο, συνεπεία της βίας με την οποία διενήργησε την πράξη αυτή (κατηγορία 4). Η ίδια εξακολουθώντας να δείχνει πως δεν ήθελε αυτό που συνέβαινε, τραβιόταν προς τα πίσω για να φύγει από κάτω του, γύρισε στα γόνατα της και τότε είδε το τηλέφωνο του δωματίου, το οποίο έπιασε μη ξέροντας όμως τι αριθμό να καλέσει για βοήθεια. Στη συνέχεια, την έπιασε από τη μέση και την πέταξε στο κρεβάτι και επειδή η ίδια εξακολουθούσε να κρατά στο χέρι το ακουστικό του τηλεφώνου, όταν ο Κατηγορούμενος προσπάθησε για άλλη μια φορά να βάλει το κεφάλι του κάτω στα γεννητικά της όργανα, τον χτύπησε στο κεφάλι, με τον ίδιο όχι μόνο να μην σταματά, αλλά να βάζει όλο του το κορμί πάνω της, να την τραβά δυνατά από τα μαλλιά και να τη φιλά, με αποτέλεσμα να νιώθει πως δεν μπορεί να αναπνεύσει.
Σε κάποια στιγμή, την έπιασε με το αριστερό του χέρι από τον λαιμό και με το δεξί του χέρι προσπαθούσε και πάλιν να βγάλει το εσώρουχο του. Η ίδια και πάλι του έδειξε πως δεν ήθελε, αφού έβαλε δύναμη για να τον σπρώξει οπόταν και έπεσαν ξανά από το κρεβάτι, με την ίδια να βρίσκεται από πάνω και τον Κατηγορούμενο από κάτω, σφίγγοντας την με τα χέρια του σε όλο της το σώμα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ξεφύγει. Πέρασε το κεφάλι της κάτω από τα χέρια του με αποτέλεσμα να την σπρώξει ξανά πάνω στο κρεβάτι, επιχειρώντας να ξαπλώσει επάνω της, πλην όμως η ίδια κατόρθωσε και τον κλώτσησε στα γεννητικά του όργανα κάτι που τον ανάγκασε να σταματήσει στιγμιαία, δίδοντας της την ευκαιρία να πάει ν’ ανάψει το φως, αλλά ο Κατηγορούμενος την άρπαξε ξανά από τα μπράτσα και την έριξε στο κρεβάτι αποκαλώντας την «πουτάνα». Προφασιζόμενη πως ήθελε απλά να δει πού του είχε χτυπήσει, κατάφερε να ξεφύγει, να φτάσει στην πόρτα του δωματίου και να την ανοίξει, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να του ξεφύγει εντελώς, αφού την πρόλαβε και την άρπαξε με τη βία και την έβαλε πίσω στο δωμάτιο εν μέσω φωνών της, οι οποίες έγιναν αντιληπτές από τον Μ.Κ.19, ο οποίος έμενε σε κοντινό δωμάτιο στον ίδιο όροφο, γεγονός που τον έθεσε σε εγρήγορση με αποτέλεσμα να φτάσει στο δωμάτιο τους, να χτυπήσει την πόρτα και να τους εντοπίσει, οπόταν η Παραπονούμενη του ζήτησε βοήθεια λέγοντας του πως αυτός ο άντρας δεν είναι καλός και πως προσπάθησε να τη βιάσει και τον ίδιο να ζητά από τον Κατηγορούμενο να φύγει από το δωμάτιο, πράγμα που ο τελευταίος έπραξε. Ακολούθησε η μετάβαση του Μ.Κ.19 και της συζύγου του καθώς και της Παραπονούμενης στο χώρο υποδοχής με σκοπό την κλήση της αστυνομίας, όπως και έγινε στη συνέχεια.
Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων αποτέλεσε κατάληξη του Δικαστηρίου πως είχε στοιχειοθετηθεί και το αδίκημα της απόπειρας βιασμού (κατηγορία 1), αφού ο Κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη πρόθεση να διαπράξει το ολοκληρωμένο αδίκημα του βιασμού και έχοντας αυτήν ακριβώς την πρόθεση, προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες να επιτύχει τη διείσδυση του πέους του στον κόλπο της Παραπονούμενης, ξεπερνώντας κατά πολύ το στάδιο της απλής προετοιμασίας για τη διάπραξη του αδικήματος του εν λόγω αδικήματος και ενώ αντιλαμβανόταν πολύ καλά πως η Παραπονούμενη δεν συναινούσε σε κανένα στάδιο.
Περαιτέρω αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Παραπονούμενη ως εκ της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου κατά το επίδικο περιστατικό υπέστη σωματικές βλάβες, ήτοι εκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα σημεία στα χέρια και στα πόδια της, καθώς επίσης εκδορές στην δεξιά υπερκλείδια χώρα και εκδορά στο αιδοίο.
Σε σχέση με το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, λέχθηκε ότι αυτός δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Β. Αγορευση προς Μετριασμό
Η συνήγορος του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές περιστάσεις του και τις επιπτώσεις που έχει στα παιδιά του ο εγκλεισμός του, αλλά και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων.
Επί του τελευταίου, ήταν η θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, διέπραξε τα αδικήματα χωρίς προσχεδιασμό, ότι τα αδικήματα αυτά δεν ήταν εν πάση περιπτώσει μεγάλης διάρκειας και η συμπεριφορά του ήταν παρορμητική, αφού σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ήταν αποτέλεσμα έκρηξης ζήλιας προς την Παραπονούμενη. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, πως ο τελευταίος προκλήθηκε από την Παραπονούμενη, πολύ πριν φτάσουν στο διαμέρισμα όπου διαπράχθηκαν τα αδικήματα, αφού χόρευε με άλλο άντρα σε μια δισκοθήκη που είχαν επισκεφθεί, ενώ βρισκόταν σε διακοπές με τον Κατηγορούμενο για να δουν εάν μπορούν να συνυπάρξουν ως ζευγάρι. Πέραν δε τούτου, κατά τη θέση της συνηγόρου, ομοίως προκλητική ήταν και η συμπεριφορά της Παραπονούμενης στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, αναφέροντας στον Κατηγορούμενο πως πίστευε πως ήταν έγκυος από άλλο άντρα και δη τον άντρα που αγαπά. Τα πιο πάνω, είχαν ως αποτέλεσμα, τη συναισθηματική φόρτιση του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να δράσει ως έδρασε. Πέραν των πιο πάνω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το ότι δεν προκλήθηκαν στην Παραπονούμενη, συνεπεία της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου σοβαροί τραυματισμοί, ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε αιχμηρό ή επιθετικό όργανο ως επίσης και το γεγονός ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον χρόνο κατά τον οποίο διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Τέλος, ζήτησε όπως οι επιπτώσεις που επήλθαν στην οικογένεια του Κατηγορουμένου και δη στα παιδιά του, ληφθούν υπόψη ως εξωδικαστηριακή τιμωρία και το Δικαστήριο αντιμετωπίσει τον τελευταίο, με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.
Γ. Νομική Πτυχή
Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Κεφ.154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου. Το δε αδίκημα της απόπειρας βιασμού επισύρει σύμφωνα με το άρθρο 146 του Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης μέχρι και 10 έτη. Η ίδια ποινή, προβλέπεται και για το αδίκημα του εξαναγκασμού σε διάπραξη συνουσίας ή συμμετοχής σε πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα, κατά παράβαση του άρθρου 146Ε του ίδιου νόμου.
Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων με προεξάρχουσα τη σοβαρότητα του αδικήματος της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, για το οποίο ο νομοθέτης προνόησε ποινή φυλάκισης, μέχρι και δια βίου, είναι δεδομένη. Είναι δε καλώς νομολογημένο, πως η προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, αποτελεί και την αφετηρία για σκοπούς προσδιορισμού και επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής. (Δημοκρατία v. Ομήρου, Ποιν. Έφ. 351/18, ημερ. 20.1.20, ECLI:CY:AD:2020:B23, Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21), ECLI:CY:AD:2021:B348.
Ως έχει νομολογηθεί ειδικότερα σε σχέση με τα αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, η ισόβια φυλάκιση που προνοείται για κάποια εξ αυτών όπως είναι και το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης διά διείσδυσης, πέραν του ότι αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον νόμο, αντανακλά και τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του. Επιπτώσεις οι οποίες σκιαγραφούνται με ευκρίνεια στην Hunganu (ανωτέρω) και επαναλήφθηκαν και στην Δ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 57/20, ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432, η οποία πραγματεύτηκε μεν το αδίκημα του βιασμού, πλην όμως βρίσκουμε πως τα όσα λέχθηκαν τυγχάνουν εφαρμογής κατ’ αναλογία και σε σχέση με το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης:
«Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).»
Ό,τι άλλο θα προσθέταμε εδώ είναι πως η δια βίου φυλάκιση που προβλέπεται ως ανώτατη ποινή για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του, αφού το εν λόγω αδίκημα στρέφεται κατά της γενετήσιας ελευθερίας, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και, ενίοτε, συνθλίβει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του θύματος, αποτελώντας έτσι μια από τις χειρότερες μορφές εξευτελισμού ενός ατόμου. (βλ. κατ’ αναλογία τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, που αφορούσε συζυγικό βιασμό).
Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η κατ’ επανάληψιν διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων, στα οποία συγκαταλέγεται τόσο το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης διά διείσδυσης όσο και της απόπειρας βιασμού αλλά και της κατηγορίας του εξαναγκασμού σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα. Διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση τόσο από τον αριθμό υποθέσεων που έτυχαν χειρισμού από το παρόν Κακουργιοδικείο και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούσαν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως όσο και από τη νομολογία εν γένει. Αυτή ακριβώς η πτυχή αναδείχθηκε και στην απόφαση στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω), όπου λέχθηκε με ευκρίνεια ότι αυτής της φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δεδομένης και της διαπίστωσης αυξητικής τάσης ως προς τη διάπραξή τους[1]. Στη δε υπόθεση Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 που αφορούσε και πάλιν σεξουαλικής φύσεως αδίκημα και δη βιασμό, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων.
Με δεδομένο δε το ότι, ως υποδείξαμε στο πλαίσιο της εκδοθείσας απόφασης, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος συνιστούν αδικήματα βίας κατά γυναίκας, εν τη εννοία του όρου στο Ν. 115(Ι)/21, κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε επίσης πως, το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου καθορίζει ως επιβαρυντικές συγκεκριμένες περιστάσεις (νοουμένου βεβαίως ότι δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος) ως ακολούθως:
«(α) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου από πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο ή µέλος της οικογένειάς του ή από πρόσωπο που συζεί ή συζούσε µε το θύµα ή από πρόσωπο το οποίο έχει καταχραστεί ή εκµεταλλευτεί θέση εξουσίας, εµπιστοσύνης ή επιρροής·
(β) το αδίκηµα ή τα συναφή αδικήµατα διαπράχθηκαν κατά συρροή·
(γ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου το οποίο είναι σε ευάλωτη θέση συνεπεία διανοητικής ή σωµατικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης ή κατά γυναίκας η οποία εγκυµονούσε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήµατος ή που τελούσε υπό άλλες ειδικές συνθήκες·
(δ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον ή στην παρουσία παιδιού, ήτοι εντός του οπτικού ή ακουστικού πεδίου αυτού·
(ε) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δύο (2) ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού·
(στ) του αδικήµατος προηγήθηκε η άσκηση ακραίας βίας, εξαναγκασµού ή απειλής ή αυτό συνοδεύθηκε από τέτοια βία, εξαναγκασµό ή απειλή·
(ζ) το αδίκηµα διαπράχθηκε µε τη χρήση ή υπό την απειλή όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειµένου·
(η) το αδίκηµα είχε ως αποτέλεσµα την πρόκληση σοβαρής βλάβης στο θύµα·
(θ) ο καταδικασθείς προηγουµένως είχε καταδικαστεί για αδίκηµα της ίδιας φύσεως·
(ι) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δηµόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του».
(έμφαση δοθείσα)
Από την έρευνα μας, δεν έχουμε εντοπίσει αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου που να πραγματεύονται ως κύριο αδίκημα, το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης που είναι και το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω.
Βέβαια κάποια γενικότερη καθοδήγηση ως προς το μέτρο που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε να αντληθεί από ανασκόπηση αποφάσεων σε υποθέσεις όπου κύριο αδίκημα ήταν ο βιασμός, με την επισήμανση βέβαια πως εν προκειμένω, όσο και αν είχε φτάσει πολύ κοντά στη διάπραξη του ολοκληρωμένου αδικήματος του βιασμού ο Κατηγορούμενος, παραμένει ως γεγονός ότι δεν είχε διαπραχθεί το ολοκληρωμένο αδίκημα ενώ η διείσδυση που αποτελεί αντικείμενο των κατηγοριών 2 και 3 δεν αφορούσε το πέος του Κατηγορούμενου, ως συμβαίνει σε υποθέσεις βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ.154, αλλά τα δάχτυλα του.
Κατόπιν των πιο πάνω επισημάνσεων, ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί είναι πως ως προκύπτει από τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. Έφ. 51/2020, ημερ. 3.12.2020) καθοδήγηση ως προς τις επιβαλλόμενες ποινές δύναται να αντληθεί και από τη μη δεσμευτική, βέβαια, πρακτική που ακολουθείται στο Ηνωμένο Βασίλειο στο συγκεκριμένο τομέα, όπως αυτή παρατίθεται στο Εγχειρίδιο "Sexual Offences Definitive Guideline" του Sentencing Council, ("Definitive Guideline"). Σημειώνουμε ότι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξ όσων προκύπτει από το Criminal Justice Act 2003, η προβλεπόμενη ποινή για το αντίστοιχο αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης (assault by penetration), είναι και εκεί μέχρι και δια βίου φυλάκιση, όπως δηλαδή προνοείται και στο άρθρο 146Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Υπό το φως και των ανωτέρω διευκρινίσεων, προβαίνουμε στην ενδεικτική παράθεση κάποιων προηγούμενων ημεδαπών αποφάσεων, σημειώνοντας βεβαίως πως αυτές υπό τις περιστάσεις παρέχουν μόνο κάποια ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής στο πλαίσιο των αδικημάτων που η κάθε μια πραγματεύεται, δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για το λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση θα πρέπει να είναι αλληλένδετη αφενός προς τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος σε κάθε περίπτωση (που εδώ ως εξηγήσαμε διαφέρουν από τα αδικήματα των υποθέσεων που πιο κάτω παρατίθενται με τον τρόπο που εξηγήσαμε) και αφετέρου προς τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν ως και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ.1).
Στην Hamieh v. Γ.Ε. (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα του βιασμού 48χρονης. Στο πλαίσιο της έφεσης, δεν αμφισβήτησε την καταδίκη και εξέφρασε μεταμέλεια. Δεν είχε ασκηθεί υπέρμετρη βία από τον κατηγορούμενο, αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος και παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού με βάση τις περιστάσεις της, θεώρησε εντούτοις δεδομένη τη σοβαρότητα της και επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών.
Στην υπόθεση Αντωνίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 80/17, ημερ. 17.9.19, ECLI:CY:AD:2019:B372, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα του βιασμού κατόπιν ακρόασης, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων απήγαγε και βίασε την παραπονούμενη η οποία ήταν πρώην σύζυγος του.
Στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, ο λευκού ποινικού μητρώου Εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 10 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της. Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να θεωρηθεί έκδηλα υπερβολική η ποινή στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε καν αυστηρή δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί.
Στην υπόθεση FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 45/2023, ημερομηνίας 25.02.2026, το Εφετείο επικύρωσε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν κατόπιν ακρόασης, στον λευκού ποινικού μητρώου εφεσείοντα, με μεγαλύτερη αυτήν των 10 ετών στην κατηγορία του βιασμού και 8 ετών στην κατηγορία της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, επισημαίνοντας πως ορθά είχε ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, η μεγάλη έξαρση που παρατηρείτο στην διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων. Ο εφεσείοντας, είχε κριθεί ένοχος στις παραπάνω κατηγορίες, όσο και σε άλλες για τις οποίες επιβλήθηκαν χαμηλότερες ποινές φυλάκισης από τις πιο πάνω, υπό τα εξής γεγονότα. Σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ήρθε σε παράνομη συνουσία με την πρώην συμβία του δια στοματικής διείσδυσης του πέους του. Κατά ανάλογο τρόπο, την κακοποίησε σεξουαλικά, διεισδύοντας το δάκτυλό του στον κόλπο της, ενώ προηγουμένως την είχε απαγάγει με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέλησή της. Κατά το ίδιο συμβάν της επιτέθηκε άσεμνα, φιλώντας την στον λαιμό και στα χείλη και βάζοντας το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, ενώ της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, δαγκώνοντας την στο πρόσωπο, στο στόμα, στον λαιμό και στην πλάτη. Επίσης, σε τέσσερις ξεχωριστές περιπτώσεις, άλλες από τις πιο πάνω, επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης, ενώ σε άλλη ημερομηνία της είχε προκαλέσει τρόμο απειλώντας την με βία.
Στην υπόθεση Mohamed Alahmad v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/2022, ημερ. 30.09.2025, (στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος υπεράσπισης, ως καθοδηγητική σε σχέση με προηγουμένως επιβληθείσες ποινές στο αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης), ο λευκού ποινικού μητρώου Εφεσείων, είχε παραδεχθεί την διάπραξη 3 διαφορετικών βιασμών, απαγωγής με σκοπό την υποβολή προσώπου σε σεξουαλική κακοποίηση, σεξουαλική κακοποίηση δια διείσδυσης, εξαναγκασμό σε συμμετοχή σεξουαλικών πράξεων, εναντίον τριών διαφορετικών προσώπων, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Ο εφεσείων, ένιωθε την ανάγκη να κάνει σεξ, δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και στεκόταν στο δρόμο κάτω από το διαμέρισμα που διέμενε περιμένοντας να εντοπίσει μεθυσμένες γυναίκες, γνωρίζοντας ότι θα είναι εύκολος στόχος. Και τα τρία θύματα του, τα εντόπισε με τον πιο πάνω τρόπο, τα βίασε και τα κακοποίησε σεξουαλικά. Κατόπιν παραδοχής του σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, του είχαν αρχικώς επιβληθεί ποινές φυλάκισης 6 ετών σε μια εκ των κατηγοριών βιασμού και 5 ετών σε κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο κατηγορίες βιασμού, καθώς και ποινές φυλάκισης 4 ετών σε κάθε μια από τις υπόλοιπες κατηγορίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Το Κακουργιοδικείο διέταξε όπως οι ποινές που αφορούσαν κάθε επιμέρους περιστατικό να συντρέχουν μεταξύ τους, αλλά οι ποινές που αφορούσαν τα τρία διαφορετικά περιστατικά να εκτιθούν διαδοχικά, με αποτέλεσμα να επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης 16 ετών.
Εφέσεις ασκήθηκαν τόσο από τον εφεσείοντα, ο οποίος παραπονείτο για την διαδοχικότητα των ποινών, όσο και από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος παραπονείτο για ανεπάρκεια των ποινών που επιβλήθηκαν. Το Εφετείο, αποδεχόμενο και τις δύο εφέσεις, παραμέρισε την διαταγή για διαδοχικότητα των ποινών και προχώρησε ταυτόχρονα με αύξηση των ποινών που αφορούσαν στις κατηγορίες του βιασμού, από 6 και 5 έτη, σε 16 έτη και 13 έτη αντιστοίχως. Παράλληλα, διέταξε όπως οι ποινές που αφορούσαν το κάθε επιμέρους περιστατικό συντρέχουν μεταξύ τους, περιλαμβανομένων και των λοιπών ποινών των 4 ετών.
Στρεφόμενοι τώρα στα της παρούσας αυτό που αναδύεται έντονα από τα γεγονότα ως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο, είναι αφενός το καθόλα εγωϊστικό και εγωκεντρικό κίνητρο του Κατηγορούμενου που υποκίνησε την όλη συμπεριφορά του αλλά και ο βαθμός επιμονής και βίας που επέδειξε για να επιτύχει το σκοπό του και να επιβάλει ετσιθελικά τη δική του επιθυμία αδιαφορώντας πλήρως για την επιθυμία της Παραπονούμενης, την οποία η ίδια του κοινοποίησε με τον πλέον σαφή τρόπο.
Και κάνουμε λόγο για εγωϊστικό και εγωκεντρικό κίνητρο, αφού αφορμή για τις έκνομες και ειδεχθείς πράξεις του Κατηγορούμενου, ήταν ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί την καθ’ όλα εύλογη αναφορά της Παραπονούμενης προς τον ίδιο, ότι δεν είχε οποιοδήποτε ερωτικό ενδιαφέρον για αυτόν και ότι αγαπούσε τον σύντροφο της, του οποίου το παιδί μάλιστα υπήρχε ενδεχόμενο, ως του ανέφερε, να κυοφορεί. Και όλα αυτά τη στιγμή μάλιστα που ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά και εκ των προτέρων, σύμφωνα με τα ευρήματα μας, για την ύπαρξη της σχέσης αυτής. Παρά ταύτα και παρά το ότι, ως προκύπτει από τα γεγονότα ως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο, η ίδια του κατέστησε σαφές πως δεν ήθελε οποιαδήποτε επαφή μαζί του, ο ίδιος αντί σεβαστεί την επιθυμία της, κυριεύθηκε (αδικαιολόγητα) από έντονα συναισθήματα ζήλιας όταν αντελήφθη πως δεν υπήρχε ανταπόκριση στα συναισθήματα του και ξεκίνησε να επιχειρεί να της επιβληθεί δια της βίας με σκοπό να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της, επιδεικνύοντας μια κτηνώδη συμπεριφορά έναντι της, παραπέμποντας σε παρωχημένες εποχές και αντιλήψεις που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Ο δε χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς του ως κτηνώδους δεν αποτελεί βέβαια υπερβολή, αφού ό,τι άλλο αναδύεται μέσα από τα γεγονότα είναι η επιμονή και το μένος με το οποίο έδρασε αλλά και ο όλος εξευτελιστικός τρόπος με τον οποίο την μεταχειρίστηκε, κάτι που η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων μαρτυρεί περίτρανα. Και λέγουμε τούτο αφού παρά την σθεναρή αντίσταση που προέβαλλε σε κάθε στάδιο η Παραπονούμενη δείχνοντας στον Κατηγορούμενο αδιάλειπτα με λόγια και πράξεις πως δεν συναινούσε, ο τελευταίος παρέμεινε προσηλωμένος στον ανίερο στόχο του.
Και τούτο αφού, ούτε το ότι αρχικά τον έσπρωχνε τον σταμάτησε, ούτε όμως σταμάτησε όταν της αφαίρεσε δια της βίας το εσώρουχο και αυτή τραβούσε προς τα πάνω το δικό του, δείχνοντας του έτσι σαφέστατα πως ήθελε σταματήσει. Αντίθετα συνεχίζοντας ακάθεκτος έβαλε τα δάχτυλα του στον κόλπο της παρά το ότι η ίδια τον χτυπούσε όπου μπορούσε, δείχνοντας του με όποιο τρόπο μπορούσε τη μη συναίνεση της σε ό,τι συνέβαινε.
Δεν έμεινε όμως μέχρι εκεί ο Κατηγορούμενος, αφού στη συνέχεια έπιασε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο και προσπάθησε να το βάλει μέσα στον κόλπο της χωρίς να το καταφέρει, λόγω της αντίστασης της ιδίας. Ούτε όμως η αντίσταση αυτή στάθηκε ικανή να τον σταματήσει, αφού ενώ πάλευε μαζί του, έπεσαν στο πάτωμα με την ίδια από πάνω και αυτόν από κάτω, με τον ίδιο να συνεχίζει να την κρατά με βία έτσι που δεν μπορούσε να φύγει, οπόταν εν μέσω φωνών της έβαλε ξανά τα δάχτυλα του στον κόλπο της και στον πρωκτό της ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας τρία από τα δάκτυλα του, προκαλώντας της πόνο ενώ όταν τα έβγαλε προσπάθησε γρήγορα να βάλει και πάλι το πέος του στον κόλπο της χωρίς και πάλι να τον αφήσει, παρά το ότι την έσπρωχνε προς τα κάτω, για να επιτύχει τη διείσδυση.
Την πιο πάνω ανεπιτυχή προσπάθεια διείσδυσης ακολούθησε και άλλη μετά από την οποία ο Κατηγορούμενος με αξιοσημείωτη επιμονή έβαλε ξανά τα δάχτυλα του στον κόλπο της ενώ η ίδια ήταν ξαπλωμένη με το κεφάλι πλέον προς τα προς τα πάνω, βάζοντας σε κάποια στιγμή τους αγκώνες της με δύναμη για να προσπαθήσει να σηκωθεί. Τότε, ο Κατηγορούμενος την άρπαξε από τα πόδια και της τα άνοιξε με βία και άρχισε να την γλείφει στα γεννητικά όργανα, προκαλώντας της έντονο πόνο (κατηγορία 4). Τη μανία του δεν μπόρεσε να σταματήσει ούτε η προσπάθεια της να τραβηχτεί προς τα πίσω ούτε όμως η ενέργεια της να τον χτυπήσει με το ακουστικό του τηλεφώνου, όταν προσπάθησε για άλλη μια φορά να βάλει το κεφάλι του κάτω στα γεννητικά της όργανα, αφού ο ίδιος αντί να σταματήσει έβαλε όλο του το κορμί πάνω της κάνοντας την να νιώθει πως δεν μπορεί να αναπνεύσει.
Συνεχίζοντας δε την όλη βίαιη συμπεριφορά του, σε κάποια στιγμή, την έπιασε με το αριστερό του χέρι από τον λαιμό και με το δεξί του χέρι προσπαθούσε και πάλιν να βγάλει το εσώρουχο του. Η ίδια και πάλι του έδειξε πως δεν ήθελε, αφού έβαλε δύναμη για να τον σπρώξει οπόταν και έπεσαν ξανά από το κρεβάτι, με την ίδια να βρίσκεται από πάνω και τον Κατηγορούμενο από κάτω, ο οποίος την έσφιγγε με τα χέρια του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ξεφύγει. Πέρασε το κεφάλι της κάτω από τα χέρια του με αποτέλεσμα να την σπρώξει ξανά πάνω στο κρεβάτι, επιχειρώντας να ξαπλώσει επάνω της, πλην όμως η ίδια κατόρθωσε και τον κλώτσησε στα γεννητικά του όργανα κάτι που τον ανάγκασε να σταματήσει στιγμιαία, δίδοντας στην Παραπονούμενη την ευκαιρία να επιχειρήσει να απομακρυνθεί και να ανάψει το φως. Παρά ταύτα η μανία του συνεχίστηκε αμέσως μετά, αφού την άρπαξε ξανά από τα μπράτσα και την έριξε στο κρεβάτι αποκαλώντας την «πουτάνα», συμπληρώνοντας και λεκτικά την όλη εξευτελιστική συμπεριφορά στην οποία την υπέβαλε. Όταν δε η ίδια προφασιζόμενη πως ήθελε απλά να δει πού του είχε χτυπήσει, κατάφερε να φτάσει στην πόρτα του δωματίου και να την ανοίξει, δέχθηκε και πάλι την ανελέητη βία του Κατηγορούμενου, την οποία είχαμε και εμείς την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε εν μέρει, στη βάση των όσων καταγράφηκαν στο κλειστό κύκλωμα του ξενοδοχείου, όπου εμφαίνεται να την τραβά από το χέρι και τα μαλλιά για να επιτύχει εν τέλει με τη βία να την βάλει πίσω στο δωμάτιο εν μέσω φωνών της. Φωνές οι οποίες αφενός θορύβησαν τον Κατηγορούμενο επειδή αντελήφθη ότι πιθανόν να είχαν πλέον ακουστεί και αφετέρου έθεσαν σε εγρήγορση τον Μ.Κ.19 ο οποίος μετέβη στο δωμάτιο τους, θέτοντας ουσιαστικά τέρμα στο μαρτύριο της Παραπονούμενης.
Ό,τι άλλο οφείλουμε να σημειώσουμε αφού εντείνει και αυτό με τον δικό του τρόπο την όλη σοβαρότητα της υπόθεσης, είναι και το μέγεθος της αναλγησίας του αφού πέραν της παντελούς αδιαφορίας του προς τις συνεχείς εκκλήσεις της Παραπονούμενης να σταματήσει τις οποίες αγνοούσε, αλλά και της αδιαφορίας του εν σχέσει με τον φόβο, αγωνία, άγχος και πόνο που αναμφίβολα της προκαλούσε η όλη συμπεριφορά του, αδιαφόρησε και για το ενδεχόμενο πράγματι να κυοφορούσε ένα παιδί, με όλες τις συνέπειες που θα μπορούσε να είχε επί τούτου η όλη συμπεριφορά που στη συνέχεια επέδειξε έναντι της. Το γεγονός δε ότι εν τέλει δεν αποδείχθηκε ότι η Παραπονούμενη κυοφορούσε για τους λόγους που επεξηγήσαμε στην τελική μας απόφαση, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον δεδομένο χρόνο δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα τι ίσχυε και παρά ταύτα δε δίστασε να αγνοήσει κυριολεκτικά και αυτό το ενδεχόμενο. Στοιχείο το οποίο αναφέρουμε αφού το θεωρούμε ενδεικτικό της όλης αδιαφορίας και αναλγησίας που επέδειξε κατά την εξέλιξη του περιστατικού.
Η αναλγησία του όμως προκύπτει και από την έκταση των σωματικών βλαβών που της προκάλεσε σε διάφορα σημεία του σώματος της και τις οποίες καταγράψαμε ανωτέρω. Το γεγονός δε ότι δεν απεδείχθη η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, δεν μεταβάλλει βέβαια το γεγονός πως σύμφωνα με τα ευρήματα μας της προκάλεσε το σύνολο των υπόλοιπων σωματικών βλαβών που καταγράψαμε συνοπτικά ανωτέρω έχοντας την υποβάλει σε αλλεπάλληλες πράξεις βίας. Χωρίς βεβαίως να διαλανθάνει την προσοχή μας πως δεν φαίνεται εξ αυτών να της έχει μείνει σήμερα οποιοδήποτε σωματικό κατάλοιπο. Πρέπει να τονιστεί ακόμα πως, ως υποδείξαμε και στην τελική απόφαση, η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προκάλεσε στην Παραπονούμενη θυμό, λύπη, άγχος και απώλεια συγκέντρωσης, κάτι που την οδήγησε σε αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας στη χώρα της, παράγοντας που σίγουρα προσθέτει στην όλη σοβαρότητα της παρούσας.
Παρόλο δε που δεν υπήρξε ρητό εύρημα περί ύπαρξης συγκεκριμένων σωματικών ή ψυχολογικών καταλοίπων στην Παραπονούμενη μέχρι σήμερα ή αναγκαιότητας λήψης φαρμακευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση των αρνητικών συναισθημάτων που βίωνε η τελευταία, σημειώνουμε πως ως υποδείξαμε και στην τελική μας απόφαση, ένεκα της ίδιας της φύσης των αδικημάτων συνιστά σαφώς απόρροια της κοινής λογικής και πείρας ότι οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσης επίθεση αποτελεί τραυματική εμπειρία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19), ECLI:CY:AD:2019:B473. Πόσω δε μάλλον όταν η σεξουαλική επίθεση συνδυάζεται και με την υπόλοιπη βίαιη και εξευτελιστική συμπεριφορά που περιγράφεται τόσο συνοπτικώς πιο πάνω, όσο και με μεγαλύτερη ανάλυση στην τελική μας απόφαση. Στοιχεία τα οποία συνεκτιμούνται και αυτά στο πλαίσιο στάθμισης της όλης σοβαρότητας της υπόθεσης ως την προδιαγράψαμε ανωτέρω. Σοβαρότητα η οποία εντείνεται έτι περαιτέρω εφόσον συνυπολογιστεί και το γεγονός πως εν προκειμένω προσμετρά, σύμφωνα με το άρθρο 11(α) του Ν. 115(Ι)/21, ως επιβαρυντικός παράγοντας το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν πρώην σύντροφος της Παραπονούμενης.
Παρεμβάλλουμε σε αυτό το σημείο πως η βία η οποία ασκήθηκε προς την Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής κακοποίησης της, η οποία υπερέβαινε τη βία η οποία εμπεριέχεται εγγενώς στο υπό αναφορά αδίκημα (violence which is inherent in the offence), εντάσσουν την περίπτωση με βάση τα Sexual Offences Definitive Guidelines του Sentencing Council του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. σελ.13 και επόμενες), στην Κατηγορία 2 από πλευράς της προκληθείσας βλάβης ("Harm") και στην Κατηγορία Β από πλευράς υπαιτιότητας του Κατηγορoύμενου ("Culpability"), όπου με προβλεπόμενη ποινή την δια βίου φυλάκιση, η επιβαλλόμενη ποινή κυμαίνεται μεταξύ 4-9 έτη και η αφετηρία ποινής καθορίζεται στα 6 έτη.
Αποτέλεσε βέβαια εισήγηση της υπεράσπισης, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου, πως ο τελευταίος ουσιαστικά αντέδρασε με τις πράξεις του, στην πρόκληση που δέχθηκε από την Παραπονούμενη. Η πρόκληση αυτή κατά την υπεράσπιση, συνίσταται στο ότι κατ’ αρχάς, η Παραπονούμενη πολύ πριν φτάσει με τον Κατηγορούμενο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους, χόρευε μαζί με άλλον άντρα στη δισκοθήκη όπου βρισκόντουσαν. Περαιτέρω εισηγήθηκε πως η πρόκληση συνεχίστηκε όταν ευρισκόμενοι πλέον στο δωμάτιο ο Κατηγορούμενος της είπε ότι την αγαπά και αυτή του απάντησε ότι αγαπά τον σύντροφο της (με τον οποίο, ως ήδη αναφέραμε, ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως διατηρούσε σχέση) και ότι πιθανόν να ήταν έγκυος με το παιδί του. Τα πιο πάνω κατά την υπεράσπιση, πέραν του ότι συνιστούν πρόκληση, προκάλεσαν και συναισθηματική φόρτιση στον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν μαζί με την Παραπονούμενη για διακοπές στην Κύπρο για να δώσουν μια ευκαιρία στη σχέση τους και να δουν αν μπορούν να συνυπάρξουν ως ζευγάρι. Για την τελευταία αυτή αναφορά της μάλιστα, η υπεράσπιση επικαλέστηκε τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Ό,τι βέβαια πρέπει εκ προοιμίου να ξεκαθαριστεί είναι πως η θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος βρίσκονταν στην Κύπρο για να δώσουν μια νέα ευκαιρία στη σχέση τους, όχι μόνο δεν εντοπίζεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά είναι πλήρως αντίθετη με αυτά. Και τούτο αφού αποτέλεσε ξεκάθαρο εύρημα του Δικαστηρίου πως ο Κατηγορούμενος μαζί με την Παραπονούμενη, βρίσκονταν στην Κύπρο μαζί για διακοπές, έχοντας από προηγουμένως συμφωνήσει πως θα παρέμεναν μόνο φίλοι. Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρόμοιο ταξίδι αναψυχής, υπό την ίδια ιδιότητα, πραγματοποίησαν και λίγους μήνες προηγουμένως, όταν είχαν μεταβεί στην Πορτογαλία. Ως δε εξήγησε η Παραπονούμενη, της οποίας η μαρτυρία κρίθηκε αποδεκτή, αυτός ήταν και ο λόγος που αποδέχθηκε να πραγματοποιήσουν μαζί και το ταξίδι στην Κύπρο, αφού η προηγούμενη εμπειρία της μαζί του στην Πορτογαλία, ήταν ευχάριστη, χωρίς προβλήματα, επισημαίνοντας μάλιστα πως έκτοτε, είχε μεταξύ τους ξεκαθαριστεί ξανά πως η σχέση τους θα ήταν φιλική, γεγονός το οποίο και ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε.
Επομένως η αναφορά της υπεράσπισης περί μετάβασης τους στην Κύπρο για να δουν κατά πόσο θα μπορούσαν να είναι ξανά μαζί ερωτικά, ως ζευγάρι, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα ούτε στη μαρτυρία ούτε όμως και στα γεγονότα όπως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο. Η δε αναφορά αυτή θα μπορούσε, στην καλύτερη για την υπεράσπιση περίπτωση, να αποδοθεί σε σύγχυση των γεγονότων που αφορούσαν το ταξίδι στην Κύπρο, με τα γεγονότα που η Παραπονούμενη εξιστόρησε και αφορούσαν παλαιότερο χρόνο, όταν η ίδια ακόμα βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο οπόταν και μετέβη μαζί του στο Ιράκ, για να δει εάν ταίριαζαν και αν μπορούσε πράγματι να είναι μαζί του.
Πέραν ωστόσο της παντελώς, λανθασμένης πραγματικής βάσης επί της οποίας η υπεράσπιση οικοδόμησε το επιχείρημα της περί πρόκλησης, ούτε το ίδιο το επιχείρημα που προβάλλεται, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό υπό τις περιστάσεις, αφού εκφεύγει παντελώς του πλαισίου το οποίο η νομολογία οριοθέτησε, ώστε μια πράξη, να μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πρόκληση.
Σημειώνουμε επί τούτου ότι η έννοια της πρόκλησης, δεν εξαντλείται στον απλό εντοπισμό κάποιας «αντίδρασης» από τον Κατηγορούμενο ως, εσφαλμένα κατά την κρίση μας, φάνηκε να εισηγείται η συνήγορος υπεράσπισης στο πλαίσιο της αγόρευσης της. Τουναντίον οι προϋποθέσεις διαπίστωσης της ύπαρξης της (πρόκλησης) επεξηγούνται διεξοδικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17, όπου γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All E.R. 932:
«Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή στο κοινό δίκαιο, περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίστηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy [1949] 1 All E.R. 932. Έχει ως εξής: 'Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind''
Σε ελεύθερη μετάφραση[22] :
«Πρόκληση είναι η πράξη ή σειρά πράξεων τελουμένων από το «θύμα» προς τον κατηγορούμενο οι οποίες θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο, και στην πραγματικότητα προκαλούν στον κατηγορούμενο, ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του, καθιστώντας τον κατηγορούμενο σε τέτοιο βαθμό υποκείμενον στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του.» »
Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά την διερεύνηση του κατά πόσο υπήρξε πρόκληση, δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από την σκοπιά του κατά πόσον δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη, αφού δεν είναι το θύμα που δικάζεται, αλλά ο δράστης. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control).
Όπως δε επεξηγείται στην υπόθεση Αεροπόρου (πιο πάνω):
« To κατά πόσο υπάρχει ή όχι πρόκληση αποτελεί θέμα πραγματικό προδιαγεγραμμένο όμως νομικά από τις ιδιότητες που το συνθέτουν. . Το ζητούμενο είναι πάντοτε η πρόκληση ως κατάληξη. Αυτό είναι το γεγονός που εν τέλει έχει σημασία. Όπου αμφισβητείται, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση για τη διατύπωση σχετικού ευρήματος. Δεν προσφέρεται, έξω από δικαστικό εύρημα, η εκτίμηση των όσων προβάλλονται ότι τη συνθέτουν. Γι' αυτό, εκείνο που έχει σημασία είναι η κατάληξη περί πρόκλησης και όχι τα στοιχεία που προτείνονται ως τα συστατικά της. Εφόσον εδώ προβλήθηκε η ύπαρξη πρόκλησης, η κατηγορούσα αρχή όφειλε, εάν αμφισβητούσε την κατάληξη ως γεγονός, να υποβάλει τα επικαλούμενα από την υπεράσπιση στοιχεία σε δικαστική κρίση. Αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν το έπραξε. Αλλά ούτε και διατύπωσε σχετικό λόγο έφεσης. Δεν προσφέρεται λοιπόν δυνατότητα αμφισβήτησης ότι ο εφεσίβλητος βρισκόταν, κατά τον χρόνο της επίθεσης, σε κατάσταση στην οποία λειτουργούσε η πρόκληση. Συνεπώς, είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε ότι προσμετρούσε ως ελαφρυντική περίσταση η αναφερθείσα ως πρόκληση.»
(έμφαση δοθείσα)
Στην παρούσα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ενιστάμενος στις αναφορές της υπεράσπισης περί πρόκλησης, ανέφερε πως θα ήταν παντελώς παράλογο να θεωρηθεί πως το δικαίωμα ενός προσώπου να διαθέτει όπως επιθυμεί το σώμα του και να αρνείται να συμμετέχει με οποιοδήποτε πρόσωπο σε σεξουαλικές πράξεις, ή να τρέφει προς το εν λόγω πρόσωπο οποιαδήποτε συναισθήματα, συνιστά πρόκληση.
Η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, πως εν προκειμένω δε θα μπορούσε να θεωρηθεί πως στοιχειοθετείται το στοιχείο της πρόκλησης μας βρίσκει σύμφωνους. Και τούτο αφού ακόμη και εάν θεωρείτο πως πράγματι σε προγενέστερο χρόνο η Παραπονούμενη χόρευε με άλλον άντρα στην δισκοθήκη όπου βρισκόταν με τον Κατηγορούμενο, αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς ειδικότερα υπό το πλέγμα των γεγονότων της παρούσας, το γεγονός αυτό ή ακόμα το γεγονός πως αργότερα του είπε πως αγαπά τον σύντροφο της με τον οποίο ίσως και να είναι έγκυος, θα ήταν παράγοντας ικανός να προκαλέσει στον μέσο λογικό άνθρωπο, απώλεια του αυτοελέγχου του. Και λέγουμε τούτο ιδιαίτερα εφόσον εν προκειμένω ήταν σαφές στον Κατηγορούμενο προ του ταξιδιού τους πως η Παραπονούμενη βρισκόταν σε σχέση και πως η δική τους σχέση τους ήταν και θα παρέμενε σε φιλικό επίπεδο.
Το αν τώρα ο Κατηγορούμενος τρέφοντας συναισθήματα για την Παραπονούμενη φορτίστηκε συναισθηματικά αντιλαμβανόμενος ότι αυτή δεν αισθανόταν το ίδιο, κάτι που επίσης προέβαλε η συνήγορος του ως μετριαστικό σε διαζευκτική, ως αντιλαμβανόμαστε, βάση, σημειώνουμε πως τούτο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και το λαμβάνουμε υπόψη, σημειώνοντας όμως παράλληλα πως πολύ περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να έχει υπό τις περιστάσεις που επεξηγήσαμε και πάντως δεν μπορεί να δικαιολογήσει την έξω από κάθε λογική και μέτρο αντίδραση του Κατηγορούμενου.
Έχοντας προδιαγράψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό το φως και των περιστάσεων της υπόθεσης, δεν παραβλέπουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, το οποίο δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Ως λέχθηκε όμως στη Selmani v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), υπό το πρίσμα αυτό και με προεξέχουσα τη σημασία της αποτροπής προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης, αλλά σε βαθμό και έκταση που να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, παράγοντας ο οποίος δεικνύει με την σειρά του πως η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία έχει κριθεί ένοχος, αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό.
Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου, ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν χωρίς προσχεδιασμό από μέρους του, χωρίς ωστόσο να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι αφ΄ ης στιγμής αποφάσισε να προχωρήσει στη διάπραξη τους, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του για να προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποφύγει τις συνέπειες των έκνομων πράξεων του αντιλαμβανόμενος προφανώς πολύ καλά τη σοβαρότητα τους. Και αναφερόμαστε βέβαια στην αναφορά του προς την Παραπονούμενη ότι η Αστυνομία δεν θα κάνει κάτι επειδή είναι μεθυσμένος αλλά και την όλη του προσπάθεια να προσποιηθεί πως δεν ενθυμείτο οτιδήποτε, ως αποτυπώνεται και στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Προσπάθεια την οποία επιχείρησε να καταστήσει πιο ρεαλιστική προβαίνοντας το πρωί της επίδικης ημερομηνίας σε μαζικές κλήσεις και μηνύματα προς την Παραπονούμενη, προσποιούμενος πως προσπαθούσε να μάθει, μέσω αυτών, τι συνέβη.
Βεβαίως, όπως προκύπτει από την απόφαση μας είναι αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά. Παρόλο δε που δεν έχουμε αποδεχθεί τη θέση της υπεράσπισης, ως προς την κατάσταση στην οποία ισχυρίστηκε ότι περιήλθε ο Κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ, εντούτοις λαμβάνουμε υπόψη ότι ως είναι νομολογημένο η κατανάλωση αλκοόλης επηρεάζει σε κάποιο βαθμό τον αυτοέλεγχο, επιφέροντας χαλαρότητα στις πράξεις[2], στοιχείο το οποίο συνυπολογίζουμε, χωρίς όμως αυτό να δύναται να μειώσει ή να εξαλείψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει ήδη προσδιοριστεί ανωτέρω.
Ως προς τη θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του κάποιο επικίνδυνο επιθετικό όπλο ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο όπως για παράδειγμα μαχαίρι τούτο είναι ορθό και το συνεκτιμούμε, ωστόσο προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός πως χρησιμοποίησε τα χέρια του και εν γένει το σώμα του με ένα βίαιο τρόπο προκαλώντας στην Παραπονούμενη σειρά σωματικών βλαβών ως τα ευρήματα μας.
Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα με τα πιο πάνω λαμβάνουμε υπόψη, το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ως αυτές διευκρινίστηκαν και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τη συνήγορο του, με την αγόρευση της γραπτή και προφορική.
Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 37 ετών, ο οποίος κατάγεται από τη Συρία, ότι είναι διαζευγμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών, ηλικίας 8 και 10 ετών, τα οποία στήριζε οικονομικά προ της σύλληψης του, καταβάλλοντας μηνιαία διατροφή ύψους €500 και πως έκτοτε, η διαβίωση τους έχει καταστεί δύσκολη. Περιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη ότι τα παιδιά του διαμένουν από τις 29.08.2024 μέχρι και σήμερα στην Ολλανδία, μαζί με την αδελφή του Κατηγορούμενου και πως ο λόγος που είχαν μεταβεί στην Ολλανδία, ήταν για να διαμείνουν με τον Κατηγορούμενο, καθ’ ότι η μητέρα τους η οποία κατάγεται από τις Φιλιππίνες δεν ασκούσε τον γονικό της ρόλο προς το συμφέρον των ανηλίκων. Και τούτο αφού τα εν λόγω παιδιά διέμεναν μαζί της στις Φιλιππίνες μαζί με τα άλλα δύο της παιδιά, τα οποία απέκτησε με διαφορετικούς συντρόφους, σε ένα άθλιο και φτωχό περιβάλλον, χωρίς η ίδια να μπορεί να τους εξασφαλίζει τα απαραίτητα. Αναφέρθηκε επιπρόσθετα και λαμβάνεται υπόψη, πως τα παιδιά του Κατηγορούμενου, με τον εγκλεισμό του τελευταίου, διαβιούν δύσκολα από οικονομικής απόψεως και επιπλέον πως λόγω της απουσίας του, έχει μειωθεί σημαντικά η απόδοση τους στο σχολείο και η ψυχολογία τους είναι κακή, όπως και της αδελφής του η οποία τα φροντίζει, δυσκολευόμενη ωστόσο να ανταποκριθεί, τόσο από οικονομικής όσο και από πρακτικής απόψεως, αφού έχει και τα δικά της παιδιά να συντηρήσει.
Περαιτέρω, λαμβάνουμε επίσης υπόψη πως ο Κατηγορούμενος ζούσε και εργαζόταν στον Λίβανο μέχρι και το έτος 2021, πως αποχώρησε απ’ εκεί και μετέβη στην Ολλανδία, αιτούμενος πολιτικό άσυλο και λαμβάνοντας στη συνέχεια άδεια διαμονής κατόπιν μεγάλης έκρηξης που προκλήθηκε στη χώρα του, ως επίσης και ότι ενόσω διέμενε στην Ολλανδία, φοιτούσε σε πανεπιστήμιο και μάθαινε την ολλανδική γλώσσα, λαμβάνοντας χρηματική βοήθεια από την εν λόγω χώρα. Επίσης συνεκτιμούμε και το ότι ο πατέρας του Κατηγορούμενου, απεβίωσε το 2022 στην Συρία, ενώ η μητέρα του ζει ακόμη εκεί μόνη της, αντιμετωπίζοντας πολλά προβλήματα υγείας, χωρίς να έχει βοήθεια αφού και τα αδέλφια του Κατηγορούμενου, διαμένουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με τις οικογένειες τους. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος, δεν έχει κανένα υποστηρικτικό πλαίσιο στην Κύπρο, όπως φίλους ή και συγγενείς.
Στρεφόμαστε τώρα στην εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, με την οποία ζήτησε όπως, οι επιπτώσεις που είχε η διάπραξη των αδικημάτων και η συνεπακόλουθη κράτηση του, στη διαβίωση και τη ζωή των παιδιών του, ως πιο πάνω περιγράφονται, ληφθούν υπόψιν ως μια «εξωδικαστηριακή τιμωρία» και κατ’ επέκτασιν ως ένας επιπρόσθετος ελαφρυντικός παράγοντας.
Επί τούτου επισημαίνουμε ότι ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντας επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Εν προκειμένω, σημειώνουμε πως τα όσα αναφέρθηκαν περί εξωδικαστικής τιμωρίας στη βάση των συνεπειών που είχαν οι πράξεις του, στα ανήλικα παιδιά του, δεν θεωρούμε πως
εμπίπτουν στην έννοια της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως αυτή ανωτέρω επεξηγήθηκε.
Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί προς περαιτέρω επίρρωση της ως άνω κατάληξης μας, είναι πως στην υπόθεση Αστυνομία v. Α.Α., Ποιν. Εφ. 4/2021 σχ. με 5/2021, ημερ. 01.07.21, ο παράγοντας εξωδικαστηριακής τιμωρίας που είχε ληφθεί υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που επέβαλε στις εφεσίβλητες, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα, περί ανεπαρκών ποινών που πρωτοδίκως τους είχαν επιβληθεί, συνίστατο στον δημόσιο διασυρμό τους και όχι στις επιπτώσεις που θα είχαν οι πράξεις τους, στην οικογένεια τους.
Παρά δε την κατάληξη μας πως οι επιπτώσεις στην οικογένεια και δη στα παιδιά του Κατηγορούμενου δεν αποτελούν εξωδικαστηριακή τιμωρία, εντούτοις λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη, τις επιπτώσεις από την επιβολή ποινής φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στους οικείους του αφού τούτο αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις στην αδελφή του Κατηγορούμενου, η οποία ανέλαβε τη φροντίδα των παιδιών του αλλά και στα ίδια τα παιδιά του, ως τις αναλύσαμε ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων και των δυσκολιών που όλοι οι προαναφερόμενοι αντιμετωπίζουν από απόψεως προσαρμογής αλλά και από οικονομικής άποψης ένεκα και του ότι η διαβίωση των εν λόγω παιδιών εξαρτάτο (κυρίως) από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ένεκα του εγκλεισμού του δεν μπορεί πλέον να συνεισφέρει. Σημειώνουμε βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες, παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας (2005) 2 Α.Α.Δ. 492, 513). Εξάλλου όπως λέχθηκε στην Hamieh (ανωτέρω), με αναφορά στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 135, 138, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του.
Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και εν γένει τον διαρρεύσαντα από την ημερομηνία διάπραξης χρόνο, τονίζοντας βεβαίως πως δεν θεωρούμε πως έχει υπάρξει καθυστέρηση και μάλιστα τέτοια που να μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Εν πάση δε περιπτώσει, εξετάζοντας την πάροδο του χρόνου ως αντικειμενικό γεγονός, διαπιστώνουμε πως δεν αναφέρθηκαν ούτε και εντοπίζονται οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα που μεσολάβησαν από την ημερομηνία διάπραξης και εντεύθεν που να μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιαστική μεταβολή στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου, η οποία θα δικαιολογούσε διαφορετική μεταχείριση. Ως προς τα όσα αφορούν τα παιδιά του έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω και τα εν λόγω δεδομένα έχουν ληφθεί υπόψη στον δέοντα βαθμό προς μετριασμό της ποινής, χωρίς ωστόσο να θεωρούμε πως συνιστούν ουσιαστική μεταβολή η οποία να δικαιολογεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης διαφορετική μεταχείριση εν σχέσει με το είδος της ποινής που θα επιβληθεί.
Ως προς το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία πρέπει να λεχθεί πως τούτο δεν λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας αφού είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδεχθεί τις κατηγορίες, ωστόσο αυτή η μη παραδοχή στερεί από αυτόν την έκπτωση στην ποινή που διαφορετικά θα δικαιούτο. Και τούτο διότι η παραδοχή, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή, όχι μόνο λόγω του χρόνου που περισώζεται αλλά και διότι με αυτόν τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους[3], ως αναγκάστηκε η Παραπονούμενη εν προκειμένω να πράξει. Πτυχή που επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα και στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω).
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή σε σχέση με όλες τις κατηγορίες είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή υπό τις περιστάσεις θεωρούμε πως δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και αναμφίβολα θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες.
Κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 2 και 3: ποινή φυλάκισης 7 ετών.
Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1 και 4: ποινή φυλάκισης 4 ετών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα, να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση ήτοι από τις 6.6.2024 μέχρι σήμερα.
(Υπ.) …………………………………
Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..…………………………..
Ε. Μιντή, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017.
[2] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τσιολή (1991) 2 Α.Α.Δ. 194 και Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 417
[3] Βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, Γ.Χ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 140/2010, ημερ. 14/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας v. Βαρνάβα (1999) 2 Α.Α.Δ. 658 και Σ.Κ. v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 Α.Α.Δ. 304 Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ., 28, xxx Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15/6/2015 και Η.Ε. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2018 (σχ. Με 50/2018), απόφαση ημερ. 8/4/2020, Δ.Α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 57/20 ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο