ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. S. D. GR., Αρ. Υπόθεσης: 2991/2025, 17/11/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. S. D. GR., Αρ. Υπόθεσης: 2991/2025, 17/11/2025

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝΔ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 2991/2025

 

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ν

 

 

S. D. GR.

 

Κατηγορουμένη

 

 

 

                                                    

Ημερομηνία:  17/11/2025

 

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για την Κατηγορούμενη: κ. Ο. Οικονόμου

Κατηγορούμενη παρούσα

 

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

 

 

Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή, στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει στην παρούσα διαδικασία. Πρόκειται για παράνομη εισαγωγή και παράνομη κατοχή, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, όπως τροποποιήθηκε.Συγκεκριμένα καταλογίζεται στην κατηγορούμενη η εισαγωγή στη Δημοκρατία 35 κιλών κάνναβης καθώς και η κατοχή της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:

 

«Η κατηγορούμενη στις 04/04/2025 αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας  με πτήση από το Παρίσι.  Στο σημείο τελωνειακού ελέγχου ανακόπηκε και οι τρείς αποσκευές της πέρασαν από  ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο.  Στις δύο μεγαλύτερες βαλίτσες φάνηκαν ύποπτα αντικείμενα και ζητήθηκε από την κατηγορούμενη να τις ανοίξει αφού ήταν κλειδωμένες με κλειδωνιά.  Η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν είχε κλειδιά και επομένως οι κλειδωνιές παραβιάστηκαν από τελωνειακό λειτουργό.   Μέσα στις δύο βαλίτσες εντοπίστηκαν συνολικά 61 ομοιόμορφες αεροστεγείς  συσκευασίες με κάνναβη συνολικού βάρους 35 κιλών.   Ερωτώμενη σχετικά απάντησε ότι κάποιος της είχε δώσει τις βαλίτσες, χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις.  

 

Κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν προσφερόταν για ελεγχόμενη παράδοση και η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. 

 

Την επόμενη μέρα εναντίον της κατηγορουμένης εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για 8 μέρες.  Ακολούθως προέβηκε σε κατάθεση στην οποία, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι :

 

Παρόλο που δεν εργάζεται είχε κάποιες αποταμιεύσεις και επίσης τύγχανε οικονομικής στήριξης από την μητέρα της.  Παρά τις οικονομικές τις δυσκολίες αποφάσισε να ταξιδέψει στο Παρίσι και στην συνέχεια στην Βαλτιμόρη για διακοπές.  Αυτή της την πρόθεση την κοινοποίησε σε ομάδα στην εφαρμογή Telegram.  Εκεί άγνωστο της πρόσωπο της ζήτησε να προβεί σε κάποια μεταφορά, με αντάλλαγμα την κάλυψη των εξόδων της.   Κατόπιν αποδοχής και συνεννόησης τελικά μετέβηκε αεροπορικώς στις Βρυξέλλες, όπου συνάντησε άλλο άγνωστο πρόσωπο το οποίο είχε παρουσιαστεί ως «Philip»  και της έδωσε τις δύο βαλίτσες με τα ναρκωτικά.  Στην συνέχεια τις δόθηκαν οδηγίες για μεταφορά τους στην Κύπρο, όπου θα λάμβανε και περαιτέρω οδηγίες για την παράδοση τους.   Πληρώθηκαν τόσο τα αεροπορικά της εισιτήρια  όσο και η διαμονή της.  Επίσης της δόθηκε αμοιβή 1000 ευρώ. 

 

Η κατηγορούμενη παράμεινε υπό κράτηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης.

 

Μετά από εξέταση διαπιστώθηκε ότι η κάνναβη είναι μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία τετραϋδροκανναβινόλη. 

 

Η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης, στη γραπτή αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, την άμεση παραδοχή και συνεργασία της με τις αρχές, καθώς και την έμπρακτη απόδειξη της μεταμέλειας της, όπως φάνηκε μέσω της άμεσης παραδοχής της. Συγκεκριμένα, έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο μέσω της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσωπεί την κατηγορουμένη, όσο και μέσω της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ότι αυτή είναι άνεργο άτομο το οποίο αντιμετώπισε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και βίωσε μεγαλώνοντας, άσχημες οικονομικές συνθήκες. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης, ως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη δέχτηκε να μεταφέρει τις ναρκωτικές ουσίες στην Κυπριακή Δημοκρατία, λόγω της οικονομικής ανέχειας αναγνωρίζοντας παράλληλα η κ. Οικονόμου, ότι αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διάπραξη των αδικημάτων.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε η κατηγορούμενη, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκισης.

 

Η αναγκαιότητα για επιβολή αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών τονίστηκε για πολλοστή φορά στην πρόσφατη υπόθεση Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 171/2020, ECLI:CY:AD:2022:B287, ημερ. 08/07/22 με αναφορά και σε παλαιότερες, ως εξής:

 

«Η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας, (2014) 2(Β) ΑΑΔ 808, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018:«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».

 
Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κλεομένης ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ.350:

 

«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική.»


Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 71/2022, ημερ.01/12/22, ανέφερε:

 

«Να επαναλάβουμε για άλλη μια φορά πως η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στη χώρα μας. Όλο και περισσότερα πρόσωπα, και δυστυχώς νεαρά, ακόμη και ανήλικοι, εμπλέκονται στην κατοχή, χρήση και διακίνηση ναρκωτικών. Οι συνέπειες ολέθριες. Όχι μόνο για τους παραβάτες αλλά και για την ίδια την κοινωνία.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο με τις αποφάσεις του ουκ ολίγες φορές έχει τονίσει ότι επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα, όπως εν προκειμένω.»

 

Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.

 

Έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποινική Έφεση Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.α ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854 και Abunazha ν Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από την κατηγορούμενη αδικήματα, παρουσιάζουν άκαμπτη και ανεξέλεγκτη έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας, όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Για το καθορισμό της ποινής στους κρίσιμους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής συγκαταλέγονται το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, αλλά και ο ρόλος του δράστη. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 144/16, ημερ.21/02/17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. 

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Προχωρώντας στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα , αρχικώς θα αναφέρουμε ότι έχουμε υπόψη μας ότι κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.  Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του αδικήματος, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391).

 

Εξετάζοντας τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνουμε εύκολα ότι η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι αυτή προέβη στην εισαγωγή εντός της Δημοκρατίας μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β, ήτοι τριάντα πέντε (35) κιλών. Η πράξη αυτή, εκ της φύσεως και εκτάσεώς της, συνιστά ιδιαιτέρως σοβαρή προσβολή του δημοσίου συμφέροντος, καθόσον η εισαγωγή τέτοιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών θα μπορούσε να επιφέρει βαρύτατες συνέπειες, τόσο ως προς την υγεία και την ασφάλεια σημαντικού αριθμού χρηστών, όσο και ως προς την κοινωνία εν γένει.

 

Είναι γεγονός ότι η ολοκλήρωση της εγκληματικής αυτής ενέργειας απετράπη αποκλειστικώς λόγω της έγκαιρης και επιμελούς παρέμβασης του τελωνειακού λειτουργού, ο οποίος εντόπισε τα ύποπτα αντικείμενα και απέτρεψε τη διοχέτευσή τους στην αγορά.

 

Αναφορικά με τον ρόλο της κατηγορουμένης στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η ίδια αποδέχθηκε να ενεργήσει ως μεταφορέας των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών προς τη Δημοκρατία, κινούμενη από οικονομικό κίνητρο.  Από τα ενώπιον μας στοιχεία προκύπτει ότι ο ρόλος της κατηγορουμένης ήταν εκείνος του ενδιάμεσου συνεργού, ήτοι μεταφορέα ναρκωτικών ουσιών για λογαριασμό τρίτου προσώπου, αγνώστου εις αυτήν. Το Δικαστήριο συνυπολογίζει ότι η κατηγορουμένη δεν υπήρξε ούτε ιδιοκτήτρια των ναρκωτικών, ούτε οργανώτρια της εγκληματικής επιχείρησης, ενεργούσα απλώς κατόπιν οδηγιών και εντολών τρίτου προσώπου. Εδώ παρεμβάλλουμε  ότι τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών. Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240, όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής. 

 

Πλην όμως, δεν δύναται να παραγνωρισθεί ότι η κατηγορουμένη συμμετείχε ενεργώς στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής εξαιρετικά μεγάλης ποσότητας κάνναβης, προς εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, το οποίο συνίστατο στην κάλυψη των εξόδων μετακίνησης και διαμονής της, καθώς και σε αμοιβή ύψους περίπου €1.000. Εκ των ανωτέρω προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, ότι ο ρόλος της, αν και περιορισμένος, υπήρξε ουσιώδης και αναγκαίος κρίκος στην αλυσίδα της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών (Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022), ECLI:CY:AD:2022:B453. Χωρίς τη συμμετοχή της ως μεταφορέως, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοση των ουσιών αυτών, η πραγμάτωση  δηλαδή του τελικού  σκοπού της εμπορίας και διάδοσής των ναρκωτικών στην κοινωνία θα καθίστατο αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας μεν τον περιορισμένο ρόλο της κατηγορουμένης, δεν δύναται να παραβλέψει τη σοβαρότητα της πράξης, το μέγεθος της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών και τις δυνητικές επιπτώσεις αυτής στην κοινωνία, παράγοντες που καθιστούν αναγκαία την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής.

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως η κατηγορούμενη στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη.

 

Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Προς όφελος της κατηγορούμενης, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Συγκεκριμένα προς όφελος της κατηγορουμένης, λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό της μητρώο, σε συνδυασμό με την ηλικία της. Η παράμετρος αυτή θεωρείται καθοριστικής σημασίας και ενισχύει τη θέση που έχει προβληθεί ενώπιόν μας, ότι η εν προκειμένω παραβατική της συμπεριφορά συνιστά μεμονωμένο και ασυνήθιστο περιστατικό στον μέχρι τούδε βίο της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου, σύμφωνα και με τη νομολογία που διαμορφώθηκε στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 121/2017, 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Περαιτέρω συνυπολογίζουμε την άμεση και χωρίς επιφυλάξεις παραδοχή της κατηγορουμένης, τόσο ενώπιον των ανακριτικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η στάση αυτή καταδεικνύει ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλεια, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημοσίων πόρων, στοιχείο το οποίο αναγνωρίζεται υπέρ αυτής.

 

Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο συνεκτιμά τα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και όσα προβλήθηκαν στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης, κ. Οικονόμου, προς μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι, κατά τον χρόνο της σύλληψής της, η κατηγορουμένη ήταν αρραβωνιασμένη και τελούσε εν αναμονή γάμου, ενώ δεν έχει αποκτήσει τέκνα.

 

Προς όφελος της κατηγορουμένης λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι αποφοίτησε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συνέχισε σπουδές στη Διοίκηση σε κολέγιο, τις οποίες, λόγω οικονομικών δυσχερειών, δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει. Κατά το ίδιο διάστημα, εργαζόταν σε πλυντήριο αυτοκινήτων και σε φωτογραφείο, γεγονός που μαρτυρεί πρόθεση για έντιμο βιοπορισμό και κοινωνική προσαρμογή.

 

Τέλος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε ιστορικό χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή κατάχρησης αλκοόλης εκ μέρους της κατηγορουμένης. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι η εμπλοκή της στην υπόθεση δεν οφείλεται σε προσωπική εξάρτηση ή ανάγκη, αλλά αποτέλεσε περιστασιακή και ατυχώς επιλεγείσα πράξη.

 

Το Δικαστήριο συνυπολογίζει περαιτέρω τις δυσμενείς οικογενειακές συνθήκες εντός των οποίων ανατράφηκε η κατηγορουμένη. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι το οικογενειακό της περιβάλλον διασπάσθηκε σε πρώιμο στάδιο, όταν ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια κατά την παιδική της ηλικία. Τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα της συνέχισαν ακολούθως τη ζωή τους, δημιουργώντας νέες οικογένειες και αποκτώντας άλλα τέκνα, γεγονός που αναμφίβολα επηρέασε αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική της ανάπτυξη.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία – ιδίως για τη νεολαία – από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ζητήματα τα οποία μας έχουν απασχολήσει πιο πάνω, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε συγκεκριμένα στον οικονομικό παράγοντα που αναφέρθηκε τόσο στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όσο και από την κ. Οικονόμου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη παρά τις όποιες οικονομικές δυσκολίες αντιμετώπιζε, αποφάσισε να διενεργήσει υπερατλαντικό ταξίδι και δημοσιοποιώντας μάλιστα την πρόθεσή της μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Από εκεί, σύμφωνα με τα ενώπιον μας στοιχεία, στρατολογήθηκε για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, αποδεχόμενη να προβεί σε αυτή έναντι ανταλλάγματος που περιλάμβανε την κάλυψη των εξόδων των διακοπών της, καθώς και την καταβολή χρηματικού ποσού ύψους περίπου €1.000.

Στη συνέχεια, διακινήθηκε αεροπορικώς με τελικό προορισμό την Κυπριακή Δημοκρατία, όπου, σε περίπτωση επιτυχούς εισαγωγής των ναρκωτικών, θα ελάμβανε περαιτέρω οδηγίες αναφορικά με την παράδοσή τους.

Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επισημάνει ότι τα γεγονότα, όπως έχουν παρουσιαστεί, παρουσιάζουν απόκλιση σε σχέση με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ρητώς ότι η κατηγορουμένη δεν διαθέτει αποταμιεύσεις, ούτε έγινε λόγος για ύπαρξη τέτοιων. Εντούτοις, στα γεγονότα, τα οποία η Υπεράσπιση ρητώς αποδέχθηκε κατά τη δικάσιμο της 10ης Νοεμβρίου 2025, καταγράφεται ότι η κατηγορουμένη διέθετε ορισμένες αποταμιεύσεις και, επιπλέον, ετύγχανε οικονομικής ενίσχυσης από τη μητέρα της.

Η διαπίστωση αυτής της ασυμφωνίας μεταξύ των γεγονότων που αναφέρθηκαν και των στοιχείων της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας — η οποία συντάχθηκε κατόπιν συνέντευξης της κατηγορουμένης — λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Εντούτοις, η εν λόγω αντίφαση δεν οδηγεί στην απόρριψη του ισχυρισμού της Υπεράσπισης περί οικονομικής ανέχειας της κατηγορουμένης, αλλά συνεκτιμάται στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης των προσωπικών της περιστάσεων υπό το φως της νομολογίας που ρητώς ξεκαθαρίζει ότι η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του.

Περαιτέρω ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397:

«δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».

 

Τελικώς, αν και ρητώς δεν έχει τεθεί ενώπιον μας,  λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις τυχόν ποινής φυλάκισης στην κατηγορούμενη ένεκα της αποκοπής της από τη γενέτειρά της. Ο εγκλεισμός ενός ατόμου από αλλοδαπή χώρα αποστερεί ουσιαστικά του δικαιώματος να δέχεται επισκέψεις και συνακόλουθα να έχει ψυχολογική και οικονομική στήριξη κατά την διάρκεια παραμονής της στις φυλακές. Είναι και αυτό στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος της Κατηγορούμενης, χωρίς, φυσικά, να μας διαφεύγει η δυνατότητα της, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Συμφωνία για Έκδοση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2003, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προσυπόγραψε και εφαρμόζει και έχει σχετικώς τροποποιήσει την προγενέστερη Συνθήκη μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Έκδοση Φυγοδίκων, που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 1996 με τον Νόμο του 2008 (Ν. 8(III)/2008), να ενεργοποιήσει διαδικασίες για να εκτίσει την ποινή της στη γενέτειρά της τηρουμένων των διαδικασιών.

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε η Κατηγορούμενη.

 

Στην Ιωάννου v Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 484 ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής σχεδόν 24 κιλών κάνναβης και κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης καταδικάστηκε σε 16 έτη φυλάκιση. Αυτός ήταν οικογενειάρχης, ηλικίας 43 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου.

 

Στην Παναγιώτου ν  Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β. 

 

 

Στη Χρυσάνθου ν Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών που επιβλήθηκαν, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορούμενο ηλικίας 22 ετών, για κατηγορίες εισαγωγής ναρκωτικών, ήτοι 11 κιλών και 538,61 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα. Τα γεγονότα ως είχαν αποδειχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου αποκάλυπταν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου, η εκτέλεση του οποίου έλαβε χώρα και στο εξωτερικό με καίριο το ρόλο του Εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια που επέδειξε και οι προσωπικές του συνθήκες.

 

Στη Φραγκίσκου v Δημοκρατίας, (2015) 2 Α.Α.Δ. 833 ποινή φυλάκισης 12 ετών, που επιβλήθηκε σε 40 χρονο, μετά από παραδοχή, για κατοχή 20 κιλών και 401 γραμμαρίων κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, επικυρώθηκε από το Εφετείο.

 

Στη Μιχαήλ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/2015, ECLI:CY:AD:2018:B37, ημερ. 22/01/18, η μετά από παραδοχή, φυλάκιση 13 ετών για κατοχή 15 κιλών και 923 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της επικυρώθηκε, παρά το ότι χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή.

 

Στην Παύλου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 44/2016, ECLI:CY:AD:2019:B130, ημερ. 04/04/19 ο εφεσείων παραδέχθηκε ότι κατείχε 11,5 κιλά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 9 ετών. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί επ΄αυτοφώρω, δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης, η εμπλοκή του περιοριζόταν στη μεταφορά του φορτίου και ότι η συνεργασία του με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, κάτι που θα είχε σοβαρότερη μετριαστική αξία στην επιβληθείσα ποινή. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών, προσφάτως αρραβωνιασθείς, χρήστης ναρκωτικών και με οικονομικά προβλήματα, κάτι που τον έκανε πιο ευάλωτο στο να αποδεχθεί το ποσό των €500 για την διακίνηση.

 

Στη Μαυρουδής v Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 112/2021, ECLI:CY:AD:2022:B485, ημερ. 19/12/22, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, καταδικάστηκε σε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης βάρους 24 κιλών και 939 γραμμαρίων και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, με δύο ανήλικα τέκνα και οικονομικά προβλήματα, ο οποίος παρέλαβε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά κλειδωμένη από την Αθήνα και τη μετέφερε στην Κύπρο, έναντι αμοιβής €1000. Ο ρόλος της Κατηγορούμενης στην παρούσα, όπως και στην Παύλου και στη Μαυρουδής ήταν πανομοιότυπος.

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court

reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το

 

Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

 

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής της και της συνεργασίας της με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία για 18 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στην παραδοχή και συνεργασία της  Κατηγορούμενης[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για την πρώτη κατηγορία είναι η  ποινή φυλάκισης 15 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.

 

Στη δεύτερη κατηγορία δεν επιβάλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, αποτελούν, στην ουσία, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας και αποτελούν μία ενιαία έκνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης της κατηγορουμένης, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα για το οποίο η κατηγορούμενη τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση, δηλαδή από τις 15/05/2025.

 

Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν τηρουμένων των διαδικασιών.

                                                     

 

 

 

(Υπ.)  .…………..…………..……………

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

   

(Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                             Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

                                                                            (Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                             Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο