ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Π.Ε.Δ
Ε. Ευθυμίου Α.Ε.Δ
Γ. Ιωαννίδου-Παπά Α.Ε.Δ
Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9516/2025
Δημοκρατία
ν.
Br. K. N.
Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Κουτσόφτας
Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Λαζαρίδου
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία).
Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της διενέργειας πράξης που σκοπεύει στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η δεύτερη κατηγορία, στον παράνομο τραυματισμό τρίτου προσώπου, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του ανωτέρω νόμου και η τρίτη κατηγορία, στην παραμονή αλλοδαπού στη Δημοκρατία, άνευ άδειας του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (ως κατά καιρούς τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τους Ν.50/1988 και Ν.66 (I) /2003) και Καν. 9(1)(ε) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμού, του 1972, Κ.Δ.Π. 242/1972.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, στις 10.08.2025, στη Λάρνακα, με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, τραυμάτισε, με τη χρήση μαχαιριού, παράνομα τον M. A. από την Ρουμανία (στο εξής «ο παραπονούμενος»). Όσο δε αφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, μέσω του αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παράνομα τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Τέλος, στη βάση των λεπτομερειών της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, ενώ βρισκόταν στη Δημοκρατία κατόπιν παραχώρησης σε αυτόν άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή, υπό την ιδιότητα αιτητή ασύλου, παρέμεινε στη χώρα μας μετά την ακύρωση της εν λόγω άδειάς, χωρίς να εξασφαλίσει, για το σκοπό αυτό, την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δόθηκαν στο Δικαστήριο μέσω σχετικού εγγράφου που ετοίμασε η Κατηγορούσα Αρχή (Έγγραφο Χ), καθώς επίσης και μέσω σχετικών προφορικών δηλώσεων του εκπροσώπου της, με την υπεράσπιση να δηλώνει πλήρη συμφωνία με αυτά, καθώς επίσης και να εμπλουτίζει τούτα με επιπρόσθετες αναφορές, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα αρχή. Δεν θεωρούμε απαραίτητο να προβούμε σε λεπτομερή καταγραφή των όσων, σχετικώς, αναφέρθηκαν. Ακολουθεί συνοπτική παράθεση τους.
Ο κατηγορούμενος, στο παρελθόν, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον παραπονούμενο, τον οποίο είχε φιλοξενήσει για δύο βδομάδες στο διαμέρισμα που διέμενε, στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας ότι ο τελευταίος θα του κατέβαλλε το χρηματικό ποσό των €150 για την εκεί διαμονή του. Μετά την περίοδο αυτή, ο παραπονούμενος εγκατέλειψε το διαμέρισμα του κατηγορούμενου χωρίς, ωστόσο, να του καταβάλει το εν λόγω ποσό. Περί τις 19:30 της 10ης Αυγούστου 2025, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο διαμέρισμα του, είδε έξω στο δρόμο τον παραπονούμενο να συνομιλεί με κοινούς γνωστούς τους. Κατέβηκε κάτω και άρχισε να λογομαχεί με τον παραπονούμενο αναφορικά με το οφειλόμενο από τον τελευταίο ποσό. Στο πλαίσιο της λογομαχίας αυτής, ο παραπονούμενος τον γρονθοκόπησε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και λιποθυμήσει. Όταν επανάκτησε τις αισθήσεις του, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο διαμέρισμα του και πήρε ένα κουζινομάχαιρο με λεπίδα μήκους 20 εκατοστών και εξήλθε του κτηρίου και άρχισε να κυνηγά τον παραπονούμενο εντός της οδού Ζακύνθου. Όταν κατάφερε να τον προσεγγίσει, με τη χρήση του μαχαιριού, τον τραυμάτισε στην πλάτη προκαλώντας του ευμέγεθες τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο παρασπονδυλικά ραχιαία, το οποίο, ωστόσο, ουδέποτε τον έθεσε σε κίνδυνο απώλειας της ζωής του.
Παρεμβάλλουμε, στο σημείο αυτό, ότι, στη βάση δήλωσης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, τα λοιπά τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος κατά την ιατρική του εξέταση, στα οποία γίνεται αναφορά στο Έγγραφο Χ, δεν σχετίζονται με τα αδικήματα του κατηγορητηρίου.
Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, στις 10.08.2025, περί τις 19:53 δόθηκε πληροφορία στην Αστυνομία ότι στην οδό Ζακύνθου 29 βρισκόταν συγκεκριμένο πρόσωπο τραυματισμένο από μαχαίρι. Την σκηνή επισκέφθηκαν δύο αστυφύλακες του ΤΑΕ Λάρνακας οι οποίοι και εντόπισαν τον παραπονούμενο ο οποίος έφερε το ανωτέρω τραύμα στην πλάτη, έχοντας, ωστόσο, τις αισθήσεις του. Ο τελευταίος τούς ανέφερε ότι είχε οικονομική διαφορά με τον κατηγορούμενο και ότι μετά από λογομαχία που είχαν, τούτος τού επιτέθηκε με κουζινομάχαιρο και τον τραυμάτισε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από την Αστυνομία σε παρακείμενο της σκηνής σημείο και παραδέχθηκε ότι είναι το πρόσωπο που τραυμάτισε τον παραπονούμενο, με μαχαίρι, στη πλάτη. Στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο λόγος που διέπραξε το εν προκειμένω αδίκημα ήταν γιατί ο παραπονούμενος του όφειλε το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Τα ανωτέρω γεγονότα αποτελούν και τα μόνα που στοιχειοθετούν και το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Σε ό,τι αφορά στην τρίτη κατηγορία, στη βάση των σχετικών γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν μας, ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπό πρόσωπο, στον οποίο, στο παρελθόν, είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή στη Δημοκρατία, υπό την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου. Η εν προκειμένω άδεια ακυρώθηκε στις 23.05.2025, και ο κατηγορούμενος δεν εγκατέλειψε το έδαφος της Δημοκρατίας με αποτέλεσμα, έκτοτε, να βρίσκεται παράνομα στη χώρα μας. Το κουζινομάχαιρο, που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη των αδικημάτων της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, εντοπίστηκε στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας που διαμένει ο κατηγορούμενος. Πρόκειται για πρόσωπο Λευκού Ποινικού Μητρώου.
Στο πλαίσιο της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος του κατηγορουμένου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία έχει ετοιμαστεί κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στη βάση του περιεχομένου της εν προκειμένω έκθεσης, ο κατηγορούμενος είναι 29 ετών και κατάγεται από το Καμερούν και είναι ο μεγαλύτερος εκ των τεσσάρων τέκνων της οικογένειας, αφού, οι δύο αδελφοί του είναι ηλικίας 25 και 22 ετών, ενώ η μικρότερη αδελφή του, ηλικίας 8 ετών. Ο πατέρας του κατηγορούμενου είναι ηλικίας 54 ετών, μηχανολόγος στο επάγγελμα, και η μητέρα του 47 ετών, πάστορας στο επάγγελμα. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο, ασχολήθηκε με γεωργικές εργασίες μέχρι και το 2023, όταν και ήλθε στη χώρα μας για να αναζητήσει πολιτικό άσυλο. Κατά την εδώ παραμονή του, εργάστηκε ως βοηθός κουζίνας στην Αγία Νάπα, με τις μηνιαίες απολαβές του να ανέρχονται στα €900, καθώς επίσης και έλαβε δύο φορές επίδομα αιτητή ασύλου. Στο ίδιο διάστημα, και δη κατά την εδώ παραμονή του, δημιούργησε σχέση με Ολλανδή υπήκοο, με την οποία και απέκτησε μία κόρη, ηλικίας 10 μηνών σήμερα, την οποία, ωστόσο, δεν έχει ακόμα γνωρίσει. Επιθυμία του είναι να παραμείνει στη χώρα μας με σκοπό να εργαστεί. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε προβλήματα χρήσης απαγορευμένων ουσιών ή αλκοόλ. Δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε κινητή ή ακίνητης περιουσίας, με εξαίρεση κάποιο αδιευκρίνιστο χρηματικό ποσό το οποίο έχει αποταμιεύσει. Ήταν συνεργάσιμος κατά τη συνάντηση του με τη Λειτουργό που ετοίμασε την έκθεση και πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις που τού τέθηκαν.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου, πάντα στο πλαίσιο της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής του, ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, καθώς επίσης και ότι, αμέσως μετά τη σύλληψη του, συνεργάστηκε με την αστυνομία και παραδέχθηκε ότι τραυμάτισε τον παραπονούμενο με μαχαίρι. Συναφώς, ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, μετριαστικώς για αυτόν, τη πρόκληση που προηγήθηκε της διάπραξης των αδικημάτων της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας από την επιθετική συμπεριφορά του παραπονούμενου, καθώς επίσης και ότι, συνέπεια της προηγηθείσας αυτής επίθεσης που δέχθηκε ο κατηγορούμενος, κατέστη αναγκαία η μετέπειτα, της σύλληψής του, σε δύο περιπτώσεις, περιορισμένη ενδονοσοκομειακή ιατροφαρμακευτική περίθαλψή του, μεταξύ άλλων, και για χορήγηση αντιβιοτικών για την αντιμετώπιση, προφανώς, μόλυνσης που προκλήθηκε λόγω των τραυμάτων που υπέστη. Ζήτησε ακόμα να τύχει από το Δικαστήριο της ενδεδειγμένης έκπτωσης στην ποινή του αφού προέβηκε σε άμεση παραδοχή, τονίζοντας ότι η μεταμέλεια του προκύπτει, όχι μόνο από την εν προκειμένω παραδοχή του στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και τη συνεργασία του με τις αρχές, αλλά και από το γεγονός ότι αποζημίωσε το θύμα καταβάλλοντας του συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.
Η σοβαρότητα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας προκύπτει από την προβλεπόμενη στον νόμο γι' αυτό ποινή, που δεν είναι άλλη από αυτήν της ποινής φυλάκισης δια βίου, αλλά και από την ίδια τη φύση του, που θέλει το πρόσωπο που το διαπράττει να ενεργεί επί σκοπό πρόκληση βαριάς σωματική βλάβης σε άλλο συνάνθρωπό του, με τις όποιες, τυχόν περαιτέρω τραγικές συνέπειες, να μην μπορούν να αποκλειστούν. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, με τη διαφορά ότι η προβλεπόμενη για το σχετικό αδίκημα ανώτατη ποινή είναι αυτή των τριών ετών φυλάκισης, με τη σοβαρότητά του να εξαρτάται, μεταξύ άλλων, και από το είδος και εύρος του τραυματισμού που προκαλείται στο θύμα.
Αδικήματα τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Ενέργειες άσκησης βίας με σκοπό την επικράτηση ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας και θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95). Ως αναφέρθηκε, και τούτο από ανασκόπηση της, σχετικής με τα εν προκειμένω αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, νομολογίας[1], τα αδικήματα που διαπράττονται με άσκηση βίας αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Εκείνο δε που προκύπτει από τη εν προκειμένω νομολογία, είναι ότι η επιλογή της ποινής φυλάκισης σε πρόσωπα που κρίνονται ένοχα στο αδίκημα της πρώτης αλλά και της δεύτερης κατηγορίας, ως θέμα αρχής, δεν αποτελεί λανθασμένη επιλογή. Τουναντίον, στη βάση πάντα της ίδιας νομολογίας, τούτη είναι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται.
Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, αναγνωρίστηκε ότι η έλλειψη προσχεδιασμού ή προμελέτης του εγκλήματος[2] έτεινε να μετριάσει τη σοβαρότητα του, ιδιαίτερα εκεί όπου η απόφαση του να προβεί σε χρήση μαχαιριού για να τραυματίσει τον παραπονούμενο έγινε «στην έξαψη της στιγμής και κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση που τα γεγονότα των αμέσως προηγούμενων ημερών επεσώρευσαν».
Στη ίδια υπόθεση υποδείχθηκε, ακόμα, ότι, «η αποτροπή ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνιστάμενες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing», και δεύτερο, στην αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο το αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους».
Τέλος, πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας, μια και καθιστά ποινικά κολάσιμες σοβαρές πράξεις βίας, οι οποίες επιφέρουν δυσμενείς συνέπειες στο θύμα και οι οποίες, λόγω των επιθετικών μέσων που συνήθως χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι, είναι δυνατό να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος.
Για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Mohamed El Feκy v. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 166, Hassan Elhamian v. Αστυνομίας (2008) 2 AAΔ 605, Ahmat Al Kawaret v. Δημοκρατίας (2008) 2 AAΔ 851). Έχει δε σημειωθεί, συναφώς, ότι, για τα αδικήματα τα οποία εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων, τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Η αποτροπή, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Κύπρου, υπέχει ουσιαστικής σημασίας για ευνόητους λόγους στους οποίους πρόσφατα αναφέρθηκε το Εφετείο στην KABEER KHAN, Ποινική Έφεση Αρ.: 123/23, ημερ. 15.9.2023:
«Η Κύπρος λόγω της γεωγραφικής της θέσης και κυρίως λόγω της Τουρκικής στρατιωτικής κατοχής σημαντικού τμήματος της, στο οποίο αδυνατεί να ασκήσει έλεγχο, αντιμετωπίζει συχνότατα περιστατικά παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής στο έδαφος της υπηκόων τρίτων χωρών. Σε πλείστες όσες περιπτώσεις τα Κατεχόμενα λειτουργούν ως η βάση και το ορμητήριο των υπηκόων τρίτων χωρών προς τις ελεγχόμενες περιοχές και προς άλλα κράτη-μέλη μέσω παράνομων και οργανωμένων δράσεων τις οποίες προωθούν διάφοροι επιτήδειοι, τις πλείστες φορές έναντι οικονομικού οφέλους.»
Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με τη μέγιστη προσοχή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised), καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, Γεώργιου Π. Πική, 2nd edition, σελ. 2).
Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις, καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να απολήγει στην εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ 304).
Στρεφόμενοι τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, και πάντα στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Εδώ η παραδοχή του κατηγορούμενου είναι άμεση και συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας, αφού, επιπροσθέτως, αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Βαρύτητα, για σκοπούς έκπτωσης, δίνουμε και στη συνεργασία του με την Αστυνομία.
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[3] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[4] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως τούτες αναφέρθησαν από τη συνήγορο του, αλλά και ως προβάλλουν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι ενώπιον μας έχουμε ένα άντρα, ηλικίας 29 ετών, πατέρα ενός βρέφους, ηλικίας 10 μηνών, το οποίο δεν είχε ακόμα την ευκαιρία να γνωρίσει. Συνυπολογίζουμε, επίσης, ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο, στο οποίο θα επιβληθεί ποινή σε ξένη χώρα, χωρίς να μας διαφεύγει ότι τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε στη χώρα μας.
Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα αυτά της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, οι οποίες, στην ουσία, είναι κοινές. Προς τούτο, μετριαστικά γι' αυτό, συνυπολογίζουμε το γεγονός της απουσίας προσχεδιασμού στον τρόπο δράσης του, καθώς επίσης και το ότι η απόφαση του να αναζητήσει και ακολούθως να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι και να πλήξει τον παραπονούμενο είναι απόφαση που λήφθηκε τη δεδομένη στιγμή, στη βάση της συναισθηματικής φόρτισης υπό την οποία τελούσε λόγω της προγενέστερης επίθεσης που δέχθηκε από τον παραπονούμενο, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι ο τελευταίος τού όφειλε χρήματα.
Από την άλλη, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ανωτέρω, και δη εντελώς δυσανάλογα της όποιας προγενέστερης επιθετικής συμπεριφοράς του παραπονούμενου – είχε την ευκαιρία να αποδεσμευτεί από την όποια επίθεση δέχθηκε, να μεταβεί στο διαμέρισμα του και να επιστρέψει πλέον με το μαχαίρι - δεν μπορεί παρά να αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, ο οποίος επίσης συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, μια και, στην ουσία, έλαβε το νόμο στα χέρια του με σκοπό να καταστεί τιμωρός του παραπονούμενου τόσο για την οφειλή του προς αυτόν, όσο και για την επιθετική συμπεριφορά του, που προηγήθηκε, υπό την απειλή της οποία δεν τελούσε πλέον.
Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, επίσης επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, είναι το σημείο στο οποίο επέφερε το τραύμα στον παραπονούμενο σε συνδυασμό με το μήκος της λεπίδας του μαχαιριού που χρησιμοποίησε. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας για να μπορέσει να αντιληφθεί τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας. Πλήξη με λεπίδα μαχαιριού μήκους 20 εκατοστών, παρασπονδυλικά, ραχιαία, δηλαδή σε περιοχή, πίσω από την οποία βρίσκονται τα ζωτικά όργανά του ανθρώπου, αλλά και η σπονδυλική του στήλη, εμπεριέχει, αδιαμφισβήτητα, τον κίνδυνο να πληγούν τα όργανα αυτά, με τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης, πολλές φορές να είναι τραγικές. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι, είναι εντελώς από τύχη που ο παραπονούμενος αντιμετώπισε τον περιορισμένο τραυματισμό του.
Την ίδια στιγμή, όμως, συνυπολογίζεται, και τούτο μετριαστικά για τον κατηγορούμενο, ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω κινδύνων που ελλόχευαν, ο τραυματισμός του παραπονούμενου δεν του προκάλεσε οποιαδήποτε μόνιμη ζημιά, και ουδέποτε βρέθηκε αντιμέτωπος με κίνδυνο απώλειας της ζωής του.
Δεν μπορούμε ακόμα να μην συνυπολογίσουμε, και τούτο προς όφελος του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο του και το γεγονός ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, η παραβατική συμπεριφορά του που οδήγησε στη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, επιδείχθηκε σε ένα εντελώς περιορισμένο χρονικό διάστημα του μέχρι τώρα βίου του – για τα αδικήματα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, στιγμιαία, ενώ για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, για ένα διάστημα λίγων μηνών -, χωρίς ποτέ, προηγουμένως, να έχει απασχολήσει τις αρχές για οτιδήποτε άλλο.
Στο πλαίσιο της άντλησης καθοδήγησης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, στο παρελθόν, αδικοπραγούντες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ανηύραμε τις πιο κάτω αποφάσεις στις οποίες και θα γίνει συνοπτική αναφορά.
Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. σελίδα 43, στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ηλικίας 46 ετών, και ο οποίος εντελώς απρόκλητα επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και του κατάφερε επανειλημμένα χτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, τη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του, και η επιθετικότητα του ανεκόπη μόνο μετά από επέμβαση τρίτου προσώπου, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), στον κατηγορούμενο, ηλικίας 48 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, με απουσία προσχεδιασμού ή προμελέτης, και κατόπιν παραδοχής του αδικήματος αμέσως μετά τη διάπραξη του, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίνεται, φυσικά, σημαντικό να αναφερθεί ότι, συνεπεία του τραύματος από σουγιά στον λαιμό και στον μηρό του παραπονούμενου, τραυματίστηκε ο νωτιαίος μυελός του με αποτέλεσμα να προκληθεί σ’ αυτόν τετραπληγία.
Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 468, στον κατηγορούμενο, ο οποίος με μαχαίρι τραυμάτισε φρουρό ασφάλειας σε κέντρο αναψυχής όταν ο τελευταίος, κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του, τον απέβαλε από το κέντρο, στη βάση της απουσίας οργάνωσης και σχεδιασμού, αλλά και της παραδοχής του, έστω και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, καθώς επίσης και προγενέστερης της διάπραξης του αδικήματος κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, η οποία δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολική.
Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 800, στον κατηγορούμενο, ηλικίας 17 ετών, ο οποίος εντελώς απρόκλητα έπληξε επανειλημμένα με μαχαίρι τον παραπονούμενο καθ' ον χρόνο ο τελευταίος τον μετέφερε, ως πελάτη, στο ταξί του, προκαλώντας του τραύματα στον αριστερό αντιβραχίονα, στον αριστερό ώμο, στον αριστερό βραχίονα, στο ημιθωράκιο και στον τράχηλο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Σημειώνεται, φυσικά, ότι η ηλικία του κατηγορούμενου αποτέλεσε σοβαρότατο μετριαστικό παράγοντα.
Στην υπόθεση Παρούτη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 446, για τραύμα που προκλήθηκε δια του καρφώματος εξ επαφής βέλους στην πλάτη της παραπονούμενης, το οποίο έπληξε τον 12ο θωρακικό σπόνδυλο της, επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 3 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 397, στους τρεις κατηγορουμένους, ηλικίας 56, 29 και 24 ετών, για αδικήματα, μεταξύ άλλων, και αυτού της πρώτης κατηγορίας της παρούσας υπόθεσης, με θύματα αστυνομικούς, όταν οι τελευταίοι, με πολιτική περιβολή, εισήλθαν νόμιμα στην οικία των κατηγορουμένων με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας και την απουσία οποιουδήποτε προσχεδιασμού, μείωσε τις ποινές που τους επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, περιορίζοντάς τες, για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σε φυλάκιση μεταξύ 2½ και 3½ ετών.
Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στη Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία του στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Λαζαρή, στην Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, απόφαση ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2022, αύξησε την επιβληθείσα ποινή των 2½ ετών φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία που αφορούσε αδίκημα ως το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση σε 7 έτη, σε κατηγορούμενο ηλικίας 24 ετών λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος έπληξε την παραπονούμενη δύο φορές, με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 6-7 μέτρων, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα στη ραχιαία χώρα, από τα σκάγια των φυσιγγίων. Το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το είχε μεταφέρει, μη αποσυναρμολογημένο, εντός του αυτοκινήτου του, με το οποίο μετέβη απρόσκλητα στην αυλή της οικίας του θύματος.
Την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντικρίζεται το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, τόνισε και το νεοσυσταθέν Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευτύχιου Ελευθερίου, Ποινική Έφεση 46/2023, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο της οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, κατόπιν παραδοχής σε νεαρό πρόσωπο ηλικίας 22 ½ ετών, λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο ως μέλος ομάδας επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου και του προκάλεσαν, μεταξύ άλλων αποκοπή μέρους του αυτιού του, η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με επικόλληση του αποκοπέντος κομματιού και για την οποία ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί μελλοντική προσθετική επέμβαση, κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου, οπή στην επιφάνεια του δεξιού ματιού και μώλωπες στην πλάτη, πλείστα εκ των τραυμάτων αυτών (πλην της αποκοπής του αυτιού, η οποία ήταν το αποτέλεσμα δαγκώματος από τον κατηγορούμενο) να προκαλούνται με την επαναλαμβανόμενη χρήση ξύλων και ροπάλων.
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εν όψει και της εν γένει σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε τούτος, και ειδικότερα, του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας.
Είμαστε της άποψης ότι, οποιαδήποτε ποινή, πλην της στερητικής της ελευθερίας, δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις, να διέπει την ποινή. Τουναντίον κρίνουμε ότι, τυχόν επιλογή άλλου είδους ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα αδικήματα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας ενέχουν το στοιχείο της βίας, και ότι και τρία αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος παρουσιάζουν έξαρση, με αποτέλεσμα η αποτρεπτικότητα της ποινής να μην αποσκοπεί μόνο στην συνέτιση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορουμένου, αλλά και του οποιοδήποτε φιλόδοξου παραβάτη που καραδοκεί να διαπράξει παρόμοιας φύσης αδικήματα (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ, 577, Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ, 551 και Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερ. 5.10.2016).
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή - την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα ιδιαίτερα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας - και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στη πρώτη κατηγορία, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 4½ έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη αξία στη παραδοχή και συνεργασία του[5], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτόν, είναι η ποινή φυλάκισης 3 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.
Στη δεύτερη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή, καθότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημά στο οποίο αφορά, αποτελούν τα γεγονότα που στοιχειοθετούν και το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας.
Στην τρίτη κατηγορία, συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, περιλαμβανομένης και της έκπτωσης στην οποία δικαιούται συνεπεία της παραδοχής του και συνεργασίας του με τις αρχές, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών.
Οι ποινές της πρώτης και τρίτης κατηγορίας να συντρέχουν.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, η συνήγορος του κατηγορουμένου δεν εισηγήθηκε την διαταγή της αναστολής της εκτέλεσης της όποιας τυχόν ποινή φυλάκισης θα επιβαλλόταν σ’ αυτόν. Και ορθά κατά τη γνώμη μας. Και τούτο γιατί, όλοι οι παράγοντες του κατηγορούμενου, που υπέχουν σημασίας κατά την εξέταση του εν προκειμένω ζητήματος, δεν είναι τέτοιοι που θα δικαιολογούσαν την οποιαδήποτε διαταγή για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, σχετικές είναι οι πιο κάτω υποθέσεις. (Βλ. Δημητρίου v. Δημοκρατίας (1974) 2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic (1978) 2 C.L.R. 17, Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou (1989) 2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη (1990) 2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λεωνίδα Ματθαίου, άλλως Μαλέγκου, (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρος (1996) 2 Α.Α.Δ. 303, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161 και Στεφάνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 339, 341).
Νοείται ότι η ποινή φυλάκισης των 3 ετών, μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση υπό αυτή του την ιδιότητα, και δη από τις 19.08.2025. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 85 του Ποινικού Κώδικα, όλα τα τεκμήρια κατάσχονται.
(Υπ.)…………………………………….
Δ. Θεοδώρου Π.Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………………….
Ε. Ευθυμίου Α.Ε.Δ.
(Υπ.)………….………………………….
Γ. Ιωαννίδου-Παπά Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Criminal Jurisdiction / Assize Court Jurisdiction / Final Judgments
Αναφορά: Ποινή 228(2), 234 και παράνομη παραμονή
[1] Πρόκειται για τη νομολογία στην οποία θα γίνει ειδική αναφορά κατωτέρω στα πλαίσια παράθεσης ενδεικτικών ποινών που επιβλήθηκαν σε αδικοπραγούντες του αδικήματός της πρώτης κατηγορίας.
[2] Πρόκειται για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154.
[4] Υπογράμμιση δική μας.
[5] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωση στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο