ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 3242/25, 29/10/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 3242/25, 29/10/2025

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ:  Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ

                                                  Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ
                                              Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Α.Ε.Δ

Αρ. Υπόθεσης: 3242/25

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

Κ. Α.

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 29/10/2025

Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή:
κος Α. Παπανικολάου

Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Μικελλίδου με κο Ο. Μιχαήλ 

 

ΠΟΙΝΗ

 

 

Ο Κατηγορούμενος, κατά την παραπομπή του σε απευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, αντιμετώπιζε 9 κατηγορίες.

 

Συγκεκριμένα αντιμετώπιζε, δύο κατηγορίες απαγωγής (1η και 4η ) κατά παράβαση των άρθρων 247 και 248 του Ποινικού Κώδικα, δύο κατηγορίες απειλής (2η  και 5η ) κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (3η) κατά παράβαση του άρθρου 243, μια κατηγορία άσκησης ψυχολογικής βίας (8η), καθώς και κατηγορία δημόσιας εξύβρισης (9η) κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Οι κατηγορίες 1-5 και 8 τελούν επιπροσθέτως κατά παράβαση και των σχετικών άρθρων του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών Νόμου, Ν.115(I)/21.

 

Οι κατηγορίες 1 ‑ 5, 8 και 9, διακόπηκαν στις 08/10/2025 μετά από ένορκη μαρτυρία του παραπονούμενου προσώπου ότι δεν επιθυμούσε να καταθέσει εναντίον του Κατηγορούμενου. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης και σχετικού αιτήματος, στον Κατηγορούμενο δόθηκε άδεια να αλλάξει απάντηση στην 6η  και 7η κατηγορία και δη της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης, κατά παράβαση του Άρθρου 244  (α) του Ποινικού Κώδικα – 6η  κατηγορία - και της αντίστασης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του Άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα -7η  κατηγορία -, τις οποίες και παραδέχθηκε.

 

Τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή έχουν ως ακολούθως:

 

«Την 16/04/2025 και περί ώρα 20:20, ενημερώθηκε η Αστυνομία για σοβαρό περιστατικό στον χώρο στάθμευσης του Metropolis Mall. Συγκεκριμένα πολίτης ενημέρωσε τις Αρχές ότι στο χώρο στάθμευσης του Mall είδε άγνωστο άνδρα να χτυπά γυναίκα και δια της βίας να την αρπάζει και να την βάζει σε όχημα. Το όχημα εγκατέλειψε το μέρος με μεγάλη ταχύτητα. Δόθηκε περιγραφή του υπό αναφορά οχήματος.   Περί ώρα 23:00 εντοπίστηκε το όχημά έξω από την οικία του κατηγορούμενου και οργανώθηκε αστυνομική επιχείρηση στην περιοχή.

Κατά ή περί τις 02:15, στις 17/04/2025, εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης του κατηγορουμένου και έρευνας της οικίας και του οχήματός του. Μεταξύ των ωρών 02:30 με 02:40, ο Α/Αστ. 265 Β. Βασιλείου μετέβη στο σημείο και συντόνισε την επιχείρηση. Ο Βασιλείου χτύπησε επανειλημμένα την πόρτα της οικίας, φώναξε στον ένοικο να ανοίξει και ανήγγειλε με σαφήνεια την ύπαρξη των ενταλμάτων, χωρίς ανταπόκριση. Κατόπιν μη ανταπόκρισης και προς εκτέλεση των ενταλμάτων, έγινε νόμιμη είσοδος με ανάλογη βία. Ο κατηγορούμενος και το φερόμενο θύμα εντοπίστηκαν σε κλειδωμένο δωμάτιο. Ο Βασιλείου επανέλαβε την αναγγελία των ενταλμάτων και απαίτησε το άνοιγμα, όμως ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θα ανοίξει, φωνάζοντας διάφορους χαρακτηρισμούς προς τα μέλη της αστυνομίας.

Μετά από νέα προειδοποίηση επήλθε διάνοιξη και έγινε στοχευμένη χρήση χημικού σπρέι για εξουδετέρωση του κινδύνου. Κατά την είσοδο ο Βασιλείου ενημέρωσε εκ νέου τον κατηγορούμενο για τα εντάλματα προς εκτέλεση και ο τελευταίος αντέδρασε, σπρώχνοντας τον αστυνομικό για να αποτρέψει τη σύλληψη του. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον πλήξει στο πρόσωπο με γροθιά, ο Βασιλείου απέφυγε το χτύπημα, πλην όμως δέχθηκε γροθιά στο εξωτερικό άνω μέρος του δεξιού οφθαλμού.

Ακολούθησε ακινητοποίηση και σύλληψη του κατηγορούμενου με την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία, με τη συνδρομή του Αστ. 3436 Γ. Παναγιώτου και λοιπών μελών.

Στο δωμάτιο βρισκόταν το φερόμενο θύμα, η οποία απομακρύνθηκε με ασφάλεια από αστυνομικό.

Μετά τη σύλληψη ο κατηγορούμενος παρέμεινε σε έξαλλη κατάσταση, φωνασκώντας και προβάλλοντας αντίσταση. Στις 17/04/25 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης του για 6 μέρες. Ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση από τις 23/04/25, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, μέχρι και τις 08/10/25.

Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, συγκεκριμένα στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 1014Χ/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην οποία καταδικάστηκε στις 20/12/22, για το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό όχλησης του κατόχου σε €500 εγγύηση για 3 χρόνια.»

 

Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αναφέρθηκε κυρίως στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Εξήγησε, στο Δικαστήριο ότι η χρήση του spray ήταν ένας παράγοντας ο οποίος οδήγησε τον Κατηγορούμενο να συμπεριφερθεί κατά τρόπο που καταδεικνύει αντίσταση, αφού δεν μπορούσε να δει, διευκρινίζοντας, μετά από σχετική παρέμβαση του Δικαστηρίου, ότι η εν λόγω αναφορά της γίνεται μόνο για σκοπούς μετριασμού της ποινής, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε άρνηση είτε αναφορικά με τα σχετικά γεγονότα όπως είχαν προηγουμένως εκτεθεί, είτε με αυτήν καθ' αυτήν την παραδοχή του Κατηγορούμενου. Η εν λόγω δήλωση της κ. Μικελλίδου υπό τας περιστάσεις ικανοποιεί. Όταν καθίσταται σαφές και μάλιστα διευκρινίζεται διά στόματος του συνηγόρου που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο, ότι η όποια αναφορά η οποία δυνατόν να θέσει εν αμφιβόλω την παραδοχή, γίνεται αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς προβολής κάποιου μετριαστικού παράγοντα, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί από αυτήν τη θέση και να μην αναζητήσει οτιδήποτε περαιτέρω. (Aρ. Πολιτικής Αίτησης: 77/2023 Αναφορικά με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 15/6/2023 του Στρατιωτικού Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει τον κατηγορούμενο όπως αλλάξει απάντηση από παραδοχή σε μη παραδοχή, ημερομηνίας 22/06/2023).

 

Οι ποινές που επιβάλλει το Δικαστήριο οφείλουν να τελούν σε αναλογία προς τη βαρύτητα των τελεσθέντων αδικημάτων. Ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής· το όριο αυτό συνιστά απλώς αντικειμενικό δείκτη της σοβαρότητας, ο οποίος λειτουργεί ως αφετηρία για τη διαδικασία της επιμέτρησης.

 

                      Ο Νόμος καθορίζει σε γενικό επίπεδο, τα ανώτατα πλαίσια ποινών για κάθε κατηγορία αδικήματος. Η επιμέτρηση και επιβολή της ποινής σε συγκεκριμένη περίπτωση συνιστά, ωστόσο, αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου, το οποίο ενεργεί εντός των ορίων αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Δεν είναι κάθε αδίκημα το βαρύτερο του είδους του· κάθε παράνομη πράξη παρουσιάζει τη δική της κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με τα συγκεκριμένα περιστατικά (Γενικός Εισαγγελέας v Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 159/2024, 08.11.2024).

 

                      Η κατάταξη του αδικήματος ως προς τον βαθμό έντασης ή σοβαρότητας εξαρτάται, σε αντικειμενικό επίπεδο, από το σύνολο των περιστάσεων τέλεσης (culpability) και από το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή κινδύνευσε να προκληθεί από την αξιόποινη πράξη (harm) (Γιαννακού ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/2023, 19.07.2024, Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391 και Δημοκρατία v Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264). Μετά την κατάταξη αυτή, το Δικαστήριο προχωρεί στην επιμέτρηση της ποινής, συνεκτιμώντας επιπλέον παράγοντες υποκειμενικής φύσεως — ελαφρυντικούς, που δικαιολογούν μείωση της ποινής, ή επιβαρυντικούς, που αποκλείουν ή περιορίζουν τη μείωση ή επιφέρουν επαύξηση της ποινής εντός της νομοθετικά προβλεπόμενης κλίμακας.

 

                      Το ειδικό βάρος εκάστου ελαφρυντικού ή επιβαρυντικού παράγοντα δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένο, ούτε σταθερό, αλλά προσδιορίζεται, κατά περίπτωση, υπό το φως των πραγματικών περιστάσεων. Η επιμέτρηση της ποινής δεν συνιστά μηχανική διαδικασία ούτε στηρίζεται σε αυστηρά μαθηματικά κριτήρια· διέπεται, ωστόσο, από την αρχή της αναλογικότητας, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο διαφανή και ελέγξιμο.

 

                      Η εξατομίκευση της ποινής, ως ουσιώδες καθήκον του Δικαστηρίου, δεν δύναται να αναιρεί ή να υπονομεύει τους σκοπούς της ποινής· αντιθέτως, οι σκοποί αυτοί (πρόληψη, ειδική και γενική αποτροπή, επανένταξη) οφείλουν να παραμένουν συνδεδεμένοι με την πραγματική διάσταση και την αντικειμενική βαρύτητα της εγκληματικής πράξης στη συγκεκριμένη περίπτωση (Θεοχάρους ν Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575).

 

                      Το Δικαστήριο τείνει να προσεγγίζει τα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση και τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος καθιστούν αναγκαία την επιβολή αυστηρότερων μέτρων αποτροπής προς διασφάλιση του κοινωνικού συνόλου. Πάντοτε, ωστόσο, καταβάλλεται προσπάθεια να αποφεύγεται η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής, εφόσον αυτή δεν είναι απολύτως αναγκαία. Όπου η επιβολή της καθίσταται αναπόφευκτη, η διάρκειά της περιορίζεται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό, προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί της ποινής κατά τρόπο δίκαιο και αναλογικό. (Pernell Geoffrey Michael John v Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v Police (1983) 2 CLR 319).

 

Το νομικό πλαίσιο αναφορικά με τις 2 κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή, εντοπίζεται στο Άρθρο 244 του Ποινικού Κώδικα και έχει ως εξής.

                     

                      Όποιος-

                      (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή

                      (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης …..

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.

 

 

Σύμφωνα με τις αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές, για το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 244 (α) του Ποινικού Κώδικα (επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης), ως προς τον καθορισμό του είδους της ποινής, λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες στην υπαιτιότητα κατηγορουμένου, η ύπαρξη προσχεδιασμού, η χρήση όπλου ή αντικειμένου ως όπλο, η πρόθεση πρόκλησης πιο σοβαρής βλάβης από αυτήν που εν τέλει προκλήθηκε, η πρόκληση σκόπιμα, σοβαρής βλάβης, ο ηγετικός ρόλος κατηγορουμένου σε ομάδα ατόμων και αν το κίνητρο της επίθεσης σχετιζόταν με το φύλο ή την ηλικία του θύματος. Αν η επίθεση ήταν παρατεταμένη ή κατ' επανάληψη είναι παράγοντες που μπορεί να προσμετρήσουν επιβαρυντικά ως προς την έκταση της προκληθείσας βλάβης. Ως μετριαστικοί παράγοντες επενεργούν, η απουσία προσχεδιασμού, ψυχική ασθένεια, ή απουσία ηγετικού ρόλου από πλευράς κατηγορουμένου στο συμβάν, αν αφορά ομάδα ατόμων, και η μη πρόκληση τραυματισμού στο θύμα (βλ. σχετικά, Assault with Intent to Resist Arrest Sentencing Guideline - για το αδίκημα του s.38, Offences Against the Person Act 1861).

 

Οι επιθέσεις εναντίον  αστυνομικών  θεωρούνται στη φύση τους σοβαρές (βλ. G. M. PikisSentencing in Cyprus (2η έκδοση - 2007), σελ. 122 - 123). Σοβαρή είναι στη φύση της κάθε παρεμπόδιση αστυνομικού να εκτελέσει το καθήκον του. Επισημαίνουμε ότι το αδίκημα στη φύση του εμπεριέχει το στοιχείο της γνώσης και σκοπιμότητας στην πράξη της παρεμπόδισης. Επιθυμούμε περαιτέρω να τονίσουμε ότι αδικήματα εναντίον αστυφυλάκων ειδικά κατά την νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων τους, ενέχουν επιπρόσθετο στοιχείο σοβαρότητας σε σχέση με την κοινωνική τους πτυχή, καθότι η Αστυνομία είναι επιφορτισμένη με τη διατήρηση της τάξης και η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων με υπέρμετρη επιείκεια από τα Δικαστήρια, θα οδηγούσε σε αισθήματα ανασφάλειας της κοινωνίας, και θα έστελνε το μήνυμα ότι πέραν της προσβολής της αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας των αστυνομικών ως άτομα, συνιστά και εκδήλωση απαξίωσης που δυνατό να ενθαρρύνει την ανομία, την αναρχία και την υπονόμευση της δημόσιας ασφάλειας. Ο Αστυνομικός που ενεργεί στο πλαίσιο της υπηρεσίας του, εκπροσωπεί το Κράτος και έχει την ευθύνη να επιβάλει τον Νόμο, να προστατεύσει τους πολίτες και να διασφαλίσει τη δημόσια τάξη. Για τους σκοπούς άσκησης των καθηκόντων του, εκπαιδεύεται και γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα έρθει αντιμέτωπος με άτομα τα οποία δεν θα συνεργαστούν με τα όργανα της τάξης. Η ετοιμότητα, η προετοιμασία και η ικανότητα των μελών της Αστυνομίας να αντιμετωπίσουν τέτοιες περιστάσεις, δεν μετριάζει την απαξία της βίαιης συμπεριφοράς και πρέπει να διασφαλίζεται μέσω των Δικαστικών αποφάσεων, ότι επίθεση σε Αστυνομικό εν ώρα καθήκοντος, ανεξαρτήτως της πρόκλησης βλάβης ή όχι , δεν πρέπει να παραμένει ατιμώρητη. Αντλούμε δικαστική γνώση από την πλειάδα των υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον των Δικαστηρίων ότι αδικήματα επιθέσεων και αντίστασης κατά αστυνομικών βρίσκονται σε έξαρση. Είναι νομολογημένο ότι σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abunazha v Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν Δημοκρατίας, (2016) 2 ΑΑΔ 854).

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν την παραδοχή του, η οποία δεν ήταν μεν άμεση αλλά έγινε ευθύς αμέσως μετά την αναστολή των κατηγοριών 1 - 5, 8 και 9 και πριν την έναρξη της Ακροαματικής Διαδικασίας. Άλλωστε είναι νομολογημένο ότι «η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας» (Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.127/2019 και 130/2019, ημερομηνίας 10/03/2021).

 

Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν μας, προς όφελος του Κατηγορούμενου, τα όσα αναφέρθηκαν από τη συνήγορο που τον εκπροσωπεί και εμπεριέχονται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος είναι 35 χρονών, άνεργος, χωρίς πλέον σταθερό χώρο διαμονής, άγαμος και άτεκνος. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει οποιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε και εισοδήματα και μετά την αποφυλάκισή του (στις 08/10/2025), έλαβε το ποσό των €400 για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, υπό την ιδιότητά του ως αποφυλακισθέντας. Είναι άτομο του οποίου οι γονείς χώρισαν και πορεύτηκε χωρίς οικογενειακό στήριγμα στη ζωή, ενώ αμφότεροι οι γονείς του προχώρησαν στη δημιουργία νέων οικογενειών. Οι προσωπικές του περιστάσεις τον οδήγησαν στην χρήση ναρκωτικών ουσιών, από τις οποίες, όμως, μετά από προσωπικό αγώνα,  απεξαρτητοποιήθηκε, ενώ στο παρελθόν νοσηλεύτηκε για περίοδο 3 μηνών σε ψυχιατρική κλινική.

 

Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν μας την απουσία επιβαρυντικών παραγόντων ως πιο πάνω αναφέρθηκαν, και πιο συγκεκριμένα ότι η αντίσταση ήταν μικρής διαρκείας και δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο ή αντικείμενο ως όπλο και ότι δεν προκλήθηκε σοβαρή βλάβη στο αστυνομικό όργανο, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία σχεδιασμού. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε με ηγετικό ρόλο ως μέλος ομάδας. Τέλος συνυπολογίζουμε προς όφελος του Κατηγορουμένου, το γεγονός ότι των πιο πάνω αξιόποινων ενεργειών του, προηγήθηκε χρήση spray από πλευράς της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, ώστε να αποφευχθεί ο αδιαμφισβήτητα προβλεπόμενος κίνδυνος που υπήρχε τη δεδομένη στιγμή.

 

Δεν μας διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα στην υπό αριθμόν 1014Χ/19, υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην οποία καταδικάστηκε στις 20/12/2022, για το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την όχληση του κατόχου και τιμωρήθηκε σε €500 εγγύηση για 3 χρόνια.

 

Το ζήτημα των προηγούμενων καταδίκων έχει νομολογιακώς ξεκαθαριστεί ότι αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο Κατηγορούμενος για αδικήματα, στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του ως προς την τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Δεν εντοπίζουμε, από τα ενώπιον μας στοιχεία, η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου να αφορά ίδιας ή παρόμοιας φύσης αδικήματα, δηλαδή αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, αφού εαν τέτοια μπορούν να εντοπιστούν, τείνουν να μειώσουν σε κάποιο βαθμό την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20/06/23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες[1]. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner [2] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[3] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων, αλλά και η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένης της παραδοχής του, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, κρίνουμε ότι οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που θα δικαιολογούσαν την επιβολή, στην έκτη και έβδομη κατηγορία, ποινής φυλάκισης 7 μηνών (για έκαστη), αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη αξία στη παραδοχή του Κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή και στις δύο κατηγορίες είναι φυλάκιση για χρονικό διάστημα, ίσο με αυτό που ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής δίωξης, την οποία και επιβάλλουμε. Οι ποινές φυλάκισης προφανώς συντρέχουν, καθότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν αμφότερα τα αδικήματα έλαβαν χώρα στο πλαίσιο μεμονωμένης - σε δύο στάδια πλην όμως στιγμιαίας, σε κάθε περίπτωση - παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου εναντίον του ίδιου αστυφύλακα. Είναι αυτονόητο, στη βάση της ανωτέρω κρίσης, ότι ο Κατηγορούμενος θεωρείται ότι έχει ήδη εκτίσει την επιβληθείσα σε αυτόν ανωτέρω ποινή.

 

Ενώπιον μας δεν τέθηκε εισήγηση για αναστολή της όποιας ποινής φυλάκισης. Καθηκόντως όμως, το Δικαστήριο οφείλει να το εξετάσει. Πλην όμως, στη βάση της ανωτέρω κρίση μας, αφενός ως προς το ύψος της ποινής, και αφετέρου την επακόλουθη μη αναγκαιότητα περαιτέρω εκτέλεσής της – καθότι εκτελέστηκε ήδη - μια τέτοια διεργασία από πλευράς του Δικαστηρίου θα αποτελούσε ενέργεια αλυσιτελή και επί ματαίω.  

 

Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, για τους λόγους που αναφέρουμε ευθύς αμέσως, ακόμα και στην περίπτωση που η επιβληθείσα ποινή δεν θα θεωρείτο εκτελεσθείσα, δεν θα δικαιολογείτο η διαταγή αναστολής της εκτέλεσής της. Και τούτο γιατί, ως πιο πάνω αναφέρεται αδικήματα επιθέσεων και αντίστασης κατά οργάνων τήρησης της τάξης  βρίσκονται σε έξαρση. Η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη είναι επιπρόσθετα το μέσο να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από τη διάπραξή τους διότι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεών του Κατηγορούμενου. Η προκειμένη, κατά την κρίση μας, είναι τέτοια. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και η επιμέτρησή της στο σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, οι προσωπικές του συνθήκες επανεξεταζόμενες για σκοπούς εξέτασης αν δικαιολογείται αναστολή εκτέλεσης της ποινής που μόλις έχει επιβληθεί, δεν θα δικαιολογούσαν κατά την κρίση μας την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή της εκτέλεσης των επιβληθεισών ποινών. Η συνολική ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο θεωρούμε ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο κατά την κρίση μας αν η ποινή για τον Κατηγορούμενο σήμερα αναστελλόταν, θα έστελνε δε λανθασμένο μήνυμα σε επίδοξους νέους παραβάτες.

 

Έχοντας εξετάσει την πιθανότητα κατάσχεσης της εγγύησης του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της υπόθεσης 1014Χ/19, θεωρούμε ότι για την εν λόγω εγγύηση δεν πρέπει να εκδοθεί διαταγή για την κατάσχεση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, καθότι, πρόκειται για ποινή που επιβλήθηκε προ περίπου τριετίας για υπόθεση που καταχωρήθηκε το 2019. Επιπλέον έχοντας ενώπιόν μας την οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου θεωρούμε ότι διαταγή κατάσχεσης θα ήταν υπέρμετρα επαχθής για τον Κατηγορούμενο.

 

 

(Υπ.)...................................................
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. 

                                                                           (Υπ.).................................................. 
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

                                                                           (Υπ.)................................................... 
Γ. Ιωαννίδου ‑ Παπά, Α.Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ  



 

 



[1] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).

[3] Υπογράμμιση δική μας.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο