ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. DR. P., Αρ. Υπόθεσης: 8672/2025, 24/9/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. DR. P., Αρ. Υπόθεσης: 8672/2025, 24/9/2025

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Θ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                                   Αρ. Υπόθεσης: 8672/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ν.

 

DR. P.

     

                                                        Κατηγορούμενη

 

Ημερομηνία: 24/09/2025

 

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για την Κατηγορούμενη: κ. Δ. Τσολακίδης με κα Ρ. Μινισκετι

Κατηγορούμενη παρούσα.

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Η κατηγορούμενη, Ιταλίδα υπήκοος, κρίθηκε ένοχη, μετά από παραδοχή της, στην μόνη κατηγορία που αντιμετωπίζει, και δη αυτή της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α’, και συγκεκριμένα 7,82 κιλά κοκαΐνης,  κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:

 

Η κατηγορούμενη στις 25/06/2025 αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας με πτήση από το Λονδίνο, προερχόμενη από το Σάο Πάολο. Στα πλαίσια διερεύνησης πληροφορίας ανακόπηκε για έλεγχο από τελωνειακό λειτουργό. Στην κατοχή της είχε μια ταξιδιωτική βαλίτσα συνολικού βάρους 22 κιλών, ένα σακίδιο ώμου και μια γυναικεία τσάντα. Κατά τον ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο φάνηκαν ύποπτες συσκευασίες μέσα στην βαλίτσα. Η κατηγορούμενη ανάφερε ότι δεν ήταν δική της αλλά ότι της την είχε δώσει άλλο πρόσωπο για να την μεταφέρει από το Σάο Πάολο. Η βαλίτσα είχε κλειδωνιά με κωδικό. Η κατηγορούμενη προσπαθούσε να την ανοίξει αλλά ανάφερε ότι δεν τα κατάφερε. Της ζητήθηκε να τηλεφωνήσει στο πρόσωπο που της είχε δώσει την βαλίτσα αλλά ανάφερε ότι δεν γνώριζε τον αριθμό τηλεφώνου του. Με την συγκατάθεση και της ίδιας η βαλίτσα παραβιάστηκε με κατσαβίδι. Μέσα εντοπίστηκαν 13 ομοιόμορφες συσκευασίες κοκαΐνης η οποία ήταν περιτυλιγμένη σε λαδόκολλα και χαρτί και εξωτερικά αεροστεγώς σφραγισμένη σε διαφανές πλαστικό. Αφού η κατηγορούμενη συνελήφθηκε ανακρίθηκε στον χώρο του αεροδρομίου με την βοήθεια διερμηνέα. Μεταξύ άλλων επανάλαβε ότι την βαλίτσα της την είχε δώσει κάποιο πρόσωπο στο Σάο Πάολο για να την μεταφέρει στην Κύπρο όπου θα την παραλάμβανε άγνωστο πρόσωπο. Κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν προσφερόταν για ελεγχόμενη παράδοση και η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Σε γραπτή της κατάθεση, μεταξύ άλλων, επανάλαβε τα όσα είχε αναφέρει και προφορικά. Εναντίον της κατηγορουμένης εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για 8 μέρες και παράμεινε υπό κράτηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης. Μετά από εξέταση διαπιστώθηκε ότι η κοκαΐνη ήταν συνολικού βάρους 7,82 κιλών και μέσης καθαρότητας. Η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή της πελάτιδός του, στη συνεργασία της με την Αστυνομία, στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε το αδίκημα, καθώς και στον ρόλο που διαδραμάτισε κατά τη διάπραξη του. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο της, στις προσωπικές της περιστάσεις, το νεαρό της ηλικίας της και τις επιπτώσεις της ποινής σε αυτή, και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα, το οποίο διέπραξε η Κατηγορούμενη, είναι πάρα πολύ σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η  δια βίου φυλάκισης.

 

Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024).

 

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο. Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου, το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική. Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν. Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).

 

Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110).  Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών. Στην Beyki ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους. 

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper v. Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι το διαπραχθέν από την Κατηγορούμενη αδίκημα, παρουσιάζει έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης, έγκειται στο γεγονός ότι εισήγαγε μια σημαντική ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α΄, συγκεκριμένα 7,82 γραμμάρια (ή 7 κιλά και 820 γραμμάρια) μέτριας καθαρότητας κοκαΐνης, ουσία η οποία ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά,. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, την καταστροφή που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της έγκαιρης παρέμβασης της Αστυνομίας, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης.

 

Όσον αφορά στον ρόλο της Κατηγορούμενης στη διάπραξη του αδικήματος, στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Η κατηγορουμένη […] στην Ιταλία είχε γνωρίσει ένα άτομο τον ΕΜΙ, με τον οποίο ξεκίνησαν να μιλούν και ήταν σε αρχικό στάδιο γνωριμίας. Κατά την περίοδο της γνωριμίας τους το εν λόγω άτομο εισηγήθηκε στην κατηγορουμένη όπως ταξιδεύσουν μαζί στην Βραζιλία και ότι θα αναλάμβανε εκείνος όλα τα έξοδα του ταξιδιού. Η κατηγορούμενη αποδέχθηκε την πρόταση του και ανέμενε να την ενημερώσει πότε θα αναχωρήσουν. Μετά που έκλεισε τα εισιτήρια ανέφερε στην κατηγορούμενη ότι, αρχικά θα ταξιδεύσει μόνη της και ο ίδιος θα κατέφθανε την επόμενη ημέρα καθότι είχε προκύψει επαγγελματική υποχρέωση. Περεταίρω της είχε αναφέρει ότι εκεί θα την συναντούσαν κάποιοι φίλοι του οι οποίοι μάλιστα θα την φιλοξενούσαν μέχρι να φθάσει και εκείνος στην Βραζιλία. Η κατηγορούμενη εμπιστευόμενη τα λόγια του εν λόγω ατόμου επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο με προορισμό την Βραζιλία. Όταν έφθασε στην Βραζιλία και συγκεκριμένα στο αεροδρόμιο του Σάο Πάολο την παρέλαβαν 2 άγνωστα προς αυτήν πρόσωπα. Την επόμενη ημέρα τα εν λόγω 2 πρόσωπα είχαν πάρει το κινητό της και της ανέφεραν ότι ο φίλος της δεν θα έρθει τελικά στην Βραζιλία και ότι θα είναι μόνη της. Της είπαν ότι θα πρέπει να μεταφέρει μια βαλίτσα με ναρκωτικές ουσίες, συγκεκριμένα κάνναβη ως της είχαν αναφέρει, και ότι κατά την παράδοση της βαλίτσας θα λάβει και το χρηματικό ποσό των 1500 ευρώ. Το γεγονός ότι βρέθηκε σε μια ξένη χώρα με άγνωστα άτομα να της ζητούν να μεταφέρει ναρκωτικά κάτω από αυτές τις συνθήκες της προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση και έτσι επέλεξε να αποδεχθεί την πρόταση τους για την μεταφορά των ουσιών.

 

Ξεκαθαρίζουμε ότι η κατηγορούμενη δεν εξαναγκάστηκε να κάνει την μεταφορά όμως λόγω του φόβου και της πίεσης που ένιωσε σε συνδυασμό με το χρηματικό ποσό που της είχε προσφερθεί αποδέχθηκε να κάνει την μεταφορά. Θα μπορούσε η κατηγορούμενη να αρνηθεί την εν λόγω πρόταση ή να υπαναχωρούσε μετά την αναχώρηση της από την Βραζιλία και να παρέδιδε την αποσκευή με τις ναρκωτικές ουσίες στις διωκτικές αρχές από μόνη της πριν την άφιξη της στην Δημοκρατία. Όμως δεν το έπραξε.»

 

Σημειώνουμε, συνακόλουθα, ότι, μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) αγνώστων προσώπων, τους οποίους δεν κατονόμασε, παρά μόνο ανάφερε το μικρό όνομα τρίτου, τον οποίο, ωστόσο δεν συνέδεσε με το αδίκημα. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ούτε ο οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις εντολές κάποιων άλλων. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής αυτής της μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης, η οποία ανήκει, ως σημειώθηκε ήδη, στην κατηγορία των σκληρών ναρκωτικών. Ενεργώντας παρανόμως, η Κατηγορούμενη, επιδίωξε να αποκομίσει οικονομικό όφελος, καθώς για τη μεταφορά των ναρκωτικών επρόκειτο να λάβει το ποσό των €1500. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος της, μολονότι περιορισμένος, ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή της, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία παράλληλα επισημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος διακίνησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα, νεαρά και σε ανάγκη, όπως η Κατηγορούμενη στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius v. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Προς όφελος της Κατηγορούμενης, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της, στοιχείο που της δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επίσης, την άμεση παραδοχή της, τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια της. Ως προς τούτο, να λεχθεί ότι πέραν του ότι με τη στάση της αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).

 

Δεν μας διαφεύγει, βέβαια, ότι, σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται, εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην κατοχή της Κατηγορούμενης όταν αυτή ανακόπηκε στο αεροδρόμιο, δηλαδή κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή της είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας της (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες της Κατηγορούμενης, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε ο κ. Τσολακίδης και ιδιαίτερα ότι η Κατηγορούμενη:

 

·                Είναι ηλικίας 20, περίπου, ετών.

·                Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια.

·                Δεν γνώρισε, στην ουσία, τον πατέρα της, ο οποίος εγκατέλειψε την ίδια και τη μητέρα της, όταν η πρώτη ήταν ηλικίας μόλις ενός έτους.

·                Δεν είναι μέλος οποιασδήποτε εγκληματικής ομάδας.

·                Δεν είναι αναμειγμένη σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες.

·                Δεν υπήρχε χρήση βίας και πυροβόλων ή επιθετικών όπλων κατά την διάπραξη του αδικήματος.

·                Δεν κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα δεν διαπράχθηκε εντός των φυλακών ή σε κρατητήρια.

·                Δεν υπάρχει θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς πασχόντων.

·                Δεν υπάρχει προμήθεια ανηλίκων ή διανοητικώς πασχόντων.

·                Δεν υπήρχε προμήθεια ουσιών υπό την έννοια του street dealing.

 

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία –ιδίως για τη νεολαία– από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών. (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).

 

Ο κ. Τσολακίδης υποστήριξε, περαιτέρω, ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη και ειδικότερα τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει λόγω της αποκοπής της από τη γενέτειρά της, η οποία της αποστερεί ουσιαστικά του δικαιώματος της να δέχεται επισκέψεις και συνακόλουθα να έχει ψυχολογική και οικονομική στήριξη στον εγκλεισμό της, αλλά και γενικότερα να τύχει των ευεργετημάτων άδειας, εξωιδρυματικής απασχόλησης και άδειας αποφυλάκισης, συνεπεία του ότι δεν διαθέτει διεύθυνση διαμονής στη χώρα μας ή υποστηρικτικό περιβάλλον. Είναι και αυτό στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος της Κατηγορούμενης, χωρίς, φυσικά, να μας διαφεύγει η δυνατότητα της, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ, σχετικά με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (βλ. τον Περί της Διαδικασίας Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Ποινές Στερητικές της Ελευθερίας ή Μέτρα Στερητικά της Ελευθερίας Νόμος του 2014 (Ν. 67(I)/2014),  στο πλαίσιο δικαστικής συνδρομής, να αιτηθεί και να της επιτραπεί να εκτίσει την όποια τυχόν, στερητική της ελευθερίας ποινή της, στην γενέτειρά της.

 

Τέλος, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, μετριαστικά, πάντα, για την Κατηγορούμενη, τη συνεργασία της με τις αστυνομικές αρχές και τη δυνατότητα των τελευταίων, μέσω της, να επιδιώξει την ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών, ώστε να επιτευχθεί η σύλληψη των συνεργατών των εμπόρων στην Κύπρο. Ως προς το πρώτο (τη συνεργασία), συνυπολογίζουμε τούτη, πλην όμως σημειώνουμε ότι αυτή περιορίστηκε στην αποκάλυψη το μικρού, μόνο, ονόματος του ανδρός που της εισηγήθηκε να ταξιδέψουν μαζί στη Βραζιλία, τον οποίο, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μας, δεν συνέδεσε με τη διάπραξη του αδικήματος, αφού, στη βάση της εκδοχής της, η οποία δεν αμφισβητείται, ουδέποτε τούτος φέρεται να της ανέφερε οτιδήποτε περί ναρκωτικά, ενώ, ως η ίδια ισχυρίστηκε, περί τούτων (των ναρκωτικών) ενημερώθηκε για πρώτη φορά από τα δύο πρόσωπα που την υποδέχθηκαν στη Βραζιλία, χωρίς να εμπλέξουν τον πρώτο. Ως προς το δεύτερο (ενδεχόμενη ελεγχόμενη παράδοση), μολονότι συνυπολογίζουμε, επίσης μετριαστικά για την κατηγορούμενη, την πρόθεση της να συνεργαστεί για σκοπούς ελεγχόμενης παράδοσης των ναρκωτικών, σημειώνουμε ότι τούτη (η ελεγχόμενη παράδοση) δεν επιχειρήθηκε, όχι λόγω απροθυμίας των Αρχών, αλλά, ως σημειώθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, και δεν αμφισβητήθηκε, λόγω εκτίμησης των δεδομένων στη βάση των οποίων κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν προσφερόταν για μια τέτοια επιχείρηση.

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτό που διέπραξε η Κατηγορούμενη.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos (2005) 2 Α.Α.Δ. 297, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκαν, πρωτοδίκως, σε νεαρό κατηγορούμενο που ενεργούσε ως μεταφορέας για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ενός περίπου κιλού κοκαΐνης, αυξήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 9 έτη.

 

Στην υπόθεση Chucri Saliba v. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 388, επικυρώθηκε από τον Ανώτατο Δικαστήριο 10ετής ποινή φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, σε νεαρό πρόσωπο, για το αδίκημα της εισαγωγής 130, περίπου γραμμαρίων κοκαΐνης.

 

Στην υπόθεση Σιδερένου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 190, σε συγκατηγορούμενο του ιθύνοντα νου και της συζύγου του τελευταίου – η οποία παρείχε ουσιαστική συνδρομή στη διάπραξη του αδικήματος δια της παραλαβής και συσκευασίας των ναρκωτικών - του οποίου η ανάμειξη διακρίθηκε από αυτούς, στη βάση του ότι ενήργησε ως μεταφορέας επ’ αμοιβή, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για το αδίκημα της κατοχής 12 κιλών κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια.

 

Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 231, επικυρώθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο, 9ετής ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε, κατόπιν ακρόασης, σε πατέρα δύο παιδιών, με λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος δεν αποκόμισε κανένα οικονομικό όφελος, για το αδίκημα της εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια, 390, περίπου γραμμαρίων κοκαΐνης.

 

Στην υπόθεση Νίκος Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 866, η 12ετής ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, στο αδίκημα της εισαγωγής δύο περίπου κιλών κοκαΐνης, μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 10 έτη.

 

Στην υπόθεση Maciuca v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 72/2015, απόφαση ημερομηνίας 22.01.2018, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ½ ετών, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορούμενο, με λευκό ποινικό μητρώο, οικογενειάρχη, ο οποίος βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, στο αδίκημα της εισαγωγής 3 κιλών και 750 γραμμαρίων κοκαΐνης.

 

Στην υπόθεση Πάρης Παπαδόπουλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.  202/2020, απόφαση ημερομηνίας 20.09.2022, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 11 ετών, κατόπιν ακρόασης, σε κατηγορούμενο με μια προηγούμενη καταδίκη, σε κατηγορία εισαγωγής ενός, περίπου, κιλού κοκαΐνης.

 

Τέλος, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γιάννη Ανδρέου, Ποιν. Εφ. 135/2019, απόφαση ημερομηνίας 04.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B372, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών που επιβλήθηκε στο κατηγορούμενο στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 15 περίπου κιλών κοκαΐνης, κατόπιν παραδοχής, τονίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο, εν είδει απάντησης στο επιχείρημα του Γενικού Εισαγγελέα ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο (16 έτη) δεν αντικατοπτρίζει την αναγνωρισμένη, από τη νομολογία, αυξητική τάση που πρέπει να παρατηρείται στο ύψος των επιβαλλόμενων, για τέτοια αδικήματα, ποινών, ότι «Τα τελευταία χρόνια, το έγκλημα σε σχέση με τα ναρκωτικά έχει αυξηθεί.  Θα δικαιολογείτο έτσι, σε σχέση με το ενδεικτικό μέτρο της Σιδερένου, ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση (Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.235/2013 κ.ά., ημερ.5.10.2016 και Ismen Bora) που βρίσκουμε ότι αποδίδεται με την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον Εφεσίβλητο.  Όχι μόνο με αναφορά στον ένα περισσότερο χρόνο που επιβλήθηκε, [στην κατηγορούμενη Σιδερένου είχε επιβληθεί φυλάκιση 15 ετών] αλλά και σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης, αφού θεωρούμε τις περιστάσεις στη Σιδερένου πιο επιβαρυντικές για την ποινή».

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).

 

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής της και της συνεργασίας της με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 18 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία της Κατηγορούμενης[3],  κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτή, είναι η  ποινή φυλάκισης 14 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Κατηγορούμενη τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από τις 26/06/2025.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.

 

                                                                 (Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                    Θ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

                                                                         (Υπ.)  .…….………...……….…………...

                                                                                                      Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                               (Υπ.)  ……....…….…..……………………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο