ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. JJ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 10549/2025, 22/12/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. JJ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 10549/2025, 22/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 10549/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

1.             JJ

2.             OO

3.             LL

 

Κατηγορούμεvοι

 

Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για την Κατηγορούμενη 1: Ο κ. Χ. Φελλάς

Κατηγορούμενη 1: παρούσα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 2 κατηγορίες:

 

(α)       Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

(β)       Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255, 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι στις 22/9/2025 στη Λάρνακα συνομώτησε με την κατηγορούμενη 2 να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι στις 22/9/2025 στην οδό Τουζ Χανέ στη Λάρνακα έκλεψε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], ιδιοκτησία της εταιρείας RIDENOW CAR RENTAL LTD και το χρηματικό ποσό των €9.300 περιουσία του DD από τη Ρωσία.

 

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι η κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε ακόμα 2 κατηγορίες για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπή (Κατηγορίες 3 και 4) στις οποίες έλαβε χώρα αναστολή της ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου, απαλλάχθηκε από αυτές. Αναστολή της ποινικής δίωξης έλαβε χώρα και για τον Κατηγορούμενο 3 ο οποίος επίσης αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 3 και 4 και ως εκ τούτου, απαλλάχθηκε από αυτές. Τέλος, σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 2 η οποία αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 1 και 2, δεν επιδόθηκε το κατηγορητήριο και έλαβε χώρα και για αυτήν την Κατηγορούμενη αναστολή της ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.

 

Η Κατηγορούμενη 1 δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 1 μάρτυρα. Κατατέθηκαν επίσης 7 τεκμήρια.

 

Εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα:

 

1.            Κατάθεση του παραπονούμενου DD (Τεκμήριο 1).

2.            Κατάθεση της Αστυφύλακος  2837 Χριστίνας Λοΐζου (Τεκμήριο 2).

3.            Κατάθεση της Έφης Κουρουσίδη υπαλλήλου στην εταιρεία RIDENOW  (Τεκμήριο 4).

Περαιτέρω, εκ συμφώνου κατατέθηκαν οι ανακριτικές καταθέσεις της Κατηγορούμενης 1 και 2 ως οι καταθέσεις που λήφθηκαν από τα εν λόγω πρόσωπα (Τεκμήρια 3 και 5 αντίστοιχα).

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορουμένης 1 και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη 1 επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  

 

Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Ο παραπονούμενος  DD στην κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της ως τεκμήριο 1 ανέφερε ότι κατοικεί στην Λάρνακα στην οδό Τουζ Χανέ. Στις 22/9/2025  η ώρα 06:30 περίπου ενοικίασε μέσω της εφαρμογής της εταιρείας RIDENOW CAR RENTAL LTD το αυτοκίνητο ενοικιάσεως με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας Nissan Note. Από την εφαρμογή μπορείς να αναζητήσεις αυτοκίνητο και σε κατευθύνει στο πιο κοντινό διαθέσιμο. Το αυτοκίνητο ήταν στην οδό Τουζ Χανέ κοντά στο σπίτι του. Μετέβη στο σημείο που ήταν πεζός και το ξεκλείδωσε μέσω της εφαρμογής. Οδήγησε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε έξω από το σπίτι του και ανέβηκε πάνω για να πάρει την κόρη του και να πάνε στο σχολείο. Θυμόταν ότι είχε πατήσει στην εφαρμογή την επιλογή για να κλειδώσει το αυτοκίνητο αλλά δεν ήταν σίγουρος εάν κλείδωσε. Στο αυτοκίνητο είχε αφήσει ένα γκρίζο σακίδιο με τα προσωπικά του αντικείμενα μεταξύ των οποίων και ένας φορητός υπολογιστής καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό των €9.300. Το εν λόγω ποσό ήταν €8.000 σε χαρτονομίσματα των €500 και τα υπόλοιπα σε διάφορα άλλα χαρτονομίσματα. Τα χρήματα προορίζονταν για να πληρώσει το ιδιωτικό σχολείο των παιδιών του. Μετά από μερικά λεπτά όταν κατέβηκε κάτω στο σημείο που είχε αφήσει το αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι έλειπε. Μέσω της εφαρμογής είδε ότι το αυτοκίνητο διακινείτο σε διάφορες περιοχές της Λάρνακας. Πήρε ένα άλλο αυτοκίνητο ενοικιάσεως το οποίο είχε στο σπίτι του και ξεκίνησε για να βρει το όχημα το οποίο πρόλαβε στην Αραδίππου και προσπάθησε να το ανακόψει πάνω στον κυκλικό κόμβο. Έκλεισε το δρόμο στην πορεία του αυτοκινήτου και αφού πλησίασε το αυτοκίνητο είδε ότι σε αυτό επέβαιναν 2 νεαρές κοπέλες. Ενώ προσέγγισε το αυτοκίνητο η οδηγός του οχήματος έκανε ελιγμό πάνω από το διαχωριστικό του δρόμου και τράπηκαν σε φυγή. Εντόπισε ξανά από την εφαρμογή το αυτοκίνητο εγκαταλελειμμένο στην οδό Γόρδιου Δεσμού στην Αραδίππου με ανοιχτά παράθυρα. Κρύφτηκε σε κοντινή απόσταση, κλείδωσε τις πόρτες μέσω της εφαρμογής αλλά τα παράθυρα παρέμειναν ανοιχτά  και περίμενε. Μετά από μερικά λεπτά είδε μια κοπέλα να πλησιάζει το αυτοκίνητο και από τα ανοιχτά παράθυρα έψαχνε κάτι μέσα στο αυτοκίνητο. Την προσέγγισε και μετά από λίγο ήρθε στο μέρος και η άλλη κοπέλα. Κοίταξε στο αυτοκίνητο και είδε ότι τα πράγματα ήταν έξω από το σακίδιο και ο φάκελος στον οποίο βρίσκονταν οι €8.000 ήταν σχισμένος και τα λεφτά έλειπαν. Τους υπέβαλε ότι έκλεψαν το αυτοκίνητο και τα χρήματά του και παραδέχθηκαν ότι είχαν κλέψει περίπου €1.500. Η πρώτη κοπέλα που έψαχνε το αυτοκίνητο έβγαλε από το μανίκι της τα €1.300, του τα έδωσε και του ανέφερε ότι το όνομα της είναι Λάουρα και του έστειλε στην εφαρμογή Whatsapp ένα έγγραφο με τα στοιχεία της το οποίο όμως μετά διέγραψε και δεν πρόλαβε να το φυλάξει. Αυτή ήταν που οδηγούσε το αυτοκίνητο προηγουμένως. Του είπαν ότι δεν πήραν άλλα χρήματα. Ακολούθως, τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στην αστυνομία και το αποδέχθηκαν και τις μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου όπου έκανε καταγγελία.

 

Η Αστυφύλακας 2837 Χριστίνα Λοΐζου η κατάθεση της οποίας κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων. Στις 22/9/2025 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας ότι κλάπηκε από τον παραπονούμενο DD το αυτοκίνητο ενοικιάσεως μάρκας Nissan Note ιδιοκτησίας της εταιρείας RIDENOW CAR RENTAL LTD. Από το όχημα του κλάπηκε συνολικά το ποσό των €9.300. Την ίδια μέρα εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και 2 και εξασφαλίστηκαν εναντίον τους δικαστικά εντάλματα σύλληψης. Στις 22/9/2025 και ώρα 13:40 συνέλαβε την κατηγορουμένη 1 και  αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «Δεν θα πω τίποτε». Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 13:47 της παρέδωσε τα έγγραφα των δικαιωμάτων της τα οποία υπέγραψε.  Την ίδια ημέρα και ώρα 15:05 συνέλαβε την κατηγορουμένη 2 και αφού της επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο δεν απάντησε οτιδήποτε.  Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 15:10 της παρέδωσε τα έγγραφα των δικαιωμάτων της τα οποία υπέγραψε.

 

Στις 23/9/2025 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την 1η κατηγορουμένη στην παρουσία διερμηνέως και του δικηγόρου της στην οποία σε όλες τις ουσιώδεις ερωτήσεις απάντησε πως ότι έχει να πει θα το πει στο δικαστήριο. Στις 24/9/2025 μεταξύ των ωρών 13:05 – 15:10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη 2 στην παρουσία του δικηγόρου και κηδεμόνα της και αναφέρει συνοπτικά όσα ανέφερε η κατηγορούμενη 2. Τέλος, αναφέρει ότι στις 24/9/2025 και ώρα 15:30 τα χρήματα παραδόθηκαν στον παραπονούμενο.

 

Η Έφη Κουρουσίδη η κατάθεση της οποίας κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο 4, ανέφερε ότι εργάζεται στην εταιρεία RIDENOW που παρέχει υπηρεσίες ενοικίασης οχημάτων μέσω διαδικτύου. Περιγράφει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου κάποιο πρόσωπο να ενοικιάσει αυτοκίνητο από την εταιρεία τους. Αναφέρει επίσης ότι στις 22/9/2025 επικοινώνησε με τα γραφεία τους ο παραπονούμενος και ανέφερε ότι είχε ενοικιάσει ένα αυτοκίνητο από την εφαρμογή τους στην πόλη της Λάρνακας το οποίο και ξεκλείδωσε μέσω της εφαρμογής και δεν κατάφερε να το εντοπίσει. Ακολούθως μέσω του GPS που υπάρχει στο αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο κινείτο σε διάφορες περιοχές της Λάρνακας και σχετικά ενημερώθηκε η αστυνομία αφού φαίνεται ότι κάποιο πρόσωπο όταν ο παραπονούμενος ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο το πήρε και το οδηγούσε χωρίς τη συγκατάθεση της εταιρείας.  Ακολούθως τους ενημέρωσαν από την αστυνομία ότι το όχημα εντοπίστηκε.

 

Για την κατηγορούσα Αρχή έδωσε μαρτυρία δια ζώσης ο Ε/Αστ. 5325 Νικόλας Φανός (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 6). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων. Στις 22/9/2025 ενώ ήταν καθήκον στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας μετέβη με την κατηγορούμενη 1 και βάσει του έντυπου υπόδειξης σκηνών διάπραξης ποινικών αδικημάτων το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, η κατηγορούμενη 1 του υπέδειξε σε ανοιχτό οικόπεδο στην οδό Ανθέων στην Αραδίππου το σημείο που τοποθέτησε το χρηματικό ποσό των €8.000 σε άσπρο φάκελο που βρισκόταν κάτω από κομμάτι τσιμέντου. Αφού της επέστησε την προσοχή της στον νόμο η κατηγορούμενη 1 απάντησε «Δαμέ είναι που τα χώσαμε. Δαμέ εβάλαμε τα λεφτά για να μεν τα έβρει κανένας».

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]  

 

Ο ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν.

 

Ήταν σε θέση να εξηγήσει με λεπτομέρεια και ακρίβεια όσα έλαβαν χώρα τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της υπόδειξης σκηνών από την Κατηγορούμενη 1 καθώς επίσης και τι ακριβώς ειπώθηκε με τον ίδιο και την Κατηγορούμενη 1. Ειδικότερα, εξήγησε με σαφήνεια και σταθερότητα ότι την επίδικη ημερομηνία 22/9/2025 η κατηγορουμένη 1 μαζί με την κατηγορουμένη 2 σε κάποια φάση ήρθαν και τον βρήκαν και του είπαν ότι "επειδή είσαι καλός κύριος θέλουμε να σου πούμε πού βάλαμε τα λεφτά τα υπόλοιπα, όμως αν σου πούμε πού είναι τα λεφτά τι θα γίνει» καθώς και την απάντηση που τους έδωσε ο ίδιος την οποία ανέφερε με ειλικρίνεια και επανέλαβε χωρίς αντιφάσεις πάρα την επίμονη αντεξέταση επί του σημείου, ήτοι ότι ο ίδιος τους είπε αυτολεξεί ότι "δεν μπορώ εγώ να σας πω οτιδήποτε, σίγουρα είναι προς όφελος σας να βρεθούν τα λεφτά της κλοπιμαίας περιουσίας".

 

Παρέμεινε επίσης σταθερός και σαφής στην τοποθέτηση του ότι ήταν με τη θέληση της Κατηγορούμενης 1 που πήγαν στην επίδικη σκηνή και του υπέδειξε που είναι τα χρήματα ενώ επανέλαβε χωρίς αμφιταλαντεύσεις και ενδοιασμούς ότι η Κατηγορούμενη 1 μιλά άπταιστα ελληνικά και καταλαβαίνει τα πάντα και ήταν η ίδια που τους έδιδε τις οδηγίες προκειμένου να εντοπίσουν το χωράφι και τους έλεγε που ακριβώς έπρεπε να στρίψουν και να κατευθυνθούν προκειμένου να εντοπίσουν το χωράφι.

 

Ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά με ποιο τρόπο εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά την επίδικη ημέρα και ειδικότερα ότι κατά τη συμπλήρωση του εντύπου υπόδειξης σκηνών ήταν παρόντες τόσο ο ίδιος όσο και η συνάδελφος του Α/Αστ.  4115, Βασιλική Σαουρή εξηγώντας ότι η Σαουρή συμπλήρωνε το έντυπο και οι δύο μαζί προσπαθούσαν ταυτόχρονα να δουν που είναι τα χρήματα που τους ανέφερε η Κατηγορούμενη 1. Σε σχέση με την υπογραφή του εντύπου υπόδειξης σκηνών Τεκμήριο 7 από την Κατηγορούμενη 1 εξήγησε με σταθερότητα και πειστικότητα ότι εκ παραδρομής δεν υπογράφηκε εξηγώντας ταυτόχρονα ότι η Κατηγορούμενη 1 προέβη στην παρουσία του ίδιου και της Α/Αστ.  4115, Βασιλικής Σαουρή ελεύθερα στη συγκεκριμένη υπόδειξη  σε ανοικτό χωράφι κοντά σε περιτοίχισμα όπου τα χρήματα ήταν κάτω από κομμάτι το οποίο ήταν τσιμέντο και το οποίο μπορούσε να σηκωθεί από κάτω αφού δεν ήταν κολλημένο. Μάλιστα, εξήγησε με σαφήνεια ότι το συγκεκριμένο χωράφι που υποδείχθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και στο οποίο εντοπίστηκε κάτω από τσιμέντο το υπόλοιπο ποσό των €8.000 που είχε κλαπεί από τον παραπονούμενο ήταν κενό χωράφι και δεν θα μπορούσε οποιοδήποτε πρόσωπο να γνωρίζει ότι υπήρχαν εκεί αυτά τα χρήματα.

 

Ήταν επίσης σαφής και σταθερός στη θέση του ότι του είχαν απευθύνει τον λόγο τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και η Κατηγορούμενη 2 εκφράζοντας του την επιθυμία τους να αποκαλύψουν που είναι τα χρήματα. Περαιτέρω, με σταθερότητα, σαφήνεια και πειστικότητα αρνήθηκε τις θέσεις που του υποβλήθηκαν περί υποσχέσεων της Αστυνομίας ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2 θα αφήνοντας ελεύθερες σε περίπτωση που υποδείκνυαν που είναι τα χρήματα λέγοντας ευθαρσώς ότι σε καμία περίπτωση δεν έγιναν οποιεσδήποτε υποσχέσεις. Τέλος, όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 υπέδειξε τα χρήματα, ήταν γιατί της είχε αναφερθεί αυτό από την Κατηγορούμενη 2 στην παρουσία του απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις ότι ο λόγος που του υπέδειξε τα χρήματα η Κατηγορούμενη 1 και ήθελε να βρεθούν τα λεφτά δείχνει τη μεταμέλειά της και ότι αντιλήφθηκε ότι θα ήταν προς όφελος της ίδιας και της συγκατηγορούμενής της να βρεθεί όλο το ποσό.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι η κατηγορούμενη 1 επέλεξε, ως είχε απόλυτο  δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλη χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον της αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου.[9]

 

Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή του κατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359.

 

Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[10]

 

Στην ανακριτική της κατάθεση η Κατηγορούμενη 1 στις ερωτήσεις που της τέθηκαν απάντησε πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο.  Σε ότι αφορά την ενοχοποιητική της δήλωση προς τον ΜΚ1 αναφορά θα γίνει στη συνέχεια.

 

Προτού προχωρήσω στα ευρήματα του Δικαστηρίου θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και η κατάθεση της κατηγορούμενης 2 η οποία, όπως ήδη ανέφερα,  συγκατηγορείτο με την κατηγορούμενη 1 στην 1η  και 2η κατηγορία και η οποία απαλλάχθηκε μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον της από τον Γενικό Εισαγγελέα. Έχω αγνοήσει και δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην κατάθεση της πρώην συγκατηγορούμενης της κατηγορούμενης 1 στη βάση της καλά εμπεδωμένης αρχής ότι ένας κατηγορούμενος δεν είναι ικανός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή εναντίον συγκατηγορουμένου του.[11] Θα μπορούσε να αποκτήσει αποδεικτική αξία αν παρουσιαζόταν με τον τρόπο που προνοείται από το άρθρο 25 του Κεφ.9 καθιστάμενη, τοιουτοτρόπως, η κύρια εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής.[12]

 

Η κατηγορούμενη 2 στην ανακριτική της κατάθεση παραδέχεται τη διάπραξη εκ μέρους της της κλοπής του οχήματος και των χρημάτων. Περαιτέρω, προβάλλει τη θέση ότι η κατηγορούμενη 1 δεν ήξερε ότι το όχημα ήταν κλεμμένο αφού της είπε ότι το είχε ενοικιάσει και ότι ο λόγος που η κατηγορούμενη 1 ήξερε που βρίσκονταν τα χρήματα τα οποία υπέδειξε στην αστυνομία ήταν επειδή της είχε πει η ίδια που βρίσκονταν αφού ήταν αυτή (δηλαδή η Κατηγορούμενη 2) που έκρυψε τα χρήματα. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε το γεγονός ότι αυτή ήταν και η θέση που προωθήθηκε από την Υπεράσπιση της Κατηγορούμενης 1 κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ήτοι ότι ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 υπέδειξε που βρίσκονταν τα χρήματα ήταν επειδή της είχε πει η Κατηγορούμενη 2 που βρίσκονταν.  

 

Επί της εν λόγω θέσης, άμεσα σχετική είναι η πάγια θέση της νομολογίας, η οποία αποτυπώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λιάτσου Δ., όπως ήταν τότε, στην Guruli v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 263/2017, ημερ. 22.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B160:

 

«..ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί  να προωθήσει η υπεράσπιση, όπως και έγινε στην παρούσα περίπτωση (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικολάου (Αρ.1) 2010 2 ΑΑΔ 525). Όπως και η νομολογία μας επιτάσσει (Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 706), ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητά της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης, εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές ή πιθανότητες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να προβληθούν στην απουσία μαρτυρικού υλικού. Οι όποιες διαζευκτικές πιθανότητες θα πρέπει να είναι τέτοιες, που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.[13]

 

Όπως περαιτέρω τέθηκε στην υπόθεση Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211, η θεωρία της διαζευκτικής εκδοχής λειτουργεί εκεί όπου τα γεγονότα είναι βοηθητικά προς τον κατηγορούμενο, αλλά δεν αναβαθμίζεται σε άξια λόγου εκδοχή, όπου η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν την υποστηρίζει.

 

Εν προκειμένω, η θέση ότι η Κατηγορούμενη 1 γνώριζε που ήταν τα υπόλοιπα χρήματα τα οποία υπέδειξε στον ΜΚ1 επειδή την είχε ενημερώσει προηγουμένως η Κατηγορούμενη 2 που τα είχε τοποθετήσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού δεν συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, από την οποία προκύπτει ότι η ίδια η κατηγορούμενη 1 αυτόβουλα ανέφερε στον ΜΚ1 ότι είχαν κρύψει τα χρήματα στον συγκεκριμένο χώρο που υπέδειξε στον ΜΚ1 λέγοντας ευθαρσώς ότι τα έκρυψαν στον συγκεκριμένο χώρο για να μην τα βρει κανείς. Η θέση αυτή καταδεικνύει σαφώς ενεργό εμπλοκή και ανάμιξη στην αποξένωση της περιουσίας του παραπονούμενου αφού δεν αναμένεται λογικά από κάποιο πρόσωπο που ουδεμία εμπλοκή και ανάμιξη έχει να προσδίδει στον εαυτό του τέτοια ενεργό εμπλοκή. Η πιο πάνω θέση δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μία απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής των ευθυνών της κατηγορούμενης 1.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία η κατηγορούμενη 1 προέβη σε ενοχοποιητικές για την ίδια δηλώσεις στον ΜΚ1 αποδίδοντας στην ίδια ενεργό συμμετοχή και ανάμιξη στο αδίκημα της κλοπής των χρημάτων από τον Παραπονούμενο. Ειδικότερα, προσέγγισε αυτόβουλα τον ΜΚ1 και τον ρωτούσε τι θα γινόταν αν αποκάλυπτε που είναι τα χρήματα αντιλαμβανόμενη προφανώς τις συνέπειες των πράξεων της και εν συνεχεία με ελεύθερη βούληση οδήγησε τον ΜΚ1 και την Σαουρή σε συγκεκριμένο σημείο όπου τους υπέδειξε που βρισκόταν επιμελώς κρυμμένο το υπόλοιπο ποσό των €8.000, ήτοι κάτω από τσιμέντο σε ανοιχτό χωράφι παραδεχόμενη ευθαρσώς ότι είναι σε αυτό το σημείο που έκρυψαν τα χρήματα λέγοντας και πάλι ευθαρσώς ότι αυτό το έκαναν για να μην τα βρει κανείς.  

 

Αξιοσημείωτη ήταν επίσης και η παραδοχή που έγινε κατά την ανακοπή των δύο κοπέλων στις οποίες αναφέρεται ο παραπονούμενος στις 22/9/2025 οι οποίες κατά την ανακοπή παραδέχθηκαν την κλοπή μέρους του ποσού ενώ καθίσταται σαφές από τα όσα εκτυλίχθηκαν στη συνέχεια την ίδια μέρα, ήτοι ότι ο Παραπονούμενος τις οδήγησε στην Αστυνομία και η Αστυνομία συνέλαβε την Κατηγορούμενη 1 και 2 ότι επρόκειτο για τα πρόσωπα που είχε ανακόψει ο παραπονούμενος με το όχημα του.   

 

Έχω υπόψη μου την αρχή ότι ακόμα και η εκούσια ομολογία πρέπει να υποβάλλεται στη βάσανο της σύγκρισης της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και την επισήμανση των στοιχείων ενοχής του κατηγορούμενου που υποστηρίζουν την αυθεντικότητα της ομολογίας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση F. L. H. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2020, ημερομηνίας 31.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:D32 και στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (2012) 2 ΑΑΔ 370, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι στοιχειώδες πως και τη θεληματική ομολογία το Δικαστήριο την   αξιολογεί ... Παγίως, λοιπόν, τα Δικαστήρια εξετάζουν την ομολογία σε συσχετισμό προς την υπόλοιπη μαρτυρία και ανάλογα με τη φύση και την ποιότητα της ως ενοχοποιητικής ή αναιρετικής, αναλόγως. Απαντούν στον κρίσιμο προβληματισμό ως προς το αν αυτή είναι αληθής και αν, εν τέλει, όπως είναι η πεμπτουσία του συστήματός μας, η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται, από την κατηγορούσα αρχή, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία».

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Aburamadan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομ.10/11/2022 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί αναφορικά με την ομολογία ως ακολούθως:

 

«Οι αρχές επί των οποίων εδράζεται η αποδοχή ενοχοποιητικών δηλώσεων, είτε προς την αστυνομία, είτε προς τρίτα πρόσωπα, και η ένταξή τους στον κορμό της μαρτυρίας είναι παγιωμένες.

 

Όπως τέθηκε στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 166:

 

«Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic (1961) C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1994) 2 Α.Α.Δ.65.

 

Στην υπόθεση RvMallinson [1977] CrimLRev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη.»

 

Περαιτέρω, στην Ρ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 253/2017 ημερ. 28.02.19, ECLI:CY:AD:2019:B66 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την ομολογία:

 

«Στην υπόθεση xx xxx Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής ως προς τη σπουδαιότητα της ομολογίας:

 

«Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να τονισθεί ότι η ομολογία ή η παραδοχή στη διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική περίπτωση εξαίρεσης στον εξ ακοής κανόνα. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος, (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 175 και Κωνσταντίνου ν. Αθανασίου (2012) 1 Α.Α.Δ.2012). Η ομολογία εν πάση περιπτώσει είτε δίδεται προς αστυνομικό όργανο, είτε σε τρίτο πρόσωπο, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και γενόμενη σε συνθήκες που δεν είχαν δυσμενώς επηρεάσει το ελεύθερο της παραδοχής ή της βούλησης. Παραμένει δε πάντοτε στην κατηγορούσα αρχή, η υποχρέωση της απόδειξης ότι η ομολογία έγινε ελευθέρως, (Ahmad v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 256), ενώ αν η ομολογία γίνει αποδεκτή, με την ένταξη της στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο έχει την περαιτέρω υποχρέωση να εξετάσει και να αποφασίσει για την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα (R. v. Sfoggaras 22 C.L.R. 13, Volettos v. Republic (1961) C.L.R. 168 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 364).

 

Στο σύγγραμμα Murphy on Evidence 8η έκδ. σελ. 268 κ.ε., εξηγείται η αξία της ομολογίας κατά το Κοινοδίκαιο ως την πιο σημαντική και συχνή εξαίρεση στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας στις ποινικές υποθέσεις. Και, περαιτέρω, ότι δεν έχει σημασία πλέον κατά πόσο η ομολογία γίνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον παραδεχόμενο ή όχι. Η ομολογία, όπως και κάθε άλλη παραδοχή, μπορεί να γίνει προφορικά, εγγράφως, διά συμπεριφοράς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί αρνητικό συμπέρασμα εναντίον του συμφέροντος του ατόμου που προβαίνει στην ομολογία. Όπως εξηγείται στη σελ. 272 του συγγράμματος, η παραδοχή μπορεί να γίνει όχι μόνο σε ανακριτές ποινικής υπόθεσης, συνήθως αστυνομικά όργανα, αλλά ακόμη και στο ίδιο το θύμα του αδικήματος, σε ένα φίλο, σε ένα συγγενή ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Και έχει λεχθεί στην R. v. Mallinson (1977) Crim. L.Rev. 161, ότι η ομολογία, όταν αποδεικνύεται, αποτελεί την καλύτερη διαθέσιμη μαρτυρία. Η αξία της όμως θα πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή ώστε το Δικαστήριο να πείθεται πραγματικά ότι η ομολογία είναι και εθελούσια και αληθής.»

 

Έχοντας κατά νου τη σειρά με την οποία εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα κατά την επίδικη ημέρα όπως αυτά προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, αυτά υποστηρίζουν το γνήσιο  και αληθές των ενοχοποιητικών δηλώσεων της Κατηγορούμενης 1. Επιπλέον, ενώπιον μου δεν υφίσταται άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει ή να αφήνει ως πιθανότητα ότι οι ενοχοποιητικές δηλώσεις της κατηγορούμενης 1, αν και θεληματικές, ήταν αναληθείς ή ότι αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

Είναι κατά την κρίση μου σαφές ως ζήτημα κοινής λογικής πως κάποιος ο οποίος δεν εμπλέκεται ή δεν γνωρίζει κάτι το επιλήψιμο δεν αναμένεται υπό παρόμοιες περιστάσεις να ενεργήσει ως ενήργησε η Κατηγορούμενη 1. Ενδεικτικό του γεγονότος ότι επρόκειτο για γνήσιες και αληθείς ενοχοποιητικές δηλώσεις ήταν και το ότι πριν προβεί σε αυτές στον ΜΚ1 τον ρωτούσε τι επρόκειτο να γίνει εάν αποκάλυπτε που βρίσκονταν τα χρήματα κάτι που αναδεικνύει ότι το κίνητρο για αποκάλυψη της αλήθειας ήταν η επίγνωση της ενοχής της.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Στις 22/9/2025  ο DD ο οποίος κατοικεί στην Λάρνακα στην οδό Τουζ Χανέ, περί ώρα 06:30 περίπου, ενοικίασε μέσω της εφαρμογής της εταιρείας RIDENOW CAR RENTAL LTD το αυτοκίνητο ενοικιάσεως με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας Nissan Note. Από την εφαρμογή μπορείς να αναζητήσεις αυτοκίνητο και σε κατευθύνει στο πιο κοντινό διαθέσιμο. Το αυτοκίνητο ήταν στην οδό Τουζ Χανέ κοντά στο σπίτι του. Μετέβη στο σημείο που ήταν πεζός και το ξεκλείδωσε μέσω της εφαρμογής. Οδήγησε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε έξω από το σπίτι του και ανέβηκε πάνω για να πάρει την κόρη του και να πάνε στο σχολείο. Θυμόταν ότι είχε πατήσει στην εφαρμογή την επιλογή για να κλειδώσει το αυτοκίνητο αλλά δεν ήταν σίγουρος εάν κλείδωσε. Στο αυτοκίνητο είχε αφήσει ένα γκρίζο σακίδιο με τα προσωπικά του αντικείμενα μεταξύ των οποίων και ένας φορητός υπολογιστής καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό των €9.300. Το εν λόγω ποσό ήταν €8000 σε χαρτονομίσματα των €500 και τα υπόλοιπα σε διάφορα άλλα χαρτονομίσματα.

 

Μετά από μερικά λεπτά όταν κατέβηκε κάτω στο σημείο που είχε αφήσει το αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι έλειπε. Μέσω της εφαρμογής είδε ότι το αυτοκίνητο διακινείτο στην πόλη της Λάρνακας. Πήρε ένα άλλο αυτοκίνητο ενοικιάσεως το οποίο είχε στο σπίτι του και ξεκίνησε για να βρει το όχημα το οποίο πρόλαβε στην Αραδίππου και προσπάθησε να το ανακόψει πάνω στον κυκλικό κόμβο. Έκλεισε το δρόμο στην πορεία του αυτοκινήτου και αφού πλησίασε το αυτοκίνητο είδε ότι σε αυτό επέβαιναν 2 νεαρές κοπέλες. Ενώ προσέγγιζε το αυτοκίνητο η οδηγός του οχήματος έκανε ελιγμό πάνω από το διαχωριστικό του δρόμου και τράπηκαν σε φυγή. 

 

Εντόπισε ξανά από την εφαρμογή το αυτοκίνητο εγκαταλελειμμένο στην οδό Γόρδιου Δεσμού στην Αραδίππου με ανοιχτά παράθυρα. Κρύφτηκε σε κοντινή απόσταση, κλείδωσε τις πόρτες μέσω της εφαρμογής αλλά τα παράθυρα παρέμειναν ανοιχτά και περίμενε. Μετά από μερικά λεπτά είδε μια κοπέλα να πλησιάζει το αυτοκίνητο και από τα ανοιχτά παράθυρα έψαχνε κάτι μέσα στο αυτοκίνητο. Την προσέγγισε και μετά από λίγο ήρθε στο μέρος και η άλλη κοπέλα. Κοίταξε στο αυτοκίνητο και είδε ότι τα πράγματα ήταν έξω από το σακίδιο και ο φάκελος στον οποίο βρίσκονταν οι €8.000 ήταν σχισμένος και τα λεφτά έλειπαν. Τους υπέβαλε ότι έκλεψαν το αυτοκίνητο και τα χρήματά του και παραδέχθηκαν ότι είχαν κλέψει περίπου €1.500. Η πρώτη κοπέλα που ανέφερε ότι έψαχνε το αυτοκίνητο έβγαλε από το μανίκι της τα €1.300, του τα έδωσε και του ανέφερε ότι το όνομα της είναι Λάουρα και του έστειλε στην εφαρμογή Whatsapp ένα έγγραφο με τα στοιχεία της το οποίο όμως μετά διέγραψε και δεν πρόλαβε να το φυλάξει. Αυτή ήταν που οδηγούσε το αυτοκίνητο προηγουμένως. Του είπαν όμως ότι δεν πήραν άλλα χρήματα. Ακολούθως τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στην αστυνομία και το αποδέχθηκαν και τις μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου όπου έκανε καταγγελία.

 

Την ίδια μέρα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και 2 εξασφαλίστηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης. Στις 22/9/2025 και ώρα 13:40 η Αστυφύλακας 2837 Χριστίνα Λοΐζου  συνέλαβε την κατηγορουμένη 1 και αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «Δεν θα πω τίποτε». Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 13:47 της παρέδωσε τα έγγραφα των δικαιωμάτων της τα οποία υπέγραψε.  Την ίδια ημέρα και ώρα 15:05 συνέλαβε την κατηγορουμένη 2 και αφού της επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο δεν απάντησε οτιδήποτε.  Στη συνέχεια την ίδια ημέρα και ώρα 15:10 της παρέδωσε τα έγγραφα των δικαιωμάτων της τα οποία υπέγραψε.

 

Στις 22/9/2025 ενώ ο Ε/Αστ. 5325 Νικόλας Φανός (ΜΚ1) ήταν καθήκον στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας η κατηγορουμένη 1 μαζί με την κατηγορουμένη 2 του εξέφρασαν την επιθυμία να του πουν που έβαλαν τα υπόλοιπα χρήματα. Την ίδια μέρα μετέβη με την κατηγορούμενη 1 και τη συνάδελφο του Α/Αστ.  4115, Βασιλική Σαουρή σε ανοιχτό οικόπεδο στην οδό Ανθέων στην Αραδίππου. Η Κατηγορούμενη 1 η οποία μιλούσε μαζί τους άπταιστα ελληνικά και καταλάβαινε τα πάντα τους έδιδε οδηγίες προκειμένου να εντοπίσουν το χωράφι και τους έλεγε που ακριβώς έπρεπε να στρίψουν και να κατευθυνθούν προκειμένου να εντοπίσουν το χωράφι. Ακολούθως, η κατηγορούμενη 1 υπέδειξε τόσο στον ΜΚ1 όσο και στην Α/Αστ.  4115, Βασιλική Σαουρή,  σε ανοιχτό οικόπεδο στην οδό Ανθέων στην Αραδίππου το σημείο που τοποθέτησε το χρηματικό ποσό των €8.000 σε άσπρο φάκελο που βρισκόταν κάτω από κομμάτι τσιμέντου. Αφού ο ΜΚ1 της επέστησε την προσοχή της στον νόμο η κατηγορούμενη 1 απάντησε «Δαμέ είναι που τα χώσαμε. Δαμέ εβάλαμε τα λεφτά για να μεν τα έβρει κανένας». Κατά τη συμπλήρωση του εντύπου υπόδειξης σκηνών – Τεκμήριο 7 ήταν παρόντες τόσο ο ΜΚ1 όσο και η συνάδελφος του Α/Αστ.  4115, Βασιλική Σαουρή. Η Σαουρή συμπλήρωσε το έντυπο υπόδειξης σκηνών καταγράφοντας τα λεγόμενα της Κατηγορούμενης 1 στην παρουσία τόσο του ΜΚ1 όσο και της  Α/Αστ.  4115, Βασιλική Σαουρή. Η Κατηγορούμενη 1 προέβη ελεύθερα στη συγκεκριμένη υπόδειξη  σε ανοικτό χωράφι κοντά σε περιτοίχισμα όπου τα χρήματα ήταν κάτω από κομμάτι το οποίο ήταν τσιμέντο και το οποίο μπορούσε να σηκωθεί από κάτω αφού δεν ήταν κολλημένο. Το συγκεκριμένο χωράφι που υποδείχθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και στο οποίο εντοπίστηκε κάτω από τσιμέντο το υπόλοιπο ποσό των €8.000 που είχε κλαπεί από τον παραπονούμενο ήταν κενό χωράφι και δεν θα μπορούσε οποιοδήποτε πρόσωπο να γνωρίζει ότι υπήρχαν εκεί αυτά τα χρήματα.

 

Στις 23/9/2025 η Αστυφύλακας 2837 Χριστίνα Λοΐζου  έλαβε ανακριτική κατάθεση από την 1η κατηγορουμένη στην παρουσία διερμηνέως και του δικηγόρου της στην οποία σε όλες τις ουσιώδεις ερωτήσεις  που της τέθηκαν απάντησε πως ότι έχει να πει θα το πει στο δικαστήριο. Στις 24/9/2025 μεταξύ των ωρών 13:05 – 15:10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη 2 στην παρουσία του δικηγόρου και κηδεμόνα της στην οποία παραδέχεται την διάπραξη εκ μέρους της του αδικήματος της κλοπής του οχήματος και των χρημάτων.

 

Στις 24/9/2025 και ώρα 15:30 τα χρήματα παραδόθηκαν στον παραπονούμενο.

 

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης 1 στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη 1 το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[14] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[17] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

 

Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[18]

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Ως προαναφέρθηκε, η 2η κατηγορία αφορά τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής που προνοείται στο άρθρο 255[19] του Κεφ. 154. Το αδίκημα της κλοπής, με βάση τα άρθρα 255 και 262 του Κεφ. 154, στοιχειοθετείται όταν κάποιος, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά τον χρόνο απόκτησης, να αποστερήσει μόνιμα τον ιδιοκτήτη από αυτό.[20] Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 255(3). Σε ότι αφορά το στοιχείο της δολιότητας έχει νομολογηθεί ότι ο όρος "δολίως" (fraudulently) σημαίνει "σκόπιμα και εκ προθέσεως".[21] Στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486 επαναλήφθηκε, με παραπομπή στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η πρόθεση, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα και πως άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του.

 

Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει και κατηγορία για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

Στην υπόθεση Λαζάρου v. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 633 με παραπομπή και στην Gani ν. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 134 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί και εφαρμόζονται αναφορικά με την συνωμοσία. Ειδικότερα, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ’ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ’ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).»

 

Το αδίκημα λοιπόν της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα και προς στοιχειοθέτηση της απαιτείται η απόδειξη συμπληρωμένης συμφωνίας που αποτελεί ζήτημα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Απαιτείται περαιτέρω και η ένοχη διάνοια κάθε συνωμότη που συνίσταται στην πρόθεση εκτέλεσης του παράνομου σκοπού.[22] Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε άλλο πέραν από τη συμφωνία. Είναι δε αδιάφορο αν οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας. Ακόμα και σε περίπτωση που κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για διάπραξη ενός αδικήματος δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (βλ. Λαζάρου (ανωτέρω)).

 

Από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προκύπτει ότι για απόδειξη του αδικήματος της συνωμοσίας απαιτείται η ύπαρξη συμφωνίας για διάπραξη αδικήματος που εδώ είναι αυτό της κλοπής.

 

Επανερχόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, καθίσταται σαφές από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ότι η κατηγορούμενη 1 χωρίς την συναίνεση του παραπονούμενου, απέκτησε κατοχή και δόλια ιδιοποιήθηκε την περιουσία, ήτοι το ποσό των €9.300 που ανήκε παραπονούμενο χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου και με σκοπό την μόνιμη αποστέρηση της από αυτόν. Όταν αντιλήφθηκε τις συνέπειες της πράξης της και έχοντας επίγνωση ενοχής με την ελεύθερη βούληση της αποκάλυψε το σημείο που τοποθέτησε τα χρήματα που είχε με δόλιο τρόπο ιδιοποιηθεί αναφέροντας ευθαρσώς μάλιστα ότι ο σκοπός της απόκρυψης τους στο συγκεκριμένο σημείο ήταν προκειμένου αυτά να μην εντοπιστούν.

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης 1 κατά την επίδικη ημέρα όπως αυτή προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής και ειδικότερα την ανησυχία με την οποία διακατεχόταν μετά τη σύλληψη της και την οποία εξέφρασε στον ΜΚ1 ρωτώντας τον πριν του υποδείξει που ήταν τα χρήματα τι επρόκειτο να συμβεί σε περίπτωση που απεκάλυπτε που ήταν τα υπόλοιπα χρήματα.

 

Όσον αφορά την μετέπειτα συμπεριφορά δράστη ενός εγκλήματος στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη, 2η έκδοση σελ. 570-571, αναφέρεται ότι:  

 

«Υπό προϋποθέσεις, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως περιστατική μαρτυρία ενοχής υπό τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης ψεμάτων του κατηγορούμενου ως ενισχυτικής (ή περιστατικής) μαρτυρίας [βλ. Κεφάλαιο 13 - ενισχυτική μαρτυρία] (Shaib v Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 188/2014, ημερ. 17.7.15, Steer v R (2008) A Crim R 106, Quinland v R (2006)164 A Crim R. 106). Τέτοιο συμπέρασμα που πρέπει να συνάδει με συμπεριφορά σχετιζόμενη μόνο με ενοχή του κατηγορούμενου στο επίδικο αδίκημα και όχι σε άλλο αδίκημα ή ξένους προς το επίδικο αδίκημα λόγους (R v Cook (2004) NSWCCA 52) μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη σκηνή του εγκλήματος, επιχείρησε να αντισταθεί κατά τη σύλληψη ή παρέλειψε να εμφανιστεί στη δίκη. Παρόμοια συμπεράσματα του μπορεί να εξαχθούν από ενέργειες του να αποκρύψει ή να καταστρέψει μαρτυρία…»

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα  Ποινική Έφεση Αρ.: 214/2021, 20 Δεκεμβρίου 2023, απασχόλησε το Εφετείο η προσπάθεια διαφυγής και απόκρυψης του κατηγορούμενου ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας, το οποίο εντάσσεται, ως υπέδειξε το Εφετείο, στην ενότητα «συμπεριφορά κατά ή μετά το αδίκημα». Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Όπως συνάγεται, μια τέτοια επίμαχη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου εξετάζεται, κατ' αναλογίαν πάντα, με τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης δηλώσεων οι οποίες δυνατόν να συνιστούν ψεύδη κατηγορουμένου για σκοπούς τυχόν ενίσχυσης άλλης μαρτυρίας (Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 260). Κατ' αναλογίαν λοιπόν, για να αποτελέσει η εξεταζόμενη εδώ συμπεριφορά περιστατική μαρτυρία θα πρέπει να είναι: (i) σκόπιμη, (ii) να αφορά σε ουσιώδες ζήτημα (iii) να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία ή με παραδοχή και (iv) το κίνητρο για αυτή να είναι η επίγνωση ενοχής και η ανησυχία για την αποκάλυψη της αλήθειας.»

 

Επανερχόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, καθίσταται σαφές από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ότι η κατηγορούμενη 1 την επίδικη ημέρα και αφού συνελήφθη εξέφραζε την ανησυχία της προς τον ΜΚ1 τον οποίο ρωτούσε τι επρόκειτο να γίνει σε περίπτωση που απεκάλυπτε που ήταν τα χρήματα αποφασίζοντας τελικά να αποκαλύψει το συγκεκριμένο σημείο το οποίο και υπέδειξε στον ΜΚ1. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές, ως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, ότι ως ζήτημα κοινής λογικής κάποιος ο οποίος δεν εμπλέκεται ή δεν γνωρίζει κάτι το επιλήψιμο δεν αναμένεται υπό παρόμοιες περιστάσεις να έχει αυτή την αντίδραση, ήτοι ανησυχία ως προς το τι πρόκειται να συμβεί σε περίπτωση αποκάλυψης του σημείου που βρίσκονταν τα χρήματα. Συνεπώς, το κίνητρο της κατηγορούμενης 1 ήταν η επίγνωση ενοχής και η εν λόγω συμπεριφορά της δεν επιδέχεται άλλης λογικής ερμηνείας ή εξήγησης εκτός από επίγνωση της ενοχής της και αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενοχής της κατηγορούμενης 1.

 

Περαιτέρω, από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά αναφύονται μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί και η συμφωνία μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 με άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής αφού όπως ευθαρσώς παραδέχθηκε η Κατηγορούμενη 1 έκρυψαν (δηλαδή ενήργησε μαζί με άλλο πρόσωπο – ταυτόχρονα η Κατηγορούμενη 2 στην ανακριτική της κατάθεση παραδέχεται την κλοπή) την κλοπιμαία περιουσία που βρισκόταν μέσα στο όχημα του παραπονούμενου, ήτοι τα χρήματα, σε συγκεκριμένο σημείο εκτός του οχήματος και τούτο έγινε γιατί ήθελαν να τα «χώσουν» (δηλαδή η κατηγορούμενη 1 ενεργώντας με άλλο πρόσωπο) και για να «μεν τα έβρει» κανένας. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης έχει αποδειχθεί τόσο η ύπαρξη συμπληρωμένης συμφωνίας όσο και η ένοχη διάνοια που συνίσταται στην πρόθεση εκτέλεσης του παράνομου σκοπού.

 

Τέλος, σε ότι αφορά το μέρος των λεπτομερειών του αδικήματος της 2ης κατηγορίας σε σχέση με την κλοπή του οχήματος από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η κλοπή και του οχήματος εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1. Η απόδειξη μέρους των λεπτομερειών της 2ης κατηγορίας δεν αποτελεί πρόβλημα για την καταδίκη της Κατηγορούμενης 1 στη 2η Κατηγορία, αφού τέτοια δυνατότητα παρέχεται από το Άρθρο 85(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι για απόδειξη μέρους κατηγορίας, νοουμένου ότι αυτό το τμήμα συνιστά αδίκημα, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση αφού έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η κλοπή του χρηματικού ποσού των €9.300.[23]

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 1ης και 2ης Κατηγορίας.

 

Καταληκτικά, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει.  

 

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[9] Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 590.

[10] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.

[11] βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 38, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 790, Narmania κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 4/2018 και 5/2018, 3/4/2019, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2017, 31/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B202 )

[12] βλ. Petrov v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.162/2020, ECLI:CY:AD:2021:B241 ημερομ. 8/6/2021, Miliotis v. The Police (1971) 2 CLR 292)

[13] βλ. και Αγγελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 70/2017, ημερ. 27.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B90, ECLI:CY:AD:2018:B90, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 59/2020, ημερ. 27.5.2021 Χρίστου ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019).

[14] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[15] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[16] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[17] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[18] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018,  Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.

[19] 255.-(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

 

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

 

(i) με τέχνασμα

 

(ii) με εκφοβισμό

 

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

 

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

 

(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

 

(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

 

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.

[20] Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486 Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 C.L.R. 382 Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 C.L.R. 174, Ευθυμίου Ιωάννης ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 861, Κουμπαρή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, ECLI:CY:AD:2020:B151, 11/5/2020 R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466).

[21] Ηλίας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 14 Κουλέρμου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 179/2015, 20/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:B372)

[23] Mehmet vPolice (1970) 2 C.L.R. 62 και Apollon Lemesou Basketball Ltd v. Διευθύντριας Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ.: 91/2022, 31/7/2025

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο