ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Α. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3227/2025, 9/1/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Α. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3227/2025, 9/1/2026

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 3227/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ν

1.Δ. Μ.

2.Α. Α.

     

                                                        Κατηγορούμενoι

 

Ημερομηνία: 09/01/2026

 

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για τον Κατηγορούμενο 2: Γ. Πολυχρόνης με τον κ. Γ. Εφφέ

 

Κατηγορούμενος παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

               Ο κατηγορούμενος 2 («ο κατηγορούμενος») μετά από δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος στην πρώτη και μοναδική κατηγορία που του καταλογίζεται αυτήν της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β' και συγκεκριμένα 1,985 κιλά κάνναβης κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 όπως τροποποιήθηκε.

 

 

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα: (παρατίθενται αυτολεξεί)

 

Στις 06/04/25 μέλη της ΥΚΑΝ έθεσαν υπό παρακολούθηση περιοχή στον συνοικισμό Καμάρων στην Λάρνακα, όπου ο κατηγορούμενος διατηρεί λυόμενο υποστατικό, προς διερεύνηση πληροφορίας για διακίνηση ναρκωτικών. Εκεί είδαν άλλο πρόσωπο (τον 1ο κατηγορούμενο) να εξέρχεται και  κινήθηκαν προς το μέρος του με σκοπό την έρευνα. 

 

 Όταν ο (2ος) κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας έκλεισε την πόρτα του υποστατικού. Στην συνέχεια μέλη της ΥΚΑΝ είδαν έναν αντικείμενο να ρίχνεται έξω από παράθυρο δωματίου στο πίσω μέρος του υποστατικού και από το ίδιο παράθυρο να βγαίνει ο  κατηγορούμενος.  Αφού αυτός ανακόπηκε και ελέγχθηκε το αντικείμενο που είχε ρίξει από το παράθυρο και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για νάιλον συσκευασία με κάνναβη. Από το παράθυρο ήταν ορατή ακόμα μια όμοια συσκευασία πάνω σε κρεβάτι. Ο  κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του για έρευνα του υποστατικού, παραλήφθηκαν οι δύο συσκευασίες με την κάνναβη και αυτός συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής των ναρκωτικών.

 

Από τις εξετάσεις των τεκμηρίων προέκυψε ότι οι δύο συσκευασίες περιείχαν κάνναβη συνολικού βάρους 1,985 κιλού, μέσης περιεκτικότητας δραστικής ουσίας THC.

 

Ο κατηγορούμενος παρέμενε υπό κράτηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης.

 

Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια καταδίκη από το Κακουργιοδικείο  Λάρνακας στην υπόθεση Χ/21 σε κατηγορίες Κατοχής  Ελεγχόμενου φαρμάκου με Σκοπό την Προμήθεια, όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 1 έτους, με ημερομηνία διάπραξης 30/12/2020 και ημερομηνία καταδίκης 31/05/2021.

 

               Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στη γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, εστιάζεται αφενός στις ιδιάζουσες, όπως τις χαρακτηρίζει, συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και αφετέρου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου προβάλλοντας ως προεξάρχον μετριαστικό παράγοντα ότι ο κατηγορούμενος  έχει πρωταρχικό ρόλο στη φροντίδα και αναμόρφωση των ανηλίκων παιδιών του. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου ο συνδυασμός των προσωπικών του περιστάσεων με τις ιδιάζουσες συνθήκες διάπραξης του αδικήματος είναι τέτοιας ισχύος που εισηγείται ότι "εξανεμίζει τον παράγοντα της αποτροπής και της ειδικής πρόληψης'' σε συνδυασμό πάντα με τις λοιπές προσωπικές του περιστάσεις.

 

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημά το οποίο διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πολύ σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η  δια βίου φυλάκισης.

 

Επισκόπηση της Νομολογίας φανερώνει ότι η ανησυχία για την κοινωνική μάστιγα των ναρκωτικών, «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», ως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί, αποτυπώνεται στις Δικαστικές Αποφάσεις και αντανακλάται στο ύψος των ποινών που επιβάλλουν (Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240). Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2021, ημερομηνίας 19/01/2024).Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο.  Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου,  το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.

 

Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 74/2021 (Σχετική Ποινική Έφεση 95/2021), ημερομηνίας 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 89-91/2023, ημερομηνίας 13/06/2024). Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερομηνίας 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής. (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 71/2022, ημερομηνίας 01/12/2022).

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση, ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν. Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν. Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν. Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711). Πιο συγκεκριμένα στην Valdez κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 144/16, ημερομηνίας 21/02/2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει, κατέχει ή φυλάττει. 

 

Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι το διαπραχθέν από τον Κατηγορούμενο αδίκημα, παρουσιάζει έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Τούτων λεχθέντων, αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα και δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω, έχοντας πάντα υπόψη ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερές της περιστάσεις.

 

               Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έγκειται στην κατοχή μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β' περί των δύο κιλών κάνναβης μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία ΤΗC. Δεν μας διαφεύγει ότι μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ουσιών, ούτε και φαίνεται να ηγείται ή να εμπλέκεται σε οργανωμένη επιχείρηση διακίνησης τους και ο ρόλος του φαίνεται ότι περιορίζεται στην κατοχή τους. Συμφώνως δε του δικηγόρου του γι' αυτές του τις υπηρεσίες δεν είχε να λάβει κανένα οικονομικό όφελος και ως εκ τούτου θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από άλλες του είδους της όπου τα κατηγορούμενα πρόσωπα έχουν γνώμονα το κέρδος για τη συμμετοχή τους στο σχέδιο κατοχής ή προμήθειας ναρκωτικών ουσιών. Ως θέτει η πλευρά της Υπεράσπισης ο κατηγορούμενος δέχτηκε να φυλάξει για μερικές ώρες τις ναρκωτικές ουσίες μετά από παράκληση φιλικού του προσώπου στο οποίο είχε προσωπική υποχρέωση- υπό τη μορφή δηλαδή χατηριού- αφού του λέχθηκε από το εν λόγω φιλικό πρόσωπο ότι χρειαζόταν την αρωγή του καθότι είχε πληροφορίες για έρευνα στο υποστατικό του. Συμφώνως του συνηγόρου του, ο κατηγορούμενος συναίνεσε να βοηθήσει τον φίλο του "με την ηλίθια και βλακώδη σκέψη, ότι όλα θα παν καλά καθότι η εμπλοκή του θα ήταν πολύ περιορισμένη αφού θα έκρυβε τα ναρκωτικά για λίγες ώρες και μετά θα τα επέστρεφε". Είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι λίγο μετά που δέχτηκε τη φύλαξη των επίδικων ναρκωτικών εμφανίστηκε στον χώρο η Αστυνομία και ακολούθησε η ανεύρεση τους στην κατοχή του. Με αυτά τα δεδομένα αποτελεί εισήγηση του κ. Πολυχρόνη ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου στην παρούσα είναι ακόμα μικρότερης σημασίας από τον κλασικό ρόλο που έχει ένας αποθηκάριος ή μεταφορέας ναρκωτικών κυρίως τόσο λόγω της ολιγόλεπτης κατοχής τους, όσο και της μη εξασφάλισης οποιουδήποτε οφέλους ή οικονομικού κέρδους, παραπέμποντας σχετικά στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας με αριθμό 36943/12 Δημοκρατία ν. Νίκου Ιωάννου κ.α απόφασης ημερομηνίας 12/6/2013.

 

Όσον αφορά στο ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι είχε αποδεχτεί να φυλάξει τα ναρκωτικά  χωρίς χρηματικό όφελος, ως μέσο εξάλειψης προσωπικής υποχρέωσης σε φιλικό του πρόσωπο. Δεν μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε με την εισήγηση του κ. Πολυχρόνη ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε όφελος από την συμμετοχή του, αφού μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι αυτός συμμετείχε με τη θέληση του σε έκτακτο σχέδιο για τη προσωρινή φύλαξη των ναρκωτικών, ώστε να υποβοηθήσει το φιλικό του πρόσωπο να τα αποκρύψει από την Αστυνομία (αφού ως μας λέχθηκε το φιλικό του πρόσωπο επικαλούμενο τη φιλία τους και την προσωπική χάρη που του όφειλε του ζήτησε να τα φυλάξει επειδή είχε πληροφορίες ότι θα ερευνείτο από την Αστυνομία) και η εξάλειψη τούτης της υποχρέωσης ήταν το όφελος του κατηγορούμενου. Επιπλέον, αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος του, μολονότι περιορισμένος, ήταν σημαντικός στην αλυσίδα διαφύλαξης των ναρκωτικών εξυπηρετώντας τον απώτερο στόχο και σκοπό : τη διακίνηση των ναρκωτικών και διάδοσή τους στην κοινωνία η οποία χωρίς την ενδιάμεση υποστήριξη του κατηγορούμενου,  θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Δεν μας διαφεύγει βέβαια, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, διαμεσολαβητές ή ενδιάμεσους συνεργάτες. Η ίδια όμως νομολογία, παράλληλα, επισημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως καταλυτικής σημμασίας ελαφρυντικό στοιχείο,  ο περιορισμένος ρόλος του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2021, ημερομηνίας 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

(τονισμός δικός μας)

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα σε ανάγκη ή ευάλωτα ή υποχρεωμένα προς αυτούς, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Ξεκινούμε τονίζοντας ότι, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66). Τούτων λεχθέντων, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην οικία του Κατηγορούμενου, με τον τρόπο που στα γεγονότα έχει εκτεθεί, κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή του είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

               Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη στον βαθμό που η Νομολογία έχει υποδείξει ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις κατηγορουμένων προσώπων  σε υποθέσεις ναρκωτικών όλα όσα έχουν αναφερθεί ενώπιον μας τόσο μέσω της γραπτής αγόρευσης του κ. Πολυχρόνη, όσο και μέσα από τη Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Οφειλουμε να τονίσουμε ότι ενώπιόν μας έχουν εκτεθεί με ιδιαίτερη λεπτομέρεια οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, οι οποίες και λαμβάνονται υπόψη. Συγκεκριμένα προσμετρούμε τις προσωπικές περιστάσεις τόσο του κατηγορουμένου όσο και των μελών της οικογένειάς του που έχουν ως ακολούθως:

Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 25/8/1988. Είναι το μεσαίο από τα τρία τέκνα πενταμελούς οικογένειας, η οποία διασαλεύθηκε ως οικογενειακό σχήμα όταν οι γονείς του χώρισαν, όταν ο κατηγορουμένος ήταν σε ηλικία πέντε ετών. Η διάσταση και ο χωρισμός των γονέων του οδήγησαν στην αποξένωσή του από τον πατέρα του, κατάσταση στην οποία συνέδραμε και η μητέρα του. Η απουσία πατρικής φιγούρας τον στιγμάτισε σε προσωπικό επίπεδο.

Τα δύσκολα παιδικά του χρόνια είχαν αντίκτυπο και στην εκπαίδευσή του. Φοίτησε μέχρι την πρώτη τάξη της Τεχνικής Σχολής και στη συνέχεια εργάστηκε στις οικοδομές. Δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία λόγω αδυναμίας προσαρμογής στο στρατιωτικό περιβάλλον και συνέχισε να εργάζεται στις οικοδομές μέχρι την ηλικία των 21 ετών, οπότε ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα με μοτοσικλέτα, το οποίο του άφησε μόνιμα κατάλοιπα μέχρι και σήμερα. Μετά το τροχαίο ατύχημα, παρέμεινε κλινήρης για περίοδο 18 μηνών και υποβλήθηκε σε σειρά χειρουργικών επεμβάσεων, ενώ φέρει μεταλλικές πλάκες σε χέρι, πόδι και ώμο. Μετά το ατύχημα και μέχρι το 2015 λάμβανε αναπηρικό επίδομα, το οποίο μειώθηκε όταν άρχισε να εργάζεται το 2015.

Συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 2020 για υπόθεση για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών και αποφυλακίστηκε τον Ιανουάριο του 2023. Μετά την αποφυλάκισή του αγόρασε πλυντήριο αυτοκινήτων, το οποίο όμως αναγκάστηκε να πωλήσει λόγω υπολειτουργίας, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης προσωπικού. Ακολούθως ασχολήθηκε με την επιδιόρθωση και μεταπώληση μοτοσικλετών, καθώς και με περιστασιακή εργασία στις οικοδομές.

Αντιμετωπίζει προβλήματα με την οδοντοστοιχία του, ενώ υπάρχει σοβαρή ένδειξη διαβήτη. Η σύζυγός του είναι Φιλιππινεζοκυπριακής καταγωγής και έχει βιώσει κοινωνική απομόνωση λόγω των ασιατικών χαρακτηριστικών της. Η σύζυγος του κατηγορουμένου έχει ένα παιδί ηλικίας 18 ετών από προηγούμενη σχέση, ενώ με τον κατηγορούμενο απέκτησαν δύο παιδιά ηλικίας 8 και 6 ετών.

Η οικογένεια διαμένει σε μικρή ιδιόκτητη κατοικία, την οποία ο κατηγορούμενος ανήγειρε σταδιακά με χρήματα που έλαβε ως αποζημίωση για το τροχαίο ατύχημα, καθώς και με οικονομική στήριξη από τον πατέρα του. Η σύζυγός του μετά την προφυλάκισή του κατηγορούμενου στην παρούσα δεν εργάζεται, καθότι είναι επιφορτισμένη με τη φροντίδα των ανήλικων παιδιών, ιδίως μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου, καθώς και με τη μεταφορά και φροντίδα του πατέρα της, ο οποίος έχει διαγνωστεί με καρκίνο.

Ο κατηγορούμενος, αναφέρθηκε ότι ενεργεί ως πατρική φιγούρα για τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του αδελφού του, ο οποίος πάσχει από σοβαρότατα προβλήματα ψυχικής υγείας, έχει διαζευχθεί και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ευρισκόμενος απομακρυσμένος από τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του ηλικίας 17, 16, 12 και 10 ετών. Σημειώνεται φυσικά και αυτό είναι σημαντικό ότι τα τέκνα του αδελφού του διαμένουν με την μητέρα τους και πρώην σύζυγο του αδελφού του η οποία έχει την φροντίδα και μέριμνά τους.

Ο πατέρας του κατηγορουμένου εργάζεται ως οικοδόμος, ενώ η μητέρα του διατηρεί ινστιτούτο αισθητικής, στο οποίο περιστασιακά βοηθούσε η σύζυγος του κατηγορουμένου μέχρι την προφυλάκισή του για την παρούσα υπόθεση.

Επιπλέον , ως αναφέρεται από τον κ. Πολυχρόνη, ο κατηγορούμενος, μετά την προφυλάκισή του, εργάζεται στην καντίνα των Φυλακών, παρακολουθεί μαθήματα στο σχολείο των Φυλακών και αποτελεί υπόδειγμα κρατουμένου.

Ενώπιον μας τέθηκε επίσης έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία αναφέρεται στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Παρατηρείται μικρή απόκλιση μεταξύ των όσων αναφέρθηκαν από τον κ. Πολυχρόνη σε σχέση με τα ζητήματα υγείας του κατηγορουμένου, καθότι στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε προβλήματα υγείας, ενώ στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής γίνεται αναφορά σε χορήγηση ινσουλίνης κατόπιν ένδειξης διαβήτη, σε μόνιμα κατάλοιπα συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, καθώς και σε προβλήματα οδοντοστοιχίας. Περαιτέρω, εντοπίζουμε ότι στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο περιστασιακή χρήση χόρτου, στοιχείο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής.

Δεδομένης της μη αμφισβήτησης από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής των όσων σχετικών αναφέρθηκαν από τον κ. Πολυχρόνη, αλλά και της υιοθέτησης από τον τελευταίο  του περιεχομένου της έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα προκύπτουν από τις αναφορές αυτές είτε ως μετριαστικοί  είτε ως επιβαρυντικοί παράγοντες.

               Θα σταθούμε ιδιαίτερα στον προεξάρχοντα λόγο που τίθεται από πλευράς του κ. Πολυχρόνη, αυτό του πρωταρχικού ρόλου του κατηγορουμένου στη φροντίδα των ανηλίκων παιδιών του προς υποστήριξη του οποίου παρουσιάστηκε ενώπιον μας έκθεση του Χάρη Αντωνίου εγγεγραμμένου σχολικού ψυχολόγου ημερομηνίας 11/12/2025. Στην έκθεση αναφέρεται ότι τα ανήλικα παιδιά του κατηγορούμενου ηλικίας 8 και 6 ετών άρχισαν να επισκέπτονται τον σχολικό ψυχολόγο λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του πατέρα τους τον Μάη του 2025 και έκτοτε παρακολουθούνται. Πέραν της αιφνίδιας απομάκρυνσης του πατέρα από την οικία με τη σύλληψη του, η οποία, δυστυχώς, έγινε τη μέρα που γιόρταζε τα γενέθλια του το μικρότερο παιδί του, ο ψυχολόγος Αντωνίου, εντοπίζει σωρεία θεμάτων συνδεδεμένα με την πατρική αποξένωση. Εξηγείται  στη έκθεση του σχολικού ψυχολόγου, ότι το μεγαλύτερο παιδί αντιλαμβανόμενο την κατάσταση ανησυχεί κυρίως για τον κοινωνικό αντίκτυπο του εγκλεισμού του πατέρα του φοβούμενος ότι θα γίνει αντικείμενο συζήτησης και σχολιασμού, σε αντίθεση με το μικρότερο αγόρι που βιώνει πολύ έντονα την απουσία του πατέρα του από το σπίτι, έχει ξαφνικά και συχνά ξεσπάσματα κλάματος και παρουσιάζει ενδείξεις παιδικής αντιδραστικής θλίψης και συναισθηματικής ανασφάλειας. Προκύπτει τόσο έντονη επιθυμία του για σύνδεση με τον πατέρα του που το μικρό παιδί  χτύπησε άλλο παιδί στο σχολείο ώστε, ως ανέφερε, «να πάει φυλακή για να είναι με τον πατέρα του». Η όλη κατάσταση, σύμφωνα με την έκθεση που τέθηκε ενωπιόν μας επηρεάζει και τη μητέρα, σύμφωνα με τον σχολικό ψυχολόγο, αφού καλείται να διαχειριστεί τις έντονες αντιδράσεις των παιδιών και συχνά δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Επιπλέον, αναφέρεται ότι τα επισκεπτήρια των παιδιών στη φυλακή δεν προσφέρουν ανακούφιση στα παιδιά, αλλά ενισχύουν το αίσθημα της απώλειας και οδηγούν σε νέες τραυματικές εμπειρίες. Εκφράζει τη θέση ότι ο πατέρας βιώνει και ο ίδιος το βάρος της συναισθηματικής κατάστασης των παιδιών και έχει επηρεαστεί και ο ίδιος, θέση όμως στην οποία καταλήγει μόνο μέσω των αναφορών που του έχουν γίνει από τη μητέρα.

 

            Είναι η θέση του κ. Πολυχρόνη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο σταθερός ο κύριος φροντιστής των παιδιών, προστάτης της οικογένειας του αφοσιωμένος έχοντας ως κέντρο της ζωής του τα δύο ανήλικα παιδιά του και τη σύζυγο του. Συνδυάζει, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο τους ρόλους του συζύγου, του πατέρα, του νονού και του θείου. Θεωρεί ότι η επίδραση και οι συνέπειες που ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου στη φυλακή έχει για τα ανήλικα παιδιά του, αφού είχε τον πρωταρχικό και ηγετικό ρόλο στη φροντίδα και αναμόρφωση τους όπως έχει αναλυθεί από την αγγλική νομολογία, επιτρέπει την επιεικέστερη μεταχείριση του. Ο κ. Πολυχρόνης έχει αναφερθεί σε αποφάσεις του Ποινικού Εφετείου της Αγγλίας (R v Petherick [2012] EWCA Crim 2214, R v Bishop [2011] EWCA Crim 1446, R v Tamang [2024] EWCA Crim 62) το οποίο όντως έχει καταστήσει σαφές ότι όταν εξετάζεται η επιβολή άμεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής σε κατηγορούμενο που είναι ο μοναδικός γονέας ή κύριος προστάτης ανήλικων εξαρτώμενων τέκνων, ο αντίκτυπος της ποινής στα παιδιά συνιστά κεντρικό σημείο για την εξατομίκευση της ποινής του και όχι απλώς παράπλευρη συνέπεια.

 

               Έχουμε διεξέλθει την Αγγλική νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Πολυχρόνης ειδικότερα με τον τρόπο που συνυπολογίζονται ως μετριαστικός παράγοντας οι δυσμενείς συνέπειες σε τρίτα συγγενικά ή άλλως πως εξαρτώμενα από τον κατηγορούμενο πρόσωπα από τον τυχόν εγκλεισμό του. Έχουμε ανεύρει από μελέτη μας και πιο πρόσφατη νομολογία του Αγγλικού Εφετείου ( R v. Farebrother (2025) EWCA Crim 672) όπου άμεση ποινή φυλάκισης 24 μηνών αντικαταστάθηκε από ποινή φυλάκισης με αναστολή μαζί με επιπρόσθετες οδηγίες για επιβλεπόμενη κοινοτική εργασία σε γυναίκα που κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής ήταν έγκυος και η μοναδική γονέας δύο μικρών παιδιών ηλικίας 6 και 4 ετών. Αυτή η νομολογία επιβεβαίωσε ότι ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις ναρκωτικών, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι κύριος ή μοναδικός φροντιστής ανήλικων τέκνων μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποινής ή ακόμα και σε αναστολή άμεσης φυλάκισης αν οι περιστάσεις το επιτρέπουν.

 

               Ωστόσο, διαχρονικά, στην Κύπρο,  ο επηρεασμός τρίτων (ακόμα και συγγενικών ανηλίκων) προσώπων από τυχόν εγκλεισμό ενός κατηγορουμένου, εξετάζεται στο πλαίσιο των προσωπικών συνθηκών του, σε συνδυασμό πάντα, και με την ευθύνη και το χρέος του απέναντι στα πρόσωπα αυτά και την όποια εξάρτηση τους, όταν αποφασίζει να σταθεί ενάντια στον νόμο. Στην βάση της διαχρονικής αυτής νομολογίας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως (ήτοι κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την  προμήθεια και άλλων αδικημάτων που παρουσιάζουν έξαρση), λαμβάνονται ναι μεν υπόψη, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί, πλην όμως δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία –ιδίως για τη νεολαία– από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).

 

                Κρίνουμε στο σημείο αυτό, σημαντικό να σημειώσουμε, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να παραγνωρίζουμε τον ρόλο του κατηγορούμενου ως πατέρα και τη σύνδεση των ανηλίκων τέκνων του με αυτόν, ως με γλαφυρότητα αναδεικνύεται μέσα από την προαναφερόμενη έκθεση του ψυχολόγου, ότι τούτος δεν αποτελεί τον αποκλειστικό ή κύριο προστάτη των τέκνων, ακόμα και με την έννοια που έχει δοθεί σε αυτούς τους όρους από την πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική νομολογία, αφού αφενός τα τέκνα διαμένουν και βρίσκονται υπό τη συνεχή φροντίδα και προστασία της μητέρας τους (η οποία μάλιστα έπαψε να εργάζεται με σκοπό την ανάληψη της πλήρους φροντίδας και των υποχρεώσεων των ανηλίκων) και αφετέρου, για σεβαστό χρονικό διάστημα (περίπου δύο έτη) σε πιο τρυφερή ηλικία, τα τέκνα του κατηγορούμενου διαβιούσαν αποκλειστικώς με τη μητέρας τους μετα τον εγκλεισμό του στο πλαίσιο της προηγούμενης καταδίκης , χωρίς στη βάση των όσων σχετικών έχουν τεθεί ενώπιον μας να προκύπτει οποιοσδήποτε επηρεασμός των ανηλίκων. Είμαστε όμως της άποψης, παρά το γεγονός ότι προσμετρούμε ως μετριαστικό παράγοντα για σκοπούς επιβολής της παρούσας ποινής το ρόλο του κατηγορούμενου ως πατέρα, ότι κανένα παιδί δεν μπορεί να ενεργήσει ως ασπίδα προστασίας για τον γονέα του. Είναι οι γονείς που οφείλουν να ενεργούν ως ασπίδα προστασίας για τα παιδιά τους ειδικά ένας γονέας με το προφίλ του κατηγορούμενου που γνωρίζει από τη βιωματική του εμπειρία τις συνέπειες της ανατροφής σε μια οικογένεια με απομακρυσμένη την πατρική φιγούρα και ακόμη περισσότερο έχοντας καταδικαστεί και φυλακιστεί σε προγενέστερο στάδιο για αδικήματα ναρκωτικών και έχοντας ήδη απομακρυνθεί μια φορά από τα παιδιά του και αποστασιοποιηθεί από την ανατροφή τους. Ο κατηγορούμενος όφειλε μέσα από αυτό το πλέγμα των βιωμάτων και γεγονότων να είναι διπλά προσεκτικός ώστε να μην βρεθεί στη θέση που είναι σήμερα.

 

               Αναφορικά δε με τα αναφερθέντα θέματα υγείας του κατηγορούμενου, δεδομένου ότι, δεν μας έχει λεχθεί ότι υπάρχει αδυναμία αυτά να αντιμετωπιστούν επαρκώς εντός των κρατικών δομών αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στην επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Redjep v. Mehmet (2004) 2 Α.Α.Δ. 217 και Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 95/21,  74/2021, ημερομηνίας 31/10/23).

 

Επιπρόσθετα, πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και προηγούμενη καταδίκη. Σύμφωνα με το ποινικό του μητρώο, ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της Υπόθεσης Χ/21 του Κακουργιοδικείου  Λάρνακας σε κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και σε κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 1 έτους, με ημερομηνία διάπραξης 30/12/2020 και ημερομηνία καταδίκης 31/05/2021.

 

Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο γεγονός ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v.Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Κλείτος Κλεοβούλου v. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ 17). Θα δανειστούμε το σκεπτικό της Ποινικής Έφεσης 171/2020, Βάσος Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 08/07/2022:

 

«Συναφώς το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του τις δύο προηγούμενες καταδίκες του που σχετίζονται επίσης με ναρκωτικά, και ορθώς επεσήμανε ότι αυτές αποτελούν ένδειξη της ευρύτερης στάσης και σεβασμού του προς τους Νόμους της Πολιτείας και μειώνουν οπωσδήποτε το εύρος της επιείκειας που θα μπορούσε  να του είχε επιδειχθεί, τις οποίες και αποτίμησε κατά τρόπο ώστε αντικειμενικώς να μην δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Εφεσείων τιμωρείται για τα ίδια αδικήματα για δεύτερη φορά.  (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 και Iordache v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 430/2019, ημερομηνίας 7.4.2020), ECLI:CY:AD:2020:A114,

 

(βλ. επίσης Cotorceanu ν. Αστυνομίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 84/2020, κ. α., 17/02/2021 και Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, 11/05/2022), ECLI:CY:AD:2022:B180.

 

Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο παρατηρείται σε σχέση με το μητρώο του κατηγορούμενου, είναι ότι ένα εκ των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, είναι της ίδιας φύσης με αυτό του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, τονίζεται ότι πρόκειται για πρόσφατη καταδίκη που έλαβε χώρα στις 31/05/2021 για αδίκημα το οποίο ο κατηγορούμενος διέπραξε, αντιστοίχως στις 30/12/2020. Ο κατηγορούμενος, ως συνάγεται από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, πολύ σύντομα μετά την αποφυλάκισή του, κατά τον Ιανουάριο του έτους 2023 (και μετά από χρονικό διάστημα, περίπου, 2 ετών και 4 μηνών), διέπραξε το αδίκημα για το οποίο καλούμαστε σήμερα να επιβάλουμε  ποινή.

 

Είμαστε της άποψης ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου καταδεικνύει τη στάση του έναντι των Νόμων και επιπλέον καταδεικνύει και ροπή προς τη διάπραξη της ίδιας ή παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, κάτι το οποίο καταδεικνύει την ιδιαίτερη ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής (βλ. Vedat ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557 και Ηρακλέους ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 534).

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.

 

Στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας,  Ποινική Έφεση 15/2024, ημερομηνίας 20/05/2025, επικυρώθηκε επταετή ποινή φυλάκισης από το Εφετείο Κύπρου, κατόπιν παραδοχής για παράνομη κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 4 κιλών και 963,8 γραμμαρίων κάνναβης. Στον εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών και λευκού ποινικού μητρώου επιβλήθηκε η ίδια ποινή με το 36χρονο συγκατηγορούμενο του. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου. Η εν λόγω απόφαση είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού εκφράζει με το πιο εμφατικό τρόπο τη βαρύτητα που δύναται να προσδοθεί σε υποθέσεις ναρκωτικών σε ισχυρούς μετριαστικούς παράγοντες όπως το νεαρό της ηλικίας.

 

Στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 125/21 ημερομηνίας 14/03/2024 παρότι η πενταετής επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν αποτέλεσε αντικείμενο έφεσης, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι επιβλήθηκε μετά από καταδίκη για την κατοχή 2,892 κιλών κάνναβης.

 

 Στην Δαμιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/2022, ημερομηνίας 04/09/2025 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών, κατόπιν ακρόασης για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2,894 κιλών κιλών κάνναβης, μετά από τη αποδοχή της θέσης του Κακουργιοδικείου Λάρνακας ότι ο εφεσείων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στον έλεγχο και τη διάθεση των ναρκωτικών και η εμπλοκή του ήταν ουσιαστικής και καταλυτικής σημασίας.

                                  

Στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 196/2020, ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2022, ECLI:CY:AD:2022:B355 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 2 κιλών κάνναβης και διαδοχική ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της συνομωσίας, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορούμενο ηλικίας 22 ετών. Τα γεγονότα ως είχαν αποδειχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού αποκάλυπταν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου, η εκτέλεση του οποίου έλαβε χώρα και στο εξωτερικό με καίριο το ρόλο του Εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του συνθήκες.

 

Στην  υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 746, το Εφετείο αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών σε κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, για την κατοχή 688,2684 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης  με σκοπό την προμήθεια, διότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε σημασία στη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές.

 

Στην υπόθεση  Ahmed κ.α. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 801, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης με ανώτατη ποινή έξι (6) ετών για προμήθεια ρητίνης καννάβεως συνολικού βάρους περίπου 947γρ, σε νεαρούς κατηγορουμένους, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή και με τον ιθύνοντα νου να είναι άλλο πρόσωπο που δεν συνελήφθη. Η ποινή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο, ως «αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και οπωσδήποτε όχι έκδηλα υπερβολική».

 

Στην υπόθεση Soleimani ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 476, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών μετά από παραδοχή, για κατοχή 977.7691 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 26 ετών. Δεν ήταν ο ιθύνων νους, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ο ρόλος του ως μεταφορέα των ναρκωτικών,  χαρακτηρίστηκε ως «ιδιαιτέρως σημαντικός, θα προσθέταμε απαραίτητος, πράγμα που δικαιολογεί και την περαιτέρω παρατήρηση του Κακουργιοδικείου πως η δράση του δεν διέφερε από τη δράση οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί ως έμπορος ναρκωτικών».

 

          Περαιτέρω, στην υπόθεση Πολυδώρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 492επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 8 ετών στον Εφεσείοντα για κατοχή 733 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο.

         

Στην υπόθεση  Ελενοδώρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 68/2020 ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 810,44 γραμμάρια κάνναβης και 6 ετών για 100,35 γραμμάρια κοκαΐνης.  Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες για ιδίας φύσεως αδικήματα.

 

Τέλος, στη προαναφερόμενη υπόθεση, Βάσος Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 171/2020 ημερομηνίας 08/072022 για το αδίκημα της κατοχής  996,8 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, επιβλήθηκαν μετά από παραδοχή στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη (στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό τη προμήθεια των προαναφερόμενων ναρκωτικών) αυτή των 8 ετών, η οποία ήταν διαδοχική της εναπομείνασας φυλάκισης των 773 ημερών που ενεργοποιήθηκε, συνεπεία παραβίασης εκ μέρους του Εφεσείοντα της προεδρικής χάρης που του είχε παραχωρηθεί υπό όρους. Το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου βαρύνετο με δυο προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα ναρκωτικών. Στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης λήφθηκε σοβαρά  

προς όφελος του Εφεσείοντος, οι επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής στον ίδιο και στην οικογένεια του (ιδίως στο ανήλικο παιδί του), η ηλικία του (30 ετών), τα οικονομικά του προβλήματα και η πρόθεση και αποφασιστικότητα του να αναμορφωθεί, αφού έχει πλέον απαλλαγεί από την χρήση κάνναβης και σκληρότερων ναρκωτικών, ενόσω βρισκόταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές.

 

               Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias v. Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το

 

Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

 

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών και επιβαρυντικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του κατηγορουμένου (ως αναλύθηκε ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία για 8 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία του  Κατηγορούμενου[3],  κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για την πρώτη κατηγορία είναι η  ποινή φυλάκισης 6 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από την 15/04/25.

 

Για τον κατηγορούμενο 1 έχει επιβληθεί ποινή την 24/07/2025. Συνακόλουθα, τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών

 

                                                           

     (Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                 Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

    (Υπ.)  ………...……….…………..........

                                                                                                     Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                                     (Υπ.)  ……....…….…..…………………

      Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο