ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 11832/2025
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ν.
T. R. C. O.
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 27/01/2026
Για τη Δημοκρατία: κ. Θ.Παπανικολάου
Για την Κατηγορούμενη: κ. Ε.Κωνσταντίνου
Κατηγορούμενη παρούσα.
ΠΟΙΝΗ
Η κατηγορούμενη, από τη Βραζιλία, κρίθηκε ένοχη, μετά από παραδοχή της, στην κατηγορία της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α΄ήτοι 890 γραμμαρίων κοκαϊνης (κατηγορία 1), της κατοχής της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 2) ως επίσης και της εισαγωγής της (κατηγορία 3), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:
Στις 21/10/25 και ώρα 12:35, η κατηγορούμενη αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας, με ενδιάμεσο σταθμό την Ντόχα του Κατάρ. Εναντίον της υπήρχε πληροφορία ότι θα εισήγαγε ναρκωτικά στην Κύπρο. Τέθηκε υπό παρακολούθηση από γυναίκα αστυφύλακα της ΥΚΑΝ. Η γυναίκα αστυφύλακας υπέδειξε την κατηγορούμενη στην επί καθήκοντι τελωνειακή λειτουργό, κατά την έξοδο της από τον έλεγχο του Τελωνείου, ως ύποπτο πρόσωπο για εισαγωγή ναρκωτικών.
Τότε κλήθηκε στο μέρος αστυφύλακας που υπηρετεί στη Frontex, ο οποίος ομιλεί τη μητρική γλώσσα της κατηγορούμενης, ήτοι τα πορτογαλικά, αφού η ίδια δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα.
Έγινε έλεγχος τόσο στην αποσκευή της, όσο και στη χειραποσκευή που είχε στην κατοχή της, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Τότε οδηγήθηκε, με τη συγκατάθεση της, στο γραφείο του Τελωνείου, από την τελωνειακή λειτουργό και στην παρουσία της γυναίκας αστυφύλακος της ΥΚΑΝ, ζητήθηκε από την κατηγορούμενη να αφαιρέσει τη μπλούζα που φορούσε, καθώς και το στηθόδεσμο της.
Κατά την προσπάθεια αφαίρεσης των ρούχων που φορούσε, έπεσαν από το στηθόδεσμο της, εννέα (9) αυγοειδείς συσκευασίες τυλιγμένες με διαφανές νάιλον. Οι συσκευασίες παραλήφθηκαν ως τεκμήρια και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Cocaina».
Στη συνέχεια, η ίδια αφαίρεσε από το εσώρουχο της μια συσκευασία περιτυλιγμένη με καφέ αυτοκόλλητη ταινία, η οποία βρισκόταν μέσα σε μαύρη κάλτσα και την παρέδωσε στην τελωνειακή λειτουργό. Όταν παραλήφθηκε ως τεκμήριο και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε και πάλι «Cocaina». Η κατηγορούμενη συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Διαπιστώθηκε ότι το συνολικό βάρος της κοκαΐνης που εντοπίστηκε εντός των εσωρούχων της κατηγορούμενης ήταν 540 γραμμάρια.
Η κατηγορούμενη ανέφερε προφορικά, τόσο στη τελωνειακή λειτουργό, όσο και στην αστυφύλακα ότι μέσα στο σώμα της μεταφέρει ποσότητα αυγοειδών συσκευασιών με κοκαΐνη.
Οδηγήθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου κατόπιν συγκατάθεσης της, διενεργήθηκε ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος κατέδειξε ότι είχε στο σώμα της αριθμό αυγοειδών συσκευασιών. Η κατηγορούμενη απέβαλε 35 αυγοειδείς συσκευασίες που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 350 γραμμαρίων.
Εν συνόλω, η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της και εισήγαγε 890 γραμμάρια κοκαΐνης.
Πέραν των ανωτέρω, ως τεκμήρια παραλήφθηκαν ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας I - phone, δύο κάρτες επιβίβασης, καθώς και το διαβατήριο της κατηγορούμενης.
Η κατηγορούμενη παρέλαβε την κοκαΐνη, από πρόσωπο στη Βραζιλία, το οποίο δεν γνωρίζει, με σκοπό να τη μεταφέρει στην Κύπρο. Της δόθηκαν οδηγίες να καταπιεί τα σκευάσματα με την κοκαΐνη, σε συγκεκριμένο χρόνο. Επειδή η ίδια δεν κατάφερε να καταπιεί ολόκληρη την ποσότητα που της δόθηκε, τοποθέτησε 9 από τις 44 συσκευασίες στο στηθόδεσμο της και της δόθηκε ακόμα μια μεγαλύτερη συσκευασία που περιείχε κοκαΐνη, την οποία έκρυψε στο εσώρουχο της.
Τα άτομα που την στρατολόγησαν, απειλούσαν τόσο εκείνη, όσο και την οικογένεια της ότι θα τους κάνουν κακό, εάν δεν παρέδιδε χρήματα τα οποία χρωστούσε η φίλη της στα πρόσωπα αυτά. Λόγω αδυναμίας της κατηγορούμενης να εξεύρει τα απαιτούμενα χρήματα, αλλά και της φύσης των απειλών που της έγιναν (συνοδεύονταν με αποστολή των στοιχείων και των φωτογραφιών συγγενικών της προσώπων), υπέκυψε σε αυτές και αποδέχθηκε, εν είδει εξόφλησης των οφειλομένων της φίλης της, να μεταφέρει τα ναρκωτικά, τα οποία θα παρέδιδε, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε, σε άγνωστο, προς εκείνη, άτομο, το οποίο θα την επισκεπτόταν στο ξενοδοχείο που θα διέμενε στη Λάρνακα.
Στις 22/10/25 η κατηγορούμενη οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης της για 8 ημέρες. Αυτή τελεί υπό κράτηση από τις 30/10/25, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Η κατηγορούμενη είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου.
Η Κατηγορούσα Αρχή ζητεί την κατάσχεση όλων των τεκμηρίων, πλην του διαβατηρίου της κατηγορούμενης το οποίο να της επιστραφεί.
Η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης, στην επιμελή αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή της πελάτιδός της, στη συνεργασία της με την Αστυνομία, στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, καθώς και στον ρόλο που διαδραμάτισε κατά τη διάπραξη τους. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο της, στο νεαρό της ηλικίας της, στις προσωπικές της περιστάσεις και δη ότι είναι άτομο διεμφυλικής ταυτότητας (transexual) και καθίσταται ευάλωτο άτομο. Η έκτιση της ποινής της, σύμφωνα με την κα Κωνσταντίνου, θα συνοδεύεται από αυξημένο αίσθημα ανασφάλειας, απομόνωσης και καθημερινής ψυχολογικής επιβάρυνσης. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι είναι αλλοδαπή και δεν έχει υποστηρικτικό δίκτυο στη Δημοκρατία περιορίζει περαιτέρω τη δυνατότητα κοινωνικοποίησης, συμμετοχής της σε προγράμματα και ομαλής προσαρμογής της στο σωφρονιστικό περιβάλλον. Αυτοί οι παράγοντες ως υποστήριξε δεν αναιρούν τη διάπραξη των σοβαρών αδικημάτων απ΄αυτήν, ούτε την ανάγκη αποτροπής, αλλά επιβάλλουν όπως η ποινή παραμείνει αναλογική και μην προσλάβει εξουθενωτικό χαρακτήρα. Καταληκτικά η συνήγορος ζήτησε από το δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία διέπραξε η Κατηγορούμενη, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για την εισαγωγή της κοκαϊνης και την κατοχή της με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα και της φυλάκισης 12 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές στην κατοχή της εν λόγω ποσότητας.
Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της
κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024).
Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο. Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου, το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική. Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρολούκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν. Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).
Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών,
ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).
Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη
των εμπόρων ναρκωτικών. Στην Beyki ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.
Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους.
Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper v. Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).
Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από την Κατηγορούμενη αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.
Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.
Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.
Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης, έγκειται στο γεγονός ότι εισήγαγε μια σημαντική
ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α΄, συγκεκριμένα 890 γραμμαρίων κοκαΐνης, ουσία η οποία ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, την καταστροφή που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της σχετικής πληροφόρησης και της επακόλουθης έγκαιρης παρέμβασης της επί καθήκοντι αστυνομικού, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης. Σημειώνεται, φυσικά, από την μια ότι αρχικά έγινε έλεγχος στην αποσκευή αλλά και στη χειραποσκευή που η κατηγορούμενη κρατούσε και δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε, χωρίς, εκείνη τη στιγμή, η κατηγορούμενη να αναφέρει ότι κατέχει ναρκωτικά, μέρος των οποίων αποκαλύφθηκε, στη συνέχεια, κατά την προσπάθεια αφαίρεσης των ρούχων που φορούσε, αλλά από την άλλη, σημειώνεται και το ότι, ακολούθως, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι κατείχε επιπρόσθετη ποσότητα ναρκωτικών στο εσώρουχο της καθώς και εντός του σώματος της λόγω σχετικής κατάποσης.
Σημειώνουμε, ότι, μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) προσώπου από τη Βραζιλία, το οποίο δεν γνωρίζει, με σκοπό να τα μεταφέρει στην Κύπρο. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ούτε ο οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις εντολές κάποιων άλλων. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής αυτής της μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης, η οποία ανήκει, ως σημειώθηκε ήδη, στην κατηγορία των σκληρών ναρκωτικών.
Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος της, μολονότι περιορισμένος, και χωρίς οικονομικό όφελος ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή της, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466). Δεν μας διαφεύγει η αναντίλεκτη θέση της, ότι τα
άτομα που την στρατολόγησαν, απειλούσαν τόσον την ίδια όσο και την οικογένεια της, ότι θα τους προκαλέσουν κακό, εάν δεν παρέδιδε χρήματα τα οποία χρωστούσε φίλη της (επίσης διεμφυλικό πρόσωπο) σε αυτούς. Τα γεγονότα αυτά φέρνουν στο προσκήνιο την αναγνωρισμένη, νομολογιακώς, αρχή, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία παράλληλα επισημαίνει ότι ο λόγος διακίνησης των ναρκωτικών, ως ελαφρυντικός παράγοντας, υπέχει περιορισμένης σημασίας, καθότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στη Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».
Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα, νεαρά και σε ανάγκη, όπως η Κατηγορούμενη στην προκειμένη περίπτωση, την οποία, οι έμποροι, έφεραν διά απειλών, σε δίλημμα επιλογής δράσης, και δη μεταξύ του να επιλέξει να εξασφαλίσει, διά της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, χρήματα για να εξοφλήσει το χρέος της φίλης της, ή να μην ενδώσει στις απειλές και να καταγγείλει τα πρόσωπα που την απειλούσαν. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius v. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 397).
Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).
Προς όφελος της Κατηγορούμενης, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.
Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της, στοιχείο που της δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.
Επίσης, την άμεση παραδοχή της, τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια της. Ως προς τούτο, να λεχθεί ότι πέραν του ότι με τη στάση της αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).
Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση και της σχετικής νομολογίας, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην κατοχή της Κατηγορούμενης όταν αυτή ανακόπηκε στο αεροδρόμιο, δηλαδή κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή της είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας της (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).
Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες της Κατηγορούμενης, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα
όσα συμπληρωματικά ανέφερε η κα Κωνσταντίνου και ιδιαίτερα ότι η Κατηγορούμενη:
· Είναι ηλικίας 23 ετών.
· Κατάγεται από την Βραζιλία.
· Από 14 ετών άρχισε να υποβάλλεται σε εγχειρήσεις για αλλαγή φύλου και προχώρησε σε διαδικασία νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας της, προβαίνοντας σε αλλαγή ονόματος και φύλου στα επίσημα έγγραφα της, καθώς και σε μερική ιατρική μετάβαση, διαδικασία όμως που δεν ολοκληρώθηκε πλήρως, και παρέμεινε σε μία μεταβατική και ψυχολογικά εύθραστη και ευάλωτη κατάσταση.
· Όταν ήταν 19 ετών βίωσε την αυτοκτονία του μικρότερου αδελφού της, ηλικίας 17 ετών, γεγονός που επηρέασε την ψυχική της ισορροπία.
· Λόγω της διεμφυλικής ταυτότητας της, εγκατέλειψε την πόλη της, μετέβηκε στο Σάο Πάολο και διέμενε με άλλο πρόσωπο διεμφυλικής ταυτότητας. Το πρόσωπο αυτό, στη συνέχεια, εξαφανίστηκε και η κατηγορούμενη άρχισε να λαμβάνει απειλές εναντίον της και της οικογένειας της, λόγω οικονομικών οφειλών του εξαφανισθέντος προσώπου προς τρίτους και, κάτω, υπό αυτές τις περιστάσεις, επέλεξε να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα.
Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία –ιδίως για τη νεολαία– από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423). Στην υπόθεση Landau v Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ 178 υπογραμμίστηκε ότι: «ο καλός χαρακτήρας του μεταφορέα είναι πολύ μικρής σημασίας στις περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών. Οι έμποροι ναρκωτικών, συνήθως αναζητούν μεταφορείς καλού χαρακτήρα και πρόσωπα τα οποία δυνατόν, λόγω φύλου, ηλικίας ή ασθένειας, να προκαλούν τη συμπάθεια του δικαστηρίου. Χωρίς τους μεταφορείς αυτούς το εμπόριο των ναρκωτικών δεν θα βρισκόταν στην έξαρση που είναι σήμερα».
Η κα Κωνσταντίνου υποστήριξε, περαιτέρω, ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη και ειδικότερα, οι καταστροφικές συνέπειες που θα έχει λόγω της αποκοπής της από τη γενέτειρά της. Συνεπεία αυτού δεν θα δέχεται επισκέψεις και συνακόλουθα να τυγχάνει ψυχολογικής, κοινωνικής και οικονομικής στήριξης κατά τον εγκλεισμό της, προβλήματα τα οποία επιτείνονται λόγω και του ότι δεν ομιλεί την ελληνική ή την αγγλική γλώσσα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει ήδη σοβαρούς περιορισμούς στην επικοινωνία, στην κοινωνικοποίηση και στη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά ή αναμορφωτικά προγράμματα. Είναι και αυτό στοιχείο που λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας προς όφελος της Κατηγορούμενης.
Περαιτέρω εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκε πρόσφατη επιστολή ημερομηνίας 14.1.26 της Αναπληρώτριας Διευθύντριας των Κεντρικών Φυλακών την οποία λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη και στην οποία αναφέρεται ότι κατά την εκεί παραλαβή της κατηγορούμενης, αυτή δήλωσε ότι είναι διεμφυλικό άτομο και αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα. Το Τμήμα Φυλακών αντιμετώπισε το ζήτημα, σεβόμενο την προσωπικότητα της και γενικότερα τα όσα προνοούνται από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CTP). Επίσης λαμβάνοντας υπόψη του, όλα τα δεδομένα και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, αυτή τοποθετήθηκε προσωρινά, παρά την πτέρυγα ανδρών, σε ξεχωριστό χώρο, εκτός του γενικού πληθυσμού, ως άμεσο προληπτικό μέτρο προστασίας, προκειμένου να αποτραπεί οποιοσδήποτε άμεσος κίνδυνος στοχοποίησης ή βίας. Για την ενέργεια αυτή, συνυπολογίστηκε το γεγονός ότι η κατηγορούμενη επικοινωνεί μόνο στην πορτογαλική γλώσσα, καθώς επίσης και ότι, τυχόν εγκλεισμός της «σε πλήρως μεμονωμένο χώρο», θα ελλόχευε κινδύνους ιδιαίτερης επιβάρυνσης αλλά και ενδεχόμενης απομόνωσης της, κάτι που δεν συνάδει με τα διεθνή πρότυπα κρατουμένων. Για σκοπούς δε αντιμετώπισης των όποιων τυχόν κινδύνων ελλοχεύουν από τις συνθήκες κράτησης της κατηγορούμενης, πάντα στη βάση του περιεχομένου της επιστολής των Φυλακών, σημειώνεται ότι έχουν δοθεί ειδικές οδηγίες για αυξημένη εποπτεία, αποτροπή παρενόχλησης και διασφάλιση ότι τούτη (η κατηγορούμενη) θα τυγχάνει πρόσβασης στις βασικές υπηρεσίες και δραστηριότητες των Φυλακών και σε ψυχοκοινωνική υποστήριξη, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό εντός των υπαρκτών περιορισμών ασφαλείας και υποδομών. Ως προς τη μη μέχρι τώρα μεταφορά της κατηγορούμενης στη γυναικεία πτέρυγα, το Τμήμα Φυλακών, μέσω της εν προκειμένω επιστολής του, προωθεί τη θέση ότι τούτο δεν αποτελεί άρνηση ή υποτίμηση της ταυτότητας του φύλου της κατηγορούμενης, παρά μόνο «προσωρινή, αιτιολογημένη και επανεξεταζόμενη επιλογή ασφάλειας, επιτρεπτή σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, όταν υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι προστασίας τόσο της ίδιας όσο και τρίτων». Τέλος, μέσω της ίδιας επιστολής, διαβεβαιώνεται ότι το Τμήμα Φυλακών «παρακολουθεί στενά την κατάσταση, επανεκτιμά σε τακτική βάση τους κινδύνους και προσαρμόζει τα μέτρα με γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την απαγόρευση εξευτελιστικής μεταχείρισης, την ίση μεταχείριση και τη μέγιστη δυνατή προστασία όλων των προσώπων που τελούν υπό τη φύλαξη του».
Σημειώνεται, συναφώς, ότι η συνήγορος της κατηγορούμενης δεν αμφισβητεί το αληθές των όσων καταγράφονται στην ανωτέρω επιστολή του Τμήματος Φυλακών, ούτε και τις προθέσεις της διοίκησης του, ως αυτές, εκεί, εκφράζονται, παρά μόνο ζητεί από το δικαστήριο να συνυπολογίσει, μετριαστικά για την κατηγορούμενη, το γεγονός ότι, συνεπεία του φύλου της (διεμφυλικό), της ευαλωτότητας της, της γνώσης μόνο της πορτογαλικής γλώσσας και γενικότερα των ιδιαίτερων προσωπικών συνθηκών της, υπόκειται στους, αναφερόμενους, στην επιστολή των Φυλακών, περιορισμούς.
Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτό που διέπραξε η Κατηγορούμενη.
Στην Youssef Nehmed Allah Sikaf v Δημοκρατίας (2003) 2 A.A.Δ. 467 η 7 ετής φυλάκιση που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για κατοχή 583,3412 γρ. κοκαϊνης
κρίθηκε επιεικής, ο οποίος τα μετέφερε στο σώμα του. Με μεγάλο δισταγμό δεν αυξήθηκε η ποινή κατ΄έφεση.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos (2005) 2 Α.Α.Δ. 297, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκαν, πρωτοδίκως, σε νεαρό
κατηγορούμενο που ενεργούσε ως μεταφορέας για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ενός περίπου κιλού κοκαΐνης, αυξήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 9 έτη.
Στην υπόθεση Farhad Hassan Pour Tomatori v Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 169 για αδικήματα συνωμοσίας του κακουργήματος της κατοχής 498.6158 γρ. οπίου, και της κατοχής της ουσίας αυτής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ο εφεσείων 25 ετών κατόπιν παραδοχής του καταδικάστηκε σε 4 και 10 έτη αντίστοιχα, ποινή η οποία κρίθηκε ως αυστηρή αλλά όχι υπερβολική. Τονίστηκε ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, περιλαμβανομένου και του νεαρού της ηλικίας του εφεσείοντα, ενώ λαμβάνονται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνονται να εξουδετερώσουν την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
Στην υπόθεση Chucri Saliba v. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 388, επικυρώθηκε από τον Ανώτατο Δικαστήριο 10ετής ποινή φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, σε νεαρό πρόσωπο, για το αδίκημα της εισαγωγής 130, περίπου γραμμαρίων κοκαΐνης.
Στην υπόθεση Memic v Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 27, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 8 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες, για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 915,27 γρ. κοκαϊνης, έχοντας τον ρόλο μεταφορέα της εν λόγω ποσότητας.
Στην υπόθεση Νίκος Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 866, η 12ετής ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, στο αδίκημα της εισαγωγής δύο περίπου κιλών κοκαΐνης, μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 10 έτη.
Στην υπόθεση Marious v Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για συνωμοσία και 11 ετών για εισαγωγή και για κατοχή με σκοπό
την προμήθεια 883,4463 γρ. κοκαϊνης. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές χαρακτηρίζοντας την 11ετή ποινή ως αρκετά αυστηρή, όμως όχι σε τέτοιο βαθμό που να χαρακτηριζόταν ως έκδηλα υπερβολική.
Στην υπόθεση Αναστασιάδης v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ.242/18 ημερομηνίας 31.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B205 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών για κατοχή 600 γρ. κοκαϊνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο Εφεσείων ήταν οδηγός ταξί, ο οποίος χωρίς οικονομικό όφελος αποδέκτηκε να μεταφέρει άλλο πρόσωπο που κατείχε τα ναρκωτικά. Δεν είχε προμελετήσει τη μεταφορά, η οποία προέκυψε μετά από τηλεφώνημα του μεταφερόμενου όταν υπέστη βλάβη η μοτοσυκλέτα του. Ότι ο μεταφερόμενος κατείχε ναρκωτικά, του το είπε, όταν ο τελευταίος εισήλθε στο ταξί του. Ο εφεσείων ήταν 39 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και είχε παραδεχθεί ενοχή. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε τονίσει την αναγκαιότητα λήψης υπόψη των πιεστικών συνθηκών τέλεσης των αδικημάτων υπό το πρίσμα ψυχολογικής έντασης, ως στοιχείο που επηρεάζει το ύψος της ποινής λόγω της εξασθένησης στην αυτοκυριαρχία του ατόμου.
Τέλος στην υπόθεση Α. Νικολάου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 2/2022, ημερομηνίας 19.12.22 ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής 99,85 γρ.κοκαϊνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών, ποινή που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Είχαν ληφθεί υπόψη η παραδοχή του, το λευκό ποινικό του μητρώο και ότι ήταν χρήστης ουσιών. Τονίστηκε ο ρόλος των μεταφορέων στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών ότι
είναι εξίσου σημαντικός με αυτό των εμπόρων, αφού χωρίς αυτούς δεν θα ήταν εφικτή η εμπορία τους (Valdez v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ.144/16 και 145/16 ημερομηνίας 21.2.17).
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason
for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής της και της συνεργασίας της με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 9 έτη στην κατηγορία 3, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία της Κατηγορούμενης[3],
κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτή, είναι η ποινή φυλάκισης 6 ετών, την οποία και επιβάλλουμε. Στις κατηγορίες 1 και 2 δεν επιβάλλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν, αποτελούν, στην ουσία, μέρος τα γεγονότων που στοιχειοθετούν το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας και αποτελούν μία ενιαία έκνομη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης.
Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Κατηγορούμενη τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από τις 30.10.25, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
Τα τεκμήρια της υπόθεσης, πλην του διαβατηρίου της κατηγορούμενης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών, το δε διαβατήριο της να της επιστραφεί.
(Υπ.) .…………..…………..……………
Θ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) .…….………...……….…………...
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.) ……....…….…..……………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[2] Υπογράμμιση δική μας.
[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο