ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. ΣΤ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8970/25, 5/2/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. ΣΤ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8970/25, 5/2/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:      Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ
                           Ε. Ευθυμίου  Α.Ε.Δ

                           Γ. Ιωαννίδου‑Παπά, Α.Ε.Δ 
                          

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

 

-ν-

 

 

1.    Λ. Ι.

2.    Π. ΣΤ.

3.    Α. ΚΛ.

 

Κατηγορουμένων

 

 

 

Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2026

 

Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Α. Γιάγκου

 

 

 

 

 

ΠΟΙΝΗ

(για κατηγορούμενους 2 και 3)

 

 

 

 

 

Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 2 και 8 ενώ επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 4 και 10.

Οι κατηγορίες 2, 4 και 10 αφορούν στο αδίκημα του εμπρησμού κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 315 (α) του Ποινικού Κώδικα, ενώ η 8η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της απόπειρας εμπρησμού κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 316 (α) του Ποινικού Κώδικα.

Συγκεκριμένα, καταλογίζεται, με βάση τη 2η κατηγορία, σε αμφότερους τους κατηγορούμενους ότι στις 27/3/2025 στην Αραδίππου εσκεμμένα και παράνομα έθεσαν φωτιά στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ 147 μάρκας Mazda Demio αξίας €1500, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Με βάση την 8η κατηγορία καταλογίζεται σε αμφότερους τους κατηγορούμενους ότι στις 3/7/2025 στην Αραδίππου εσκεμμένα και παράνομα αποπειράθηκαν να θέσουν φωτιά στην αυλή της αγροικίας του Θ. Χ. προκαλώντας ζημιά άγνωστης αξίας (ως από τα γεγονότα διευκρινίστηκε σε πλαστικά βαρέλια και σωλήνα που βρίσκονταν πλησίον της οικίας).

Με βάση την 4η κατηγορία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 2 ότι στις 25/4/2025 στην Αραδίππου εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ 806 μάρκας Mazda Demio προκαλώντας ζημιά αξίας €700 και με την 10η κατηγορία ότι έθεσε φωτιά στο ίδιο μηχανοκίνητο όχημα  στις 6/6/2025 προκαλώντας ζημιά αξίας €1600.

Όλα τα οχήματα που στο Κατηγορητήριο περιγράφονται καθώς και η αγροικία είναι ιδιοκτησίας του Θ. Χ.

Ενώπιον μας έχουν παρατεθεί με αναλυτικό τρόπο τα γεγονότα της υπόθεσης. Θα προβούμε σε μια σύνοψη τους.

Οι εμπρησμοί των οχημάτων ως αυτά περιγράφονται στη 2η  και 4η  κατηγορία καθώς και η απόπειρα εμπρησμού όπως περιγράφεται στην 8η  κατηγορία ερευνήθηκαν από την Αστυνομία μετά από καταγγελίες του ιδιοκτήτη στις 27/3/2025 (2η κατηγορία), 25/4/2025 (4η κατηγορία) και στις 3/7/2025 (8η κατηγορία). Ακολούθως, στις 6/6/2025 (10η κατηγορία) η Αστυνομία κλήθηκε για να διερευνήσει πληροφορία που έλαβε για φλεγόμενο όχημα.

Η Αστυνομία οδηγήθηκε στα χνάρια του κατηγορούμενου 3 μετά από επιθεώρηση των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης και αφού συνελήφθηκε ανακρίθηκε γραπτώς και προέβη σε θεληματική κατάθεση μέσω της οποίας υπέδειξε τον κατηγορούμενο 2 ως εμπλεκόμενο. Ο κατηγορούμενος 2, αφού συνελήφθη, ομοίως έδωσε θεληματική κατάθεση.

Από τις θεληματικές καταθέσεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων προκύπτει το ιστορικό εξέλιξης των αδικημάτων. Σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, τρίτο πρόσωπο (με τον οποίον ο κατηγορούμενος 2 έκανε χρήση ναρκωτικών) ζήτησε από αμφότερους τους κατηγορούμενους να θέσουν φωτιά σε συγκεκριμένο όχημα. Αφού συμφωνήσαν, τους παρέδωσε δυο αυτοσχέδιες βόμβες τύπου μολότοφ, τις οποίες χρησιμοποίησαν, την 27/03/2025, για να θέσουν φωτιά στο όχημα ΧΧΧ147. Συγκεκριμένα, μετέβηκαν με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 3 σε συγκεκριμένη τοποθεσία στην Αραδίππου και εντόπισαν το όχημα σταθμευμένο, και τότε ο κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έθεσε φωτιά στο όχημα χρησιμοποιώντας και τις δύο αυτοσχέδιες βόμβες. Όταν αποχώρησαν από το σημείο είδαν το όχημα να φλέγεται. Το αντάλλαγμα του κατηγορούμενου 3 για την εμπλοκή του στο αδίκημα της 2ης κατηγορίας ήταν €20 ως αμοιβή και άλλα €20 για τη βενζίνη του αυτοκινήτου του.

Σε σχέση με τα αδικήματα της 4ης και 10ης  κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 έδρασε μόνος του. Με νέες οδηγίες του ίδιου τρίτου προσώπου περιέλουσε με βενζίνη το όχημα ΧΧΧ 806 στις 25/4/2025 και το άναψε προκαλώντας του ζημιά αξίας €700 (4η κατηγορία). Όταν το τρίτο πρόσωπο διαπίστωσε ότι το εν λόγω όχημα δεν κάηκε ολοσχερώς, ζήτησε ξανά από τον κατηγορούμενο 2, παραδίδοντας του μια μπουκάλα πλαστική που είχε μέσα βενζίνη, "να τελειώσει τη δουλειά". Συνακόλουθα, στις 6/6/2025 ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε εκ νέου στην οικία του ιδιοκτήτη του οχήματος και αφού πλησίασε το όχημα ΧΧΧ 806 έριξε όλο το υγρό που είχε η μπουκάλα που του παραδόθηκε και το άναψε. Αποχώρησε από το σημείο μόνο όταν διαπίστωσε ότι η φωτιά είχε ξεκινήσει και κυριεύσει όλο το όχημα (10η κατηγορία).

Στις 3/7/2027 (8η κατηγορία), ο κατηγορούμενος 2 έλαβε οδηγίες από το ίδιο το τρίτο πρόσωπο το οποίο του παρέδωσε δύο μπουκάλες γυάλινες με εύφλεκτη ύλη να μεταβεί στην αγροικία του Θ.Χ. και να θέσει φωτιά. Ακολούθησε τις οδηγίες δανειζόμενος το όχημα του κατηγορούμενου 3 του οποίου τα νούμερα αφαίρεσε λίγο πριν φτάσει στο σημείο και αφού φόρεσε κουκούλα και γάντια άναψε τις δύο μπουκάλες και τις πέταξε στο χωράφι. Αποχώρησε από το σημείο μόνο όταν διαπίστωσε ότι ξεκίνησε η φωτιά. Πριν επιστρέψει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 3, έκαψε την κουκούλα και τα γάντια που φορούσε κατά τη διάπραξη του αδικήματος.

Ο κατηγορούμενος 3 δεν ζήτησε να ενημερωθεί για ποιον λόγο του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 να δανειστεί το όχημα του, πλην όμως, όπως διευκρινίστηκε ενώπιόν μας, παρότι δεν έγινε ειδική αναφορά από τον κατηγορούμενο 2, εντούτοις ο πρώτος κατανόησε και αντιλήφθηκε ότι του ζητήθηκε το όχημα με σκοπό ο τελευταίος  να διαπράξει αδίκημα όμοιο με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας και ως αντάλλαγμα ζήτησε να εφοδιάσει το όχημα του με βενζίνη αξίας €20 και το ίδιο ποσό να του δοθεί τοις μετρητοίς.

Η αμοιβή του κατηγορούμενου 2 για την εκτέλεση των οδηγιών του τρίτου προσώπου σε σχέση με όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ήταν η παροχή δωρεάν κοκαΐνης.

Ο κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου.

Ο κατηγορούμενος 3 βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες.

Συγκεκριμένα, στις 15/4/2022, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στην Ποινική Υπόθεση 398Χ/21 για το αδίκημα των αμελών και απερίσκεπτων πράξεων, όταν και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με τριετή αναστολή και στις 19/12/2022 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Ποινική Υπόθεση 2087Χ/21 για τα αδικήματα της κλοπής από υπάλληλο, για το οποίο του επιβλήθηκε 9 μήνες φυλάκισης με τριετή αναστολή, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για το οποίο του επιβλήθηκε πρόστιμο  €500, και της απόπειρας κλοπής από υπάλληλο για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 μηνών με αναστολή.

Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους, ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσώπησε αμφότερους τους κατηγορουμένους αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις εκάστου υιοθετώντας παράλληλα τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν για αυτούς και εισηγήθηκε ότι, για τον κατηγορούμενο 2 το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ' όψιν ότι έδρασε κάτω από την επήρεια ναρκωτικών, και οι ποινές που θα πρέπει να επιβληθούν στις κατηγορίες, για τον λόγο αυτό, εισηγείται ότι πρέπει αφενός να συντρέχουν και αφετέρου σε αυτές να προσμετρηθεί ο χρόνος κράτησής του. Για τον κατηγορούμενο 3, ζητά από το Δικαστήριο, συγκεκριμένα, να λάβει υπ' όψιν τον μειωμένο ρόλο συμμετοχής του στα αδικήματα που του καταλογίζονται.

 

Περαιτέρω έχει εκφράσει, μέσω της αγόρευσής του, την επιθυμία αμφοτέρων των κατηγορουμένων να αποζημιώσουν, με μηνιαίες δόσεις, το παραπονούμενο πρόσωπο μετά την αποφυλάκισή τους.

 

Σε σχέση με το αδίκημα του εμπρησμού, η Νομολογία έχει από μακρόν διαπιστώσει την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Μελανίτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ,  Gaprindashvili v Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 424 και Μιχαηλίδη ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 2/19, ημερομηνίας 25.2.2021.

 

Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστασίου (2005) 2 ΑΑΔ 125, 129, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας. Δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα.»

 

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού, η Νομολογία υποδεικνύει ότι αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, καθότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. (Πισκόπου v Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342).

 

Παράλληλα, σύμφωνα  με τη Νομολογία,  το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για  αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Mirachis v The Police (1965) 2 CLR 28. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.

 

Προκύπτει ως συμπέρασμα της νομολογιακής προσέγγισης ότι η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και επίπονο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη.

 

Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αλλά όπως έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Θεολόγου ν Αστυνομίας (2014) 2Β ΑΑΔ 800).

 

Στον τομέα την επιμέτρησης της ποινής, τυχόν προηγούμενες αποφάσεις είναι  ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για τον λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1 ενώ σε σχέση με την επιμέτρηση ποινής η «επίκληση προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά  και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» (Μαυρόλουκα ν Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 30)

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω, θα προβούμε πιο κάτω σε παραπομπή στη Νομολογία σε σχέση με τo αδίκημα του εμπρησμού, που αφορά η υπόθεση, τόσο ως προς τους παράγοντες που μπορεί να θεωρηθούν ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί, όσο και σε προηγούμενες αποφάσεις, ως καθοδήγηση ως προς το γενικότερο πλαίσιο ποινών.

 

To κίνητρο, ο προσχεδιασμός και η αδιαφορία ως προς την πρόκληση ζημίας σε περιουσία τρίτων ή τη διακινδύνευση ανθρώπινων ζωών, αποτελούν στοιχεία που επηρεάζουν, κατά την Κυπριακή Νομολογία, την επιμέτρηση της ποινής, αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 678. Παρόμοια στοιχεία εντοπίζουμε και στην Αγγλική Νομολογία, που ακόμα και πριν τη θέσπιση των σχετικών κατευθυντήριων οδηγιών, γινόταν δεκτό ότι ο προσχεδιασμός ή το κίνητρο του εμπρησμού είναι παράγοντες που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής. (R v Finnemore [2019] EWCA Crim 1585).

 

Αναφορικά με την σκιαγράφηση του πλαισίου ποινών παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις:

  

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστασίου (2005) 2 ΑΑΔ 125, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε τρεις κατηγορίες, ήτοι σε 1 κατηγορία εμπρησμού, κατά παράβαση του Άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, σε 1 κατηγορία εμπρησμού, κατά παράβαση των Άρθρων 315 και 316(β) του ΚΕΦ. 154 και σε 1 κατηγορία κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324(1) του ΚΕΦ. 154. Επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, ποινή φυλάκισης 3 ετών στην 1η  κατηγορία, 2 ετών στη 2η και καμιά ποινή στην 3η κατηγορία. Κατά την επιμέτρηση λήφθηκε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρόνια χρήστης ελαφρών και σκληρών ναρκωτικών, ότι κατέβαλλε προσπάθειες απεξάρτησης με τη βοήθεια ειδικών σε κατάλληλο κέντρο απεξάρτησης και ότι έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή κρίθηκε ανεπαρκής και αυξήθηκε στα 5 χρόνια στην 1η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα του εμπρησμού του άρθρου 315(α).

 

Στην υπόθεση Gaprindashvili v Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 424, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης σε κατηγορία εμπρησμού. Πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 175/2016, ημερομηνίας 23.11.2018, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 6 ετών για τις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην υπόθεση Μιχαηλίδη ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 2/19, ημερομηνίας 25.2.2021, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβη στον εμπρησμό μαζί με άλλο άτομο, κατόπιν υποκίνησης τρίτου και έναντι αμοιβής €500. Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές €88.720. Λήφθηκε, περαιτέρω, υπόψη, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε αδιαφορώντας πλήρως για τις ζημιές που θα προκαλούνταν, αλλά και για τους εγγενείς κινδύνους από την παράνομη πράξη τους. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι υπήρχε προσχεδιασμός και ότι η πράξη του εμπρησμού δεν προέκυψε στιγμιαία ή υπό καθεστώς φόρτισης. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με 4 προηγούμενες καταδίκες, δυο εκ των οποίων ήταν πολύ παλαιές. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 76/22, ημερομηνίας 19.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B13, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και κατηγορίες για εμπρησμό. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών στις κατηγορίες του εμπρησμού, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση.

 

Έχουμε μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μας για αμφότερους τους κατηγορουμένους και λαμβάνουμε υπ' όψιν την άμεση παραδοχή τους. Είναι καλώς γνωστό και πολλάκις νομολογημένο (Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28, 36 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019) ότι η άμεση παραδοχή δημιουργεί απαίτηση για επιεικέστερη μεταχείριση, αφού μέσω αυτής, πέραν της έμπρακτης μεταμέλειας που φανερώνεται, διαφυλάσσεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπ' όψιν μας ότι οι πράξεις των κατηγορούμενων προκάλεσαν μόνο υλικές ζημιές, αλλά και τη συνεργασία τους με την Αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού αμφότεροι έδωσαν θεληματικές καταθέσεις, μέσω των οποίων αποκάλυψαν τον τρόπο δράσης τους και υπέδειξαν στην Αστυνομία τις σκηνές των συμβάντων.

 

Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις εκάστου κατηγορούμενου ως αυτές εκτίθενται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας και έχουν αναπτυχθεί από τον συνήγορο τους. Σημειώνουμε, όμως, ότι η Νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα τα οποία αρμόζει επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας. (Παναγιώτου v Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540, Memic v Δημοκρατίας (2014) 2Α ΑΑΔ 276). Επιπρόσθετα προσμετρούμε την επιθυμία αμφοτέρων των κατηγορούμενων, ως εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου τους, όπως εκδοθεί εναντίον τους διάταγμα αποζημίωσης, χωρίς να παραβλέπουμε ότι καμία αποζημίωση δεν έχει δοθεί στο παραπονούμενο μέχρι σήμερα (Μενελάου ν Αστυνομίας  (2000) 2 ΑΑΔ 46).

 

Εδώ θα διαχωρίσουμε τους δύο κατηγορούμενους.

 

Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του  κατηγορουμένου 2 το οποίο αποτελεί στοιχείο που του δίνει την ευχέρεια να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (Ψωμά v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40).

 

Περαιτέρω, προς όφελος του κατηγορουμένου 2, λαμβάνουμε υπόψη μας την προσπάθεια απεξάρτησης που καταβάλλει και την ένταξη του στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Ως η Νομολογία επιτάσσει, το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στον μετριασμό της ποινής. (Καρακάννας ν Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 463,  Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 333 και Γιαννάκης ν Αστυνομίας (2016) 2Α ΑΑΔ 364.)  Όμως, το πιο πάνω στοιχείο, δεν συνιστά αυτοτελή λόγο που επηρεάζει το είδος της ποινής, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως προς τον καθορισμό του ύψους της.

 

Επίσης συνυπολογίζουμε προς όφελος του κατηγορούμενου 2 το γεγονός ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, τα  οποία άμβλυναν την κρίση του και μείωσαν τον αυτοέλεγχο του, χωρίς φυσικά να μας διαφεύγει ότι ο παράγοντας αυτός, μολονότι μετριαστικός, δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητά των εγκλημάτων και την αναγκαιότατα για αυστηρή μεταχείρισή του .

 

Στρεφόμαστε τώρα στο ρόλο του κατηγορούμενου 2. Ως εκ του κατηγορητηρίου διαφαίνεται, μεταξύ των ημερομηνιών 27.03.2025 και 03.07.2025, σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις, κατ' εντολή ατόμου - το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει κατονομάσει - επικαλούμενος φόβο και εξάρτηση από αυτόν - επισκέφθηκε το ίδιο υποστατικό και έθεσε φωτιά στο όχημα ΧΧX147 στις 27.03.2025, στο όχημα ΧΧΧ806 στις 25.04.2025, στο ίδιο όχημα στις 06.06.2025 και στην αυλή της αγροικίας στις 03.07.2025, δηλαδή σε διάστημα 4 μηνών, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε 3 εμπρησμούς και σε μία απόπειρα εμπρησμού ως στο Κατηγορητήριο αναγράφεται. Η συμπεριφορά του αυτή δεικνύει ότι ακόμα και υπό το καθεστώς επήρειας ναρκωτικών, η επαναλαμβανόμενη δράση κατά του ίδιου ατόμου προς εκπλήρωση εντολών τρίτου δεν επιτρέπει την επιεική του μεταχείριση. Προσμετρούμε ότι η αποκόμιση οφέλους του κατηγορούμενου 2, ως αναφέρθηκε, ήταν η παροχή δωρεάν ναρκωτικών ουσιών, διαπίστωση όμως που δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποκόμισε όφελος για την εγκληματική του δράση, τουναντίον, κατά την κρίση μας, η παροχή δωρεάν ναρκωτικών ουσιών ήταν και όφελος και κίνητρο για τον κατηγορούμενο 2 για να διαπράξει τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Εντοπίζουμε μέσα από τη παράθεση των γεγονότων, ότι, αν και  δεν υπήρξε υψηλού βαθμού προγραμματισμός ή προσχεδιασμός, υπήρξε δομημένο πλάνο επαναλαμβανόμενης δράσης του κατηγορούμενου 2, ως από τα ενώπιον μας αποδεκτά γεγονότα διαφαίνεται εναντίον του ίδιου- αγνώστου για τον κατηγορούμενο 2- προσώπου κατ’εντολή τρίτου. Διαπιστώνουμε συνακόλουθα ότι επικράτησε η ιδιοτελής ανάγκη για ικανοποίηση των εντολών του τρίτου προσώπου, με αντάλλαγμα την δωρεάν προμήθεια ναρκωτικών. Ήταν μια παράνομη συναλλαγή αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταστροφή δυο οχημάτων ολοσχερώς και η πρόκληση ζημίας σε αυλή οικίας.

 

Λαμβάνουμε, λοιπόν, υπόψη μας, ως επιβαρυντικές τις πιο πάνω συνθήκες διάπραξης.

 

Στρεφόμαστε τώρα στον κατηγορούμενο 3.

 

Διαφαίνεται από τα ενώπιον μας γεγονότα ότι ο ρόλος του ήταν πιο περιορισμένος (σε σχέση με το ρόλο του κατηγορούμενου 2)  σε ότι αφορά τα αδίκημα της 2ης κατηγορίας και ακόμα πιο περιορισμένος σε ότι αφορά το αδίκημα της 8ης  κατηγορίας. Συγκεκριμένα, ο ρόλος του σε σχέση με το αδίκημα της 2ης  κατηγορίας ήταν αυτός του οδηγού του οχήματος που μετέφερε τον κατηγορούμενο 3 στο σημείο του εμπρησμού και σε σχέση με το αδίκημα της 8ης  κατηγορίας, ο ρόλος του περιορίζεται στο γεγονός ότι επέτρεψε στον κατηγορούμενο 2 να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητό του για να μεταβεί στην αγροικία όπου έθεσε φωτιά. Διευκρινίστηκε, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε στο στάδιο παράθεσης των γεγονότων ενώπιόν μας, ότι παρότι δεν έγινε ειδική αναφορά από τον κατηγορούμενο 2 στον κατηγορούμενο 3 ως προς τον σκοπό της χρήσης του οχήματος, εντούτοις ο τελευταίος κατανόησε και αντιλήφθηκε ότι του ζητήθηκε το όχημα με σκοπό ο πρώτος  να διαπράξει αδίκημα όμοιο με το αδίκημα της 2ης  κατηγορίας. Συνεπώς, μολονότι περιορισμένος, ο ρόλος του κατηγορούμενου 3 ήταν σημαντικός για την εκτέλεση  μέρους της εγκληματικής δράσης όπως με το κατηγορητήριο αποδίδεται, με αντάλλαγμα ευτελή ποσά τοις μετρητοίς (€20 για κάθε ανάμειξή του) και ανεφοδιασμού του οχήματός του (€20 για κάθε δρομολόγιο).

 

Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, λαμβάνουμε υπ' όψιν μας ότι αυτός είναι 32 ετών, παιδί επταμελούς οικογένειας από την Κρήτη, ο οποίος μετά την υπηρεσία του στην ΕΛΔΥΚ, παρέμεινε στην Κύπρο για να εργαστεί και ο οποίος πριν τη σύλληψή του και για διάστημα αρκετών μηνών ήταν άνεργος.

 

Δεν μπορούμε δε να παραβλέψουμε ότι ο κατηγορούμενος 3 βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Η μία με σοβαρότερο το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο και η άλλη με σοβαρότερη το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελεών πράξεων. Όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, καθότι αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας. (Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου (1994) 2 ΑΑΔ 1.). Φυσικά, πρέπει να λεχθεί, ότι η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβολή τέτοιας ποινής που θα έχει ως αποτέλεσμα ο καταδικασθείς  να τιμωρηθεί για δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα.( Hjinicolaou v The Police (1976) 2 CLR 63).

 

Εχει νομολογιακά διευκρινιστεί ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν είναι επιβαρυντικό στοιχείο, απλώς ελλείπει το ελαφρυντικό στοιχείο του καθαρού ποινικού μητρώου. (η επισκόπηση της Νομολογίας γίνεται στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138). Η επί του προκειμένου θέση της Αγγλικής Νομολογίας όπως παρατίθεται στο σύγγραμμα Sentencing and Penal Policy του Andrew Ashworth, σελ. 209:

«The general principle:  progressive loss of mitigation

 

The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor.  The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot

 

Συνακόλουθα, στην υπό κρίση υπόθεση, η ύπαρξη δύο προηγούμενων καταδικών εις βάρος του κατηγορουμένου 3, αν και δεν αφορούν παρεμφερή, με τα υπό εξέταση, αδικήματα, οδηγεί αναπόφευκτα στη μείωση του δείκτη επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί σε αυτόν. Επιπρόσθετα, επιβαρυντικό στοιχείο είναι η διαπίστωση ότι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας διαπράχτηκε εντός του χρόνου αναστολής αμφοτέρων των επιβληθεισών ποινών, ενώ το αδίκημα της 8ης κατηγορίας εντός του χρόνου  αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 2087Χ/21. Αυτή, η τελευταία διαπίστωση δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν εκτίμησε το ευεργέτημα της αναστολής που του δόθηκε, δύο φορές, από τα Δικαστήρια.

 

Καταληκτικά, θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση, όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων 2  και 3, αλλά και τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα.

 

Κρίνουμε, στο σημείο αυτό, σημαντικό να σημειώσουμε ότι μάς απασχόλησε το κατά πόσο δικαιολογείται, στον κατηγορούμενο  3, να επιβληθεί μικρότερη ποινή από τον κατηγορούμενο 2, στη βάση του περιορισμένου ρόλου του στη διάπραξη αμφοτέρων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Έχοντας, ωστόσο, υπόψη, τους ανωτέρω ελαφρυντικούς αλλά και επιβαρυντικούς παράγοντες που ισχύουν για κάθε κατηγορούμενο, κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται η όποια διαφορετική αντιμετώπιση τους. Και τούτο γιατί, από τη μια ο κατηγορούμενος 2, παρά τους επιβαρυντικούς παράγοντες που περιβάλλουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ίδιος διέπραξε τα αδικήματα της 2ης και 8ης κατηγορίας (τα οποία αντιμετωπίζει και ο κατηγορούμενος 3), σε αντιδιαστολή με τον περιορισμένο, σχετικό, ρόλο του κατηγορούμενου 3, πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο ενήργησε, κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, υπό την επήρεια των ναρκωτικών, ενώ ο κατηγορούμενος 3, βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, διέπραξε τα αδικήματα καθ’ ον χρόνο οι ποινές που του επιβλήθηκαν σε αυτές τελούσαν υπό αναστολή και δεν βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών. Οι μόλις πιο πάνω αναφερόμενοι, για τον κατηγορούμενο 3, παράγοντες, αντισταθμίζουν την επιείκεια που αναμένεται να του επιδειχθεί στη βάση του περιορισμένου ρόλου του στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει.

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής και της συνεργασίας τους με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί σε αμφότερους τους κατηγορούμενους, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης ως ακολούθως:

Στον κατηγορούμενο 2:

 

Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών.

Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών.

Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών.

Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών.

 

Στον κατηγορούμενο 3:

 

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών.

Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών.

 

Αποδίδοντας, όμως, μετρήσιμη αξία στην παραδοχή και συνεργασία των κατηγορουμένων[3], κρίνουμε ότι οι αρμόζουσες ποινές που πρέπει να επιβληθούν, τις οποίες και επιβάλλουμε, για κάθε κατηγορούμενο, στη βάση της μείωσης που θεωρούμε ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, είναι οι ακόλουθες:

 

Στον κατηγορούμενο 2:

 

Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών.

Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών.

Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών.

Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών.

 

Στον κατηγορούμενο 3:

 

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών.

Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Σύμφωνα με το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τελούν σε προφυλάκιση, και δη από τις 16/07/2025

 

Σε ότι αφορά στο ενδεχόμενο ενεργοποίησης της ανασταλείσας  ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 3 στις προηγούμενες καταδίκες του,  δεδομένης της διάπραξης των αδικημάτων του παρόντος Κατηγορητηρίου, που αντιμετωπίζει, καθ’ ον χρόνο τελούσαν τούτες υπό αναστολή, δεδομένης, επίσης, και της παραδοχής του στις εδώ κατηγορίες που αντιμετωπίζει, σε χρόνο πριν την πάροδο του χρόνου της εν προκειμένω αναστολής, κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ορθό να προχωρήσουμε σε τέτοια ενεργοποίηση δεδομένης της ποινής που επιβλήθηκε σε αυτόν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Κρίνουμε, συναφώς, ότι, τυχόν ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής του κατηγορούμενου 3, θα καθιστούσε την συνολική ποινή του υπέρμετρα επαχθή στη βάση των παραγόντων που διέπουν την αρχή της συνολικότητας της ποινής.

 

Τέλος, στη βάση της δήλωσης του συνηγόρου των κατηγορούμενων 2 και 3 για την επιθυμία τους να εκδοθούν διατάγματα αποζημίωσης εναντίον αμφοτέρων, προβαίνουμε στην έκδοση των σχετικών διαταγμάτων ως ακολούθως:

 

Εναντίον του κατηγορούμενου 2, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του παραπονούμενου στην 2η κατηγορία για το ποσό των €750, στην κατηγορία 4η για το ποσό των €700 και στη 10η κατηγορία για το ποσό των €1600 €750 με μηνιαίες δόσεις €100 εκάστη. Η εκτέλεση του διατάγματος αποζημίωσης αναστέλλεται από σήμερα μέχρι και για περίοδο 3 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του κατηγορούμενου 2.

 

Εναντίον του κατηγορούμενου 3, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του παραπονούμενου στην 2η κατηγορία για το ποσό των €750 με μηνιαίες δόσεις €100 εκάστη . Η εκτέλεση του διατάγματος αποζημίωσης, αναστέλλεται από σήμερα μέχρι και για περίοδο 3 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του κατηγορούμενου 3.

 

 

                                                                 (Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                            Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                        (Υπ.)  .…….………...……….…………...

                                                                                                           Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ   

   

(Υπ.)  ……....…….…..……………………

             Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο