ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. V. S., Αρ. Υπόθεσης: 3245/2025, 25/2/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. V. S., Αρ. Υπόθεσης: 3245/2025, 25/2/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 3245/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ν

V. S.

     

                                                        Κατηγορούμενoς

 

Ημερομηνία: 25/2/2026

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για την Κατηγορούμενη: κ. Λ. Νεοφύτου

Κατηγορούμενος παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

 

 

Ο κατηγορούμενος, υπήκοος Μολδαβίας, κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε δύο κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο, και συγκεκριμένα 15,060 κιλών κοκαΐνης (Τάξεως Α’-πρώτη κατηγορία) και 94,960 κιλών κάνναβης (Τάξεως Β’-δεύτερη κατηγορία), αμφότερες κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 («ο Νόμος») όπως τροποποιήθηκε.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:

“Στις 16/04/2025 υπάλληλος ιδιωτικής εταιρείας ταχυμεταφορών παρέλαβε, μεταξύ άλλων εμπορευμάτων, 5 δέματα διαστάσεων 40Χ60Χ80 εκατοστά το καθένα τα οποία είχαν αφιχθεί μέσα σε εμπορευματοκιβώτια προερχόμενα από την Ελλάδα, με σκοπό να τα παραδώσει στην αναγραφόμενη διεύθυνση στην Λάρνακα.  Στις 17/04/25, αφού επικοινώνησε τηλεφωνικώς στον αναγραφόμενο αριθμό κινητού τηλεφώνου μετάβηκε για παράδοση τους. Εκεί έφτασε ο κατηγορούμενος οδηγώντας αυτοκίνητο τύπου «minibus» και ταυτόχρονα έφτασε πεζό άλλο άγνωστο πρόσωπο. Μαζί άρχισαν να φορτώνουν στο αυτοκίνητο τα κιβώτια τα οποία κατέβαζε ο υπάλληλος της εταιρείας ταχυμεταφορών. Στο μέρος έφτασε τελωνειακός υπάλληλος ο οποίος διαμένει στην περιοχή και του είχε κινήσει την υποψία σχετική δραστηριότητα. Παρατήρησε επίσης ότι στα κιβώτια  αναγραφόταν ως παραλήπτης η εταιρεία “La Boga” η οποία του ήταν άγνωστη. Όταν ο τελωνειακός υπάλληλος κοινοποίησε την ιδιότητα του τα δύο πρόσωπα ολοκλήρωσαν βιαστικά την φόρτωση των τεσσάρων κιβωτίων. Αυτός άρχισε να τους φωνάζει να περιμένουν την αστυνομία και τους εμπόδισε από το να φορτώσουν και το 5ο δέμα. Με την άφιξη μελών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας το άγνωστο πρόσωπο έφυγε από το μέρος και έκτοτε καταζητείται. Ο κατηγορούμενος παράμεινε στο μέρος. Με την άφιξη μελών της ΥΚΑΝ ελέγχθηκαν τα κιβώτια, διαπιστώθηκε ότι περιείχαν ναρκωτικά και ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε. Στην συνέχεια οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας μαζί με τα κιβώτια. Σε αυτά υπήρχαν συνολικά 96, όμοιες μεταξύ τους, συσκευασίες με κάνναβη συνολικού βάρους 94,96 κιλών και 15 συσκευασίες με κοκαΐνη συνολικού βάρους 15,06 κιλών.

Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα κράτησης για 8 μέρες. Παράμεινε υπό κράτηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης.

Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος αφίχθηκε μόνος του στην Δημοκρατία στις 15/04/2025 και θα αναχωρούσε στις 18/04/2025. Είχε ενοικιάσει το πιο πάνω όχημα για αυτές τις τρεις μέρες, για το ποσό των 400 ευρώ. Από τι σύνολο της μαρτυρίας, περιλαμβανομένου και του μεγάλου αριθμού προηγούμενων επισκέψεων του κατηγορούμενου στην Δημοκρατία προκύπτει ότι σκοπός άφιξης του ήταν η παραλαβή των ναρκωτικών.

Η κάνναβη είναι μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία (τετρυδροκανναβινόλη[1]) ενώ η κοκαΐνη ψηλής καθαρότητας (91,2%).

Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενές καταδίκες.”

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη γραπτή αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην παραδοχή του πελάτη του, στη συνεργασία του με την Αστυνομία, και στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο μειωμένο ρόλο του και την «συγκυριακή», όπως την χαρακτήρισε, εμπλοκή του στο σχέδιο διακίνησης λόγου φόβου και εξάρτησης από τον εντολέα του. Επιπλέον η Υπεράσπιση εστιάστηκε στην περιεκτικότητα της κάνναβης σε δραστική ουσία (τετραϋδροκανναβινόλη) η οποία κατηγοριοποιήθηκε από τη Κατηγορούσα Αρχή ως μέση. Έμφαση ο κ. Νεοφύτου έδωσε και στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, στις οικονομικές και προσωπικές του περιστάσεις και ειδικότερα τον εθισμό του στο τζόγο και τη κάνναβη,  εξαρτήσεις που τον οδήγησαν και στην διάπραξη των αδικημάτων, προς απόσβεση του χρέους που δημιούργησε στον προμηθευτή των ναρκωτικών και ιδιοκτήτη της παράνομης λέσχης τζόγου που επισκεπτόταν στην Μολδαβία. Καταληκτικά ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η  δια βίου φυλάκισης.

 

Στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.  Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Παπανικόλα, Ποινική Έφεση 214/2021, ημερομηνίας 19.01.2024).Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο.  Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου,  το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική. Και η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικη Έφεση 74/2021 ημερομηνίας 31.10.2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 89-91/2023, ημερομηνίας 13.06.2024).

 

Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/2017, ημερομηνίας 13.03.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110.  Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποινική Έφεση 71/2022, ημερομηνίας 01.12.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους.

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 144/16, ημερομηνίας 21.02.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. 

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Όσον αφορά στο ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι είχε αποδεχτεί πρόταση ομοεθνή του για να ταξιδέψει στη Κύπρο και να τον βοηθήσει στη μεταφορά ναρκωτικών με αντάλλαγμα την απόσβεση χρέους που δημιούργησε από την προμήθεια κάνναβης και τον τζόγο σε παράνομη λέσχη, συμφωνία μάλιστα που ο ομοεθνής του μονομερώς τροποποίησε προς ζημία του κατηγορούμενου ώστε να μην απαλλαχθεί πλήρως. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη την αναφορά του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η εμπλοκή του κατηγορούμενου στα αδικήματα περιορίστηκε στη τυφλή εκτέλεση των εντολών του ομοεθνούς του για παραλαβή και μεταφορά των ναρκωτικών, ως την συμφωνημένη αντιπαροχή του στην υλοποίηση της παράνομης συμφωνίας. Αποδεχόμαστε ότι η επιλογή του κατηγορούμενου στην συνομολόγηση της παράνομης αυτής συμφωνίας είχε ως κύριο κίνητρο την ολική (αρχικά) και μερική (στην πορεία) διαγραφή του χρέους του που προέκυψε από την προμήθεια ναρκωτικών και συμμετοχής σε παράνομο τζόγο και κατά δευτερεύοντα λόγο, ότι η συγκατάθεση του εξασφαλίστηκε και από το φόβο που τον διακατείχε λόγω των διασυνδέσεων του ομοεθνούς του και  της κακής φήμης του τελευταίου.

 

Σε ότι αφορά τις θέσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης περί οριακής στοιχειοθέτησης των αδικημάτων, περί δράσης με επιπολαιότητα και παράλειψης προσχεδιασμού, οι οποίες,  αμφισβητήθηκαν από τον κ. Αντωνίου κατά το στάδιο της Ακρόασης των Γεγονότων οφείλουμε να αναφέρουμε ότι αποτελεί διαπίστωση μας ότι οι εν λόγω θέσεις δεν μπορούν να συνυπάρχουν με τα γεγονότα που ενώπιον μας τέθηκαν και με τα οποία η Υπεράσπιση ρητώς συμφώνησε, ούτε και με τις θέσεις της Υπεράσπισης ως προς τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων.

 

Και εξηγούμε. Η αναφορά περί επιπολαιότητάς και παράλειψης προσχεδιασμού, αντίκειται με τις αναφορές του ίδιου του κατηγορούμενου ότι συμφώνησε να ταξιδέψει στην Κύπρο για να ενοικιάσει όχημα και να μεταφέρει ναρκωτικά προς εξυπηρέτηση του ομοεθνούς του με αντάλλαγμα για τον ίδιο, ως πιο πάνω αναφέρεται. Προς τούτο, προγραμμάτισε ταξίδι, διαμονή και ενοικίαση ειδικού οχήματός (Βαν), για να εκτελέσει το σχέδιο που του δόθηκε. Μέσα από αυτά τα γεγονότα, που η ίδια η Υπεράσπιση προώθησε, διαφαίνεται αφενός προσχεδιασμός και αφετέρου εξουδετερώνεται η αναφορά περί δράσης με επιπολαιότητα, αφού καθίσταται σαφές ότι μεσολάβησαν πολλά διαβήματα από τη συνομολόγηση της συμφωνίας μέχρι την εκτέλεση του σχεδίου που δόθηκε στον κατηγορούμενο.  Το ίδιο ισχύει και για τις θέσεις του κ. Νεοφύτου ότι η κατοχή των ναρκωτικών θα ήταν για ελάχιστο χρόνο, αφού ως παρατηρεί ο κ. Αντωνίου και εν τέλει αποδέχτηκε και η Υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του δήλωσε ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες σε σχέση με το που και πότε θα γινόταν η από μέρους του παράδοση των παράνομων ουσιών σε τρίτο πρόσωπο. Επιπλέον δεν αποδεχόμαστε τη θέση της Υπεράσπισης ότι  από την ανάμειξη του Κατηγορούμενου δεν προκύπτει σκοπός οικονομικού κέρδους, αφού η αποδοχή της θέσης της Υπεράσπισης ότι θα διαγραφόταν -έστω- και μέρος της οφειλής του προς τον ομοεθνή του, αποτελεί οικονομικό κίνητρο για την ανάμειξή του.

 

Τούτων λεχθέντων, οφείλουμε να τονίσουμε ότι είναι νομολογημένο ότι η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Περαιτέρω ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».

 

 

Στρεφόμαστε τωρα στη θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πλήρη επίγνωση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών. Αποδεχόμαστε ότι η αντίληψη του κατηγορουμένου σε σχέση είτε με το είδος είτε την ποσότητα των ναρκωτικών είναι παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη και να συνεκτιμηθεί με τα γεγονότα της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της επιμέλειας που επέδειξε ή όχι ο δράστης. Το εν λόγω ζήτημα έχει αποσαφηνίσει από την Αγγλική Νομολογία στην υπόθεση R. v. Bilinski 86 Crim. App. R. 146 (1987), όπου αναγνωρίστηκε ότι η άγνοια ενός κατηγορουμένου σχετικά με το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα, η σημασία του οποίου καθορίζεται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (στην εγχώρια νομολογία, σε σχέση με την ποσότητα, σχετική είναι η υπόθεση Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 2/2022, ημερομηνίας 19/12/2022). Συνακόλουθα, αν και αποδεχόμαστε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε την ακριβή ποσότητα και το είδος των ναρκωτικών, κρίνουμε ότι δεν μπορεί να αποδοθεί εξέχουσα βαρύτητα σε αυτή την Υπερασπιστική θέση, επειδή μέσω των ενώπιον μας αποδεκτών γεγονότων δεν υπάρχει η οποιαδήποτε θέση ότι ο κατηγορούμενος ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί για τις λεπτομέρειες της διακίνησης που συμφώνησε να εκτελέσει, όπως το είδος και την ποσότητα των παράνομων ουσιών. Το ουσιώδες είναι ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πως ο σκοπός του ταξιδιού του και της εμπλοκής του ήταν να μεταφέρει με όχημα τις ναρκωτικές ουσίες και εναπόκειτο στον ίδιο να πληροφορηθεί αν επρόκειτο για σκληρά ναρκωτικά ή όχι. Επίσης, από τα γεγονότα καθίσταται σαφές ότι γνώριζε ότι για τη μεταφορά τους, λόγω των μεγάλων διαστάσεων των κιβωτίων στα οποία τοποθετήθηκαν, απαιτείτο η χρήση μικρού φορτηγού (το οποίο εντάλθηκε ρητώς να ενοικιάσει και ενοικίασε) που ήταν και ο λόγος που επιλέγηκε ο κατηγορούμενος από τον ομοεθνή του, αφού ήταν κάτοχος Ευρωπαϊκής άδειας οδηγού.  Με αυτά τα γεγονότα, είναι η κρίση μας, ότι από τη στιγμή που αποφάσισε ο κατηγορούμενος να συμμετάσχει στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και να συνεισφέρει στην εκτέλεσή του μελετημένου σχεδίου διακίνησης των παράνομων ουσιών, δεν μπορεί να επικαλείται την άγνοια του σε σχέση με το είδος και την ποσότητα προς απαλλαγή από τις κυρώσεις που η έκνομη συμπεριφορά του επιφέρει.

 

Σημειώνουμε, συνακόλουθα, ότι, μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να ταξιδέψει στη Κύπρο προς εκπλήρωση της αντιπαροχής του σε μία παράνομη συμφωνία, στο πλαίσιο της οποίας  ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) γνωστού σε αυτόν προσώπου, τον οποίο, δεν κατονόμασε, αφού, ως ο δικηγόρος του επικαλέστηκε πρόκειται για άτομο με διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο της Μολδαβίας, της Ουκρανίας και της Ρωσίας. Επί τούτου μάλιστα, μας αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε θύμα πίεσης και απειλών από τον εν λόγω ομοεθνή του και ότι περαιτέρω υποψιάζεται ότι ήταν ο εντολέας για την επίθεση που δέχτηκε ενόσω ήταν στην πατρίδα του από τρεις άνδρες οι οποίοι αφού με την βία τον έβαλαν σε όχημα,  τον οδήγησαν σε απόμακρη περιοχή όπου τον κτύπησαν κατ’ επανάληψη και τον απείλησαν.

 

Αποδεχόμαστε, ως δε προκύπτει από τα ενώπιον μας γεγονότα, ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν, ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών, ούτε ο οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις εντολές κάποιου άλλου και μάλιστα υπό την εποπτεία του και συμφώνησε να συνδράμει στη διακίνηση, στη Δημοκρατία, μιας μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α και Β΄, συγκεκριμένα 15,06 κιλών κοκαΐνης ψηλής καθαρότητας (91,2%) και 94,96 κιλών κάνναβης, μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία τετραϋδροκανναβινόλης. Παρεμβάλλεται εδώ ότι η Υπεράσπιση ζητά να ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου το γεγονός ότι η κάνναβη ήταν μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία. Επί τούτου να πούμε ότι η μέση περιεκτικότητα της κάνναβης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως δεν μπορεί να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ποσότητα σχεδόν 95 κιλών. Σε αντιδιαστολή με το επιχείρημα για την περιεκτικότητα της κάνναβης,  ομοίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ποσότητα 15 κιλών κοκαΐνης ήταν υψηλής καθαρότητας, ζήτημα που δεν αναδεικνύεται από την  Υπεράσπιση. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, τις συνέπειες που η διοχέτευση αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε ένα τεράστιο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της έγκαιρης παρέμβασης, του υποψιασμένου Τελωνειακού Λειτουργού, και ακολούθως της Αστυνομίας, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης. Καταλήγουμε ότι όλα τα ενώπιον μας στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου, μολονότι περιορισμένος, ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή του, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466), δεδομένης και της κατοχής, από τον κατηγορούμενο, Ευρωπαϊκής άδειας οδήγησης, κάτι που αποτέλεσε τη βάση για την επιλογή ως συνεργάτης του ομοεθνούς του.

 

Τέλος συνυπολογίζουμε προς όφελος του κατηγορούμενου ότι ο ομοεθνής του που τον συνόδευσε στο χώρο παραλαβής των δεμάτων (που ως φαίνεται μέσω κατάθεσης που λήφθηκε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης είναι άτομο που συνδέθηκε με άλλες παρόμοιες παραδόσεις), αποχώρησε από το σημείο παραλαβής των δεμάτων, χωρίς να του δώσει πληροφόρηση ή οδηγίες.

 

Καταλήγουμε τουτέστιν ως εκ των πιο πάνω διαπιστώσεων και επισημάνσεων ότι η θέση της Υπεράσπισης περί μειωμένου ρόλου (lesser role) του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.  Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να οδηγήσει το βαν, καθώς ήταν το άτομο που κατείχε ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης, αφήνει έκθετο σε απόρριψη το επιχείρημα της Υπεράσπισης περί συγκυριακής εμπλοκής του και, περαιτέρω, καθιστά ανεδαφική τη θέση περί μειωμένου ρόλου, αφού με τα ενώπιον μας δεδομένα ο ρόλος του κατηγορουμένου, αν και περιορισμένος, δεν μπορεί να υποβαθμιστεί σε μικρότερη διαβάθμιση από αυτή του ρόλου του μεταφορέα (διαμεσολαβητή) των ναρκωτικών, τουτέστιν ουσιώδους ρόλου (significant role).

 

Δεν μας διαφεύγει βέβαια, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία, παράλληλα, επισημαίνει ότι μολονότι ο διαμεσολαβητής δεν αποτελεί τον ιθύνοντα νου της διάπραξης του αδικήματος εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχει ένας ενδιάμεσος συνεργάτης, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, αφού η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, είναι, νομολογιακώς, γνωστό ότι, αν και αναγνωρίζεται η σημασία των εκάστοτε ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, σε συνδυασμό με την ηλικία του, στοιχεία, που, από τη μια, δικαιολογούν τη θέση του ότι η εν προκειμένω παραβατική συμπεριφορά του αποτελεί ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του (πλην, φυσικά, της χρόνιας χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία ο ίδιος επικαλείται), και από την άλλη, του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/2017 ημερομηνίας 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του, την οποία αποφασίσαμε να κατατάξουμε ως άμεση, αφού η μελέτη των πρακτικών τής διαδικασίας αποκαλύπτει ότι καταχωρήθηκε απάντηση μη παραδοχής εν αναμονή της λήψης του μαρτυρικού υλικού και ο κατηγορούμενος καταχώρησε απάντηση παραδοχής κατά την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του Κακουργιοδικείου μετά τη λήψη του μαρτυρικού υλικού. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).

 

Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν ενώ ο κατηγορούνενος προσπαθούσε να τα φορτώσει σε όχημα που ενοικίασε, όταν αυτός ανακόπηκε από υποψιασμένο τελωνειακό λειτουργό, (ως ανωτέρω περιγράφηκε), δηλαδή κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή του είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε ο κ. Νεοφύτου και ιδιαίτερα ότι ο Κατηγορούμενος:

·                Είναι ηλικίας 31 ετών. Έχει ένα ανήλικο υιό.

·                Μεγάλωσε σε μια φτωχή χώρα με χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Η περιοχή από την οποία κατάγεται αν και υπάγεται στην Μολδαβία αυτοανακηρύχτηκε σε, μη αναγνωρισμένο, κράτος και πρόσκειται στην Ρωσία.

·                Βίωσε σε όλη του τη ζωή άσχημες οικονομικές συνθήκες και αναγκάστηκε να ξενιτευτεί για να κερδίσει τα προς το ζην. Εργάστηκε περιστασιακά στην Ευρώπη σε οικοδομές.

·                Ήταν χρόνιος χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών

·                Είχε εθιστεί στο τζόγο.

·                Δεν είναι μέλος οποιασδήποτε εγκληματικής ομάδας.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία –ιδίως για τη νεολαία– από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.

 

Υποθέσεις που αφορούν Ελεγχόμενα Φάρμακα Τάξεως Α

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Dos Santos (2005) 2 ΑΑΔ 297 οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκαν πρωτοδίκως κατόπιν παραδοχής, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κοκαΐνης βάρους 1.021 γραμμαρίων, αυξήθηκαν κατ’ έφεση σε 9 έτη.

 

Στην υπόθεση Memic ν Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 276, επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης των 8 ετών, μετά από παραδοχή, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια, 915, 27 γραμμαρίων κοκαΐνης.

 

Στην υπόθεση De Almeida ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 22/15, ημερομηνίας 07.07.2017, ECLI:CY:AD:2017:B248, η ποινή των 10 ετών που επιβλήθηκε για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 831 γραμμαρίων κοκαΐνης, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 23 ετών και λευκού ποινικού μητρώου.

 

Στην υπόθεση Maciouca ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 72/2015, ημερομηνίας 22.1.2017, ECLI:CY:AD:2017:B16, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13½  χρόνων, μετά από ακρόαση, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 3 κιλών και 750 γραμμαρίων κοκαΐνης.

 

Στην υπόθεση Γεωργίου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 38/19 και 50/19, ημερομηνίας 20.01.2022, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 3 κιλών κοκαΐνης, επικυρώθηκε μετά από ακρόαση, ποινή φυλάκισης 12 χρόνων.

 

Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 10/21 ημερομηνίας 14.07.2022, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή,  για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 998.06 γραμμαρίων κοκαΐνης, ποινή φυλάκισης 7 χρόνων η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

 Στην υπόθεση Αντρέου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 204/2021, ημερομηνίας 21.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B490, η ποινή των δέκα χρόνων που επιβλήθηκε  στον κατηγορούμενο, κατόπιν παραδοχής, για κατοχή κοκαΐνης συνολικού βάρους 854,26 γραμμαρίων με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Είχαν ληφθεί υπόψιν για σκοπούς επιβολής ποινής ακόμα πέντε υποθέσεις με τις τέσσερεις εξ αυτών να αφορούν ναρκωτικά. Είχε τονιστεί η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών ενόψει της «τρομακτικής έξαρσης» υποθέσεων που αφορούν ναρκωτικά.

 

Υποθέσεις που αφορούν Ελεγχόμενα Φάρμακα Τάξεως Β

 

Στην υπόθεση Ιωάννου v Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 484 ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής σχεδόν 24 κιλών κάνναβης και κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης καταδικάστηκε σε 16 έτη φυλάκιση. Αυτός ήταν οικογενειάρχης, ηλικίας 43 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου.

 

Στην Παναγιώτου ν  Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β. 

 

Στην Αριστείδου v Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 32, κατόπιν ακρόασης, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σχεδόν 15 κιλών κάνναβης, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του εφεσείοντα, ηλικίας 41 ετών. Αυτός διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εισαγωγή των ναρκωτικών στην Κύπρο και η εμπλοκή του ήταν ουσιαστικής και καταλυτικής σημασίας, αφού στρατολόγησε άλλο πρόσωπο για τη μεταφορά των ναρκωτικών έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων. Ο εφεσείων ήταν έγγαμος και προστάτης του παιδιού της συζύγου του, από προηγούμενο γάμο, η οποία δεν εργαζόταν, λόγω προβλημάτων υγείας.

 

Στην υπόθεση Χρυσάνθου ν Δημοκρατίας (2011)2 Α.Α.Δ. 221 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών που επιβλήθηκαν, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορούμενο ηλικίας 22 ετών, για κατηγορίες εισαγωγής ναρκωτικών 11 κιλών και 538,61 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα. Τα γεγονότα ως είχαν αποδειχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου αποκάλυπταν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου, η εκτέλεση του οποίου έλαβε χώρα και στο εξωτερικό με καίριο το ρόλο του Εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια που επέδειξε και οι προσωπικές του συνθήκες.

 

Στη Μιχαήλ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/15, ημερομηνίας 22.01.18, ECLI:CY:AD:2018:B37, η μετά από παραδοχή, φυλάκιση 13 ετών για κατοχή 15 κιλών και 923 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της επικυρώθηκε, παρά το ότι χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή.

 

Στην Παύλου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 44/2016, ημερομηνίας 04.04.19, ECLI:CY:AD:2019:B130 ο εφεσείων παραδέχθηκε ότι κατείχε 11,5 κιλά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 9 ετών Ο εφεσείων είχε συλληφθεί επ΄αυτοφώρω, δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης, η εμπλοκή του περιοριζόταν στη μεταφορά του φορτίου και ότι η συνεργασία του με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, κάτι που θα είχε σοβαρότερη μετριαστική αξία στην επιβληθείσα ποινή. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών, προσφάτως αρραβωνιασθείς, χρήστης ναρκωτικών και με οικονομικά προβλήματα, κάτι που τον έκανε πιο ευάλωτο στο να αποδεχθεί το ποσό των €500 για την διακίνηση.

 

Στην Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2017, ECLI:CY:AD:2019:B202, ημερομηνίας 31.05.19 επικυρώθηκε κατ΄έφεση 14ετής ποινή φυλάκισης, επιβληθείσα μετά από ακροαματική διαδικασία, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 12 κιλών και 944 γραμμάριων κάνναβης, βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου στο οποίο ο εφεσείων - άτομο λευκού ποινικού μητρώου - διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο, όπως και στην παρούσα.

 

Στη Μαυρουδής v Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 112/21, ημερομηνίας 19.12.22, ECLI:CY:AD:2022:B485, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, καταδικάστηκε σε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης βάρους 24 κιλών και 939 γραμμαρίων Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, με δύο ανήλικα τέκνα και οικονομικά προβλήματα, ο οποίος παρέλαβε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά κλειδωμένη από την Αθήνα και τη μετέφερε στην Κύπρο, έναντι αμοιβής €1000. Ο ρόλος του κατηγορούμενου στην παρούσα, όπως και στην Παύλου και στην Μαυρουδής ήταν πανομοιότυπος.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωκράτους, Ποινική Έφεση 67/21, ημερομηνίας 17.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, επιβλήθηκαν πρωτόδικα μετά από παραδοχή, ποινές φυλάκισης 6 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών 159 γραμμαρίων κάνναβης με τον κατηγορούμενο να είναι άτομο νεαρής ηλικίας και να αντιμετωπίζεται ως μεταφορέας, δηλαδή με ίδιο ρόλο όπως και στην παρούσα. Οι ποινές κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ’ έφεση σε 10 χρόνια αντίστοιχα.

 

Επίσης, στην υπόθεση Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση  95/2021 κ.α., ημερομηνίας 31.10.23, ο εφεσείων καταδικάστηκε, κατόπιν ακρόασης, από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαϊνης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών για την τρίτη. Η έφεση εναντίον της καταδίκης και ποινής απορρίφθηκε, καθώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση.

 

Παραπέμπουμε, ακόμα, στην υπόθεση Σιδερένου ν Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 190, όπου σε συγκατηγορούμενο του ιθύνοντα νου και της συζύγου του τελευταίου – η οποία παρείχε ουσιαστική συνδρομή στη διάπραξη του αδικήματος δια της παραλαβής και συσκευασίας των ναρκωτικών- του οποίου η ανάμειξη διακρίθηκε από αυτούς, στη βάση του ότι ενήργησε ως μεταφορέας επ’ αμοιβή, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για το αδίκημα της κατοχής 12 κιλών κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια. Έχει αναφερθεί ότι πολυετής φυλάκιση είναι η αρμόζουσα ποινή σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών που κατέχονται είναι λόγος για επίταση της ποινής, δεν εφαρμόζεται όμως αυστηρή αριθμητική αναπροσαρμογή.

 

Στην υπόθεση Δημοκρατία ν Γιάννη Ανδρέου, Ποινική Έφεση 135/2019, απόφαση ημερομηνίας 04.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B372, στη οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 15 περίπου κιλών κοκαΐνης, κατόπιν παραδοχής, με αναφορά στην Σιδερένου (ανωτέρω) τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, εν είδει απάντησης στο επιχείρημα του Γενικού Εισαγγελέα ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο (16 έτη) δεν αντικατοπτρίζει την αναγνωρισμένη, από τη νομολογία, αυξητική τάση που πρέπει να παρατηρείται στο ύψος των επιβαλλόμενων, για τέτοια αδικήματα, ποινών, ότι «Τα τελευταία χρόνια, το έγκλημα σε σχέση με τα ναρκωτικά έχει αυξηθεί.  Θα δικαιολογείτο έτσι, σε σχέση με το ενδεικτικό μέτρο της Σιδερένου, ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση (Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.235/2013 κ.ά., ημερ.5.10.2016 και Ismen Bora) που βρίσκουμε ότι αποδίδεται με την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον Εφεσίβλητο.  Όχι μόνο με αναφορά στον ένα περισσότερο χρόνο που επιβλήθηκε, [στην κατηγορούμενη Σιδερένου είχε επιβληθεί φυλάκιση 15 ετών] αλλά και σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης, αφού θεωρούμε τις περιστάσεις στη Σιδερένου πιο επιβαρυντικές για την ποινή».

 

Παρατηρούμε επιπλέον ότι οι ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται αν και πολυετείς, δεν φαίνεται να λειτουργούν αποτρεπτικά. Τουναντίον, θα λέγαμε, διαπιστώνουμε από τις υποθέσεις που άγονται ενώπιόν μας ότι οι ποσότητες εισαγωγής και κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων αυξάνονται. Η παρούσα υπόθεση, λόγω των ποσοτήτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο κατατάσσεται ως μια από τις σοβαρότερες του είδους της. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551:  

 

 

«Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή».   

 

Συνεπώς, κατά την επιμέτρηση της ποινής λάβαμε υπόψη μας τη πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τον Κατηγορούμενο αδικήματα, παρουσιάζουν έξαρση, ως πιο πάνω διαπιστώνουμε και ότι οι επιβληθείσες και επικυρωθείσες αυστηρές ποινές δεν έχουν εξυπηρετήσει στην αποτροπή των επίδοξων παραβατών.

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερομηνίας 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[2] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[3] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης και στις δύο κατηγορίες, για 25 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία του  Κατηγορούμενου[4],  κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή και για τις δύο κατηγορίες είναι αυτή της φυλάκισης για 20 έτη, σε κάθε κατηγορία την οποία και επιβάλλουμε. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από την  25.04.25.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.

                                                           

     (Υπ.)  .…………..…..……………

                                                                                                 Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.)  ………...…….….…..........

                                                                                                     Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

                                                                 (Υπ.)  ……....…….………………

  Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Προφανώς πρόκειται περί λάθους καταγραφής, αφού ο ορθός όρος είναι τετραϋδροκανναβινόλη.

[3] Υπογράμμιση δική μας.

[4] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο