Δημοκρατία ν. S.D.D., Αρ. Υπόθεσης: 6147/2025, 16/3/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. S.D.D., Αρ. Υπόθεσης: 6147/2025, 16/3/2026

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                    ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 6147/2025

 

Δημοκρατία

 

ν

    S.D.D.

     

                                                        Κατηγορούμενoς

 

Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2026

 

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α.Κληρίδης

 

Κατηγορούμενος παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

               Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β' και συγκεκριμένα 15,18 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 1), για παράνομη κατοχή 12,69 γρ.κάνναβης (κατηγορία 2) και για παράνομη προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 15 κιλών κάνναβης περίπου, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, όπως τροποποιήθηκε.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:

 

Στις 19/05/2025, κατά τον έλεγχο που διεξήγαγε Τελωνειακός Λειτουργός σε δέματα που είχαν αφιχθεί από το εξωτερικό, εντόπισε δέμα (κιβώτιο) της εταιρείας FEDEX στο οποίο υπήρχαν 30 αεροστεγείς συσκευασίες με κάνναβη βάρους 15,18 κιλών (1η κατηγορία). Στο δέμα αναγραφόταν ως παραλήπτης ο P.J., διεύθυνση Ε. Αρ.5, Διαμ.102 και αριθμός κινητού τηλεφώνου. Το δέμα παραλήφθηκε από μέλη της ΥΚΑΝ και εξασφαλίστηκε εξουσιοδότηση για διεξαγωγή διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης.

 

Στις 20/05/2025, υπό κάλυψη μέλος της ΥΚΑΝ παρέλαβε το δέμα και κάλεσε στον αναγραφόμενο αριθμό κινητού τηλεφώνου. Απάντησε ο κατηγορούμενος, ανάφερε ότι είναι P.J. και ζήτησε να γίνει η παράδοση στην αναγραφόμενη οδό. Μέλη της ΥΚΑΝ τοποθετήθηκαν στην περιοχή και είδαν τον κατηγορούμενο να αποβιβάζεται από ταξί και να στέκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας στην πιο πάνω διεύθυνση. Αφού έφτασε στο μέρος και ο υπό κάλυψη αστυνομικός, κάλεσε τον κατηγορούμενο, ξανά, στο τηλέφωνο. Αυτός απάντησε ότι ερχόταν για να παραλάβει το δέμα. Όταν ο αστυνομικός κατέβηκε, άνοιξε την πισινή πόρτα και σάρωσε τον κωδικό στο κιβώτιο, ο κατηγορούμενος τον προσέγγισε και ανάφερε ότι ήταν ο P.J., και ζητήθηκε από αυτόν όπως θέσει την ψηφιακή υπογραφή του στη συσκευή σάρωσης, πράγμα το οποίο και έπραξε, και, ακολούθως, παρέλαβε το κιβώτιο. Αμέσως συνελήφθηκε από τα μέλη της ΥΚΑΝ και μεταφέρθηκε στα γραφεία της εν λόγω Υπηρεσίας στη Λάρνακα. Αφού είχε διαπιστωθεί ότι ο κατηγορούμενος όντως διέμενε στο διαμέρισμα το οποίο αναγραφόταν στο δέμα, αυτό ερευνήθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Εκεί εντοπίστηκε άλλο κενό χάρτινο κιβώτιο, με ίδιο αναγραφόμενο αποστολέα και παραλήπτη. Επίσης εντοπίστηκε και μικρό χάρτινο κουτί, με την κάνναβη 12,69 γραμμαρίων (κατηγορία 2).

 

Ο κατηγορούμενος είχε έρθει στην Κύπρο από τις ΗΠΑ, με σκοπό την παραλαβή δεμάτων με κάνναβη, λόγω οικονομικής ανάγκης και θα λάμβανε 1000 ευρώ για κάθε παραλαβή. Το κενό χάρτινο κιβώτιο, που είχε βρεθεί στο διαμέρισμα του, το είχε παραλάβει στις 19/05/25 και περιείχε τα 15 κιλά κάνναβης (κατηγορία 3), τα οποία, την ίδια μέρα (19.05.25), παρέδωσε σε άγνωστο του πρόσωπο. Δεν έδωσε τα στοιχεία του εντολέα του, γιατί, ως ανέφερε, φοβόταν για τη ζωή τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του.

 

Στις 21/05/25, εναντίον του κατηγορουμένου, εκδόθηκε διάταγμα κράτησης για 8 ημέρες.

 

Η ανευρεθείσα κάνναβη, είναι μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία (τετραϋδροκανναβινόλη). Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε την κατάσχεση των τεκμηρίων.

 

               Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στη γραπτή, επιμελή, αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, επισημαίνει τη σημασία της άμεσης παραδοχής του κατηγορούμενου στο δικαστήριο, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, το ρόλο του, και δη αυτόν του διαμεσολαβητή, καθώς επίσης και ότι αποκάλυψε στην αστυνομία το άγνωστο σε αυτή γεγονός της προμήθειας των ναρκωτικών σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 3), και το λευκό ποινικό μητρώο του. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αναφέροντας ότι οι οποιεσδήποτε επιβληθείσες ποινές φυλάκισης σε αυτόν, πρέπει να είναι συντρέχουσες, και όχι διαδοχικές, ούτως ώστε να μην καθίστανται υπερβολικές. Περαιτέρω ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες που επικρατούν στις Κεντρικές Φυλακές, λόγω αδιαμφισβήτητου υπερπληθυσμού, όχι σε τέτοιο σημείο που να απολήγει σε παράβαση κάποιου συνταγματικού δικαιώματος του, αλλά σε βαθμό, που να προκαλούνται συνθήκες δυσχέρειας σε αυτόν, όπως και σε κάθε άλλον κρατούμενο. Ζήτησε επίσης όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο θα εκτίσει ποινή σε ξένη χώρα, γεγονός που από μόνο του απολήγει σε δυσχέρεια για τον ίδιο, απ΄ότι συμβαίνει σε κύπριους κατάδικους.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκισης ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για τις κατηγορίες 1 και 3 και η φυλάκιση 8 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για την κατηγορία 2.

 

Επισκόπηση της Νομολογίας φανερώνει ότι η ανησυχία για την κοινωνική μάστιγα των ναρκωτικών, «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», ως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί, αποτυπώνεται στις Δικαστικές Αποφάσεις και αντανακλάται στο ύψος των ποινών που επιβάλλονται (Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240). Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2021, ημερομηνίας 19/01/2024).Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο.  Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου, το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.

 

Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 74/2021 (Σχετική Ποινική Έφεση 95/2021), ημερομηνίας 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 89-91/2023, ημερομηνίας 13/06/2024). Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερομηνίας 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής. (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 71/2022, ημερομηνίας 01/12/2022).

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση, ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν. Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν. Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν. Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711). Πιο συγκεκριμένα στην Valdez κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 144/16, ημερομηνίας 21/02/2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει, κατέχει ή φυλάττει. 

 

Κατά την επιμέτρηση, λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τον Κατηγορούμενο αδικήματα, παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Τούτων λεχθέντων, αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού, δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής, που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα και δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω, έχοντας πάντα υπόψη ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερές της περιστάσεις.

 

               Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έγκειται στο γεγονός ότι αυτός ήρθε στη Δημοκρατία από τις Η.Π.Α. και διέμενε σε διαμέρισμα με απώτερο σκοπό την παραλαβή, αρχικώς, των δεμάτων με τα ναρκωτικά και, ακολούθως, την παράδοση τους σε τρίτους. Ειδικότερα αυτός, στις 19.5.25, είχε παραλάβει κιβώτιο με κάνναβη βάρους 15 κιλών, το οποίο παρέδωσε σε άλλο πρόσωπο, που δεν κατονόμασε. Επίσης, στις 20.5.25, παρουσιάστηκε σε μέλος της ΥΚΑΝ, ως άλλο πρόσωπο, δηλαδή ως P.J. και παρέλαβε έτερο κιβώτιο που περιείχε 15,18 κιλά κάνναβης, με σκοπό να το παραδώσει σε τρίτο. Αυτός, ενεργώντας με τον πιο πάνω τρόπο, θα αποκόμιζε ποσό €1000 για κάθε κιβώτιο που θα παραλάμβανε και ακολούθως θα παρέδιδε, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.

 

               Δεν μας διαφεύγει ότι μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ούτε ο ιδιοκτήτης, ούτε και ο έμπορος των ναρκωτικών. Σημειώνουμε όμως ότι ο κατηγορούμενος, δεν αποκάλυψε την ταυτότητα του εμπόρου και εντολέα του, λόγω επικαλούμενου φόβου τόσο για τη ζωή του όσο και τη ζωή των οικείων του. Ο συνδυασμός των πιο πάνω διαπιστώσεων και γεγονότων δεικνύουν ότι, ο ρόλος του, μολονότι περιορισμένος, ήταν σημαντικός στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών και διάδοσής τους στην κοινωνία, η οποία, χωρίς την ανωτέρω συνδρομή του κατηγορούμενου, θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Ακόμη, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία, παράλληλα, επισημαίνει ότι τέτοιου είδους συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια ή  εκδούλευση δεν καθίσταται άνευ σπουδαιότητας και σημασίας, καθότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση και η διακίνηση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

(τονισμός δικός μας)

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα, κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα σε ανάγκη ή ευάλωτα ή υποχρεωμένα προς αυτούς, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να οδηγεί σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, εκεί που το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Επίσης, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη, την παραδοχή του κατηγορουμένου, στο Δικαστήριο, την οποία αποφασίσαμε να κατατάξουμε ως άμεση, αφού η μελέτη των πρακτικών της διαδικασίας αποκαλύπτει ότι καταχωρήθηκε απάντηση μη παραδοχής εν αναμονή της λήψης επιπρόσθετου μαρτυρικού υλικού και μετά την πλήρη λήψη του, αλλά πριν την έναρξη της ακρόασης, καταχώρησε απάντηση παραδοχής, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του.

 

Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28) και έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66). Ακόμη δεν μας διαφεύγει ότι είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, που κατόπιν έρευνας στο διαμέρισμα που διέμενε, παραδέχτηκε ότι την προηγούμενη ημέρα προμήθευσε άγνωστο πρόσωπο, με άλλη ποσότητα 15 κιλών κάνναβης, γεγονός βεβαίως που ήταν άγνωστο, αλλά ούτε και θα γινόταν αντιληπτό από την αστυνομία.

 

               Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη, στον βαθμό που η Νομολογία έχει υποδείξει, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές έχουν αναφερθεί ενώπιον μας τόσο μέσω της γραπτής αγόρευσης του κ. Kληρίδη, όσο και μέσα από τη Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Οφείλουμε να τονίσουμε ότι ενώπιόν μας έχουν εκτεθεί με ιδιαίτερη λεπτομέρεια οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, οι οποίες και λαμβάνονται υπόψη. Συγκεκριμένα προσμετρούμε τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου που έχουν ως ακολούθως:

 

·         Ο κατηγορούμενος είναι Αμερικανός υπήκοος, 34 ετών.

·         Είναι άγαμος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, ηλικίας ενός και επτά ετών, από δύο διαφορετικές μητέρες και δεν έχει ποτέ γνωρίσει το μικρότερο τέκνο του, ενώ είχε αποκτήσει και παιδί που έχει αποβιώσει το 2018 (σε ηλικία 13 ετών).

·         Μεγάλωσε με τα δύο αδέλφια του σε ένα κατά βάση ομαλό οικογενειακό περιβάλλον μέχρι την ηλικία των 13 ετών, όπου πληροφορήθηκε ότι το άτομο που θεωρούσε ως πατέρα του, δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας, γεγονός που τον επηρέασε έντονα και σηματοδότησε την έναρξη ψυχολογικών δυσκολιών και κοινωνικού άγχους.

·         Παρά τις δυσκολίες αυτές, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του, αποφοιτώντας από το λύκειο και εργαζόταν ως διανομέας.

·         Τα τελευταία επτά έτη, η προσωπική του κατάσταση επιδεινώθηκε, ιδίως μετά τον θάνατο του υιού του, ο οποίος διέμενε μαζί του, γεγονός που τον κατέβαλε ψυχολογικά.

·         Πάσχει από διπολική κατάθλιψη, δρεπανοκυτταρική αναιμία (Sickle Cell Disease) και αναιμία, με αποτέλεσμα πριν την άφιξη του στη Δημοκρατία να αντιμετωπίζει δυσκολία στην εξεύρεση εργασίας αλλά και στέγασης,  αδυνατώντας να καλύψει βασικές ανάγκες του, όπως έξοδα μετακίνησης ή διαμονής.

·         Είναι χρήστης κάνναβης.

·         Ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει στη Δημοκρατία κανένα ουσιαστικό υποστηρικτικό δίκτυο, καθότι δεν έχει επαφή με οικογένεια ή φίλους, που να μπορούν να τον στηρίξουν οικονομικά ή ψυχολογικά κατά τον εγκλεισμό του στις φυλακές.

 

               Συνακόλουθα, λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τα πιο πάνω και την επίδραση που κάποια εξ΄αυτών είχαν στην απόφαση του κατηγορούμενου, να εμπλακεί στην επίδικη κακουργηματική συμπεριφορά του.

 

               Συνυπολογίζουμε επίσης, προς όφελος πάντα του κατηγορούμενου, το γεγονός, ότι στην περίπτωση που επιβληθεί σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή, αυτή θα εκτιθεί στις Κεντρικές Φυλακές, οι οποίες παρουσιάζουν γενικότερα πρόβλημα υπερπληθυσμού, χωρίς, ωστόσο να μας διαφεύγει ότι, ως εξάλλου, αποτελεί και κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών, το πρόβλημα αυτό δεν απολήγει σε παράβαση οποιουδήποτε συνταγματικού και γενικότερα ανθρώπινου δικαιώματος του κατηγορούμενου.

 

               Πάντα συναφώς, λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις τυχόν ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο, ένεκα της αποκοπής του από τη γενέτειρά του. Με τον ενδεχόμενο εγκλεισμό του, αποστερείται, ουσιαστικά, του  δικαιώματος του να δέχεται επισκέψεις και συνακόλουθα να έχει ψυχολογική και οικονομική στήριξη, κατά τη διάρκεια παραμονής του στις φυλακές. Είναι και αυτό στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη μας προς όφελος του Κατηγορούμενου, χωρίς, φυσικά, να μας διαφεύγει η δυνατότητα του, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Συμφωνία για Έκδοση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2003, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προσυπόγραψε και εφαρμόζει και έχει σχετικώς τροποποιήσει την προγενέστερη Συνθήκη μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Έκδοση Φυγοδίκων, που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 1996 με τον Νόμο του 2008 (Ν. 8(III)/2008), να ενεργοποιήσει τις σχετικές διαδικασίες, για να εκτίσει την ποινή του στη γενέτειρά του, τηρουμένων των διαδικασιών.

 

               Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία – ιδίως για τη νεολαία – από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423). Αναφορικά με τα θέματα υγείας του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς εντός των κρατικών δομών (δεν εισηγήθηκε κάτι διαφορετικό ο συνήγορος υπεράσπισης), αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα στην επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Redjep v Mehmet (2004) 2 Α.Α.Δ. 217 και Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση 95/21,  74/2021, ημερομηνίας 31.10.23).

 

Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».

 

Έχει αναφερθεί, επίσης, ότι, πολυετής φυλάκιση είναι η αρμόζουσα ποινή σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών που κατέχονται, είναι λόγος για επίταση της ποινής, δεν εφαρμόζεται όμως αυστηρή αριθμητική αναπροσαρμογή. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γιάννη Ανδρέου, Ποιν. Εφ. 135/2019, απόφαση ημερομηνίας 04.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B372, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 15 περίπου κιλών κοκαΐνης, κατόπιν παραδοχής, τονίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο, εν είδει απάντησης στο επιχείρημα του Γενικού Εισαγγελέα ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο (16 έτη) δεν αντικατοπτρίζει την αναγνωρισμένη, από τη νομολογία, αυξητική τάση που πρέπει να παρατηρείται στο ύψος των επιβαλλόμενων, για τέτοια αδικήματα, ποινών, ότι «τα τελευταία χρόνια, το έγκλημα σε σχέση με τα ναρκωτικά έχει αυξηθεί.  Θα δικαιολογείτο έτσι, σε σχέση με το ενδεικτικό μέτρο της Σιδερένου (2010) 2 Α.Α.Δ. 190, ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση που βρίσκουμε ότι αποδίδεται με την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον Εφεσίβλητο.  Όχι μόνο με αναφορά στον ένα περισσότερο χρόνο που επιβλήθηκε, [στην κατηγορούμενη Σιδερένου είχε επιβληθεί φυλάκιση 15 ετών] αλλά και σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης, αφού θεωρούμε τις περιστάσεις στη Σιδερένου πιο επιβαρυντικές για την ποινή».

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.

 

Στην Παναγιώτου ν  Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β. 

 

Στη Μιχαήλ v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165/15, ημερ.22.1.18, ECLI:CY:AD:2018:B37, η μετά από παραδοχή, φυλάκιση 13 ετών για κατοχή 15 κιλών και 923 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της, επικυρώθηκε, παρά το ότι χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή.

 

Στην Παύλου v Αστυνομίας, Ποιν. Εφ.44/2016, ημερ.4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130 ο εφεσείων παραδέχθηκε ότι κατείχε 11,5 κιλά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 9 ετών. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί επ΄αυτοφώρω, δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης, η εμπλοκή του περιοριζόταν στη μεταφορά του φορτίου και ότι η συνεργασία του με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, κάτι που θα είχε σοβαρότερη μετριαστική αξία στην επιβληθείσα ποινή. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών, προσφάτως αρραβωνιασθείς, χρήστης ναρκωτικών και με οικονομικά προβλήματα, κάτι που τον έκανε πιο ευάλωτο στο να αποδεχθεί το ποσό των €500 για την διακίνηση.

 

Στη Μαυρουδής v Δημοκρατίας Ποιν. Εφ.112/21, ημερ. 19.12.22, ECLI:CY:AD:2022:B485, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, καταδικάστηκε σε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης βάρους 24 κιλών και 939 γραμμαρίων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, με δύο ανήλικα τέκνα και οικονομικά προβλήματα, ο οποίος παρέλαβε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά κλειδωμένη από την Αθήνα και τη μετέφερε στην Κύπρο, έναντι αμοιβής €1000.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωκράτους, Ποινική Έφεση Αρ. 67/21, ημερομηνίας 17/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, επιβλήθηκαν, πρωτόδικα, μετά από παραδοχή, ποινές φυλάκισης 6 ετών, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών και 159 γραμμαρίων κάνναβης. Ο κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο και αντιμετωπίστηκε ως μεταφορέας, δηλαδή με ίδιο ρόλο όπως και στην παρούσα. Οι ποινές κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν, κατ’ έφεση, σε 10 χρόνια αντίστοιχα.

 

Στη Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2021,  74/2021, ημερ. 31.10.23, ο Εφεσείων καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια, μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαϊνης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών για την τρίτη. Η έφεση εναντίον της καταδίκης και ποινής απορρίφθηκε, καθώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση.

 

               Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias v. Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

 

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών και επιβαρυντικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής και συνεργασίας του κατηγορουμένου (ως αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, στις κατηγορίες 1 και 2, είναι αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για δεκαπέντε (15) έτη, και οκτώ (8) μήνες, αντίστοιχα, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, πλην όμως μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορούμενου[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή γι΄αυτόν, στην κατηγορία 1, είναι η  ποινή φυλάκισης δώδεκα (12)  ετών και στην κατηγορία 2, πέντε (5) μηνών, τις οποίες και του επιβάλλουμε.

Με το ίδιο σκεπτικό ως προς την ανάγκη ρητής και μετρήσιμης αποτύπωσης της μείωσης της ποινής λόγω της άμεσης παραδοχής και συνεργασίας του κατηγορούμενου, αναφορικά με την κατηγορία 3, δεδομένου ότι η στοιχειοθέτηση των συστατικών της στοιχείων ήταν το αποκλειστικό αποτέλεσμα της σχετικής παραδοχής του κατηγορούμενου και όχι της επ’ αυτοφώρω κατάληψης του, αντί της ποινής των δεκαπέντε (15) ετών, που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να του επιβληθεί, αν εξέλειπαν οι εν προκειμένω μετριαστικοί παράγοντες (ίση, περίπου, ποσότητα κάνναβης με την κατηγορία 1, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών.

Οι ανωτέρω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, δεδομένου ότι πρόκειται για όμοιας φύσης αδικήματα, τα οποία τελέστηκαν εντός περιορισμένου χρόνου (ενός εικοσιτετραώρου), στη βάση κοινής, γι΄αυτά, ενιαίας πρόθεσης, και δη μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή από την 29.5.2025.

Όλα τα τεκμήρια να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.

 

       (Υπ.)  .…………..…………..………

                                                                                    Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

       (Υπ.)  ………...……….…………......

                                                                                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                (Υπ.)  ……....…….…..………………

                                                       Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο