ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 10925/2025
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ν
A. B.A.
Ημερομηνία: 03 Μαρτίου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Μ. Κουτσόφτας
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου
Κατηγορούμενος : παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, στις κατηγορίες, 1 (εισαγωγή 1 κιλού κάνναβης), 2 (κατοχή της πιο πάνω ποσότητας), 3 (κατοχή της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα), 4 (κατοχή 8 γραμμαρίων κάνναβης), 5 (κατοχή 50 γραμμαρίων κάνναβης), 7 (παράνομης προμήθειας από τρίτο πρόσωπο των 8 γραμμαρίων κάνναβης που αφορούν στην κατηγορία 4, ανωτέρω), 8 (παράνομης προμήθειας από τρίτο πρόσωπο των 50 γραμμαρίων κάνναβης που αφορούν στην κατηγορία 5, ανωτέρω), όλες κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, όπως τροποποιήθηκε. Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι η κατηγορία 6 που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος, διακόπηκε, με αποτέλεσμα τούτος να απαλλαγεί από αυτήν.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, και έχουν, συνοπτικώς, ως εξής:
Στις 03.10.2025, ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας με πτήση από Αθήνα, αφού προηγουμένως είχε αναχωρήσει από την Βαρκελώνη με προορισμό την Κύπρο. Πρόκειται για αναγνωρισμένο πολιτικό πρόσφυγα, ο οποίος διαμένει στη Λάρνακα τα τελευταία 8 έτη. Κατά τη διέλευση του από τον χώρο ελέγχου αποσκευών του Τελωνείου, και ειδικότερα τον χώρο από όπου διέρχονται οι επισκέπτες που δεν επιθυμούν να δηλώσουν την εισαγωγή οποιασδήποτε περιουσίας, η επί καθήκοντι τελωνειακή λειτουργός, κατόπιν υπόδειξης Λοχία της Υ.ΚΑ.Ν., ζήτησε από τον κατηγορούμενο, αφενός να τής παρουσιάσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, ώστε να διαπιστώσει την ταυτότητα του, και ακολούθως να τής παραδώσει τις αποσκευές του για σκοπούς ακτινολογικού ελέγχου, τον οποίο και διενήργησε. Στο πλαίσιο του εν προκειμένω ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι εντός της βαλίτσας που μετέφερε ο κατηγορούμενος – την οποία, ο τελευταίος, αναγνώρισε ως δική του - υπήρχαν δύο ύποπτες συσκευασίες, με αποτέλεσμα, κατόπιν αποκάλυψης από πλευράς του κατηγορούμενου του κωδικού ασφαλείας της, η τελωνειακή λειτουργός άνοιξε τούτη και ανηύρε δύο συσκευασίες οι οποίες τιτλοφορούνταν ως συμπληρώματα διατροφής και συγκεκριμένα πρωτεΐνης. Εντός αυτών, υπήρχε σκόνη πρωτεΐνης, και εντός της σκόνης υπήρχαν κρυμμένες δύο άλλες, αεροστεγείς νάιλον συσκευασίες, τις οποίες και άνοιξε με αποτέλεσμα να διαφανεί ότι περιείχαν ξηρή φυτική ύλη. Αφαίρεσε δε μικρή ποσότητα από την μία εξ αυτών, την οποία πέρασε από προκαταρκτικό έλεγχο σε ειδικό αντιδραστήριο που κατείχε, με θετική αντίδραση στην κάνναβη. Ακολούθως, η τελωνειακή λειτουργός επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο, ο οποίος και απάντησε «Δεν είναι δικά μου. Θα τα παρέδιδα στην Αθήνα». Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα, και κατόπιν εκ νέου επίστησης της προσοχής του στο Νόμο, απάντησε «Δεν είναι δικά μου». Από ζύγιση, που έγινε, από την τελωνειακή λειτουργό, της ανευρεθείσας κάνναβης, τούτη είχε μικτό βάρος 1,072 κιλά. Έπειτα, στον κατηγορούμενο δόθηκαν, εγγράφων, τα δικαιώματα του, στη μητρική του γλώσσα, και αφού διάβασε τούτα, τα υπέγραψε στην παρουσία της τελωνειακής λειτουργού, η οποία και υπέγραψε επίσης. Από περαιτέρω έλεγχο που διενεργήθηκε σε επιπρόσθετη αποσκευή του κατηγορούμενου (σακίδιο), δεν προέκυψε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Σε έλεγχο, όμως, που διενεργήθηκε σε πακέτο τσιγάρων που μετέφερε ο κατηγορούμενος, εντοπίστηκε ένα τεμάχιο από νάιλον σακούλι το οποίο περιείχε κάνναβη βάρους 50 γραμμαρίων, την οποία και η τελωνειακή λειτουργός κατάσχε. Κατά τη σχετική επίστηση που του έγινε, και την ενημέρωσή του ότι η εν λόγω ποσότητα κάνναβης (50 γραμμάρια) θα κατασχεθεί, ο κατηγορούμενος απάντησε «Τούτο εν δικό μου, πέταξε το». Σε σωματικό έλεγχο που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο, εντοπίστηκε, στην τσέπη του παντελονιού του, κάρτα επιβίβασης για τις πτήσεις Α3713 και Α3912, εκδομένη στο όνομα του. Κατά τη σχετική επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, και της ενημέρωσής του ότι η κάρτα επιβίβασης θα κατασχεθεί ως τεκμήριο, αυτός απάντησε «Εντάξει». Κατόπιν συγκατάθεσης του κατηγορούμενου, ακολούθως, διενεργήθηκε, από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., έρευνα στο διαμέρισμα του, όπου και εντοπίστηκε στο μπαλκόνι του ένα ρούχινο τσαντάκι, εντός του οποίου υπήρχαν, τρεις νάιλον συσκευασίες που περιείχαν συμπαγή ουσία (ρητίνη κάνναβης), άλλες τρεις νάιλον συσκευασίες που περιείχαν φυτική ύλη κάνναβης και μία ζυγαριά ακριβείας. Κατά τη σχετική επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Είναι δικά μου, έχω τα για δική μου χρήση», ενώ κατά την ενημέρωσή του ότι τούτα θα κατασχεθούν, απάντησε «Εντάξει». Ακολούθως ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. όπου και τού λήφθηκε, με τη βοήθεια διερμηνέα, ανακριτική κατάθεση, στο πλαίσιο της οποίας δήλωσε χρόνιος χρήστης κάνναβης και ρητίνης κάνναβης, λόγω προσωπικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Ανάφερε ότι κατάγεται από την Γάζα και ότι οι γονείς του και τα οκτώ αδέλφια του συνεχίζουν να διαμένουν εκεί. Λόγω δε της πολεμικής κατάστασης που επικρατεί στη Γάζα, τα εν λόγω στενά συγγενικά του πρόσωπα δεν εργάζονται, με αποτέλεσμα να εξαρτώνται, αποκλειστικώς, από τον ίδιο, ο οποίος και τους αποστέλλει, μηνιαίως, €1.000 από τα έσοδά του ως καλουψιής στη χώρα μας. Στη βάση της ανάγκης αυτής (της μηνιαίας βοήθειας προς τους συγγενείς του) και δεδομένων των περιορισμένων εσόδων του (από τα οποία πρέπει να καλύψει συγκεκριμένο ποσό για το μηνιαίο ενοίκιο του, αλλά και τα έξοδα του για την αγορά της κάνναβης για δική του χρήση), αποδέχθηκε πρόταση που τού έγινε από πρόσωπα τα οποία γνώρισε στο πλαίσιο της χρήσης ναρκωτικών, όπως για λογαριασμό τρίτων μεταφέρει ναρκωτικά, με σκοπό να αποκομίσει επιπρόσθετο οικονομικό κέρδος για να καλύψει τις ανάγκες του. Στο πλαίσιο της συνεννόησης αυτής, δέκα περίπου μέρες πριν τη σύλληψη του, αποδέχθηκε να μεταβεί στην Βαρκελώνη, με έξοδα που θα κάλυπταν οι εντολείς του, και με αμοιβή €1.000, με σκοπό να μεταφέρει από εκεί, ναρκωτικές ουσίες. Κατά την άφιξή του στη Βαρκελώνη, τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο ένας Μαροκινός που ήταν μέλος του κυκλώματος, ο οποίος και τον μετέφερε σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο, στο οποίο και παρέμεινε για δύο μέρες. Το προηγούμενο, της επιστροφής του, βράδυ, το ίδιο πρόσωπο (Μαροκινός), τού παρέδωσε στο ξενοδοχείο, μία βαλίτσα, εντός της οποίας τούτος (ο Μαροκινός) τοποθέτησε λίγα ρούχα του κατηγορούμενου και τις δύο συσκευασίες πρωτεΐνης, και ακολούθως τον μετέφερε στο αεροδρόμιο με σκοπό να αναχωρήσει για Κύπρο, με ενδιάμεση στάση το αεροδρόμιο Αθήνας. Η βαλίτσα στην οποία έγινε αναφορά μόλις πιο πάνω, είναι αυτή εντός της οποίας βρέθηκε τα 1,072 κιλά (μικτό βάρος) κάνναβης, στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Πάντα κατά τον κατηγορούμενο, αν και, αρχικώς, πίστευε ότι θα παραδώσει τα ναρκωτικά στην Αθήνα, ακολούθως έλαβε νέες οδηγίες όπως μεταφέρει τούτα στη Λάρνακα και, μόλις εξέλθει από το αεροδρόμιο, να καλέσει τους προμηθευτές του στο τηλέφωνο για να λάβει νέες οδηγίες ως προς την παράδοση των ναρκωτικών, αλλά και την πληρωμή του. Αναφορικά με τα ανευρεθέντα, στο διαμέρισμα του, ναρκωτικά, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είναι όλα δικά του, για δική του χρήση, και ότι δεν σχετίζονται με αυτά ο αδελφός του και ο εξάδελφος του οι οποίοι διαμένουν μαζί του. Ως προς δε την ανευρεθείσα, εκεί, ζυγαριά ακριβείας, ανέφερε ότι την χρησιμοποιεί με σκοπό να ζυγίζει τα ναρκωτικά που αγοράζει για δική του χρήση, για να διασφαλίζει ότι δεν τον ξεγελούν οι προμηθευτές. Ως προς την όλη ανάμειξη του στην παρούσα υπόθεση, απολογήθηκε, αναφέροντας ότι την εισαγωγή των ναρκωτικών την διέπραξε λόγω της ανάγκης που είχε η οικογένεια του, η οποία εξαρτιόταν αποκλειστικώς από τον ίδιο. Κατά την εκ νέου σύλληψή του, στο πλαίσιο εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του για όλα τα αδικήματα που εξετάζονταν τότε, απάντησε «Ό,τι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου». Πρόκειται για πρόσωπο Λευκού Ποινικού Μητρώου, και στη βάση κοινής τοποθέτησης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής και του συνηγόρου του, η μηνιαία συνδρομή του κατηγορούμενου στο ενοίκιο του διαμερίσματος στο οποίο διαμένει στη Λάρνακα, ανέρχεται στα €150, και η ημερήσια μισθοδοσία του από την εργασία του στην Κύπρο, προ της σύλληψής του, στα €80. Αμφότεροι οι συνήγοροι ζήτησαν όπως όλα τα κατασχεθέντα τεκμήρια καταστραφούν. Τέλος, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, υπό την εν λόγω ιδιότητα του (κατηγορούμενος) τελεί υπό κράτηση από τις 10 Οκτωβρίου 2025.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του πελάτη του, στη συνεργασία του με τις αρχές, στη μεταμέλεια και την απολογία που εξέφρασε, στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα και τον ρόλο που διαδραμάτισε ως μεταφορέας (κατηγορίες 1, 2 και 3), στη μέση περιεκτικότητα της ναρκωτικής ουσίας στα ναρκωτικά που αφορούν στις κατηγορίες αυτές, ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και ότι αυτός είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για τις κατηγορίες 1 και 3 και για την δεύτερη κατηγορία φυλάκιση 8 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο αυτές ποινές.
Στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Παπανικόλα, Ποιν Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024). Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο. Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου, το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.
Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποιν Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).
Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).
Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 1/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους.
Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).
Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, ΠοινΕφ.144/16, ημερ.21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας του (culpability) και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει.
Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τον Κατηγορούμενο αδικήματα, παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας, όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.
Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100).
Έχει αναφερθεί ότι πολυετής φυλάκιση είναι η αρμόζουσα ποινή σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών που κατέχονται είναι λόγος για επίταση της ποινής, δεν εφαρμόζεται όμως αυστηρή αριθμητική αναπροσαρμογή. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γιάννη Ανδρέου, Ποιν. Εφ. 135/2019, απόφαση ημερομηνίας 04.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B372, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 15 περίπου κιλών κοκαΐνης, κατόπιν παραδοχής, τονίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο, εν είδει απάντησης στο επιχείρημα του Γενικού Εισαγγελέα ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο (16 έτη) δεν αντικατοπτρίζει την αναγνωρισμένη, από τη νομολογία, αυξητική τάση που πρέπει να παρατηρείται στο ύψος των επιβαλλόμενων, για τέτοια αδικήματα, ποινών, ότι «Τα τελευταία χρόνια, το έγκλημα σε σχέση με τα ναρκωτικά έχει αυξηθεί. Θα δικαιολογείτο έτσι, σε σχέση με το ενδεικτικό μέτρο της Σιδερένου, ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση (Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.235/2013 κ.ά., ημερ.5.10.2016 και Ismen Bora) που βρίσκουμε ότι αποδίδεται με την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον Εφεσίβλητο. Όχι μόνο με αναφορά στον ένα περισσότερο χρόνο που επιβλήθηκε, [στην κατηγορούμενη Σιδερένου είχε επιβληθεί φυλάκιση 15 ετών] αλλά και σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης, αφού θεωρούμε τις περιστάσεις στη Σιδερένου πιο επιβαρυντικές για την ποινή».
Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.
Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.
Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, έγκειται στο γεγονός ότι κατείχε και εισήγαγε στη Δημοκρατία μια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β΄, συγκεκριμένα 1 κιλού κάνναβης (κατηγορίες 1, 2 και 3), καθώς, επίσης, και ότι προμηθεύτηκε από άλλο πρόσωπο και, ακολούθως, κατείχε, επιπρόσθετα, συνολικά, 58 γραμμάρια κάνναβης (κατηγορίες 4, 5, 7 και 8). Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, τις συνέπειες που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της ανακοπής του από τον επί καθήκοντι αρμόδιο Τελωνειακό Λειτουργό, κατόπιν σχετικής υποδείξεως από μέλος της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ).
Όσον αφορά τον ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2 και 3, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι αποδέχτηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά στη Δημοκρατία, με μόνο σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, ώστε να μπορεί να βοηθήσει τους γονείς του και 8 αδέλφια του, οι οποίοι διαμένουν στην Γάζα, που, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης δεν μπορούν να εργαστούν και, κατά συνέπεια, εξαρτώνται, οικονομικά, αποκλειστικά από τον ίδιο. Όσον αφορά στι λοιπές ποσότητες που ανευρέθηκαν στην κατοχή του (κατηγορίες 4, 5, 7 και 8), συνυπολογίζουμε ότι προμηθεύτηκε τούτες και, ακολούθως, τις κατείχε, για δική του χρήση και μόνο.
Σημειώνουμε, ότι, μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) προσώπων, τους οποίους δεν κατονόμασε. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών, ούτε ο οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις εντολές κάποιων άλλων. Εντούτοις, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι αυτός συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής των ναρκωτικών στην Κύπρο. Ενεργώντας παρανόμως, αυτός επιδίωξε να αποκομίσει οικονομικό όφελος, καθώς για τη μεταφορά των ναρκωτικών επρόκειτο να εισπράξει €1.000. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος του, μολονότι περιορισμένος, ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή του, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).
Δεν μας διαφεύγει βέβαια, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές, αλλά την ίδια στιγμή δεν μας διαφεύγει η ουσιαστική και σπουδαίας σημασίας, συνδρομή, συνέργεια και βοήθεια την οποία παρέχουν οι τελευταίοι - ενδιάμεσοι συνεργάτες - προς επίτευξη του τελικού στόχου, που δεν είναι άλλη από την εμπορία των ναρκωτικών ουσιών. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».
Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο Κατηγορούμενος, στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).
Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.
Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, σε συνδυασμό με την ηλικία του, στοιχεία, που, από τη μια, δικαιολογούν τη θέση του ότι η εν προκειμένω παραβατική συμπεριφορά του αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του, και από την άλλη, του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.
Επίσης, την άμεση παραδοχή του, τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με αυτή του τη στάση εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).
Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου (αφενός όταν αυτός ανακόπηκε στο αεροδρόμιο και αφετέρου κατά την έρευνα στο διαμέρισμα στο οποίο διαμένει), δηλαδή κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή του είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).
Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε ο συνήγορός του και ιδιαίτερα ότι ο Κατηγορούμενος:
· Είναι ηλικίας 30 ετών και, πριν τη σύλληψη του, διέμενε σε διαμέρισμα στη Λάρνακα με τον αδελφό του και το εξάδελφό του.
· Από την εργασία του αποκέρδαινε, ημερησίως, €80 και κατέβαλλε έναντι του ενοικίου διαμερίσματος στο οποίο διέμενε €150, καθώς, επίσης και απέστελλε στην οικογένειά του, στην Παλαιστίνη, €1000, μηνιαίως, έχοντας επίσης ανάγκη να καλύψει και τα λοιπά έξοδά του, περιλαμβανομένης και της αγοράς κάνναβης για δική του χρήση.
· Οι γονεί του και τα 8 αδέλφια του, οι οποίοι διαμένουν στην Παλαιστίνη (Γάζα), εξαρτούνται, οικονομικά, αποκλειστικά από τον ίδιο, λόγω αδυναμίας τους να εργαστούν, συνεπεία της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί στην περιοχή.
· Τα χρήματα που αποκέρδαινε από την εργασία του, δεν του επέτρεπαν να καλύψει τις ανάγκες του και, ταυτόχρονα, να βοηθά οικονομικά τους γονείς του και τα αδέλφια του.
· Δεν είναι μέλος οποιασδήποτε εγκληματικής ομάδας, υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για πρόσωπο που κατέχει θέση σε εγκληματική οργάνωση και ενεργεί με σκοπό τούτη να διαπράξει εγκλήματα.
· Είναι χρόνιος χρήστης κάνναβης, χρήση την οποία άρχισε με σκοπό να αντιμετωπίσει φοβίες και προβλήματα που προέκυψαν συνεπεία του εγκλεισμού του σε ισραηλινές φυλακές κατά το 2014.
· Στο παρόν στάδιο καταβάλλει προσπάθεια απεξάρτησης, με στόχο να θέσει νέους στόχους για το υπόλοιπο της ζωής του.
Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία – ιδίως για τη νεολαία – από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).
Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, ή σε κάθε περίπτωση η ανάγκη που οδηγεί κάποιον στη διάπραξη αδικήματος, δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397:
«δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».
Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη και τις δυσμενείς συνέπειες που θα έχει ο τυχόν εγκλεισμός του κατηγορούμενου στα μέλη της οικογένειας του, τα οποία, οικονομικώς, εξαρτούνται από τον ίδιο, χωρίς, όμως, να μας διαφεύγει και το ότι, οι συνέπειες αυτές, λογικό είναι ότι, θα έπρεπε να προβληματίσουν και τον ίδιο, προτού αποφασίσει να διαπράξει τα υπό εξέταση αδικήματα.
Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.
Στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 15/2024, ημερομηνίας 20/05/2025, επικυρώθηκε επταετή ποινή φυλάκισης από το Εφετείο Κύπρου, κατόπιν παραδοχής για παράνομη κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 4 κιλών και 963,8 γραμμαρίων κάνναβης. Στον εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών και λευκού ποινικού μητρώου επιβλήθηκε η ίδια ποινή με το 36χρονο συγκατηγορούμενο του. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου. Η εν λόγω απόφαση είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού εκφράζει με το πιο εμφατικό τρόπο τη βαρύτητα που δύναται να προσδοθεί σε υποθέσεις ναρκωτικών σε ισχυρούς μετριαστικούς παράγοντες όπως το νεαρό της ηλικίας.
Στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 125/21 ημερομηνίας 14/03/2024, παρότι η πενταετής επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν αποτέλεσε αντικείμενο έφεσης, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι επιβλήθηκε μετά από καταδίκη για την κατοχή 2,892 κιλών κάνναβης.
Στην Δαμιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/2022, ημερομηνίας 04/09/2025 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών, κατόπιν ακρόασης για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2,894 κιλών κιλών κάνναβης, μετά από τη αποδοχή της θέσης του Κακουργιοδικείου Λάρνακας ότι ο εφεσείων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στον έλεγχο και τη διάθεση των ναρκωτικών και η εμπλοκή του ήταν ουσιαστικής και καταλυτικής σημασίας.
Στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 196/2020, ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2022, ECLI:CY:AD:2022:B355 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 2 κιλών κάνναβης και διαδοχική ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της συνομωσίας, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορούμενο ηλικίας 22 ετών. Τα γεγονότα, ως είχαν αποδειχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, αποκάλυπταν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου, η εκτέλεση του οποίου έλαβε χώρα και στο εξωτερικό με καίριο το ρόλο του Εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του συνθήκες.
Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 746, το Εφετείο αντικατέστησε, με ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών, σε κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, για την κατοχή 688,2684 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, διότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε σημασία στη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές.
Στην υπόθεση Ahmed κ.α. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 801, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης με ανώτατη ποινή έξι (6) ετών για προμήθεια ρητίνης καννάβεως συνολικού βάρους περίπου 947γρ, σε νεαρούς κατηγορουμένους, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή και με τον ιθύνοντα νου να είναι άλλο πρόσωπο που δεν συνελήφθη. Η ποινή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο, ως «αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και οπωσδήποτε όχι έκδηλα υπερβολική».
Στην υπόθεση Soleimani ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 476, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, μετά από παραδοχή, για κατοχή 977.7691 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 26 ετών. Δεν ήταν ο ιθύνων νους, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ο ρόλος του ως μεταφορέα των ναρκωτικών, χαρακτηρίστηκε ως «ιδιαιτέρως σημαντικός, θα προσθέταμε απαραίτητος, πράγμα που δικαιολογεί και την περαιτέρω παρατήρηση του Κακουργιοδικείου πως η δράση του δεν διέφερε από τη δράση οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί ως έμπορος ναρκωτικών».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Πολυδώρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 492, επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 8 ετών στον Εφεσείοντα για κατοχή 733 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο.
Στην υπόθεση Ελενοδώρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 68/2020 ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 810,44 γραμμάρια κάνναβης και 6 ετών για 100,35 γραμμάρια κοκαΐνης. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες για ιδίας φύσεως αδικήματα.
Τέλος, στη υπόθεση Βάσος Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 171/2020 ημερομηνίας 08/072022, για το αδίκημα της κατοχής 996,8 γραμμαρίων κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια, και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, επιβλήθηκαν, μετά από παραδοχή, στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη (στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό τη προμήθεια των προαναφερόμενων ναρκωτικών) αυτή των 8 ετών, η οποία ήταν διαδοχική της εναπομείνασας φυλάκισης των 773 ημερών, που ενεργοποιήθηκε συνεπεία παραβίασης εκ μέρους του Εφεσείοντα της προεδρικής χάρης που του είχε παραχωρηθεί υπό όρους. Ο εκεί κατηγορούμενος βαρύνετο με δυο προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα ναρκωτικών. Στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης λήφθηκαν σοβαρά, προς όφελος του κατηγορούμενου, οι επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής στον ίδιο και στην οικογένεια του (ιδίως στο ανήλικο παιδί του), η ηλικία του (30 ετών), τα οικονομικά του προβλήματα και η πρόθεση και αποφασιστικότητα του να αναμορφωθεί, αφού έχει πλέον απαλλαγεί από την χρήση κάνναβης και σκληρότερων ναρκωτικών, ενόσω βρισκόταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές.
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
«21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court
reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το
Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).
Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1 και 3, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 8 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στην παραδοχή και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης 6 ετών, την οποία και επιβάλλουμε σε αμφότερες τις κατηγορίες.
Στην κατηγορία 2, δεν επιβάλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, αποτελούν, στην ουσία, μέρος τα γεγονότων που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3.
Με το ίδιο σκεπτικό ως προς την ανάγκη ρητής και μετρήσιμης αποτύπωσης της μείωσης της ποινής λόγω της άμεσης παραδοχής και συνεργασίας του κατηγορούμενου, στις κατηγορίες 7 και 8, αντί της ποινής των 8 και 15 μηνών, αντίστοιχα, που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να επιβληθούν στο κατηγορούμενο αν εξέλειπαν οι εν προκειμένω μετριαστικοί παράγοντες, επιβάλλουμε 5 και 10 μήνες φυλάκισης, αντίστοιχα.
Στις κατηγορίες 4 και 5, δεν επιβάλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν, αποτελούν, στην ουσία, μέρος τα γεγονότων που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 7 και 8, αντίστοιχα.
Οι ανωτέρω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή από την 10.10.2025.
Όλα τα τεκμήρια να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.
(Υπ.) .…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………...……….…………..........
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.)……....…….…..………………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[2] Υπογράμμιση δική μας.
[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο