Δημοκρατία ν. Bellal Rozee κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13032/2024, 17/3/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Bellal Rozee κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13032/2024, 17/3/2026

 

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:       Δ. Θεοδώρου  Π.Ε.Δ

                           Ε. Ευθυμίου  Α.Ε.Δ

                           Γ. Ιωαννίδου-Παπά  Α.Ε.Δ

 

Δημοκρατία

 

ν.

 

1.    Bellal Rozee

2.    Mohammad Quais Hussaini

 

 

 

 

Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2026

 

 

Π Ο Ι Ν Η

 

 

 

 

        Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής «οι Κατηγορούμενοι»), κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες 2, 3 και 4. Πρόκειται για τρεις κατηγορίες τραυματισμού, τριών διαφορετικών προσώπων, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα.

 

               Κρίνεται, σημαντικό, στο σημείο αυτό, να σημειωθεί ότι, οι κατηγορίες 1, 5 και 6, που, αρχικώς, αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι, διακόπηκαν, με αποτέλεσμα να απαλλαχθούν από αυτές.

 

               Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δόθηκαν στο Δικαστήριο μέσω σχετικού εγγράφου από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και εμπλουτίστηκαν και από τα όσα σχετικά αναφέρονται από τους συνήγορους των Κατηγορούμενων, στις αγορεύσεις τους, υπό την έννοια ότι τούτα δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ακολουθεί η συνοπτική παράθεσή τους.

 

               Οι τρεις Παραπονούμενοι και οι Κατηγορούμενοι, κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα υπόθεση χρόνο, εργάζονταν, ως αυτοτελώς εργαζόμενοι/συνεργάτες, στην εταιρεία διανομής φαγητού WOLT και, για σκοπούς της εργασίας τους, χρησιμοποιούσαν διάφορους χώρους παρά το οδικό δίκτυο της Επαρχίας Λάρνακας, αναμένοντας εντολή για την επόμενη διανομή στην οποία θα προέβαιναν. Τέτοιο χώρο, αποτελεί και συγκεκριμένο σημείο, παρά το εστιατόριο Mc Donald' s, στα Λιβάδια. Στις 28.08.2024, περί τα μεσάνυκτα, οι Κατηγορούμενοι, μαζί με δύο ομοεθνείς τους (όλοι Αφγανοί υπήκοοι), βρίσκονταν στο ανωτέρω σημείο. Λίγο αργότερα, κατέφθασαν στο σημείο 10 ‑ 15 συνάδελφοι τους, ινδικής καταγωγής, μεταξύ των οποίων και οι τρεις Παραπονούμενοι, οι οποίοι, Ινδοί, ανάφεραν στους πρώτους ότι, αν επιθυμούν να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο σημείο για την εργασία τους, θα πρέπει να τους καταβάλλουν (τους Ινδούς), μηνιαίως, €300. Ως τους ειπώθηκε από την ομάδα των Ινδών, αν δεν αποδέχονταν να καταβάλλουν το συγκεκριμένο ποσό, δεν θα τους επέτρεπαν να συνεχίσουν να εργάζονται ως διανομείς, καθότι, αυτοί ελέγχουν όλους του διανομείς της πόλης. Τους ανέφεραν, ακόμα, ότι, δεν θα πετύχουν κάτι αν καταγγείλουν το ζήτημα στην αστυνομία, καθότι γνώριζαν τους αστυνομικούς της επαρχίας Λάρνακας. Οι Κατηγορούμενοι και οι δύο ομοεθνείς τους, δεν ενέδωσαν στην απαίτηση και απομακρύνθηκαν από το σημείο, ενέργεια στην οποία προέβηκαν και οι Ινδοί. Σε κάποιο σημείο, εντός της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λάρνακα, οι δύο ομάδες συναντήθηκαν εκ νέου και ξεκίνησε συμπλοκή, με εμπλεκόμενους, αρχικά, από πλευράς των Αφγανών, μόνο τους δύο ομοεθνείς των Κατηγορούμενων, και ακολούθως, στη συμπλοκή ενεπλάκησαν και οι Κατηγορούμενοι. Ως αποτέλεσμα του επεισοδίου, ο Παραπονούμενος της κατηγορίας 2, υπέστη βαθύ θλαστικό τραύμα στο αριστερό ημιθωράκιο, με εκχυμώσεις, θλαστικό τραύμα στην τραχηλική χώρα και εκδορά στο αριστερό γόνατο, ο Παραπονούμενος της κατηγορίας 3, μικρό θλαστικό τραύμα στο κάτω χείλος και βαθύ θλαστικό τραύμα στη δεξιά κνήμη, με ημιδιατομή πρόσθιου κνημιαίου δεξιού κάτω άκρου, και ο Παραπονούμενος της κατηγορίας 4, αμυχία άνω βλεφάρου αριστερά. Δύο, περίπου, ώρες μετά το περιστατικό, το Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων της Αστυνομικής Διεύθυνση Λάρνακας, έλαβε πληροφορία περί του ότι, μεταξύ άλλων, οι τρεις Παραπονούμενοι διακομίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο της πόλης με ιδιωτικά οχήματα μετά από επιθέσεις. Ακολούθησε διερεύνηση της υπόθεσης, από τη οποία προέκυψε ότι ο Παραπονούμενος της κατηγορίας 2, συνέπεια της σοβαρότητας των τραυμάτων του, εισήχθη στο χειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, ενώ ο Παραπονούμενος της κατηγορίας 3, στο ορθοπεδικό τμήμα. Πάντα στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, λήφθηκαν διάφορες καταθέσεις, καθώς επίσης και διεξήχθη διαδικασία αναγνώρισης, στο πλαίσιο της οποίας οι δύο ομοεθνείς των Κατηγορούμενων, αναγνωρίστηκαν, μέσω οπτικοακουστικού υλικού, αλλά και φωτογραφιών, από τους Παραπονούμενους, ως οι βασικοί δράστες των αδικημάτων, ενώ οι Κατηγορούμενοι, ως απλώς εμπλεκόμενοι στο όλο επεισόδιο. Επίσης, από το οπτικοακουστικό υλικό, απομονώθηκαν, από την Αστυνομία, φωτογραφίες των εμπλεκόμενων προσώπων, οι οποίες και αναρτήθηκαν σε συγκεκριμένη πλατφόρμα μέσου κοινωνικής δικτύωσης, και δηλώθηκαν ως αναζητούμενα πρόσωπα. Όταν οι Κατηγορούμενοι αντελήφθησαν ότι αναζητούνται, παραδόθηκαν, αυτοβούλως, στις Αστυνομικές Αρχές. Από αυτούς λήφθηκαν καταθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων παραδέχθηκαν την εμπλοκή τους, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, και δη ότι συμμετείχαν στη συμπλοκή σε προχωρημένο στάδιο τούτης υπό τις ανωτέρω συνθήκες. Οι δύο ομοεθνείς των Κατηγορούμενων, οι οποίοι αποτελούσαν τους κύριους συμμετέχοντες του επεισοδίου, εγκατέλειψαν το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας την επόμενη του περιστατικού και έκτοτε αναζητούνται. Οι Κατηγορούμενοι, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, τέθηκαν υπό κράτηση και ακολούθως παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας (υπό διαφορετική σύνθεση), αντιμετωπίζοντας, αρχικώς, πέραν των κατηγοριών, 2, 3 και 4, για τις οποίες καλούμαστε να επιβάλουμε σήμερα ποινή, και την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), την κατηγορία της πράξης που σκοπεύει στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 5[1]) και αυτή της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 6[2]), κατηγορίες, που, ως ήδη σημειώθηκε, διακόπηκαν στις 18.12.2025, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να απαλλαγούν από αυτές. Κρίνεται, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι, οι Κατηγορούμενοι, αρχικώς, τήρησαν στάση μη παραδοχής σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί, ακολούθως, για ακρόαση, και στις 11.11.2025, άλλαξαν απάντηση στις κατηγορίες 2, 3 και 4, τις οποίες και παραδέχθηκαν. Στις 18.12.2025, ως ήδη σημειώθηκε, η Κατηγορούσα Αρχή διέκοψε τις κατηγορίες 1, 5 και 6. Σημειώνεται, επιπροσθέτως, ότι, οι Κατηγορούμενοι, παρέμειναν υπό κράτηση από τις 10.09.2024, όταν και παρουσιάστηκαν ενώπιον του Παραπέμποντος Δικαστηρίου, μέχρι και τις 18.12.2025, όταν και αφέθηκαν, από τον παρόν Δικαστήριο, ελεύθεροι με όρους, τους οποίους, έκτοτε, τηρούν.

 

      Στο πλαίσιο της αγόρευσης των συνήγορων Υπεράσπισης, οι οποίες, επί της ουσίας τους, μπορούν, ευκόλως, να χαρακτηριστούν ως πανομοιότυπες, ζητείται από το Δικαστήριο να ληφθούν υπόψη, μετριαστικά για αυτούς, οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, και ειδικότερα η προγενέστερη της συμπλοκής πρόκληση των Παραπονουμένων, οι προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων, η παραδοχή και συνεργασία τους με τις ανακριτικές αρχές, η μεταμέλειά τους, ως αυτή προκύπτει τόσο από την παραδοχή τους όσο και από τη συνεργασία τους, και το λευκό ποινικό μητρώο τους. Ειδικότερα δε, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, ζητείται να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι, κατά την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων, ήταν, ακόμα, ανήλικος, και δη θα έκλεινε το 18ο έτος της ηλικίας του τρεις μέρες αργότερα, με αποτέλεσμα τούτος να θεωρείται, για σκοπούς της ποινολογικής αντιμετώπισής του, ως παιδί σε σύγκρουση με τον νόμο, ως η ιδιότητα αυτή ορίζεται στον Περί Παιδιών σε Σύγκρουση με το Νόμο, Νόμος του 2021, Ν.55(Ι)/2021 (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας, «ο περί Παιδιών Νόμος»).

 

      Ως προς τις συνθήκες διάπραξης, ειδική αναφορά έγινε στα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα και πιο συγκεκριμένα στην προκλητική συμπεριφορά των Παραπονουμένων και των λοιπών συναδέλφων τους, Ινδικής καταγωγής, κατά την πρώτη επαφή τους με τους Κατηγορουμένους.

 

      Ως προς τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορούμενων, αφού οι συνήγοροι τους υιοθέτησαν το περιεχόμενο των εκθέσεων που ετοιμάστηκαν από το Γραφείο Ευημερίας (για τον Κατηγορούμενο 1 ετοιμάστηκε, κατόπιν σχετικής οδηγίας του Δικαστηρίου, η έκθεση που προνοείται στο άρθρο 89 του Περί Παιδιών Νόμου, τόνισαν τα εξής:

 

               Ο Κατηγορούμενος 1, κατάγεται από το Αφγανιστάν και βρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας από τις 08.07.2022, αρχικώς, υπό καθεστώς ασύλου και αργότερα (από τον Οκτώβριο του 2023 και μετά), ως αναγνωρισμένος πολίτικός πρόσφυγας.  Στα αρχικά στάδια της παραμονής του στη Δημοκρατία, εργάστηκε σε ιταλικό εστιατόριο, στην επαρχία Λάρνακας, για περίπου δύο χρόνια. Ακολούθως, και δη ένα περίπου μήνα πριν το επίδικο περιστατικό, άρχισε να συνεργάζεται με την ανωτέρω αναφερόμενη εταιρεία διανομής φαγητού. Σήμερα είναι ηλικίας 19 ετών και ουδέποτε απασχόλησε τις Αστυνομικές Αρχές, πλην της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί μέλος πολυμελούς οικογένειας, με τέσσερα τέκνα, με τον ίδιο να είναι ο μεγαλύτερος εξ αυτών. Πρόκειται για οικογένεια, η οποία βρίσκεται στα όρια της φτώχειας και της εξαθλίωσης, κάτι που οδήγησε τον Κατηγορούμενο 1 να αναζητήσει εργασία στη χώρα μας, με σκοπό να αποστέλλει, μηνιαίως, χρήματα στην οικογένειά του σε μια προσπάθεια να ζήσει τούτη αξιοπρεπώς. Κατά τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές, ως υπόδικος, αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση στους συγκρατούμενούς του και παρακολούθησε μαθήματα ελληνικής γλώσσας, σε τέτοιο βαθμό, που σήμερα μπορεί να συνεννοηθεί, επαρκώς, με άλλους ελληνόφωνους. Πρόκειται, γενικότερα, για πρόσωπο, το οποίο σέβεται τους νόμους της Δημοκρατίας, κάτι που αποδεικνύεται, τόσο από τη συμπεριφορά του πριν το επίδικο επεισόδιο, όσο και από τη συμπεριφορά του κατά το χρονικό διάστημα που τούτος βρίσκεται, ελεύθερος με όρους. Είναι πλήρως συνειδητοποιημένος και έχει αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεών του. Στο πλαίσιο της έκθεσης που ετοιμάστηκε στη βάση των προνοιών του άρθρου 89 του περί Παιδιών Νόμου, έδειξε προθυμία για συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας για εκτέλεση κοινοτικής εργασίας, χωρίς αμοιβή, στη περίπτωση που το Δικαστήριο επιλέξει να εκδώσει, εν είδει ποινής, διάταγμα κηδεμονίας, συνοδευόμενο με υποχρεωτική εκτέλεση κοινοτικής εργασίας.

 

               Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, πάντα συναφώς με τις προσωπικές συνθήκες του, ο συνήγορός του, στη βάση και των όσων σχετικών καταγράφονται στην έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, ανάφερε ότι κατάγεται από το Αφγανιστάν και βρίσκεται στη Δημοκρατία από τις 08.07.2022, υπό το καθεστώς ασύλου. Και αυτός, στο αρχικό στάδιο διαμονής του στη χώρα μας, εργάστηκε σε ιταλικό εστιατόριο για περίπου δύο χρόνια, ενώ στη συνέχεια, και δη ένα περίπου μήνα πριν το επίδικο επεισόδιο, άρχισε να συνεργάζεται με την ανωτέρω αναφερόμενη εταιρεία διανομής φαγητού. Και για αυτόν, η παρούσα υπόθεση αποτελεί ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στον μέχρι τώρα βίο του. Είναι επίσης μέλος πολυμελούς οικογένειας, (δύο γονείς και έξι αδέλφια, με το ίδιο να αποτελεί το δεύτερο, κατά σειρά, τέκνο της οικογένειας), η οποία, επίσης, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, την οποία και βοηθά, οικονομικώς, μηνιαίως, με την αποστολή χρημάτων που αποκερδαίνει από την εργασία του. Και ο Κατηγορούμενος 2, κατά τον χρόνο που τελούσε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση στους συγκρατούμενούς του και παρακολούθησε, επίσης, μαθήματα ελληνικής γλώσσας, και μπορεί, και αυτός, να συνεννοηθεί σε μεγάλο βαθμό με ελληνόφωνους. Πρόκειται για συνεπές και εργατικό άτομο, ο οποίος ουδέποτε απασχόλησε τις αρχές της Δημοκρατίας για οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, και από την ημέρα που αφέθηκε ελεύθερος με όρους, τηρεί τούτους, και κατάφερε και εξασφάλισε, εκ νέου, εργασία σε συγκεκριμένη πιτσαρία, αφήνοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης πίσω του με σκοπό να προχωρήσει στη ζωή του.

 

               Τονίστηκε, από αμφότερους τους συνήγορους υπεράσπισης, η ενέργεια των Κατηγορούμενων να παραδοθούν, αυτοβούλως, στις ανακριτικές αρχές, μόλις ενημερώθηκαν ότι καταζητούνται, καθώς επίσης και ότι δεν άσκησαν το δικαίωμα της σιωπής, αλλά απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, κατά τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων τους, στο πλαίσιο των οποίων αποκάλυψαν την όλη εμπλοκή τους στο επίδικο επεισόδιο και κατονόμασαν και τους λοιπούς συμμετέχοντες. Τονίστηκε, ακόμα, ότι, μόλις οι Κατηγορούμενοι αντιλήφθηκαν ότι η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να διακόψει τις κατηγορίες 1, 5 και 6, προέβηκαν, αμέσως, σε παραδοχή στις κατηγορίες 2, 3 και 4.

 

               Τέλος, και οι δύο συνήγοροι Υπεράσπισης, ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως, στην περίπτωση που κρίνει ότι η μόνη, υπό τις περιστάσεις, πρέπουσα ποινή είναι αυτή της στέρησης της ελευθερίας τους, όπως ασκήσει, θετικά, την διακριτική του εξουσία και αναστείλει την εκτέλεση της, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία.

 

               Η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, προκύπτει από την προβλεπόμενη, στο Νόμο, για αυτό ποινή, που δεν είναι άλλη από αυτή της ποινής φυλάκισης μέχρι τρία έτη, αλλά και από την ίδια τη φύση του, που θέλει το πρόσωπο που το διαπράττει, παρανόμως, να τραυματίζει άλλο συνάνθρωπό του, με τις όποιες, τυχόν, περαιτέρω τραγικές συνέπειες, να μην μπορούν να αποκλειστούν. Ο τραυματισμός πρέπει να είναι απόρροια παράνομης πράξης και όχι κατ' ανάγκη επίθεσης [βλ. Carter's Criminal Law of Queensland (21st ed, 2016, LexisNexis Butterwoths), σελ. 485 για το αντίστοιχο αδίκημα του s.323 του Ποινικού Κώδικα της Πολιτείας του Queensland με αναφορά στην R v. Johnson [1964] Qd R 1]. «Παράνομη»,  σημαίνει πράξη που δεν επιτρέπεται ή δικαιολογείται ή εξουσιοδοτείται από το νόμο (βλ. Carters Criminal Law of Queensland, ανωτέρω, σελ. 485).

 

Παράγοντες που αυξάνουν την ποινική ευθύνη (culpability), είναι, μεταξύ άλλων, ο προσχεδιασμός, η χρήση επιθετικού όπλου, η στοχοποίηση ευάλωτου προσώπου, ο ηγετικός ρόλος σε ομάδα προσώπων, η εκδικητική συμπεριφορά και το παρατεταμένο της βίας. Επίσης, το αν η βία ασκήθηκε εναντίον προσώπου που εργάζεται στον δημόσιο τομέα ή που προσφέρει υπηρεσίες στο κοινό ή αν το αδίκημα διαπράχθηκε στη φυλακή ή αν στρεφόταν σε  μέλος της οικογένειας του κατηγορουμένου ή αν διαπράχθηκε στην παρουσία παιδιών ή αν το θύμα εξευτελίστηκε, καθώς επίσης και αν με τη διάπραξή του, έγινε κατάχρηση θέσης ή θέσης εμπιστοσύνης, ή υπήρξε προσπάθεια αποτροπής του θύματος να καταγγείλει το συμβάν. Επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και η, προ της διάπραξης, κατανάλωση ναρκωτικών ή αλκοόλης από τον κατηγορούμενο με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα ή αν το διέπραξε ενώ ήταν ελεύθερος με εγγύηση ή αν ενήργησε κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος. 

 

Η ποινική ευθύνη μειώνεται σε περιπτώσεις υπέρμετρης αυτοάμυνας, απουσίας προσχεδιασμού, μη χρήσης επιθετικού όπλου, όπου υπήρξε πρόκληση ή ψυχική διαταραχή του κατηγορούμενου. Ως προς την προκληθείσα βλάβη προς το θύμα, προσμετρούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες, η φύση, σοβαρότητα (και μονιμότητα) του τραυματισμού ή η έκταση των ψυχολογικών καταλοίπων.  

 

Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, δείτε το σύγγραμμα  Blackstone's Criminal Practice 2023, Supplement 1/ Blackstones Criminal Practice 2023/ Sentencing Guidelines/ Part 12 Assault Offences (Ηλεκτρονική Έκδοση).

 

Η Κυπριακή νομολογία, κινείται, ουσιαστικά, στις ίδιες παραμέτρους. Η χρήση βίας, πολλές φορές με σκοπό την επικράτηση ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνεται δεκτή από την κοινωνία μας και οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά, ως αδικοπραγούντες αδικημάτων ιδιάζουσας σοβαρότητας, η διάπραξη των οποίων πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τοκκαλος (2001) 2 ΑΑΔ 95 και Θεοχάρους ν Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575, 580). Η ποινή, για τέτοιου είδους αδικήματα, θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας (Urgur v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 189), των μέσων που χρησιμοποιούνται (Cristinel v Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 742), των σωματικών βλαβών που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (Cristinel, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639, Σακαρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342), αν και η ύπαρξη ή μη καταλοίπων στο θύμα δεν είναι πάντα καθοριστική στη σοβαρότητα του αδικήματος (βλ. Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Εφ. 25/2021, απόφαση ημερομηνίας 08.03.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη, κατά πόσο η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Πρόκειται για συμπεριφορά, η οποία δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό, αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επίδειξη ισχύος σε δημόσιο χώρο συνιστά μορφή αντιπαράθεσης προς το νόμο, που δεν γίνεται ανεκτή (βλ. Cristinel, ανωτέρω, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 327 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 581). Στην Λαζαρή (ανωτέρω), κρίθηκε ως επιβαρυντικός παράγων, ότι το έγκλημα διαπράχθηκε ενόσω το θύμα βρισκόταν στην ίδια του την κατοικία, «το καταφύγιο και το άσυλο κάθε ανθρώπου». Η σοβαρότητα της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 ΑΑΔ 464).

 

Η ύπαρξη ή απουσία προσχεδιασμού είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγων, αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.α. v Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 397). Αν ο κατηγορούμενος ενήργησε με ομάδα προσώπων θεωρείται επιβαρυντικός παράγων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη (2012) 2 ΑΑΔ 285). Η πρόκληση θεωρείται μετριαστικός παράγων (βλ. Ioja v Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 624 και Χ'' Πέτρου v Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 468) και, σε κάποιες περιπτώσεις, η έντονη συναισθηματική φόρτιση του κατηγορούμενου (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930). Τυχόν ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορουμένου, συνυπολογίζονται, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια αντιμετώπιση  (βλ. Cristinel (ανωτέρω) και Α-G v Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93).

  

               Στη βάση της ανωτέρω νομολογίας, τέτοιου είδους αδικήματα - που ενέχουν το στοιχείο της βίας - αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Εκείνο δε που προκύπτει από τη εν προκειμένω νομολογία, είναι ότι η επιλογή της ποινής φυλάκισης σε πρόσωπα που κρίνονται ένοχα σε τέτοιου είδους αδικήματα, ως θέμα αρχής, δεν αποτελεί λανθασμένη επιλογή. Τουναντίον, στη βάση πάντα της ίδιας νομολογίας, τούτη είναι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται.

 

               Στη Πισκόπου (ανωτέρω), στη βάση του γεγονότος ότι τα αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, παρουσιάζουν έξαρση, υποδείχθηκε, ακόμα, ότι, «η αποτροπή ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνιστάμενες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing», και δεύτερο, στην αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο το αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». 

 

               Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με τη μέγιστη προσοχή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised), καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, Γεώργιου Π. Πική, 2nd edition, σελ. 2).

 

               Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση, να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις, καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να απολήγει στην εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ 304).   

 

               Στρεφόμενοι τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, και πάντα στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου και στη έμπρακτη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή και η συνεργασία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή.  Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων.  Ως υποδείχθηκε, συναφώς, η παραδοχή από πλευράς των κατηγορουμένων, αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28).  Εδώ η παραδοχή των κατηγορουμένων, υπό τις ανωτέρω συνθήκες που έγινε, μπορεί να χαρακτηριστεί ως άμεση. Βαρύτητα, για σκοπούς έκπτωσης, δίνουμε και στη συνεργασία τους με την Αστυνομία, ιδιαίτερα και στη βάση των αποκαλύψεων στις οποίες προέβηκαν στο πλαίσιο των καταθέσεών τους. 

 

               Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη, τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, ως τούτες αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους τους, αλλά και ως αυτές προβάλλουν μέσα από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από τους συνηγόρους τους, αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω.

 

               Λαμβάνουμε, ακόμα, υπόψη, τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και 4, οι οποίες (συνθήκες), στην ουσία, είναι κοινές.  Προς τούτο, μετριαστικά γι' αυτούς, συνυπολογίζουμε το γεγονός της απουσίας προσχεδιασμού στον τρόπο δράσης τους, καθώς επίσης και το ότι η απόφαση τους να εμπλακούν στο επίδικο επεισόδιο, ήταν το αποτέλεσμα της προγενέστερης  πρόκλησης των Παραπονουμένων και των ομοεθνών τους. Επίσης το ότι, οι Κατηγορούμενοι, μολονότι συμμετείχαν στο επεισόδιο στο οποίο προκλήθηκαν οι τραυματισμοί των τριών παραπονουμένων, δεν ήταν οι κύριοι δράστες, οι οποίοι (κύριοι δράστες) εγκατέλειψαν το έδαφος της Δημοκρατίας την επομένη του επεισοδίου, αποφεύγοντας, έτσι, προς το παρόν, τη δίωξή τους.   

 

               Εν πάση περιπτώσει, δεν μας διαφεύγει ότι, ανεξαρτήτως της περιορισμένης εμπλοκής των κατηγορουμένων στο όλο επεισόδιο, στην ουσία, με τον τρόπο δράσης τους, έλαβαν το νόμο στα χέρια τους, με σκοπό να καταστούν τιμωροί των Παραπονούμενων για την προγενέστερη προκλητική και ενδεχομένως παράνομη συμπεριφορά τους, αντί να αποταθούν στις αρχές και να καταγγείλουν τούτους.

 

               Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, επιβαρυντικά για τους Κατηγορούμενους, είναι το εύρος των τραυμάτων που προκλήθηκαν στους παραπονούμενους, ειδικότερα αυτούς των κατηγοριών 2 και 3, χωρίς να μας διαφεύγει ότι για κανένα από αυτούς (όλους τους Παραπονούμενους) δεν διέτρεξε κίνδυνος για τη ζωή τους (δεν αναφέρθηκε κάτι διαφορετικό).

 

               Δεν μπορούμε ακόμα να μην συνυπολογίσουμε, και τούτο προς όφελος των Κατηγορουμένων, το λευκό ποινικό μητρώο τους και το γεγονός ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, η παραβατική συμπεριφορά τους που οδήγησε στη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, επιδείχθηκε σε ένα εντελώς περιορισμένο χρονικό διάστημα, στιγμιαία, χωρίς ποτέ, προηγουμένως, να έχουν απασχολήσει τις αρχές για οτιδήποτε άλλο.

 

               Στο πλαίσιο της άντλησης καθοδήγησης από τη νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, στο παρελθόν, αδικοπραγούντες του αδικήματος των κατηγοριών 2, 3 και 4, ανηύραμε τις πιο κάτω αποφάσεις στις οποίες και θα γίνει συνοπτική αναφορά.

 

               Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευτύχιου Ελευθερίου, Ποιν. Εφ. 46/2023, απόφαση ημερ. 16.07.2024, το Εφετείο επικύρωσε, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης 1 έτους, σε άντρα 22, περίπου ετών, σε αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, στη διάπραξη του οποίου, ο εκεί κατηγορούμενος, χωρίς να κατέχει ηγετικό ρόλο στο όλο επεισόδιο, έδρασε ως μέλος ομάδας που επιτέθηκε στον εκεί παραπονούμενο. Ως αποτέλεσμα της επιθετικής συμπεριφοράς όλων των εκεί κατηγορουμένων, ο εκεί παραπονούμενος υπέστη,  (α) κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου, το οποίο αποκαταστάθηκε με την πάροδο του χρόνου, (β) οπή στην επιφάνεια του δεξιού ματιού, για την οποία έγινε επέμβαση με λέιζερ, προκειμένου να αποφευχθεί αποκόλληση και χρειάστηκε χρόνια παρακολούθηση, (γ) αποκοπή μικρού μέρους του δέρματος και χόνδρου του αυτιού του, για την αντιμετώπιση του οποίου τοποθετήθηκε δερματικός κρημνός (μόσχευμα αντί δέρματος), με προοπτική μελλοντικής προσθετικής επέμβασης πλαστικού μοσχεύματος και (δ) μώλωπες στην πλάτη.

 

               Στην υπόθεση Αριστοφάνης Παντελή Σάββα ν. Δημοκρατίας, (1998) 2 Α.Α.Δ. 369, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως εφετείο τότε, επικύρωσε, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης 2 ετών στον εκεί κατηγορούμενο, για το αδίκημα του παράνομου τραυματισμού, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, στη βάση, τόσο του βάναυσου τρόπου δράσης του, και δη ότι επιτέθηκε, με γρονθοκοπήματα, σε 63χρονη τουρίστρια προκαλώντας της σοβαρούς τραυματισμούς, όσο και του ότι βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες, με τη πιο πρόσφατη να αφορά σε αδικήματα όμοια με αυτά που αντιμετώπιζε στην εν λόγω υπόθεση.

 

               Στην υπόθεση Νιόβη Παρούτη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 446, το Κακουργιοδικείο Πάφου, μεταξύ άλλων ποινών, επέβαλε και ποινή φυλάκισης 1 έτους, στην εκεί κατηγορούμενη, για το αδίκημα του παράνομου τραυματισμού στο μάτι, δια κτυπήματος, και στο χέρι, δια δαγκώματος, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, η οποία κρίση δεν εφεσιβλήθηκε (η έφεση αφορούσε στην καταδίκη της κατηγορούμενης στο αδίκημα της απόπειρας φόνου μέσω πλήγματος με βέλος ψαροτούφεκου, η οποία και παραμερίστηκε.

 

               Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι μετριαστικοί παράγοντες των Κατηγορούμενων, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος 1, κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν παιδί σε σύγκρουση με τον νόμο, ως η ιδιότητα αυτή ορίζεται στον Περί Παιδιών Νόμο, δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εν όψει της εν γένει σοβαρότητας του αδικήματος που διέπραξαν τούτοι, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή του και των επιβαρυντικών στοιχείων που την περιβάλουν (τη διάπραξή τους), όπως ότι (α) έδρασαν ως μέλη ομάδας, (β) σε δημόσιο χώρο (εντός δημοσίας οδού), εις τρόπο που ήταν, προφανώς, ορατοί από τους διερχόμενους πολίτες, (γ) τα θύματα τους ήταν τρεις συνάνθρωποι μας και (δ) προκάλεσαν πολλαπλά και σοβαρά τραύματα στους παραπονούμενους.

 

               Είμαστε της άποψης ότι, οποιαδήποτε ποινή, πλην της στερητικής της ελευθερίας (διάταγμα κράτησης, σε ότι αφορά στον Κατηγορούμενο 1 και φυλάκιση, για τον Κατηγορούμενο 2), δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει, συν τοις άλλοις, να χαρακτηρίζει την ποινή. Συναφώς, κρίνουμε ότι, τυχόν επιλογή άλλου είδους ποινής, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.

 

               Δεν πρέπει, εν προκειμένω, να λησμονείται, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ότι το αδίκημα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι εναντίον των τριών Παραπονουμένων, ενέχει το στοιχείο της βίας και παρουσιάζει έξαρση, με αποτέλεσμα η αποτρεπτικότητα της ποινής να μην αποσκοπεί μόνο στην συνέτιση των ενώπιον του Δικαστηρίου Κατηγορούμενων, αλλά και του οποιοδήποτε φιλόδοξου παραβάτη που καραδοκεί να διαπράξει παρόμοιας φύσης αδικήματα (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ, 577, Abunazha v. Δημοκρατία (2009) 2 Α.Α.Δ. 551, και Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[3] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[4] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή - την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι - και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής και της συνεργασίας τους με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί σε αυτούς, σε κάθε κατηγορία που αντιμετωπίζουν, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της κράτησης, για τον Κατηγορούμενο 1 και της φυλάκισης, για τον Κατηγορούμενο 2, των 8 μηνών, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη αξία στη παραδοχή και συνεργασία τους[5],  κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτούς, είναι η  κράτηση, για τον Κατηγορούμενο 1, και η φυλάκιση, για τον Κατηγορούμενο 2,  για 5 (πέντε) μήνες, την οποία και επιβάλλουμε. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Είναι αυτονόητο, στη βάση της ανωτέρω κρίσης, ότι οι Κατηγορούμενοι θεωρείται ότι έχουν ήδη εκτίσει την επιβληθείσα σε αυτούς, ανωτέρω, ποινή, αφού διετέλεσαν ως υπόδικοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, και δη από τις 10.09.2024 μέχρι και τις 18.12.2025.

               Στη βάση της ανωτέρω κρίσης μας, περί της ήδη έκτισης από τους Κατηγορούμενους της επιβληθείσας σε αυτούς ποινής, δεν εξυπηρετεί κάτι η εξέταση της θέσης της υπεράσπισης περί του ότι δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή της εκτέλεσής της. Παρεμφερώς σημειώνουμε ότι, εν πάση περιπτώσει, και να προέκυπτε δυνατότητα εξέτασης τέτοιου ζητήματος, όλοι οι παράγοντες, που υπέχουν σημασίας για την εξέταση του, και τυγχάνουν εφαρμογής, δεν είναι τέτοιοι που θα δικαιολογούσαν την οποιαδήποτε διαταγή για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που τους επιβλήθηκε, καθότι, τυχόν τέτοια εξέλιξη, θα απέληγε σε εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής, που πρέπει, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, να χαρακτηρίζει την ποινή. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, σχετικές είναι οι πιο κάτω υποθέσεις. (Βλ.  Δημητρίου v.  Δημοκρατίας (1974) 2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic (1978) 2 C.L.R. 17, Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou (1989) 2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη (1990) 2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λεωνίδα Ματθαίου, άλλως Μαλέγκου, (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρος (1996) 2 Α.Α.Δ. 303, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161 και Στεφάνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 339, 341).

 

               Τα τεκμήρια κατάσχονται και να καταστραφούν τηρουμένων των διαδικασιών.

 

 

 

(Υπ.)…………………………………….

                                                                                              Δ. Θεοδώρου Π.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.)…………………………………….

                                                                                              Ε. Ευθυμίου Α.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.)………….………………………….

                                                                                     Γ. Ιωαννίδου-Παπά Α.Ε.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Subject: Criminal Jurisdiction / Assize Court Jurisdiction / Final Judgments

Αναφορά: Ποινή 234 τραυματισμός



[1] Με παραπονούμενο πρόσωπο, άλλο από τους τρεις παραπονούμενους των κατηγοριών 2, 3 και 4.

[2] Με παραπονούμενο πρόσωπο, τον παραπονούμενο της κατηγορίας 5.

[4] Υπογράμμιση δική μας.

[5] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωση στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο