ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ
Ε. Ευθυμίου Α.Ε.Δ
Γ. Ιωαννίδου‑Παπά, Α.Ε.Δ
Αρ. Υπόθεσης: 8991/25
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-ν-
ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κος Α.Παπανικολάου
Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ.Μικελλίδου
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες εμπρησμού (1η και 2η) κατά παράβαση του άρθρου 315 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε. Αντιμετώπιζε επίσης την κατηγορία της απειλής, της εισόδου σε ξένη περιουσία και της κοινής επίθεσης (3η, 4η και 5η), οι οποίες διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή όταν ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία 2 και αυτός απαλλάχθηκε σε αυτές.
Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, στη βάση των λεπτομερειών της κατηγορίας 1, ότι στις 12.7.2025, στη Λάρνακα, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά σε γκαράζ της οικίας της Ανδρούλας Μιχαλάκη και προκάλεσε ζημιά αξίας €500.
Στη βάση των λεπτομερειών της κατηγορίας 2, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι, στις 13.10.2021, σε ανοικτό χωράφι στη Λάρνακα, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο όχημα με αριθμό εγγραφής KKT 700, ιδιοκτησίας του Ραφαήλ Ανδρέου, αξίας €800.
Ενώπιον μας έχουν κατατεθεί, με αναλυτικό τρόπο, τα γεγονότα της υπόθεσης και συνοπτικά είναι τα ακόλουθα:
Αναφορικά με την κατηγορία 1:
Στις 12/07/25, και περί ώρα 07:10, ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, από κάτοικο συγκεκριμένης οδού, στη Λάρνακα, ότι στην ίδια οδό άγνωστος άνδρας έθεσε φωτιά σε γκαράζ διαμερίσματος. Η φωτιά τέθηκε σε οικοδομή – γκαράζ οχημάτων, που βρίσκεται πίσω από το διαμέρισμα της παραπονούμενης, στην εν λόγω οδό. Η περίμετρος του γκαράζ είναι φτιαγμένη από ξύλινα πλακάτ και τσίγκο, στηρίζεται με ξύλινες δοκούς και το σκέπαστρο του είναι κατασκευασμένο από τσίγκο. Το υποστατικό είναι διαστάσεων 10x4 μέτρα και χρησιμοποιείται ως γκαράζ αυτοκινήτων.
Μέλη του Τ.Α.Ε Λάρνακας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, μετέβηκαν στη σκηνή όπου είχε διαπιστωθεί ότι η φωτιά είχε τεθεί κακόβουλα και αυτή είχε κατασβεστεί από την παραπονούμενη.
Από τη σκηνή παραλήφθηκαν ως τεκμήρια α) αναπτήρας χρώματος κίτρινου, β) υπολείμματα παγουριού, γ) δειγματοληψίες και δ) φωτογραφίες.
Σύμφωνα με την παραπονούμενη, περί ώρα 06:45 άκουσε τον σκύλο της να γαβγίζει και ακολούθως περί ώρα 07:00 διαπίστωσε ότι καιγόταν το γκαράζ της. Με τη χρήση λαστίχου ποτίσματος, κατέσβησε τη φωτιά. Διαπιστώθηκε ότι καταστράφηκε η ξύλινη πόρτα του γκαράζ, ξύλινα δοκάρια στο χώρο του γκαράζ, πλαστικό ντεπόζιτο νερού 500 λίτρων, καθώς και προβολέας φωτισμού μαζί με την ηλεκτρική του εγκατάσταση. Η ζημιά από τη φωτιά υπολογίστηκε στα €500.
Κατά το χρόνο που η παραπονούμενη βρισκόταν στη σκηνή, την προσέγγισε άγνωστος άνδρας και της ανέφερε ότι είδε τον εμπρηστή να κατεβαίνει από μαύρο όχημα SUV, με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, να εισέρχεται στο γκαράζ της και στη συνέχεια να απομακρύνεται από αυτό βιαστικά.
Εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και εντοπίστηκε στην οικία της μητέρας του. Προέβηκε σε θεληματική κατάθεση, στην οποία ομολόγησε ενοχή και εξήγησε τις περιστάσεις υπό τις οποίες διέπραξε το αδίκημα. Πιο συγκεκριμένα, αυτός, στις 12/07/25, κατά τις πρωινές ώρες, αφού κατανάλωσε ποσότητα αλκοόλ, μετέβη σε πρατήριο βενζίνης, γέμισε πλαστικό παγούρι με καύσιμα και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τα, έθεσε φωτιά, στο γκαράζ της οικίας της Α.Μιχαλάκη, θεωρώντας λανθασμένα ότι, το πρόσωπο με το οποίο είχε προσωπικές διαφορές, διέμενε εκεί. Λόγω της απότομης ανάφλεξης της εύφλεκτης ύλης, προκλήθηκαν εγκαύματα στα πόδια του, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τη σκηνή, φωνάζοντας από τον πόνο και ξεχνώντας στο έδαφος τον αναπτήρα και το παγούρι.
Αναφορικά με την κατηγορία 2:
Ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος (ιδιοκτήτης του οχήματος), συναναστρέφονταν στους ίδιους κύκλους. Στις 13.10.2021, τα ξημερώματα, είχαν αντιπαράθεση μεταξύ τους, με το επεισόδιο να λήγει εκείνη τη στιγμή, με την αποχώρηση του από το φιλικό σπίτι στο οποίο βρίσκονταν.
Αργότερα, κατά την ίδια ημέρα και ώρα 07:00 περίπου, ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία του παραπονούμενου, στη Λάρνακα, όπου σε αυτή βρισκόταν η μητέρα του τελευταίου, εισήλθε στην οικία, αναζητώντας τον παραπονούμενο, ο οποίος απουσίαζε κατά τον χρόνο εκείνο.
Ακολούθως και περί ώρα 08:40, η μητέρα του παραπονουμένου, άκουσε θόρυβο από σπάσιμο γυαλιών και είδε τον κατηγορούμενο να απομακρύνεται από το σημείο που βρισκόταν σταθμευμένο, σε ανοικτό χωράφι πλησίον της οδού Βουκεφαλίας, το όχημα του γιου της με αρ. εγγραφής KKT 700, στο οποίο εκδηλώθηκε πυρκαγιά, αμέσως μετά. Η πυρκαγιά κατασβέστηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Το όχημα, αξίας €800, καταστράφηκε ολοσχερώς.
Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκτελέστηκε στις 15/10/21 και περί ώρα 10:30. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε «Ντάξει να αναλάβω τις ευθύνες μου».
Ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια, προέβη σε θεληματική κατάθεση, στην οποία παραδέχθηκε ενοχή. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι, πρώτα έσπασε με τούβλο το πίσω τζάμι του οχήματος και στη συνέχεια τα πλαϊνά τζάμια και ακολούθως περιέλουσε το όχημα με πετρέλαιο και έθεσε φωτιά σε αυτό με τον αναπτήρα του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών στις οποίες εξηγούσε τον τρόπο δράσης του.
Κατά την έρευνα που ακολούθησε στην οικία του κατηγορούμενου, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, από πλυντήριο ρούχων, α) μια αντρική κοντομάνικη φανέλα, χρώματος βυσσινί και β) μια αντρική φόρμα, χρώματος γκρίζου. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εν τα ρούχα που εφόρουν».
Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 2, ήτοι από τις 13.10.2021 μέχρι σήμερα, είπε ότι η υπόθεση, αρχικώς, καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το έτος 2023, έλαβε συγκεκριμένο αριθμό, και ορίστηκε για επίδοση στις 06/11/23, για σκοπούς παραπομπής της στο Κακουργιοδικείο. Δεν κατέστη δυνατή η επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο και επαναορίστηκε σε δύο μεταγενέστερες ημερομηνίες για τον ίδιο σκοπό, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αποσυρθεί, ως ανεπίδοτη, στις 12/02/24.
Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τελεί υπό κράτηση από τις 18/07/25, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Ο κος Παπανικολάου ζήτησε την κατάσχεση των τεκμηρίων.
Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του, η ευπαίδευτη συνήγορος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο, αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του, υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄αυτόν. Ειδικότερα, η κα Μικελλίδου αναφέρθηκε στην παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του δικαστηρίου και τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές, στις οποίες και έδωσε θεληματική κατάθεση, προβαίνοντας και σε υποδείξεις σκηνών. Επίσης τόνισε τα διάφορα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν χρήστης ουσιών και αλκοόλης. Προς επίρρωση της τελευταίας αυτής θέσης της, κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου ιατρικά πιστοποιητικά. Τόνισε ακόμη, ότι, ο κατηγορούμενος εξεδήλωσε την πρόθεση του για απεξάρτηση και αποτοξίνωση. Ζήτησε επίσης όπως ληφθεί υπόψη, προς όφελος του κατηγορούμενου, η πρόκληση του παραπονούμενου της κατηγορίας 2, ο οποίος λίγο μόνο χρόνο πριν τη διάπραξη του αδικήματος, μαζί με άλλο πρόσωπο, επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο. Τέλος ειδική αναφορά έκανε στο χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 2, ως επίσης και στο ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ειδική αναφορά στα όσα ανέπτυξε η κα Μικελλίδου θα γίνει εκεί που θα κριθεί σκόπιμο, κατά την ενασχόληση μας με τους μετριαστικούς, αυτούς, παράγοντες.
Σε σχέση με το αδίκημα του εμπρησμού, η Νομολογία έχει από μακρόν διαπιστώσει την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Μελανίτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 309, Gaprindashvili v Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 424 και Μιχαηλίδη ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 2/19, ημερομηνίας 25.2.2021.
Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστασίου (2005) 2 ΑΑΔ 125, 129, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
«το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας. Δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα.»
To κίνητρο, ο προσχεδιασμός και η αδιαφορία ως προς την πρόκληση ζημίας σε περιουσία τρίτων ή τη διακινδύνευση ανθρώπινων ζωών, αποτελούν στοιχεία που επηρεάζουν, κατά την Κυπριακή Νομολογία, την επιμέτρηση της ποινής, αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 678. Παρόμοια στοιχεία εντοπίζουμε και στην Αγγλική Νομολογία, που ακόμα και πριν τη θέσπιση των σχετικών κατευθυντήριων οδηγιών, γινόταν δεκτό ότι ο προσχεδιασμός ή το κίνητρο του εμπρησμού είναι παράγοντες που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής. (R v Finnemore [2019] EWCA Crim 1585).
Προκύπτει, συνεπώς, ότι αναφορικά με το αδίκημα του εμπρησμού, η Νομολογία υποδεικνύει ότι αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, καθότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται, είναι το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. (Πισκόπου v Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342).
Παράλληλα, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Mirachis v The Police (1965) 2 CLR 28. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.
Προκύπτει, ως συμπέρασμα της νομολογιακής προσέγγισης, ότι η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και επίπονο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη.
Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αλλά όπως έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής, δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Θεολόγου ν Αστυνομίας (2014) 2Β ΑΑΔ 800).
Στον τομέα την επιμέτρησης της ποινής, τυχόν προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για τον λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1 ενώ σε σχέση με την επιμέτρηση ποινής η «επίκληση προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» (Μαυρόλουκα ν Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 30).
Έχουμε μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μας για τον κατηγορούμενο. Λαμβάνουμε επομένως, υπόψη, την παραδοχή του, η οποία παρά το γεγονός ότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις έγινε στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, με αποτέλεσμα να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Είναι καλώς γνωστό και πολλάκις νομολογημένο (Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28, 36 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019) ότι η άμεση παραδοχή δημιουργεί απαίτηση για επιεικέστερη μεταχείριση, και δη μείωση στην ποινή, αφού μέσω αυτής, πέραν της έμπρακτης μεταμέλειας που φανερώνεται, διαφυλάσσεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα.
Ακόμη, σημαντικό στοιχείο, προς όφελος του κατηγορούμενου, είναι η συνεργασία του με την Αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και για τις δύο κατηγορίες αφού έδωσε θεληματικές καταθέσεις, μέσω των οποίων αποκάλυψε λεπτομερώς, τον τρόπο δράσης του και υπέδειξε και τις σκηνές των συμβάντων.
Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως έχουν αναπτυχθεί από τη συνήγορο του. Ειδικότερα, ότι αυτός είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, έντεκα ετών, και ήταν λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Σημειώνουμε, όμως, ότι η Νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα στα οποία αρμόζει επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας. (Παναγιώτου v Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540, Memic v Δημοκρατίας (2014) 2Α ΑΑΔ 276).
Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του σε συνδυασμό με την ηλικία του, τα οποία αποτελούν στοιχεία που του επιτρέπουν να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (Ψωμά v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40).
Ακόμη, προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνουμε υπόψη την επιθυμία του και τη σχετική προσπάθεια που καταβάλλει, για να ενταχθεί στο πρόγραμμα αποτοξίνωσης και απεξάρτησης των Κεντρικών Φυλακών, κάτι που δεν επιτεύχθηκε, όχι εξ΄υπαιτιότητας του, αλλά λόγω πληρότητας του προγράμματος. Ως η νομολογία επιτάσσει, το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στον μετριασμό της ποινής. (Καρακάννας ν Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 463, Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 333 και Γιαννακάκης ν Αστυνομίας (2016) 2Α ΑΑΔ 364.)
Επίσης, συνυπολογίζουμε, προς όφελος του κατηγορούμενου το γεγονός ότι κατά τη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 1, αφενός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, γεγονός που άμβλυνε την κρίση του και μείωσε τον αυτοέλεγχο του, χωρίς, φυσικά, να μας διαφεύγει ότι ο παράγοντας αυτός, μολονότι μετριαστικός, δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητά του αδικήματος και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείρισή του, και αφετέρου, τραυματίστηκε και δη, υπέστη εγκαύματα.
Όσον αφορά την κατηγορία 2, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος του ότι ήταν θύμα πρόκλησης και επίθεσης από τον παραπονούμενο και άλλο πρόσωπο. Η νομολογία αναγνωρίζει τη σημασία μιας ουσιαστικής πρόκλησης, ως μετριαστικό παράγοντα. Εξίσου, όμως, αναγνωρίζεται ότι η πρόκληση πρέπει να είναι ανάλογη και να δικαιολογείται ο συσχετισμός της προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, έτσι ώστε όσο πιο σοβαρό είναι ένα έγκλημα, τόσο πιο σοβαρή απαιτείται να είναι η πρόκληση για να λειτουργήσει ως ουσιαστικός μετριαστικός παράγοντας (Selim ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 199, Radyan v. Δημοκρατίας, Π.Ε.115/13, 9.10.15, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17). Εν προκειμένω εκλαμβάνουμε για τον κατηγορούμενο την πρόκληση του παραπονούμενου της κατηγορίας 2, ως μετριαστικό παράγοντα, στη βάση του δεδομένου ότι, μαζί με άλλο πρόσωπο, του επιτέθηκαν, με ρίψη πετρών, και του προκάλεσαν πολλαπλά τραύματα σε διάφορα σημεία του σώματος του.
Συνυπολογίζουμε, ακόμα, την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, καθώς επίσης και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει, τα οποία στο παρελθόν, αποτέλεσαν τη βάση για να νοσηλευτεί στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, λόγω βαριάς μορφής κατάθλιψης, η οποία, σε δύο περιπτώσεις, τον οδήγησε σε απόπειρες αυτοκτονίας.
Ένας σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου, ειδικότερα για την κατηγορία 2, είναι και η χρονική καθυστέρηση που παρατηρείται στη σχετική δίωξη του. Ως έχει νομολογηθεί, η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος, είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος τέτοιου μακρού χρόνου, υπό κατάλληλες περιστάσεις, μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής καθότι, ενδεχομένως να μην καθίσταται αναγκαίο η ποινή να έχει αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο, λόγω π.χ. γιατί οι προσωπικές συνθήκες του, στο διάστημα αυτό, έχουν αλλάξει ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355). Ως λέχθηκε δε στην Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365, η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου, και/ή η καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση του ύψους της ποινής, αλλά και τη μετατροπή της και δη άλλης από αυτή, που κανονικά, θα επιβάλλετο, αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση, και η δράση του κατά το μεσοδιάστημα, λαμβάνεται επίσης υπόψη στο δέοντα βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Εν προκειμένω, ναι μεν το αδίκημα της κατηγορίας 2, διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο στις 13.10.21, εντούτοις η κατηγορούσα αρχή καταχώρησε υπόθεση εναντίον του το 2023, η οποία αποσύρθηκε το 2024, λόγω αδυναμίας επίδοσης του κατηγορητηρίου σε αυτόν, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ότι η, εν προκειμένω καθυστέρηση ήταν το αποτέλεσμα αδράνειας από πλευράς του κράτους. Διαπιστώνουμε όμως και οφείλουμε να τονίσουμε ότι στο μεσοδιάστημα που παρήλθε, ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της κατηγορίας 1, καθιστώντας με την ενέργειά του αυτή σαφές, την εξόφθαλμη ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής με αναμορφωτικό ρόλο.
Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την παρατηρούμενη καθυστέρηση, το γεγονός και μόνο της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 2, μέχρι, την τιμωρία του κατηγορούμενου, δηλαδή τέσσερα και πλέον έτη, τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267) και βεβαίως προσμετράται υπέρ του.
Καταληκτικά, θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση, όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου, αλλά και τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα.
Αναφορικά με την σκιαγράφηση του πλαισίου ποινών παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις:
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστασίου, (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε τρεις κατηγορίες, ήτοι σε μία κατηγορία εμπρησμού, κατά παράβαση του Άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, σε μία κατηγορία εμπρησμού, κατά παράβαση των Άρθρων 315 και 316(β) του ΚΕΦ. 154 και σε μία κατηγορία κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324(1) του ΚΕΦ. 154. Επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, ποινή φυλάκισης 3 ετών στην 1η κατηγορία, 2 ετών στη 2η και καμιά ποινή στην 3η κατηγορία. Κατά την επιμέτρηση λήφθηκε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρόνια χρήστης ελαφρών και σκληρών ναρκωτικών, ότι κατέβαλλε προσπάθειες απεξάρτησης με τη βοήθεια ειδικών σε κατάλληλο κέντρο απεξάρτησης και ότι έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή κρίθηκε ανεπαρκής και αυξήθηκε στα 5 χρόνια στην 1η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα του εμπρησμού, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 315(α), ως o εν προκειμένω κατηγορούμενος.
Στην υπόθεση Gaprindashvili v Δημοκρατίας (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης σε κατηγορία εμπρησμού. Πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.
Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 175/2016, ημερομηνίας 23.11.2018, επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 6 ετών, για τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.
Στην υπόθεση Μιχαηλίδη ν Δημοκρατίας, (ανωτέρω), επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβη στον εμπρησμό μαζί με άλλο άτομο, κατόπιν υποκίνησης τρίτου και έναντι αμοιβής €500. Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές ύψους €88.720. Λήφθηκε, περαιτέρω, υπόψη, το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος ενήργησε αδιαφορώντας, πλήρως, για τις ζημιές που θα προκαλούνταν, αλλά και για τους εγγενείς κινδύνους που ελλόχευαν από την παράνομη πράξη του (στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με την κατηγορία 1 η παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο ευρισκόταν στην οικία της). Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι υπήρχε προσχεδιασμός και ότι η πράξη του εμπρησμού δεν προέκυψε στιγμιαία ή υπό καθεστώς φόρτισης. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με 4 προηγούμενες καταδίκες, δυο εκ των οποίων ήταν πολύ παλαιές. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.
Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 76/22, ημερομηνίας 19.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B13, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και κατηγορίες για εμπρησμό. Επιβλήθηκαν, πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών στις κατηγορίες του εμπρησμού, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση.
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
«21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).
Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), και για τις δύο κατηγορίες, αλλά και της καθυστέρησης για την κατηγορία 2, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης ως ακολούθως:
Στη 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών.
Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών.
Αποδίδοντας, όμως, μετρήσιμη αξία στην παραδοχή και συνεργασία του κατηγορουμένου[3] και για τις δύο κατηγορίες, και στην καθυστέρηση για την κατηγορία 2, κρίνουμε ότι οι αρμόζουσες ποινές που πρέπει να του επιβληθούν, τις οποίες και επιβάλλουμε, στη βάση της μείωσης που θεωρούμε ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, είναι οι ακόλουθες:
Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών.
Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 ετών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Σύμφωνα με το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και δη από τις 18.7.2025.
Τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών. Τα έξοδα (€25) της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.).…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.).…….………...……….…………...
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ
(Υπ.)……....…….…..……………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[2] Υπογράμμιση δική μας.
[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο