Δημοκρατία ν. Μ. Α. κ.α., Υπόθεση αρ.: 15666/24, 8/4/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Μ. Α. κ.α., Υπόθεση αρ.: 15666/24, 8/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

Υπόθεση αρ.: 15666/24

Μεταξύ:

Δημοκρατίας

                                                                        Κατηγορούσας Αρχής

-και-

 

1.    Μ. Α.

2.    Α. Χ.

Κατηγορουμένων

 

 

 

Ημερομηνία:  8 Απριλίου 2026

Για τη Δημοκρατία: κ. Μ. Κουτσόφτας

Για την Κατηγορούμενη 1: κα Ε. Λαζαρίδου.

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Π. Χ’’Παναγιώτου.

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες.

 

 

ΠΟΙΝΗ

(Κατηγορούμενη 1)

Σήμερα, θα επιβληθούν ποινές σε αμφότερους τους Κατηγορούμενους, στα πλαίσια της υπο τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης. Έχουμε αποφασίσει να διαχωρίσουμε τα κείμενα των αποφάσεων για τις ποινές των δυο Κατηγορουμένων για τον λόγο ότι μας έχουν απασχολήσει διαφορετικά νομικά ζήτημα για έκαστο αλλά και διότι στον Κατηγορούμενο 2 θα ληφθούν υπόψη σειρά από εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις.

 

Η Κατηγορούμενη 1 (στο εξής «η Κατηγορούμενη») με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου αντιμετώπιζε 4 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1-4 είναι κοινές για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 (στο εξής θα αναφέρονται από κοινού ως «οι Κατηγορούμενοι»).

 

Η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 3 και 4 και στην κατηγορία 2 βρέθηκε ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκαν ένοχοι για τον εμπρησμό[1] του οχήματος KWT 26Χ, ο οποίος οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή του (κατηγορία 2). Τα γεγονότα σε ό,τι αφορά την κατηγορία 2, προκύπτουν μέσα από το κείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.12.2025.

 

Τα γεγονότα που αφορούν τις λοιπές κατηγορίες, στις οποίες η Κατηγορούμενη δήλωσε παραδοχή, ως αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από την ακροαματική διαδικασία, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 4[2], αμφότεροi oi Κατηγορούμενοι, μεταξύ των ημερομηνιών 17.07.2024 και 12.10.2024, έκλεψαν το μηχανοκίνητο όχημα [ ] αξίας €9.000 (πρώτη κατηγορία) και, μεταξύ των ημερομηνιών 01.09.2024 και 15.10.2024, έκλεψαν πισινή πινακίδα άλλου οχήματος, αξίας €10 (τέταρτη κατηγορία). Περαιτέρω, σε σχέση με την τρίτη κατηγόρια, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι, εν γνώση τους ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], αξίας €9.000, ήταν κλοπιμαίο, το είχαν στην κατοχή τους (κλεπταποδοχή[3]).

 

Ενώπιόν μας τέθηκε ότι η Κατηγορούμενη βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα στην υπόθεση 618Χ/22 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, με ημερομηνία επιβολής ποινής τις 21/06/2024. Στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης, κατά το στάδιο επιβολής ποινής, λήφθηκαν υπόψη, στο σύνολό τους, 21 υποθέσεις συνοπτικής εκδίκασης (11 υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δύο υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και 8 υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) και 1 υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας.

 

Στην εν λόγω υπόθεση, επιβλήθηκαν στην Κατηγορούμενη, για την κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β[4], ποινή φυλάκισης 3 ετών, για την κατοχής εκρηκτικών υλών[5], ποινή φυλάκισης 2 ετών, για τη μεταφορά εκρηκτικών υλών,[6] ποινή φυλάκισης 2 ετών, για την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών τάξεως Α από άλλο πρόσωπο[7], ποινή φυλάκισης 2 ετών, για την κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α[8], ποινή φυλάκιση 2 ετών, για την κατοχή σκευών για λήψη ναρκωτικών[9], ποινή φυλάκισης 18 μηνών και για την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β από άλλο πρόσωπο[10], ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Στην εν λόγω υπόθεση, η Κατηγορούμενη ευεργετήθηκε των προνοιών του περί Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Υπόπτων Μητέρων Νόμου, Ν.33(Ι)/2005 (στο εξής «ο Ν.33(Ι)/2005») και όπως σημειώνεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, παρά την επιβολή ποινών για αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του Νόμου 29/77 κρίθηκε ότι οι πρόνοιες του Ν.33(I)2005 εφαρμόζονταν και ανέστειλε την εκτέλεση των επιβληθεισών ποινών.

 

Αγορεύοντας ενώπιον μας, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η κ. Λαζαρίδου υποστήριξε ότι η Κατηγορούμενη, επειδή εξακολουθεί να είναι μητέρα ανήλικου τέκνου και συγκεκριμένα της Σ.Α., η οποία γεννήθηκε στις 15/12/2023, θα πρέπει να τύχει μεταχείρισης - όπως και στο πλαίσιο της υπόθεσης 618Χ/22 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας - σύμφωνα με τον Ν.33(I)2005, τουτέστιν να της επιβληθεί ως μέγιστη ποινή αυτή των 3 ετών, η εκτέλεση της οποίας, συμφώνως των προνοιών του εν προκειμένω νόμου, θα πρέπει να αναστείλει.

 

Σε σχέση με την ανωτέρω αναφερόμενη ανήλικη θυγατέρα της, παρουσιάστηκε από την κ. Λαζαρίδου διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας, με το οποίο, εκ συμφώνου, αφαιρείται από την Κατηγορούμενη η άσκηση της γονικής μέριμνας της, οποία και ανατίθεται στη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Στο ίδιο διάταγμα, ορίζεται ως εγκεκριμένη ανάδοχη της ανήλικης, η αδελφή της Κατηγορούμενης, Η.Α. και ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας της πρώτης, με τη ανήλικη θυγατέρα της, μια φορά την εβδομάδα, στις Κεντρικές Φυλακές όπου και βρίσκεται ως υπόδικος στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

 

Είναι η θέση της κ. Λαζαρίδου ότι, το ανωτέρω διάταγμα αποτελεί μια προσωρινή ρύθμιση, η οποία, με την αποφυλάκιση της Κατηγορούμενης, θα τερματιστεί και αυτό, ως η κ. Λαζαρίδου ανέφερε ενώπιον μας, είναι συμφωνημένο. Όπως επισημάναμε και κατά την ακροαματική διαδικασία, στο στάδιο παράθεσης των γεγονότων, η αναφορά της κ. Λαζαρίδου δεν αποτυπώνεται στο ενώπιόν μας διάταγμα. Αυτό, που με σαφήνεια, σχετικώς, εκεί αποτυπώνεται, είναι ότι, σε περίπτωση αλλαγής των δεδομένων της Κατηγορούμενης, είτε της αποφυλάκισης είτε της αθώωσής της, το πρόγραμμα επικοινωνίας που καθορίστηκε σε αυτό (τουτέστιν μια φορά την εβδομάδα) θα τροποποιηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται ότι η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας συμφώνησε ότι, είτε με την αποφυλάκιση είτε με την αθώωση της Κατηγορούμενης, θα συναινέσει στην αποκατάσταση των γονικών δικαιωμάτων της τελευταίας. Να σημειώσουμε δε ότι, όπως μας έχει λεχθεί, ο πατέρας της ανήλικης έχει αποβιώσει.

 

Έχοντας ακούσει προσεκτικά και μελετήσει τα όσα έχουν αναφερθεί ενώπιον μας, αποτελεί κρίση μας ότι ο Ν.33(I)2005 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, επειδή η Κατηγορούμενη δεν εμπίπτει στον ορισμό της «μητέρας» ως αυτός προβλέπεται στον ίδιο τον Νόμο. Στη βάση των προνοιών του ερμηνευτικού άρθρου του Νόμου, «μητέρα» «σημαίνει έγκυο ή και μητέρα ανήλικου τέκνου ηλικίας μέχρι τριών ετών». Πρόκειται για μια εντελώς γενική ερμηνευτική έννοια, η οποία δεν μπορεί να αντικριστεί ως η συνήγορος υπεράσπισης εισηγείται. Τυχόν τέτοια ερμηνεία επιτρέπει την εξόφθαλμη εμφιλοχώρηση περιπτώσεων που ο Νομοθέτης δεν επιθυμούσε να συμπεριλάβει, όπως η περίπτωση της Κατηγορουμένης στην παρούσα, τα δεδομένα της οποίας δεν επιτρέπουν την ένταξη της κάτω από τον εν προκειμένω ορισμό. Και τούτο γιατί, η Κατηγορούμενη έχει απωλέσει τα γονικά της δικαιώματα με διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 21/10/2025. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι μια μητέρα που έχει απεμπολήσει τα γονικά της δικαιώματα, παραμένει, σε βιολογικό επίπεδο, μητέρα, καθώς το γεγονός της γέννησης ενός παιδιού και ο γενετικός δεσμός των δύο (μητέρας και τέκνου), δεν αναιρούνται από τέτοιαν αφαίρεση. Ωστόσο, σε νομικό επίπεδο, η αφαίρεση των γονικών δικαιωμάτων, της στερεί τα δικαιώματα και την απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη γονική μέριμνα την οποία πλέον δεν ασκεί, όπως η λήψη αποφάσεων και η επιμέλεια του παιδιού. Δηλαδή, μολονότι η βιολογική σχέση δεν μπορεί να διαγραφεί, η ιδιότητα της μητέρας, ως νομικού και κοινωνικού φορέα ευθύνης, μπορεί να περιοριστεί ή να αφαιρεθεί όπως στην παρούσα περίπτωση.

 

Κρίνουμε ότι, αυτό που ο Ν.33(I)/2005 ήθελε να προστατέψει - εδώ παρεμβάλλουμε ότι από τη μελέτη μας δεν έχουμε εντοπίσει προοίμιο του Νόμου - ήταν τη μητρότητα όχι όμως στη βιολογική της διάσταση, αλλά στη διάσταση που ανοικοδομείται μέσα από τη φροντίδα, παρουσία και ανάληψη ευθύνης για το ανήλικο παιδί, εξ ου και ο σκοπός της θέσπισης του Νόμου, ως αυτός προκύπτει από την επιλογή του τίτλου του, ως Νόμος για την Προστασία Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Υπόπτων Μητέρων. Είναι ξεκάθαρο ότι η προστασία που ο Νόμος επιθυμεί να παρέχει, είναι στα ανήλικα τέκνα, διαφυλάσσοντας την παρουσία της μητέρας τους, που ασκεί γονική μέριμνα, στη ζωή τους. Ενισχυτικό στοιχείο για την πιο πάνω διαπίστωση, είναι η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 3(3) του Νόμου, δυνάμει του οποίου, σε περίπτωση διάπραξης αδικήματος από Κατηγορούμενη μητέρα (εν τη εννοία του Ν.33(Ι)/2005) εναντίον ανήλικου τέκνου της ή άλλου ανηλίκου που διαμένει μαζί της, τότε οι διατάξεις των άρθρων 3(1) και 3(2), που, στην ουσία, μόνο όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπεται η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή έκδοση διατάγματος κράτησης σε μητέρα, δεν τυγχάνουν εφαρμογής. 

 

Παρεμβάλλουμε σε αυτό το σημείο με ένα παράδειγμα, που εντοπίζουμε και πιστεύουμε ενισχύει την ανωτέρω κρίση μας περί της δυνατότητας, στη βάση της γραμματικής και μόνο ερμηνείας του όρου «μητέρα», «εκμετάλλευσης» των προνοιών του. Συγκεκριμένα, στη βάση της γραμματικής ερμηνείας, ο Ν.33(I)/2005 ενδεχομένως τυγχάνει εφαρμογής στη περίπτωση μιας Κατηγορούμενης μητέρας, που γέννησε παιδί ως παρένθετη μητέρα και δεν θα αναλάβει ποτέ την φροντίδα του παιδιού που γέννησε, καθώς, ως επιβάλλει η επί του ζητήματος σχετική νομοθεσία[11], με τη γέννηση του παιδιού, η παρένθετη μητέρα θα το παραδώσει αμέσως[12] στα πρόσωπα που επιδιώκουν την απόκτηση τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας και αυτά τα πρόσωπα είναι οι γονείς του τέκνου που θα γεννηθεί και ως τέτοιοι έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται[13].

 

Για να εξηγήσουμε καλύτερα, στην περίπτωση της διαδικασίας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπου η γυναίκα που κυοφορεί το τέκνο, δεν αναγνωρίζεται από το Νόμο ως η μητέρα του παιδιού[14], εάν κληθεί Δικαστήριο να της επιβάλει ποινή, στη βάση της γραμματικής και μόνο ερμηνείας του όρου «μητέρα», που θέλει τη βιολογική μητέρα, ανεξάρτητα του κατά πόσο θα ασκεί γονική μέριμνα για το ανήλικο (μέχρι τριών ετών), να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου, τούτος (ο Νόμος) θα μπορεί να τύχει επίκλησης και εφαρμογής.

 

Αποτελεί κρίση μας ότι αυτή δεν ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη ψηφίζοντας το Ν.33(I)/2005, ήτοι να επιτρέπει την επίκληση των προνοιών του όταν δεν υφίσταται νομική σχέση μεταξύ μητέρας και ανηλίκου. Είναι η κρίση μας ότι, η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν η δημιουργία, μέσω του Ν.33(Ι)/2005, ενός πλαισίου προστασίας όλων των ανηλίκων μέχρι 3 ετών, διαφυλάσσοντας, με την απαγόρευση της κράτησης και της επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, την παρουσία της μητέρας τους στη ζωή τους.

 

Η Κατηγορούμενη έχει αποσυρθεί από το γονικό της ρόλο από τις 21/10/2025 και μάλιστα με δική της συναίνεση, ως αποτυπώνεται στο διάταγμα που μας έχει παραδοθεί, στο πλαίσιο της υπόθεσης 3Χ/2024 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Μπορεί η βιολογική της ταυτότητα ως μητέρα της ανήλικης να παραμένει, αλλά πλέον δεν επιτελεί μητρικό ρόλο για το ανήλικο παιδί της.

 

Ως εκ τούτων, θεωρούμε ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορεί να επικαλείται την εφαρμογή των προνοιών του Ν.33(Ι)/2005, ακριβώς επειδή έχει συναινέσει στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας και συνακόλουθα δεν υφίσταται αυτή τη στιγμή ζωντανή σχέση ευθύνης και δεσμού με την ανήλικη θυγατέρα της, αλλά ούτε και η αποφυλάκιση της - ως γεγονός - απολήγει, αυτόματα, σε σχετική αναβίωση, ως η θέση που προβάλλεται από την Κατηγορούμενη. Εξάλλου, στη βάση του λεκτικού του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, η κράτηση της Κατηγορούμενης (ως υπόδικος), θεωρείται ως δεδομένη και η λήξης της, απλώς θεσπίζει ορόσημο για την όποια, τυχόν, μεταβολή, μόνο όμως των όρων επικοινωνίας της με το τέκνο της.

 

Εδώ πρέπει να πούμε ότι η ανήλικη «χρησιμοποιήθηκε» ως ασπίδα προστασίας για τη Κατηγορούμενη, στο πλαίσιο της επιβολής ποινής στην υπόθεση 618Χ/2022, ως έχουμε προαναφέρει, του Mόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, με άλλη σύνθεση (στη βάση των όσων ίσχυαν τότε, η Κατηγορουμένη ασκούσε τη γονική μέριμνα για την ανήλικη). Τα δεδομένα πλέον έχουν αλλάξει. Ούτε θεωρούμε ορθή τη θέση της κ. Λαζαρίδου ότι, ευκόλως, η Κατηγορούμενη θα μπορέσει να ανακτήσει τα γονικά της δικαιώματα, αφού στη βάση των σχετικών προνοιών του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, η αφαίρεση της Γονικής Μέριμνας πρέπει να θεωρείται οριστική και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επανέλθει.

 

Συνακόλουθα θα προχωρήσουμε να επιβάλουμε ποινή χωρίς να εφαρμόσουμε τις πρόνοιες του Ν.33(Ι)/2005. Στρεφόμαστε επομένως στην ουσία της παρούσας υπόθεσης.

 

Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, από κοινού (κατηγορίες 1-4) είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί[15].

 

Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνουμε ότι, από πλευράς προβλεπόμενων ποινών, το πιο σοβαρό αδίκημα στην παρούσα, είναι το αδίκημα του εμπρησμού  (κατηγορία 2), για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Ακολουθούν, από πλευράς ύψους ποινών, το αδίκημα της κλεπταποδοχής (κατηγορία 3), για το οποίο, στην περίπτωση κακουργήματος[16], που εδώ αφορά, προβλέπεται ποινή φυλάκισης πέντε ετών και, τελικώς, το αδίκημα της κλοπής (κατηγορίες 1 και 4), για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Υποδεικνύουμε ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, οι προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, συνιστούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο τη σχετική επιμέτρηση, με στόχο την εξεύρεση των κατάλληλων ποινών σε κάθε περίπτωση [17].

 

Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι, εν προκειμένω, η κατάληξη μας στην καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 22.12.2025, σε σχέση το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, ήταν ότι οι Κατηγορούμενοι ενήργησαν με τρόπο απερίσκεπτο, όπως νοείται από τον Νόμο, διαπίστωση που κρίθηκε επαρκής για να θεμελιώσει το αδίκημα του εμπρησμού, και συγκεκριμένα το στοιχείο της εσκεμμένης και παράνομης δράσης, προκαλώντας τελικά τη φωτιά που κατέστρεψε ολοσχερώς το όχημα. Συγκεκριμένα, από τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης, προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν αντιληφθεί τον κίνδυνο ανάφλεξης (λόγω καπνού και ήδη εκδηλωμένης φωτιάς), αλλά, παρ’ όλα αυτά, συνέχισαν να λειτουργούν τη μηχανή του οχήματος, ακόμη και όταν αυτό είχε ήδη αρχίσει να φλέγεται.  Γνώριζαν, επίσης, ότι υπήρχε διαρροή βενζίνης, εξαιρετικά εύφλεκτου υλικού, που μπορούσε να προκαλέσει ή να ενισχύσει τη φωτιά. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1, με παρότρυνση του Κατηγορούμενου 2, συνέχισε να πιέζει το πεντάλ καυσίμων, ακόμη και αφού αντιλήφθηκε τη φωτιά κάτω από τη μηχανή. Η λειτουργία της μηχανής προκαλούσε θερμότητα, η οποία σε συνδυασμό με τις αναθυμιάσεις της βενζίνης, είτε προκάλεσε είτε επέκτεινε τη φωτιά, οδηγώντας στην καταστροφή του οχήματος.  Ως εκ τούτων, κρίθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι, συνειδητά, ανέλαβαν τον εμφανή κίνδυνο ανάφλεξης και ενήργησαν με πρόθεση να επιφέρουν το προβλέψιμο αποτέλεσμα των ενεργειών τους, δηλαδή την πρόκληση και επέκταση της φωτιάς.

 

Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη, μετριαστικά για την Κατηγορούμενη, τα όσα αναφέρθηκαν από την κ. Λαζαρίδου σε σχέση με τις ενέργειές της να κατασβήσει την φωτιά και να αποτρέψει την επέκταση της ζημιάς. Επιπλέον συνυπολογίζεται, πάντα προς όφελος της Κατηγορουμένης, το γεγονός ότι εξέφρασε την επιθυμία να εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης του παραπονούμενου για το ήμισυ της αξίας του οχήματος KWT26Χ (€4500).

 

Σε σχέση με το αδικήματα της κλεπταποδοχής, δεν παραγνωρίζουμε ότι η σοβαρότητα , ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις διάπραξης του, Έχει λεχθεί [18] ότι, η κλεπταποδοχή είναι αδίκημα σοβαρότερο από αυτό της κλοπής, γιατί χωρίς κλεπταποδόχους δεν θα υπήρχαν τόσοι πολλοί κλέφτες[19]. Αυτό αντικατοπτρίζεται και από την μέγιστη στο Νόμο προβλεπόμενη ποινή. Ως προαναφέρθηκε, για το αδίκημα της κλεπταποδοχής προνοείται ποινή φυλάκισης πέντε ετών, ενώ για το αδίκημα της απλής κλοπής («larceny simpliciter») των Άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 προνοείται μικρότερη ποινή φυλάκισης, και δη τριών ετών. Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνο σε κάποιο βαθμό. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του DAThomasPrinciples of Sentencing, στην σελίδα 149: «Το μοτίβο της ποινής στην κλεπταποδοχή μοιάζει από πολλές απόψεις με το μοτίβο που παρατηρείται στις υποθέσεις κλοπής, αλλά δεν υπάρχει συνεχής σχέση μεταξύ των δύο αδικημάτων και ο κλεπταποδόχος σε μια δεδομένη περίπτωση μπορεί να αντιμετωπιστεί περισσότερο ή λιγότερο αυστηρά από τον κλέφτη σύμφωνα με τις περιστάσεις των δύο αδικημάτων. Ο επαγγελματίας κλεπταποδόχος που υποκινεί έναν άπειρο παραβάτη να κλέψει θα τιμωρηθεί αυστηρότερα από τον κλέφτη, ενώ πρόσωπο που σε κάποια μεμονωμένη περίπτωση παραλαμβάνει περιουσία που έχει κλαπεί, ίσως από έναν υπάλληλο κατά παράβαση εμπιστοσύνης του εργοδότη του, θα αντιμετωπιστεί πιο επιεικώς.[20]»

 

Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής, αυτό εμπίπτει στην κατηγορία των αδικημάτων, που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας, και η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα, προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη[21]. Οι πολίτες είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων και σχετιζόμενων με αυτές κλοπών, που παρατηρούνται ανά το Παγκύπριο[22].

 

Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Παναγίδη v. Δημοκρατίας [23], παρά τις τρεις δεκαετίες που έχουν εν τω μεταξύ μεσολαβήσει, παραμένει επίκαιρο:

«Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη."

 

Ανωτέρα και πρωτόδικα Δικαστήρια, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής  αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας[24]. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας[25], είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί, γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας.

 

Συνοψίζοντας, η θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της κλοπής και της κλεπταποδοχής, η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης, κλοπής και κλεπταποδοχής, είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου[26].

 

Σε αυτό το σημείο θα αναφερθούμε σε προηγούμενες υποθέσεις για το ενδεικτικό του μέτρου της τιμωρίας, έχοντας υπόψη τις ανωτέρω αρχές σε σχέση με την αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις, η οποία γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό - κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών[27]. Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή[28].

 

Σε σχέση με τα αδικήματα κλεπταποδοχών και κλοπών:

Στην υπόθεση Κουφού v Αστυνομίας [29] επικυρώθηκε, κατ' έφεση, η επιβληθείσα  ποινή φυλάκισης ενός έτους, σε άτομο που διέπραξε δύο αδικήματα κλεπταποδοχής με λευκό ποινικό μητρώο, μετα από παραδοχή και συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές.

 

Στην υπόθεση Ψωμά v Αστυνομίας[30], ποινή φυλάκισης 12 μηνών, που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ο οποίος ήταν οικογενειάρχης, ηλικίας 35 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών, του οποίου η παρουσία και η φροντίδα στο σπίτι ήταν μεγάλης σημασίας για τη λειτουργία της οικογένειας, μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 6 μήνες.

 

Στην  Sergey Yankov Mihaylov v Αστυνομίας[31], ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, στο αδίκημα της κλεπταποδοχής, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης δύο ετών. Αντικείμενο της κλεπταποδοχής ήταν ηλεκτρονικός υπολογιστής αξίας €539.93, ενώ το αδίκημα διαπράχθηκε ενόσω ο Κατηγορούμενος ήταν για μήνες δραπέτης από τη φυλάκιση που του είχε επιβληθεί σε άλλη υπόθεση. Κατά την ημερομηνία επιβολής ποινής, ο Κατηγορούμενος βαρύνετο και με μια προηγούμενη καταδίκη, η οποία αφορούσε διαρρήξεις τριών καταστημάτων και κλοπής από αυτά, διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός, και τρεις περιπτώσεις κλοπής, όπου του επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 18 μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος και επαναλαμβάνοντας ότι οι κλοπές ενδεχομένως να μην ήταν τόσο διαδεδομένες, αν δεν υπήρχε το αδίκημα της κλεπταποδοχής.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση  Huseyin Vedat ν Αστυνομίας[32], επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών, που είχε επιβληθεί, πρωτόδικα, στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκεια που του είχε δοθεί, αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα, εκ των οποίων, στη μία, του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, επίσης, στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα, ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά, δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή.

 

Σε σχέση με το αδίκημα του εμπρησμού:

 

Στην υπόθεση Gaprindashvili v Δημοκρατίας (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακρόασης, σε κατηγορία εμπρησμού. Πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας[33], επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 6 ετών, για τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση.

 

Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν Δημοκρατίας[34], ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και κατηγορίες για εμπρησμό. Επιβλήθηκαν, πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών στις κατηγορίες του εμπρησμού, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση.

 

Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν εν σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σημειώνουμε πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης που έχουμε ενώπιον μας. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Βεβαίως, όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής.

 

Σ' αυτό το στάδιο πρέπει να πούμε ότι πιστώνουμε την Κατηγορούμενη με παραδοχή στις κατηγορίες 1, 3 και 4, η οποία δεν ήταν μεν άμεση, όμως έγινε πριν το στάδιο έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας για τις κατηγορίες 3 και 4 και στην κατηγορία 1 αμέσως μετα την τροποποίηση των λεπτομερειών της. Περαιτέρω, λαμβάνουμε, πολύ σοβαρά, υπόψη, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα του εμπρησμού χωρίς ειδική πρόθεση, αλλά, απερισκέπτως.

 

 

Με το ίδιο σκεπτικό αναγνωρίζουμε προς όφελος της Κατηγορούμενης, τη συνεργασία της, αναφορικά με τις κατηγορίες 1,3 και 4, δεδομένου ότι η στοιχειοθέτηση των συστατικών τους στοιχείων ήταν το αποκλειστικό αποτέλεσμα της σχετικής παραδοχής της Κατηγορούμενης στο πλαίσιο της ανακριτικής της κατάθεσης και όχι της επ’ αυτοφώρω κατάληψης της ή της ύπαρξης άλλης μαρτυρίας που να την συνδέει με αυτές.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, ως αναφέρθηκαν ενώπιον μας από την ευπαίδευτη συνήγορό της, αλλά και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συγκεκριμένα ότι, η Κατηγορούμενη, 36 ετών, είναι το μικρότερο από τρία παιδιά συγκροτημένης οικογένειας, με καταγωγή τη Λ. Ο πατέρας της, απεβίωσε, το 2024, σε ηλικία 70 ετών, συνεπεία καρδιακού επεισοδίου, και η μητέρα της, 76 ετών σήμερα, ανέκαθεν ήταν οικοκυρά. Πριν την διαταγή όπως παραμείνει υπόδικος, η Κατηγορούμενη διέμενε με τον υιό της Κ., σήμερα 16 ετών, σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου. Πριν, διέμενε στο πατρικό της με τη μητέρα της και το υιό της. Προηγουμένως, σε ηλικία 17 ετών, αρραβωνιάστηκε το Δ. Α., με τον οποίο απέκτησε τον Κ. Το ζεύγος χώρισε 2 χρόνια αργότερα. Η Κατηγορούμενη φοίτησε για 2 χρόνια σε ιδιωτική σχολή αισθητικής και εργάστηκε ως αισθητικός για 8 χρόνια στη Λ. Το 2011, γνώρισε τον Ά. Π., με τον οποίο παρέμεινε μέχρι και τη δολοφονία του, το 2022, και συντηρείτο από τον ίδιο, όπως και από παράνομες δραστηριότητες. Από τη σχέση αυτή, απέκτησε τη Σ., σήμερα 2 ετών. Δεν έχει ακόμη εξευρεθεί το πτώμα του αναφερόμενου, ενώ η ίδια ήταν έγκυος όταν ο αυτός δολοφονήθηκε. Η Κατηγορούμενη έχει ιστορικό εξάρτησης, πλην όμως, ως η ίδια δήλωσε, σήμερα είναι καθαρή από ουσίες, ενώ συμμετέχει και στο πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Ο Κ. διαμένει με την μητέρα της και η Σ., ως προαναφέρθηκε, με την αδελφή της.

 

 

Εδώ, καθηκόντως, θα πρέπει να αναφερθούμε στην ύπαρξη της προηγούμενης καταδίκης, παράγων ο οποίος περιορίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιδείξει στη Κατηγορούμενη την επιείκεια που θα της επιδείκνυε αν ήταν πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Σε σχέση με το ζήτημα των προηγούμενων καταδικών, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας[35] :

 

                      «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»

 

                      Το ίδιο πράττουμε και εδώ. Η προηγούμενη καταδίκη της Κατηγορουμένης, δεν τίθεται για να τιμωρηθεί, εκ νέου, για τα αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, αλλά επηρεάζει την επιείκεια που θα τύγχανε αν δεν βαρυνόταν με αυτή. Επιπλέον, οφείλουμε να τονίσουμε εδώ, τη διαπίστωσή μας, ότι ενώ η Κατηγορούμενη έλαβε στις 21 Ιουνίου 2024 το ευεργέτημα της αναστολής των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης, υπέπεσε στα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου λίαν συντόμως και συγκεκριμένα μεταξύ των ημερομηνιών 17/07/2024 ‑ 15/10/2024 (ως διαφαίνεται από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων του κατηγορητηρίου). Είναι σαφές ότι η Κατηγορούμενη δεν αντιλήφθηκε τη δεύτερη ευκαιρία που της δόθηκε, ακριβώς, για να επιστρέψει στα γονικά της καθήκοντα και να παρίσταται στη ζωή της ανήλικης θυγατέρας της. Αντίθετα, με την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου παραμένει υπό κράτηση μέχρι και σήμερα και εντωμεταξύ, ως εκτενώς έχουμε αναλύσει πιο πάνω, έχει συναινέσει στην απώλεια των γονικών της δικαιωμάτων.

 

 

Συνακόλουθα, αναγνωρίζοντας ότι για τα αδικήματα της 1ης, 3ης και 4ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη δήλωσε παραδοχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και συνεργάστηκε πλήρως με τις αστυνομικές αρχές, κατά ακολουθία της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018), ημερομηνίας 20.6.2023, όπου υποδείχθηκε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες[36], εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής και συνεργασίας της Κατηγορούμενης για τις κατηγορίες 1, 3 και 4, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης ως ακολούθως:

 

Στη 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών.

Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών.

Στη 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

 

Αποδίδοντας, όμως, μετρήσιμη αξία στην παραδοχή και συνεργασία της κατηγορουμένης[37] για τις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες, κρίνουμε ότι οι αρμόζουσες ποινές που πρέπει να του επιβληθούν, τις οποίες και επιβάλλουμε, στη βάση της μείωσης που θεωρούμε ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, είναι οι ακόλουθες:

Στη 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

Στη 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Σε ότι αφορά την κατηγορία 2, ως προαναφέραμε, η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Μελέτη των αποφάσεων των Ανώτερων Δικαστηρίων, δεικνύει ότι οι ποινές για τα αδικήματα του εμπρησμού, κυμαίνονται από 5 μέχρι 7 έτη. Στην παρούσα, ακόμη και κατόπιν Ακρόασης, δεν μπορεί η κατηγορία 2, παρά να διαχωριστεί από τις συνήθεις κατηγορίες εμπρησμού, αφού, ως ανωτέρω αναλύθηκε, η διάπραξη του επίδικου εμπρησμού από τους Κατηγορούμενους, έγινε με απερίσκεπτες πράξεις και όχι ειδική πρόθεση. Συνακόλουθα, θεωρούμε ότι, η αρμόζουσα, υπό τα περιστάσεις, ποινή, είναι αυτή των 3 ½  ετών για την κατηγορία 2. Η ποινή φυλάκισης στην κατηγορία 2 θα συντρέχει με τις ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1, 3 και 4.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη τελεί σε προφυλάκιση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και δη από την 24/10/2024.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών. Τα έξοδα της διαδικασίας, ύψους €562,50 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

Σημειώνουμε δε, ότι αποφασίσαμε όπως οι ποινές, μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και 2, διαφοροποιηθούν για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 3 και 4, που από κοινού παραδέχτηκαν, αλλά και για το αδίκημα της κατηγορίας 2, για το οποίο βρέθηκαν ένοχοι μετα από Ακρόαση, και έχουμε επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στον  Κατηγορούμενο 2 σε κάθε κατηγορία, αφού γι’ αυτόν λαμβάνονται υπόψιν και  24 υποθέσεις συνοπτικής εκδίκασης.

 

Εναντίον της Κατηγορούμενης 1, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του B. H. E. (παραπονούμενου στην 1η κατηγορία) για το ποσό των €4500. Το διάταγμα αποζημίωσης αναστέλλεται για όλο το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη θα εκτίσει την ποινή φυλάκισης που της επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση και ακολούθως για περαιτέρω περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης της. 

 

Ζήτημα Ενεργοποίησης Ανασταλείσας Ποινής στην υπόθεση 6188/2022

 

Η επιβολή, ως ανωτέρω, ποινών φυλάκισης στην Κατηγορούμενη, καθώς και ο χρόνος καταδίκης στα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, και δη εντός της περιόδου εφαρμογής του προηγηθέντος διατάγματος αναστολής στην ποινική υπόθεση 618Χ/2022, δικαιολογούν την ενασχόληση μας με το κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να ενεργοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει η ανασταλείσα, κατά την 21/06/2024, ποινή, στην οποία έχουμε αναφερθεί πιο πάνω. Λαμβάνοντας υπόψιν τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, σε συνδυασμό με την αρχή της συνολικότητας της ποινής, κρίνουμε πως, ενόψει του ύψους των ποινών που έχουμε επιβάλει στην παρούσα, δεν θα ήταν ορθό και δικαιολογημένο, στο παρόν στάδιο, να ενεργοποιήσουμε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την εν προκειμένω ανασταλείσα ποινή.

 

 

                                                                                                                                    (Υπ.).…………..…………..……………

                                                                                                            Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

                                                              (Υπ.).…….………...……….…………...

Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ    

   

(Υπ.)……....…….…..……………………

 Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Κατά παράβαση των άρθρων 20,21, 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154

[2] Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 20,21, 255και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154

[3] Κατά παράβαση των άρθρων 20,21 και 306(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154

[4] κατά παράβαση του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04

[5] Κατοχή εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.54

[7] κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί

[8] κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί

[9] κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί

[10] κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί

[11] Περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Νόμος 69(I)/ 2015.

[12] Άρθρο 25 (2)του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Νόμος 69(I)/ 2015.

[13] Άρθρο 22.3 του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμος 69(I)/ 2015.

[14] Άρθρο 22 (2)(α) του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμος 69(I)/ 2015.

[15] βλ. Souilmi v Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248Γεν. Εισαγγελέας v Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9Μαληκκίδη ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 

[16] κατά παράβαση του άρθρου 306(α), όπως στην παρούσα

[17] βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632

[19] Mihaylov ν Αστυνομίας, (2014) 2 ΑΑΔ 837.

[20] «The pattern of sentencing in receiving resembles in many respects the pattern seen in the theft cases, but there is no constant relationship between the two offences, and the receiver in a given case may be dealt with more or less severely than the thief according to the circumstances of the two offences. The professional receiver who instigates an inexperienced offender to steal will be sentenced more heavily than the thief, while the man who on an isolated occasion receives property stolen perhaps by an employee in breach of trust will be treated more leniently.».

[21] Παναγίδης v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104

[22] Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565

[24] Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ. 194Dirazo ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 197Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 545

[26] Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125Francis Kenneth Smith and another vThe Police (1969) 2 C.L.R. 189Yiannakou vThe Police (1982) 2 C.L.R. 37Nicolaou and another vThe Republic (1982) 2 C.L.R. 156Charitou v. The Republic (1987) 2 C.L.R. 170Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (1993) 2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 381

[27] βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217

[36] «21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[36] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

[37] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο