ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ
Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9522/2025
Δημοκρατία
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
Μ. Χ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 7 Απριλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Θ.Παπανικολάου
Για τον κατηγορούμενο: κα Μ.Κυπριανού
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορία).
Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της βαρειάς σωματικής βλάβης, η τρίτη κατηγορία στο αδίκημα της απειλής, η τέταρτη κατηγορία στο αδίκημα της μεταφοράς της μάχαιρας, με την οποία έπληξε τον παραπονούμενο, εκτός κατοικίας και η πέμπτη κατηγορία στο αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, όλες κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Αξίζει να αναφερθεί για σκοπούς πληρότητας, ότι ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και την κατηγορία της απόπειρας φόνου (πρώτη κατηγορία), η οποία όμως αναστάλθηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε απ΄αυτήν και ακολούθως τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο με την προσθήκη της πέμπτης, ανωτέρω, κατηγορίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, στις 14.08.2025, στο Κέντρο Υποδοχής και Φιλοξενίας Αιτητών Διεθνούς Προστασίας, στην Κ., (στο εξής «το Κέντρο») παράνομα προκάλεσε βαρειά σωματική βλάβη στον D. T. (στο εξής «ο παραπονούμενος») από τη Β. Όσο δε αφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω, προκάλεσε τρόμο στον παραπονούμενο, απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό, και δη λέγοντας του, «μέχρι να σε σκοτώσω δεν θα σταματήσω». Στη βάση των λεπτομερειών της τέταρτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, στον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, μετέφερε μαχαίρι, το οποίο είχε σταθερή λεπίδα που κατέληγε σε αιχμηρό άκρο, εκτός της οικίας αυτού ή του περιβόλου της. Όσο δε αφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, του αποδίδεται ότι, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επί σκοπώ προκλήσεως βαρειάς σωματικής βλάβης, παράνομα τραυμάτισε με μαχαίρι τον παραπονούμενο.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δόθηκαν στο Δικαστήριο μέσω σχετικού εγγράφου που ετοίμασε η Κατηγορούσα Αρχή,
με την υπεράσπιση να δηλώνει πλήρη συμφωνία με αυτά, καθώς επίσης και να εμπλουτίζει τούτα με επιπρόσθετες αναφορές, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα αρχή και τα οποία θα σχολιαστούν κατωτέρω.
Δεν θεωρούμε απαραίτητο να προβούμε σε λεπτομερή καταγραφή των όσων, σχετικώς, αναφέρθηκαν. Ακολουθεί η συνοπτική παράθεση τους.
Ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος, εργάζονται ως φρουροί ασφαλείας σε ιδιωτική εταιρεία, η οποία είναι υπεύθυνη για τη φρούρηση του Κέντρου.
Στις 14.08.2025 και περί ώρα 19:00, κατηγορούμενος και παραπονούμενος ανέλαβαν καθήκον στην είσοδο του Κέντρου. Ο παραπονούμενος, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ζήτησε από τον κατηγορούμενο τον λόγο της εκεί παρουσίας του, δεδομένου ότι είθισται να εκτελεί τα καθήκοντα του, σε άλλο σημείο, το οποίο πρέπει να φρουρείται. Στη μεταξύ τους συζήτηση, ο παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, ανέφερε στον κατηγορούμενο, ότι σε συζήτηση που είχε με την υπεύθυνη της εργοδότριας εταιρείας τους, η οποία του έκανε παρατήρηση για το γεγονός ότι φορούσε παντόφλες, αντί παπούτσια, ο ίδιος της απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος, έρχεται χωρίς στολή και δεν του κάνει παρατήρηση.
Τότε ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε, πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα και μετέβη στο γραφείο της υπεύθυνης της εταιρίας. Κατά την εκεί παρουσία του, φώναζε εκνευρισμένος για διάφορα θέματα, που άπτονται της εργασίας του, αναφέροντας, παράλληλα, ότι, θα παραιτηθεί. Μετέπειτα, ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε, με το όχημα του, το μέρος. Ο παραπονούμενος συνέχισε την υπηρεσία του, στο συγκεκριμένο σημείο μαζί με μια άλλη συνάδελφο του.
Κατά ή περί τις 23:20 της ίδιας μέρας, ο κατηγορούμενος επανήλθε με το όχημα του στο μέρος, σταθμεύοντας το μπροστά στο φυλάκιο που βρισκόταν ο παραπονούμενος και η συνάδελφος του. Χτύπησε την πόρτα και όταν ο παραπονούμενος την άνοιξε, ο κατηγορούμενος του ανέφερε αυτολεξεί «Έλα έξω και θέλω να σου μιλήσω δύο λεπτά». Μόλις ο παραπονούμενος εξήλθε του φυλακίου, και ενώ η συνάδελφος – φρουρός - παρακολουθούσε, ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο «Αφού εσύ είπες ότι έξι μέρες είναι που δουλεύω και κάνω ότι θέλω, εγώ ήρθα να σε πάρω στο Θεούλη» και αμέσως μετά έβγαλε, από την τσέπη του, ένα σουγιά με πορτοκαλί χειρολαβή και λεπίδα με αιχμηρή άκρη 11 εκατοστών, και άρχισε να τον μαχαιρώνει, με αποτέλεσμα να του επιφέρει τραύμα στην αριστερή πλάγια κοιλία, καθώς και εκδορές στα κάτω άκρα και στον αριστερό βραχίονα.
Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, ο παραπονούμενος καλούσε σε βοήθεια, φωνάζοντας επανειλημμένα «Βοήθεια, βοήθεια, Αστυνομία», ενώ το ίδιο έπραττε και η αυτόπτης μάρτυρας–φρουρός. Πριν εγκαταλείψει τη σκηνή, ο κατηγορούμενος απείλησε ρητά τον παραπονούμενο, λέγοντάς του αυτολεξεί: «Μέχρι να σε σκοτώσω εγώ δεν θα σταματήσω».
Μετά το πέρας του επεισοδείου, κατέφθασαν αστυνομικοί που εκτελούσαν τα καθήκοντα τους στο Κέντρο, και τότε ο κατηγορούμενος μπήκε στο όχημα του και εγκατέλειψε το σημείο, βιαστικά. Μέλη της Αστυνομίας ειδοποίησαν ασθενοφόρο, αφού είδαν το θύμα να αιμορραγεί.
Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου του έγινε συρραφή του τραύματος, του παρασχέθηκε ιατροφαρμακευτική αγωγή και παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι τις 15.08.2025.
Ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη διενέργεια της επίθεσης προς τον παραπονούμενο, μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου, εισήλθε εντός αυτού και παρέδωσε στην επί καθήκοντι Αστυφύλακα το μαχαίρι, τύπου σουγιά, αναφέροντας της αυτολεξεί, «Είμαι εγιώ που μασσιαίρωσα τον φύλακα του ασύλου τώρα». Τότε, ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της μαχαιροφορίας. Αμέσως μετά τη σύλληψη του, ο κατηγορούμενος είπε στην Αστυφύλακα «Έχω ακόμα ένα μασσιαίρι που τζίνα τα μιάλα μέσα στο αυτοκίνητο μου δαμέ έξω, έλα να σου το δώκω τζιαι τζίνο». Τότε, οδηγήθηκε έξω από την είσοδο του Σταθμού, όπου ο ίδιος υπέδειξε, στη θήκη της πόρτας του οδηγού του οχήματος του, ένα μαχαίρι, χρώματος λιλά και ροζ, το οποίο καταλήγει σε μυτερή άκρη, με λεπίδα μήκους 19 εκατοστών, το οποίο και παραλήφθηκε από την αστυνομία.
Ο κατηγορούμενος προέβη σε ομολογία ενοχής, καθώς και σε υποδείξεις σκηνών.
Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις, μεταξύ αυτών και τα ρούχα των δύο εμπλεκομένων στο επεισόδιο.
Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και τελεί υπό κράτηση από τις 21.08.2025.
Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κατάσχεση όλων των τεκμηρίων, πλην των ρούχων του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου, ως και το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου, για τα οποία ζήτησε όπως δοθούν οδηγίες, να τους επιστραφούν.
Στο πλαίσιο της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος του Κατηγορουμένου, υϊοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία έχει ετοιμαστεί κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ζήτησε επίσης όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, και ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην παρούσα δίωξη του, αποτελούν ένα μεμονωμένο περιστατικό, καθώς επίσης και ότι, αμέσως μετά την διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, τούτος μετέβηκε στην αστυνομία, παραδέχθηκε ενοχή και παρέδωσε το μαχαίρι, τύπου σουγιά με το οποίο μαχαίρωσε τον παραπονούμενο αλλά και ακόμη ένα, που βρισκόταν στο αυτοκίνητο του. Συναφώς, ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, μετριαστικώς για αυτόν, την πρόκληση που προηγήθηκε από τον παραπονούμενο, καθώς επίσης και ότι δεν προσχεδίασε τα αδικήματα. Ζήτησε, ακόμα, να τύχει από το Δικαστήριο της ενδεδειγμένης έκπτωσης στην ποινή του, αφού προέβηκε σε άμεση παραδοχή, τονίζοντας ότι η μεταμέλεια του προκύπτει, όχι μόνο από την εν προκειμένω παραδοχή του στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και τη συνεργασία του με τις αρχές, αλλά και από το γεγονός ότι αποζημίωσε το θύμα καταβάλλοντας του συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.
Η σοβαρότητα του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, προκύπτει από την προβλεπόμενη στον νόμο γι' αυτό ποινή, που δεν είναι άλλη από αυτήν της ποινής φυλάκισης δια βίου, αλλά και από την ίδια τη φύση του, που θέλει το πρόσωπο που το διαπράττει να ενεργεί επί σκοπώ πρόκλησης βαριάς σωματική βλάβης σε άλλο συνάνθρωπό του, με τις όποιες, τυχόν περαιτέρω τραγικές συνέπειες, να μην μπορούν να αποκλειστούν. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, με τη διαφορά ότι η προβλεπόμενη για το σχετικό αδίκημα ανώτατη ποινή είναι αυτή των επτά (7) ετών φυλάκισης, ή η χρηματική ποινή ή και οι δύο αυτές ποινές, με τη σοβαρότητά του να εξαρτάται, μεταξύ άλλων, και από το είδος και εύρος του τραυματισμού που προκαλείται στο θύμα. Για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη και για το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους.
Αδικήματα, τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Ενέργειες άσκησης βίας με σκοπό την επικράτηση ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας και θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95). Ως αναφέρθηκε, και τούτο από ανασκόπηση της, σχετικής με τα εν προκειμένω αδικήματα, στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, νομολογίας[1], τα αδικήματα που διαπράττονται με άσκηση βίας αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Εκείνο δε που προκύπτει από τη εν προκειμένω νομολογία, είναι ότι η επιλογή της ποινής φυλάκισης σε πρόσωπα που κρίνονται ένοχα στο αδίκημα της πέμπτης, αλλά και της δεύτερης κατηγορίας, ως θέμα αρχής, δεν αποτελεί λανθασμένη επιλογή. Τουναντίον, στη βάση πάντα της ίδιας νομολογίας, τούτη είναι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται.
Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, αναγνωρίστηκε ότι η έλλειψη προσχεδιασμού ή προμελέτης του εγκλήματος[2] έτεινε να μετριάσει τη σοβαρότητα του, ιδιαίτερα εκεί όπου η απόφαση του να προβεί σε χρήση μαχαιριού για να τραυματίσει τον παραπονούμενο έγινε «στην έξαψη της στιγμής και κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση που τα γεγονότα των αμέσως προηγούμενων ημερών επεσώρευσαν».
Στη ίδια υπόθεση υποδείχθηκε, ακόμα, ότι, «η αποτροπή ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνιστάμενες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing», και δεύτερο, στην αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο το αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους».
Τέλος, πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας, μιας και καθιστά ποινικά κολάσιμες σοβαρές πράξεις βίας, οι οποίες επιφέρουν δυσμενείς συνέπειες στο θύμα και οι οποίες, λόγω των επιθετικών μέσων που συνήθως χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι, είναι δυνατό να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος.
Για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, ως ενέχον το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας, στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποιν. Έφεση Αρ. 78/2019, απόφαση ημερ. 15.10.2020, έγινε αναφορά στην Τόκκαλος (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκε ότι : «η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, και η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς» (βλ. και Urgur v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 189). Πρόκειται για συμπεριφορά, η οποία δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό, αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Σε αυτήν (την Μιχαήλ) με αναφορά στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 221/17, ημερ. 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428, σημειώθηκε ότι, τέτοιας φύσεως αδικήματα, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι του συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.
Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα, θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans (2005) 2 Α.Α.Δ. 639, Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 272. Η ύπαρξη ή έλλειψη προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας, αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 397 και Νικολάου ν. Αστυνομίας (2016) 2Α Α.Α.Δ. 268).
Ως δε λέχθηκε στην Urgur (ανωτέρω), τα «φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία, είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν, ώστε, εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα, να αντιμετωπιστεί, όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά, η κατάσταση. Τα Δικαστήρια, από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής».
Με ειδική αναφορά στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, στο σύγγραμμα του Γ.Μ.Πική, Sentencing in Cyprus, (2η edition) σελ. 116-117, αναφέρεται ότι η πλέον συνηθισμένη ποινή για παρόμοιου είδους αδικήματα είναι η ποινή της φυλάκισης, η οποία μπορεί να ανέρχεται σε ημέρες, μήνες ή και χρόνια. Σημασία για το ύψος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανόμενης, ασφαλώς, κάθε μιας εκ των προαναφερόμενων παραμέτρων που τη χαρακτηρίζει (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 414, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 463, Αεροπόρος ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 275, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάστρου (2003) 2 Α.Α.Δ. 166, Evans (ανωτέρω) και Πουλλαΐδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 427).
Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με τη μέγιστη προσοχή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised), καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω).
Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις, καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να απολήγει στην εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ 304).
Επί του προκειμένου, λαμβάνουμε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα αυτά της πέμπτης και της δεύτερης κατηγορίας, οι οποίες, στην ουσία, είναι κοινές. Επιβαρυντικό παράγοντα κρίνουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αναχώρησε από το μέρος, μετά την διαφιλονικία του με τον παραπονούμενο, και επέστρεψε, ώρες μετά, έχοντας στην κατοχή του, τον σουγιά με τον οποίο, στη συνέχεια, μαχαίρωσε τούτον, επιφέροντας του τραύματα στην αριστερή πλάγια κοιλία, καθώς και εκδορές στα κάτω άκρα και στον αριστερό βραχίονα. Συνεπώς δεν αποδεχόμαστε τη θέση της υπεράσπισης για έλλειψη προσχεδιασμού από τον Κατηγορούμενο, χωρίς ωστόσο να μας διαφεύγει, το οποίο συνυπολογίζουμε μετριαστικά για αυτόν, το γεγονός ότι ενήργησε κάτω από την φόρτιση που του προκάλεσαν τα γεγονότα που προηγήθηκαν την εν λόγω μέρα. Εν πάση περιπτώσει, από τα ενώπιον μας γεγονότα, οι εκδηλωθείσες, από τον Κατηγορούμενο, ενέργειες, ήταν δυσανάλογες της προγενέστερης, εκληφθείσας από τον κατηγορούμενο, προκλητικής συμπεριφοράς του παραπονούμενου, και σε κάθε περίπτωση, στη βάση του τρόπου δράσης του, αβίαστα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε τον νόμο στα χέρια του, με σκοπό να καταστεί τιμωρός του παραπονούμενου για την προγενέστερη συμπεριφορά του τελευταίου, την οποία εξέλαβε ως προκλητική.
Ένα άλλο παράγοντα τον οποίο συνυπολογίζουμε για τον Κατηγορούμενο, επίσης επιβαρυντικώς, είναι το σημείο στο οποίο επέφερε το τραύμα στον παραπονούμενο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το μαχαίρι που χρησιμοποίησε, έφερε σταθερή λεπίδα 11 εκατοστών, με αιχμηρό άκρο. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας για να μπορέσει να αντιληφθεί τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας. Πλήξη με μαχαίρι αιχμηρού άκρου, στην περιοχή της αριστερής πλάγιας κοιλίας εμπεριέχει, αδιαμφισβήτητα, τον κίνδυνο να πληγούν και τα ζωτικά όργανα του Παραπονούμενου και δη όργανα πλησίον τούτης, με τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης, πολλές φορές να είναι τραγικές. Την ίδια στιγμή, όμως, συνυπολογίζεται, και τούτο μετριαστικά για τον Κατηγορούμενο, ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω κινδύνων που ελλόχευαν, ο τραυματισμός του Παραπονούμενου δεν του προκάλεσε οποιαδήποτε μόνιμη ζημιά, και ουδέποτε, εν απουσία αντίθετης θέσης, φαίνεται να βρέθηκε αντιμέτωπος με κίνδυνο απώλειας της ζωής του.
Πάντα στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του, τόσο ενώπιον των ανακριτικών αρχών με τις οποίες και συνεργάστηκε πλήρως, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Εδώ η παραδοχή του Κατηγορούμενου είναι άμεση και συνοδεύεται από έμπρακτη μεταμέλεια, αφού, επιπροσθέτως, αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Βαρύτητα, για σκοπούς έκπτωσης στην ποινή, δίνουμε και στη συνεργασία του με την Αστυνομία και ειδικότερα ότι αυτός, μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, μετέβηκε οικειοθελώς, στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου και παραδέχθηκε τα αδικήματα, καθώς, επίσης, και υπέδειξε και δεύτερο μαχαίρι, το οποίο κατείχε στο αυτοκίνητο του, με λεπίδα 19 εκατοστών, γεγονός για το οποίο η αστυνομία τελούσε υπό πλήρη άγνοια.
Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ως τούτες αναφέρθησαν από τη συνήγορο του, αλλά και ως προβάλλουν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Στο πλαίσιο αυτό, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι, ενώπιον μας, έχουμε ένα άντρα, ηλικίας 31 ετών, γεννήθηκε στη Λάρνακα και έχει ένα αδελφό 35 ετών. Ο πατέρας του, ο οποίος καταγόταν από το Ιράκ, απεβίωσε το 2004, μετά από ατύχημα. Η μητέρα του τέλεσε δεύτερο γάμο και απέκτησε ακόμη ένα παιδί 18 ετών. Αυτή εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας και τώρα είναι άνεργη. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β΄τάξη στην Τεχνική Σχολή στον κλάδο μηχανικού αυτοκινήτων. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και εργάστηκε σε διάφορες εργασίες, και τα τελευταία 10 χρόνια, ως φρουρός ασφαλείας, με μηνιαίο εισόδημα €1000 – €1200. Ήταν χρήστης ουσιών από 12 ετών και συμμετέχει, πλέον, στο Πρόγραμμα απεξάρτησης των φυλακών. Το 2014, μετά από ατύχημα, υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση κρανιεκτομής.
Δεν μπορούμε ακόμα να μην συνυπολογίσουμε, και τούτο προς όφελος του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο του και το γεγονός ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, η παραβατική συμπεριφορά του, που οδήγησε στη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, επιδείχθηκε σε ένα εντελώς περιορισμένο χρονικό διάστημα του μέχρι τώρα βίου του, χωρίς ποτέ, προηγουμένως, να έχει απασχολήσει τις αρχές για οτιδήποτε άλλο.
Στο πλαίσιο της άντλησης καθοδήγησης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, στο παρελθόν, αδικοπραγούντες του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, ανηύραμε τις πιο κάτω αποφάσεις, στις οποίες και θα γίνει συνοπτική αναφορά.
Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. σελίδα 43, στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ηλικίας 46 ετών, και ο οποίος εντελώς απρόκλητα επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και του κατάφερε επανειλημμένα χτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, τη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του, και η επιθετικότητα του ανεκόπη μόνο μετά από επέμβαση τρίτου προσώπου, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), στον κατηγορούμενο, ηλικίας 48 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, με απουσία προσχεδιασμού ή προμελέτης, και κατόπιν παραδοχής του αδικήματος αμέσως μετά τη διάπραξη του, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίνεται, φυσικά, σημαντικό να αναφερθεί ότι, συνεπεία του τραύματος από σουγιά στον λαιμό και στον μηρό του παραπονούμενου, τραυματίστηκε ο νωτιαίος μυελός του τελευταίου, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ’ αυτόν τετραπληγία.
Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 468, στον κατηγορούμενο, ο οποίος με μαχαίρι τραυμάτισε φρουρό ασφαλείας σε κέντρο αναψυχής, όταν ο τελευταίος, κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του, τον απέβαλε από το κέντρο, στη βάση της απουσίας οργάνωσης και σχεδιασμού, αλλά και της παραδοχής του, έστω και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, καθώς επίσης και, προγενέστερης της διάπραξης του αδικήματος, κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, η οποία δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολική.
Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 800, στον κατηγορούμενο, ηλικίας 17 ετών, ο οποίος εντελώς απρόκλητα έπληξε επανειλημμένα με μαχαίρι τον παραπονούμενο καθ' ον χρόνο ο τελευταίος τον μετέφερε, ως πελάτη, στο ταξί του, προκαλώντας του τραύματα στον αριστερό αντιβραχίονα, στον αριστερό ώμο, στον αριστερό βραχίονα, στο ημιθωράκιο και στον τράχηλο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Σημειώνεται, φυσικά, ότι η ηλικία του κατηγορούμενου αποτέλεσε σοβαρότατο μετριαστικό παράγοντα.
Στην υπόθεση Παρούτη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 446, για τραύμα που προκλήθηκε δια του καρφώματος, εξ επαφής, βέλους στην πλάτη της παραπονούμενης, το οποίο έπληξε τον 12ο θωρακικό σπόνδυλο της, επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 3 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 397, κατόπιν ακρόασης, στους τρεις κατηγορουμένους, ηλικίας 56, 29 και 24 ετών, για αδικήματα, μεταξύ άλλων, και αυτού της πέμπτης και της δεύτερης κατηγορίας της παρούσας υπόθεσης, με θύματα αστυνομικούς, όταν οι τελευταίοι, με πολιτική περιβολή, εισήλθαν νόμιμα στην οικία των κατηγορουμένων με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας και την απουσία οποιουδήποτε προσχεδιασμού, μείωσε τις ποινές που τους επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, περιορίζοντάς τες, για το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, σε φυλάκιση μεταξύ 2½ και 3 ετών, ανάλογα με τους μετριαστικούς παράγοντες εκάστου εφεσείοντα.
Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, απόφαση ημερομηνίας 08.03.2022, αύξησε την επιβληθείσα ποινή των 2½ ετών φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία που αφορούσε αδίκημα ως το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση, σε 7 έτη, σε κατηγορούμενο ηλικίας 24 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος έπληξε την παραπονούμενη, δύο φορές, με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 6-7 μέτρων, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα στη ραχιαία χώρα, από τα σκάγια των φυσιγγίων. Το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το είχε μεταφέρει, μη αποσυναρμολογημένο, εντός του αυτοκινήτου του, με το οποίο μετέβη απρόσκλητα στην αυλή της οικίας του θύματος.
Την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντικρίζεται το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, τόνισε και το νεοσυσταθέν Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευτύχιου Ελευθερίου, Ποινική Έφεση 46/2023, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο της οποίας επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, κατόπιν παραδοχής, σε νεαρό πρόσωπο ηλικίας 22 ½ ετών, λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο, ως μέλος ομάδας, επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου και του προκάλεσαν, μεταξύ άλλων (α) αποκοπή μέρους του αυτιού του (η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με επικόλληση του αποκοπέντος κομματιού και για την οποία ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί μελλοντική προσθετική επέμβαση), (β) κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου, (γ) οπή στην επιφάνεια του δεξιού ματιού και (δ) μώλωπες στην πλάτη, πλείστα εκ των τραυμάτων αυτών (πλην της αποκοπής του αυτιού, η οποία ήταν το αποτέλεσμα δαγκώματος από τον Κατηγορούμενο), προκληθέντα μέσω επαναλαμβανόμενης χρήσης ξύλων και ροπάλων.
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εν όψει και της εν γένει σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε τούτος, και ειδικότερα, του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας.
Είμαστε της άποψης ότι, οποιαδήποτε ποινή, πλην της στερητικής της ελευθερίας, δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις, να διέπει την ποινή. Τουναντίον κρίνουμε ότι, τυχόν επιλογή άλλου είδους ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα αδικήματα της δεύτερης και της πέμπτης κατηγορίας ενέχουν το στοιχείο της βίας, και ότι και τα τέσσερα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, παρουσιάζουν έξαρση, με αποτέλεσμα η αποτρεπτικότητα της ποινής να μην αποσκοπεί μόνο στην συνέτιση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορουμένου, αλλά και του οποιοδήποτε φιλόδοξου παραβάτη που καραδοκεί να διαπράξει παρόμοιας φύσης αδικήματα (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ, 577, Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ, 551 και Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερ. 5.10.2016).
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[3] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[4] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή - την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος - και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στην 5η κατηγορία, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 6 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη αξία στη παραδοχή και συνεργασία του[5], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτόν, είναι η ποινή φυλάκισης 4 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.
Στην 2η και στην 4η κατηγορία, δεν επιβάλλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν, αποτελούν τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της 5ης κατηγορίας.
Με το ίδιο σκεπτικό ως προς την ανάγκη ρητής και μετρήσιμης αποτύπωσης της μείωσης της ποινής, λόγω της άμεσης παραδοχής και συνεργασίας του κατηγορούμενου, στην 3η κατηγορία, αντί της ποινής του 1 έτους, που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, αν εξέλειπαν οι εν προκειμένω μετριαστικοί παράγοντες, επιβάλλουμε 9 μήνες φυλάκιση.
Οι ποινές φυλάκισης της 3ης και 5ης κατηγορίας να συντρέχουν.
Νοείται ότι η ανωτέρω ποινή φυλάκισης των 4 ετών, μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση υπό αυτή του την ιδιότητα, και δη από τις 21.08.2025. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 85 του Ποινικού Κώδικα, όλα τα τεκμήρια κατάσχονται πλην των ενδυμάτων του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου, ως και το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, τα οποία να τους επιστραφούν.
(Υπ.)……………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………….
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.)………….……………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Πρόκειται για τη νομολογία στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω αλλά και στην οποία θα αναφερθούμε ειδικώς στα πλαίσια παράθεσης ενδεικτικών ποινών που επιβλήθηκαν σε αδικοπραγούντες του αδικήματός της πέμπτης κατηγορίας.
[2] Πρόκειται για το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154.
[4] Υπογράμμιση δική μας.
[5] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωση στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο